Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2022 12:15

Ο ξεσηκωμός στη Σρι Λάνκα

 

 

Ahilan Kadirgamar

 

Ο ξεσηκωμός στη Σρι Λάνκα

 

 

Η Σρι Λάνκα περνάει τη χειρότερη οικονομική και πολιτική κρίση της στα 75 σχεδόν χρόνια ανεξαρτησίας της. Με σχεδόν άδεια τα συναλλαγματικά αποθέματα, τις αποπληρωμές του χρέους να αυξάνονται συνεχώς και την αξία της ρουπίας να καταρρέει, οι ηγέτες της χώρας έχουν αναγκαστεί να προσφύγουν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Για τους απλούς ανθρώπους υπάρχουν ελλείψεις σε όλα τα είδη βασικών αγαθών, τακτικές διακοπές ρεύματος που μπορεί να διαρκέσουν πάνω από 12 ώρες και τεράστιες αυξήσεις στις τιμές – συμπεριλαμβανομένων των βασικών τροφίμων και των φαρμάκων.

Οι καθημερινές διαμαρτυρίες με στόχο το καθεστώς του προέδρου Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα και ολόκληρη τη δυναστεία της οικογένειας της οποίας ηγείται, ξεκίνησαν μεταξύ των μεσαίων τάξεων με το δημοφιλές χάσταγκ #gotamustgo. Τώρα έχουν εξαπλωθεί και περιλαμβάνουν μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και των φτωχών. Το κράτος το βλέπει αυτό ως ιδιαίτερη απειλή και έχει εντείνει την καταστολή, χρησιμοποιώντας ένοπλους αστυνομικούς για να διαλύσουν ακόμη και ειρηνικές διαδηλώσεις και να πυροβολήσουν με αληθινά πυρά όσους αρνούνται να εγκαταλείψουν τους δρόμους. Στις αρχές Μαΐου, ο πρωθυπουργός Μαχίντα Ρατζαπάκσα, ο οποίος είναι επίσης αδελφός του Γκοταμπάγια, αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά από μια ημέρα βίας που άφησε πίσω της πέντε νεκρούς και είχε ως αποτέλεσμα εκτεταμένες επιθέσεις σε ιδιοκτησίες που συνδέονται με το κυβερνών κόμμα. Πυροβολισμοί έπεσαν μέσα από την επίσημη κατοικία του, καθώς χιλιάδες διαδηλωτές αψήφησαν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και την απαγόρευση κυκλοφορίας της αστυνομίας για να παραβιάσουν την κεντρική πύλη και να πυρπολήσουν ένα σταθμευμένο φορτηγό. Σε ένα ξεχωριστό συμβάν, ένας βουλευτής πυροβόλησε δύο άτομα, σκοτώνοντας έναν 27χρονο, ενώ αργότερα βρέθηκε και ο ίδιος νεκρός. Το κύμα διαδηλώσεων οδήγησε τον πρώην πρωθυπουργό Ρανίλ Βικρεμεσίνγκε να περιγράψει το κίνημα ως παρόμοιο με την «αραβική άνοιξη». Καθώς η αναταραχή άρχισε να εντείνεται τον Απρίλιο, δήλωσε: «Δεν έχω ξαναδεί τέτοιου είδους σκηνές. Έχω δει ταραχές, έχω δει μάχες και έχω δει απεργίες. Αυτό είναι διαφορετικό. Είναι μια έκρηξη οργής και πόνου... Όλο το σύστημα καταρρέει».1

Ο Βικρεμεσίνγκε, που επέστρεψε τώρα ως πρωθυπουργός για την πέμπτη θητεία του, προσπαθεί απεγνωσμένα να συγκροτήσει ένα υπουργικό συμβούλιο που θα μπορούσε να αντέξει το επόμενο κύμα κρίσης -ένα κύμα που σίγουρα θα προκύψει από ένα νέο γύρο λιτότητας που θα υπαγορεύεται από τις απαιτήσεις του ΔΝΤ και της Κεντρικής Τράπεζας της Σρι Λάνκα. Όμως τα περισσότερα πολιτικά κόμματα γνωρίζουν καλά ότι το κίνημα διαμαρτυρίας δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον κύκλο του και επιθυμούν να αποφύγουν να στιγματιστούν με την ένταξή τους στη νέα κυβέρνηση. Υπάρχει επίσης το ερώτημα του τι θα γίνει με τον τελευταίο εναπομείναντα Ρατζαπάκσα –τον πρόεδρο– ο οποίος, κατά τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, είναι εντελώς αποδυναμωμένος αλλά παραμένει στη θέση του.

Ο Yuri Prasad πήρε συνέντευξη από τον Ahilan Kadirgamar στα τέλη Απριλίου 2022. Ο Kadirgamar είναι ανώτερος λέκτορας κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τζάφνα στη Σρι Λάνκα και πρόσφατα ορίστηκε ως ένας από τους εθνικούς αντιπροέδρους της Ομοσπονδίας Συλλόγων Καθηγητών Πανεπιστημίων.2

 

 

 

Yuri Prasad: Μπορείτε να περιγράψετε την πολιτική και οικονομική κρίση στη Σρι Λάνκα και το κίνημα διαμαρτυρίας που έχει ξεσηκωθεί ως απάντηση;

Ahilan Kadirgamar: Χιλιάδες άνθρωποι διαδηλώνουν καθημερινά στους δρόμους, κυρίως ενάντια στην οικονομική τους ανέχεια, αλλά και για να αντιταχθούν στο κυβερνών καθεστώς Ρατζαπάκσα. Η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, και αυτό είναι το πρώτο πράγμα που έχουν στο μυαλό τους οι άνθρωποι καθώς αυτές οι διαμαρτυρίες αυξάνονται. Επί του παρόντος, υπάρχουν ελλείψεις στα περισσότερα βασικά αγαθά – τα πάντα, από τα καύσιμα μέχρι τα τρόφιμα και το γάλα σε σκόνη, τελειώνουν και οι εισαγωγές επηρεάζονται σε τεράστιο βαθμό. Μαζί με αυτό, οι μισθοί των ανθρώπων μειώνονται – ιδίως όσοι παίρνουν ημερομίσθιο υποφέρουν.

