Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2022 11:10

Μια νόμιμη θέση για την Ταϊβάν σε αυτόν τον πλανήτη

 

 

Au Loong-yu

 

Μια νόμιμη θέση για την Ταϊβάν σε αυτόν τον πλανήτη

 

 

Το Πεκίνο, κατά τις δύο πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου, εκτός από τη διεξαγωγή πολεμικής άσκησης εναντίον της Ταϊβάν σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την επίσκεψη της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών, Νάνσι Πελόζι, στο νησί, εξέδωσε τη Λευκή Βίβλο για το ζήτημα της Ταϊβάν με σκοπό να επικαιροποιήσει την πολιτική του για τη μία Κίνα και τις προτάσεις του προς την Ταϊβάν.

 

Πολιτική της μίας Κίνας - ποιας Κίνας;

Το Πεκίνο προσπαθεί με κάθε τρόπο να κάνει τον κόσμο να πιστέψει ότι η πολιτική της μίας Κίνας σημαίνει μόνο:

- Υπάρχει μόνο μία Κίνα στον κόσμο

- Η Ταϊβάν ανήκει στην Κίνα

- Η μόνη αντιπροσωπευτική κυβέρνηση της Κίνας είναι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ)

- Η Ταϊβάν ανήκει στη ΛΔΚ

Η Ταϊβάν αμφισβήτησε το τρίτο και το τέταρτο σημείο και πρέπει να έχουμε επίγνωση της φωνής της. Παρόλο που το καθεστώς του Κουομιντάνγκ (KMT) είχε χάσει την ηπειρωτική Κίνα από το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) το 1949 και κατέφυγε στην Ταϊβάν, το σύνταγμα της Δημοκρατίας της Κίνας (ROC / Republic of China) ήταν συνεχώς σε ισχύ, άρα και η αξίωσή της επί της ηπειρωτικής Κίνας – άρα η ROC είναι η μόνη νόμιμη αντιπροσωπευτική κυβέρνηση της Κίνας. Η κυβέρνηση του Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (ΔΠΚ / Μίνζου τσίνμπού ντανγκ) (στην εξουσία την περίοδο 2000-2008 και ξανά για δύο θητείες για την περίοδο 2016-2024) υιοθέτησε μια θέση υπέρ της ανεξαρτησίας το 1992, αλλά δεν έκανε ποτέ κανένα βήμα για την εφαρμογή της (βλ. παρακάτω).

 

Η ερμηνεία των ΗΠΑ

Όσον αφορά τις ΗΠΑ, «γνωρίζουν [acknowledges] (η υπογράμμιση δική μου) ότι όλοι οι Κινέζοι και στις δύο πλευρές του Πορθμού της Ταϊβάν υποστηρίζουν ότι υπάρχει μόνο μία Κίνα και ότι η Ταϊβάν είναι μέρος της Κίνας. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν αμφισβητεί αυτή τη θέση. Επαναβεβαιώνει το ενδιαφέρον της για μια ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος της Ταϊβάν από τους ίδιους τους Κινέζους». (Ανακοίνωση της Σαγκάης του 1972[1])

Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν σκόπιμα τη λέξη «γνωρίζουν» [acknowledges] και όχι «αναγνωρίζουν» [recognize], ενώ απέφυγαν να κατονομάσουν οποιαδήποτε χώρα και από τις δύο πλευρές εδώ, καθιστώντας τη δήλωση «η Ταϊβάν είναι μέρος της Κίνας» αρκετά ασαφή για να συνεχίσουν να διερευνούν την κρυφή, αλλά αναπτυσσόμενη, ατζέντα τους τότε. Σε εκείνο το σημείο, εξακολουθούσε να αναγνωρίζει το καθεστώς της ROC, αλλά είχε ήδη αρχίσει να διερευνά στενότερες σχέσεις με το Πεκίνο. Το 1979, αυτό θα υλοποιούνταν με την εγκαθίδρυση επίσημων διπλωματικών σχέσεων με τη ΛΔΚ εις βάρος της ROC, η οποία είχε ήδη αποκλειστεί από τα Ηνωμένα Έθνη στα τέλη του 1971. Οι υποστηρικτές του Πεκίνου προσπαθούσαν πάντα να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η εγκαθίδρυση επίσημων διπλωματικών σχέσεων της ΛΔΚ με τις ΗΠΑ συνεπάγεται ότι οι τελευταίες αναγνωρίζουν επίσης ότι η Ταϊβάν ανήκει στη ΛΔΚ – αλλά το Ανακοινωθέν της Σαγκάης του 1972 δεν το ανέφερε ποτέ αυτό. Οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν (η οποία θα σήμαινε την επίσημη αντικατάσταση της ROC με κάτι σαν «Δημοκρατία της Ταϊβάν»), αλλά ήταν σταθερά ασαφής στο ερώτημα σε ποια «Κίνα» ανήκει η Ταϊβάν, στη ΛΔΚ ή στην ROC. Η αναγνώριση της ΛΔΚ από τις ΗΠΑ το 1979 δεν άλλαξε ούτε αυτό.[2]

Από την άλλη πλευρά, πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσει κανείς ότι η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να αναγνωρίζει τη ΛΔΚ ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας και συνεχίζει να αναλώνεται στην αποθάρρυνση του δικαιώματος του λαού της Ταϊβάν για αυτοδιάθεση. Η Ουάσινγκτον έχει προσαρμόσει την προσέγγισή της στις σχέσεις μεταξύ των στενών, αλλά δεν έχει ακόμη αλλάξει με ουσιαστικό τρόπο την πολιτική της για την Ταϊβάν.

