Τετάρτη, 08 Ιουλίου 2026 22:59

Πατρογονικός Βοναπαρτισμός

 

 

Tempest: Ο Άντονι Τέσο υποστηρίζει ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε τη φύση του καθεστώτος Τραμπ ως πατρογονική και βοναπαρτιστική, και όχι ως φασιστική ή λαϊκιστική-αυταρχική. Ο πατρογονισμός [patrimonialism] βασίζεται στην προσωπική αφοσίωση των αξιωματούχων προς τον ηγέτη. Ένα βοναπαρτιστικό κράτος είναι μια συγκεκριμένη μορφή καπιταλιστικού κράτους, στο οποίο η εκτελεστική εξουσία, περιβαλλόμενη από έναν προσωπικό μηχανισμό, αποκτά πραγματική αυτονομία από την κυρίαρχη τάξη, ενώ ταυτόχρονα υπηρετεί το γενικό συμφέρον της. Η ανάλυση αυτή έχει συνέπειες για τη δυνατότητα δημιουργίας μιας οργανωμένης πολιτικής εναλλακτικής λύσης με βάση την εργατική τάξη και τα κοινωνικά κινήματα.

 

 

Anthony Teso

 

Πατρογονικός Βοναπαρτισμός

Προέλευση, συγκρίσεις και η αμερικανική συγκυρία

 

 

Τα διακυβεύματα μιας θεωρητικής κατηγοριοποίησης του κράτους

Κατά την τελευταία δεκαετία, η αμερικανική Αριστερά έχει χρησιμοποιήσει συχνά τον όρο «φασισμός» για να περιγράψει το αναδυόμενο καθεστώς στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που είναι απολύτως κατανοητό. Παντού γύρω μας παρατηρείται εμφανής περιφρόνηση των νομικών διαδικασιών, καλλιέργεια της λατρείας της ηγεσίας, χρήση παραστρατιωτικών συμβόλων στις δυνάμεις ασφαλείας, κλιμάκωση του μηχανισμού των απελάσεων και νοοτροπία «πολέμου πολιτισμών». Ωστόσο, η εξίσωση αυτών των εξελίξεων με τον φασισμό μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό, καθώς θολώνει την κατανόηση. Στη μαρξιστική-ιστορική παράδοση –από τον Τρότσκι έως τον Πουλαντζά και τον Πάξτον– ο φασισμός αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο τύπο κινήματος: μια μαζικά κινητοποιούμενη δύναμη της μικροαστικής τάξης, οργανωμένη εκτός της κοινοβουλευτικής πολιτικής, συνενωμένη με τμήματα του κεφαλαίου για την καταστολή μιας εργατικής τάξης αντιμέτωπης με μια επαναστατική ή σχεδόν επαναστατική κρίση (Trotsky 1934· Poulantzas 1970· Paxton 2004).

Η σημερινή κατάσταση στις ΗΠΑ δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Η εργατική τάξη δεν είναι οργανωμένη για την επανάσταση· η μικροαστική τάξη δεν διαθέτει τις απαραίτητες εξωκοινοβουλευτικές δομές· και το κεφάλαιο δεν αντιμετωπίζει την κρίση κερδοφορίας που οδήγησε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς βιομηχάνους προς τον φασισμό κατά τη διάρκεια της μεσοπολεμικής περιόδου.

Το να χαρακτηρίσουμε το σημερινό καθεστώς ως φασιστικό μπορεί να αποτελεί λάθος, ενώ το να το ονομάσουμε «λαϊκιστικό αυταρχισμό» μπορεί να παραβλέπει ορισμένες σημαντικές αποχρώσεις. Αυτό που πραγματικά έχουμε μπροστά μας είναι μια πιο συγκεκριμένη κατηγορία – μια κατηγορία που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο η εκτελεστική εξουσία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τις διάφορες ταξικές φατρίες εντός ενός εξαντλημένου ηγεμονικού μπλοκ, ενώ παράλληλα υιοθετεί μια πιο προσωπική και πατρογονική [patrimonial] προσέγγιση στη διαχείριση του κράτους. Το ονομάζω «πατρογονικό βοναπαρτισμό», ο οποίος συνδυάζει στοιχεία από δύο σημαντικές θεωρίες: τη μαρξιστική θεωρία για τον βοναπαρτισμό ως μια ιδιαίτερη μορφή καπιταλιστικής κρατικής εξουσίας και την ανάλυση του Βέμπερ για τον πατρογονισμό ως έναν ειδικό τρόπο διακυβέρνησης. Πιστεύω ότι η σύνθεση αυτών των δύο ιδεών μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, να το συγκρίνουμε με άλλες περιπτώσεις και να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε στρατηγικά για το τι μπορεί να μας επιφυλάσσει το μέλλον.

 

Οι ρίζες του βοναπαρτισμού ως μαρξιστικής κατηγορίας

Η κατηγορία του βοναπαρτισμού εισάγεται στη μαρξιστική ανάλυση με τις μπροσούρες του Μαρξ που καλύπτουν τα γεγονότα στη Γαλλία από το 1848 έως το 1851, οι οποίες είχαν μεγάλη επιρροή: Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και, αργότερα, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (Marx 1850· Μαρξ 1852· Μαρξ 1871). Τα κείμενα αυτά διερευνούν κυρίως την έννοια της αυτονομίας του κράτους. Όταν ο Λουδοβίκος-Ναπολέων Βοναπάρτης οργάνωσε το πραξικόπημά του τον Δεκέμβριο του 1851 και ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας μόλις ένα χρόνο αργότερα, η γαλλική αστική τάξη είχε σε μεγάλο βαθμό καταστείλει την προλεταριακή εξέγερση του Ιούνη του 1848. Αντί να κυβερνά άμεσα, η αστική τάξη παραχώρησε την πολιτική εξουσία σε ένα καθεστώς που ανέστειλε το κοινοβούλιο, αποδυνάμωσε το κομματικό σύστημα και συγκέντρωσε τον διοικητικό έλεγχο σε μια εκτελεστική εξουσία που υποστηριζόταν από την «εταιρεία της 10 του Δεκέμβρη» [Société du Dix-Décembre] –μια ομάδα παραγκωνισμένων τυχοδιωκτών, χρηματοοικονομικών κερδοσκόπων και υπολειμμάτων της αριστοκρατίας, την οποία ο Μαρξ περιέγραψε με γλαφυρότητα (Marx 1852, κεφ. 5).

Η ανάλυση του Μαρξ περιστρέφεται γύρω από ένα παράδοξο. Το βοναπαρτιστικό κράτος είναι, ως προς την πολιτική του μορφή, αυτόνομο από την αστική τάξη: την πειθαρχεί, την φορολογεί και συναλλάσσεται μαζί της μέσω του νομαρχιακού μηχανισμού. Ωστόσο, ως προς το κοινωνικό του περιεχόμενο, είναι ένα κράτος που εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον του κεφαλαίου. Ο Βοναπάρτης προστατεύει την ιδιοκτησία· συντρίβει το εργατικό κίνημα· ανοίγει τον δρόμο για τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση υπό τον Ωσμάν και την Crédit Mobilier. Η αυτονομία είναι πραγματική, αλλά υπό όρους. Βασίζεται σε μια ιδιόμορφη συγκυρία: μια εργατική τάξη αρκετά ισχυρή ώστε να αποτελεί απειλή για την αστική τάξη, αλλά όχι αρκετά ισχυρή για να πάρει την εξουσία, και μια αστική τάξη υπερβολικά διχασμένη για να κυβερνήσει άμεσα. Σε αυτό το κενό παρεμβαίνει η εκτελεστική εξουσία, ισχυριζόμενη ότι στέκεται υπεράνω των τάξεων για να εκπροσωπήσει το έθνος –κυρίως την κατακερματισμένη αγροτιά, την οποία ο Μαρξ παρομοιάζει, όπως είναι γνωστό, με ένα «σακί πατάτες», ανίκανη να αυτοεκπροσωπηθεί και, ως εκ τούτου, να χρειάζεται έναν εκπρόσωπο που να την εξουσιάζει (Marx 1852, κεφ. 7).

Αυτή είναι η αρχική έννοια του βοναπαρτισμού: μια συγκεκριμένη μορφή καπιταλιστικού κράτους, στην οποία η εκτελεστική εξουσία, περιβαλλόμενη από έναν προσωπικό μηχανισμό, αποκτά πραγματική αυτονομία από την κυρίαρχη τάξη, ενώ ταυτόχρονα υπηρετεί το γενικό συμφέρον της. Η ανασύνθεση της θεωρίας του Μαρξ για το κράτος από τον Χαλ Ντρέιπερ καταδεικνύει ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντιμετώπιζαν αυτό το φαινόμενο όχι ως ανωμαλία, αλλά ως μια επαναλαμβανόμενη μορφή του αστικού κράτους υπό συνθήκες ταξικής εξισορρόπησης (Draper 1977). Ο Ένγκελς γενίκευσε την κατηγορία στην ανάλυσή του για τη Γερμανία του Μπίσμαρκ, όπου διέκρινε μια παρόμοια δομική λογική να λειτουργεί σε ένα διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο (Engels 1884). Η κατηγορία του βοναπαρτισμού, λοιπόν, από την πρώτη της διατύπωση, προοριζόταν να είναι ένα ευέλικτο αναλυτικό εργαλείο και όχι περιγραφή ενός μοναδικού καθεστώτος.