Ο εκτεταμένος χαρακτήρας των διαδηλώσεων και το συναίσθημα που επικρατεί μεταξύ του λαού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κατάσταση πριν από δυόμισι χρόνια, όταν ο Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα κέρδισε τις προεδρικές εκλογές με σαρωτική νίκη τον Νοέμβριο του 2019. Σήμερα, είναι πλήρως απονομιμοποιημένος και αντιμετωπίζει ένα ενιαίο, λαϊκό αίτημα ότι ολόκληρη η δυναστεία Ρατζαπάκσα πρέπει να «πάει σπίτι της!». Έχει αυτή την ενεργητικότητα και το συναίσθημα που χαρακτήριζε την Αραβική Άνοιξη. Αλλά, φυσικά, αυτό εγείρει ερωτήματα για εμάς. Πόσο οργανωμένο είναι αυτό το συναίσθημα; Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει πέρα από το αίτημα για την απομάκρυνση των Ρατζαπάκσα; Και τι θα ακολουθήσει μετά από αυτό;

Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ο Ρατζαπάκσα κέρδισε τις εκλογές, ενίσχυσε τη θέση του. Στρατιωτικοποίησε τη δημόσια διοίκηση διορίζοντας πρώην στρατηγούς για να την διευθύνουν και διόρισε τους επιλεγμένους από τον ίδιο γραμματείς σε διάφορα υπουργεία. Παρά την πανδημία Covid-19, το καθεστώς προχώρησε στις βουλευτικές εκλογές του 2020 και κινητοποίησε την κοινωνική του βάση, χρησιμοποιώντας έντονη αντιμουσουλμανική ρητορική. Αφού κέρδισε αυτές τις εκλογές, προσπάθησε στη συνέχεια να εδραιώσει περαιτέρω την εξουσία του προέδρου. Η Σρι Λάνκα έχει ήδη μια πολύ ισχυρή εκτελεστική προεδρία, αλλά ο Ρατζαπάκσα έφερε μια συνταγματική τροποποίηση που επεκτείνει την εξουσία του χρησιμοποιώντας την πλειοψηφία των δύο τρίτων στο κοινοβούλιο. Η επόμενη σοβαρή κίνησή τους ήταν το νομοσχέδιο για την πόλη-λιμάνι του Κολόμπο, το οποίο αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας δημιουργίας ενός χρηματοπιστωτικού κέντρου για υπεράκτιες τραπεζικές συναλλαγές κ.λπ. Αυτού του είδους η χρηματιστικοποίηση αποτέλεσε μεγάλο μέρος της ατζέντας του καθεστώτος.

Ωστόσο, καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου ενάμιση έτους της θητείας του Ρατζαπάκσα, η αντίσταση είχε ήδη αυξηθεί, τροφοδοτούμενη από την απόφαση της κυβέρνησης να αγνοήσει πλήρως τα βάσανα του λαού. Η πανδημία μας χτύπησε τέσσερις ή πέντε μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ρατζαπάκσα. Αν κοιτάξετε τα στοιχεία για το 2020, η Σρι Λάνκα δαπάνησε περίπου μόλις το 0,8% του ΑΕΠ της για την αντιμετώπιση του Covid-19, παρά το γεγονός ότι πολλές άλλες χώρες της Νότιας Ασίας δαπανούν κάπου μεταξύ 1,5 και 2,5%. Ο λαός είχε παραμεληθεί. Υπήρχε ένας αυξανόμενος αριθμός σιωπηλών διαμαρτυριών∙ οι περισσότεροι άνθρωποι δεν εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους, αλλά μπορούσες να αισθανθείς ότι δεν ήταν ευχαριστημένοι με την κυβέρνηση. Κατά καιρούς, ακόμη και ο στρατός, ο οποίος είχε αναλάβει την παράδοση εμβολίων και την εφαρμογή αποκλεισμών κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της κρίσης, αντιμετώπισε την οργή στις αγροτικές περιοχές. Η ένταση αυξανόταν στην κοινωνία και τελικά εξερράγη όταν η κυβέρνηση προσπάθησε να περάσει το νομοσχέδιο για το Πανεπιστήμιο Εθνικής Άμυνας της Κοτελαουάλα. Στη Σρι Λάνκα όλα τα πανεπιστήμια είναι κρατικά, αλλά το νομοσχέδιο αυτό θα εισήγαγε ένα στρατιωτικό πανεπιστήμιο με πληρωμή διδάκτρων, απειλώντας έτσι τόσο με στρατιωτικοποίηση όσο και με ιδιωτικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το συνδικάτο των εκπαιδευτικών πρωτοστάτησε στην εναντίωση στη νέα νομοθεσία και άλλα συνδικάτα προσχώρησαν στον αγώνα. Η δύναμη της αντιπολίτευσης ήταν τόσο μεγάλη που η κυβέρνηση εγκατέλειψε το νομοσχέδιο, παρόλο που θα μπορούσε να το είχε περάσει χρησιμοποιώντας την απλή πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο. Έτσι, διάφοροι παράγοντες είχαν δημιουργήσει ένα κύμα αποτελεσματικής κοινωνικής αντιπολίτευσης προς το καθεστώς. Πριν από περίπου οκτώ μήνες, είχε γίνει σαφές ότι η κυβέρνηση είχε απονομιμοποιηθεί, και έτσι η ηγεσία προσπάθησε να αντιδράσει με ανασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου.