 

Η «Συναίνεση του 1992»

Η Λευκή Βίβλος επιτίθεται στην κυβέρνηση του ΔΠΚ στην Ταϊβάν επειδή:

«αρνείται να αναγνωρίσει την αρχή της μίας Κίνας και διαστρεβλώνει και αρνείται τη Συναίνεση του 1992. Υποστηρίζουν ότι η Ταϊβάν και η ηπειρωτική χώρα δεν πρέπει να υπόκεινται η μία στην άλλη και διακηρύσσουν μια νέα θεωρία των “δύο κρατών”».

Η «Συναίνεση του 1992» αναφέρεται εδώ στην ολοκλήρωση των συνομιλιών μεταξύ του Πεκίνου και της κυβέρνησης KMT της Ταϊπέι το 1992, με μια προφορική συμφωνία μεταξύ των δύο ότι «και οι δύο πλευρές των στενών» ανήκουν στην «Κίνα», αλλά «συμφωνούν να διαφωνούν» σχετικά με την ερμηνεία της «Κίνας» (ΛΔΚ ή ROC). Προφανώς αυτό συνεπάγεται ότι, στην πραγματικότητα, οι δύο πλευρές των στενών δεν υπάγονται η μία στην άλλη».[3] Ως εκ τούτου, είναι περίεργο να διαβάζει κανείς στη Λευκή Βίβλο να κατηγορείται η Ταϊβάν γι’ αυτό. Συν τοις άλλοις, ό,τι κι αν είπε κάποτε ο τάδε ή ο δείνα αρχηγός κράτους στην Ταϊβάν σχετικά με τη σχέση μεταξύ των δύο πλευρών των στενών και το οποίο ενόχλησε το Πεκίνο, η κυβέρνησή τους συνεχίζει να υποστηρίζει το σύνταγμα της ROC, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχει παραβιάσει καθόλου τη δέσμευσή της στην «πολιτική της μίας Κίνας». Το Πεκίνο απλώς θολώνει τα νερά όταν μετανοεί για αυτό που είχε αναγνωρίσει το 1992.

Επιπλέον, η ερμηνεία του εγγράφου για τη «Συναίνεση του 1992» έρχεται σε αντίθεση με αυτό που είπε κάποτε ο κορυφαίος ηγέτης του Πεκίνου στον Μπους. Πίσω στο 2008, όταν ο Κινέζος και ο Αμερικανός πρόεδρος είχαν τηλεφωνικές συνομιλίες για την Ταϊβάν, ο τότε Κινέζος πρόεδρος Χου Τζιντάο είπε:

«είναι η πάγια θέση της Κίνας ότι η ηπειρωτική Κίνα και η Ταϊβάν θα πρέπει να αποκαταστήσουν τις διαβουλεύσεις και τις συνομιλίες στη βάση της “συναίνεσης του 1992”, σύμφωνα με την οποία και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μόνο μία Κίνα, αλλά συμφωνούν ότι διαφωνούν ως προς τον ορισμό της.»[4]

Το Πεκίνο πρέπει να μπερδέψει τον κόσμο επειδή δεν αντιτίθεται μόνο στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν, αλλά είναι επίσης πρόθυμο να εξαλείψει εντελώς την ROC, ώστε να μπορεί να κυβερνήσει τον λαό της Ταϊβάν. Πριν από τριάντα χρόνια το Πεκίνο ήταν λιγότερο επιθετικό προς την Ταϊβάν, όταν είχε πολύ λιγότερη αυτοπεποίθηση από ό,τι σήμερα – σήμερα ο Σι Τζινπίνγκ δεν έχει πλέον την υπομονή να περιμένει ειρηνικές διαπραγματεύσεις. Μπορεί σύντομα να απαιτήσει από την Ταϊβάν να καθίσει για διαπραγμάτευση, μαζί όμως με την απειλή της ένοπλης ενοποίησης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Σι γίνεται όλο και πιο σκληρός απέναντι στην Ταϊβάν. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Λευκή Βίβλος θα μπορούσε ακόμη να προβάλλει το αδιάντροπο πακέτο «μία χώρα δύο συστήματα» στην Ταϊβάν, ακόμη και όταν το πακέτο αυτό έχει χρεοκοπήσει πολιτικά μετά την καταστολή της αυτονομίας του Χονγκ Κονγκ από το Πεκίνο από το 2020. Δεν ενδιαφέρεται πλέον «να κερδίσει την καρδιά του λαού της Ταϊβάν», το μόνο που θέλει είναι να ενσταλάξει φόβο στην καρδιά αυτού του λαού. Αυτό το επίπεδο αλαζονείας και επιθετικότητας όχι μόνο έρχεται σε αντιπαλότητα με τα 23 εκατομμύρια κατοίκους της Ταϊβάν, στερώντας τους τα δημοκρατικά τους δικαιώματα να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη μοίρα τους, αλλά και καταδικάζει όλο και περισσότερο το KMT –το μόνο μεγάλο κόμμα στην Ταϊβάν που είναι ήπιο απέναντι στο Πεκίνο– σε αντιδημοτικότητα στην πατρίδα του, περιορίζοντας τις επιλογές του Πεκίνου. Εάν το Πεκίνο δεν ενοχλείται από αυτό, είναι μόνο επειδή αποφασίζει να εκφοβίσει την Ταϊβάν. Συνοψίζοντας, τα τελευταία δέκα χρόνια ήταν πάντα η γερακίσια θέση του Σι που δημιουργούσε μεγαλύτερη ένταση στην άλλη πλευρά των στενών.

