Δευτέρα, 06 Σεπτεμβρίου 2021 15:16

Οι ΗΠΑ έχασαν στο Αφγανιστάν. Αλλά ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός εξακολουθεί να υπάρχει

 

 

Gilbert Achcar

 

 

Οι ΗΠΑ έχασαν στο Αφγανιστάν. Αλλά ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός εξακολουθεί να υπάρχει

 

 

Η πανωλεθρία της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ αφγανικής κυβέρνησης-μαριονέτας έχει εμπνεύσει αμέτρητες νεκρολογίες της αμερικανικής αυτοκρατορικής ισχύος. Αυτές οι νεκρολογίες είναι πρόωρες.

Το αντιπολεμικό κίνημα δεν πρέπει να έχει καμία ψευδαίσθηση ότι η εποχή του αμερικανικού ιμπεριαλιστικού πολέμου έχει τελειώσει με την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν. Αυτό που λαμβάνει χώρα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επανατροφοδότηση και επικαιροποίηση των διδαγμάτων που αντλήθηκαν από το Βιετνάμ, με σκοπό την επίτευξη εξυπνότερης διαχείρισης και υψηλότερης αποδοτικότητας των στρατιωτικών εμπλοκών των ΗΠΑ και όχι υποχώρηση από την παγκόσμια κυριαρχία της αμερικανικής αυτοκρατορικής ισχύος.

Η ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών στο Βιετνάμ, η οποία ολοκληρώθηκε με την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων το 1973, οδήγησε σε μια σημαντική αναθεώρηση της στρατιωτικής στρατηγικής που προετοίμασε τις Ηνωμένες Πολιτείες για τους πολέμους της ψηφιακής εποχής. Ο εσωτερικός αντίκτυπος του Βιετνάμ ήταν τεράστιος, ιδίως η μαζική αποστροφή προς τον πόλεμο που αναπτύχθηκε μεταξύ του πληθυσμού των ΗΠΑ, ιδίως της νεολαίας. Οι ιμπεριαλιστές πολεμοκάπηλοι το ονόμασαν «σύνδρομο του Βιετνάμ», βλέποντας μια ασθένεια σε αυτό που στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ υγιής δημόσια καχυποψία απέναντι στην τάση της ελίτ της εξουσίας να εξαπολύει αυτοκρατορικές εκστρατείες.

Μετά το Βιετνάμ, έγινε επιτακτική η ανάγκη να αποφευχθεί άλλος ένας παρατεταμένος πόλεμος που θα κατέληγε σε αποτυχία με φόντο την αντιπολεμική κινητοποίηση στο εσωτερικό. Η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το Βιετνάμ τελειοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των ετών του Ρόναλντ Ρέιγκαν και του Τζορτζ Μπους, αλλά αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εποχή μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα οι Ηνωμένες Πολιτείες να επαναλάβουν πολλά από τα ίδια λάθη στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» του Τζορτζ Μπους.

Τώρα ο Τζο Μπάιντεν σηματοδοτεί την επιστροφή στη στρατηγική μετά το Βιετνάμ. Αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερα χερσαία στρατεύματα, αλλά δεν πρέπει να το συγχέουμε με το τέλος της αμερικανικής αυτοκρατορικής επιθετικότητας.

 

Μια επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις

Η στρατιωτική στρατηγική μετά το Βιετνάμ διαμορφώθηκε από δύο παράγοντες: τη λήξη της επιστράτευσης το 1973 και την «επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις» κατά τη διάρκεια των ετών Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου.

Ο τερματισμός της επιστράτευσης και η μετάβαση σε έναν επαγγελματικό στρατό αποκλειστικά εθελοντών σήμαινε μαζική μείωση του προσωπικού. Σε αναλογία με τον αμερικανικό πληθυσμό, το ενεργό προσωπικό είναι σήμερα λιγότερο από το μισό από ό,τι ήταν το 1973 (αν και εξακολουθεί να είναι το τέταρτο μεγαλύτερο σώμα στρατευμάτων στον κόσμο, μετά την Κίνα, την Ινδία και τη Βόρεια Κορέα). Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν προσπάθησε να αντισταθμίσει τη μείωση του μεγέθους του στρατού με την πιο εντυπωσιακή αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε συνθήκες απουσίας πολέμου που γνώρισαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι στρατιωτικές δαπάνες κορυφώθηκαν στο 7% του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Ρέιγκαν. Ο στρατηγικός στόχος αυτών των τεράστιων δαπανών ήταν η έρευνα, η ανάπτυξη και η παραγωγή μιας νέας γενιάς εξελιγμένων όπλων που θα αύξαναν σε μεγάλο βαθμό την «καταστροφικότητα» των αμερικανικών όπλων για να αντισταθμίσουν τη μείωση του αμερικανικού προσωπικού.

Το αντιπολεμικό κίνημα δεν πρέπει να έχει καμία ψευδαίσθηση ότι η εποχή του αμερικανικού ιμπεριαλιστικού πολέμου έχει τελειώσει με την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν.