Δυστυχώς, οι σχολιαστές στη Σρι Λάνκα σήμερα κοιτάζουν πίσω μόνο τους δύο τελευταίους μήνες διαμαρτυρίας και όχι περισσότερο. Ωστόσο, θα έλεγα ότι η διάθεση έχει αυξηθεί εδώ και αρκετό καιρό. Σιγά-σιγά ο κόσμος συμμετείχε στις διαμαρτυρίες, και η μεσαία τάξη άρχισε επίσης να συμμετέχει. Αυτή είναι μια μεγάλη αλλαγή, διότι οι μεσαίες τάξεις της Σρι Λάνκα σπάνια διαμαρτύρονται. Στην πραγματικότητα, συνήθως διαμαρτύρονται για τους φοιτητές και άλλες ομάδες που διαμαρτύρονται, κατηγορώντας τους ότι διαταράσσουν την κυκλοφορία και ούτω καθεξής. Όμως οι ελλείψεις σε ζωτικά αγαθά έφεραν τους ανθρώπους της μεσαίας τάξης στο προσκήνιο. Λόγω του ευρέως διαδεδομένου χαρακτήρα του κινήματος, άλλες ομάδες ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, αισθάνονται ενθαρρυμένοι να διαδηλώσουν κι αυτές.

Μέχρι πριν από λίγους μήνες, τα συνδικάτα δεν είχαν αναλάβει πραγματικά ηγετικό ρόλο, οπότε συμμετείχε κυρίως η νεολαία, και οι διαμαρτυρίες ήταν κάπως άσκοπες πέρα από το δημοφιλές αίτημα «Φύγε Γκότα!». Ωστόσο, τις τελευταίες εβδομάδες, τα συνδικάτα άρχισαν να εμπλέκονται κανονικά. Την Πέμπτη 28 Απριλίου, πάνω από 1.000 συνδικάτα προχώρησαν σε απεργία. Οι φετινές διαμαρτυρίες της Πρωτομαγιάς αποτελούν μια δοκιμή δύναμης για τα συνδικάτα, και γίνεται λόγος για μια μεγάλη απεργία, παρόμοια με γενική απεργία, στις 6 Μαΐου. Όλα αυτά δείχνουν ότι το εργατικό κίνημα παρεμβαίνει και στηρίζει τη νεολαία.

Η είσοδος των συνδικάτων θα μπορούσε να δώσει στο κίνημα μεγαλύτερο βαθμό εστίασης, σταθερότητας και κατεύθυνσης. Η ανησυχία μου είναι ότι, αν οι διαδηλώσεις δεν έχουν σαφές όραμα και στρατηγική, υπάρχει ο κίνδυνος να καπελωθούν από διάφορες δυνάμεις. Ένα βασικό ερώτημα για εμάς είναι, τι θα γίνει αν πετύχουμε και ο Γκότα φύγει; Τι θα ακολουθήσει μετά από αυτό; Τα συνδικάτα έχουν έναν απολύτως κρίσιμο ρόλο στην αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος.

 

Yuri Prasad: Οι εργάτες φυτειών, οι εργάτες γης και οι αγρότες συμμετέχουν κι αυτοί στο κίνημα αυτή τη στιγμή;

Ahilan Kadirgamar: Επισήμως, όχι ακόμη. Μέχρι στιγμής, ο αγώνας γίνεται στις αστικές περιοχές και νομίζω ότι μέρος της αιτίας γι’ αυτό είναι ότι οι αγρότες και οι αλιευτικές κοινότητες θέλουν ένα όραμα για το πώς θα αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που τους απασχολούν. Αυτό δεν υπάρχει ακόμη. Αυτό είναι άλλο ένα παράδειγμα της αποσύνδεσης μεταξύ του πολιτικού αιτήματος –«Φύγε Γκότα!»– και της σκέψης του κινήματος σχετικά με το είδος της οικονομικής πορείας που απαιτείται. Αυτή η αποσύνδεση είναι ένα αρκετά σοβαρό πρόβλημα, δεδομένου ότι η ενεργητικότητα του κινήματος πηγάζει από την οικονομική κρίση. Οι περισσότεροι από αυτούς που βρίσκονται στο τιμόνι της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, όπως τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης, τάσσονται υπέρ της συνέχισης του ίδιου δρόμου με τους Ρατζάπακσας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τις διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ σχετικά με μια δανειακή σύμβαση και τα μέτρα λιτότητας του ΔΝΤ, τα οποία έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει κριτική για το πού οδηγούμαστε οικονομικά, ακόμη και από τα συνδικάτα.

 

Yuri Prasad: Υπάρχει κάποιο σημάδι μιας αναδυόμενης ηγεσίας μέσα στο κίνημα;

Ahilan Kadirgamar: Δεν είναι μόνο οι Ρατζαπάκσα που έχουν απαξιωθεί – είναι στην πραγματικότητα ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι διαδηλωτές ζήτησαν από τους πολιτικούς να μην έρθουν στις κεντρικές τοποθεσίες διαδηλώσεων. Ταυτόχρονα, τα πολιτικά κόμματα κινητοποιούν την κοινωνική τους βάση. Τόσο το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης, το Σαμάγκι Τζάνα Μπαλαβεγκάγια (Ενωμένη Λαϊκή Δύναμη), όσο και το ακροαριστερό Τζανάθα Βιμούκθι Περαμούνα (JVP – Μέτωπο Απελευθέρωσης του Λαού) έχουν οργανώσει μεγάλες διαδηλώσεις τους τελευταίους μήνες. Και οι δύο προετοιμάζονται για εκλογές στο μέλλον. Αλλά δεν υπάρχει σαφής ηγεσία για το κίνημα διαμαρτυρίας του δρόμου, εν μέρει επειδή αντιπροσωπεύει τη συνάντηση διαφορετικών δυνάμεων.

