Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020 16:31

Γαλλία: Το κίνημα δε σβήνει… αλλά και δεν επεκτείνεται

Léon Crémieux

Το κίνημα κρατάει, χωρίς να σβήνει… αλλά και χωρίς να επεκτείνεται

Συνολικά, το σημερινό κίνημα κατά του σχεδίου του Μακρόν βρίσκεται ήδη στο ύψος των τριών κύριων κοινωνικών κινημάτων των τελευταίων δεκαετιών ενάντια στη μεταρρύθμιση των συντάξεων, δηλαδή του 1995, του 2003 και του 20101.

Ο Μακρόν και η κυβέρνησή του ήλπιζαν ότι το απεργιακό κίνημα της SNCF (σιδηρόδρομοι) και της RATP (μετρό Παρισιού) θα έφθινε στις γιορτές των Χριστουγέννων. Ήλπιζαν επίσης ότι, με τη βοήθεια των κύριων μίντια της χώρας, θα κατάφερναν να δυσφημίσουν το κίνημα στην κοινή γνώμη, να καταστήσουν μειοψηφικό όχι μόνο το ίδιο το απεργιακό κίνημα αλλά και τη μαζική απόρριψη του σχεδίου μεταρρύθμισης, που είναι σήμερα μαζική στον πληθυσμό, ιδιαίτερα στους ενεργούς μισθωτούς που το απορρίπτουν κατά 75%.

Αλλά η επιμονή των απεργών και όλων των δεκάδων χιλιάδων αγωνιστών που, σε όλες τις πόλεις, ενεργοποιούν τα αγωνιστικά συνδικάτα, οι διασυνδικαλιστικές επέτρεψαν να κρατηθεί ώς τώρα ένα πολιτικό κλίμα κοινωνικής σύγκρουσης και κυρίως η κυβέρνηση, με την ακαμψία της, να φανεί ως ο κυριότερος υπαίτιος της σημερινής κατάστασης, την ίδια ώρα που πήρε και τις διακοπές της στις γιορτές. Η τελευταία αυτή ηθελημένη στάση είχε σα στόχο να περάσει στην κοινή γνώμη την ιδέα ότι το ζήτημα έκλεισε, το σχέδιο κλείδωσε. Εξάλλου, η κυβέρνηση ανήγγειλε στις 17 Δεκεμβρίου ότι πλέον το νομοσχέδιο είχε γραφεί και το νομοθετικό χρονοδιάγραμμα καθοριστεί. Για να επιβεβαιώσει μάλιστα τη στάση αυτή, καμία άλλη συζήτηση δεν προγραμματίστηκε για την περίοδο 18 Δεκεμβρίου με 6 Ιανουαρίου και επιδεικτικά η κυβέρνηση δήλωσε σε διακοπές με τον Μακρόν να πηγαίνει ταξίδια στο εξωτερικό. Η θεληματική αυτή σιωπή διακόπηκε απλώς για τον προεδρικό λόγο με ευχές για την Πρωτοχρονιά, στην οποία περιγραφόταν μια φανταστική χώρα, που θα βρισκόταν σε οικονομική και κοινωνική άνθιση και θα προχωρούσε ήσυχη. Αλλά η περιφρονητική αυτή στάση το μόνο που κατάφερε ήταν να αυξήσει την ενεργοποίηση των μισθωτών που κινητοποιούνται κατά της κυβέρνησης, αλλά ακόμα και των χρηστών των συγκοινωνιών, που υπομένουν καθημερινά την ταλαιπωρία των μετακινήσεων στην περιοχή του Παρισιού ή και για τα ταξίδια με σιδηρόδρομο στις διακοπές των Χριστουγέννων.

Επιπλέον, κρατώντας πεισματικά την επιλογή να αυξηθεί στα 64 η ηλικία συνταξιοδότησης με πλήρη σύνταξη (από τα 62 σήμερα), ερχόταν σε αντιπαράθεση και με το σύνολο του συνδικαλιστικού κινήματος, ακόμα και με τις ηγεσίες της CFDT και της UNSA, δυνητικών συμμάχων της κυβέρνησης, που δεν συμμετέχουν στις διεπαγγελματικές κινητοποιήσεις, άσχετα από τις θέσεις των δικών τους σωματείων στην SNCF και στην RATP, τα οποία συνεχίζουν να συμμετέχουν στην απεργία διαρκείας κατά του νομοσχεδίου συνολικά.