Αυτή η «επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις» συνοδεύτηκε από ένα νέο στρατιωτικό δόγμα που εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια αυτών των ετών. Στους κύριους σχεδιαστές του περιλαμβάνονταν ο Ντικ Τσένι και ο Κόλιν Πάουελ, δύο αξιωματούχοι των κυβερνήσεων Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου, οι οποίοι αργότερα θα έπαιζαν ηγετικό ρόλο στην έναρξη των πολέμων μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ο πυρήνας του νέου δόγματος ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αποφύγουν το είδος της σταδιακής εμπλοκής, που ονομάζεται «κλιμάκωση», που τις είχε οδηγήσει σε έναν πολιτικά δαπανηρό, παρατεταμένο πόλεμο στο Βιετνάμ. Αντ’ αυτού, θα έπρεπε να διεξάγουν περιορισμένης διάρκειας πολέμους μόνο από θέση «συντριπτικής υπεροχής», αφού είχαν δημιουργήσει την απαραίτητη δύναμη κοντά στο πεδίο των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, θα πρέπει να στοχεύει σε μηδενικούς θανάτους μεταξύ του προσωπικού των ΗΠΑ, ελαχιστοποιώντας την εμπλοκή των στρατευμάτων σε συγκρούσεις στο έδαφος και καταφεύγοντας αντ’ αυτού σε εξ αποστάσεως πόλεμο, συνοδευόμενο από χερσαίες επιχειρήσεις ελαφρού τύπου, όταν είναι απαραίτητο.

Ο πόλεμος του 1991 κατά του Ιράκ ως αντίδραση στην εισβολή του στο γειτονικό Κουβέιτ ήταν ο πρώτος πόλεμος μεγάλης κλίμακας των Ηνωμένων Πολιτειών μετά το Βιετνάμ και αποτέλεσε μια διδακτική εικόνα του δόγματος μετά το Βιετνάμ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες περίμεναν αρκετούς μήνες μέχρι να δημιουργήσουν μια εντυπωσιακή στρατιωτική δύναμη κοντά στο Ιράκ και το Κουβέιτ. Στη συνέχεια, εξαπέλυσαν μια καταστροφική εκστρατεία βομβαρδισμών που είχε ως στόχο όχι μόνο τα ιρακινά στρατεύματα αλλά και τις μη στρατιωτικές υποδομές του Ιράκ, γεγονός που, σε συνδυασμό με το αυστηρό εμπάργκο που επιβλήθηκε στο Ιράκ για δώδεκα χρόνια μετά τον πόλεμο, οδήγησε σε έναν αριθμό θανάτων γενοκτονικών διαστάσεων (υπέρμετρη θνησιμότητα ενενήντα χιλιάδων ετησίως, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ). Οι ίδιες οι μάχες διήρκεσαν λιγότερο από έξι εβδομάδες.

Είναι διασκεδαστικό να διαβάζει κανείς εκ των υστέρων τους επαίνους του Κόλιν Πάουελ για τον πόλεμο του Ιράκ το 19911, γνωρίζοντας τον επαίσχυντο ρόλο που έμελλε να παίξει αργότερα, ως υπουργός Εξωτερικών του Τζορτζ Μπους, στη δικαιολόγηση της κατοχής του Ιράκ:

«Ο πόλεμος του Κόλπου ήταν ένας πόλεμος με περιορισμένο στόχο. Αν δεν ήταν, σήμερα θα κυβερνούσαμε τη Βαγδάτη, με ασυγχώρητο κόστος σε χρήμα, χαμένες ζωές και κατεστροφήτων περιφερειακών σχέσεων. [...] Μπορούμε να εξετάσουμε τον ισχυρισμό εκείνων που ρώτησαν γιατί ο Πρόεδρος Μπους δεν διέταξε τις δυνάμεις μας να κατευθυνθούν προς τη Βαγδάτη αφού είχαμε εκδιώξει τον ιρακινό στρατό από το Κουβέιτ... Θα άξιζε η αναπόφευκτη συνέχεια: μεγάλες δυνάμεις κατοχής στο Ιράκ για τα επόμενα χρόνια και μια πολύ ακριβή και περίπλοκη αμερικανική διοίκηση2 στη Βαγδάτη; Ευτυχώς για την Αμερική, οι λογικοί άνθρωποι εκείνη την εποχή πίστευαν πως όχι.»

 

Μαθήματα που διδάχθηκαν και αγνοήθηκαν

Η στρατηγική κληρονομιά της εποχής των Ρέιγκαν και Μπους του πρεσβύτερου αγνοήθηκε και ανατράπηκε πλήρως υπό τον Τζορτζ Μπους, με την παράδοξη συμμετοχή δύο εκ των σχεδιαστών της: του ίδιου του Πάουελ και του Τσένι.