Ο Λέον Τρότσκι επέκτεινε αποφασιστικά την έννοια αυτή τη δεκαετία του 1930. Αντιμετωπίζοντας την άνοδο του φασισμού, ο Τρότσκι φρόντισε να διακρίνει τον βοναπαρτισμό –μια μορφή κανονικής αστικής εξουσίας σε περίοδο κρίσης– από τον καθαυτό φασισμό, ο οποίος συνεπαγόταν την καταστροφή της οργάνωσης της εργατικής τάξης από ένα εξωκοινοβουλευτικό μαζικό κίνημα (Trotsky 1934). Για τον Τρότσκι, τα καθεστώτα των Μπρύνινγκ, Πάπεν και Σλάιχερ στα τέλη της περιόδου της Βαϊμάρης αποτελούσαν βοναπαρτιστικά προοίμια· το καθεστώς του Χίτλερ, μόλις εδραιώθηκε, ήταν κάτι ποιοτικά διαφορετικό. Το βοναπαρτιστικό καθεστώς, υποστήριζε ο Τρότσκι, ήταν μια έκτακτη μορφή εξουσίας, εγγενώς μεταβατική, που οδηγούσε είτε πίσω προς την κοινοβουλευτική κανονικότητα είτε μπροστά προς τον φασισμό. Ο Τρότσκι, επίσης, επέκτεινε – με αμφιλεγόμενο τρόπο – την κατηγορία αυτή για να χαρακτηρίσει το γραφειοκρατικό καθεστώς του Στάλιν στο έργο Η Προδομένη Επανάσταση, υποστηρίζοντας ότι ο σταλινισμός αντιπροσώπευε έναν «βοναπαρτισμό sui generis», δηλαδή την αυτονομία ενός γραφειοκρατικού στρώματος από τις δύο τάξεις σε ένα εργατικό κράτος (Trotsky 1937). Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για την εφαρμογή της έννοιας στη Σοβιετική Ένωση, η μεθοδολογική αυτή κίνηση είναι σημαντική: ο βοναπαρτισμός έγινε, για τον Τρότσκι και τους συνεχιστές του, ένα εργαλείο για την εξέταση της αυτονομίας του κράτους σε περιόδους ταξικής εξισορρόπησης και κρίσης.

Η επόμενη σημαντική θεωρητική ανάπτυξη προέρχεται από τον Νίκο Πουλαντζά. Στα έργα του Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, Φασισμός και δικτατορία και Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, ο Πουλαντζάς συστηματοποίησε τη μαρξιστική θεωρία του κράτους και απέδωσε στον βοναπαρτισμό μια δομική και όχι αμιγώς συγκυριακή έννοια (Poulantzas 1968· Poulantzas 1970· Poulantzas 1978). Για τον Πουλαντζά, το αστικό κράτος παρουσιάζει πάντα μια σχετική αυτονομία από την κυρίαρχη τάξη, διότι πρέπει να οργανώσει την τάξη στο σύνολό της ενάντια στις φυγόκεντρες τάσεις των ανταγωνιστικών της φατριών. Ο βοναπαρτισμός, λοιπόν, αναφέρεται σε μια περίοδο κατά την οποία η σχετική αυτονομία του κράτους εντείνεται. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η εκτελεστική εξουσία συγκεντρώνει την εξουσία, η κοινοβουλευτική διαμεσολάβηση καταρρέει και ο κρατικός μηχανισμός γίνεται το κύριο πεδίο σύγκρουσης μεταξύ των ταξικών φατριών. Στο ύστερο έργο του, ο Πουλαντζάς πρότεινε ότι αυτό είχε καταστεί η κανονική μορφή του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κράτους στο πλαίσιο του ύστερου καπιταλισμού, ένα καθεστώς που ονόμασε «αυταρχικό κρατισμό», το οποίο χαρακτηρίζεται από την παρακμή των κοινοβουλευτικών θεσμών, τη συγκέντρωση της εξουσίας στην εκτελεστική εξουσία, τη συγχώνευση κόμματος και κράτους, καθώς και την παρακμή των τυπικών έννομων διαδικασιών (Poulantzas 1978). Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, ο αυταρχικός κρατισμός περιγράφεται ως ένας βοναπαρτισμός που έχει καταστεί μόνιμος και διάχυτος, λειτουργώντας ως ο θεμελιώδης ρυθμός της κυριαρχίας του προηγμένου καπιταλισμού και όχι απλώς ως έκφραση ενός επεισοδίου κρίσης.

Η στρατηγικο-σχεσιακή ανακατασκευή του μοντέλου του Πουλαντζά από τον Μπομπ Τζέσοπ έχει προωθήσει αυτή την ανάλυση, επιμένοντας ότι το κράτος πρέπει να νοείται όχι ως «πράγμα» αλλά ως κοινωνική σχέση, πιο συγκεκριμένα ως η θεσμική υλοποίηση μιας εξισορρόπησης ταξικών δυνάμεων (Jessop 1990· Jessop 2016). Με βάση αυτή την προσέγγιση, ο βοναπαρτισμός, είτε είναι συγκυριακός είτε δομικός, αποτελεί τη θεσμική κρυστάλλωση μιας συγκεκριμένης σύγκλισης δυνάμεων, και έχει τις αντιφάσεις του, τους όρους αναπαραγωγής του και τις μορφές κρίσης του. Αυτή είναι η μαρξιστική κληρονομιά πάνω στην οποία βασίζεται η παρούσα ανάλυση.

 

Η κληρονομιά του Βέμπερ και η πατρογονική διάσταση

Σε αυτή τη μαρξιστική παράδοση, θέλω να ενσωματώσω μια κατηγορία που προέρχεται από τον Μαξ Βέμπερ, την οποία η μαρξιστική συγγραφική παραγωγή έχει αργήσει να ενσωματώσει: τον πατρογονισμό. Στο έργο του Οικονομία και Κοινωνία, ο Βέμπερ διακρίνει τρεις καθαρούς τύπους νόμιμης κυριαρχίας: την έννομη-ορθολογική, την παραδοσιακή και τη χαρισματική, ενώ στο πλαίσιο της παραδοσιακής κυριαρχίας αναπτύσσει τον πατρογονισμό ως την κυρίαρχη μορφή προ-νεωτερικής εξουσίας (Weber 1922). Η πατρογονική κυριαρχία στηρίζεται στην προσωπική αφοσίωση των αξιωματούχων προς τον ηγεμόνα· ο διοικητικός μηχανισμός αντιμετωπίζεται ως ο προσωπικός οίκος του ηγεμόνα· τα αξιώματα απονέμονται ως χάρες και διατηρούνται κατά την κρίση του ηγεμόνα· δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού πλούτου του ηγεμόνα και των δημόσιων εσόδων της πολιτείας· και η βασισμένη σε νόμους, προβλέψιμη, έννομη-ορθολογική διαδικασία υποτάσσεται στην προσωπική βούληση του αφέντη.

Ο Βέμπερ ανέπτυξε αυτή την κατηγορία για να αναλύσει προ-νεωτερικές αυτοκρατορίες, σουλτανάτα και φεουδαρχικές βασιλείες. Ωστόσο, η βεμπεριανή έρευνα κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, και ιδίως αυτή του Σμούελ Άιζενστατ, επέκτεινε την έννοια αυτή για να αναλύσει μετα-αποικιακά καθεστώτα, στα οποία ένας τυπικά σύγχρονος, έννομος-ορθολογικός κρατικός μηχανισμός λειτουργούσε παράλληλα ή υποταγμένος σε ένα σύστημα προσωπικής εξουσίας, πελατειακών σχέσεων και εκμετάλλευσης εισοδημάτων (Eisenstadt 1973). Οι Μάικλ Μπράτον και Νίκολας φαν ντε Βάλε (Michael Bratton and Nicolas van de Walle 1997) ανέπτυξαν συγκεκριμένα την κατηγορία του νεοπατρογονισμού στη βιβλιογραφία της συγκριτικής πολιτικής για την Αφρική. Η κατηγορία αυτή βελτιώθηκε μεθοδολογικά από τους Γκέρο Έρντμαν και Ούλφ Ένγκελ (Gero Erdmann and Ulf Engel 2007). Η εργογραφία αυτή αποδεικνύει ότι ο πατρογονισμός δεν περιορίζεται σε προ-νεωτερικές δομές: μπορεί να αποτελεί την κυρίαρχη διοικητική αρχή εντός φαινομενικά σύγχρονων κρατών, αποψιλώνοντας τον επίσημο μηχανισμό από μέσα, ενώ διατηρεί τις εξωτερικές του μορφές.