 

Η άποψη του ΔΠΚ

Το πρόγραμμα του ΔΠΚ το 1991 περιλάμβανε το αίτημα για μια ανεξάρτητη δημοκρατία της Ταϊβάν μέσω δημοψηφίσματος. Επιτέθηκε επίσης στη διεκδίκηση της κυριαρχίας της ηπειρωτικής χώρας από το Σύνταγμα της ROC ως παρωχημένη.

Στην πραγματικότητα, το ΔΠΚ κέρδισε τέσσερις προεδρικές εκλογές της ROC, αλλά κανένας από τους προέδρους του δεν προχώρησε ποτέ στην εφαρμογή του προγράμματός του για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία. Στην πραγματικότητα, το κόμμα έχει επανερμηνεύσει πολλές φορές το πρόγραμμα ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, με αποτέλεσμα η ηγεσία του να έχει εγκαταλείψει εδώ και καιρό το πρόγραμμα ανεξαρτησίας της Ταϊβάν –που συνοψίζεται στον όρο «de jure ανεξαρτησία»– και να υιοθετήσει αντ’ αυτού μια θέση «de facto ανεξαρτησίας», δηλαδή την αποδοχή του συντάγματος της ROC και τη διατήρηση της ROC ως ξεχωριστής πολιτικής οντότητας από τη ΛΔΚ. Με τον τρόπο αυτό το ΔΠΚ κάνει έναν συμβιβασμό όχι μόνο ως απάντηση στην πίεση του Πεκίνου, αλλά πρωτίστως στην πίεση της Ουάσιγκτον. Πρόκειται επίσης πρακτικά για μια θέση διατήρησης του status quo, η οποία εξακολουθεί να έχει την υποστήριξη περισσότερων από το μισό του πληθυσμού (βλ. παρακάτω).

Το Πεκίνο, εμμονικό με τη λανθασμένη ιδέα του για το «κινεζικό έθνος» – ότι όλοι οι κινεζόφωνοι πρέπει να ενοποιηθούν σε ένα ενιαίο σύνολο υπό την κυριαρχία του, και ότι το ΚΚΚ είναι ο φυσικός εκπρόσωπος της δικής του εκδοχής του «κινεζικού έθνους», χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη του τη βούληση του ενδιαφερόμενου λαού – αρνήθηκε κατηγορηματικά να μιλήσει ακόμη και με το ΔΠΚ.

 

Η αυτοκρατορική ατζέντα του Πεκίνου

Η Λευκή Βίβλος δικαιολογεί την αξίωσή του επί της Ταϊβάν επικαλούμενη τη Διακήρυξη του Καΐρου του 1943[5] που εκδόθηκε από το ΚΜΤ Κίνας, τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία ανέφερε ότι «όλα τα εδάφη που η Ιαπωνία είχε κλέψει από την Κίνα, όπως η Μαντζουρία, η Φορμόζα και οι Πεσκαντόρες, θα επιστραφούν στη Δημοκρατία της Κίνας». Η Λευκή Βίβλος, προκειμένου να είναι πολιτικά ορθή, άλλαξε τα ονόματα των προαναφερθέντων εδαφών σε «Βορειοανατολική Κίνα, Ταϊβάν και Νησιά Πενγκού» στην παραπομπή της. Όμως, η ίδια έκανε πολύ μεγάλο πολιτικό λάθος να παραθέσει το έγγραφο για να δικαιολογήσει την αξίωσή της επί της Ταϊβάν εξ αρχής. Το Πεκίνο δεν υποτίθεται ότι είναι ένα «σοσιαλιστικό» καθεστώς; Γιατί να στηρίζεται στην αυθεντία μιας συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ των ιμπεριαλιστών Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ από τη μια πλευρά και του Τσιανγκ Κάι-Σεκ, του δήμιου του ΚΚΚ, από την άλλη; Τι είδους σοσιαλιστικό καθεστώς σέβεται πλήρως τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που μοιράζουν τον κόσμο μεταξύ τους, παρόλο που συμφώνησαν επίσης να επιστρέψουν τα κατεχόμενα από την Ιαπωνία εδάφη στον Τσιάνγκ μόνο και μόνο για να τον ωθήσουν να διεξαγάγει τον πόλεμο σκληρότερα; Ωστόσο, οι ανακρίβειες δεν σταματούν εδώ. Η Λευκή Βίβλος εμπεριέχει μια ιδρυτική αρχή της ΛΔΚ που παραβιάζει βασική αρχή του σοσιαλισμού –ότι θεωρεί τον εαυτό της ως φυσικό διάδοχο όλων των εδαφών του καθεστώτος KMT– το οποίο με τη σειρά του έκανε το ίδιο και σε σχέση με τη δυναστεία των Κινγκ. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά το δόγμα της οικοδόμησης αυτοκρατοριών και του ιμπεριαλισμού, ακόμη και όταν η Κίνα του KMT ήταν θύμα του δυτικού ιμπεριαλισμού. Δεν είναι περίεργο που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 το ΚΚΚ εγκατέλειψε την αρχική του θέση (σύμφωνα με την πρακτική των Μπολσεβίκων) για την υποστήριξη της αυτοδιάθεσης των μειονοτήτων στην Κίνα, όπως οι Θιβετιανοί και οι Ουιγούροι. Η πρόσφατη διεκδίκηση του Πεκίνου για τη γραμμή των εννέα σημείων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας ακολουθεί την ίδια λογική – «πρέπει να ολοκληρώσουμε όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του καθεστώτος του ΚΜΤ», ανεξάρτητα από το πόσο εύθραυστη ήταν η διεκδίκηση του ΚΜΤ. Αυτού του είδους η αντιδραστική θέση είναι αρκετή για να αποκλείσει το ΚΚΚ από νόμιμο εκπρόσωπο του κινεζικού λαού. Πριν μιλήσει κανείς για το «ιερό καθήκον της ενοποίησης όλων των Κινέζων» θα πρέπει πρώτα να μιλήσει για την ανοικοδόμηση μιας Κίνας που θα είναι πλήρως δημοκρατική και θα σέβεται το δικαίωμα των μειονοτήτων της στην αυτοδιάθεση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να σωθεί η Κίνα από έναν περιττό πόλεμο.