Η νέα κυβέρνηση, μέχρι τα μέσα της δεύτερης θητείας του Τζορτζ Μπους, έδρασε στο διαποτισμένο με νεοσυντηριτισμό πνεύμα του Project for the New American Century, της πολεμοκάπηλης δεξαμενής σκέψης στην οποία ανήκαν τα περισσότερα από τα εξέχοντα μέλη της κυβέρνησης.

Πρωταρχικός τους στόχος ήταν το Ιράκ, στο οποίο ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, ως υπουργός Άμυνας, ήθελε να εισβάλει αμέσως μετά τις επιθέσεις. Η επιλογή να ξεκινήσει από το Αφγανιστάν, την οποία υπερασπίστηκε ο Πάουελ για τον προφανή πολιτικό λόγο ότι ήταν η βάση της Αλ Κάιντα, επικράτησε τελικά.

Το σκεπτικό για το μεγαλύτερο μέρος της πολεμικής προσπάθειας που ξεκίνησε μετά την 11η Σεπτεμβρίου είχε ελάχιστη σχέση ακόμη και με τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που χρησιμοποίησε ως σημαία. Ήταν ένας πόλεμος για έναν νέο αμερικανικό αιώνα, ένας πόλεμος για την επέκταση και την εδραίωση της αυτοκρατορικής επιρροής των ΗΠΑ.

Πέρα από την καταστροφή τής εκεί βάσης της Αλ Κάιντα, το Αφγανιστάν ήταν, πάνω απ’ όλα, μια ευκαιρία να αποκτήσει μια στρατηγική στρατιωτική θέση στην Κεντρική Ασία. Επεκτεινόμενη μέσω στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε γειτονικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ήταν μια θέση που βρισκόταν βολικά ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα της Ρωσίας και την Κίνα, τους δύο πιθανούς «ισότιμους ανταγωνιστές» εναντίον των οποίων είχε καταρτιστεί ο στρατιωτικός σχεδιασμός των ΗΠΑ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο3.

Για το Ιράκ, τα συμφέροντα ήταν πολύ πιο προφανή: μια χώρα με τεράστια αποθέματα πετρελαίου που βρισκόταν στην καρδιά της εξαιρετικά πολύτιμης περιοχής του Κόλπου. Η κυριαρχία στην περιοχή αποτελούσε μεταψυχροπολεμική προτεραιότητα της Ουάσιγκτον τόσο για τη στρατηγική σημασία του ελέγχου της πρόσβασης στους πόρους υδρογονανθράκων της όσο και για την οικονομική σημασία της διασφάλισης της ροής των πετροδολαρίων της για την αγορά αμερικανικών όπλων καθώς και αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Η διαφορά μεταξύ των στρατηγικών συμφερόντων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ καθόρισε δύο εντελώς διαφορετικούς τύπους πολέμου. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ξεκίνησε με έναν τρόπο που φαινόταν να συνάδει ακόμη με τα μαθήματα που είχαν αποκτηθεί μετά το Βιετνάμ: το 2002, το πρώτο έτος του πολέμου των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, μόνο 9.700 αμερικανικοί στρατιώτες είχαν αναπτυχθεί στη χώρα αυτή (καθώς και 4.800 άλλοι ξένοι συμμαχικοί στρατιώτες)4. Η Ουάσινγκτον εξασφάλισε θέσεις βάσεων και βασίστηκε κυρίως σε τοπικούς αντι-ταλιμπάν μαχητές της Βόρειας Συμμαχίας για να πολεμήσουν τους Ταλιμπάν στο έδαφος.

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες αγνόησαν ένα βασικό μάθημα μετά το Βιετνάμ, επιδιώκοντας τον στόχο της κρατικής οικοδόμησης. Αυτό συνεπαγόταν αναπόφευκτα μια «κλιμάκωση» στην προσπάθεια να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της χώρας από την κυβέρνηση-μαριονέτα που εγκατέστησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Καμπούλ. Παρόλα αυτά, ο αριθμός των αμερικανικών στρατευμάτων που είχαν αναπτυχθεί στο Αφγανιστάν ήταν λιγότερος από είκοσι πέντε χιλιάδες το 2007, έξι χρόνια μετά την έναρξη των επιχειρήσεων.

Συγκρίνετε αυτό με τον αριθμό των στρατευμάτων που αναπτύχθηκαν στο Ιράκ5 από την αρχή: σχεδόν 142.000 το 2003, ένα επίπεδο που διατηρήθηκε λίγο πολύ μέχρι το πρώτο έτος του Μπαράκ Ομπάμα ως προέδρου, μετά το οποίο ο αριθμός μειώθηκε τα επόμενα δύο χρόνια, προκειμένου να ολοκληρωθεί η αποχώρηση που είχε προγραμματιστεί για το τέλος του 2011.

