Τετάρτη, 06 Οκτωβρίου 2021 11:02

Μετά το φιάσκο των γερμανικών εκλογών

 

 

 

Marx21

 

 

Die Linke: επτά θέσεις για την πορεία προς τα εμπρός

 

Μετά το φιάσκο των γερμανικών εκλογών

 

 

 

Εισαγωγή: elaliberta.gr

Μεταφράζουμε και δημοσιεύουμε την ανακοίνωση της οργάνωσης Marx21 για τις γερμανικές εκλογές, στην οποία επιχειρείται κυρίως μια αποτίμηση της χρεωκοπίας του αριστερού κόμματος Die Linke, στο οποίο εντάσσεται και το Marx21. Η ανακοίνωση αποτελεί μια αρκετά κατατοπιστική περιγραφή των αδιεξόδων της πολιτικής στρατηγικής του Die Linke, η οποία είναι προσανατολισμένη σε εκλογικές συνεργασίες με το SPD και τους Πράσινους, αλλά και των αδιεξόδων των ριζοσπαστικών και επαναστατικών οργανώσεων και ομάδων που επιδιώκουν να μετατοπίσουν “από τα κάτω” την πολιτική του Die Linke προς τα αριστερά. Μεταφράζουμε μαζί και την εισαγωγή του Tempest από την αγγλική μετάφραση της ανακοίνωσης του Marx21.

 

 

Εισαγωγή του Tempest

Μετά από ένα χρόνο κλιματικής καταστροφής και πολιτικής αστάθειας που προκλήθηκε από την πανδημία, η Γερμανία διεξήγαγε τις εθνικές εκλογές της στις 26 Σεπτεμβρίου, με αποτέλεσμα την ισχνή νίκη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) με υποψήφιο καγκελάριο τον Όλαφ Σολτς, με ποσοστό 25,7%. Αυτό συμβαίνει έπειτα από δεκαέξι χρόνια διακυβέρνησης από τους κεντροδεξιούς Χριστιανοδημοκράτες (CDU και CSU) της Άνγκελα Μέρκελ, το 24,1% των οποίων είναι το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία τους. Αν και κανένα κόμμα δεν πήρε αποφασιστική πλειοψηφία, στους μεγάλους νικητές πέρα από το SPD περιλαμβάνονται οι Πράσινοι, οι οποίοι πέτυχαν το καλύτερο αποτέλεσμα στην ιστορία τους με 14,8%, και το φιλικό προς τις επιχειρήσεις Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) που κέρδισε 11,5% των ψήφων. Το SPD του Σολτς θα περάσει τους επόμενους μήνες σε διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, πιθανότατα με κάποιο συνδυασμό των Πρασίνων και του FDP, αν και υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να εξακολουθεί να παίζει κάποιο ρόλο στην κυβέρνηση το CDU/CSU.

Απέχοντας πολύ από κάποια βαθιά ριζωμένη ανάκαμψη του αρτηριοσκληρωτικού SPD, οι εκλογές αντιπροσωπεύουν την αδυναμία των μετα-Μέρκελ CDU/CSU. Αφού ο πρώην καγκελάριος του SPD Γκέρχαρντ Σρέντερ καθιέρωσε ένα πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων (με την ονομασία «Ατζέντα 2010») για τη διάλυση μεγάλων τμημάτων του γερμανικού συστήματος πρόνοιας και της προστασίας της εργασίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το SPD δυσκολεύτηκε να ανακτήσει ηγετική θέση μεταξύ των ψηφοφόρων, μια κατάσταση που επιδεινώθηκε από τη συμμετοχή του σε κυβερνήσεις «μεγάλου συνασπισμού» με το κόμμα της Μέρκελ κατά το μεγαλύτερο μέρος της καγκελαρίας της.

Το φασιστικό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) πήρε μόνο το 10,3% των ψήφων, ποσοστό μειωμένο από το προηγούμενο 12,6%, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί παρόντα κίνδυνο. Πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι το AfD έχει γίνει πλέον το ισχυρότερο κόμμα σε δύο ανατολικογερμανικά κρατίδια. Σε ένα συντριπτικό πλήγμα, το αριστερό κόμμα της Γερμανίας Die Linke γνώρισε μια ιστορική ήττα παίρνοντας το 4,9% των ψήφων, περίπου το μισό από τα προηγούμενα αποτελέσματά του. Μόνο μια τεχνική λεπτομέρεια του γερμανικού εκλογικού νόμου γλίτωσε το Die Linke από το να βρεθεί εντελώς εκτός κοινοβουλίου και να χάσει όλες τις έδρες του επειδή δεν πληρούσε το όριο του 5%.

