Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2026 12:48

Γερμανία: Οι ακτιβιστές της Αριστεράς παρουσιάζονται ως «εσωτερικός εχθρός»

Διαδήλωση στο Βερολίνο, το Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2026, στα πλαίσια της πανεθνικής κινητοποίησης «Gen Z regelt» («Η γενιά Z αναλαμβάνει»). Το πανό γράφει: «Χωρίς απεργία δεν θα αλλάξει τίποτα».

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα του elaliberta.gr: Το Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 30 διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη Γερμανία, με το σύνθημα «GenZ regelt das» («Η γενιά Z αναλαμβάνει»), ενάντια στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, την ακρίβεια, τη μείωση της χρηματοδότησης για την εκπαίδευση και την υγεία, καθώς επίσης και στην κλιματική καταστροφή. Οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν με άγρια καταστολή από την αστυνομία. Το άρθρο γράφτηκε τέσσερις μέρες πριν από τις διαδηλώσεις της 31 Οκτώβρη και αναδεικνύει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο η καταστολή εναντίον των κινημάτων της νεολαίας αρθρώνεται μαζί με την υποστήριξη που παρέχουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (και πιο συγκεκριμένα η γερμανική) στη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων, την κλιμακούμενη αντιμεταναστευτική και ισλαμοφοβική πολιτική της ΕΕ και τη ραγδαία ανάπτυξη του ευρωπαϊκού μιλιταρισμού και του εξοπλιστικού ανταγωνισμού. Με αυτό το αντιδραστικό μείγμα οι ευρωπαϊκές άρχουσες τάξεις και κυβερνήσεις επιχειρούν να συνθέσουν την εικόνα ενός νέου φαντάσματος του εσωτερικού εχθρού: μιας εξεγερμένης νεολαίας, η οποία έχει πολυεθνικά χαρακτηριστικά και διαμορφώνεις στον αγώνα της μια διεθνιστική και αντικαπιταλισιτκή συνείδηση.

 

 

A. Al-Muhajir

 

Γερμανία: Οι ακτιβιστές της Αριστεράς παρουσιάζονται ως «εσωτερικός εχθρός»

 

Ο σοσιαλισμός, ο αντιρατσισμός και η αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη θεωρούνται όλο και περισσότερο ως εγκληματικές πράξεις, καθώς η Γερμανία επαναστρατιωτικοποιείται.

 

Η Βανέσα Έμντε είναι μέλος του Die Linke, του πιο αριστερού, «δημοκρατικού σοσιαλιστικού» κόμματος της Γερμανίας που κατεβαίνει στις εκλογές. Είναι επίσης η εκλεγμένη υποψήφια για έδρα στη Βουλή των Αντιπροσώπων του Βερολίνου (Abgeordnetenhaus). Στις περιφερειακές εκλογές του Βερολίνου της 20ής Σεπτεμβρίου, συνέτριψε τον πλησιέστερο αντίπαλό της, τον υποψήφιο των Πρασίνων, κερδίζοντας το 46,2% των ψήφων έναντι του 20,9% των Πρασίνων.

Εκπροσωπώντας τη νεολαιίστικη αριστερά του κόμματος και αντανακλώντας τη ριζοσπαστική, σοσιαλιστική και αντι-σιωνιστική πολιτική της, η 45χρονη E Έμντε mde διεξήγαγε μια προεκλογική καμπάνια που έδινε έμφαση σε λαϊκά οικονομικά ζητήματα, όπως η μείωση των ενοικίων και η απαλλοτρίωση και κοινωνικοποίηση (Vergesellschaftung) περίπου 160.000 διαμερισμάτων που ανήκουν στους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες ακινήτων του Βερολίνου. Αυτά τα συνθήματα βρήκαν ευρεία απήχηση στην περιφέρεια της Έμντε, το Νόικελν, μια εργατική συνοικία με πολλούς κατοίκους με «μεταναστευτικό υπόβαθρο» (Migrationshintergrund) που υποφέρουν από έντονο εξευγενισμό.