Η Αριστερά σήμερα συγκεντρώνεται κυρίως στα συνδικάτα, επειδή τα «αριστερά» πολιτικά κόμματα έχουν απαξιωθεί λόγω της σχέσης τους με τους Ρατζαπάκσα. Σε αυτά περιλαμβάνονται το Λάνκα Σάμα Πάρτι (Κόμμα Ίσης Κοινωνίας της Σρι Λάνκα) και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σρι Λάνκα. Υπάρχει μια ισχυρή αριστερά μεταξύ των φοιτητών, ιδιαίτερα γύρω από το Μετωπικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο αποσχίστηκε από το JVP πριν από περίπου μια δεκαετία. Οι φοιτητές ήταν πάντα μαχητικοί, και αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Σρι Λάνκα εξακολουθεί να έχει δωρεάν παιδεία, και πρόσφατα οργάνωσαν μια πολύ σοβαρή διαμαρτυρία που περικύκλωσε το σπίτι του πρωθυπουργού. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν αιτήματα και σαφή πορεία προς τα εμπρός και επίσης απέτυχαν να παρουσιάσουν το είδος του προγράμματος που απαιτείται για τον τερματισμό της κρίσης.

 

Yuri Prasad: Τι γίνεται με την εθνοτική σύνθεση των διαδηλώσεων; Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που υπήρξε πολυεθνικό κίνημα διαμαρτυρίας στη Σρι Λάνκα. Αυτό συμβαίνει τώρα; Οι διαδηλώσεις συγκεντρώνουν την πλειοψηφία του πληθυσμού των Σινχαλέζων, την καταπιεσμένη κοινότητα των Ταμίλ και άλλες εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες;

Ahilan Kadirgamar: Στο Κολόμπο, η κοινότητα των Σινχαλέζων αποτελεί την πλειοψηφία των διαδηλώσεων, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένου του μεγέθους της εκεί. Ωστόσο, βλέπουμε επίσης έναν πολύ σημαντικό αριθμό Μουσουλμάνων που συμμετέχουν. Αυτό είναι σημαντικό επειδή οι Μουσουλμάνοι έχουν παρουσιαστεί ως ο εχθρός στη Σρι Λάνκα την τελευταία δεκαετία. Έχουμε δει άγριο ισλαμοφοβικό λόγο, καθώς και φυσικές επιθέσεις και ακόμη και πογκρόμ εναντίον Μουσουλμάνων. Έτσι, το να βγουν έξω, να συμμετάσχουν στις διαμαρτυρίες και να συνεργαστούν με τους Σινχαλέζους είναι πολύ σημαντικό.

Ορισμένοι νέοι Ταμίλ του Χιλλ Κάντρι από τις φυτείες τσαγιού στην κεντρική Σρι Λάνκα έχουν επίσης ενταχθεί στο κίνημα. Οι Ταμίλ του Χιλλ Κάντρι κατάγονται από τους μισθωτούς εργάτες που μεταφέρθηκαν από την Ινδία τους τελευταίους δύο αιώνες. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες μεταξύ της κοινότητας των Ταμίλ της Σρι Λάνκα, συμπεριλαμβανομένων των βόρειων περιοχών της χώρας, ήταν πιο υποτονικές. Υπάρχουν αιτίες γι’ αυτό. Πρώτον, οι περιοχές αυτές έχουν γνωρίσει υψηλό βαθμό στρατιωτικοποίησης μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του κράτους της Σρι Λάνκα και των αυτονομιστών Τίγρεων της Απελευθέρωσης του Ταμίλ Ιλάμ το 2009, οπότε μόνο τα πιο οργανωμένα τμήματα της κοινωνίας διαμαρτύρονται. Δεύτερον, οι εθνικιστές Ταμίλ που κυριαρχούν στην πολιτεία των Ταμίλ ανησυχούν για τα κινήματα με εθνική και πολυεθνική ατζέντα, επειδή ανέκαθεν θεωρούσαν την πολιτική των Ταμίλ ξεχωριστή από τις πανεθνικές ανησυχίες. Έτσι, οι εθνικιστές πολιτικοί των Ταμίλ ζητούν από τον κόσμο να μην συμμετέχει σε διαδηλώσεις. Έτσι, η χαμηλότερη συμμετοχή μεταξύ των Ταμίλ είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας των ανθρώπων από τον πόλεμο και της επακόλουθης απροθυμίας τους να συμμετάσχουν σε διαδηλώσεις, καθώς και των ιδεολογικών θέσεων του εθνικισμού των Ταμίλ. Ωστόσο, αυτό μπορεί τώρα να αλλάξει. Για παράδειγμα, ο χώρος εργασίας μου, το Πανεπιστήμιο της Τζάφνα, βρίσκεται σε μια πόλη με πλειοψηφία Ταμίλ, αλλά ο σύλλογος καθηγητών μας και το μη ακαδημαϊκό προσωπικό πραγματοποίησαν διαμαρτυρία. Καθώς η κρίση κορυφώνεται, είναι πιθανό να υπάρξει μεγαλύτερη συμμετοχή στις βόρειες περιοχές της χώρας.

