Κυριακή, 26 Ιουνίου 2022 12:32

Σρι Λάνκα: Το τέλος του εφιάλτη;

 

 

 

Rohini Hensman

 

Σρι Λάνκα: Το τέλος του εφιάλτη;

 

 

Δεν βρίσκομαι στη Σρι Λάνκα και νιώθω διχασμένη για όσα συμβαίνουν εκεί. Το έντονο άγχος για το πώς θα επιβιώσουν εκατομμύρια άνθρωποι από τις ελλείψεις τροφίμων, καυσίμων και φαρμάκων συγκρούεται με μια αχτίδα ελπίδας ότι αυτή η κρίση θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους ενός εφιάλτη δεκαετιών. Από τότε που η χώρα απέκτησε την Ανεξαρτησία της το 1948, διάφορα τμήματα του πληθυσμού έχουν στοχοποιηθεί από το κυβερνητικό μπλοκ: απειλούνται με απώλεια των σπιτιών τους, των μέσων διαβίωσης και συχνά της ζωής τους. Αντιστάθηκαν, αλλά κάθε τμήμα απομονώθηκε και συντρίφθηκε από ένα ολοένα και πιο συγκεντρωτικό και αδίστακτο κράτος. Τώρα, για πρώτη φορά, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού εξεγέρθηκε. Η κριτική στη δικτατορία είναι ευρέως διαδεδομένη και οι διαιρέσεις μεταξύ των εργαζομένων ίσως να αρχίσουν επιτέλους να επουλώνονται.

Δεν είναι εύκολο να ξεδιαλύνουμε τα διάφορα νήματα της μακροχρόνιας πολιτικής κρίσης της Σρι Λάνκα, αλλά επιτρέψτε μου να προσπαθήσω. Η ισότητα ενώπιον του νόμου –βασικό συστατικό κάθε δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος– δεν υποστηρίχθηκε ποτέ από την άρχουσα τάξη που ανέλαβε την εξουσία στην ανεξάρτητη Κεϋλάνη. Τα δύο κύρια κόμματα, το Ενωμένο Εθνικό Κόμμα (ΕΕΚ \ Εκσάθ Τζαθίκα Πακσάγια) και το Κόμμα Ελευθερίας της Σρι Λάνκα (ΚΕΣΛ / Σρι Λάνκα Νιντάχας Πακσάγια), υποστήριζαν αμφότερα τη «σινχαλο-βουδιστική» υπεροχή. Αυτό σήμαινε συνεχείς διακρίσεις κατά των εθνοθρησκευτικών μειονοτήτων, οι οποίες ξεκίνησαν αμέσως μετά την ανεξαρτησία, όταν το ΕΕΚ ψήφισε νομοθεσία με την οποία στερούσε το δικαίωμα ψήφου από περίπου ένα εκατομμύριο Ταμίλ με πρόσφατη ινδική καταγωγή και τους αφαίρεσε την υπηκοότητα. Οι περισσότεροι από τους θιγόμενους ήταν εργάτες φυτειών στην κεντρική περιοχή των λόφων, οι οποίοι ήταν ήδη απομονωμένοι από άλλα τμήματα της εργατικής τάξης λόγω του περιορισμού τους στις φυτείες.

Η επόμενη μεγάλη επίθεση στην ισότητα σημειώθηκε όταν το ΚΕΣΛ, με επικεφαλής τον Μπανταρανάικε (Σολομάν Βεστ Ριτζβέ Ντάγιας Μπανταραναγιάκα), ήρθε στην εξουσία το 1956 και ψήφισε τον νόμο περί επίσημης γλώσσας, ή αλλιώς «Νομοσχέδιο Μόνο για τη Σινχάλα». Ο νόμος έκανε διακρίσεις εις βάρος όλων των των ατόμων που μιλούσαν ταμίλ, ιδίως στην απασχόληση στον δημόσιο τομέα. Προκάλεσε μεγάλες διαμαρτυρίες, τις οποίες ακολούθησαν οι ταραχές κατά των Ταμίλ το 1958, στις οποίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο ακροδεξιοί βουδιστές μοναχοί, οι οποίοι δολοφόνησαν τον Μπανταρανάικε τον επόμενο χρόνο επειδή δεν προχώρησε αρκετά στη δίωξη των Ταμίλ. Την ηγεσία του ΚΕΣΛ ανέλαβε η χήρα του, η Σιριμάβο Μπανταρανάικε. Η γλώσσα ταμίλ υποβαθμίστηκε και τα αγγλικά έπαψαν να λειτουργούν ως γλώσσα-σύνδεσμος, σε μια σκόπιμη προσπάθεια να παρεμποδιστεί ο διάλογος μεταξύ των κοινοτήτων.