Η Έμντε επίσης υποστήριξε ενεργά την Παλαιστίνη, κατήγγειλε τη γενοκτονία στη Γάζα και επέκρινε έντονα την τυφλή υποστήριξη του γερμανικού κράτους προς το Ισραήλ. Φορώντας επιδεικτικά μια κεφίγια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έβαλε στο στόχαστρο τον σιωνισμό και την Staatsräson του γερμανικού κράτους. Όπως διατύπωσε η πρώην καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Κνεσέτ το 2008, η Staatsräson αναφέρεται σε μια αλληλεγγύη προς το Ισραήλ που δεν υπόκειται σε διαπραγμάτευση, έναν ακλόνητο βράχο στον πυρήνα της γερμανικής πολιτικής.

Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, η ηγεσία του Die Linke του Βερολίνου επιδιώκει πλέον να αποκλείσει την Έμντε από την κοινοβουλευτική του ομάδα. Ισχυρίζονται ότι η Έμντε παρέβη την κομματική πειθαρχία, αντιτασσόμενη στη συμφωνία συνασπισμού του κόμματος με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) και τους Πράσινους για τη συγκρότηση μιας «κόκκινης-κόκκινης-πράσινης» κυβέρνησης στο Βερολίνο. Γιατί το κάνει αυτό το Die Linke, ένα κόμμα που υποτίθεται ότι είναι σοσιαλιστικό και διεθνιστικό;

 

Η ευθεία οδός από τον εκλογικισμό στην ταξική συνεργασία

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, το Die Linke δεν είχε κανένα πρόβλημα να αξιοποιήσει τον ενθουσιασμό των εργαζομένων και της νεολαίας του Βερολίνου, οι οποίοι δεν αγανακτούν μόνο για τα υψηλά ενοίκια και τις τιμές της ενέργειας, αλλά και για τη στήριξη της Γερμανίας προς το Ισραήλ. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, μια μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών θεωρεί σωστά το Ισραήλ ως τον δράστη γενοκτονίας στη Γάζα και επιθυμεί η γερμανική κυβέρνηση να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο Ισραήλ. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επίσης πλέον σταθερά ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών έχει αρνητική άποψη για το Ισραήλ και απορρίπτει την ιδέα ότι το Ισραήλ πρέπει να αποτελεί το «συμφέρον του κράτους» της Γερμανίας. Σύμφωνα με μια αξιόπιστη δημοσκόπηση, το 60% των Γερμανών απορρίπτει πλέον και το ρητορικό ερώτημα: «Φέρει η Γερμανία ιδιαίτερη ιστορική και ηθική ευθύνη για την ασφάλεια του Ισραήλ ως συνέπεια του Ολοκαυτώματος;»[1]

Με λίγα λόγια, η φήμη του Ισραήλ έχει καταρρεύσει στα μάτια της γερμανικής κοινής γνώμης. Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα γερμανικά πολιτικά κόμματα, για τα οποία το «κρατικό συμφέρον» δεν υπόκειται σε διαπραγμάτευση. Σε αυτά περιλαμβάνεται και το Die Linke, το οποίο μόλις υπέγραψε στο Βερολίνο μια απίστευτη συμφωνία συνασπισμού με το SPD και τους Πράσινους, η οποία θυσιάζει σχεδόν κάθε σοσιαλιστική και διεθνιστική αρχή που υποτίθεται ότι πρεσβεύει το κόμμα, στο βωμό της αστικής πολιτικής της ευπρέπειας. Αυτό περιλαμβάνει παραχωρήσεις όσον αφορά την «προστασία της εβραϊκής ζωής» — η οποία, στη Γερμανία, συχνά ισοδυναμεί με το κράτος του Ισραήλ και την κατηγορία ότι όποιος ασκεί κριτική στον σιωνισμό είναι αντισημίτης· επιβεβαιώνοντας εκ νέου ως «μη διαπραγματεύσιμο» το «δικαίωμα ύπαρξης» του Ισραήλ και καταδικάζοντας το κίνημα BDS.

