Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2022 22:50

Ο αγώνας ενάντια στην καταπίεση των καστών είναι ένα ζωτικό πεδίο μάχης για την ινδική δημοκρατία- Prachi Patankar

Γυναίκες από διάφορες οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων των κοινοτήτων των φυλών και των Νταλίτ, συγκεντρώνονται

για να λάβουν μέρος σε διαδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, 2020. (Rudhransh Sharma / SOPA Images / LightRocket μέσω Getty Images)

Prachi Patankar

Ο αγώνας ενάντια στην καταπίεση των καστών είναι ένα ζωτικό πεδίο μάχης για την ινδική δημοκρατία

Μετάφραση: elaliberta.gr

Η Πράτσι Πατανκάρ είναι συγγραφέας και ακτιβίστρια που γεννήθηκε στη Μαχαράστρα της Ινδίας. Το έργο της έχει δημοσιευτεί από το Al Jazeera, τον Guardian και πολλές άλλες εκδόσεις.

Εδώ και πολλές γενιές, οι Νταλίτ της Ινδίας και άλλες καταπιεσμένες ομάδες αγωνίζονται για ίσα δικαιώματα ενάντια στην κυριαρχία των ανώτερων κάστων. Η ιστορία των θαρραλέων αγώνων τους μπορεί να εμπνεύσει την αντίσταση ενάντια στην καταπίεση της Χιντούτβα του Ναρέντρα Μόντι σήμερα.

Καθώς συμπληρώνει το εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ανεξαρτησίας της, η Ινδία βιώνει μια αυταρχική στροφή που έχει διαρρήξει τις θεμελιώδεις αρχές της χώρας για κοσμική πολυμορφία και δημοκρατία. Από τότε που ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι και το κόμμα του, της ινδουιστικής υπεροχής Μπαρατίγια Τζανάτα (BJP / Bharatiya Janata Party), ανέβηκαν στην εξουσία το 2014, παρατηρήθηκε αύξηση της βίας λόγω θρησκείας και κάστας, σε συνδυασμό με κρατική καταστολή κατά των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των διανοουμένων και των δημοσιογράφων.

Με το ακροδεξιό κίνημα Χιντούτβα να επεκτείνει την εμβέλειά του σε πολλούς κλάδους της κρατικής εξουσίας, το BJP επιδιώκει να μετατρέψει την Ινδία σε μια «Χιντού Ράστρα» – ένα κράτος θρησκευτικής υπεροχής. Έχοντας ήδη προωθήσει τις απροκάλυπτες διακρίσεις και υποκινήσει θανατηφόρες ταραχές, ορισμένοι ηγέτες της Χιντούτβα έχουν υποστηρίξει ακόμη και τη δολοφονία εκατομμυρίων Μουσουλμάνων, γεγονός που σήμανε συναγερμό στους ειδικούς που ασχολούνται σε παγκόσμιο επίπεδο με τη γενοκτονία.

Ταυτόχρονα, στην Ινδία υπήρξε επίσης ένα εμπνευσμένο κύμα λαϊκών κινημάτων που αμφισβήτησαν τις πολιτικές του BJP, οι οποίες στοχοποιούν την ιθαγένεια των Μουσουλμάνων πολιτών της Ινδίας, απειλούν τα δικαιώματα των κοινοτήτων που υφίστανται καταπίεση λόγω κάστας και καταπατούν τα μέσα διαβίωσης των αγροτών. Καθώς διανύουμε τη δεκαετία του 2020, οι μνήμες και τα διδάγματα των προηγούμενων εποχών αντηχούν σε κάθε γενιά, δίνοντάς μας πολύτιμες πηγές σοφίας και ελπίδας.