 

Yuri Prasad: Πώς αντιδρά η άρχουσα τάξη απέναντι στο κίνημα;

Ahilan Kadirgamar: Το καθεστώς Ρατζαπάκσα στηριζόταν πάντα στην κοινωνική του βάση –τους Σινχαλέζους εθνικιστές βουδιστές και τους πρώην στρατιωτικούς– αλλά προσπάθησε επίσης να ενισχυθεί με τη συμμαχία του με τα αριστερά κόμματα και τη συνδιαλλαγή με τα συνδικάτα. Τώρα, αυτή η βάση έχει διαρραγεί και το καθεστώς είναι πολύ νευρικό. Κάτι παρόμοιο συνέβη κατά την προηγούμενη θητεία τους στην εξουσία μεταξύ 2010 και 2015, όταν οι διαμαρτυρίες των συνδικάτων άρχισαν να αυξάνονται. Ήξεραν τότε ότι αν προσπαθούσαν να συντρίψουν τις διαδηλώσεις, θα αντιμετώπιζαν μια πολύ μεγαλύτερη κοινωνική αντίδραση. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι Ρατζαπάκσα είναι σήμερα πολύ προσεκτικοί. Γνωρίζουν ότι το κλίμα στη χώρα απαιτεί να διωχθούν για διαφθορά, και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο δεν θα παραιτηθούν. Γνωρίζουν επίσης ότι δεν έχουν πλέον την υποστήριξη του κρατικού μηχανισμού.

Η άρχουσα τάξη γενικότερα –η επιχειρηματική ελίτ και ούτω καθεξής– γίνεται σιγά σιγά πιο επικριτική απέναντι στους Ρατζαπάκσα, αλλά η Σρι Λάνκα δεν διαθέτει μια ισχυρή και ανεξάρτητη καπιταλιστική τάξη όπως αυτή, για παράδειγμα, στην Ινδία. Η κυρίαρχη τάξη της Σρι Λάνκα είναι σε μεγάλο βαθμό μια καπιταλιστική τάξη των κομπραδόρων, η οποία ποτέ δεν πήρε πραγματικά τον πλήρη έλεγχο της κρατικής εξουσίας για την εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων. Αντ’ αυτού, πάντα απλά διαπραγματεύονταν με όποιον βρίσκεται στην εξουσία. Αυτό δεν αποτελεί πραγματικά πρόβλημα γι’ αυτούς αυτή τη στιγμή, επειδή συμφωνούν με τις οικονομικές πολιτικές που ακολουθεί η κυβέρνηση και με την προτεινόμενη συμφωνία με το ΔΝΤ. Ωστόσο, αν οι διαδηλώσεις πάρουν μια πιο ριζοσπαστική από οικονομική άποψη στροφή και εγείρουν αιτήματα που θα αμφισβητήσουν τα συμφέροντά τους, τότε θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε αν είναι πρόθυμοι να δεχτούν, για παράδειγμα, βελτίωση της κοινωνικής πρόνοιας.

 

Yuri Prasad: Υπάρχουν προηγούμενα στην ιστορία της Σρι Λάνκα για την κλίμακα του σημερινού κινήματος;

Ahilan Kadirgamar: Ένας ιστορικός παραλληλισμός με το σημερινό κίνημα στη Σρι Λάνκα είναι το μεγάλο «χαρτάλ» του 1953 –μια λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μαζικές απεργίες και διαμαρτυρίες πολιτικής ανυπακοής στην ινδική υποήπειρο– το οποίο έλαβε χώρα λίγα χρόνια μετά την ανεξαρτησία από τους Βρετανούς και στο τέλος του πολέμου της Κορέας. Ο πόλεμος είχε οδηγήσει σε έκρηξη των τιμών του καουτσούκ, ωφελώντας σημαντικά τη βιομηχανία καουτσούκ της Σρι Λάνκα και επιτρέποντας στη χώρα να εισάγει τρόφιμα, που ήταν η κύρια εισαγωγή μας εκείνη την εποχή. Όμως, με το τέλος του πολέμου, η Σρι Λάνκα περιήλθε σε πολύ σοβαρή κρίση του ισοζυγίου πληρωμών, παρόμοια με αυτή που βιώνουμε τώρα. Η Παγκόσμια Τράπεζα και η κεντρική τράπεζα της Σρι Λάνκα συνέστησαν και οι δύο στην κυβέρνηση να μειώσει την επιδότηση του ρυζιού, πράγμα που έκανε, και οι τιμές σχεδόν τριπλασιάστηκαν εν μία νυκτί από 25 σε 70 σεντς ανά μερίδα. Αυτό οδήγησε στο μεγαλύτερο ίσως κίνημα διαμαρτυρίας στην ιστορία της Σρι Λάνκα. Το υπουργικό συμβούλιο φοβήθηκε τόσο πολύ που αναγκάστηκε να συνεδριάσει πάνω σε ένα βρετανικό πολεμικό πλοίο. Ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε, θέτοντας σε κίνηση μια πολιτική και οικονομική στροφή που απομάκρυνε τη χώρα από τη Δύση και την έστρεψε προς το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Εκείνη την εποχή, η Σρι Λάνκα παρήγαγε μόνο το 25 τοις εκατό του δικού της ρυζιού, το οποίο είναι το βασικό διατροφικό προϊόν, αλλά η κρίση ανάγκασε σύντομα την κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική. Τα επόμενα 25 χρόνια, η Σρι Λάνκα έγινε κατά 90% αυτάρκης σε ρύζι, παρόλο που ο πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία κατά την περίοδο αυτή.

 

Yuri Prasad: Έχετε πει ότι οι διαδηλώσεις θα μπορούσαν να επεκταθούν και να συμπεριλάβουν περισσότερους εργαζόμενους και συνδικάτα, επομένως να γίνουν ενδεχομένως πιο ριζοσπαστικές. Υπάρχει κίνδυνος το καθεστώς να στραφεί στη σκληρή δεξιά ή στο στρατό για να επαναφέρει τον έλεγχό του στην κατάσταση;

Ahilan Kadirgamar: Νομίζω ότι βρισκόμαστε τώρα σε μια μακρά και παρατεταμένη κρίση και οι πολιτικές αλλαγές μπορεί επίσης να είναι μακρές και παρατεταμένες. Η ανησυχία μου είναι ότι μπορεί να δούμε μια στροφή προς τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση, της οποίας οι πολιτικές είναι επίσης πολύ νεοφιλελεύθερες. Εάν επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τον λαό, μπορεί να δούμε μια στροφή προς την εθνικιστική δεξιά σε ένα ή δύο χρόνια. Αυτή τη φορά μπορεί να μην είναι οι Ρατζαπάκσα που θα ανέβουν στην κορυφή, αλλά κάποιος άλλος λαϊκιστής ή φασίστας δημαγωγός που θα μπορούσε να κινητοποιήσει τον στρατό και άλλους σοβινιστικούς πολιτικούς παράγοντες.