Κατά την προεκλογική περίοδο, τα αστικά κόμματα —συμπεριλαμβανομένων των Πρασίνων και του SPD—, μαζί με το γερμανικό κράτος μέσω των επιτροπών του για τον αντισημιτισμό, καθώς και εξέχοντες πολιτικοί, έχουν εξαπολύσει κατηγορίες για αντισημιτισμό σε όσους ασκούν κριτική στο Staatsräson. Οι κατηγορίες αυτές έχουν στοχεύσει ειδικότερα το Die Linke, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που αποσκοπεί σαφώς να το αναγκάσει να υποταχθεί στα συμφέροντα του γερμανικού κεφαλαίου.

Η Έμντε, η οποία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας δήλωσε ότι «τα κράτη δεν έχουν δικαίωμα ύπαρξης — οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα ύπαρξης» και αρνήθηκε να ανακαλέσει αυτή τη δήλωση, έγινε ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος για τη ρεφορμιστική και συμβιβασμένη ηγεσία του Die Linke, προκειμένου να δείξει ότι θα είναι αξιόπιστοι εταίροι συνασπισμού για τα αστικά κόμματα. Για την ηγεσία του Die Linke, η βασική κατευθυντήρια αρχή φαίνεται να είναι: να απευθύνονται στην αριστερά πριν από τις εκλογές και στη συνέχεια να την θυσιάζουν μετά από αυτές.

 

Η επαναστρατιωτικοποίηση της Γερμανίας

Οι υποχωρήσεις του Die Linke δεν προκαλούν έκπληξη. Από μια επαναστατική σοσιαλιστική και μαρξιστική υλιστική προοπτική, είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς ότι η προσήλωση ενός πολιτικού κόμματος στην εκλογική επιτυχία πάνω από κάθε άλλο ζήτημα στρατηγικής και αρχών θα οδηγήσει άμεσα στην προσαρμογή του κόμματος στους όρους της αστικής τάξης σε οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ των ταξικών δυνάμεων. Στο κατώφλι της εξασφάλισης ακόμη και μιας μέτριας εκλογικής «δύναμης», το κόμμα θα υποταχθεί στις πιέσεις του κεφαλαίου αντί να ακολουθήσει τις σοσιαλιστικές του δεσμεύσεις μέχρι το λογικό τους τέλος, δηλαδή μια αντιπαράθεση με το κεφάλαιο.

Η περιθωριοποίηση της Έμντε αποδεικνύει έτσι τη μοιραία αδυναμία του σοσιαλισμού που επικεντρώνεται στις εκλογές, μια ευπάθεια που γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν εξεταστεί από διεθνή προοπτική: ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και ο ισραηλινός αποικιοκρατισμός έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο, ενώ οι ακροδεξιές δυνάμεις προχωρούν ασταμάτητα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Με τον Τραμπ να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να υπονομεύσει την παραδοσιακή θέση της Ευρώπης ως «πελάτη» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, το ζήτημα του ευρωπαϊκού μιλιταρισμού έχει αναδειχθεί στο προσκήνιο της αστικής πολιτικής σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού. Με την Γερμανία να ηγείται, υπάρχει πλέον μια συντονισμένη πρωτοβουλία της άρχουσας τάξης για την εκ νέου κινητοποίηση της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας σε κατάσταση πολέμου. Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τα επίσημα στοιχεία όσο και από την καθημερινή εμπειρία εδώ στη Γερμανία.

Το ομοσπονδιακό σχέδιο προϋπολογισμού της Γερμανίας για το 2027 αυξάνει σημαντικά τις στρατιωτικές δαπάνες, σε σύγκριση με τον προϋπολογισμό του 2026, από 82,2 δισεκατομμύρια ευρώ σε 109,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό ανέρχεται σε σχεδόν 150 δισεκατομμύρια ευρώ όταν συμπεριληφθούν «ειδικές» προσθήκες, όπως ένα ταμείο που έχει διατεθεί ειδικά για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, διεξάγεται μια προπαγανδιστική εκστρατεία με στόχο να κερδίσει την υποστήριξη ενός βαθιά σκεπτικιστικού κοινού, ειδικά των νέων. Αν περπατήσετε οποιαδήποτε μέρα στο κέντρο μιας γερμανικής πόλης ή σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, θα συναντήσετε μεγάλες διαφημίσεις για τη στρατολόγηση, στις οποίες προβάλλονται εμφανώς εικόνες Γερμανών διαφορετικής εθνικότητας με τη στολή της Bundeswehr, του γερμανικού στρατού («POC» είναι μια αμερικανική ερμηνεία της φράσης Menschen mit Migrationshintergrund, «άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο», η συνήθης γερμανική έκφραση).