Γενιές αγώνων

Οι προηγούμενες γενιές αγωνίστηκαν κι αυτές ενάντια στον αυταρχισμό της εποχής τους. Ο παππούς μου, Μπαμπουτζί Πατανκάρ, ήταν ηγέτης του μαχητικού αντιαποικιακού κινήματος στη δεκαετία του 1940, ο οποίος κρύφτηκε για να αποφύγει τη σύλληψη. Ο πατέρας μου, ο Μπαράτ Πατανκάρ, ένας οργανωτής του εργατικού κινήματος και κατά των καστών, αναγκάστηκε επίσης να κρυφτεί κατά τη διάρκεια της «Emergency» - (Έκτακτης Ανάγκης) της δεκαετίας του 1970 που κήρυξε η πρωθυπουργός Ίντιρα Γκάντι. 

Το 1942, οι ηγέτες του αντιαποικιακού κινήματος Quit India (Φύγετε από την Ινδία) ξεκίνησαν ένα κίνημα εναντίον του βρετανικού Raj (κράτους), εμπνέοντας εκατομμύρια απλούς ανθρώπους να κινητοποιηθούν σε όλα τα σημερινά κράτη της Ινδίας, του Πακιστάν και του Μπαγκλαντές. Αυτό το ιστορικό μαζικό κίνημα πήρε μια σειρά από μη βίαιες και μαχητικές μορφές, με ορισμένες πτέρυγες να διεξάγουν ένοπλη αυτοάμυνα και ανταρτοπόλεμο.

Ένα βασικό μέτωπο ήταν το μαζικό Πράτι Σαρκάρ στο σημερινό ινδικό κρατίδιο Μαχαράστρα. Αυτή η «παράλληλη κυβέρνηση» πολέμησε τη βρετανική κυριαρχία, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε εναλλακτικούς θεσμούς για την καταπολέμηση των αδικιών εντός της κοινωνίας της Νότιας Ασίας. Σε αυτά περιλαμβάνονταν τα nyayadan mandals ή λαϊκά δικαστήρια, για την καταπολέμηση των διακρίσεων και τη διευθέτηση των διαφορών γης.

Το Πράτι Σαρκάρ δεν ήταν μόνο ένα αντιαποικιακό εγχείρημα. Ήταν μια διαθρησκευτική, κατά της εκμετάλλευσης και κατά της κάστας δύναμη, της οποίας οι λαϊκοί συμμετέχοντες ονειρεύονταν την ελευθερία με τρόπο που θα επεκτεινόταν πέρα από την ανεξαρτησία από τη Βρετανία. Στο επίκεντρο τους βρίσκονταν οι αγρότες και οι εργάτες, οι καταπιεσμένες λόγω κάστας κοινότητες Ντάλιτ και Μπαχουτζάν και οι γυναίκες – οι οποίες θα αποτελούσαν όλες πλειοψηφικές εκλογικές ομάδες στη νέα δημοκρατία, με την καθεμία να επιδιώκει την «ανεξαρτησία» με τα δικά της δικαιώματα στο πλαίσιο της κοινωνικοοικονομικής τάξης της Ινδίας.

Μέσω του Πράτι Σαρκάρ γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν ο παππούς και η γιαγιά μου, ο Μπαμπουτζί και η Ιντουμάτι «Ιντού» Πατανκάρ. Η Ιντού είχε επηρεαστεί από τον πατέρα της, τον Ντινκαρράο Νικάμ, ο οποίος είχε συμμετάσχει ενεργά στο κίνημα για την ελευθερία από τη δεκαετία του 1930 και είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης γι’ αυτό. Από την ηλικία των δώδεκα ετών, η Ιντού συμμετείχε στο Σέβα Νταλ, το μέτωπο βάσης του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου. Υποστήριζε τους ηγέτες του κινήματος της ελευθερίας που έμεναν στο σπίτι της και μετέδιδε κωδικοποιημένα μηνύματα μεταξύ των φυλακισμένων ακτιβιστών και των συντρόφων τους έξω.