 

Yuri Prasad: Ποιες πιστεύετε ότι θα είναι οι πιθανές επιπτώσεις της συμφωνίας με το ΔΝΤ; Θα φέρει ένα νέο κύμα λιτότητας;

Ahilan Kadirgamar: Ένα νέο κύμα λιτότητας έχει ήδη ξεκινήσει. Ένα παράδειγμα αυτού είναι το αίτημα του ΔΝΤ να εισαχθεί η ρουπία της Σρι Λάνκα στο χρηματιστήριο, όπως και έγινε. Αυτό προκάλεσε μια σημαντική υποτίμηση από περίπου 200 ρουπίες προς το δολάριο σε περίπου 350 τώρα. Η επακόλουθη αύξηση του κόστους των εισαγωγών μετακυλήθηκε στον καταναλωτή. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τιμές της βενζίνης έχουν διπλασιαστεί, η τιμή του ψωμιού έχει διπλασιαστεί, και η τιμή του υγραερίου μαγειρέματος έχει σχεδόν τριπλασιαστεί. Το ΔΝΤ ζήτησε να ελεγχθεί ο πληθωρισμός με την αύξηση των επιτοκίων, κάτι που η κυβέρνηση έκανε – τα υπερδιπλασίασε στο 14% τον τελευταίο ενάμιση μήνα και με τον τρόπο αυτό περιόρισε τις πιστώσεις που είναι διαθέσιμες στους αγρότες. Το περιουσιακό στοιχείο έκτακτης ανάγκης τόσο για τον αγροτικό πληθυσμό όσο και για την εργατική τάξη των πόλεων είναι τα χρυσά κοσμήματά τους, και τα επιτόκια για την ενεχυρίαση αγαθών έχουν αυξηθεί στο 25 τοις εκατό. Έτσι, θα υπάρξει μεγάλης κλίμακας εκποίηση με τους ανθρώπους να μην μπορούν να καλλιεργήσουν και να χάσουν τα κοσμήματά τους που έχουν βάλει ενέχυρο. Η κυβέρνηση είναι πολύ ξεκάθαρη ότι θέλει να ισοσκελίσει τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω περικοπών στις δαπάνες και μέσω φόρων, κάτι που πιθανότατα θα σημαίνει αύξηση των έμμεσων φόρων, συμπεριλαμβανομένων των φόρων στην αγορά, όπως ο ΦΠΑ. Αυτό θα επιβαρύνει και πάλι περισσότερο τους εργαζόμενους και τους φτωχούς. Ο δρόμος έχει ήδη χαραχθεί· ο υπουργός Οικονομικών έχει στείλει εγκυκλίους ζητώντας από όλα τα κυβερνητικά τμήματα να σταματήσουν αμέσως κάθε είδους δημόσια έργα και να περικόψουν τις επιδοτήσεις όπου είναι δυνατόν.

 

Yuri Prasad: Τι γίνεται με την αντιπαλότητα μεταξύ της Κίνας και της Ινδίας για την οικονομική κυριαρχία στη Σρι Λάνκα;

Ahilan Kadirgamar: Κατά την τελευταία δεκαετία η Σρι Λάνκα υπήρξε πιόνι σε ένα γεωπολιτικό παιχνίδι και, ως εκ τούτου, νομίζω ότι είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου την προοπτική της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας. Πολλοί αναδεικνύουν την Ινδία και την Κίνα ως τους κύριους εξωτερικούς παράγοντες στη Σρι Λάνκα, αλλά θα υποστήριζα ότι η Δύση είναι ένας εξίσου σημαντικός παίκτης. Ναι, υπήρξαν μεγάλης κλίμακας κινεζικές επενδύσεις, και υπήρξαν επίσης ινδικές επενδύσεις. Επιπλέον, η γεωπολιτική εξελίσσεται κυρίως μέσω της οικονομικής επιρροής. Ωστόσο, οι διεθνείς κεφαλαιαγορές έχουν παίξει παρόμοιο ρόλο στην παγίδευση της Σρι Λάνκα σε ένα πλέγμα εμπορικού δανεισμού. Περίπου το 60-70% των εξαγωγών μας κατευθύνονται στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, και αυτό δίνει στη Δύση μοχλό πίεσης, ιδίως λόγω των προνομιακών εμπορικών συμφωνιών της. Πολλοί συστημικοί σχολιαστές συνεχίζουν να μιλούν για μια «κινεζική παγίδα χρέους», αλλά αν κοιτάξετε το εξωτερικό χρέος της Σρι Λάνκα, θα διαπιστώσετε ότι μόνο το 10 τοις εκατό αυτού οφείλεται στην Κίνα. Αντίστοιχα, περίπου το 10 τοις εκατό του χρέους οφείλεται στην Ιαπωνία. Ωστόσο, το 40 τοις εκατό του εξωτερικού χρέους της Σρι Λάνκα είναι κρατικά ομόλογα που έχουν δανειστεί από τις παγκόσμιες κεφαλαιαγορές. Έτσι, θα έλεγα ότι υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που δρουν – η Δύση και οι χρηματοπιστωτικές αγορές της, η Ινδία και η Κίνα. Φυσικά, αυτή η γεωπολιτική αντιπαλότητα δεν είναι κάτι καινούργιο. Η Σρι Λάνκα πάντα εντός μιας περιοχής που αποτελεί την περίμετρο ασφαλείας της Ινδίας. Όταν η Σρι Λάνκα ανταγωνιζόταν την Ινδία, αντιμετώπιζε προβλήματα∙ ένα τέτοιο παράδειγμα έλαβε χώρα στα πρώτα στάδια της εθνοτικής σύγκρουσης στη Σρι Λάνκα, όταν η Ινδία υποστήριξε ενεργά τους μαχητές Ταμίλ.