Σε τέτοια μέτρα αντιτάχθηκαν το τροτσκιστικό κόμμα Λάνκα Σάμα Σαμάτζα Πκσάγια (ΛΣΣΠ / Κόμμα της Ισότιμης Κοινωνίας της Λάνγκα) και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κεϋλάνης (αργότερα Κομμουνιστικό Κόμμα Σρι Λάνκα, ΚΚΣΛ [Σρι Λανκαβάρι Κομιγιουνίστ Πακσάγια]). Ωστόσο, από τη στιγμή που απέτυχαν να αποτρέψουν την επικύρωση των νόμων κατά των Ταμίλ, τα αριστερά κόμματα δεν συνέχισαν τον αγώνα κατά των διακρίσεων με την οικοδόμηση αλληλεγγύης μεταξύ των εργαζομένων από διαφορετικές γλωσσικές και θρησκευτικές ομάδες. Αντ’ αυτού, σχημάτισαν συμμαχία με το ΚΕΣΛ το 1964 και τα κόμματα ίδρυσαν από κοινού το Ενιαίο Μέτωπο (ΕΜ), το οποίο ανέβηκε στην εξουσία το 1970. Σε εκείνο το σημείο, μέλη με αρχές των αριστερών κομμάτων αποσχίστηκαν και οι σοσιαλιστές Ταμίλ έμειναν αποθαρρυμένοι από τη συνθηκολόγηση των ηγετών τους. Η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να φέρει σε πέρας τη δημοκρατική επανάσταση είχε διασπαστεί.

Μόλις ανέλαβε την εξουσία, το ΕΜ εθνικοποίησε τις φυτείες με τους Νόμους για την Αγροτική Μεταρρύθμιση του 1972 και του 1975. Ωστόσο, αντί να διανεμηθεί η γη στους Ταμίλ εργάτες –οι οποίοι εκδιώχθηκαν και αφέθηκαν να λιμοκτονήσουν– παραδόθηκε σε Σινχαλέζους υποστηρικτές της κυβέρνησης. Σε απάντηση, το Ενιαίο Απελευθερωτικό Μέτωπο Ταμίλ (TULF / Tamil United Liberation Front) ζήτησε τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ταμίλ Ιλάμ. Μαχητικές ομάδες, κυρίως οι Τίγρεις της Απελευθέρωσης του Ταμίλ Ιλάμ (LTTE / Liberation Tigers of Tamil Eelam)1, δημιουργήθηκαν για να αγωνιστούν για αυτόν τον στόχο. Το LTTE αρχικά προσέλκυσε ορισμένους Ταμίλ σοσιαλιστές που πίστευαν ότι διεξήγαγε έναν δίκαιο αγώνα για αυτοδιάθεση· αλλά, στην πραγματικότητα, η ομάδα ήταν πάντα προσηλωμένη στη δημιουργία ενός κράτους υπεροχής των Ταμίλ με εθνοκάθαρση και δολοφονίες Σινχαλέζων. Στοχοποιούσε ακόμη και τους Μουσουλμάνους που μιλούσαν ταμίλ στις βόρειες και ανατολικές επαρχίες, τις οποίες διεκδικούσε ως έδαφός της.

Παρά όλα τα προνόμια που δόθηκαν στη σιγχαλέζικη πλειοψηφία από το ΕΜ, η δυσαρέσκεια με το καθεστώς παρέμεινε ευρέως διαδεδομένη. Σημαντικά κέρδη στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και της εκπαίδευσης ακυρώθηκαν από τον πληθωρισμό και τις ελλείψεις τροφίμων. Το 1971, το Τζανάθα Βιμούκθι Περαμούνα (ΤζΒΠ ή Μέτωπο Απελευθέρωσης του Λαού), με επικεφαλής τον Ροχάνα Βιτζεβίρα, εξαπέλυσε ένοπλη εξέγερση για να ανατρέψει την κυβέρνηση – υποστηριζόμενο σε συντριπτικό βαθμό από νέους Σινχαλέζους για τους οποίους τα προβλήματα της ανεργίας και της φτώχειας δεν είχαν λυθεί από την πολιτική Μόνο Σινχάλα.

