Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2022 12:11

Κόκκινες σημαίες στο δάσος: Οι Μαοϊκοί αντάρτες και οι ιθαγενείς Αντιβάσι

 

 

Kheya Bag

 

Κόκκινες σημαίες στο δάσος: Οι Μαοϊκοί αντάρτες και οι ιθαγενείς Αντιβάσι

 

 

Βιβλιοκριτική για το βιβλίο της Alpa Shah, Nightmarch: Among India’s Revolutionary Guerrillas, Hurst & Company: Λονδίνο 2018

 

 

Το 2010, στο αποκορύφωμα της επιχείρησης της κυβέρνησης του Κογκρέσου κατά των μαοϊκών της Ινδίας, η Άλπα Σαχ [Alpa Shah] ξεκίνησε ένα οδοιπορικό επτά νυχτών με μια διμοιρία ανταρτών Ναξαλιτών, μεταμφιεσμένη σε αντάρτισσα. Με την κάλυψη του σκότους, διέσχισαν 250 χιλιόμετρα από τα υψίπεδα του Μπιχάρ προς τα δάση του Τζαρχάντ, διαλέγοντας το δρόμο τους μέσα από βραχώδη φαράγγια, διασχίζοντας ποτάμια, περνώντας μέσα από εχθρικές ζώνες κάτω από τον έναστρο ουρανό. Βασισμένο σε χρόνια εθνογραφικής επιτόπιας έρευνας στα χωριά των φυλών του Τζαρχάντ, το βιβλίο, η Νυχτερινή Πορεία [Nightmarch] της Σαχ συνδυάζει την εξιστόρηση αυτού του επικίνδυνου ταξιδιού με προβληματισμούς σχετικά με τον γρίφο του ινδικού μαοϊσμού: πώς ο αγώνας των Ναξαλιτών κατάφερε να διατηρηθεί και να ανανεωθεί, παρά το γεγονός ότι ήταν κατά πολύ λιγότεροι από τις δυνάμεις ασφαλείας που κινητοποιήθηκαν εναντίον του; Και πώς, επίσης, οι Ναξαλίτες κατάφεραν να εισχωρήσουν ανάμεσα στους Αντιβάσι των δασών, τους ιθαγενείς που ως γνωστόν είναι επιφυλακτικοί απέναντι στους ξένους; Καθώς η Σαχ εκπαιδεύεται για να ακολουθήσει τα βήματα ενός νεαρού αγοριού Αντιβάσι μπροστά της, η ατελείωτη πορεία γίνεται μια αλληγορία για την αντοχή ενός από τους μακροβιότερους ένοπλους αγώνες στον κόσμο, ενώ ο ίδιος ο μαοϊσμός φαίνεται σαν σύμπτωμα της ινδικής κοινωνίας.

Η Νυχτερινή Πορεία είναι ένα έργο λογοτεχνικής μυθοπλασίας, με έντονη υποβλητικότητα, συνυφαίνοντας τις περιγραφές του ταξιδιού με πέντε προσωπογραφίες χαρακτήρων, σε κάποιο βαθμό αρχέτυπων, που βοηθούν να φωτιστεί η προσεκτική και διακριτική συζήτηση της Σαχ για το κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο της εξέγερσης. Η Σομουάρι, η ανεξάρτητη γυναίκα Αντιβάσι, της οποίας το λασπόσπιτο μοιράζεται μαζί της η Σαχ, αποτελεί σημείο αναφοράς. Ο Γκιάντζι, ένας «επαγγελματίας επαναστάτης» με θλιμμένα μάτια και αδύναμα πόδια, είναι ο ηθικός και πνευματικός ηγέτης της μαοϊκής ομάδας με την οποία είναι μαζί, με τον οποίο η Σαχ εμπλέκεται σε αδιάκοπη κριτική συζήτηση. Ο Πρασιάντ, ένας νεαρός αντάρτης με τον οποίο νιώθει ιδιαίτερη έλξη, είχε φύγει στα 10 του χρόνια από την οικογένειά του που βοσκούσε αγελάδες για να ενταχθεί σε μια μαοϊκή πολιτιστική ομάδα, μαθαίνοντας να διαβάζει και να γράφει μαζί τους. Όταν η Σαχ έφτασε άρρωστη στο αρχικό της ραντεβού με τους αντάρτες, ο Πρασιάντ ήταν έτοιμος με ένα διάλυμα αλατιού και ζάχαρης για να την ενυδατώσει, μια από τις πολλές περιπτώσεις μικρής καλοσύνης των μαοϊκών προς αυτήν. Σε πλήρη αντίθεση, ο αλαζόνας Βίκας πλουτίζει φανερά από τους «φόρους» που οι αντάρτες εισπράττουν από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Ο ευγενικός Κόχλι, ηλικίας 16 ετών, είναι γιος ενός ιδιοκτήτη τεϊοπωλείου και προσχώρησε στους μαοϊκούς μετά από μια διαμάχη με τους γονείς του· μέρος της αφηγηματικής –και ηθικής– έντασης της Νυχτερινής Πορείας έγκειται στην αβεβαιότητα ως προς το ποιον δρόμο θα ακολουθήσει ο Κόχλι: αυτόν του Βίκας ή αυτόν του Πρασιάντ;