Ο ρόλος της Κίνας είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν πριν από μερικές δεκαετίες. Η επιρροή της προέρχεται κυρίως μέσω επενδύσεων σε μεγάλα έργα υποδομής. Ο Μαχίντα Ραγιαπάκσα, κατά τη διάρκεια της προεδρικής του θητείας από το 2010 έως το 2015, κατάφερε να δημιουργήσει υψηλά επίπεδα ανάπτυξης με εισροές κινεζικού και δυτικού κεφαλαίου.

Η Ινδία δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει την κλίμακα της προθυμίας της Κίνας να επενδύσει, αλλά κατά το τελευταίο έτος έχει εντείνει τις προσπάθειές της με τη διευθέτηση νομισματικών ανταλλαγών και πιστωτικών γραμμών για εισαγωγές, σχεδόν ισοφαρίζοντας αυτό που έκανε η Κίνα. Στην πορεία, η Ινδία κέρδισε τη συγκατάθεση της κυβέρνησης της Σρι Λάνκα για επενδύσεις από ινδικές επιχειρήσεις. Η απονομιμοποίηση των Ρατζάπακσα έφερε την Κίνα σε δύσκολη θέση επειδή ήταν τόσο κοντά τους. Η Ινδία, ωστόσο, διατήρησε τις επιλογές της ανοικτές, όντας έτοιμη να συνεργαστεί είτε με τους Ρατζάπακσα είτε με την αντιπολίτευση. Συνεπώς, η Ινδία μπορεί να βρεθεί σε ισχυρότερη θέση από την Κίνα σε σχέση με τη Σρι Λάνκα.

Η συμφωνία με το ΔΝΤ ενισχύει τη θέση της Δύσης και η Κίνα έχει εκφράσει κάποια δυσαρέσκεια για την πορεία της Σρι Λάνκα προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι η αναδιάρθρωση του χρέους θα περιλαμβάνει και κινεζικό χρέος και θα συνεπάγεται ότι η Κίνα θα χάσει μέρος του κεφαλαίου της στη διαδικασία. Έτσι, η κατάσταση εξακολουθεί να είναι ρευστή, ιδίως επειδή δεν μπορούμε να δούμε μια ασφαλή προσγείωση από αυτή την οικονομική κρίση. Ο κόσμος υποθέτει ότι με κάποιο τρόπο μια συμφωνία με το ΔΝΤ θα επαναφέρει τα πάντα στην κανονικότητα σε περίπου έξι μήνες. Αλλά η κλίμακα της κρίσης και οι παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες είναι τέτοιες που νομίζω ότι θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για τη Σρι Λάνκα να επιστρέψει εκεί που ήταν και να συνεχίσει τον εμπορικό δανεισμό ώστε να μπορέσει να μετακυλίσει το χρέος της. Νομίζω ότι εξετάζουμε σενάρια στα οποία θα εξακολουθούμε να σκοντάφτουμε μέσα σε αυτή την οικονομική κρίση για πέντε έως δέκα χρόνια. Το πώς θα εξελιχθεί η γεωπολιτική στη Σρι Λάνκα θα είναι επίσης μια πολύ άνιση και απρόβλεπτη διαδικασία.

Η κυρίαρχη αφήγηση που προέρχεται από τους συστημικούς, νεοκλασικούς οικονομολόγους είναι ότι όλα αυτά ξεκίνησαν με τη μείωση των φόρων από τον Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα μετά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές. Επικεντρώνονται στο δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο διογκώθηκε μετά τις φορολογικές περικοπές του που τέθηκαν σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2019. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια κρίση που συνδέεται με το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο και αυξάνεται εδώ και αρκετό καιρό. Θα έλεγα ότι αυτό ανάγεται στην οικονομική φιλελευθεροποίηση και στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Οι υποστηρικτές του πίεζαν για την απελευθέρωση του εμπορίου και τη μετατρεψιμότητα λογαριασμού κεφαλαίων (capital account convertibility), γεγονός που κατέστησε τη Σρι Λάνκα περισσότερο εξαρτημένη από την παγκόσμια οικονομία τόσο από την άποψη του εμπορίου όσο και της χρηματοδότησης.3 Περάσαμε από δύο συμφωνίες με το ΔΝΤ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, με τη Σρι Λάνκα να απομακρύνεται από το Κίνημα των Αδεσμεύτων και να κινείται προς την τροχιά των ΗΠΑ. Αυτό ώθησε τη χώρα προς ένα οικονομικό μοντέλο προσανατολισμένο στις εξαγωγές με ζώνες ελεύθερου εμπορίου κ.λπ.