Η παραπάνω ανασκόπηση της ιστορίας της πολιτικής της «μίας Κίνας» μας βοηθά επίσης να κατανοήσουμε ένα πράγμα – ότι αν η ερμηνεία του Πεκίνου έχει γίνει αποδεκτή από πολλές κυβερνήσεις στον κόσμο, αυτό έχει βασιστεί μόνο στην πολιτική τους αντίληψη, δηλαδή στην αναγνώρισή τους της ΛΔΚ ως του μοναδικού νόμιμου εκπροσώπου της Κίνας. Αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι τόσο ακλόνητο. Το γεγονός ότι η ΛΔΚ έγινε δεκτή στον ΟΗΕ το 1971, εις βάρος της ROC, ήταν με τη σειρά του απλώς το αποτέλεσμα της αλλαγής της αντίληψης των κρατών μελών του ΟΗΕ για τις δύο δημοκρατίες. Ενώ η θέση της Ουάσινγκτον είχε σκοπό να εξυπηρετήσει τη δική της αυτοκρατορική ατζέντα, άλλες κυβερνήσεις που υιοθέτησαν παρόμοια θέση μέχρι τότε μπορεί να ήταν από την πεποίθηση ότι η ΛΔΚ είναι προοδευτική (αν όχι «σοσιαλιστική») και η ROC υπό το KMT αντιδραστική. Πενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Ενώ και οι δύο δημοκρατίες έχουν συγκλίνει όσον αφορά το οικονομικό σύστημα από το 1979 (ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής μεταρρύθμισης του Ντενγκ Σιαοπίνγκ), έχουν αποκλίνει όσον αφορά τους πολιτικούς θεσμούς και το χώρο για τα κινήματα διαμαρτυρίας. Η απολυταρχία του Πεκίνου γίνεται όλο και πιο άκαμπτη από τότε. Από την άλλη πλευρά, η Ταϊβάν, λόγω της θαρραλέας αντίστασης του λαού εκεί από τη δεκαετία του 1970, κατάφερε να μετατρέψει τη μονοκομματική δικτατορία του KMT σε έναν φιλελεύθερο καπιταλισμό, όπου οι κατώτερες τάξεις έχουν το δικαίωμα να οργανώνονται, να διαμαρτύρονται και να ψηφίζουν. Αν και η τάξη της ελίτ της Ταϊβάν εξακολουθεί να έχει τεράστια εξουσία πάνω στις κατώτερες τάξεις, οι τελευταίες εξακολουθούν να έχουν κάποιο δικαίωμα να αντισταθούν, αν επιλέξουν να αγωνιστούν. Αντίθετα, υπό το καθεστώς του Πεκίνου δεν υπάρχει κανένας τέτοιος χώρος. Τώρα είναι η ώρα για τους υποστηρικτές της δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο να επανεκτιμήσουν τη φύση και των δύο δημοκρατιών στον 21ο αιώνα και να επικαιροποιήσουν τη θέση τους αναλόγως.

 

Τι θέλει ο λαός της Ταϊβάν;

Το ΚΚΚ υποστήριζε το δικαίωμα των Ταϊβανέζων στην αυτοδιάθεση, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ανεξαρτησία – μέχρι το 1949. Αυτή ήταν και η ιδρυτική αρχή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ταϊβάν. Το 1927, η Τρίτη Διεθνής έδωσε εντολή στο Ιαπωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα να βοηθήσει στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ταϊβάν, το 1928. Το ΚΚΚ έπαιξε επίσης μεγάλο ρόλο σε αυτή την προσπάθεια.[6] Στις 3 Μαΐου του 2022, το Diplomat δημοσίευσε ένα άρθρο[7] που υπενθύμιζε στο Πεκίνο την παραπάνω ιστορία, παραθέτοντας μια συνέντευξη του Μάο Τσετούνγκ το 1937 στο γνωστό βιβλίο του Έντγκαρ Σνόου, Το Κόκκινο Αστέρι πάνω από την Κίνα [Edgar Snow, Red Star over China]: «...θα τους προσφέρουμε (στους Κορεάτες) την ενθουσιώδη βοήθειά μας στον αγώνα τους για ανεξαρτησία. Το ίδιο πράγμα ισχύει και για την Ταϊβάν». Αυτό προκάλεσε τα πυρά του Γραφείου του Κρατικού Συμβουλίου του Πεκίνου για τις Υποθέσεις της Ταϊβάν[8], αλλά το τελευταίο απέφυγε προσεκτικά να αναφερθεί στη συνέντευξη του Σνόου – δεν θα μπορούσε, γιατί είναι ένα αποδεδειγμένο γεγονός.[9] Αυτό το κυβερνών κόμμα έχει προδώσει την ιδρυτική του αρχή τόσο ριζικά που απλά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το ίδιο του το παρελθόν.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή οι περισσότεροι Ταϊβανέζοι δεν φιλοδοξούν να αγωνιστούν για το δικαίωμα της de jure ανεξαρτησίας μέσω δημοψηφίσματος. Είναι υπέρ της διατήρησης του status quo (που ερμηνεύεται από ορισμένους ως de facto ανεξαρτησία), όπως προκύπτει από δημοσκόπηση του Ιουνίου 2022 σχετικά με το μέλλον της Ταϊβάν (βλ. παρακάτω).