Η περιγραφή της Σαχ για τους μαοϊκούς βασίζεται στην προηγούμενη μελέτη της για τις κοινότητες Αντιβάσι. Γεννημένη στην Κένυα και σπουδαγμένη στη Βρετανία, μετά το πτυχίο της από το Κέιμπριτζ άρχισε να ασχολείται με προγράμματα φτώχειας και διεθνούς βοήθειας. Έφτασε για πρώτη φορά στην περιοχή το 1999, μένοντας σε ένα χωριό Αντιβάσι με εκατό λασποκαλύβες, για να συμμετάσχει σε μια μελέτη συμμετοχικού παρατηρητή τύπου Μαλινόφσκι για το πώς τα χρήματα της βοήθειας απομυζούνταν από μεσάζοντες πριν φτάσουν στους φτωχούς – έρευνα για το διδακτορικό της στο London School of Economics, όπου διδάσκει σήμερα. Η Σαχ έμαθε δύο από τις τοπικές γλώσσες Αντιβάσι και, ως Ινδή της διασποράς, μπορούσε λίγο πολύ να ενσωματωθεί ως ντόπια. Η έρευνα αυτή έδωσε πληροφορίες για το πρώτο της βιβλίο, In the Shadows of the State [Στη Σκιά του Κράτους](2010), σχετικά με τα ταξικά συμφέροντα και τις πολιτικές των δικαιωμάτων των ιθαγενών και την ανάπτυξη. Οι Ναξαλίτες είχαν αρχίσει να δημιουργούν διασυνδέσεις στην περιοχή, όχι μέσω φτωχών εργατών, αλλά αποσπώντας χρήματα προστασίας από τοπικούς εργολάβους που ανταγωνίζονταν για κρατικά έργα. Από αυτό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι μαοϊκοί ήταν απλώς μια ακόμη κομπίνα.

Όμως τα ερωτήματα της Σαχ αυξήθηκαν καθώς η κυβέρνηση του Κογκρέσου αύξησε την καταστολή· το 2006, ο Μανμοχάν Σινγκ [Manmohan Singh] κήρυξε τους μαοϊκούς τρομοκρατική απειλή που αποτρέπει τις διεθνείς επενδύσεις στις πλούσιες σε πόρους δασικές ζώνες και έστειλε 100.000 στρατιώτες, υποστηριζόμενους από ελικόπτερα και ειδικές δυνάμεις, για την εξόντωσή τους· και παρόλα αυτά η παρουσία των Ναξαλιτών στις κοινότητες των Αντιβάσι συνέχισε να αυξάνεται. Γιατί οι χωρικοί προσχωρούσαν στους μαοϊκούς; Η δαμασκινή1 Νυχτερινή Πορεία της προέρχεται από έναν ακόμη γύρο επιτόπιας έρευνας στο Τζαρχάντ, όπου έζησε για δεκαοκτώ μήνες μεταξύ 2008 και 2010 σε μια περιοχή που αποκαλεί Λαλγκαόν και η οποία αποδείχθηκε ότι ήταν η «Κόκκινη Πρωτεύουσα» των μαοϊκών. Ένα οροπέδιο με πυκνά δάση που σχηματίστηκε από τη λάβα του Ντεκάν, με πληθυσμό 40.000 Αντιβάσι, διασκορπισμένο σε περίπου τριάντα χωριά, το Λαλγκαόν οριοθετείται από πλατιά ποτάμια στα βόρεια και στα νότια και διασπάται από πολλά μικρότερα ρέματα και ρυάκια· κατά τη διάρκεια των μουσώνων αποκόπτεται εντελώς από τις πεδιάδες. Τόσο κοινωνικά όσο και γεωγραφικά, ήταν ιδανικό έδαφος για αντάρτες. Οι κάτοικοι Αντιβάσι των δασών ζούσαν κυρίως με τη γεωργία για τα προς το ζην· ορισμένοι εξακολουθούσαν να είναι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες.

H Νυχτερινή Πορεία σκιαγραφεί το ιστορικό περίγραμμα της περιοχής. Το Βρετανικό βασίλειο της Ινδίας (Raj) είχε μεταφέρει ινδουιστές και μουσουλμάνους εμπόρους από τις πεδιάδες, για να διαχειριστούν την εκμετάλλευση των δασών (τικ, δέρματα τίγρης, έβενος), αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά εσωτερικών σχέσεων εποίκων-αποικιοκρατών. Οι Αντιβάσι είχαν ξεσηκωθεί για να διαμαρτυρηθούν για τις αξιώσεις αυτές· η περίφημη εξέγερση του Σαντάλ το 1855 καταπνίγηκε βάναυσα. Με την υποστήριξη των ιεραποστόλων, κέρδισαν τελικά κάποια νομική προστασία για τα εδάφη τους από Το Βρετανικό βασίλειο της Ινδίας (Raj), η οποία στη συνέχεια κατοχυρώθηκε στο πέμπτο και έκτο παράρτημα του Συντάγματος της Ινδίας του 1949. Η καταγεγραμμένη γη είναι συλλογική ιδιοκτησία, και απαιτεί η συμφωνία του 80 % των ντόπιων κατοίκων για μια πώληση, και δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε μη Αντιβάσι. Όμως η περιοχή είναι πλούσια σε ορυκτούς πόρους –άνθρακα, σιδηρομετάλλευμα, βωξίτη, χαλκό, μαγγάνιο– και αυτές οι νομικές προστασίες συχνά καταστρατηγούνταν από παγκόσμιες εταιρείες εξόρυξης, με κρατική υποστήριξη. Ισχυριζόμενες ότι θα μειώσουν τη φτώχεια μέσω της ανάπτυξης, συχνά εκτόπισαν τους αρχικούς κατοίκους και έφεραν μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό από άλλα κρατίδια.