Παρά τον αυτοχαρακτηρισμό του ως «σύγχρονου μπολσεβίκου», οι επαναστατικοί ορίζοντες του Βιτζεβίρα περιορίστηκαν από μια άποψη υπεροχής των Σινχάλα, η οποία περιέγραφε τους Ταμίλ εργάτες των φυτειών ως απλά εργαλεία του ινδικού επεκτατισμού. Η εξέγερσή του ήταν ανίσχυρη να υπερβεί τις εθνοτικές γραμμές και τελικά καταπνίγηκε από την κυβέρνηση του ΕΜ μετά την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Παρ’ όλα αυτά, η αντιπάθεια προς το κυβερνών κόμμα παρέμεινε. Όταν διεξήχθησαν οι βουλευτικές εκλογές το 1977, το ΕΕΚ υπό την ηγεσία του Τζ. Ρ. Τζαγιαβαρντένε επέστρεψε στην εξουσία με 140 έδρες από τις 168. Χρησιμοποίησε αυτή την υπερ-πλειοψηφία για να θεσπίσει ένα νέο σύνταγμα και να χρίσει τον εαυτό του εκτελεστικό πρόεδρο – με σχεδόν απεριόριστες εξουσίες.

Η κυριαρχία των Σινχάλα εδραιώθηκε υπό τον Τζαγιαβαρντένε, με τα πογκρόμ κατά των Ταμίλ να σαρώνουν τη χώρα μόλις ένα μήνα μετά την εκλογή του. Ο νόμος του 1979 για την πρόληψη της τρομοκρατίας προκάλεσε τα βασανιστήρια, τις εξαφανίσεις και τις παράνομες δολοφονίες χιλιάδων Ταμίλ. Το 1981, σε ένα όργιο κρατικών εμπρησμών, βιασμών και λεηλασιών στη Τζάφνα, κάηκε η δημόσια βιβλιοθήκη με περίπου 95.000 βιβλία και αρχαία χειρόγραφα. Η βία στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα ανατολικά, τα νότια και την περιοχή των λόφων, με χιλιάδες Ταμίλ να εκδιώκονται από τα σπίτια τους και να τους ληστεύουν τα υπάρχοντά τους. Οι ακόμη πιο φρικτές σφαγές του 1983 εγκαινίασαν έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των LTTE και της κυβέρνησης, ο οποίος διήρκεσε περίπου 26 χρόνια.

Όλα αυτά διαιώνισαν την τάση που είχαν χαράξει οι προκάτοχοι του Τζαγιαβαρντένε. Αλλά αυτό που διέκρινε το καθεστώς του ήταν το καταστροφικό πρόγραμμα νεοφιλελευθεροποίησης και ο απροκάλυπτος αυταρχισμός του. Η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, τόσο αγροτικών όσο και βιομηχανικών, επλήγη από τις φθηνότερες εισαγωγές στη δεκαετία του 1980, ενώ η εισαγωγή ειδών πολυτελείας που προηγουμένως δεν ήταν διαθέσιμα στη Σρι Λάνκα αύξησε την αφαίμαξη του συναλλάγματος. Τα εμβάσματα από τους μετανάστες εργάτες, οι εξαγωγές τσαγιού, ο τουρισμός και οι νέες ξένες επενδύσεις απέτυχαν να καλύψουν το κενό, λόγω των γενναιόδωρων φοροαπαλλαγών και των εισαγωγών προϊόντων χωρίς δασμούς. Αυτό οδήγησε σε αυξανόμενη εξάρτηση από το εξωτερικό χρέος, θέτοντας τις βάσεις για την τρέχουσα οικονομική κρίση.