Αξίζει να διακρίνουμε τον πατρογονισμό με αυτή την έννοια από την άλλη κατηγορία προσωπικής εξουσίας του Βέμπερ, την χαρισματική κυριαρχία, καθώς οι σύγχρονες αναλύσεις του «Τραμπισμού» συχνά συγχέουν τις δύο έννοιες. Η χαρισματική κυριαρχία, σύμφωνα με τον Βέμπερ, βασίζεται στην προσωπική αφοσίωση των οπαδών σε έναν ηγέτη, του οποίου η εξουσία πηγάζει από τις εξαιρετικές ιδιότητες που του αποδίδονται· είναι εγγενώς ασταθής, συγκυριακή και επιρρεπής στο να «τυποποιηθεί» με την πάροδο του χρόνου σε μία από τις άλλες μορφές (Weber 1922). Το αμερικανικό καθεστώς παρουσιάζει χαρισματικά στοιχεία στη νομιμοποίησή του: τη λατρεία της προσωπικότητας, τη μορφή των συγκεντρώσεων και τις θεωρούμενες εξαιρετικές ιδιότητες του ηγέτη. Ωστόσο, η διοικητική του ουσία είναι πατρογονική. Τα δύο επίπεδα πρέπει να διαχωρίζονται αναλυτικά: το χάρισμα είναι η γλώσσα νομιμοποίησης με την οποία ένα πατρογονικό-βοναπαρτιστικό καθεστώς απευθύνεται στη μαζική του βάση, ενώ ο πατρογονισμός είναι η πραγματική αρχή πάνω στην οποία αναδιαμορφώνεται ο διοικητικός μηχανισμός. Η συγχώνευση αυτή έχει στρατηγική σημασία. Αν κάποιος εκλάβει το καθεστώς ως ένα καθαρά χαρισματικό φαινόμενο, αναμένει ότι η κατάρρευσή του θα ακολουθήσει την προσωπική πολιτική τύχη του ηγέτη. Αν κάποιος κατανοήσει την πατρογονική ουσία, αναγνωρίζει ότι οικοδομείται μια αρχιτεκτονική διοίκησης βασισμένη στην προσωπική αφοσίωση, η οποία μπορεί να επιβιώσει, σε τροποποιημένη μορφή, ακόμη και μέσα από σημαντικές αλλαγές στο ανώτατο διοικητικό προσωπικό.

Ο πατρογονισμός, σε αυτή τη σύνθεση, αναφέρεται σε έναν τρόπο διοίκησης: την αρχή βάσει της οποίας οργανώνονται το προσωπικό, οι προϋπολογισμοί, η τήρηση των κανόνων και οι σχέσεις αφοσίωσης του κρατικού μηχανισμού. Ο βοναπαρτισμός, αντίθετα, αναφέρεται σε μια πολιτική μορφή: τη σχέση μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και των αντιμαχόμενων ταξικών φατριών του κυρίαρχου μπλοκ. Τα δύο λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης, και ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να συγχωνευθούν. Το να πούμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα υφίστανται μια πατρογονική-βοναπαρτιστική μεταμόρφωση σημαίνει να λέμε δύο πράγματα ταυτόχρονα: ότι η εκτελεστική εξουσία έχει αποκτήσει πραγματική αυτονομία από τους κατεστημένους συνασπισμούς ταξικών φατριών της νεοφιλελεύθερης τάξης και ότι ο διοικητικός μηχανισμός αναδιαμορφώνεται βάσει πατρογονικών αρχών, με την προσωπική αφοσίωση να αντικαθιστά την τήρηση των κανόνων ως κεντρικό διοικητικό κριτήριο.

 

Ιστορικά παραδείγματα και το συγκριτικό πλαίσιο

Πριν ασχοληθούμε με την περίπτωση των ΗΠΑ, αξίζει να εξετάσουμε ορισμένα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα που εμπίπτουν στην κατηγορία της παραπάνω σύνθεσης, καθώς το συγκριτικό πλαίσιο είναι αυτό που καθιστά το μοντέλο αναλυτικά παραγωγικό.

Η αυθεντική περίπτωση, η Γαλλία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη από το 1851 έως το 1870, παρουσιάζει ήδη και τις δύο αυτές πτυχές. Η εταιρεία της 10 του Δεκέμβρη, όπως την περιγράφει ο Μαρξ, δηλαδή η προσωπική ακολουθία του Βοναπάρτη, είναι πατρογονική στην ουσία της: μια ομάδα προσωπικών πελατών, χρηματοδοτών, στρατιωτικών τυχοδιωκτών και πολιτικών καιροσκόπων που εξαρτώνται από τον ηγεμόνα για τη θέση τους και των οποίων η λειτουργία ήταν να στελεχώνουν τον κρατικό μηχανισμό με βάση αρχές προσωπικής αφοσίωσης και όχι αξιοκρατικής ικανότητας (Marx 1852). Η οικονομική πολιτική της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, οι παραχωρήσεις σε ευνοούμενους χρηματοδότες, οι συμβάσεις που διανέμονταν μέσω προσωπικών διαύλων και η ανοικοδόμηση του Παρισιού που οργανώθηκε μέσω της βοναπαρτιστικής πελατειακής σχέσης είναι πατρογονικές στην συγκεκριμένη λειτουργία τους, ακόμη και αν η πολιτική μορφή είναι βοναπαρτιστική με την αυστηρή έννοια του Μαρξ. Η Δεύτερη Αυτοκρατορία, λοιπόν, δεν είναι απλώς βοναπαρτισμός· είναι ήδη πατρογονικός βοναπαρτισμός, αν και η μαρξιστική παράδοση είχε την τάση να διακρίνει μόνο τη βοναπαρτιστική διάσταση.

Η παράδοση των καουντίγιο της Λατινικής Αμερικής προσφέρει ένα διαφορετικό πλαίσιο. Από τον Ρόσας στην Αργεντινή έως τον Βάργκας στη Βραζιλία και στον Περόν κατά τη δεύτερη θητεία του, η πολιτική της Λατινικής Αμερικής έχει γνωρίσει πολλά καθεστώτα στα οποία η συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας, η προσωπική διακυβέρνηση και η πατρογονική διοίκηση συνυπήρχαν με θεσμούς που τυπικά ήταν δημοκρατικοί. Αυτές οι περιπτώσεις διαφέρουν από τον ευρωπαϊκό βοναπαρτισμό ως προς τη σχέση τους με την παγκόσμια οικονομία. Πρόκειται, ως επί το πλείστον, για ημιπεριφερειακά ή περιφερειακά κράτη, συχνά εξαρτημένα από τις εξαγωγές εμπορευμάτων, και η αυτονομία των εκτελεστικών τους αρχών εξαρτιόταν από αυτή την εξάρτηση με τρόπους που δεν έχουν άμεσο αντίστοιχο στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα ανεπτυγμένου καπιταλιστικού πατρογονικού βοναπαρτισμού, αλλά πρέπει να χειριστούμε τη σύγκριση αυτή με προσοχή. Το καθεστώς του Πούτιν παρουσιάζει, με σαφήνεια σχολικού εγχειριδίου, την αυτονομία της εκτελεστικής εξουσίας από τις αντιμαχόμενες ολιγαρχικές φατρίες της δεκαετίας του 1990· την προσωποποίηση της διοίκησης γύρω από ένα δίκτυο σιλοβίκι και προσωπικών πελατών· τη συγχώνευση του οικογενειακού πλούτου με τα κρατικά αξιώματα· τη χρήση των κρατικών πόρων ως προσωπικών μοχλών· και τη σχετική υποταγή του κεφαλαίου στην πρόσβαση στην πολιτική. Η ρωσική περίπτωση διαφέρει από οποιαδήποτε πιθανή αμερικανική περίπτωση λόγω της ημιπεριφερειακής της θέσης στο παγκόσμιο σύστημα και της συγκεκριμένης πορείας διαμόρφωσης του καθεστώτος μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά η δομική λογική είναι αναγνωρίσιμα παρόμοια.

Οι τρεις θητείες του Σίλβιο Μπερλουσκόνι ως πρωθυπουργού της Ιταλίας μεταξύ 1994 και 2011 αποτελούν μια πιο ενδεικτική πρόβα αυτού του μοντέλου στο πλαίσιο μιας δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο Μπερλουσκόνι εισήλθε στην πολιτική από το ιδιωτικό συγκρότημα μέσων ενημέρωσης και βιομηχανίας που είχε δημιουργήσει· οι κυβερνήσεις του χρησιμοποίησαν τα κρατικά αξιώματα για να υπερασπιστούν τα προσωπικά επιχειρηματικά του συμφέροντα· γέμισε τη διοίκηση με δικούς του ανθρώπους· και ο νομικοπολιτικός του αγώνας εναντίον της δικαστικής εξουσίας προανήγγειλε πολλές από τις συγκρούσεις που έχουν επαναληφθεί έκτοτε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η περίπτωση της Ιταλίας είναι διδακτική, διότι δείχνει ότι η μορφή αυτή δεν προκύπτει από την κατάρρευση ενός καθεστώτος, αλλά από την εξάντληση ενός καθιερωμένου κομματικού συστήματος: η κατάρρευση των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλιστών κατά τη διάρκεια της κρίσης Mani Pulite [Επιχείρηση καθαρά χέρια] δημιούργησε το κενό στο οποίο εισέβαλε ο Μπερλουσκόνι, ακριβώς όπως η εξάντληση της μετά το 1980 αμερικανικής κομματικής-πολιτικής τάξης δημιούργησε το κενό στο οποίο επεκτάθηκε ο Τραμπισμός.