 

Διαθέσεις αντίστασης

Η διάθεση των Γερμανών γίνεται όλο και πιο επικριτική απέναντι στην επαναστρατιωτικοποίηση και τις κοινωνικές περικοπές. Οι διαμαρτυρίες είναι σχεδόν συνεχείς — κάθε εβδομάδα φαίνεται να γίνονται συγκεντρώσεις σε όλη τη Γερμανία ενάντια στις κυβερνητικές πολιτικές. Το κίνημα Schulstreik (σχολική αποχή), με ηγέτες και οργανωτές μαθητές γυμνασίου και λυκείου, αποτελεί ένα εθνικό δίκτυο που διοργανώνει μηνιαίες διαμαρτυρίες κατά του γερμανικού στρατού, της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και των κοινωνικών περικοπών. Μια μεγάλη διαδήλωση στην οποία συμμετείχα στη Λειψία το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Σεπτεμβρίου συγκέντρωσε συνδικάτα από τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς και δίκτυα μεταναστών εργαζομένων. Οι ομιλητές συνέδεσαν την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών με τις περικοπές στην εκπαίδευση, την ψυχική και σωματική υγειονομική περίθαλψη, τη στήριξη ατόμων με αναπηρία και τα κέντρα νεότητας των γειτονιών.

Στις 6 Οκτωβρίου και ξανά στις 24 Οκτωβρίου, μαθητές-διοργανωτές και συνδικαλιστές συγκέντρωσαν εκατοντάδες άτομα σε μια κεντρική πλατεία στο κέντρο της Λειψίας, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην εγκατάσταση ενός αμερικανο-ισραηλινού εργοστασίου όπλων στη Λειψία. Στις 10 Οκτωβρίου, δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές από όλη τη Γερμανία συγκεντρώθηκαν στο Βερολίνο, στο πλαίσιο της διεθνούς παγκόσμιας ημέρας δράσης για την Παλαιστίνη. Και με το βλέμμα στραμμένο προς τις 31 Οκτωβρίου, φοιτητές εμπνευσμένοι από τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις της γαλλικής νεολαίας οργανώνονται με το σύνθημα «GenZ regelt das» («Η γενιά Z το αναλαμβάνει») για μια πανεθνική μαζική δράση. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα του κλίματος που επικρατεί μεταξύ των εργαζομένων, της νεολαίας και των απλών ανθρώπων σε ολόκληρη τη χώρα. Το σύνθημα «GenZ regelt das» αποτυπώνει αυτό το κλίμα και δίνει μια εικόνα για το πώς τα κινήματα προσπαθούν να ενώσουν διαφορετικούς αγώνες: «σχολεία που καταρρέουν, στρατολόγηση, εκρηκτική αύξηση των τιμών, περικοπές στα πανεπιστήμια και στις κοινωνικές παροχές, στροφή προς τα δεξιά».

 