Σύμφωνα με την Σαχ, οι Αντιβάσι αντέδρασαν μετακινούμενοι βαθύτερα στο δάσος, διατηρώντας τον τρόπο ζωής τους. Σε κάποιο βαθμό ακολουθεί τα χνάρια ανθρωπολόγων όπως ο Πιερ Κλαστρ [Pierre Clastres], στον Αμαζόνιο, και ο Τζέιμς Σ. Σκοτ [James C. Scott], στα ορεινά της Νοτιοανατολικής Ασίας, διακρίνοντας έναν μεγαλύτερο βαθμό ισονομίας και συλλογικότητας μεταξύ των «ανθρώπων της ζούγκλας» από ό,τι μπορεί να βρεθεί στις πυκνοκατοικημένες και διαιρεμένες σε κάστες πεδιάδες της Ινδίας: «Όσο πιο κοντά έφτανες στα δάση, τόσο μειωνόταν η επιρροή της αλληλεξάρτησης και της ιεραρχίας μεταξύ των ομάδων που χαρακτηρίζει την κοινωνία των καστών στις πεδιάδες και τόσο μεγαλύτερη ήταν η αυτονομία των ανθρώπων στη ζωή τους». Οι κοινότητες Αντιβάσι, οι οποίες είχαν αγωνιστεί για να κρατήσουν μακριά τους ξένους των ανώτερων καστών, μπορούσαν να επιβιώσουν από τη γη. Αυτό δεν σήμαινε αυτονομία: η καπιταλιστική ανάπτυξη είχε από καιρό αρχίσει να εισχωρεί· οι Αντιβάσι πήγαιναν στα καμίνια τούβλων ως μετακινούμενοι εργάτες ή μάζευαν φύλλα kendu από το δάσος για χειροποίητα στριφτά τσιγάρα και τα πουλούσαν σε εμπόρους. Αλλά η Σαχ παρουσιάζει πολλές περιπτώσεις συνεργατικών, ισότιμων σχέσεων. Η συλλογική εργασία –η συνεργασία για την οικοδόμηση ενός σπιτιού ή τη συγκομιδή μιας σοδειάς– ήταν μέρος του τρόπου ζωής των Αντιβάσι, που επιβραβεύεται με κοινοτικές γιορτές: ζωμός ρυζιού και σπανακιού, σπιτική μπύρα ρυζιού, τύμπανα και χορός. Η Σάχ τονίζει ότι η ισονομία επεκτάθηκε και στις σχέσεις των δύο φύλων: οι άνδρες συμμετείχαν στο πλύσιμο των ρούχων και στην προετοιμασία των γευμάτων· οι γυναίκες έπιναν και χόρευαν. Την ημέρα της εβδομαδιαίας αγοράς, «ήταν οι γυναίκες που συνήθως πήγαιναν να πουλήσουν τα προϊόντα τους, που απολάμβαναν μπύρα ρυζιού στο χαάτ [αγορά] με τους άνδρες και τις γυναίκες φίλες τους και που επέστρεφαν στο σπίτι μάλλον χαρούμενες στους συζύγους που είχαν μείνει πίσω και μαγείρευαν». Σε αντίθεση με τα συζυγικά έθιμα των πεδιάδων, οι γυναίκες όπως η φίλη της Σαχ, η Σομουάρι, επέλεγαν τους συζύγους τους και έπαιρναν την πρωτοβουλία να αλλάξουν σύντροφο αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά.

Πώς διείσδυσαν οι Ναξαλίτες σε αυτές τις κοινότητες; Η μελέτη της Σαχ σηματοδοτεί διαφορετικές μορφές εξουσίας, με τη συναίνεση και τη διαφθορά, διαφόρων ειδών, να κυριαρχούν γενικά έναντι του εξαναγκασμού. Σύμφωνα με τον πατέρα του Κόχλι, τον ιδιοκτήτη του τεϊοπωλείου, ήταν «τα μικρά πράγματα»: μια στάση σεβασμού απέναντι στους ντόπιους, βγάζοντας τα παπούτσια τους πριν μπουν στα σπίτια των ανθρώπων, καθισμένοι στο πάτωμα όπως έκαναν οι χωρικοί, δείχνοντας προσοχή. Υπήρχαν και άλλοι παράγοντες: οι μαοϊκές πολιτιστικές ομάδες γύριζαν τα χωριά με τραγούδια, τύμπανα και ομιλίες, προσελκύοντας μεγάλο ακροατήριο μεταξύ των νέων. Με χρήματα που συγκέντρωναν από επιχειρηματίες και εργολάβους, λειτουργούσαν δωρεάν κέντρα υγείας, τα οποία επισκέπτονταν εκατοντάδες άνθρωποι από τις γύρω περιοχές, διοργάνωναν τεράστια τουρνουά ποδοσφαίρου και αναλάμβαναν μακροπρόθεσμα πολιτιστικά έργα, όπως η δημιουργία γραπτού κώδικα [αλφαβήτου] για την αυτόχθονη γλώσσα Γκόντι. Οι αντάρτικες ομάδες έβαλαν στο στόχαστρο τους τοπικούς «καταπιεστές», ανατινάζοντας ένα καταφύγιο της δασικής υπηρεσίας και αυξάνοντας τα ποσοστά αμοιβής για τα φύλλα kendu και άλλα δασικά προϊόντα. Αντί για λεηλασίες, οι περιπλανώμενες διμοιρίες τους ζητούσαν μόνο ένα πιάτο ρύζι από κάθε νοικοκυριό στο χωριό. Ταυτόχρονα, τα μαοϊκά «μαζικά μέτωπα» διοργάνωναν πολιτικές συγκεντρώσεις και αποκλεισμούς δρόμων, ζητώντας την επέκταση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας NREGA [National Rural Employment Guarantee Act Εθνικός / Νόμος Εγγυήσεων Αγροτικής Απασχόλησης], διαμαρτυρόμενα για τις εκτοπίσεις, καίγοντας ομοίωμα υπουργών του Κογκρέσου. Σύμφωνα με τον πατέρα ενός αντάρτη, λίγοι από τους χωρικούς γνώριζαν την ύπαρξη των υπουργών πριν από την άφιξη των μαοϊκών: «Οι Ναξαλίτες μας εκπαίδευσαν για το τι μας αναλογούσε από το κράτος· στην πραγματικότητα, για το τι υποτίθεται ότι ήταν το κράτος».