Εν τω μεταξύ, ο Τζαγιαβαρντένε προσπάθησε να συντρίψει κάθε διαφωνία και να εξαλείψει τη δημοκρατία. Η νεοσύστατη Τζαθίκα Σεβάκα Σανγκαμάγια (ΤζΣΣ) του χρησιμοποιήθηκε σε πογκρόμ κατά των Ταμίλ, καθώς και στη δολοφονία υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, δικαστών, συνδικαλιστών και απεργών εργατών, όλα με τη σύμπραξη της αστυνομίας. Η δεύτερη εξέγερση του ΤζΒΠ, που ξεκίνησε στα μέσα του 1987 και τελείωσε στα τέλη του 1989, όταν ο Βιτζεβίρα συνελήφθη και εκτελέστηκε, άφησε πίσω της περίπου 40.000-60.000 Σινχαλέζους που σφαγιάστηκαν μόνο εκείνη την περίοδο. Οι ομάδες θανάτου έβαλαν στο στόχαστρο τους αντιπάλους του Τζαγιαβαρντένε και του διαδόχου του Ρανασίνχα Πρεμαντάσα, συχνά τους απήγαγαν και τους βασάνιζαν μέχρι θανάτου. Ο Ρανίλ Βικρεμεσίνχε, ο σημερινός πρωθυπουργός της Σρι Λάνκα, ήταν υπουργός της κυβέρνησης καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο σημερινός πρόεδρος, Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα, ήταν διοικητής του στρατού. Και οι δύο εμπλέκονται στη μαζική δολοφονία τόσο των Ταμίλ όσο και των Σινχαλέζων.

Από εκείνη την περίοδο, η εκτελεστική προεδρία υπόκειται σε μια συνεχή διελκυστίνδα. Η κατάργησή της έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί ανέφικτη, επειδή τα δικαστήρια έχουν αποφανθεί ότι αυτό απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο και απόλυτη πλειοψηφία σε δημοψήφισμα. Ωστόσο, κατά καιρούς έχουν ψηφιστεί πιο μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό της εξουσίας της Προεδρίας. Υπό την προεδρία της Τσαντρίκα Κουμαρατούνγκα, από το 1994 έως το 2005, οι επιθέσεις κατά της δημοκρατίας μειώθηκαν και θεσμοθετήθηκε η 17η τροπολογία, με την οποία καταργήθηκε η δυνατότητα του προέδρου να διορίζει μονομερώς άτομα σε θεσμούς όπως η Εκλογική Επιτροπή και το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτή η προσωρινή πρόοδος αντιστράφηκε στη συνέχεια επί Μαχίντα Ραγιαπάκσα, καθώς οι υποστηριζόμενες από το κράτος ομάδες θανάτου αναβίωσαν για να στοχοποιήσουν αντιφρονούντες. Το 2009, οι LTTE ηττήθηκαν τελικά στην τρομακτική κορύφωση του εμφυλίου πολέμου, κατά την οποία εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν περίπου 40.000 άμαχοι Ταμίλ. Παράλληλα, μια 18η συνταγματική τροποποίηση ανέτρεψε τις μεταρρυθμίσεις της Κουμαρατούνγκα και κατήργησε το όριο των δύο θητειών της προεδρίας.

Ο Ρατζαπάκσα απέρριψε το αίτημα του ΟΗΕ για ανεξάρτητη έρευνα σχετικά με τις αναφορές για εγκλήματα πολέμου, παρουσιάζοντας το ως «αντιιμπεριαλιστική» θέση. Όμως, αν και η ρητορική του έπιασε τόπο σε ορισμένα μέλη του εκλογικού σώματος, έχασε την αξιοπιστία του συμβάλλοντας στην αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας – με νέους πιστωτές, μεταξύ των οποίων η κινεζική κυβέρνηση και ιδιώτες αγοραστές κρατικών ομολόγων. Με τη δημοτικότητά τους σε πτώση, ο πρόεδρος και ο αδελφός του Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα –ο οποίος, ως υπουργός Άμυνας, ήλεγχε τις μυστικές υπηρεσίες– προσπάθησαν να διασώσουν την καριέρα τους κατηγορώντας ως αποδιοπομπαίους τράγους τον μουσουλμανικό πληθυσμό. Χρηματοδότησαν ακροδεξιές ομάδες βουδιστών μοναχών, τις οποίες χρησιμοποίησαν για βίαιες επιθέσεις εναντίον Μουσουλμάνων, ενώ παράλληλα οργάνωσαν εκστρατεία ισλαμοφοβικής προπαγάνδας μέσω των ελεγχόμενων από το κράτος μέσων ενημέρωσης. Παρασκηνιακά, οι Ρατζαπάκσα χρηματοδότησαν επίσης ισλαμιστές μαχητές για να πολεμήσουν κατά των LTTE – οι οποίοι παρέμειναν στη μισθοδοσία της κυβέρνησης ως πληροφοριοδότες παρά τις αξιόπιστες πληροφορίες ότι είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί.