Η αυταρχική καμπή της Ευρώπης

Πολλά εκατομμύρια εργαζομένων και νέων, από την Ευρώπη έως την Ινδία, τη Βραζιλία και τις ΗΠΑ, αποκτούν την αυτοπεποίθηση να αμφισβητήσουν την άρχουσα τάξη, η οποία επωφελείται από αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες. Με τη νεολαία της Γαλλίας να πρωτοστατεί, η νεολαία σε όλη την Ευρώπη έχει διάθεση για αγώνα. Αυτό βοηθά να εξηγηθεί η προσπάθεια του γερμανικού κράτους και των προπαγανδιστών του να ποινικοποιήσουν την αντίσταση στον γερμανικό μιλιταρισμό, τον σιωνισμό και τους πολέμους μέσω αντιπροσώπων. Με τη σειρά της, η στροφή προς την ακροδεξιά, η οποία είναι αισθητή μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία –ή αυτό που στη Γερμανία ονομάζεται Zeitwende, «η ιστορική καμπή»– αντανακλά μια ευρύτερη στροφή προς τα δεξιά σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ένα καλό παράδειγμα αποτελεί το ψήφισμα κατά της «ισλαμιστικής διείσδυσης» που υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 8 Οκτωβρίου. Συνταγμένο από το συντηρητικό μπλοκ της ΕΕ και υποστηριζόμενο τόσο από τα φιλελεύθερα όσο και από τα ακροδεξιά κόμματα, το ψήφισμα αυτό, όπως αναλύει ο Τουρκο-Γερμανός δημοσιογράφος Χουσεΐν Ντογρού στην αριστερή εφημερίδα junge Welt, δεν είναι μόνο ισλαμοφοβικό, αλλά επιδιώκει να ποινικοποιήσει όλα τα αντιπολεμικά και αντιγενοκτονικά κινήματα στην ήπειρο.

Το ψήφισμα βασίζεται σε μια υπάρχουσα γραφειοκρατία ασφάλειας της ΕΕ, η οποία δημιουργήθηκε την εποχή της ρωσικής εισβολής με ρητό σκοπό την καταπολέμηση της «Ξένης Πληροφόρησης, Χειραγώγησης και Παρέμβασης» (FIMI /Foreign Information, Manipulation, and Interference). Το FIMI δεν στοχεύει σε παράνομες πράξεις, αλλά μάλλον σε νόμιμες συμπεριφορές και «μοτίβα συμπεριφοράς που βλάπτουν τις ευρωπαϊκές αξίες και τις πολιτικές διαδικασίες». Όλα αυτά οργανώνονται γύρω από τον νεολογισμό «υβριδικός πόλεμος», ένα ιδεολογικό ασαφές σημαίνον που είναι σήμερα της μόδας στις τάξεις του αστικού Τύπου και μεταξύ των πολιτικών.

Το ψήφισμα για την ισλαμική διείσδυση ισχυρίζεται ότι ισλαμιστικές ομάδες ενδέχεται να εμπλακούν σε «εισοδισμό» σε φιλανθρωπικές ενώσεις, οργανώσεις νεολαίας, πανεπιστήμια και άλλα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών, προκειμένου να αναλάβουν τον έλεγχό τους και να επηρεάσουν την πολιτική της ΕΕ. Το FIMI και το ψήφισμα για τη διείσδυση στοχεύουν επίσης τις αντιρατσιστικές οργανώσεις, καθώς πλέον η ΕΕ θεωρεί αυτές τις οργανώσεις ιδιαίτερα επιρρεπείς στο «μίσος κατά του Ισραήλ».

 

Ο εσωτερικός εχθρός

«Η απειλή», γράφει ο Ντογρού, «δεν προέρχεται πλέον από ξένη δύναμη. Η ΕΕ αναζητά πλέον τον εσωτερικό εχθρό». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «μοτίβου συμπεριφοράς» που μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με το FIMI και το ψήφισμα για τον ισλαμισμό είναι αυτό που τα αστικά ΜΜΕ αποκαλούν «μίσος προς το Ισραήλ». Αυτό, σύμφωνα με το ψήφισμα, αποτελεί δείκτη «ριζοσπαστικοποίησης». Η γραμμή που χωρίζει αυτό που οι συντάκτες του ψηφίσματος αποκαλούν «νόμιμη» (και προστατευόμενη) κριτική του Ισραήλ από τον αντισημιτισμό ή τον ριζοσπαστισμό παραμένει ασαφής. «Είναι πλέον οι Ευρωπαίοι υποχρεωμένοι (verpflichtet) να αγαπούν το Ισραήλ;», ρωτά ο Ντογρού.