Αν και οι πολιτικές του ρίζες μπορούν να εντοπιστούν στις διασπάσεις του Ινδικού Κομμουνιστικού Κόμματος κατά τη διάρκεια του σινο-ινδικού πολέμου του 1962, ο ινδικός μαοϊσμός εμφανίστηκε επίσημα στη σκηνή με την εξέγερση των αγροτών το 1967 στο χωριό Ναξαλμπάρι της Δυτικής Βεγγάλης, που χαιρετίστηκε από το Ραδιόφωνο του Πεκίνου ως ανοιξιάτικη βροντή πάνω από την Ινδία. Στη δεκαετία του 1970, ριζοσπαστικοποιημένοι «Ναξαλίτες» φοιτητές, συχνά από οικογένειες της ανώτερης κάστας, πήγαν στα χωριά για να βοηθήσουν στην καταπολέμηση της καταπίεσης από τους γαιοκτήμονες. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, ο αγώνας είχε εξαπλωθεί στις «φλεγόμενες πεδιάδες» του Μπιχάρ, καθώς τα μαοϊκά στελέχη προσπαθούσαν να κινητοποιήσουν τους ακτήμονες εργάτες Νταλίτ. Τα αντίποινα των γαιοκτημόνων ήταν άγρια· η διαταγή ήταν να «τους κοντύνουν έξι ίντσες», με θεαματικούς αποκεφαλισμούς. Αναζητώντας καλύτερο γεωγραφικό έδαφος για τον ανταρτοπόλεμο, οι Ναξαλίτες άρχισαν να υποχωρούν στη χώρα των Αντιβάσι: τους λόφους και τα δάση της κεντρικής και ανατολικής Ινδίας – Τζαρκάντ, Τσατισγκάρ και τα γύρω κρατίδια. Το 2004, τρεις μαοϊκές ομάδες συγχωνεύτηκαν στο ΚΚΙ (Μαοϊκό). Η Σαχ δίνει μια συναρπαστική περιγραφή των ιεραρχικών δομών των επιτροπών που δημιούργησε το «Κόμμα» σε αυτό το άγριο έδαφος: πολιτικό γραφείο, κεντρική επιτροπή, όργανα σε επίπεδο κρατιδίων, περιφέρειες, ζώνες και περιοχές. Η Νυχτερινή Πορεία ξεκινά με την παρουσία της σε ένα πενταετές συνέδριο των Μαοϊκών, κρυμμένο στα βάθη του Μπιχάρ: μια γιορτινή σκηνή-πόλη υψώνεται στην πλαγιά ενός λόφου, με κόκκινες σημαίες να κυματίζουν και εικόνες στολισμένες με κατιφέδες. (Από εδώ θα ξεκινήσει το μακρύ οδοιπορικό της επιστροφής στο Τζαρχάντ).

Όμως η άφιξη των Ναξαλιτών στις περιοχές των Αντιβάσι έφερε επίσης νέες εντάσεις και αντιφάσεις. Πρώτον, οι χωρικοί συχνά σήκωσαν το κύριο βάρος των επιχειρήσεων αντεπίθεσης, αν και η οργή που αυτές παρήγαγαν ήταν επίσης ένας ισχυρός μηχανισμός στρατολόγησης για τους μαοϊκούς. Δεύτερον, υπήρχε ο διφορούμενος χαρακτήρας αυτού που η Σαχ είχε ονομάσει νωρίτερα «εκβιασμούς προστασίας». Εδώ προσφέρει μια λεπτομερή ανάλυση της εμφάνισης και της πραγματικότητας της «διαφθοράς»: οι τρόποι με τους οποίους τα δημόσια αγαθά διοχετεύονται σε ιδιωτικό κέρδος, αλλά εξίσου και ο τρόπος με τον οποίο το ιδιωτικό κέρδος αναδιανέμεται. Έχοντας τεθεί εκτός νόμου ως τρομοκρατική ομάδα, και χωρίς εμπόριο ναρκωτικών ή ξένη χρηματοδότηση, οι Ναξαλίτες είχαν τρεις κύριες πηγές εσόδων: επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας όπως οι επιχειρήσεις εξόρυξης, η παράνομη οικονομία των δασικών προϊόντων και η μαύρη οικονομία γύρω από τα έργα ανάπτυξης κρατικών υποδομών. Η σχέση των μαοϊκών με τις εταιρείες εξόρυξης είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση: δεν είναι κατά της ανάπτυξης καθεαυτής, αλλά απαιτούν έναν «φόρο» από τους διαχειριστές σε αντάλλαγμα για να μην παρεμβαίνουν στις δραστηριότητές τους. Ένα σημαντικό επίτευγμα της Νυχτερινής Πορείας είναι ότι το μακροεπίπεδο της ινδικής οικονομίας και πολιτείας παραμένει στο προσκήνιο. Σε μια γεωγραφία ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης –που βαθαίνει με τον νεοφιλελεύθερο ανταγωνισμό και τον κατακερματισμό των υποεθνικών επαρχιών– ο σίδηρος που εξορύσσεται στο Τσατισγκάρ διοχετεύεται σε μορφή λάσπης για να διαμορφωθεί σε σφαιρίδια στο Άντρα Πραντές και στη συνέχεια να σφυρηλατηθεί σε χάλυβα στο Γκουτζαράτ. Υπό την προστασία των μαοϊκών, ο ίδιος ο αγωγός παραμένει άθικτος.