Έτσι, παραδόξως, ήταν η κυβέρνηση και όχι το κίνημα που βρέθηκε σε άμυνα στα τέλη Δεκεμβρίου και αρχές Γενάρη.

Οι απεργοί RATP και SNCF, οι μαχητικοί αγωνιστές κατάφεραν να επιβάλουν ένα στηριγμένο ρυθμό δράσης, παρά το σύρσιμο της εθνικής διασυνδικαλιστικής που άφησε το κίνημα χωρίς εναλλακτική πρόταση πέρα από μια ημέρα απεργίας και διαδήλωσης στις 9 Γενάρη. Αυτό επέτρεψε να φτάσουμε στις 6 Γενάρη με άθικτη την αγωνιστικότητα και με την κυβέρνηση στριμωγμένη στη γωνία.

Πολιτικά, ο Μακρόν και ο πρωθυπουργός του αυτοπαγιδεύτηκαν οι ίδιοι.

Από τη μια πλευρά, δεν έπαψαν όλες τις τελευταίες εβδομάδες να προσπαθούν να αποφύγουν κάθε επέκταση σε άλλους επαγγελματικούς τομείς που διαθέτουν σήμερα «ειδικές» συμφωνίες. Και είναι πρώτα-πρώτα, προφανώς, οι στρατιωτικοί, στους οποίους ο Μακρόν επανέλαβε πως δεν αγγίζονται καθόλου από το «καθολικό καθεστώς». Και όμως, η θέση τους διέπεται, όπως και όλων των υπαλλήλων, από τον Συνταξιοδοτικό Κώδικα. Και μερικοί άλλοι υπάλληλοι είχαν ανάλογες διαβεβαιώσεις, αν και λιγότερο σαφείς, όπως οι αστυνομικοί και οι πυροσβέστες. Οι χορευτές της Όπερας του Παρισιού μόλις απέρριψαν κατηγορηματικά μια πρόταση εφαρμογής της μεταρρύθμισης στους καλλιτέχνες, που θα προσληφθούν μετά το 2022, διακηρύσσοντας ότι «δεν θέλουμε να είμαστε η γενιά που θα έχει θυσιάσει τις επόμενες». Οι πιλότοι της πολιτικής αεροπορίας είχαν επίσης τη διαβεβαίωση ότι θα συνεχίσουν να διαθέτουν, όπως και σήμερα, πλήρη σύνταξη στα 60 τους καθώς και, μαζί με τους(τις) αεροσυνοδούς, και το ειδικό επικουρικό τους ταμείο.

Η κυβέρνηση, έτσι, αναγκάστηκε, σε πολλά επαγγέλματα με ειδικά κεκτημένα και πρώιμες συνταξιοδοτήσεις, να πετσοκόψει το καθολικό της καθεστώς, πολλαπλασιάζοντας τις εξαιρέσεις και δημιουργώντας μακρόχονες μεταβατικές περιόδους για την εφαρμογή της μεταρρύθμισής της.

Την ώρα που, δημαγωγικά, η κυβέρνηση στόχευε επί πολλούς μήνες κατά των «προνομιούχων των ειδικών ταμείων», τώρα παραχωρεί λίγες ή πολλές εξαιρέσεις στο «καθολικό καθεστώς ίδιο για όλους», ενώ ταυτόχρονα αρνιέται να αναγνωρίσει το βάρος που υφίστανται εκατομμύρια άλλοι μισθωτοί που τους αρνιέται την οποιαδήποτε μεταβατική φάση στην εφαρμογή αυτής της μεταρρύθμισης. Οι ασυνέπειες αυτές εξασθενίζουν προφανώς την ίδια την κυβέρνηση. Και αυτό ανησυχεί ακόμα και το MEDEF (τον εργοδοτικό σύνδεσμο: Κίνημα των Επιχειρήσεων της Γαλλίας) που φοβάται μήπως οι χρηματοδοτικές επιπτώσεις αμβλύνουν τις μειώσεις που έχουν υποσχεθεί σε σχέση με τις δημόσιες δαπάνες.