Ο Μαχίντα Ρατζαπάκσα καταψηφίστηκε το 2015, έχοντας αποξενώσει ένα μεγάλο τμήμα του σινχαλεζικού πληθυσμού με τον σκανδαλώδη νεποτισμό και τη διαφθορά του καθεστώτος του. Στη θέση του, οι εθνικές μειονότητες ψήφισαν έναν εύθραυστο συνασπισμό Καλής Διακυβέρνησης (Γιαχαπαλανάγια) μεταξύ του αντάρτη του ΚΕΣΛ Μαϊθριπάλα Σιρισένα και του Ρανίλ Βικρεμεσίνχε. Ο νέος συνασπισμός περιόρισε και πάλι τις εξουσίες του προέδρου και επανέφερε το όριο των δύο θητειών με την 19η τροπολογία. Αλλά και αυτός, επίσης, κατέρρευσε. Το τελικό χτύπημα στην αξιοπιστία του ήταν η τρομοκρατική επίθεση την Κυριακή του Πάσχα το 2019, κατά την οποία σκοτώθηκαν 269 άνθρωποι σε διάφορα σημεία της χώρας. Όπως αποδείχθηκε, οι βομβιστικές επιθέσεις διαπράχθηκαν από τους ίδιους ισλαμιστές που χρηματοδοτούσαν οι Ρατζαπάκσα. Μεταγενέστερες έρευνες αποκάλυψαν ότι κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Γιαχαπαλανάγια, τα μέλη της τρομοκρατικής ομάδας, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου Ζαχράν Χασίμ, συνέχισαν να πληρώνονται και να προστατεύονται από τη δίωξη από αξιωματούχους που παρέμειναν πιστοί στον Γκοταμπάγια. Αυτό συνέβαινε παρά τη διακήρυξη πίστης του Χασίμ στο ISIS και τις άφθονες αποδείξεις ότι οι οπαδοί του συγκέντρωναν όπλα και εκρηκτικά.

Όμως, παραδόξως, ήταν οι Ραγιαπάκσα που επωφελήθηκαν από τη σφαγή της Κυριακής του Πάσχα. Στον πανικό που προκλήθηκε, η κυβέρνηση αποδυναμώθηκε και ο Γκοταμπάγια μπόρεσε να οργανώσει μια αποτελεσματική προεδρική εκστρατεία, κατεβαίνοντας ως υποψήφιος «εθνικής ασφάλειας». Αργότερα εκείνο το έτος, ήρθε πρώτος στις εκλογές με 52% των ψήφων. Μια συμμαχία με επικεφαλής το νέο κόμμα του Ραγιαπάκσα, το Σρι Λάνκα Ποντουτζάνα Περαμούνα, κέρδισε επίσης τις βουλευτικές εκλογές με αρκετά μεγάλη πλειοψηφία για να περάσει την 20ή τροπολογία, αντιστρέφοντας την 19η. Ο Γκοταμπάγια προχώρησε στη στελέχωση του υπουργικού συμβουλίου με μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου του Μαχίντα, ο οποίος διορίστηκε πρωθυπουργός.

Μέχρι τότε η οικονομία βυθιζόταν ήδη κάτω από το εξωτερικό χρέος ύψους 51 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεγάλο μέρος του οποίου προέκυψε από τα έργα ματαιοδοξίας της οικογένειας και την ατελείωτη εκροή χρημάτων από τη χώρα. Οι φοροελαφρύνσεις του καθεστώτος Γκοταμπάγια κατέστησαν το χρέος μη βιώσιμο, ενώ η απαγόρευση των εισαγωγών χημικών λιπασμάτων εν μία νυκτί –που εφαρμόστηκε μπροστά στις διαμαρτυρίες των αγροτών– οδήγησε σε κολοσσιαία μείωση των αποδόσεων των καλλιεργειών. Καθώς τα συναλλαγματικά αποθέματα εξαντλήθηκαν, η εγχώρια παραγωγή τροφίμων και οι εξαγωγές έπεσαν κατακόρυφα, οδηγώντας σε κλιμάκωση της ανεργίας, εκτίναξη του πληθωρισμού στα ύψη, διακοπές ρεύματος και μεγάλες ουρές για την αγορά βασικών αγαθών.