Το 1942, όταν η Ιντού ήταν δεκαέξι ετών, εγκατέλειψε το πατρικό της σπίτι και εντάχθηκε στο κίνημα Quit India (Φύγετε από την Ινδία), οργανώνοντας γυναίκες σε όλη τη Μαχαράστρα. Όπως υπενθύμισε αργότερα στο γιο της:

«Κάθε σταγόνα αίματος στο σώμα μου έβραζε για αυτόν τον αγώνα. Ήθελα την ελευθερία για τη χώρα μου και μετά τον κομμουνισμό. Ήταν απαραίτητο για κάθε νέο σε αυτή τη χώρα να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του για να το πετύχει αυτό. Έφυγα από το σπίτι μου φλεγόμενη από αυτές τις σκέψεις.»

Από το 1943, η Ιντού άρχισε να συμμετέχει στο Πράτι Σαρκάρ, μεταφέροντας πιστόλια και περίστροφα. Εκεί γνώρισε τον Μπαμπουτζί, τον μοναχογιό ενός ακτήμονα μετανάστη εργάτη, ο οποίος είχε επίσης εγκαταλείψει το σπίτι του για να δώσει τη ζωή του στο κίνημα της ελευθερίας. Παντρεύτηκαν το 1946.

Ένα παλάτι πάνω σε ένα σωρό κοπριάς

Μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας το 1947, ο «σοσιαλισμός» του πρωθυπουργού του Κογκρέσου Τζαβαχαρλάλ Νεχρού περιελάμβανε τη θέσπιση ουσιαστικών αγροτικών μεταρρυθμίσεων και πολιτικών κατά των διακρίσεων, ωθούμενος από το ανερχόμενο κύμα λαϊκών προσδοκιών που είχε προκαλέσει το Quit India (Φύγετε από την Ινδία). Ωστόσο, ο Νταλίτ ηγέτης κατά των κάστων B.R. Αμπεντκάρ προειδοποίησε ότι η νέα χώρα έμπαινε σε μια "ζωή γεμάτη αντιφάσεις":

«Στην πολιτική θα έχουμε ισότητα, και στην κοινωνική και οικονομική ζωή θα έχουμε ανισότητα... αν συνεχίσουμε να το αρνούμαστε για πολύ καιρό, θα το κάνουμε μόνο θέτοντας σε κίνδυνο την πολιτική μας δημοκρατία.»

Ο Αμπεντκάρ προσπάθησε να συμβάλει στην αναδιαμόρφωση των βάσεων πάνω στις οποίες δημιουργήθηκε η ινδική δημοκρατία, καθώς ήταν ο κύριος συντάκτης του νέου συντάγματος του 1950 και ο πρώτος υπουργός δικαιοσύνης της Ινδίας. Όμως υπέστη μια σημαντική ήττα, καθώς απέτυχε να περάσει μια προοδευτική εκδοχή του νομοσχεδίου για τον Ινδουιστικό Κώδικα, το οποίο επεδίωκε να καταργήσει τα εμπόδια για τους γάμους μεταξύ των καστών και να κατοχυρώσει τα περιουσιακά και οικογενειακά δικαιώματα των γυναικών. Παρά την προοδευτική δυναμική της εποχής, οι υπερ των καρτών και των Βραχμάνων ηγέτες, υπονόμευσαν επιτυχώς αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

Παραιτούμενος σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ο Αμπεντκάρ κατήγγειλε:

«Το να αφήσουμε ανέγγιχτη την ανισότητα μεταξύ των τάξεων, μεταξύ των φύλων, που αποτελεί την ψυχή της ινδουιστικής κοινωνίας, και να συνεχίσουμε να ψηφίζουμε νόμους σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα, είναι σαν να γελοιοποιούμε το Σύνταγμά μας και να χτίζουμε ένα παλάτι πάνω σε ένα σωρό κοπριάς.»