Η Ουάσινγκτον ήταν στην πραγματικότητα ελάχιστα ικανή να στείλει σημαντικά περισσότερα στρατεύματα στο Ιράκ: το Πεντάγωνο είχε προειδοποιήσει τον Ράμσφελντ ότι ο έλεγχος του Ιράκ θα απαιτούσε όχι λιγότερο από τον διπλάσιο αριθμό στρατευμάτων από αυτόν που είχε σταλεί εκεί το 2003 – μια προσπάθεια που θα είχε τεντώσει επικίνδυνα τις στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ και θα ήταν μη βιώσιμη πέραν ενός σύντομου χρονικού διαστήματος. Αλλά οι τενόροι της κυβέρνησης Μπους επέμεναν πεισματικά στην άποψη ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα «χαιρετίζονταν ως απελευθερωτές» από τους περισσότερους Ιρακινούς.6

Αυτό το ακραίο επίπεδο αυταπάτης και ευσεβών πόθων τούς οδήγησε να πραγματοποιήσουν την κατοχή του Ιράκ κατά πλήρη παραβίαση των διδαγμάτων μετά το Βιετνάμ: Η περιγραφή του Πάουελ το 1992 για «μεγάλες δυνάμεις κατοχής στο Ιράκ για τα επόμενα χρόνια και μια πολύ ακριβή και πολύπλοκη αμερικανική διοίκηση στη Βαγδάτη» μοιάζει με ακριβή περιγραφή όσων συνέβησαν μετά την εισβολή του 2003.

Το Ιράκ μετατράπηκε γρήγορα σε τέλμα για τα αμερικανικά στρατεύματα. Οι αντάρτες κατέφευγαν εκτενώς σε επιθέσεις αυτοκτονίας και δρούσαν κυρίως μεταξύ ενός συμπαθούς αραβικού σουνιτικού πληθυσμού. Το τέλμα μετατράπηκε σε καταστροφή το 2006, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα κατοχής βρέθηκαν μπλεγμένα σε έναν θρησκευτικό εμφύλιο πόλεμο.

Η αποτυχία στο Ιράκ είχε γίνει εξόφθαλμη και η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ άρχισε να προειδοποιεί για τους κινδύνους. Μια διακομματική επιτροπή του Κογκρέσου σχεδίασε μια στρατηγική εξόδου βασισμένη σε μια ριζική αλλαγή τακτικής και ο Ράμσφελντ αναγκάστηκε να παραιτηθεί.

Το «κύμα», όπως ονομάστηκε, συνίστατο σε μια προσωρινή απότομη αύξηση των αμερικανικών στρατευμάτων (έως 157.800 το 2008) για να επιφέρει ένα βαρύ πλήγμα στην Αλ Κάιντα σε συνδυασμό με τις αραβικές σουνιτικές φυλές, η υποταγή των οποίων εξαγοράστηκε για το σκοπό αυτό. Καθώς αυτό συνέπεσε με τη θρησκευτική διαμάχη, η αντίληψη ότι τα αμερικανικά στρατεύματα ενεργούσαν υπέρ της αραβικής σιιτικής πλειοψηφίας έδωσε τη θέση της στην αντίληψη ότι αποτελούσαν ασπίδα για την αραβική σουνιτική μειονότητα. Αυτό αύξησε μόνο την πίεση από τις κυρίαρχες σιιτικές δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν για τον τερματισμό της παρουσίας των αμερικανικών στρατευμάτων. Έτσι, παρόλο που η «αύξηση» αποδείχθηκε επιτυχής στην ήττα και την περιθωριοποίηση της Αλ Κάιντα (που εν τω μεταξύ μετονομάστηκε σε Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ), δεν ήταν πλέον δυνατό για την Ουάσινγκτον να διατηρήσει τη μάχιμη παρουσία της στη χώρα αυτή.

Το 2008, ο Μπους συνήψε συμφωνία με τη φιλοϊρανική κυβέρνηση του Ιράκ (η οποία ήταν το αποτέλεσμα εκλογών που επιβλήθηκαν στον κατακτητή από μια μαζική κινητοποίηση των σιιτών κατά το δεύτερο έτος της κατοχής): Τα αμερικανικά στρατεύματα θα εκκένωναν τις πόλεις του Ιράκ τον επόμενο χρόνο και θα εκκένωναν ολόκληρη τη χώρα μέχρι το τέλος του 2011. Περήφανος για την αντίθεσή του στην κατοχή του Ιράκ το 2003, ο Ομπάμα εκπλήρωσε με χαρά αυτή τη δέσμευση. Αλλά δεν υπήρχε καμία αμφιβολία: οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υποστεί μια νέα βαριά ήττα.

 

Η διπλή αποτυχία στο Αφγανιστάν και το Ιράκ

Η ήττα των ΗΠΑ στο Ιράκ είχε τεράστιες συνέπειες. Αναβίωσε δυναμικά το «σύνδρομο του Βιετνάμ» και επηρέασε σε τεράστιο βαθμό την «αξιοπιστία» της Ουάσιγκτον. Αντί να αποτρέψουν τους αντιπάλους τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες τους είχαν ουσιαστικά ενθαρρύνει, ιδίως στη Μέση Ανατολή: Το Ιράν επέκτεινε κατά πολύ την περιφερειακή στρατιωτική του εμπλοκή μετά το 2011· το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ, που μετατράπηκε σε Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας (ISIS), ανασυγκροτήθηκε στη Συρία και από εκεί εισέβαλε σε ένα τεράστιο μέρος της επικράτειας του Ιράκ το 2014· και η Ρωσία παρενέβη μαζικά στη Συρία από το 2015.