Η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν αποτελεί μια ενδιάμεση περίπτωση μεταξύ της προσωποκεντρικής, αλλά κατά περιόδους θεσμικής ιταλικής παραλλαγής και της πιο βαθιά θεσμοποιημένης ουγγρικής παραλλαγής. Από την αρχική του άνοδο στην εξουσία μέσω του ΑΚΡ το 2003, μέσω του συνταγματικού δημοψηφίσματος του 2017, μέσω της εδραίωσης του προεδρικού καθεστώτος και μέσω της ριζικής αναδιαμόρφωσης του δικαστικού και εκπαιδευτικού μηχανισμού, ο Ερντογάν έχει οικοδομήσει ένα πατρογονικό-βοναπαρτιστικό καθεστώς σε ένα κράτος μέλος του ΝΑΤΟ που διατηρεί τυπικές εκλογές και μια υπολειμματική αντιπολίτευση (Esen and Gumuscu 2016). Η περίπτωση της Τουρκίας είναι διδακτική, διότι αποτελεί παράδειγμα ενός κράτους που, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, είναι σημαντική περιφερειακή δύναμη με σημαντικά στρατιωτικά μέσα, είναι ενταγμένο σε διεθνείς θεσμικές δομές και διαθέτει μια πολιτικά ενεργή φατρία του κεφαλαίου (τις λεγόμενες Ανατολικές Τίγρεις) που έχει αναπτυχθεί ως πολιτικοοικονομική βάση του κυβερνώντος κόμματος, αποτελώντας ένα σαφές ανάλογο ορισμένων αμερικανικών φατριών του κεφαλαίου, των οποίων η ανάπτυξη έχει διαμεσολαβηθεί πολιτικά.

Η Ινδία του Ναρέντρα Μόντι, ομοίως, σχετίζεται με την πατρογονική αναδιοργάνωση μιας μεγάλης καπιταλιστικής δημοκρατίας, της οποίας η θεσμική αρχιτεκτονική είναι πολύ πιο περίπλοκη από εκείνη των μικρών μετακομμουνιστικών κρατών που μελετώνται συχνότερα στη συγκριτική βιβλιογραφία. Το καθεστώς του Μόντι έχει συνδεθεί με συγκεκριμένες φατρίες του κεφαλαίου, τους ομίλους των οικογενειακών-δυναστικών κολοσσών Αντανί και Αμπανί, με έναν τρόπο που θυμίζει στα βασικά χαρακτηριστικά την «εταιρεία της 10 του Δεκεμβρίου» του Βοναπάρτη: τη χρήση των κρατικών αξιωμάτων για να ευνοηθεί ένας προσωπικός-πολιτικός συνασπισμός του κεφαλαίου, με τα δημόσια έσοδα και τον ρυθμιστικό μηχανισμό να λειτουργούν ως εργαλεία προσωπικής-πολιτικής συσσώρευσης (Crabtree 2018). Η περίπτωση της Ινδίας, όπως και η περίπτωση της Τουρκίας, είναι διαφωτιστική για τους Αμερικανούς, διότι καταδεικνύει ότι η μορφή αυτή δεν προκύπτει από την κατάρρευση ενός καθεστώτος, αλλά από τον πατρογονικό μετασχηματισμό μιας μεγάλης, σύνθετης καπιταλιστικής δημοκρατίας κατά τη διάρκεια μιας οργανικής κρίσης.

Η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν αντιπροσώπευε την πιο θεσμοποιημένη εκδοχή. Το καθεστώς του Όρμπαν δεν περιορίστηκε απλώς στη συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας· αναδόμησε το διοικητικό κράτος, το δικαστικό σύστημα, τα πανεπιστήμια και τα μέσα ενημέρωσης με βάση τις αρχές της προσωπικής και κομματικής αφοσίωσης (Scheppele 2018). Ενώ ο Μπερλουσκόνι παρέμεινε κυρίως ένας προσωπικός-δυναστικός πολιτικός επιχειρηματίας, του οποίου το καθεστώς δεν επέζησε της πολιτικής του παρακμής, ο Όρμπαν δημιούργησε μια θεσμική αρχιτεκτονική με σκοπό να επιβιώσει μετά από αυτόν. Η περίπτωση της Ουγγαρίας αποτελεί το πρότυπο προς το οποίο μπορεί να εξελιχθεί ο αμερικανικός πατρογονικός βοναπαρτισμός, εάν η αρχική του φάση εδραιωθεί, και είναι η περίπτωση που έχει μελετηθεί πιο διεξοδικά από την αμερικανική δεξιά διανόηση που συνδέεται με την σημερινή κυβέρνηση.

 

Η αμερικανική συγκυρία

Ποιες συγκυριακές συνθήκες οδήγησαν στη δημιουργία της αμερικανικής παραλλαγής αυτού του μοντέλου;

Το πρώτο είναι η εξάντληση της νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων που διαμόρφωνε την αμερικανική πολιτική περίπου από το 1980. Ο διακομματικός συνασπισμός που οδήγησε στη σύναψη της NAFTA, στην απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, στις μεταρρυθμίσεις του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας της δεκαετίας του 1990 και στους μακροχρόνιους πολέμους της περιόδου μετά το 2001 άρχισε να διαλύεται μετά την οικονομική κρίση του 2008 και δεν έχει ανασυγκροτηθεί. Κανένα από τα δύο κόμματα δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα σταθερό κυβερνητικό πρόγραμμα που να ανταποκρίνεται στις συνθήκες της χαμηλής ανάπτυξης, της μείωσης των πραγματικών μισθών για την πλειοψηφία των εργαζόμενων, της στροφής του κεφαλαίου προς τον ρεντιερισμό και την πρόσβαση στην πολιτική, καθώς και της μακροπρόθεσμης παρακμής της αμερικανικής ηγεμονίας στο εξωτερικό. Αυτό είναι που ο Γκράμσι αποκαλούσε «οργανική κρίση», μια κρίση της σχέσης μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, στην οποία οι κληρονομημένες πολιτικές μορφές δεν μπορούν πλέον να οργανώσουν τη συναίνεση. Ωστόσο, καμία νέα μορφή δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί (Gramsci 1971, 275–6). Ο τραμπισμός κατανοείται καλύτερα ως η πολιτική μορφή που έχει αναδυθεί στο πλαίσιο αυτής της οργανικής κρίσης: όχι ως η επίλυσή της, αλλά ως η παράτασή της υπό νέες συνθήκες.

Το δεύτερο είναι η μακροπρόθεσμη αποδυνάμωση της ικανότητας του κράτους στις ΗΠΑ. Το έργο του Βόλφγκανγκ Στρέεκ σχετικά με τη σταθεροποίηση του κράτους περιγράφει τη μακροπρόθεσμη μεταμόρφωση των κρατών του προηγμένου καπιταλισμού υπό την επιρροή των αγορών ομολόγων. Ωστόσο, η υποκείμενη λογική έχει επίσης επιδράσει στην περίπτωση των ΗΠΑ, μετατρέποντας τα κράτη από «φορολογικά κράτη» που ανταποκρίνονται στις δημοκρατικές απαιτήσεις των πολιτών σε «κράτη χρέους» που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των πιστωτών (Streeck 2014· Streeck 2016). Το αμερικανικό διοικητικό κράτος το 2026 είναι το προϊόν σαράντα ετών συσσωρευμένης ιδιωτικοποίησης, ανάθεσης εργασιών σε εξωτερικούς συνεργάτες, παγώματος προσλήψεων, πολιτικοποίησης ανώτερων μόνιμων θέσεων και αντικατάστασης της μόνιμης δημόσιας διοίκησης από δίκτυα συμβούλων. Αυτό το περιβάλλον αποτελεί το έδαφος στο οποίο έχουν διεισδύσει οι πατρογονικές αρχές. Η πυκνότητα του δημόσιου τομέα που θα μπορούσε να αντισταθεί σε μια διοίκηση βασισμένη στην προσωπική αφοσίωση είναι σημαντικά χαμηλότερη από ό,τι ήταν ακόμη και τη δεκαετία του 1970, για να μην αναφέρουμε τον μηχανισμό του New Deal που καθιέρωσε ο Ρούσβελτ και το μακροχρόνιο κράτος ασφαλείας του Ψυχρού Πολέμου που εδραιώθηκε γύρω από αυτόν.