 

Yuri Prasad: Λέτε ότι κατά τη διάρκεια δύο προηγούμενων οικονομικών και πολιτικών κρίσεων η ελίτ προσπάθησε να ενισχύσει τον εθνοτικό διχασμό στο εσωτερικό της Σρι Λάνκα. Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος τώρα και ποια είναι η εναλλακτική λύση;

Ahilan Kadirgamar: Ναι, είναι ένας κίνδυνος, αλλά όχι άμεσος. Παρ’ όλα αυτά, αν αυτή η τρέχουσα κρίση δεν αντιμετωπιστεί προσφέροντας ανακούφιση στο λαό, μπορεί όντως να προκύψει ένα πιο διχαστικό καθεστώς. Υπάρχει ο κίνδυνος η ελίτ να δημιουργήσει αποδιοπομπαίους τράγους για την κρίση, όπως συνέβη μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου το 2009, όταν έγινε τεράστια ιδεολογική δουλειά για να δημιουργηθεί ένα λαϊκιστικό αντιμουσουλμανικό συναίσθημα μεταξύ των Σινχαλέζων. Αυτό βασίστηκε στον ισλαμοφοβικό λόγο που είχε διογκωθεί παγκοσμίως, και έχει συνδέσεις με ό,τι συνέβη στη Μιανμάρ και τον ινδουιστικό σοβινισμό στην Ινδία. Εκείνη την εποχή, οι Μουσουλμάνοι παρουσιάστηκαν ως η αιτία της οικονομικής κρίσης στη Σρι Λάνκα.

Νομίζω ότι πολλά εξαρτώνται από το ρόλο που θα διαδραματίσουν τα συνδικάτα, ιδίως δεδομένης της απουσίας ενός πολιτικού κινήματος με προοδευτικό όραμα. Στο παρελθόν, η Σρι Λάνκα ήταν σε θέση να αναδείξει νέες ηγεσίες αρκετά γρήγορα σε ορισμένες στιγμές, βασιζόμενη στις σχέσεις μεταξύ των συνδικάτων, της εργατικής τάξης, των αγροτών και των ψαράδων.

Υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε με την πολύ συγκεντρωτική κρατική δομή μας. Υπάρχουν συζητήσεις για την κατάργηση της εκτελεστικής προεδρίας – άλλωστε, αν αυτή η κρίση πρόκειται να είναι μακρά και παρατεταμένη, είναι προς το συμφέρον των εργαζομένων να αγωνιστούν για περισσότερη αποκέντρωση και αποκέντρωση της εξουσίας. Εν μέσω αυτής της κρίσης, αυτού του είδους οι πολιτικές αλλαγές θα ήταν σημαντικές για να βοηθήσουν στη διατήρηση του κινήματος. Θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποτροπή ενός άλλου καθεστώτος που θα χρησιμοποιούσε την κρίση για να καταλάβει την εξουσία και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει τη συγκεντρωμένη δύναμη του κράτους για να συντρίψει το λαϊκό κίνημα.

Κατά τη διάρκεια τέτοιου είδους κρίσεων, η Σρι Λάνκα έχει μια ιστορία αλλαγής του κράτους όχι μόνο όσον αφορά την κατασταλτική του δύναμη, αλλά και όσον αφορά την κοινωνική πρόνοια και τα κοινωνικά δικαιώματα. Έτσι, στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, περάσαμε μια σοβαρή οικονομική κρίση που άνοιξε το δρόμο για πολιτικές δωρεάν εκπαίδευσης, δωρεάν υγειονομικής περίθαλψης και επιδοτήσεων τροφίμων. Ένα βασικό αίτημα τώρα θα μπορούσε να είναι να αντιστραφούν οι τελευταίες τέσσερις δεκαετίες νεοφιλελεύθερων πολιτικών και αυξανόμενης ανισότητας μέσω της κοινωνικής πρόνοιας, της φορολόγησης του πλούτου και της αναδιανομής. Η κλίμακα της σημερινής κρίσης είναι τέτοια που μπορεί να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στην πολιτική οικονομία της Σρι Λάνκα.

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Ahilan Kadirgamar, “Interview: rising up in Sri Lanka”, International Socialism, τεύχος 175, καλοκαίρι 2022, ηλεκτρονική δημοσίευση: 15 Ιουνίου 2022, http://isj.org.uk/rising-up-sri-lanka/.

 

Ο Ahilan Kadirgamar είναι λέκτορας κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τζάφνα στη Σρι Λάνκα και πρόσφατα διορίστηκε ως ένας από τους εθνικούς αντιπροέδρους της Ομοσπονδίας Συλλόγων Καθηγητών Πανεπιστημίων.

 

 

 

Σημειώσεις

1 Βλ.: Padma Rao Sundarji, “Ongoing protests are an ‘Arab Spring’ for Sri Lanka: Ranil Wickremesinghe, former PM of Sri Lanka”, Times of India, 3 Απριλίου 2022, https://timesofindia.indiatimes.com/world/south-asia/ongoing-protests-are-an-arab-spring-for-sri-lanka-exclusive-interview-with-former-pm-of-sri-lanka-ranil-wickremesinghe/articleshow/90625513.cms.

2 Για περισσότερα από τον Kadirgamar, βλ.: Devaka Gunawardena, Ahilan Kadirgamar, “The Political Economy of the Crisis in Sri Lanka”, Economic and Political Weekly, τόμος 57, τεύχος 18, 30 Απριλίου 2022, www.epw.in/journal/2022/18/perspectives/political-economy-crisis-sri-lanka.html.

3 Η μετατρεψιμότητα του λογαριασμού κεφαλαίων είναι η ικανότητα των επενδυτών να πραγματοποιούν συναλλαγές που ανταλλάσσουν το τοπικό νόμισμα με ξένο νόμισμα και περιουσιακά στοιχεία. Μια τέτοια πολιτική επιτρέπει την απεριόριστη εκροή κεφαλαίων. Η Ινδία έχει επί του παρόντος μόνο μια μερικώς μετατρέψιμη πολιτική του λογαριασμού κεφαλαίων, πράγμα που σημαίνει ότι το ποσό του νομίσματος και των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να αγοράσουν οι Ινδοί επενδυτές είναι περιορισμένο.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 07 Ιουλίου 2022 12:31

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.