Σε σύγκριση μ’ αυτό, η ήττα στο Αφγανιστάν είναι πολύ λιγότερο σημαντική, παρά το γεγονός ότι είναι πολύ πιο θεαματική. Ο Ομπάμα πίστευε ότι θα μπορούσε να απεγκλωβίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη χώρα αυτή με ένα ριμέικ του ιρακινού «κύματος». Υπερδιπλασίασε τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων κατά το πρώτο έτος της προεδρίας του σε 68.000, φτάνοντας στο μέγιστο των 90.000 το 2010-2011. Στη συνέχεια τον μείωσε από 60.000 το 2013 σε 29.000 το 2014, αφού αποφάσισε το 2013 ότι τα αμερικανικά στρατεύματα δεν θα συμμετείχαν πλέον σε πολεμικές επιχειρήσεις και θα περιορίζονταν στην παροχή βοήθειας προς τις κυβερνητικές δυνάμεις του Αφγανιστάν που προωθούσαν οι ΗΠΑ.

Παράλληλα, η κυβέρνησή του ξεκίνησε συνομιλίες με τους Ταλιμπάν στη Ντόχα, την πρωτεύουσα του Κατάρ. Την επόμενη χρονιά, ο Ομπάμα ανακοίνωσε χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση των περισσότερων αμερικανικών στρατευμάτων μέχρι το τέλος του 2016. Το 2015 και το 2016, δεν είχαν απομείνει στο Αφγανιστάν περισσότεροι από 7.000 Αμερικανοί στρατιώτες.

Ο παράγοντας που επανέφερε τον αμερικανικό στρατό στο Ιράκ και στη Συρία το 2014 είναι ο ίδιος που παρέτεινε την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν πέραν του 2016: το Ισλαμικό Κράτος, του οποίου το παρακλάδι στην Κεντρική Ασία, η επαρχία Ισλαμικό Κράτος-Χορασάν (IS-K), εμφανίστηκε στο Αφγανιστάν. Με τη δολοφονία του Οσάμα μπιν Λάντεν το 2011, ο Ομπάμα είχε θεωρήσει ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας «ολοκληρώθηκε», επιτρέποντας την αποχώρηση από το Αφγανιστάν χωρίς να χάσει το κύρος του. Το κύμα του IS-K ακύρωσε αυτή την προσποίηση.

Αυτό εξηγεί την κατά τα άλλα ακατανόητη απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αυξήσει και πάλι τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, διπλασιάζοντάς τον σε 14.000 κατά τα δύο πρώτα χρόνια της θητείας του, παρά τη «απομονωτική» ρητορική του και τις επανειλημμένες δεσμεύσεις του να τερματίσει τους συνεχιζόμενους αμερικανικούς πολέμους. Αυτό ήταν το «κύμα» του Τραμπ μετά από εκείνο του Ομπάμα, με στόχο να εξασφαλίσει τις συνθήκες για την οριστική αποχώρηση των στρατευμάτων. Στη συνέχεια μείωσε τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων και πάλι σε 8.500 το 2019, ενώ παράλληλα εντατικοποίησε τις συνομιλίες στη Ντόχα με τους Ταλιμπάν.

Μετά τη σύναψη συμφωνίας με τους τελευταίους τον Φεβρουάριο του 2020, ο Τραμπ μείωσε περαιτέρω τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων με την υπόσχεση να ολοκληρώσει την αποχώρησή τους έως την 1η Μαΐου 2021. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, ανάγκασε την κυβέρνηση-μαριονέτα της Καμπούλ να απελευθερώσει 5.000 κρατούμενους, όπως ζητούσαν οι Ταλιμπάν – μια σημαντική τόνωση γι’ αυτούς. Τον Νοέμβριο, η απερχόμενη κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να μειώσει ακόμα περισσότερο τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν στο ελάχιστο, μόλις 2.500, την παραμονή της παραχώρησης του Λευκού Οίκου στον Μπάιντεν τον Ιανουάριο του 2021.

Εν τω μεταξύ, το IS-K είχε γίνει όλο και περισσότερο το επίκεντρο της προσοχής των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν. Όταν ο Τραμπ, τρεις μήνες μετά την ορκωμοσία του, έριξε «τη μητέρα όλων των βομβών»7 (την ισχυρότερη μη πυρηνική βόμβα των Ηνωμένων Πολιτειών) στο Αφγανιστάν, δεν ήταν εναντίον των Ταλιμπάν αλλά εναντίον του IS-K. Το Αφγανιστάν είχε εξελιχθεί σε έναν χομπσιανό πόλεμο όλων εναντίον όλων, στον οποίο συμμετείχαν τρία στρατόπεδα: η κυβέρνηση της Καμπούλ με την υποστήριξη των αμερικανικών δυνάμεων, οι Ταλιμπάν και το IS-K. Σε αυτή την κατάσταση «παγίδα του 22», οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν ακόμη και πλήγματα προς υποστήριξη του πολέμου των Ταλιμπάν κατά του IS-K8. Αυτό αντικατοπτρίστηκε στον πρόσφατο υπαινιγμό του διορισμένου από τον Τραμπ προέδρου του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Μαρκ Μίλεϊ, για μελλοντικό συντονισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ταλιμπάν για πλήγματα στο Αφγανιστάν κατά του IS-K ή παρόμοιων ομάδων9.