Για τον Γκιαντζί, τον διανοούμενο, οι σύντροφοι απλώς εισέπρατταν χρήματα που ήταν ούτως ή άλλως παράνομα, «ήδη κυκλοφορούσαν μέσω της διαφθοράς ή είχαν συσσωρευτεί με την εκμετάλλευση της εργασίας των φτωχών». Ωστόσο, η διαδικασία ενέπλεκε τους νεαρούς νεοσύλλεκτους Αντιβάσι στις διεφθαρμένες σχέσεις που οι μαοϊκοί ορκίστηκαν να ανατρέψουν, προσφέροντας μια ιδιότυπη μορφή κοινωνικής κινητικότητας. Νεαροί σαν τον Βίκας μπορούσαν να προσελκυστούν από τον τρόπο ζωής και τις φιλοδοξίες των εργολάβων των οποίων τους «φόρους» εισέπρατταν: SUV (Sport Utility Vehicle), smartphones, σοφτ πορνό. Ο Γκιαντζί εξέφρασε την ανησυχία του στην Σαχ για τη δημιουργία «τεράτων του Φρανκενστάιν». Το επόμενο βήμα για τους αποστάτες ήταν συχνά η είσοδος στην πολιτική, ο ταχύτερος τρόπος για να συσσωρεύσει κανείς εξουσία και κύρος, γεμίζοντας παράλληλα τις τσέπες του. Η Σαχ συναντά έναν νεαρό άνδρα από το Οραόν, ο οποίος σχεδιάζει να ξαναρχίσει τη ζωή του μετά από μια περίοδο φυλάκισης ως Ναξαλίτης, με το να συνεργαστεί με έναν τοπικό πολιτικό «με την ελπίδα ότι θα μπορούσε μια μέρα να κινητοποιήσει αρκετή υποστήριξη για να διεκδικήσει ο ίδιος μια έδρα». Μια ακόμη αντίφαση, την οποία η Σαχ δεν επισημαίνει, είναι ότι ο εδαφικός έλεγχος που είναι ζωτικής σημασίας για τις ροές εσόδων των μαοϊκών μπορεί επίσης να οδηγήσει σε άγρια επιθετικότητα (ferocious sectarianism) εναντίον άλλων δυνάμεων της αριστεράς.

Η Σαχ ασκεί δριμεία κριτική στη δογματική επιμονή των μαοϊκών ότι η Ινδία είναι μια «ημι-φεουδαρχική» κοινωνία, ένα από τα σημεία διαφοράς της με τον Γκιαντζί. Το συμπέρασμα είναι ότι οι Ναξαλίτες δεν μπορούν να αναλύσουν τις καπιταλιστικές σχέσεις στις οποίες παρασύρονται οι Αντιβάσι, είτε στα καμίνια τούβλων του ποταμού Χούγκλι είτε στους παρασιτικούς «φόρους» που εισπράττουν από τις πολυεθνικές εταιρείες εξόρυξης. Αυτό σημαίνει επίσης ότι αντιμετωπίζουν τον πολιτισμό των Αντιβάσι ως καθυστερημένο, προορισμένο να διαγραφεί από την ιστορική ανάπτυξη, αντί να εκτιμούν τις εξισωτικές του διαστάσεις. Η Νυχτερινή Πορεία είναι ένα ιδιαίτερα καλό βιβλίο στο να διερευνά τις έμφυλες πτυχές του μαοϊκού δόγματος, στη σύγκρουσή του με την αυτονομία των ιθαγενών. Όπως σημειώνει η Σαχ, οι διεθνείς αναπαραστάσεις έσπευσαν να εστιάσουν «στις δήθεν ενισχυτικές αλλαγές που επέφερε ο ανταρτοπόλεμος στις ζωές των γυναικών». (Με κάποια διάθεση χιούμορ, παραδέχεται ότι η εντυπωσιακή φωτογραφία του εξωφύλλου με τις ένοπλες γυναίκες Αντιβάσι έγινε κατόπιν αιτήματος του Απελευθερωτικού Μετώπου Γυναικών, οι οποίες ήθελαν να δουν τους εαυτούς τους να ποζάρουν με τα όπλα των ανδρών). Το 1967, ο πρώτος κεραυνός της «ανοιξιάτικης βροντής» στο Ναξαλμπάρι ήταν ένα βέλος που έριξε μια γυναίκα της φυλής με ένα μωρό δεμένο στην πλάτη της. Έκτοτε, πολλές γυναίκες πήραν τα όπλα μετά από παραστρατιωτικές επιθέσεις, όταν ολόκληρες κοινότητες έπρεπε να ενωθούν. Αλλά σε καθημερινή βάση, οι παραδοσιακοί καταμερισμοί εργασίας στο κίνημα εξακολουθούν να επικρατούν.