Δεκαετίες αργότερα, η μητέρα μου, η Γκέιλ Όμβεντ, έγινε κορυφαία μελετήτρια της ζωής και της κληρονομιάς του Αμπεντκάρ. Η Ιντουμάτι Πατανκάρ θα ένιωθε τα λόγια του να αντηχούν, καθώς ηγήθηκε ενός κινήματος εγκαταλελειμμένων γυναικών για να κερδίσουν τα δικά τους οικονομικά δικαιώματα στην πολιτεία Μαχαράστρα.

Από τη δεκαετία του 1940 και μέχρι τη δεκαετία του 1950, η Ιντού και ο Μπαμπουτζί συνέχισαν την πολιτική τους από τη βάση, ενώ παράλληλα προσανατολίζονταν στους δεσμούς του κινήματός τους με ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο διαφορετικών σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών και αριστερών σχηματισμών. Το 1949, η Ιντού γέννησε τον γιο τους, τον Μπαράτ. Στη συνέχεια, το 1952, ο Μπαμπουτζί εξαφανίστηκε, ένοπλοι άνδρες που τον πήραν ενώ όργωνε τα χωράφια, χωρίς να βρεθεί ποτέ ξανά. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της κοινότητάς τους, ο Μπαμπουτζί δολοφονήθηκε πιθανότατα από άτομα που συνεργάζονταν με τις νέες πολιτικοοικονομικές ελίτ, οι οποίες θεωρούσαν την ηγεσία του απειλή για τη νέα τάξη πραγμάτων τους.

Ανεκπλήρωτα όνειρα

Αντιμέτωπη με αυτή τη συντριπτική απώλεια σε ηλικία είκοσι επτά ετών, η Ιντού επέμεινε. Συνέχισε τον ακτιβισμό της, ενώ παράλληλα φρόντιζε μόνη της τα ηλικιωμένα πεθερικά της και μεγάλωνε τον μικρό της γιο. Γράφοντας στο ημερολόγιό της το 1958, απευθύνθηκε στον χαμένο σύζυγό της:

«Όταν κοιτάζω τη φωτογραφία σου για πολλή ώρα, νιώθω σαν να είσαι εδώ αυτοπροσώπως. Μιλάω και γελάω μαζί σου. Θα επιστρέψεις ποτέ; Τόσα πολλά από τα όνειρά μας παραμένουν ανεκπλήρωτα. Έφυγες στη μέση αυτού του αγώνα και άφησες όλη την ευθύνη σε μένα. Αλλά είμαι αποφασισμένη να προχωρήσω τα όνειρά μας. Θα συνεχίσω να αγωνίζομαι ενάντια στην καταπίεση. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν τόσες πολλές φορές που σε σκέφτομαι, όταν νιώθω ότι δεν θέλω να ζήσω.»

Όπως το πατρικό της σπίτι στο χωριό Ιντόλι ήταν κέντρο πολιτικής δραστηριότητας, έτσι και τώρα το σπίτι της στο Κασεγκάον έγινε κέντρο κοινωνικών κινημάτων και καταφύγιο ακτιβιστών. Υπήρξε μια δυναμική διοργανώτρια στα γυναικεία και αγροτο-εργατικά κινήματα από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 2010. Η Ιντού έγινε επίσης κορυφαία εκπαιδευτικός, καθοδηγώντας μια νέα γενιά γυναικών να γίνουν ανεξάρτητες στοχάστριες και φεμινίστριες με τον δικό τους τρόπο. Χρησιμοποιώντας τον τίτλο «Μεγάλη Αδελφή», πολλές χιλιάδες άνθρωποι σε δεκάδες χωριά τη γνώριζαν στοργικά ως «Ιντουτάι».

Ο γιος της Ιντουτάι και του Μπαμπουτζί, ο Μπαράτ, ενηλικιώθηκε διαμορφωμένος από τον θάνατο του πατέρα του, την ανθεκτικότητα της μητέρας του και την επιρροή των (αντρών και γυναικών) «θείων του κινήματος». Μέχρι τις δεκαετίες του 1960 και του ’70, ο ριζοσπαστικός ζήλος της γενιάς του αντηχούσε σε όλο τον κόσμο. Οι νέοι στην Ινδία καταπιάστηκαν με νέα όνειρα για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας τους, συμπεριλαμβανομένων καινοφανών σχηματισμών όπως το Κόμμα των Νταλίτ Πανθήρων, το οποίο ιδρύθηκε το 1972.