Η τρίτη προϋπόθεση είναι η μεταμόρφωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από ένα οργανωμένο κόμμα του κεφαλαίου, με τη δική του εσωτερική πειθαρχία και συμμαχίες μεταξύ ταξικών φατριών, σε κάτι που μοιάζει περισσότερο με ένα προσωπικό όχημα για τον ηγέτη. Το κίνημα των συντηρητικών νομικών, το δίκτυο των επιχειρηματειών δωρητών, η οργανωτική υποδομή των ευαγγελικών και το συγκρότημα των ραδιοφωνικών εκπομπών και των καλωδιακών ειδησεογραφικών καναλιών δεν έχουν εξαφανιστεί. Ωστόσο, η σχέση του κόμματος με αυτές τις ομάδες έχει αντιστραφεί. Ενώ παλαιότερα η ηγεσία του κόμματος πειθαρχούσε αυτές τις ομάδες ώστε να σχηματίσουν μια συμμαχία, τώρα ο ηγέτης πειθαρχεί το κόμμα εναντίον τους, διατηρώντας την υποστήριξή τους με την υλοποίηση επιλεγμένων προτεραιοτήτων, ενώ υποτάσσει την οργανωτική τους αυτονομία στο προσωπικό του πολιτικό όχημα. Πρόκειται για την πατρογονοποίηση [patrimonialization] ενός μεγάλου αστικού κόμματος, μια εξέλιξη χωρίς πραγματικό προηγούμενο στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική ιστορία.

Η τέταρτη προϋπόθεση είναι το συγκεκριμένο καθεστώς συσσώρευσης στο πλαίσιο του οποίου συμβαίνουν όλα αυτά. Έχω υποστηρίξει αλλού ότι αυτό είναι καλύτερα να ονομαστεί «πολιτικός καπιταλισμός»: ένα καθεστώς συσσώρευσης στο οποίο η ιδιοποίηση μέσω πολιτικής πρόσβασης, δασμών, κυρώσεων, ρυθμιστικών ευνοιών, επιδοτούμενων συμβάσεων και συμφωνιών δημόσιου-ιδιωτικού τομέα καθίσταται η κύρια οδός για τις ρεντιέρικες φατρίες του κεφαλαίου, αντικαθιστώντας την ανταγωνιστική συσσώρευση ως κυρίαρχο μοντέλο. (Οι Riley and Brenner 2022 αναπτύσσουν ένα συναφές επιχείρημα υπό μια ελαφρώς διαφορετική ονομασία.) Η πατρογονική διακυβέρνηση λειτουργεί για αυτό το καθεστώς με τρόπο που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει για ένα καθεστώς ανταγωνιστικής-βιομηχανικής συσσώρευσης. Όταν η πρόσβαση στην εκτελεστική εξουσία γίνεται το κύριο μέσο ιδιοποίησης, η αυτονομία και η προσωποποίηση της εκτελεστικής εξουσίας αποκτούν αξία για τις φατρίες του κεφαλαίου που επωφελούνται. Αυτό είναι το ταξικό περιεχόμενο του αμερικανικού μοντέλου.

Η πέμπτη συνθήκη είναι στρατηγικο-αυτοκρατορική. Το αμερικανικό αυτοκρατορικό κράτος βρίσκεται σε φάση μετάβασης από μια πολυμερή ηγεμονία βασισμένη σε κανόνες –τη μορφή που διαμορφώθηκε μετά το 1945 και ανανεώθηκε μετά το 1991– προς έναν διμερή μοντέλο τύπου «hub-and-spoke» [σύστημα κόμβου-ακτινών], στο οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τη δύναμή τους μέσω προσωπικών συμφωνιών με υποταγμένους ισχυρούς ηγέτες –συμφωνίες που βασίζονται περισσότερο στη συναλλαγή παρά σε κανόνες, με τον ίδιο τον ηγέτη να αποτελεί τον κεντρικό συνομιλητή. Αυτή η μετατόπιση συνάδει με την εσωτερική μορφή του κράτους: η πατρογονική διακυβέρνηση στο εσωτερικό και η πατρογονική αυτοκρατορία στο εξωτερικό αποτελούν την ίδια πολιτική λογική που λειτουργεί σε διαφορετικές κλίμακες. Το αν αυτή είναι η πολιτική μορφή ενός ηγεμόνα που διαχειρίζεται τη δική του παρακμή –μια φθηνότερη, πιο συναλλακτική αυτοκρατορική οικονομία βίας– ή μια περιστασιακή πολιτική μορφή που τυχαίνει να ταιριάζει σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το κεντρικό ερώτημα της μαρξιστικής ανάλυσης της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Το πλαίσιο της ηγεμονικής μετάβασης του Αρρίγκι παρέχει την υλιστική εκδοχή της πρώτης ερμηνείας (Arrighi 1994· Arrighi 2007). Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η πατρογονική-βοναπαρτιστική μορφή λειτουργεί ως το πολιτικο-διοικητικό πλαίσιο για τη μετάβαση των Ηνωμένων Πολιτειών από μια ηγεμονική σε μια πολυπολική παγκόσμια οικονομία.

Πώς εμφανίζεται η αμερικανική περίπτωση στην πράξη; Αξίζει να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Παρατηρούμε τον διορισμό ανώτερων διοικητικών στελεχών με βάση την προσωπική αφοσίωση και όχι την εμπειρογνωμοσύνη· τη χρήση των αμνηστιών ως εμπορευμάτων για προσωπικούς συμμάχους· τη διάλυση του παραδοσιακού διαχωρισμού μεταξύ οικογενειακής επιχείρησης και κρατικού αξιώματος· την επίθεση κατά της δημόσιας διοίκησης μέσω της κατάργησης των εγγυήσεων σταδιοδρομίας και της ανακατάταξης ανώτερων θέσεων ως πολιτικών διορισμών· τη χρήση των δασμών όχι ως μέσων βιομηχανικής στρατηγικής, αλλά ως προσωπικών μοχλών για την εξαγωγή παραχωρήσεων από ξένες κυβερνήσεις και εγχώριες επιχειρήσεις· την καλλιέργεια προσωπικής αφοσίωσης εντός του μηχανισμού ασφαλείας και την εκτόπιση της επαγγελματικής ηγεσίας του στρατού και των μυστικών υπηρεσιών· και την ανοιχτή αξιοποίηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης ως μέσου προσωπικής εκδίκησης. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες καταχρήσεις, αλλά για τα συστηματικά χαρακτηριστικά ενός καθεστώτος που αναδιαμορφώνεται με βάση πατρογονικές αρχές.

Η επίθεση κατά της ομοσπονδιακής δημόσιας διοίκησης αποτελεί τη σημαντικότερη θεσμική διάσταση αυτής της μεταμόρφωσης. Το προεδρικό διάταγμα «Schedule F», που εκδόθηκε αρχικά το 2020 και επανενεργοποιήθηκε το 2025, ανακατατάσσει δεκάδες χιλιάδες ανώτερες μόνιμες θέσεις ως θέσεις πολιτικών διορισμών, οι οποίες μπορούν να καταργηθούν κατά την κρίση του προέδρου. Πρόκειται για ένα διοικητικό μέτρο που μετατρέπει με μία κίνηση μια φαινομενικά βασισμένη στην αξία γραφειοκρατία σε πατρογονικό οίκο. Σε συνδυασμό με την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών σύμφωνα με κριτήρια πολιτικής αφοσίωσης, τη συστηματική απομάκρυνση των γενικών επιθεωρητών, την πολιτικοποίηση των στρατιωτικών και των υπηρεσιών πληροφοριών, καθώς και τη χρήση εκτελεστικών διαταγμάτων για την παράκαμψη της νομοθετικής έγκρισης σε θέματα στελέχωσης και πολιτικής, το σωρευτικό αποτέλεσμα ήταν η ταχύτερη μεταμόρφωση του ομοσπονδιακού διοικητικού μηχανισμού από την εποχή του New Deal, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ το New Deal δημιούργησε ένα σταθερό διοικητικό κράτος βασισμένο σε έννομες και ορθολογικές αρχές, η σημερινή μεταμόρφωση διαλύει αυτό το κράτος και το μετατρέπει σε ένα δίκτυο προσωπικών και πολιτικών διορισμών που ανταποκρίνονται στη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτό αντιπροσωπεύει την κυριολεκτική μετατροπή του διοικητικού μηχανισμού σε πατρογονικό σύστημα.