Από την άλλη πλευρά, η σταδιακή υποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν απέδειξε ότι οι υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ αφγανικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Ταλιμπάν. Όπως και το 1996, όταν ανέλαβαν για πρώτη φορά την εξουσία, δεν ήταν δύσκολο για τους Ταλιμπάν να αντιπαραβάλουν τον πουριτανισμό τους με τη διαφθορά των αντιπάλων τους. Μεταξύ 1992 και 1996, το Αφγανιστάν κυβερνιόταν από διεφθαρμένους κυρίως πολέμαρχους που ήταν απασχολημένοι με τις μεταξύ τους μάχες. Η κυβέρνηση της Καμπούλ που η κυβέρνηση Μπους ανέθεσε στον Χαμίντ Καρζάι να σχηματίσει ήταν επίσης εξαιρετικά διεφθαρμένη, και μάλιστα υπό τον έλεγχο ξένων. Μια κυβέρνηση με τόσο λίγα εύσημα δεν μπορεί να παρακινήσει τα στρατεύματα να ρισκάρουν τη ζωή τους αρκετά ώστε να την κρατήσουν στην εξουσία10.

Η κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Καμπούλ από την κατάρρευση της αφγανικής κυβέρνησης συγκρίθηκε με τη Σαϊγκόν του 1975, με τις διαβόητες εικόνες της εκκένωσης της αμερικανικής πρεσβείας με ελικόπτερο. Αλλά το καθεστώς μαριονέτας του Νοτίου Βιετνάμ είχε στην πραγματικότητα περισσότερες δικές του ρίζες από την κυβέρνηση της Καμπούλ, καθώς ήταν η συνέχεια ενός καθεστώτος του οποίου η ύπαρξη προηγήθηκε της αμερικανικής επέμβασης του 1965. Το καθεστώς του Νότιου Βιετνάμ αντιστάθηκε για δύο χρόνια μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Βιετνάμ το 1973 απέναντι σε έναν τρομερό λαϊκό στρατό που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν καταφέρει να υποτάξουν με πάνω από μισό εκατομμύριο στρατιώτες – έναν εχθρό που είχε, εκείνη τη στιγμή, μεγαλύτερη ξένη επίσημη και λαϊκή υποστήριξη από ό,τι είχαν ποτέ οι Ταλιμπάν.

Η πλησιέστερη κατάσταση προς την πανωλεθρία των κυβερνητικών δυνάμεων της Καμπούλ ήταν η πανωλεθρία των κυβερνητικών δυνάμεων του Ιράκ που είχαν κατασκευαστεί, εκπαιδευτεί και οπλιστεί από τις ΗΠΑ απέναντι στην επίθεση του ISIS το καλοκαίρι του 2014. Η κυβέρνηση του Νούρι αλ Μαλίκι στο Ιράκ μετά τον Σαντάμ Χουσεΐν ήταν εξίσου διεφθαρμένη με εκείνη της Καμπούλ, εκτός από τον θρησκευτικό σιιτικό χαρακτήρα της: όχι μόνο οι Άραβες σουνίτες στρατιώτες δεν ήταν πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους πολεμώντας εναντίον του αντι-σιιτικού ISIS, αλλά και οι σιίτες στρατιώτες δεν ήταν πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν τη δική τους υπό μια διεφθαρμένη ηγεσία και για την υπεράσπιση των περιοχών με σουνιτική πλειοψηφία που είχε βάλει στο στόχαστρο το ISIS. Τίποτα δεν μοιάζει περισσότερο με την πρόσφατη παρέλαση των Ταλιμπάν με τον αμερικανικό εξοπλισμό που κατασχέθηκε από τις δυνάμεις της κυβέρνησης της Καμπούλ από ό,τι η παρέλαση του ISIS με παρόμοιο εξοπλισμό που κατασχέθηκε από τα καταδιωκόμενα ιρακινά στρατεύματα το 2014.