Όταν ήταν στα είκοσί του χρόνια, ο Μπαράτ είχε ενταχθεί στον αγώνα με απόλυτο ενθουσιασμό. Ο Μπαράτ και οι φίλοι του δημιούργησαν μια ομάδα με το όνομα Μαγκόβα («Αναζήτηση»), η οποία υποσχόταν να «εξετάσει τα πάντα, ακόμη και τον ίδιο τον μαρξισμό, κάτω από το μικροσκόπιο». Σε μια εποχή κρίσης για την κοινοβουλευτική αριστερά της Ινδίας, καθώς και σύγκρουσης μεταξύ της μαοϊκής εξέγερσης και της κρατικής καταστολής που αντιμετώπιζε, η Μαγκόβα προσπάθησε να ξεφύγει από ορισμένες αριστερές ορθοδοξίες, ενώ παράλληλα αξιοποιούσε την πλούσια κληρονομιά των διασταυρούμενων αγώνων για την ελευθερία.

Η Γκέιλ Όμβεντ βρήκε τη δική της φωνή, πρώτα στην καρδιά των Μαύρων Πανθήρων και στη συνέχεια σε εκείνη των Νταλίτ Πανθήρων. Ως Αμερικανίδα στα είκοσί της, άρχισε να επισκέπτεται την Ινδία τη δεκαετία του 1960 για να μελετήσει τις παραδόσεις της Νότιας Ασίας ενάντια στις κάστες. Η Γκέιλ προερχόταν επίσης από μια κληρονομιά γενεών εργαζομένων στην κοινωνική δικαιοσύνη. Ο παππούς της Όγκαστ Όμτβεντ ήταν τοπικός και πολιτειακός βουλευτής στη Μινεσότα ως μέλος του Σοσιαλιστικού και του Αγροτικού-Εργατικού Κόμματος.

Κατά τη διάρκεια των κολεγιακών της χρόνων στο Μπέρκλεϊ, η Γκέιλ ενεπλάκη στην πολιτική διαμαρτυρία των αντιπολεμικών, αντιρατσιστικών και φεμινιστικών κινημάτων. Αυτή ήταν μια κουλτούρα της Περιοχής του Κόλπου [στο Σαν Φρανσίσκο], η οποία εμπνεόταν από το κίνημα της ελευθερίας του λόγου και το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων. Η περίοδος διαμόρφωσης της Γκέιλ θεμελιώθηκε σε ένα όραμα αλληλεγγύης με επίκεντρο τις μαύρες κοινότητες και τους Βιετναμέζους που αντιμετώπιζαν την αμερικανική πολεμική μηχανή.

Τη δεκαετία του 1970, η Γκέιλ είχε εγκατασταθεί στην Ινδία, συνεχίζοντας τις αντίστοιχες προσπάθειες σε αυτό το πλαίσιο. Συνδέοντας την επιστήμη με τον ακτιβισμό, ρίχτηκε στην οικοδόμηση του κινήματος του Αμπεντκάρ και του φεμινιστικού κινήματος. Τότε ήταν που οι γονείς μου γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν. Και οι δύο είχαν διαμορφωθεί από τις επιτακτικές ανάγκες της εποχής τους, ώστε να κάνουν τον κοινωνικό μετασχηματισμό δέσμευση ζωής. Όπως έγραψε η Γκέιλ στον Μπαράτ το 1976, αμέσως μετά το γάμο τους:

«Όλη μου τη ζωή λαχταρούσα κάποιον που θα μπορούσε πραγματικά να με καταλάβει, τις ελπίδες μου, τα όνειρά μου. Είναι απλά απίστευτο να αισθάνομαι ότι βρήκα κάποιον, ότι βρήκαμε ο ένας τον άλλον, επειδή ήθελες το ίδιο πράγμα ... το μόνο πράγμα είναι μια σκιά φόβου για το μέλλον μας, επειδή με ανθρώπους σαν εμάς, που κάνουμε τα πράγματα που κάνουμε για να φέρουμε έναν καλύτερο κόσμο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι δεν θα συμβούν τα χειρότερα. Αξίζουμε (όλοι αξίζουν!) πενήντα χρόνια μαζί, και όμως ίσως ανά πάσα στιγμή κάτι μπορεί να συμβεί. Αυτό περιστασιακά με φοβίζει ακόμα.»

Από την πλευρά του, η πρόωρη χηρεία της μητέρας του Μπαράτ συνέχισε να στοιχειώνει και να διαμορφώνει τη δική του προοπτική.

Επαναστατική αγάπη

Νέα κοινωνικά κινήματα άνθισαν τη δεκαετία του 1970, κατά τη διάρκεια και μετά την κατασταλτική Έκτακτη Ανάγκη. Παρά το γεγονός ότι είχε σπουδάσει ιατρική, ο Μπαράτ αποφάσισε να κάνει τα κοινωνικά κινήματα το έργο της ζωής του. Ως μέλος της Μαγκόβα, συνεργάστηκε με τους αγρότες Νταλίτ, Μπαχουτζάν και Αντιβάσι και τα εργατικά κινήματα, από την αστική Βομβάη έως την αγροτική Μαχαράστρα.

Για όσους προέρχονταν από αγροτικές περιοχές και κατώτερες κάστες, ο αγώνας των καστών-τάξεων ήταν κεντρικός και υπαρξιακός. Απέρριπταν την τάση ορισμένων «ορθόδοξων» μαρξιστών να περιορίζουν τα ζητήματα με βάση την κάστα στην πρωτοκαθεδρία της τάξης και μόνο. Εν μέσω ενός καταιγισμού ταξιδιών και αγώνων, ο Μπαράτ έγραφε στην Γκέιλ το 1979: «Αγαπημένη Γκιλού – Στην επαναστατική αγάπη των εργατών, των Νταλίτ και των γυναικών!».

Ερεύνησε το πεδίο. «Υπήρχαν πορείες που οργανώθηκαν από τους Νταλίτ Πάνθηρες», καθώς και «περισσότερα περιστατικά συγκρούσεων μεταξύ γαιοκτημόνων και εργατών γης». «Οι γαιοκτήμονες ξεκινούν ένοπλες επιθέσεις εναντίον των Αντιβάσι», ενώ «ο κόσμος αντιδρά έντονα στις θηριωδίες εναντίον των Νταλίτ» και «σχηματίζει ένα ενιαίο μέτωπο όλων των αριστερών και των Νταλίτ». Καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, καθώς μεγάλωνα με την Ιντουτάι, την Γκέιλ και τον Μπαράτ, ο καθένας από αυτούς συχνά ταξίδευε ξεχωριστά για τη δική του έρευνα και ακτιβιστική δουλειά, μακριά ο ένας από τον άλλο, αλλά δεμένοι μεταξύ τους με αυτές τις γραπτές ανταποκρίσεις.

Το 1980, οι ακτιβιστές της Μαγκόβα ίδρυσαν τη Σραμίκ Μουκτί Νταλ (Ένωση Απελευθέρωσης των Εργατών ή SMD), μια μαζική οργάνωση με ισχυρή βάση στην εργατική τάξη και ένα όραμα που συνδύαζε τους αγώνες για την τάξη, την κάστα και την έμφυλη δικαιοσύνη. Η SMD είχε ως στόχο να συνθέσει τις ιδέες του Καρλ Μαρξ με εκείνες των στοχαστών κατά της κάστας και των φεμινιστριών, όπως οι Τζιοτίμπα Φούλε, Σαβιτριμπάι Φούλε και Μπ. Ρ. Αμπεντκάρ. Ο Μπαράτ έγινε οργανωτής στην ιστορική απεργία της Βομβάης στην κλωστοϋφαντουργία το 1982, όταν ένα τέταρτο του εκατομμυρίου εργαζομένων έκλεισαν δεκάδες εργοστάσια, σε μια εκστρατεία για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.