Η τάξη που επωφελείται δεν είναι η αστική τάξη στο σύνολό της, αλλά ένα συγκεκριμένο τμήμα της: οι ρεντιέρηδες με πολιτικές διασυνδέσεις· τα τμήματα των οικογενειών-καπιταλιστών και των επιχειρηματικών δυναστειών· τα τμήματα των νέων τεχνολογιών και των κρυπτονομισμάτων, των οποίων η συσσώρευση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική και ρυθμιστική εύνοια· καθώς και τα τμήματα της ενέργειας και του στρατιωτικο-βιομηχανικού τομέα, των οποίων τα συμφέροντα ευθυγραμμίζονται με τον ιμπεριαλιστικό αναπροσανατολισμό. Αντίθετα, οι κύριοι καπιταλιστές αντίπαλοι του καθεστώτος είναι οι φατρίες του κεφαλαίου που υπόκεινται περισσότερο στη πειθαρχία των αγορών ομολόγων και είναι πιο εκτεθειμένες στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Ωστόσο, η αντίστασή τους είναι σποραδική και περιορισμένη, καθώς στερούνται ενός πολιτικού φορέα στον οποίο να προσχωρήσουν.

 

Οι εντάσεις του μοντέλου

Ο πατρογονικός βοναπαρτισμός δεν αποτελεί μια σταθερή ισορροπία. Ενέχει πραγματικές εντάσεις που επηρεάζουν το μέλλον του.

Το πρώτο είναι θεωρητικό και υποδηλώνει μια πιθανή παρερμηνεία. Ο κλασικός βοναπαρτισμός προϋποθέτει έναν εκσυγχρονισμένο και ορθολογιστικό κρατικό μηχανισμό – το σύστημα των νομαρχών στη Γαλλία και την αυτοκρατορική γραφειοκρατία στη Γερμανία. Η αυτονομία της εκτελεστικής εξουσίας, στον κλασικό βοναπαρτισμό, κατέστη δυνατή χάρη στην ύπαρξη μιας ανεπτυγμένης έννομης-ορθολογικής διοίκησης. Ο πατρογονισμός, αντίθετα, συνίσταται στη διάλυση αυτής της διοίκησης σε δίκτυα προσωπικής αφοσίωσης. Έτσι, όταν περιγράφουμε ένα συγκεκριμένο καθεστώς ως ταυτόχρονα βοναπαρτιστικό και πατρογονικό, είτε περιγράφουμε ένα σταθερό υβρίδιο στο οποίο η αυτόνομη εκτελεστική εξουσία καταλαμβάνει και πατρογονικοποιεί έναν μηχανισμό που εξακολουθεί να λειτουργεί, είτε μια μεταβατική μορφή στην οποία η πολιτική στιγμή της βοναπαρτιστικής συγκέντρωσης εξουσίας αποτελεί το προοίμιο μιας βαθύτερης αποδυνάμωσης του ορθολογικού-έννομου κράτους. Η δεύτερη ερμηνεία είναι, πιστεύω, πιο κοντά στην αλήθεια της αμερικανικής περίπτωσης, και υποδηλώνει ότι δεν βρισκόμαστε ακόμη στο σημείο ισορροπίας της μορφής αυτής, αλλά στη φάση της ενεργού καταστροφής του κράτους.

Η δεύτερη είναι η αντίθεση μεταξύ τάξης και περιεχομένου. Ο βοναπαρτισμός θεωρείται ότι είναι σχετικά αυτόνομος, αλλά τελικά λειτουργεί προς όφελος του κεφαλαίου γενικά. Η πατρογονική διακυβέρνηση, αντίθετα, λειτουργεί προς όφελος μιας συγκεκριμένης φατρίας. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες σημαντικές φατρίες του κεφαλαίου έχουν αντιταχθεί στις πολιτικές του καθεστώτος, με την κατά διαστήματα επιβολή πειθαρχίας στην τιμολογιακή πολιτική από την αγορά ομολόγων να αποτελεί το πιο σαφές παράδειγμα. Η επανειλημμένη δοκιμασία των ορίων και η υποχώρηση του καθεστώτος από τις πιο ακραίες θέσεις του κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων της αγοράς ομολόγων υποδηλώνουν ότι το κεφάλαιο διατηρεί γενικά μια δομική εξουσία βέτο. Ωστόσο, το γεγονός ότι τα όρια συνεχίζουν να δοκιμάζονται υποδηλώνει ότι το καθεστώς είναι πρόθυμο να ωθήσει τη σχέση πιο μακριά από ό,τι έχει κάνει οποιοδήποτε μεταπολεμικό αμερικανικό καθεστώς. Το αν αυτό αντιπροσωπεύει την αναδιοργάνωση του κεφαλαίου, τη δημιουργία μιας κρατικής μορφής κατάλληλης για το νέο πολιτικο-καπιταλιστικό καθεστώς συσσώρευσης, ή μια μερική κατάληψη του κράτους εις βάρος του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου μακροπρόθεσμα, αποτελεί το κεντρικό ερώτημα της ταξικής ανάλυσης.

Το τρίτο είναι το πρόβλημα της διαδοχής. Τα πατρογονικά καθεστώτα είναι γνωστά για την ευθραυστότητά τους σε περίπτωση θανάτου ή πολιτικής παρακμής του πατρογονικού ηγέτη. Η δομή του μηχανισμού που βασίζεται στην προσωπική αφοσίωση, η απουσία θεσμοθετημένων κανόνων για τη διαδοχή, οι οικογενειακές-δυναστικές φιλοδοξίες του κύκλου του ηγέτη και η αντιπαλότητα των υφισταμένων αντικαταστατών συντελούν όλα στην πρόκληση κρίσεων διαδοχής. Η βιβλιογραφία για τον νεοπατρογονισμό στην Αφρική το τεκμηριώνει αυτό με ζοφερή σαφήνεια (Bratton and van de Walle 1997). Η περίπτωση των ΗΠΑ θα αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα εντός ενός καθορισμένου πολιτικού ορίζοντα: το συνταγματικό όριο στις προεδρικές θητείες, όσο αμφισβητήσιμο κι αν είναι· η ηλικία και η υγεία του ηγέτη· και η απουσία ενός προφανούς διαδόχου που να διαθέτει την ίδια προσωπική εξουσία. Το πώς το καθεστώς θα διαχειριστεί αυτή τη μετάβαση, είτε μέσω ενός καθορισμένου δυναστικού διαδόχου, είτε μέσω μιας μερικής αποκατάστασης της κομματικής πολιτικής διαμεσολάβησης, είτε μέσω μιας βαθύτερης αυταρχικής θεσμοθέτησης σύμφωνα με το ουγγρικό μοντέλο, συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα ανοιχτά ερωτήματα της αμερικανικής πολιτικής.

Το τέταρτο είναι το ζήτημα της συγκριτικής ανάλυσης της συγκυρίας. Το ουγγρικό μοντέλο θεσμοποίησης μέσω δικαστικής και συνταγματικής αναδιάρθρωσης έχει μελετηθεί από Αμερικανούς συντηρητικούς διανοούμενους που συνδέονται με το καθεστώς, και ορισμένα στοιχεία του έχουν εισαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, το αμερικανικό πλαίσιο διαφέρει σε σημαντικά σημεία: η ομοσπονδιακή δομή, η σχετική ανεξαρτησία των πολιτικών συστημάτων σε επίπεδο πολιτειών, το συνεχιζόμενο θεσμικό βάρος των φατριών του κεφαλαίου που αντιτίθενται στο καθεστώς, η εναπομείνασα οργανωτική πυκνότητα του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών κινημάτων, καθώς και το απλό γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ένα ηγεμονικό κράτος με αυτοκρατορικές ευθύνες και όχι μια μικρή ανοιχτή οικονομία. Αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να δυσχεράνουν την πλήρη εδραίωση του μοντέλου ουγγρικού τύπου, ή μπορεί να οδηγήσουν σε μια ειδικά αμερικανική παραλλαγή αυτού του μοντέλου, τα χαρακτηριστικά της οποίας δεν είναι ακόμη πλήρως ορατά.

Το πέμπτο είναι η νομιμοποίηση. Η μεταπολεμική αμερικανική πολιτική στηρίχθηκε σε μια συγκεκριμένη μορφή έννομης-ορθολογικής νομιμοποίησης: τον ισχυρισμό ότι η εξουσία ασκείται μέσω διαδικασιών που διέπονται από κανόνες, περιορίζονται συνταγματικά και τις διαχειρίζονται επαγγελματίες. Ο πατρογονικός βοναπαρτισμός δεν μπορεί να συνεχίσει να διεκδικεί αυτή τη μορφή νομιμοποίησης, καθώς η διοικητική του ουσία έρχεται σε αντίθεση με αυτήν. Το καθεστώς αναζητά εμφανώς εναλλακτικές μορφές νομιμοποίησης: το χαρισματικό-λαϊκιστικό στυλ που απευθύνεται στη μαζική του βάση, το πολιτισμικό-εθνικιστικό στυλ που απευθύνεται σε τμήματα της δεξιάς διανόησης, το συναλλακτικό-διαπραγματευτικό στυλ που απευθύνεται στην επιχειρηματική τάξη, και το προνοιακό-θρησκευτικό στυλ που απευθύνεται στους ευαγγελικούς ψηφοφόρους. Κανένα από αυτά δεν διαθέτει την ενοποιητική ικανότητα της έννομης-ορθολογικής νομιμοποίησης που αντικαθιστά. Αυτή η ανεπάρκεια αποτελεί δομική αδυναμία του μοντέλου και είναι μία από τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα αντι-ηγεμονικό εγχείρημα.