 

Οι ανοησίες της αμερικανικής αυτοκρατορίας, επαναλαμβανόμενες

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τζο Μπάιντεν αποφάσισε να σεβαστεί τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του, παρατείνοντας μόνο την προθεσμία της κατά τέσσερις μήνες, μέχρι το τέλος Αυγούστου. Δεν μπόρεσε να κρύψει την περιφρόνησή του για τους Αφγανούς συμμάχους της Ουάσινγκτον, επιρρίπτοντάς τους όλες τις ευθύνες, καθώς και την έμμεση περιφρόνησή του για τους Αφγανούς γενικά και την απροθυμία του στην προοπτική να επιτρέψει σε περισσότερους από αυτούς να αναζητήσουν καταφύγιο στις Ηνωμένες Πολιτείες11. Από την αρχή, οι γυναίκες του Αφγανιστάν, που κάποτε υποκριτικά χρησιμοποιήθηκαν ως βολικό πρόσχημα για να δικαιολογήσουν τη διαιώνιση της αμερικανικής επέμβασης στο Αφγανιστάν, υπήρξαν στην πραγματικότητα θύματα των Ταλιμπάν όσο και της αμερικανικής κυβέρνησης12.

Αλλά ο Μπάιντεν έλεγε την αλήθεια όταν είπε, στην ομιλία του στις 31 Αυγούστου13, «Αντιμετωπίσαμε μία από τις δύο επιλογές: Να ακολουθήσουμε τη συμφωνία της προηγούμενης κυβέρνησης και να την παρατείνουμε για να έχουμε ... περισσότερο χρόνο να φύγουν οι άνθρωποι, ή να στείλουμε χιλιάδες επιπλέον στρατιώτες και να κλιμακώσουμε τον πόλεμο». Η χρήση του σχετικού με το Βιετνάμ όρου «κλιμάκωση» δεν ήταν τυχαία. Ολόκληρη η ομιλία του Μπάιντεν βασίστηκε στα στρατηγικά διδάγματα μετά το Βιετνάμ. Οι ανοησίες της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους τόσο στο Ιράκ όσο και στο Αφγανιστάν έδειξαν με σκληρό τρόπο στην αμερικανική αυτοκρατορία πόσο δαπανηρό ήταν να τις αγνοήσει.

Η στρατηγική αναθεώρηση μετά το Βιετνάμ δεν είχε σκοπό να εγκαινιάσει μια ειρηνιστική νέα εποχή στην παγκόσμια πολιτική των ΗΠΑ. Σκοπός της ήταν μόνο να προσαρμόσει τις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες των ΗΠΑ σε ό,τι είναι στρατιωτικά πιο αποτελεσματικό και πολιτικά λιγότερο δαπανηρό.

Αυτό μας φέρνει σε ένα τελευταίο και κρίσιμο σημείο: η στρατηγική αναθεώρηση μετά το Βιετνάμ δεν είχε σκοπό να εγκαινιάσει μια ειρηνιστική νέα εποχή στην παγκόσμια πολιτική των ΗΠΑ. Σκοπός της ήταν μόνο να προσαρμόσει τις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες των ΗΠΑ σε αυτό που είναι στρατιωτικά πιο αποτελεσματικό και πολιτικά λιγότερο δαπανηρό.

Ο Μπαράκ Ομπάμα συμμορφώθηκε με τους μεταβιετναμέζικους κανόνες στην πολύ εκτεταμένη επιστροφή του (πολύ περισσότερο από ό,τι ο Τζορτζ Μπους) στον εξ αποστάσεως πόλεμο με τη μορφή μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Ο Τραμπ βάδισε στον ίδιο δρόμο και, επιπλέον, έκανε τη χρήση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών πιο ανεξέλεγκτη. Είναι αξιοσημείωτο ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπάιντεν εγκαινίασαν την προεδρία τους με πυραυλικές επιδρομές μεγάλων αποστάσεων στη Συρία για να δείξουν την προθυμία τους να προχωρήσουν σε εξ αποστάσεως χρήση βίας

Σ’ αυτό, μάλιστα, δεσμεύτηκε ο Μπάιντεν στην προαναφερθείσα ομιλία του:

«Θα διατηρήσουμε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας στο Αφγανιστάν και σε άλλες χώρες. Απλώς δεν χρειάζεται να διεξάγουμε χερσαίο πόλεμο για να το κάνουμε. Διαθέτουμε αυτό που λέγεται δυνατότητες πάνω από τον ορίζοντα, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να χτυπήσουμε τρομοκράτες και στόχους χωρίς αμερικανικές μπότες στο έδαφος – ή πολύ λίγες, αν χρειαστεί.»

Περισσότερο από ποτέ, σε αυτό θα συνίστανται οι αμερικανικές αυτοκρατορικές ενέργειες στο μέλλον: χτυπήματα σε διάφορες κλίμακες, από μεμονωμένες δολοφονίες με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μέχρι πυραυλικές ή αεροπορικές επιδρομές ακριβείας, ως τακτικό μοτίβο, μαζί με μια μόνιμη ετοιμότητα άσκησης «συντριπτικής υπεροχής» για την καταστροφή μιας χώρας, όπως καταστράφηκε το Ιράκ το 1991 – χωρίς εμπλοκή στην οικοδόμηση κράτους.