Η αποτυχία αυτής της απεργίας είχε μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο εισόδημα δεκάδων εκατομμυρίων εργαζομένων. Η «φιλελευθεροποίηση» της ινδικής εργατικής νομοθεσίας υπονόμευσε τη δύναμη των συνδικάτων ως δύναμη αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης. Καθώς τα υφαντουργεία έκλεισαν και οι εργάτες έχασαν τις δουλειές τους, πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν πίσω στις αγροτικές τους εστίες. Η οργάνωση SMD του Μπαράτ τους συνόδευσε και μετακινήθηκε μαζί τους. Επικεντρώθηκε στους επείγοντες αγροτικούς αγώνες για τη γη και το νερό, ενώ παράλληλα οραματίστηκε εναλλακτικά μοντέλα και οράματα για μια μετασχηματισμένη οικονομία και οικολογία.

Μεταφέροντας τη δάδα

Από τη δεκαετία του 1980 έως τη δεκαετία του 2010, το οργανωτικό έργο των Μπαράτ, Γκέιλ και Ιντουτάι συνεχίστηκε καθώς η SMD έχτισε τη λαϊκή της βάση σε όλη τη Μαχαράστρα, το δεύτερο πολυπληθέστερο κρατίδιο της Ινδίας, με πληθυσμό πάνω από εκατό εκατομμύρια. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, η SMD προωθεί τη συλλογική συμμετοχή των πιο περιθωριοποιημένων τμημάτων της κοινωνίας. Αυτά τα κοινοτικά κινήματα έχουν διεκδικήσει το δικαίωμα στους φυσικούς πόρους, όπως το νερό, η γη και ο άνεμος, τα αιτήματα κατά της κάστας σε οικογενειακό, θρησκευτικό και πολιτικό επίπεδο, καθώς και τη δικαιοσύνη των φύλων και τους αγώνες για τα προς το ζην με επίκεντρο τις ακτήμονες γυναίκες και τους εργάτες.

Η Γκέιλ και η Ιντουμάτι έγιναν ηγετικές φωνές στο γυναικείο κίνημα της Ινδίας ως ακτιβίστριες και διανοούμενες. Μια από τις πρωτοποριακές συνεισφορές της Ιντουμάτι ήταν η καθοδήγησή της στην οικοδόμηση ενός δυναμικού κινήματος μεταξύ των γυναικών που εγκαταλείφθηκαν από τις οικογένειες των συζύγων τους, για να οικοδομήσουν τη δική τους συλλογική κοινότητα και να αγωνιστούν για το δικαίωμα στη γη και τα μέσα διαβίωσης. Η Ιντουμάτι απεβίωσε το 2017, ενώ η Γκέιλ μας άφησε το 2021. Μια νεκρολογία των New York Times για την Γκέιλ την περιέγραψε ως «ηγέτιδα του φεμινιστικού κινήματος της χώρας» που είχε «υπερασπιστεί την υπόθεση των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων της Ινδίας»1. Αναγνώρισε την SMD ως «...την έναρξη μερικών από τα μεγαλύτερα οργανωμένα μαζικά κινήματα ενάντια στις αδικίες που βιώνουν οι εργάτες στην αγροτική Ινδία».

Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την ίδρυση των Νταλίτ Πανθήρων, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από τους Μαύρους Πάνθηρες της Αμερικής. Οι Πάνθηρες ιδρύθηκαν είκοσι πέντε χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας από νέους συγγραφείς και ακτιβιστές Νταλίτ και αμφισβήτησαν τους εορτασμούς της ελευθερίας που λάμβαναν χώρα εκείνη την εποχή, ακόμη και όταν οι φτωχές και καταπιεσμένες λόγω κάστας κοινότητες συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν τη βαρβαρότητα και την εκμετάλλευση σε ολόκληρη την αγροτική και αστική Ινδία. Ονειρεύονταν μια ριζικά διαφορετική κοινωνία, αναδιαμορφωμένη με τον αγώνα από τα κάτω.

Σήμερα, αντιμετωπίζουμε ένα διαμετρικά αντίθετο όνειρο μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνίας, με μια προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της κοινωνίας μέσω της βίας και της καταστολής μέσω της Χιντούτβα, όπως τη χειραγωγούν οι ελίτ από τα πάνω. Το 2022, καθώς η Ινδία γιορτάζει εβδομήντα πέντε χρόνια ανεξαρτησίας, η ιστορία και η πολιτική των λαών της παραμένουν ένα βαθιά αμφισβητούμενο πεδίο μάχης, εντός της υποηπείρου και σε όλη την παγκόσμια διασπορά της. Η ατζέντα του BJP που καθοδηγείται από την ελίτ δεν προσπαθεί μόνο να εδραιωθεί σε όλα τα επίπεδα του κράτους και της κοινωνίας. Προσπαθεί επίσης να διαγράψει τη λαϊκή μνήμη και την πλούσια κληρονομιά των προοδευτικών αντιαποικιακών μαχητών της ελευθερίας της Νότιας Ασίας.

Με τις κοινότητες της Ινδίας και της Νότιας Ασίας να μεταναστεύουν σε όλο τον κόσμο, οι ιδεολογίες της Χιντούτβα και του βραχμανιστικού καστισμού ταξίδεψαν μαζί τους. Το ίδιο όμως έχουν κάνει και οι απελευθερωτικές παραδόσεις της αντι-καστικής, αριστερής και φεμινιστικής νοτιοασιατικής κληρονομιάς. Ριζωμένη σε αυτές τις παραδόσεις και στις σημερινές προοδευτικές κοινότητες της διασποράς, δεσμεύομαι να προωθήσω τα όνειρα που ανέδειξαν οι κατά της κάστας και Νταλίτ φεμινίστριες, ως μέρος μιας παγκόσμιας αλληλεγγύης που συνδέει κάθε απελευθερωτικό αγώνα.

Όσοι και όσες μεταφέρουν τη δάδα του Quit India/Φύγετε από την Ινδία και του Πράτι Σαρκάρ –όσοι και όσες ενδιαφέρονται για τα μέσα διαβίωσης της πλειοψηφίας των Νταλίτ-Μπαχουτζάν-Αντιβάσι και της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης– θα πρέπει να διατηρήσουν τις ιστορίες και τα διδάγματα αυτής της διαγενεακής κληρονομιάς. Αν οι σημερινοί αυταρχικοί εφιάλτες πρόκειται να αντιμετωπιστούν με τη μεγαλύτερη δύναμη των δημοκρατικών ονείρων, θα χρειαστούμε μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων που θα αγκαλιάσουν μια δική τους ιστορική δέσμευση – όπως είπε η αγωνίστρια της ελευθερίας Ιντουτάι, με «κάθε σταγόνα αίματος στο σώμα μου να βράζει για αυτόν τον αγώνα».

Prachi Patankar, “The Struggle Against Caste Oppression Is a Vital Battleground for Indian Democracy”, Jacobin, 26 Ιουνίου 2022, https://jacobin.com/2022/06/caste-oppression-vital-battleground-indian-democracy-independence-anniversary. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article63737.

Σημειώσεις

 1 Sameer Yasir, “Gail Omvedt, 80, Dies; India Became Her Home, the Caste System Her Cause”, The New York Times, 1 Σεπτεμβρίου 2021, https://www.nytimes.com/2021/09/01/world/asia/gail-omvedt-dead.html.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2022 23:02

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.