Όλοι εκτός από τους πολύ πλούσιους έχουν πληγεί από αυτή την κατάρρευση. Οι εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους, οι αγρότες βρίσκονται σε κρίση και οι ψαράδες δεν έχουν καύσιμα για να λειτουργήσουν τις βάρκες τους. Ο καλπάζων πληθωρισμός έχει διαβρώσει τους μισθούς και οι γονείς λιμοκτονούν για να θρέψουν τα παιδιά τους. Έτσι, στις αρχές Μαρτίου του 2022, άνθρωποι όλων των ηλικιών, από όλες τις εθνικές κοινότητες, βγήκαν αυθόρμητα με αυτοσχέδια πλακάτ που έφεραν συνθήματα όπως «Να Φύγουν οι Ρατζαπάκσα». Ζήτησαν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, την άμεση παραίτηση του προέδρου και της κυβέρνησής του και τον τερματισμό της οικονομικής κακοδιαχείρισης.

Η κυβέρνηση αγνόησε αυτές τις αρχικές διαμαρτυρίες, αλλά στα τέλη Μαρτίου μια πιο μαχητική διαδήλωση κοντά στην κατοικία του Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα στο Κολόμπο αντιμετωπίστηκε με κανόνια νερού, δακρυγόνα και δεκάδες συλλήψεις. Ακολούθησε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, καθώς και απαγόρευση της κυκλοφορίας σε εθνικό επίπεδο και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή η σκληρή αντίδραση αναμενόταν να καταπνίξει την αναταραχή, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την εξαπλώσει. Ο πρόεδρος στη συνέχεια άλλαξε ρότα, προσπαθώντας να κατευνάσει τους διαδηλωτές ανακαλώντας τα αυταρχικά του μέτρα και αναγκάζοντας ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο (εκτός από τον Μαχίντα) να παραιτηθεί. Όμως οι διαδηλώσεις συνέχισαν τη δυναμική τους και στις 9 Απριλίου οι ακτιβιστές κατέλαβαν το Γκάλλε Φέις Γκριν: ένα πάρκο στο Κολόμπο απέναντι από το Προεδρικό Μέγαρο. Αυτή η πλέον εμβληματική τοποθεσία μετονομάστηκε σε «ΓκόταΓκοΓκάμα». Στα πλήθη προστέθηκε αντιπροσωπεία από 1.000 διαφορετικά συνδικάτα, τα οποία πραγματοποίησαν γενική απεργία –την πρώτη μετά από τέσσερις δεκαετίες– ζητώντας από την κυβέρνηση να παραιτηθεί.

Ένα μήνα αργότερα, φιλοκυβερνητικοί τραμπούκοι άρχισαν να πραγματοποιούν βίαιες επιθέσεις κατά των διαδηλώσεων. Ωστόσο, η αντίστασή τους ήταν τόσο ισχυρή που ο Μαχίντα αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί. Απομακρύνθηκε από το σπίτι του από τις δυνάμεις ασφαλείας, ενώ ο στρατός είχε αναπτυχθεί με εντολή να πυροβολεί όποιον βλέπει. Με τη διεθνή κριτική στην κυβέρνηση να αυξάνεται, ο Γκοταμπάγια τοποθέτησε τον Ρανίλ Βικρεμεσίνχε –τον ηγέτη του Ενωμένου Εθνικού Κόμματος– ως πρωθυπουργό στις 12 Μαΐου. Αλλά παρόλο που ο Βικρεμεσίνχε μπορεί να είναι αγαπητός στο ΔΝΤ, είναι βαθιά αντιπαθής στις μάζες. Η προτεινόμενη από αυτόν 21η τροπολογία έχει θεωρηθεί ευρέως ως προδοσία των αιτημάτων των διαδηλωτών, και η πρόσκλησή του σε ομάδες νεολαίας να συμμετέχουν σε κοινοβουλευτικές επιτροπές αντιμετωπίστηκε με τη σιωπή που της αξίζει.