 

Μελλοντικές εξελίξεις

Ποιες, λοιπόν, είναι οι πιθανές κατευθύνσεις;

Η πρώτη είναι η εντατικοποίηση προς έναν θεσμοποιημένο αυταρχισμό σύμφωνα με το ουγγρικό μοντέλο: ένας σταθεροποιημένος πατρογονικός βοναπαρτισμός. Αυτό προϋποθέτει ότι το καθεστώς θα καταφέρει να αναδιαμορφώσει το ομοσπονδιακό δικαστικό σύστημα, τα πανεπιστήμια, τη δημόσια διοίκηση και τον ομοσπονδιακό μηχανισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε να αντέξει μια πολιτική μετάβαση. Το καθεστώς πρέπει να απονομιμοποιήσει επιτυχώς το κόμμα της αντιπολίτευσης ή να το περιορίσει πολιτικά, ώστε να μην μπορεί να αναλάβει πλήρως την εξουσία. Επιπλέον, απαιτεί οι κύριες φατρίες του κεφαλαίου που δεν έχουν υποστηρίξει το καθεστώς να προσαρμοστούν, παρ’ όλα αυτά, σε αυτό. Αυτή η πορεία είναι πιθανή, αλλά δεν είναι εγγυημένη· τόσο η ομοσπονδιακή δομή όσο και η εναπομείνασα πολιτική βαρύτητα της αντιπολίτευσης λειτουργούν εναντίον του.

Η δεύτερη είναι η κρίση διαδοχής και η αστάθεια του καθεστώτος: ο πατρογονικός βοναπαρτισμός σε κατάρρευση. Αυτή η πορεία προκύπτει αν το καθεστώς αποτύχει να διαχειριστεί τη διαδοχή του, αν τα δίκτυα προσωπικής αφοσίωσης κατακερματιστούν λόγω διαμάχης μεταξύ φατριών, ή αν η παρακμή του ηγέτη δημιουργήσει ένα κενό που κανένας διορισμένος διάδοχος δεν μπορεί να καλύψει. Το ιστορικό προηγούμενο αυτής της πορείας είναι καλά τεκμηριωμένο στη βιβλιογραφία για τον νεοπατρογονισμό: τα καθεστώτα που βασίζονται στην προσωπική εξουσία τείνουν να υφίστανται ταραχώδεις μεταβάσεις (Bratton and van de Walle 1997). Είναι αδύνατο να προβλεφθεί λεπτομερώς η έκβαση μιας τέτοιας μετάβασης στις ΗΠΑ. Ωστόσο, είναι πιθανό να οδηγήσει σε μερική αποκατάσταση της κομματικής πολιτικής διαμεσολάβησης, υπό συνθήκες σημαντικά αποδυναμωμένης διοικητικής ικανότητας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Το τρίτο, και κατά τη γνώμη μου το πιο πιθανό, μεσοπρόθεσμο σενάριο είναι μια παρατεταμένη οργανική κρίση χωρίς επίλυση. Ούτε η σταθεροποίηση του καθεστώτος σε μια σταθερή αυταρχική θεσμική αρχιτεκτονική ούτε η αποκατάσταση της προγενέστερης νεοφιλελεύθερης-δημοκρατικής τάξης είναι πλήρως εφικτές μεσοπρόθεσμα, δεδομένων των υποκείμενων συνθηκών της μακροχρόνιας αμερικανικής παρακμής, του κατακερματισμένου στρατηγικού προσανατολισμού του κεφαλαίου και της αδυναμίας των οργανωμένων πολιτικών εναλλακτικών λύσεων έναντι της δεξιάς πτέρυγας του καθεστώτος. Σε αυτό το σενάριο, πιθανότατα θα δούμε μια συνεχιζόμενη εναλλαγή μεταξύ φάσεων εντατικοποιημένης πατρογονικής διακυβέρνησης και φάσεων μερικής θεσμικής αποκατάστασης, με τον υποκείμενο κρατικό μηχανισμό να γίνεται προοδευτικά λιγότερο ικανός και το πολιτικό μοντέλο να γίνεται προοδευτικά λιγότερο αναγνωρίσιμο ως η μεταπολεμική αμερικανική δημοκρατία.

Το τέταρτο, που αποτελεί το στρατηγικό πεδίο στο οποίο πρέπει να δραστηριοποιηθεί η σοσιαλιστική αριστερά, είναι η δυνατότητα μιας οργανωμένης πολιτικής εναλλακτικής λύσης που θα βασίζεται στην εργατική τάξη, στα κοινωνικά κινήματα και στις εναπομένουσες δημοκρατικές-ρεπουμπλικανικές δυνάμεις. Αυτή η εναλλακτική λύση αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τον πατρογονικό-βοναπαρτιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Διαμορφώνει το πολιτικό της σχέδιο ως υπεράσπιση και ανανέωση των δημοκρατικών-ρεπουμπλικανικών θεσμών προς όφελος ενός προγράμματος της εργατικής τάξης. Αυτό δεν είναι το ίδιο με ένα λαϊκό μέτωπο «δημοκρατίας ενάντια στον αυταρχισμό», το οποίο διαλύει το ταξικό περιεχόμενο σε μια υπεράσπιση του Συντάγματος. Διαφέρει επίσης από μια τριτοπεριοδική στάση αποχής που αντιμετωπίζει τη σύγκρουση μεταξύ του πατρογονικού βοναπαρτισμού και της εναπομείνασας δημοκρατικής τάξης ως διαμάχη αστικών φατριών στην οποία το εργατικό κίνημα δεν έχει κανένα συμφέρον. Πρόκειται, μάλλον, για ένα πολιτικό σχέδιο που αναγνωρίζει το καθεστώς ως συγκεκριμένο εχθρό της εργατικής τάξης, δεδομένου ότι η επίθεσή του στη δημόσια διοίκηση, στις εργασιακές ρυθμίσεις και στα δημόσια αγαθά από τα οποία εξαρτάται η ζωή της εργατικής τάξης δεν είναι δευτερεύουσα αλλά κεντρική, ενώ αρνείται να υποτάξει το εργατικό κίνημα στα πολιτικά όργανα της παραγκωνισμένης νεοφιλελεύθερης τάξης.

Ένα σοβαρό σοσιαλιστικό πολιτικό εγχείρημα στην παρούσα συγκυρία πρέπει να δρα ταυτόχρονα σε διάφορα μέτωπα. Πρέπει να υπερασπιστεί τους έννομους-ορθολογικούς θεσμούς της αμερικανικής δημοκρατίας που υπάρχουν ακόμη –τη δημόσια διοίκηση, τα δικαστήρια, τα πανεπιστήμια και το ρυθμιστικό κράτος– όχι επειδή αυτοί οι θεσμοί, στην υφιστάμενη μορφή τους, εξυπηρετούν πλήρως τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά επειδή η καταστροφή τους ενισχύει την πατρογονική διακυβέρνηση και αποδυναμώνει την ικανότητα της εργατικής τάξης να επιβάλει μεταρρυθμίσεις. Η καταστροφή της ικανότητας επιβολής του Εθνικού Συμβουλίου Εργασιακών Σχέσεων, η αποδυνάμωση του OSHA [Occupational Safety and Health Administration / Οργανισμός Επαγγελματικής Ασφάλειας και Υγείας] και η πολιτικοποίηση της επιβολής των μεταναστευτικών νόμων εις βάρος των εργαζομένων και των οικογενειών τους: αυτά δεν είναι παράπλευρες συνέπειες ενός καθεστώτος που επικεντρώνεται αλλού. Αποτελούν κεντρικά στοιχεία ενός καθεστώτος του οποίου ο ταξικός χαρακτήρας, στην καθημερινή του λειτουργία, είναι ενάντια στην εργατική τάξη.

Πρέπει, ταυτόχρονα, να απορρίψει την πολιτική υποταγή που επιβάλλει το πλαίσιο της «υπεράσπισης της δημοκρατίας». Η νεοφιλελεύθερη-δημοκρατική τάξη πραγμάτων που αντικατέστησε το καθεστώς βρισκόταν η ίδια σε βαθιά κρίση, και η αποκατάστασή της με τους παλιούς όρους δεν είναι ούτε δυνατή ούτε επιθυμητή. Το πολιτικό σχέδιο της υποταγής του εργατικού κινήματος στην ανασυγκροτητική ατζέντα του Δημοκρατικού Κόμματος, όπου οργανώθηκε μεγάλο μέρος της θεσμικής Αριστεράς την τελευταία δεκαετία, αποτελεί στρατηγικό αδιέξοδο. Δεν μπορεί ούτε να νικήσει αποφασιστικά το καθεστώς ούτε να προσφέρει στην εργατική τάξη ένα πολιτικό εργαλείο κατάλληλο για τις συνθήκες της οργανικής κρίσης.