 

Τοποθέτηση

1994

2022

Υπέρ της ενοποίησης με την ηπειρωτική Κίνα

20%

6,4%

Υπέρ της ανεξαρτησίας

11,1%

30,3%

Υπέρ της διατήρησης του status quo

48,3%

56,9%

Καμία απάντηση

20.5%

5.2%

(Σημείωση: με βάση τα στοιχεία της έκθεσης)

 

Ποιοι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Ταϊβάν;

Ο κύριος λόγος για την αύξηση των ποσοστών υπέρ της ανεξαρτησίας, σε βάρος εκείνων που τάσσονται υπέρ της ενοποίησης και του «καμιά απάντηση», είναι η ολοένα και πιο αντιδραστική πολιτική του Πεκίνου. Η Λευκή Βίβλος[10] του για την Ταϊβάν είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα γι’ αυτό. Η Λευκή Βίβλος ισχυρίζεται ότι «η Ταϊβάν ανήκε στην Κίνα από την αρχαιότητα», και μάλιστα δίνει ως απόδειξη το έτος 230 μ.Χ. όταν εμφανίστηκε η πρώτη κινεζική καταγραφή της Ταϊβάν. Το να λέει κάτι τέτοιο σημαίνει ότι διαγράφει, με ταχυδακτυλουργικό τρόπο, τους αυτόχθονες κατοίκους της Ταϊβάν, οι οποίοι βρίσκονταν εκεί πριν από περισσότερα από 6.000 χρόνια, για να μην πούμε ότι μια αρχαία κινεζική καταγραφή για την Ταϊβάν δεν αποδεικνύει τίποτα! Η γλώσσα των ιθαγενών της Ταϊβάν ανήκει στην οικογένεια των αυστρονησιακών γλωσσών, οι ομιλητές της οποίας κατοικούν σε νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού και της θαλάσσιας Νοτιοανατολικής Ασίας καθώς και στην Ταϊβάν. Ήταν οι παλαιότεροι κάτοικοι του νησιού, αλλά δεν είναι Κινέζοι. Η Λευκή Βίβλος αποφεύγει εντελώς τη συζήτηση αυτού του ζητήματος αγνοώντας απλώς τους αυτόχθονες – οι όροι «αυτόχθονες Ταϊβανέζοι» ή «αυτόχθονες» δεν εμφανίζονται ούτε μία φορά στο έγγραφο των 14.000 λέξεων!

Οι αυτόχθονες αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού – 2,3%. Αλλά το Πεκίνο δεν σέβεται επίσης τη σημαντικότερη εθνοτική ομάδα εκεί, δηλαδή τους μπενσινγκρέν (απογόνους Κινέζων μεταναστών που χρονολογούνται εδώ και εκατοντάδες χρόνια, που αποτελούνται κυρίως από τους Χόκλο και τους Χάκκα, οι οποίοι μαζί αποτελούν το 86% του πληθυσμού). Μιλούν την κινεζική γλώσσα Χαν, αλλά έχουν χάσει προ πολλού τη σχέση τους με την ηπειρωτική χώρα και πολλοί θεωρούν τους εαυτούς τους πρώτα Ταϊβανέζους – σε αντίθεση με την περίπτωση του Χονγκ Κονγκ, όπου πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν στενούς οικογενειακούς δεσμούς με την ηπειρωτική χώρα. Όσον αφορά τους γουασινγκρέν (ή τους κατοίκους της ηπειρωτικής χώρας που μετακόμισαν στην Ταϊβάν μόνο μετά το 1949), η νεότερη γενιά τους αυτοπροσδιορίζεται επίσης όλο και περισσότερο ως Ταϊβανέζοι παρά ως Κινέζοι, αν και αυτό είναι σχετικά πρόσφατο. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η επιλογή της «ταϊβανέζικης» ταυτότητας δεν απορρίπτει απαραίτητα την «κινεζική» ταυτότητα. Σε γενικές γραμμές, το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Ταϊβάν άρχισαν να υιοθετούν μαζικά την ταυτότητα «μόνο Ταϊβανέζοι» είναι πρόσφατο γεγονός – μετά την πολεμική άσκηση του Πεκίνου κατά της Ταϊβάν το 1996 για να προειδοποιήσει την τελευταία να μην παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό από την πολιτικά ορθή πολιτική της «μίας Κίνας». Μια δημοσκόπηση[11] του 1992 έδειξε ότι το 46,4% των ερωτηθέντων επέλεξε την ταυτότητα «Κινέζοι καθώς και Ταϊβανέζοι», ενώ εκείνοι που επέλεξαν την ταυτότητα «Ταϊβανέζοι» αντιστοιχούσαν μόνο στο 17,6%. Το 2021 η τελευταία επιλογή είχε την υποστήριξη του 62,3%, ενώ η πρώτη είχε πέσει στο 31,7%.