Με το «σύνδρομο του Βιετνάμ» επανεμφανιζόμενο, υπάρχει μεταξύ του αμερικανικού λαού συμπεριλαμβανομένου και του αμερικανικού στρατού, έντονη δυσπιστία απέναντι σε μεγάλης κλίμακας εκστρατείες στο εξωτερικό. Αλλά υπάρχει πολύ λιγότερη προσοχή και δράση εκ μέρους του αντιπολεμικού κινήματος όταν πρόκειται για τις ανεξέλεγκτες σφαγές που διαπράττουν οι Ηνωμένες Πολιτείες μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών και επιθέσεων ακριβείας. Το αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να θεωρήσει αυτές τις ενέργειες ως αυτό που ξεκάθαρα είναι: πράξεις πολέμου – και να κινητοποιηθεί ενάντια στη συνέχισή τους καθώς και ενάντια σε πιο μαζικές ιμπεριαλιστικές εκστρατείες.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Gilbert Achcar, “The US Lost in Afghanistan. But US Imperialism Isn’t Going Anywhere”, Jacobin, 4 Σεπτεμβρίου 2021, https://www.jacobinmag.com/2021/09/afghanistan-iraq-war-vietnam-withdrawal-terror. Αναδημοσέυση: Europe Solidaire Sans Frontières, 4 Σεπτεμβρίου 2021, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article59360 και International Viewpoint, 6 Σεπτεμβρίου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7297.

 

 

Σημειώσεις

1 Colin L. Powell, “U.S. Forces: Challenges Ahead”, Foreign Affairs, Χειμώνας 1992/93, https://www.foreignaffairs.com/articles/1992-12-01/us-forces-challenges-ahead

2 [Σ.τ.Μ.:] «Proconsulship» από το λατινικό «Proconsul». Ο «Proconsul» ή «Ανθύπατος» εκλεγόταν από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο ως διοικητής των στρατευμάτων που βρισκόταν σε εκστρατεία. Την περίοδο της αυτοκρατορίας ο Ανθύπατος ήταν ο πολιτικός κυβερνήτης μιας επαρχίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αργότερα από την βρετανική αποικιοκρατική διοίκηση και στη συνέχεια από Αμερικανούς για να περιγράψουν τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των αξιωματούχων του αμερικανικού ιμπεριαλισμού σε κατακτημένες περιοχές (πχ για τον Πολ Μπρέμερ στο Ιράκ το 2003).

3 Gilbert Achcar, “The Strategic Triad: The United States, Russia, and China”, New Left Review, τεύχος Ι/28, Μάρτιος, Απρίλιος 1998, https://newleftreview.org/issues/i228/articles/gilbert-achcar-the-strategic-triad-the-united-states-russia-and-china

4 “Afghanistan Index. Tracking Progress and Security in Post-9/11 Afghanistan”, Brookings, https://www.brookings.edu/afghanistan-index/

5 “Iraq Index. Tracking Reconstruction and Security in Post-Saddam Iraq”, Brookings, https://www.brookings.edu/iraq-index/

6 Gilbert Achcar, “Bush’s Cakewalk into the Iraq Quagmire”, CounterPunch, 5 Μαΐου 2004, https://www.counterpunch.org/2004/05/05/bush-s-cakewalk-into-the-iraq-quagmire/

7 Helene Cooper and Mujib Mashal, “U.S. Drops ‘Mother of All Bombs’ on ISIS Caves in Afghanistan”, The New York Times, 13 Απριλίου 2017, https://www.nytimes.com/2017/04/13/world/asia/moab-mother-of-all-bombs-afghanistan.html

8 The Washington Post, https://www.washingtonpost.com/gdpr-consent/?next_url=https%3a%2f%2fwww.washingtonpost.com%2foutlook%2f2020%2f10%2f22%2ftaliban-isis-drones-afghanistan%2f

9 Robert Burns and Lolita C. Baldor, “Milley: US coordination with Taliban on strikes ‘possible’”, AP News, 1 Σεπτεμβρίου 2021, https://apnews.com/article/joe-biden-ap-top-news-afghanistan-evacuations-kabul-c134d2abf8977b87d2965d9fe3e1565f.

10 The Washington Post, https://www.washingtonpost.com/gdpr-consent/?next_url=https%3a%2f%2fwww.washingtonpost.com%2fpeople%2fsusannah-george%2f

11 Russell Berman, “This Is Not Saigon. This Is Worse Than Saigon”, The Atlantic, 19 Αυγούστου 2021, https://www.theatlantic.com/politics/archive/2021/08/biden-afghanistan-delay/619809/

12 “RAWA Responds to the Taliban Takeover”, RAWA, 21 Αυγούστου 2021, http://www.rawa.org/rawa/2021/08/21/rawa-responds-to-the-taliban-takeover.html.

13 “Remarks by President Biden on the End of the War in Afghanistan”, The White House, 31 Αυγούστου 2021, https://www.whitehouse.gov/briefing-room/speeches-remarks/2021/08/31/remarks-by-president-biden-on-the-end-of-the-war-in-afghanistan/

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 06 Σεπτεμβρίου 2021 17:29

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.