Υπάρχει επίσης ένα έμφυλο στοιχείο στα είδη της κοινωνικής κινητικότητας που παρείχαν οι Ναξαλίτες στην είσπραξη φόρων, συχνά συνοδευόμενο από «ένα νέο σύνολο αξιών της μεσαίας τάξης και της ανώτερης κάστας γύρω από τη θηλυκότητα και τον ανδρισμό», οι οποίες δεν σέβονταν την ανεξαρτησία και την αυτονομία των γυναικών Αντιβάσι. Οι εντάσεις στο Λαλγκαόν κορυφώθηκαν με αφορμή το ζήτημα του αλκοόλ. Η Μπινίτα, μια έφηβη μαοϊκή, έθεσε το σύνθημα: «Οι γυναίκες να βγουν μπροστά για να ενισχύσουν τον αγώνα κατά της πατριαρχίας: Απαγορεύστε την παραγωγή αλκοόλ», και άρχισε να ντροπιάζει δημοσίως ζυθοποιούς όπως η Σομουάρι, σπάζοντας τα πήλινα δοχεία τους – το τέλος της συμπάθειας της Σομουάρι προς το κίνημα. Στο συμπέρασμά της, η Σαχ αποκαλύπτει τις τύχες των πρωταγωνιστών: Ο Γκιαντζί βρίσκεται στη φυλακή, αντιμετωπίζοντας βασανιστήρια· ο Πρασιάντ σκοτώθηκε σε ενέδρα, περπατώντας τον ίδιο δρόμο που είχε ακολουθήσει η Σαχ· ο Βίκας έγινε μισθοφόρος, συνεργαζόμενος με τις δυνάμεις ασφαλείας και εκτελέστηκε από τους μαοϊκούς· η Σομουάρι είχε ενταχθεί σε μια ινδουιστική αίρεση. Το σχολείο του χωριού στο οποίο δίδασκε η Σαχ είχε καταληφθεί από μια τεράστια κρατική δύναμη ασφαλείας.

Από το 2007 έχει υπάρξει ένας κατακλυσμός αγγλόφωνων κειμένων σχετικά με τους μαοϊκούς της Ινδίας, πολλά από τα οποία συζητούνται στην προσεγμένη βιβλιογραφία της Σαχ (σχετικά με την πρώιμη ιστορία, το βιβλίο Στον απόηχο του Ναξαλμπάρι της Σουμάντα Μπανερτζί [Sumanta Banerjee, In the Wake of Naxalbari, 1980], που δημοσιεύτηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο ως India’s Simmering Revolution [Η υποβόσκουσα επανάσταση της Ινδίας], παραμένει κλασικό). Η Σαχ διακρίνει μια σειρά από είδη: μελέτες ασφάλειας, κριτική πολιτική ανάλυση, ρεπορτάζ, συχνά συμπαθητικό, εθνογραφική έρευνα, μυθιστορήματα και λογοτεχνία των Ναξαλιτών, κυρίως τις μεταθανάτιες συλλογές έργων της μαοϊκής φεμινίστριας Ανουράντα Γκάντι [Anuradha Ghandy] και του «Αζάντ» [“Azad”], ψευδώνυμο του Τσερουκούρι Ρατζκουμάρ [Cherukuri Rajkumar]. (Η Σαχ σημειώνει επίσης την επίσημη έκθεση της Επιτροπής Σχεδιασμού του 2008 σχετικά με την αναβίωση του μαοϊσμού, η οποία περιγράφει το πλαίσιο στερήσεων και αποκλεισμού στο οποίο ζουν οι Αντιβάσι και προτείνει μεταρρυθμίσεις όπως η επέκταση της αποκέντρωσης και της δημοκρατίας στα χωριά. Αλλά όπως λέει η Σαχ, παραφράζοντας τον Μάο, επικράτησε η «ανάπτυξη κάτω από την κάννη ενός όπλου», με επικεφαλής τον τότε υπουργό Εσωτερικών του Κογκρέσου Π. Τσινταμπαράμ [P. Chidambaram], ο οποίος είχε κάνει καριέρα ως δικηγόρος εταιρειών εξόρυξης).

Μεταξύ των πολιτικών αναλύσεων, η Σαχ ξεχωρίζει το έργο των Ανουράντα Τσενόι και Κεμάλ Τσενόι [Anuradha Chenoy, Kemal Chenoy], Νίρα Τσαντόκε [Neera Chandhoke], Γκαουτάμ Ναβλάχα [Gautam Navlakha] και Ατζάι Γκουνταβάρτι [Ajay Gudavarthy], μεγάλο μέρος του οποίου ασκεί σφοδρή κριτική στο ινδικό κράτος και συχνά δημοσιεύεται στο ανεξάρτητο ινδικό περιοδικό Economic & Political Weekly. Η εξαιρετική περιγραφική αφήγηση είναι το Το Φλεγόμενο Δάσος (2016) της Ναντίνι Σουντάρ [Nandini Sundar, The Burning Forest], που παρακολουθεί την αντεπίθεση στην περιοχή Μπαστάρ του Τσατισγκάρ. Το 2010, καθώς εντατικοποιούνταν η επιχείρηση «Πράσινο κυνήγι», οι μαοϊκοί προσκάλεσαν δημοσιογράφους και ακτιβιστές στη βάση τους στο Μπαστάρ, ανάμεσά τους και την Αρουντάτι Ρόι. Μετά τη δεκαήμερη επίσκεψή της, η Ρόι δημοσίευσε το “Περπατώντας με τους Συντρόφους”, μια δυναμική ποιητική περιγραφή που προσέλκυσε ευρεία διεθνή προσοχή. Πιο αντιπροσωπευτική είναι η άποψη του Νιρμαλάνγκσου Μουχέρτζι στο Οι Μαοϊκοί στην Ινδία: Φυλές υπό Πολιορκία [Nirmalangshu Mukherji, The Maoists in India: Tribals Under Siege] (2012)· οι Aντιβάσι είναι «παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο στρατούς», τους αντάρτες Ναξάλ και τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας, λες και είναι συγκρίσιμοι.