Το τρίτο μέτωπο είναι το αργό και δύσκολο έργο της οικοδόμησης, εντός και ενάντια στα υπάρχοντα κόμματα, ενός ανεξάρτητου πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης, ενός φορέα που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τον πατρογονικό-βοναπαρτιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος, που οργανώνεται για την υπεράσπιση και την ανανέωση των δημοκρατικών-ρεπουμπλικανικών θεσμών στην υπηρεσία ενός προγράμματος της εργατικής τάξης, και που αρχίζει, σταδιακά, να διεκδικεί την πολιτική εξουσία με βάση μια διαφορετική επίλυση της οργανικής κρίσης. Οι συνθήκες για ένα τέτοιο εγχείρημα είναι δυσμενείς· ήταν δυσμενείς για τις περισσότερες από τις μεγάλες προσπάθειες δημιουργίας κομμάτων τους τελευταίους δύο αιώνες. Η κατηγορία του πατρογονικού βοναπαρτισμού δεν προσφέρει από μόνη της ένα τέτοιο εγχείρημα. Ωστόσο, προσδιορίζει το καθεστώς που αντιμετωπίζουμε, και ο σαφής προσδιορισμός του εχθρού αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση της στρατηγικής σαφήνειας. Η κατηγορία αυτή αποτελεί, τελικά, μια μαρξιστική συμβολή σε αυτή τη σαφήνεια, και ο τρόπος με τον οποίο θα την αξιοποιήσουμε θα καθορίσει αν η επόμενη φάση της αμερικανικής πολιτικής θα είναι μια φάση στην οποία η εργατική τάξη θα αποτελεί στρατηγικό υποκείμενο ή απλώς θεατή της ίδιας της ήττας της.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Anthony Teso, “Patrimonial Bonapartism. Origins, comparisons, and the American conjuncture”, Tempest, 4 Ιουλίου 2026, https://tempestmag.org/2026/07/patrimonial-bonapartism/.

 

Βιβλιογραφία

Arrighi, Giovanni, 1994, The Long Twentieth Century: Money, Power, and the Origins of Our Times, Λονδίνο: Verso [Αρίγκι Τζοβάνι, Ο μακρύς εικοστός αιώνας. Χρήμα, εξουσία και οι απαρχές της εποχής μας, Εστία, Αθήνα 2025, μετάφραση Βαγγέλης Χατζηβασιλείου].

Arrighi, Giovanni, 2007, Adam Smith in Beijing: Lineages of the Twenty-First Century, Λονδίνο: Verso [Αρίγκι Τζοβάνι, Ο Άνταμ Σμιθ στο Πεκίνο, Κουκκίδα, Αθήνα 2021, μετάφραση Δημήτρης Δημόπουλος].

Bratton, Michael, and Nicolas van de Walle, 1997, Democratic Experiments in Africa: Regime Transitions in Comparative Perspective, Κέμπριτζ: Cambridge University Press.

Crabtree, James, 2018, The Billionaire Raj: A Journey Through India’s New Gilded Age, Νέα Υόρκη: Tim Duggan Books.

Draper, Hal, 1977, Karl Marx’s Theory of Revolution. Volume I: State and Bureaucracy, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press.

Eisenstadt, Shmuel N, 1973, Traditional Patrimonialism and Modern Neopatrimonialism, Μπέβερλι Χιλς: Sage.

Engels, Friedrich, 1884, The Origin of the Family, Private Property, and the State, αναδημοσίευση στο Marx-Engels Collected Works, τόμος 26, Λονδίνο: Lawrence and Wishart, 1990 [Ένγκελς Φρίντριχ, Η καταγωγή της οικογένειας, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2013].

Erdmann, Gero, and Ulf Engel, 2007, “Neopatrimonialism Reconsidered: Critical Review and Elaboration of an Elusive Concept”, Commonwealth and Comparative Politics 45 (1): 95–119.

Esen, Berk, and Sebnem Gumuscu. 2016. “Rising Competitive Authoritarianism in Turkey”, Third World Quarterly 37 (9): 1581–1606.

Gramsci, Antonio, 1971, Selections from the Prison Notebooks, επιμέλεια και μετάφραση [στα αγγλικά] Quintin Hoare and Geoffrey Nowell Smith, Νέα Υόρκη: International Publishers [Γκράμσι Αντόνιο, Για τον Μακιαβέλι, για την πολιτική, για το σύγχρονο κράτος, Ηριδανός, Αθήνα χ.χ.έ., μετάφραση Φ.Κ.].

Jessop, Bob, 1990, State Theory: Putting the Capitalist State in Its Place, Κέμπριτζ: Polity Press.

Jessop, Bob, 2016, The State: Past, Present, Future, Κέμπριτζ: Polity Press.

Marx, Karl, 1850, The Class Struggles in France, 1848–1850, αναδημοσιευμένο στο Marx-Engels Collected Works, τόμος 10, Λονδίνο: Lawrence and Wishart, 1978 [Μαρξ Καρλ, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, Ειρήνη, Αθήνα 1975, μετάφραση Γιάννης Ν. Βιστάκης].

Marx, Karl, 1852, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, αναδημοσιευμένο στο Marx-Engels Collected Works, τόμος 11, Λονδίνο: Lawrence and Wishart, 1979 [Μαρξ Καρλ, Η 18η Μρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983].

Marx, Karl, 1871, The Civil War in France, αναδημοσιευμένο στο Marx-Engels Collected Works, τόμος 22, Λονδίνο: Lawrence and Wishart, 1986 [Μαρξ Καρλ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Στοχαστής, Αθήνα 1976, μετάφραση Επιτροπή Ελλήνων του Εξωτερικού].

Paxton, Robert O, 2004, The Anatomy of Fascism, Νέα Υόρκη: Knopf [Paxton Robert O., Η ανατομία του φασισμού, Κ΄’εδρος, Αθήνα 2006, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου].

Poulantzas, Nicos, 1968, Political Power and Social Classes, Λονδίνο: New Left Books [Πουλαντζάς Νίκος, Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Θεμέλιο, Αθήνα, α΄ τόμος 1975, μετάφραση, Φιλίνης Κώστας· β΄ τόμος 1985, μετάφραση Λ. Χατζηπροδρομίδης].

Poulantzas, Nicos, 1970, Fascism and Dictatorship: The Third International and the Problem of Fascism, Λονδίνο: New Left Books [Πουλαντζάς Νίκος, Φασισμός και Δικτατορία: Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Ολκός, Αθήνα 1975, μετάφραση Χριστίνα Αγριντώνη. Ανατύπωση, Θεμέλιο, Αθήνα 2006].

Poulantzas, Nicos, 1978, State, Power, Socialism, Λονδίνο: New Left Books [Πουλαντζάς, Νίκος, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα 1982, μετάφραση Κρητικός Γιάννης].

Riley, Dylan, and Robert Brenner, 2022, “Seven Theses on American Politics”, New Left Review 138: 5–27.

Scheppele, Kim Lane, 2018, “Autocratic Legalism”, University of Chicago Law Review 85 (2): 545–584.

Streeck, Wolfgang, 2014, Buying Time: The Delayed Crisis of Democratic Capitalism, Λονδίνο: Verso [Στρεκ Βόλφγκανγκ, Κερδίζοντας χρόνο: Η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού, Τόπος, Αθήνα 2016, μετάφραση Τουλγαρίδου Μαρίνα].

Streeck, Wolfgang, 2016, How Will Capitalism End? Essays on a Failing System, Λονδίνο: Verso [Στρεκ Βόλφγκανγκ, Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; Δοκίμια για ένα σύστημα που αποτυγχάνει, Πλέθρον, Αθήνα 2019, μετάφραση Πεδιώτης Γιάννης].

Trotsky, Leon, 1934. “Bonapartism and Fascism”, αναδημοσιευμένο στο The Struggle Against Fascism in Germany, Νέα Υόρκη: Pathfinder Press, 1971 [Τρότσκι Λέον, «Βοναπαρτισμός και Φασισμός», Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1984, ηλεκτρονική αναδημοσίευση: Ο Εργάτης, 29 Μαρτίου 2012, https://ergatis.wordpress.com/2012/03/29/%CE%B2%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9/].

Trotsky, Leon, 1937, The Revolution Betrayed: What Is the Soviet Union and Where Is It Going?, μετάφραση [στα αγγλικά] Max Eastman, Νέα Υόρκη: Pathfinder Press [Τρότσκι Λέον, Η Προδομένη Επανάσταση, Αλλαγή, Αθήνα 1984, μετάφραση Θ. Θωμαδάκης, Η. Ροδίτη].

Weber, Max, 1922, Economy and Society: An Outline of Interpretive Sociology, επιμέλεια Guenther Roth and Claus Wittich, Μπέρκλεϊ: University of California Press, 1978 [Weber Max, Οικονομία και κοινωνία. 1. Κοινωνιολογικές έννοιες, Σαββάλας, Αθήνα 2005, μετάφραση Θανάσης Γκιούρας].

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.