Το ποσοστό υπέρ της κατάργησης της εκτελεστικής προεδρίας είναι σήμερα μικρότερο από εκείνο που ζητά την παραίτηση του Γκοταμπάγια, αλλά το αίτημα κερδίζει έδαφος. Αυτό δημιουργεί ένα άνοιγμα για τους ακτιβιστές, οι οποίοι μπορούν τώρα να πιέσουν για μια ευρύτερη διαδικασία πολιτικής αναδιάρθρωσης που θα μεταβιβάσει την εξουσία στις επαρχιακές και τοπικές κυβερνήσεις. Παρέχει επίσης χώρο για προοδευτικές λύσεις στην οικονομική κρίση της χώρας. Οι σοσιαλιστές οικονομολόγοι υποστηρίζουν εδώ και καιρό έναν δημόσιο λογιστικό έλεγχο που θα αποκηρύξει το παράνομο χρέος της Σρι Λάνκα, σε πείσμα του ΔΝΤ. Έχουν υποστηρίξει την εισαγωγή μόνο βασικών ειδών, όπως τρόφιμα και φάρμακα, και την καθιέρωση ενός δημόσιου συστήματος διανομής, ενθαρρύνοντας παράλληλα τους συνεταιριστικούς παραγωγούς και υπερασπιζόμενοι τη δημόσια ιδιοκτησία των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, της υγείας και της εκπαίδευσης.

Στο ΓκόταΓκοΓκάμα, Σινχαλέζοι και Ταμίλ φέρονται να έχουν γιορτάσει μαζί την Πρωτοχρονιά και διάφορες θρησκευτικές ομάδες έχουν μοιραστεί το σπάσιμο της νηστείας κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού. Εν τω μεταξύ, στο νότο, οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά για να θρηνήσουν τους Ταμίλ που σκοτώθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο. Τέτοιες εξελίξεις υποδηλώνουν χαλάρωση των εθνοτικών και θρησκευτικών εντάσεων, παρά τις προσπάθειες του Ρατζάπακσα να τις υποδαυλίσει. Όταν έπαιρνα συνεντεύξεις για το βιβλίο μου του 1993, Ταξίδι χωρίς προορισμό [Journey Without a Destination], η συντριπτική πλειοψηφία των Ταμίλ και των μουσουλμάνων προσφύγων και εκτοπισμένων ήταν εντυπωσιακά απαλλαγμένοι από εθνοτικό μίσος, παρά τα όσα είχαν υποστεί. Άκουσα πολυάριθμες ιστορίες για Σινχαλέζους φίλους, γείτονες, συναδέλφους, ακόμη και εντελώς αγνώστους που έσωζαν τη ζωή σε Ταμίλ. Συνάντησα επίσης προκατάληψη, ιδίως μεταξύ των Σινχαλέζων, η οποία όμως απορρέει από τη βαθιά άγνοια που γεννά η πολιτική «Μόνο Σινχάλα», καθώς και από την καταστολή των αντίθετων φωνών και την αμείλικτη παραπληροφόρηση στα μέσα ενημέρωσης. Όταν όμως η εμπειρία έρχονταν σε αντίθεση με την προπαγάνδα, οι άνθρωποι ήταν συχνά πρόθυμοι να ξανασκεφτούν. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Ίσως, αν η κατακερματισμένη αριστερά της Σρι Λάνκα μπορέσει να αξιοποιήσει αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης, η οικονομική καταστροφή μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια δημοκρατική επανάσταση.

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Rohini Hensman, “Sri Lanka: Nightmare’s End?”, New Left Review, 13 Ιουνίου 2022, https://newleftreview.org/sidecar/posts/nightmares-end?pc=1448. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article62963.

 

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] “Tamil Eelam”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Tamil_Eelam. “Tamil United Liberation Front”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Tamil_United_Liberation_Front. “Liberation Tigers of Tamil Eelam”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Liberation_Tigers_of_Tamil_Eelam.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Ιουνίου 2022 12:35

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.