Από την άλλη πλευρά, η άκαμπτη στάση στο ζήτημα της μετάθεσης στα 64 της ηλικίας συνταξιοδότησης δημιούργησε μια αντιφατική πίεση γύρω από την κυβέρνηση και μέσα στην πλειοψηφία της, την ώρα που ο Μακρόν και ο Φιλίπ θέλησαν να καταστήσουν αυτό το μέτρο σύμβολο.

Από τη μια, η θέληση να τονιστεί το κύρος της κυβέρνησης, η άρνηση κάθε συμβιβασμού στη μέγιστη μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών, ακόμα περισσότερο που παραχωρήσεις ήδη έγιναν σε πολλά επαγγέλματα: άρα διατήρηση μιας στάσης που παρουσιάζει τον μακρονισμό ως ισχυρή εξουσία.

Από την άλλη, φόβος μήπως αυτή η επιθετική στάση απομονώσει και άλλο την κυβέρνηση και την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, εμφανιζόμενη ως ανίκανη να βρει την παραμικρή στήριξη στο συνδικαλιστικό κίνημα.

Αυτό είναι το δίλημμα που έπρεπε να λύσει η κυβέρνηση στις αρχές Γενάρη.

Αλλά και από την πλευρά του το κοινωνικό κίνημα επίσης έχει τις δικές του αντιφάσεις.

Η ημέρα απεργίας και κινητοποιήσεων της 9ης Γενάρη υπήρξε μαζική, με τις διαδηλώσεις να είναι συγκρίσιμες με της 5ης και της 17ης Δεκεμβρίου, έστω και με αν ήταν ελαφρά μικρότερη. Επιπλέον και από μια σημαντική απεργία στην εκπαίδευση, υπήρξαν και άλλοι τομείς του Δημοσίου που βρέθηκαν να απεργούν (εφορίες, πολιτισμός).

Το Σάββατο 11 Γενάρη ήταν μια νέα ημέρα διαδηλώσεων, που είχε καλεστεί επίτηδες Σάββατο, για να επιτραπεί πλατιά κινητοποίηση, πέρα και από τους απεργούς. Μια σημαντική κινητοποίηση 500.000 διαδηλωτών, με κάλεσμα της διασυνδικαλιστικής των CGT, FO, Solidaires, CGC, FSU. Παντού τα κίτρινα γιλέκα επίσης καλούσαν για σύζευξη με τις συνδικαλιστικές πορείες.

Επίτηδες επίσης, την Πέμπτη και το Σάββατο, οι αστυνομικές δυνάμεις υιοθέτησαν πολύ επιθετική στάση, παρόμοια με τις πολιτικές που εφαρμόζουν στις διαδηλώσεις των κίτρινων γιλέκων, πολλαπλασιάζοντας τη βία με στόχο πολλούς συνδικαλιστές αγωνιστές, ιδιαίτερα στη Νάντη, την Ρουάν και το Παρίσι.

Αλλά, παράλληλα με τη διατήρηση της κινητοποίησης σε πολύ υψηλό επίπεδο, στις ημέρες απεργίας εθνικά, πέρα από τις απεργίες στα διυλιστήρια, την ενέργεια, σε τμήματα λιμενεργατών και ένα απεργιακό κάλεσμα στην Τράπεζα της Γαλλίας, συνεχίζει η κατάσταση που συνίσταται στο να μην μπαίνουν σημαντικοί τομείς σε απεργία πέρα από τις μέρες που καλεί η διασυνδικαλιστική.