Τα πραγματικά συμφέροντα που προστατεύονται εδώ δεν είναι η «δημοκρατία» ή η πολιτική συμμετοχή, αλλά τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Σύμφωνα με τα ίδια τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ΕΕ ήταν ο πρώτος εμπορικός εταίρος του Ισραήλ το 2024, με το εμπόριο να ανέρχεται σε 42,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Η Γερμανία, με τη σειρά της, δεν είναι μόνο η κορυφαία οικονομική δύναμη της Ευρώπης, αλλά και η πιο ένθερμη υποστηρίκτρια του Ισραήλ. Αυτή η σχέση χρονολογείται από τις απαρχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (γνωστή και ως Δυτική Γερμανία) στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και αποτέλεσε θεμελιώδες στοιχείο τόσο του κράτους της Δυτικής Γερμανίας όσο και του ισραηλινού κράτους. Η γερμανική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, καθώς και η πολιτική υποστήριξη προς το Ισραήλ, όχι μόνο συνέβαλαν στο να καθαρίσει η Δυτική Γερμανία τη φήμη της, καθώς αρνιόταν να οδηγήσει στη δικαιοσύνη πρώην ναζί, αλλά της επέτρεψαν επίσης την απρόσκοπτη ένταξή της στην αναδυόμενη μεταπολεμική αμερικανο-ιμπεριαλιστική τάξη ως αξιόπιστο προπύργιο του ΝΑΤΟ και του αντικομμουνισμού.

Ο αντικομμουνισμός της Δυτικής Γερμανίας δεν ήταν απλώς μια αόριστη απειλή. Όπως αναλύει ο Ντογρού, η σημερινή εκδοχή του ευρωπαϊκού και, ιδίως, του γερμανικού αυταρχισμού θυμίζει το λεγόμενο «Διάταγμα κατά των Ριζοσπαστών» (Radikalenerlass) του 1972. Το διάταγμα, που εκδόθηκε από τον τότε καγκελάριο του SPD, Βίλι Μπράντ, έδινε εντολή στις Υπηρεσίες Εσωτερικής Ασφάλειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας (Verfassungsschutz) να διερευνήσουν περίπου 3,5 εκατομμύρια αριστερούς στον δημόσιο τομέα. Οι μυστικές υπηρεσίες έβαλαν στο στόχαστρο αυτούς τους εργαζόμενους απλώς και μόνο λόγω των πολιτικών τους απόψεων, όχι για κάτι που έκαναν. Πολλές χιλιάδες υποβλήθηκαν σε πειθαρχικές ακροάσεις και έως και 1.500 εργαζόμενοι είτε απολύθηκαν είτε δεν έλαβαν την εργασία που είχαν ζητήσει.

Έχουμε ήδη δει πώς μοιάζει σήμερα αυτή η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης, όχι μόνο στις πολλές περιπτώσεις αστυνομικής βίας εναντίον διαδηλωτών αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη στη Γερμανία και στις αμείλικτες κρατικές επιθέσεις κατά της πνευματικής ελευθερίας και της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά και στη δίκη των «5 του Ούλμ», ακτιβιστών αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη που δικάζονται επί του παρόντος για συμμετοχή σε «εγκληματική οργάνωση», επειδή εισέβαλαν σε κτίριο που ανήκει στην ισραηλινή εταιρεία όπλων Elbit στην πόλη Ούλμ της δυτικής Γερμανίας.

«Η αυταρχική στροφή της ΕΕ δείχνει μέχρι πού φτάνουν στην πραγματικότητα οι φιλελεύθερες ευρωπαϊκές αξίες», γράφει ο Ντογρού. «Η ελευθερία της γνώμης και η πολιτική συμμετοχή εξυμνούνται, μέχρι να έρθουν σε αντίθεση με το κεφάλαιο και τα κράτη που το υπηρετούν. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες είχαν πάντα ένα δεύτερο σύνολο κανόνων στα παρασκήνια (ein zweites Regelwerk in der Schublade) για τους απεργούς, τους κομμουνιστές και τους αποικιοκρατούμενους».