Μέσα σε αυτή την αξιοσημείωτη βιβλιογραφία, το βιβλίο της Σαχ ξεχωρίζει από πολλές απόψεις. Σε αντίθεση με άλλα έργα δημιουργικής μη μυθοπλασίας ή μακροσκελούς δημοσιογραφίας, η Νυχτερινή Πορεία εμβαθύνει στην ιστορία, την πολιτική και την ψυχολογία. Ο μηχανισμός του οδοιπορικού δραματοποιεί τα εννοιολογικά ερωτήματα που διακυβεύονται, τα οποία η Σαχ επεξεργάζεται στο μυαλό της καθώς περπατάει. Οι εικόνες και οι αφηγηματικές εντάσεις μεταφέρουν κοινωνικές διαδικασίες, σχέσεις και αντιφάσεις. Στο πλαίσιο του είδους της διαρκούς έρευνας από πρώτο χέρι, διερευνά τόσο τους Αντιβάσι όσο και τους Ναξάλ, παρέχοντας μια σύνθετη ανάγνωση, με έντονες αντιθέσεις των πολύπλευρων σχέσεων μεταξύ των δύο. Πάνω απ’ όλα, η Νυχτερινή Πορεία διακρίνεται από την εξέλιξη της εθνογραφικής έρευνας για την αξιοσημείωτη ηθικοπολιτική της διάσταση. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς οποιονδήποτε από τους μεγάλους ανθρωπολόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω να εμπλέκεται σε παθιασμένες πολιτικές συζητήσεις με τα υποκείμενά του σχετικά με την περιρρέουσα πολιτική οικονομία ή την αυτονομία των ιθαγενών γυναικών. Το ότι η Σάχ το κάνει αυτό οφείλεται πάνω απ’ όλα στο ότι αντιμετωπίζει τις ομάδες με τις οποίες ζει ως ισότιμα κοινωνικά και πολιτικά όντα. Δεν προβαίνει ούτε σε καταγγελία ούτε σε εξιδανίκευση, αλλά σε μια μελετημένη ανάλυση των «εμπειριών, των οραμάτων και των πράξεων» των ανθρώπων που συναντά, παρουσιάζοντας όχι μόνο αυτά που λένε, αλλά και αυτά που κάνουν. Το αποτέλεσμα είναι μια ισχυρή σύνθεση, ζεστή αλλά ποτέ άκριτη, ένα απόσταγμα της δικής της επιστήμης και των εμπειριών των υποκειμένων της, που βυθίζει τον αναγνώστη σε έναν κόσμο ζωής.

Αναπόφευκτα, η μελέτη ενός συγκεκριμένου πεδίου θα έχει τις αδυναμίες της. Γεμάτο με διορατικότητα στο μικρο- και μακρο-επίπεδο, η Νυχτερινή Πορεία παρακάμπτει ως επί το πλείστον το μεσαίο στρώμα της ινδικής κομματικής πολιτικής. Η σχέση των Ναξάλ με τους εθνικούς-εθνοτικούς απελευθερωτικούς αγώνες των εθνοτικών ομάδων στις περιοχές των Αντιβάσι μένει ασαφής. Οι μαοϊκοί που δημιούργησαν το προπύργιό τους στο Μπαστάρ είχαν αρχικά υποστηρίξει το κίνημα για την κρατική υπόσταση της Τελανγκάνα, ζητώντας τον διαχωρισμό της περιοχής από το μεγα-κρατίδιο Άντρα Πραντές. Το Τσατισγκάρ και το Τζαρχάντ δημιουργήθηκαν επίσης ως «φυλετικές πολιτείες» το 2000 από την κυβέρνηση υπό την ηγεσία του BJP [Bharatiya Janata Party]2. Είχαν υιοθετήσει μια μακροχρόνια αλλά κατακερματισμένη εκστρατεία για ένα αυτόνομο Τζαρχάντ κατά τη διάρκεια ενός εκλογικού ρεύματος στην περιοχή ως έναν τρόπο αποδυνάμωσης των περιφερειακών αντιπάλων στο Μπιχάρ, στην οποία βρήκαν κοινό σκοπό με το Τζαρχάντ Μούκτι Μόρτσα (Jharkhand Mukti Morcha, JMM / Απελευθερωτικιό Μέτωπο του Τζαχάρντ)3. Για μεγάλο μέρος της ύπαρξής του, το Τζαρχάντ ήταν ένα «αποτυχημένο κρατίδιο» με συχνή εναλλαγή μεταξύ του BJP, του JMM και της Προεδρικής κυβέρνησης. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από διάφορες οργανώσεις που αγωνίζονταν για δικαιώματα στη γη και τα δάση, συμπεριλαμβανομένων των μαοϊκών συνδικαλιστών στα ανθρακωρυχεία, και ο εκφυλισμός του JMM αποτελεί υλικό για αστυνομικά θρίλερ. Όπως σημειώνει η ίδια η Σαχ στο πρώτο της βιβλίο, η επέκταση των μαοϊκών στο χωριό της στηρίχθηκε σε ένα δίκτυο ατόμων που γνωρίζονταν μεταξύ τους από εκστρατείες του JMM. Μόλις βρέθηκε στην εξουσία, το JMM έδειξε σχετική συμπάθεια για το νέο κύμα εξέγερσης των Αντιβάσι, αλλά υποχώρησε κάτω από την πίεση του Κογκρέσου από το κέντρο και μια σειρά τρομακτικών σκανδάλων (δολοφονίες, συνωμοσίες, διαφθορά). Ένα καθεστώς BJP έχει σταθεροποιηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια σε ένα κοινοτικοποιημένο κοινωνικοπολιτικό τοπίο όπου οι διάφορες φυλετικές ομάδες σε όλα τα κόμματα μοιράζονται τις προκαθορισμένες έδρες. Εν τω μεταξύ, «καθώς ο κόσμος τους διαλύεται», οι θρησκευτικές αιρέσεις εισβάλλουν στις άλλοτε απομονωμένες κοινότητες των Αντιβάσι, για να φέρουν αυτούς τους «γνήσιους Ινδούς» στους κόλπους του ινδουιστικού κυρίαρχου ρεύματος – η μοίρα της Σομουάρι.