Σήμερα, το κίνημα στη SNCF έπιασε απεργιακό ρεκόρ ως η πιο μακρόχρονη στην ιστορία της SNCF. Οι απεργοί της SNCF και της RATP εξακολουθούν να κουβαλούν στους ώμους τους την ουσιαστική ευθύνη της σύγκρουσης. Η FSU, που είναι το μεγαλύτερο συνδικάτο στους εκπαιδευτικούς, δεν έχει καλέσει ακόμα για απεργία διαρκείας και η FO περιορίζεται στο κάλεσμα για ημερήσιες κινητοποιήσεις, έστω και αν στηρίζει τις απεργίες εκεί όπου κηρύσσονται.

Επιχειρώντας να επωφεληθεί από αυτές τις αδυναμίες, και με τη βοήθεια των μίντια, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια νέα προσπάθεια για να βγει από την απομόνωσή της.

Το ζήτημα της «ηλικίας περιστροφής» [οι μισθωτοί θα μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν από τα 62 τους, αλλά με μειωμένη, ή μετά τα 64 με αυξημένη σύνταξη] παρουσιάστηκε επίτηδες και ψευδώς ως το μόνο θέμα για διευθέτηση, ενώ οι απεργοί και οι διαδηλωτές, η διασυνδικαλιστική, η οποία συγκεντρώνει τη σαφή πλειοψηφία του συνδικαλιστικού κινήματος, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, απαιτούν πλήρη απόσυρση του νομοσχεδίου.

Έτσι η κυβέρνηση και τα μίντια έστησαν ένα θέαμα ανάγοντας, σε πρώτη πράξη, τη σύγκρουση σε απλώς το ζήτημα της «ηλικίας περιστροφής», επιτρέποντας έτσι να εμφανιστεί ως η μόνη ενδεχόμενη σοβαρή συζήτηση να είναι με την CFDT. Σε δεύτερη πράξη, η CFDT πρότεινε να διοργανωθεί μια μεγάλη συνδιάσκεψη για τη χρηματοδότηση των συντάξεων, ως πρόταση που θα αναζωογονούσε τον «κοινωνικό διάλογο». Σε τρίτη πράξη, ο πρωθυπουργός (Εντουάρ Φιλίπ) παράστησε, την Παρασκευή 10 Γενάρη, ότι συναντήθηκε με τους συνδικαλιστές ηγέτες για να ξαναανοίξει τη συζήτηση, στέλνοντας ωστόσο το νομοσχέδιό του στο Συμβούλιο της Επικρατείας για επικύρωση και για να εισαχθεί στη Βουλή στις 22 Γενάρη. Σε τέταρτη πράξη, με επιστολή του προς τις συνδικαλιστικές ηγεσίες το Σάββατο, ο πρωθυπουργός πρότεινε να «αποσύρει προσωρινά», δηλαδή για δύο μήνες, την «ηλικία περιστροφής» στα 64, επιτρέποντας έτσι να σκηνοθετηθεί μια συνδιάσκεψη για τη χρηματοδότηση, που θα μπορούσε να διεξαχθεί από το Φλεβάρη ώς τον Απρίλη, πριν τις τελικές νομοθετικές αποφάσεις. Η κυνικότητα της πρότασης που γίνεται στα συνδικάτα είναι να βρουν σε αυτό το διάστημα μια εναλλακτική πρόταση που θα πετύχαινε παρόμοια εξοικονόμηση με την μετακίνηση στα 64 της ηλικίας συνταξιοδότησης (της τάξης πολλών δισεκατομμυρίων ετησίως).

Αλλά προφανώς μια τέτοια πρόταση θα πρέπει να έχει την έγκριση και της εργοδοσίας και να μην περιέχει πρόταση για αύξηση των εργοδοτικών εισφορών. Εάν όλες αυτές οι προϋποθέσεις μπορούσαν να πραγματοποιηθούν τότε η «ηλικία περιστροφής» θα μπορούσε να αποσυρθεί. Με πιο απλά λόγια, σε όλες τις περιπτώσεις η εναλλακτική πρόταση θα περιελάμβανε το να πληρώσουν οι μισθωτοί με κάποιον άλλο τρόπο (με επέκταση του αριθμού των αναγκαίων για συνταξιοδότηση χρόνων εργασίας, για παράδειγμα). Σε περίπτωση απουσίας συμφωνίας με τους «κοινωνικούς εταίρους», προφανώς «η κυβέρνηση θα αναλάμβανε τις ευθύνες της».