 

Το Πεκίνο ενθαρρύνει τις δικές του φυγόκεντρες δυνάμεις

Ωστόσο, δεν υπάρχει αναγκαία σύνδεση μεταξύ της μεταβαλλόμενης τάσης της επιλογής ταυτότητας και ενός κινήματος ανεξαρτησίας. Επί του παρόντος, οι περισσότεροι Ταϊβανέζοι επιθυμούν να διατηρήσουν το status quo, και ακόμη και μεταξύ του 30,3% του πληθυσμού που τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας, μόνο το 5,1% είναι υπέρ της «ανεξαρτησίας το συντομότερο δυνατό», ενώ για το υπόλοιπο 25,2% η επιλογή είναι «διατήρηση του status quo, πορεία προς την ανεξαρτησία». Το συμπέρασμα; Η ανεξαρτησία της Ταϊβάν δεν είναι καθόλου επικείμενη, συνεπώς η «απειλή» της για το Πεκίνο (και την Ουάσιγκτον επίσης) δεν είναι πραγματική. Αυτό που τροφοδοτεί την ένταση στα Στενά της Ταϊβάν δεν προέρχεται τόσο από διπλωματικές χειρονομίες όπως η επίσκεψη της Πελόζι στην Ταϊβάν όσο από τη θεμελιώδη πολιτική του Πεκίνου έναντι της Ταϊβάν – δεν αρκείται στο να εμποδίσει την Ταϊβάν να ανεξαρτητοποιηθεί και η «κόκκινη γραμμή» του είναι αρκετά αυθαίρετη. Ο Σι Τζινπίνγκ έχει ανατρέψει την πιο μετριοπαθή προσέγγιση του Ντενγκ Σιαοπίνγκ στη διπλωματία γενικά και στην Ταϊβάν ειδικότερα, και αντ’ αυτού έχει αποφασίσει ότι πρέπει να ενοποιήσει την Ταϊβάν το συντομότερο δυνατό, με τη βία αν χρειαστεί, εξ ου και η γερακίσια προσέγγισή του. Δεν είναι περίεργο που το Πεκίνο καταπατά τώρα τις προηγούμενες υποσχέσεις για την Ταϊβάν – η Λευκή Βίβλος του για την Ταϊβάν δεν περιλαμβάνει πλέον την προηγούμενη ρήτρα που επέτρεπε στην Ταϊβάν, στο πλαίσιο του οράματός του «μία χώρα, δύο συστήματα», να διατηρήσει τον δικό της στρατό, και η υπόσχεση να μην στείλει τον στρατό του εκεί έχει επίσης εγκαταλειφθεί. Πρέπει να αποτρέψουμε έναν πόλεμο στην άλλη πλευρά του Πορθμού, αλλά αυτό απαιτεί πρώτα απ’ όλα μια σωστή κατανόηση της κατάστασης εκεί – το Πεκίνο είναι αυτό που, μέσω της άρνησης των βασικών δικαιωμάτων του λαού της Ταϊβάν, ωθεί έναν αυξανόμενο αριθμό Ταϊβανέζων προς την ανεξαρτησία, όχι οι ΗΠΑ, τουλάχιστον όχι τώρα. Η απλή άσκηση πίεσης προς την Ουάσιγκτον για την εκτόνωση της έντασης στα Στενά δεν ωφελεί.

Η κοινωνία της Ταϊβάν υπό το ΚΜΤ είχε τέσσερις τάξεις «πολιτών», με τους ιθαγενείς να βρίσκονται στον πάτο. Οι μπενσινγκρέν της Ταϊβάν, αν και είχαν υψηλότερο στάτους από τους ιθαγενείς, καταπιέζονταν σκληρά από το ΚΜΤ και υπήρχαν διακρίσεις κατά της γλώσσας τους – για παράδειγμα, τα παιδιά των μπενσινγκρέν που μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα στο σχολείο μπορούσαν να τιμωρηθούν. Οι γουασινγκρέν αποτέλεσαν την αρχική βάση για το ΚΜΤ όταν έχασε την ηπειρωτική χώρα από το ΚΚΚ, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς καταπιέστηκαν επίσης από το ΚΜΤ. Μόνο τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος αποτελούν την προνομιούχα «πολιτική τάξη» στο νησί. Οι απλοί Ταϊβανέζοι καταπιέστηκαν, διαδοχικά, από τη δυναστεία των Τσινγκ, τους Ιάπωνες και στη συνέχεια από το ΚΜΤ. Η επί δεκαετίες ηρωική αντίστασή τους κέρδισε τελικά μια φιλελεύθερη δημοκρατία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το (ημιτελές) ταξίδι τους προς την ελευθερία ακολούθησε μια πολύ διαφορετική ιστορική πορεία εκσυγχρονισμού από τους Κινέζους της ηπειρωτικής χώρας, και αυτό τους δίνει το φυσικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης σε σχέση με την τύχη τους. Ο σεβασμός της επιθυμίας του λαού της Ταϊβάν είναι ένα σημαντικό δομικό στοιχείο για οποιαδήποτε λύση στην κρίση μεταξύ των δύο πλευρών των Στενών. Όλοι οι υποστηρικτές της δημοκρατίας πρέπει να υπενθυμίσουν στο Πεκίνο ότι η βασική αρχή για τη δημιουργία ενός δημοκρατικού εθνικού κράτους μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του λαού είναι το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση. Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση δεν συνεπάγεται απαραίτητα την απόσχιση και την ίδρυση πολλαπλών μικρών κρατών, αντίθετα θα μπορούσε να ανοίξει την ευκαιρία για μια δημοκρατική και ελεύθερη επανένωση μεταξύ γειτονικών εθνών και εθνοτήτων, όπως μας έδειξε η επανάσταση των Μπολσεβίκων.