Ένας παράγοντας που διαφοροποιεί τον ινδικό μαοϊσμό από τα άλλα κινήματα που έχουν ξεπεράσει το θάνατο του πρωτοτύπου στην Κίνα –τον Νέο Λαϊκό Στρατό στις Φιλιππίνες, το EPL [Ejército Popular de Liberación / Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός] στην Κολομβία, παρατάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος του Νεπάλ– είναι ότι η Ινδία είναι μία από τις λίγες χώρες όπου και οι δύο κομμουνιστικές οικογένειες –η σταλινική και η μαοϊκή– έχουν αποτελέσει σημαντική πολιτική δύναμη. Όπως παρατήρησε ο Ατσίν Βανάικ [Achin Vanaik] στο τεύχος 70 του New Left Review, ο χαρακτήρας της ινδικής αριστεράς ανταποκρινόταν στον ιδιότυπο δυισμό της χώρας: οι μακροδομές της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συνυπάρχουν με εξαιρετικά βίαιες κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες, ιδίως στην ύπαιθρο· ταυτόχρονα, οι ανισότητες της καπιταλιστικής ανάπτυξης ενισχύουν απλώς τις ανθεκτικές προκαπιταλιστικές ιεραρχίες του συστήματος των καστών. Σε αυτό το πλαίσιο, η αριστερή πολιτική πολώθηκε μεταξύ των σταλινικών, που ήταν μέχρι τέλους προσηλωμένοι στον φιλελεύθερο εκλογικό χαρακτήρα, και των μαοϊκών, ένοπλων υπερασπιστών των φτωχότερων και πιο στερημένων. Οι δρόμοι τους δεν ήταν πουθενά πιο αντίθετοι από ό,τι στην πολιτεία της Δυτικής Βεγγάλης. Η εξέγερση των αγροτών του Ναξαλμπάρι το 1967 ήταν μια καμπή: το ΚΚΜ παρακολουθούσε αμέτοχο το κρατικό καθεστώς, του οποίου ήταν συνεργάτες σε συνασπισμό, να συντρίβει μια εξέγερση υπό την ηγεσία του δικού του μετώπου αγροτών. Από αυτή την προδοσία, ιδρύθηκε το ΚΚΙ (Μαρξιστές-Λενινιστές), το οποίο αφοσιώθηκε στη στρατηγική του μαοϊκού αντάρτικου. Τελικά, ήταν ένα αγροτικό μαζικό κίνημα που εκδίωξε το ΚΚΜ από την εξουσία στη Δυτική Βεγγάλη το 2011.

Το άνυδρο δυτικό οροπέδιο του κρατιδίου είναι μέρος της Φυλετικής Ζώνης της Ινδίας, όχι μακριά από το σημείο όπου διαδραματίζεται το βιβλίο της Σαχ, και αποτέλεσε σημείο ανάφλεξης περίπου την ίδια εποχή. Ο αγώνας για τον τερματισμό της αγροτικής φτώχειας είχε ουσιαστικά παραχωρηθεί στους μαοϊκούς από την κυρίαρχη αριστερά. Εκεί στο Λαλγκάρχ, οι μαοϊκοί συμμετείχαν σε κοινές πλατφόρμες κατά των κυβερνητικών εξώσεων και της καταστολής με το Κογκρέσο του Τριναμούλ, και μάλιστα κατέβασαν έναν από τους πολιτικούς τους κρατούμενους ως ανεξάρτητο υποψήφιο στις πολιτειακές εκλογές του 2011. Η ηγέτιδα του Κογκρέσου του Τριναμούλ, η Μαμάτα Μπανερτζί [Mamata Banerjee], σήμερα πρωθυπουργός της Δυτικής Βεγγάλης, είχε επιδείξει αλληλεγγύη όταν ήταν στην αντιπολίτευση, αλλά μέσα σε λίγους μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων της ο κύριος ηγέτης του μαοϊκού κινήματος, ο Κισέντζι [Kishenji], είχε δολοφονηθεί. Ενώ παρείχε κάποια κίνητρα, το κράτος δημιούργησε επίσης τοπικές ομάδες “επαγρύπνησης” και φυλάκισε περισσότερους ηγέτες. Σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, καθώς η κυβέρνηση Μόντι εντείνει τη συζήτηση για την «τρομοκρατική απειλή των μαοϊκών», η Νυχτερινή Πορεία αποτελεί μια σημαντική υπενθύμιση του τι διακυβεύεται.

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Kheya Bag, “Red Flags In The Forest”, New Left Review, τεύχος 118, Ιούλιος, Αύγουστος 2019, https://newleftreview.org/issues/ii118/articles/kheya-bag-red-flags-in-the-forest. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, 1 Ιουλίου 2019, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article60552.

 

 

Σημειώσεις

1 [Στ.Μ.:] «Δαμασκηνός»: Ο όρος χρησιμοποιείται για σημαντική στιγμή διορατικότητας, συνήθως αυτή που οδηγεί σε δραματικό μετασχηματισμό της στάσης ή των πεποιθήσεων. Από την αφήγηση της μεταστροφής του Αγίου Παύλου στον Χριστιανισμό ενώ ταξίδευε στη Δαμασκό για μια αποστολή (Πράξεις 9). LEXICO, https://www-lexico-com.translate.goog/definition/damascene?_x_tr_sl=en&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=sc

2 [Σ.τ.Μ.:] «Bharatiya Janata Party», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Bharatiya_Janata_Party

3 [Σ.τ.Μ.:] «Jharkhand Mukti Morcha», Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Jharkhand_Mukti_Morcha

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2022 12:19
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ανακοίνωση: Αλληλεγγύη στην εξέγερση στο Καζακστάν

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.