Το Σάββατο, 11 Γενάρη, έτσι, τα μίντια, που είναι αφοσιωμένα στην κυβέρνηση, και ο ίδιος ο Μακρόν, χαιρέτιζαν αυτό το «τέλος της κρίσης» και η CFDT όπως και η UNSA (Union nationale des syndicats autonomes) συγχαίραν για αυτό το μεγάλο βήμα.

Είναι μια νέα προσπάθεια να πνιγεί το κίνημα και είναι και μια στάση του Μακρόν, που κρατάει πλήρως τη δέσμευσή του για μείωση του ποσού που αποδίδεται στις συντάξεις, παριστάνοντας ωστόσο ταυτόχρονα ότι είναι έτοιμος να συμβιβαστεί.

Η μασκαράτα αυτή απορρίφθηκε από την εθνική διασυνδιαλιστική, που καλεί σε δύο νέες ημέρες απεργίας και διαδηλώσεων, στις 14 και 16 Γενάρη.

Αλλά ο κινητήριος μοχλός θα παραμείνει στις επόμενες μέρες στους απεργούς της SNCF και της RATP, στις δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές που εδώ και πάνω από ένα μήνα βρίσκονται μόνοι τους στο ρόλο της πολιτικής πρωτοπορίας του κινήματος, προσπαθώντας να κρατήσουν και να επεκτείνουν όσο μπορούν τις απεργίες διαρκείας και τις κινητοποιήσεις.

Ο πυρήνας αυτός του κινήματος παίζει άμεσα πολιτικό ρόλο, την ίδια ώρα που η εθνική διασυνδικαλιστική συνοδεύει το κίνημα χωρίς να καλεί η ίδια σε γενίκευση παντού και σε απεργία διαρκείας. Ωστόσο, οι μέρες που έρχονται θα αποτελέσουν αναγκαστικά και καμπή για το κίνημα. Είναι σήμερα που παίζεται η ενδεχόμενη επέκταση και σε άλλους τομείς, σε μια κοινή κινητοποίηση του συνόλου των λαϊκών τάξεων ενάντια στο νομοσχέδιο αυτό, απαιτώντας την πλήρη απόσυρσή του και προωθώντας απαιτήσεις κοινωνικής δικαιοσύνης σε ένα αναδιανεμητικό σύστημα. Είναι μια προοπτική αλληλέγγυας κοινωνίας, ακριβώς αντίστροφη προς το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό του Μακρόν, αυτή που πρέπει να είναι το συνδετικό του κινήματος.

Εάν αυτή η επέκταση δεν επιτευχθεί, ο Μακρόν θα έχει τα μέσα για να χαλαρώσει το σκοινί που τον κυκλώνει, την ίδια ώρα που ο κοινωνικός συσχετισμός δύναμης μπορεί να τον κάνει να υποχωρήσει.

Μετάφραση: ΤΠΤ

Πηγή: Περιοδικό Τέσσερα, 15 Ιανουαρίου 2020

Στα γαλλικά:

Léon Crémieux, «France. Le mouvement tient sans s’éteindre… mais sans s’étendre», A l’encontre, 12 Ιανουαρίου 2020 και Europe Solidaire Sans Frontières, 12 Ιαουαρίου 2020. 

Στα αγγλικά:

Léon Crémieux, «The movement is holding on...but not spreading», International Viewpoint, 13 Ιαουναρίου 2020.

Στα ισπανικά:

Léon Crémieux, «El movimiento no se apaga pero… tampoco se extiende», VientoSur, 12 Ιανουαρίου 2020

Βλ. και: Léon Crémieux, «Γαλλία: Γενική απεργία κατά της γενικής επίθεσης»

Σημειώσεις

1 Yann Cézard, «1995-2003-2010: lessons from three large-scale mobilizations», International Viewpoint, 4 Ιανουαρίου 2020. 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020 16:40

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.