Στα μάτια του Πεκίνου, όλοι οι Κινεζόφωνοι είναι υπήκοοί του και πρέπει να υποκλίνονται μόνο σε αυτό. Το ύφος του είναι τέτοιο ώστε οι Ταϊβανέζοι υποτίθεται ότι πρέπει να δέχονται ό,τι τους υπαγορεύει το Πεκίνο ή να είναι έτοιμοι για την «αναμόρφωση» του Πεκίνου (αυτό είπε ένας Κινέζος διπλωμάτης σε γαλλικό τηλεοπτικό σταθμό, «μετά την ενοποίηση [με την Ταϊβάν], θα κάνουμε αναμόρφωση» εκεί[12]). Αυτή είναι η γλώσσα του ολοκληρωτισμού και της αποικιοκρατίας. Με την απόλυτη άρνηση των δικαιωμάτων των Ταϊβανέζων, το Πεκίνο αναπαριστά αυτό που έκαναν οι προηγούμενοι καταπιεστές της Ταϊβάν. Αυτή η πολιτική είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να ενισχυθούν οι ολοένα και ισχυρότερες κεντρομόλες δυνάμεις στην περιφέρεια της ηπειρωτικής Κίνας και πέρα από τα Στενά. Οι Κινέζοι εθνικιστές θα πρέπει να θέσουν στον εαυτό τους αυτά τα ερωτήματα: Αν ο Σι επιμένει σε μια πολιτική που είναι αντιπαραγωγική για να κερδίσει την καρδιά των Ταϊβανέζων, δεν θα έπρεπε να τον εγκαταλείψουν ως ηγέτη; Ή μήπως επειδή πίσω από την εθνικιστική του προπαγάνδα κρύβει τη δική του ατζέντα για την απόκτηση απόλυτης εξουσίας;

 

Είναι η Ουάσινγκτον ο πραγματικός φίλος της Ταϊβάν;

Τέλος, λίγα λόγια για την Ουάσιγκτον. Προς το παρόν το Πεκίνο βρίσκεται στην επίθεση, γεγονός που κάνει την Ουάσιγκτον να φαίνεται ότι είναι ο φίλος της Ταϊβάν στον κοινό σκοπό της διατήρησης του status quo. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ουάσιγκτον, όπως και το Πεκίνο, δεν έχει ποτέ υποστηρίξει το δικαίωμα της Ταϊβάν στην αυτοδιάθεση. Εάν το κίνημα για ανεξαρτησία αναπτύσσεται ταχύτερα, τότε δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα πιθανό σενάριο όπου θα συγκρουστεί με την Ουάσινγκτον. Ακριβώς εξαιτίας αυτού του πιθανού σεναρίου, η Ουάσιγκτον παρεμβαίνει πάντα, παρασκηνιακά, στις εκλογές της Ταϊβάν και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, ώστε να κρατήσει το κίνημα ανεξαρτησίας υπό έλεγχο. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πετυχαίνει, αυτό αποκαλύπτει την αλήθεια ότι το σημερινό κοινό έδαφος μεταξύ του λαού της Ταϊβάν και της Ουάσιγκτον θα γίνει πιο εύθραυστο μακροπρόθεσμα. Αν, αυτή τη στιγμή, η Ουάσιγκτον παρουσιάζεται ως φίλη της Ταϊβάν, είναι μόνο επειδή αυτό εξυπηρετεί τη δική της τακτική ατζέντα. Η στρατηγική της ατζέντα για την υπεράσπιση της αυτοκρατορίας της δεν συμπίπτει πάντα με τις επιθυμίες του λαού της Ταϊβάν. Ας μην ξεχνάμε εκείνη τη στιγμή, το 1979, όταν η αποκαλυπτική είδηση έφτασε στους Ταϊβανέζους ότι η Ουάσινγκτον επρόκειτο να εγκαταλείψει την Ταϊβάν και να αναγνωρίσει αντ’ αυτής τη ΛΔΚ. Η παρουσίαση της Ουάσινγκτον ως του πραγματικού φίλου της Ταϊβάν είναι επομένως ένας ύποπτος ισχυρισμός. Ωστόσο, είναι επίσης πιθανό και το αντίθετο σενάριο, όπου η Ουάσινγκτον αλλάζει την πολιτική της για τη μία Κίνα και επιλέγει να υποστηρίξει την ανεξαρτησία της Ταϊβάν, έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τη νέα της ατζέντα, ακόμη και όταν η Ταϊβάν δεν είναι ακόμη έτοιμη για κάτι τέτοιο. Οποιοσδήποτε από τους δύο χειρισμούς εγκυμονεί μεγάλο κίνδυνο για τον λαό της Ταϊβάν, διότι είναι ο μικρότερος παίκτης σε αυτόν τον μεγάλο ανταγωνισμό, ο οποίος εύκολα εκφοβίζεται ή προδίδεται είτε από τη μία είτε από την άλλη υπερδύναμη. Ακριβώς γι’ αυτό η διεθνής αριστερά πρέπει να θέσει στον εαυτό της το εξής ερώτημα: Ποιο πρέπει να είναι το πρώτο μας μέλημα σε αυτή την τριγωνική σχέση μεταξύ Πεκίνου, Ταϊπέι και Ουάσιγκτον; Υποστηρίζω ότι δεν είναι ούτε το Πεκίνο ούτε η Ουάσιγκτον, αλλά ο λαός της Ταϊβάν. Κάθε αριστερός που αρνείται να δώσει ένα χέρι βοήθειας στους πιο καταπιεσμένους, ή αρνείται να αναγνωρίσει τη θέση που τους αξίζει σε αυτόν τον πλανήτη, αλλά αντ’ αυτού δίνει προτεραιότητα στην «ειρήνη» μεταξύ δύο υπερδυνάμεων έναντι των αδικημένων που βρίσκονται ανάμεσά τους, αυτός ο άνθρωπος δεν είναι άξιος του ονόματος «αριστερός».