 

Σοσιαλισμός από τα κάτω

Σοσιαλιστές ακτιβιστές σε διάφορες οργανώσεις, μαζί με ακτιβιστές σε διάφορες αντιιμπεριαλιστικές και αντισιωνιστικές οργανώσεις, με τους οποίους ο συγγραφέας έχει μιλήσει προσωπικά, αναγνωρίζουν όλοι το ελάττωμα στην προσέγγιση του Die Linke. Μεταξύ αυτών των επικριτών περιλαμβάνεται ένας σημαντικός αριθμός της αριστερής πτέρυγας και της νεολαίας του κόμματος. Όλοι υποστηρίζουν μια μορφή ανεξάρτητης οργάνωσης της εργατικής τάξης με βάση τον σοσιαλισμό από τα κάτω. Το πώς θα μοιάζει αυτή η οργάνωση —είτε πρόκειται για κόμμα, για οργάνωση τύπου κόμματος ή για ενωμένο μέτωπο ομάδων— παραμένει ανοιχτό ζήτημα. Υπάρχει, όμως, τόσο αναγνώριση όσο και απόρριψη της γερμανικής συνενοχής στη γενοκτονία, καθώς και ένα θετικό όραμα για αυτό που ένας σύντροφος από το Die Linke χαρακτήρισε, σε μια συνομιλία μαζί μου, ως «αγωνιστικό κόμμα της εργατικής τάξης». Αυτή η επιθυμία για έναν οργανωμένο σοσιαλισμό από τα κάτω αποτελεί ένα από τα ενθαρρυντικά σημάδια σε αυτή την εποχή της απειλής της ακροδεξιάς. Αν εξελιχθεί σε μαζικό φαινόμενο, θα αρχίσει να θέτει το ζήτημα της εξουσίας σε ένα από τα κύρια προπύργια της διεθνούς αντισοσιαλιστικής και καπιταλιστικής εξουσίας. Αξίζει την πλήρη διεθνιστική και επαναστατική σοσιαλιστική αλληλεγγύη μας.

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

A. Al-Muhajir, “Germany: Left activists portrayed as ‘the enemy within’”, Workers’ Voice/La Voz de los Trabajadores, 27 Οκτωβρίου 2026, https://workersvoiceus.org/2026/10/27/germany-left-activists-portrayed-as-the-enemy-within/· αναδημοσίευση: International Workers League – Fourth International, 1 Νοεμβρίου 2026, https://litci.org/en/germany-left-activists-portrayed-as-the-enemy-within/?utm_source=copylink&utm_medium=browser.

A. Al-Muhajir, «Alemania: Los activistas de izquierda son retratados como “el enemigo interno”», Workers’ Voice/La Voz de los Trabajadores, 27 Οκτωβρίου 2026, https://workersvoiceus.org/es/2026/10/27/germany-left-activists-portrayed-as-the-enemy-within/.

 

Σημειώσεις

[1] [Σ.τ.Μ.] Σε δημοσκόπηση της YouGov η οποία διεξήχθη από τις 17 έως τις 18 Σεπτεμβρίου, διαπίστωσε ότι το 62% όλων των Γερμανών ψηφοφόρων πιστεύει ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα. Το 17% διαφωνεί και το 21% αρνήθηκε να σχολιάσει. Πιο συγκεκριμένα το 71% των ψηφοφόρων του SPD,το 71% των Πρασίνων και το 79% του Die Linke, αλλά και το 60% των ψηφοφόρων του CDU/CSU πιστεύουν ότι το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία.

Η μηνιαία δημοσκόπηση της Deutschlandtrend έδειχνε ότι το 66% των ερωτηθέντων ήθελε να ασκήσει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ισχυρότερη διπλωματική πίεση στο Ισραήλ για να τερματίσει τον πόλεμο στη Γάζα.

Σύμφωνα με το The Berlin Pulse 2025/2026, το ποσοστό αυτών που ζητάνε ισχυρότερη πίεση της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης προς το Ισραήλ για τερματισμό του πολέμου ανέρχεται στο 73%. Επίσης, στο ερώτημα, εάν φέρει η Γερμανία μια ειδική ιστορική και ηθική ευθύνη για την ασφάλεια του Ισραήλ ως αποτέλεσμα του Ολοκαυτώματος; το 60% απάντησε «Όχι» και το 38% απάντησε «Ναι».

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2026 12:59

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.