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Au Loong-yu, “A Rightful Place for Taiwan in this Planet”, Europe Solidaire Sans Frontières, 27 Οκτωβρίου 2022, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article64688. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 15 Νοεμβρίου 2022, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7884.

 

 

Σημειώσεις

[1] “Joint Statement Following Discussions With Leaders of the People’s Republic of China”, Office of the Historian, https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1969-76v17/d203.

[2] Για παράδειγμα, βλέπε Center for Strategic and International Studies, 2017, “What Is the U.S. ‘One China’ Policy, and Why Does it Matter?”, https://www.csis.org/analysis/what-us-one-china-policy-and-why-does-it-matter.

[3] Σημειώστε ότι ενώ η αγγλική μετάφραση ισχυρίζεται ότι το DDP κάνει μια ρυθμιστική δήλωση («δεν θα έπρεπε να είναι»), η διατύπωση στο πρωτότυπο κινεζικό κείμενο δείχνει ότι το DDP απλώς απεικονίζει μια θετική δήλωση γεγονότων [http://www.mod.gov.cn/big5/topnews/2022-08/10/content_4917828.htm?yikikata=df6f8c37-d18fc17ca895f1f7685e6488fcc74ff0] που αντικατοπτρίζει τη συναίνεση (και οι δύο πλευρές έχουν διαφορετική ερμηνεία για τον όρο «Κίνα»). Επίσης, στην αγγλική μετάφραση, οι τίτλοι των χωρών και των δύο πλευρών εξαφανίζονται και η επίθεση στο ΔΠΚ είναι ελαφρώς ισχυρότερη.

[4] Οι πρόεδροι της Κίνας και των ΗΠΑ είχαν τηλεφωνικές συνομιλίες για την Ταϊβάν, το Θιβέτ (03/26/08) – Πρεσβεία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (https://www.mfa.gov.cn/web/system/index_17321.shtml).

[5] “November 26, 1943. The Cairo Declaration”, https://digitalarchive.wilsoncenter.org/document/122101.pdf?v=d41d8cd98f00b204e9800998ecf8427e.

[6]日據時代臺灣共產黨史(1928—1932),盧修一,自由時代出版社,臺北,198911月版,第37章。 (Η ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ταϊβάν υπό ιαπωνική κατοχή, του Λου Σιουγί), http://157.7.135.42/books/%E6%94%BF%E6%B2%BB%C2%B7%E5%8E%86%E5%8F%B2/%5B%E5%8F%B0%5D%E5%8D%A2%E4%BF%AE%E4%B8%80/%E6%97%A5%E6%8D%AE%E6%97%B6%E4%BB%A3%E5%8F%B0%E6%B9%BE%E5%85%B1%E4%BA%A7%E5%85%9A%E5%8F%B2%201928-1932.pdf.

[7] Gerrit van der Wees, “When the CCP Thought Taiwan Should Be Independent”, The Diplomat, 3 Μαΐου 2022, https://thediplomat.com/2022/05/when-the-ccp-thought-taiwan-should-be-independent/.

[8] “美台诬蔑中共早期领导人支持’台独’ 国台办长文驳斥”, 大公网, 6 Μαΐου 2022, http://www.takungpao.com/news/232110/2022/0506/716533.html.

[9] Edgar Snow, Red Star over China: The Classic Account of the Birth of Chinese Communism, εκδόσεις Bantam, 1978, Grove Press, Νέα Υόρκη, σελ. 90.

[10] “China releases white paper on Taiwan question, reunification in new era”, The State Council of the People's Republic of China, 10 Αυγούστου 2022, https://english.www.gov.cn/archive/whitepaper/202208/10/content_WS62f34f46c6d02e533532f0ac.html.

[11] https://esc.nccu.edu.tw/upload/44/doc/6960/People202206.jpg

[12] Giulia Carbonaro, “China Would Re-Educate Taiwan in Event of Reunification, Ambassador Says”, Newsweek, 8 Μαΐου 2022, https://www.newsweek.com/china-reeducate-taiwan-reunification-ambassador-1731141.

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2022 11:18

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.