Το Die Linke, που ιδρύθηκε το 2007, περιελάμβανε πάντα ένα ευρύ φάσμα οργανωμένων τάσεων εντός του κόμματος, συμπεριλαμβανομένων μετριοπαθών σοσιαλδημοκρατών ρεφορμιστών όπως ο Dietmar Bartsch, πρώην ανατολικογερμανών «κομμουνιστών», ακτιβιστικών κινημάτων νεολαίας, δήθεν αριστερών «λαϊκιστών» γύρω από τη Σάρα Βάγκενκνεχτ και επαναστατών σοσιαλιστών όπως το δίκτυο Marx21. Οι στρατηγικές συζητήσεις μαίνονται στο Die Linke από την ίδρυσή του. Οι συζητήσεις αυτές έχουν κλιμακωθεί απότομα τα τελευταία χρόνια, εντείνονται από τις προσπάθειες της Βάγκενκνεχτ να προσελκύσει τους Γερμανούς εργαζόμενους μέσω καλυμμένης ξενοφοβίας και παραχωρήσεων προς τη δεξιά, σχεδόν διασπώντας ένα τμήμα του κόμματος το 2018. Νωρίτερα φέτος, το Die Linke εξέλεξε δύο νέους συμπροέδρους, την αριστερή Γιανίνε Βίσλερ, πρώην μέλος του Marx21, και τη λεγόμενη πραγματίστρια Σουσάνε Χένιγκ-Βέλσοβ, η οποία εδώ και καιρό καταλαμβάνει τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος. Στη βάση του κόμματος, οι οργανωτές του Die Linke έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις απεργίες και τα κοινωνικά κινήματα σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του επιτυχημένου δημοψηφίσματος για την απαλλοτρίωση των επιχειρηματιών ιδιοκτητών στο Βερολίνο.

Η ανακοίνωση του δικτύου Marx21 που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στις 28 Σεπτεμβρίου και υποστηρίζει ότι ο κύριος παράγοντας της ήττας του Die Linke ήταν η απόφασή του να ποντάρει τα πάντα σε ένα εκλογικό μέτωπο με το SPD και τους Πράσινους, με την ελπίδα να συμμετάσχει σε μια κοκκινο-κόκκινο-πράσινη κυβέρνηση, αντί να διεξάγει εκστρατεία για τη δική του πολιτική και να εμβαθύνει τους δεσμούς με τα απεργιακά και κοινωνικά κινήματα.

 

 

Marx21

 

Die Linke: Τι πρέπει να κάνουμε μετά το φιάσκο των εκλογών;

 

 

Οι ομοσπονδιακές εκλογές του 2021 στη Γερμανία κατέληξαν σε μια ιστορική ήττα για το Die Linke. Αλλά ποιος ή τι ευθύνεται για την πανωλεθρία; Και πολύ πιο σημαντικό: Πώς θα συνεχίσει το Die Linke τώρα; Επτά θέσεις του δικτύου Marx21 για την επικείμενη συζήτηση στο κόμμα.

 

1. Το Die Linke είναι, μετά το CDU, ο μεγάλος χαμένος των ομοσπονδιακών εκλογών του 2021. Το κόμμα τέθηκε στο περιθώριο από τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους που σηματοδοτούν την αριστερά.

Αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ στην ιστορία του Die Linke: Το κόμμα ένιωθε αγωνία για το αν θα πιάσει το όριο για να μπει στην Μπούντεσταγκ. Έχασε πάνω από 2 εκατομμύρια ψήφους και συνεπώς σχεδόν τους μισούς ψηφοφόρους του. Πρόκειται για μια ιστορική ήττα.

Μόνο χάρη στην άμεση κατάκτηση τριών εδρών στο Βερολίνο και τη Λειψία το Die Linke εξακολουθεί να εκπροσωπείται ως κοινοβουλευτική ομάδα στην Μπούντεσταγκ. Αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα οδυνηρό για όλους όσοι βρέθηκαν στο δρόμο, σε εκδηλώσεις, σε διαδηλώσεις ή έξω απ’ τις πόρτες των σπιτιών τις τελευταίες εβδομάδες και μήνες. Πράγματι, η προεκλογική διακήρυξη και οι θέσεις του Die Linke είχαν θετική απήχηση σε πολλά μέρη. Το κόμμα διεξήγαγε μια αφοσιωμένη και προσανατολισμένη στο κίνημα προεκλογική εκστρατεία σε πολλά μέρη, πειραματίστηκε με νέες μορφές οργάνωσης και κέρδισε επίσης νέα μέλη.

 

Η αριστερή προεκλογική εκστρατεία του SPD και των Πρασίνων

Παρ’ όλα αυτά, το Die Linke τελικά παρασύρθηκε από το «τρένο του Σολτς». Προκειμένου να ηττηθεί ο υποψήφιος καγκελάριος του CDU, Άρμιν Λάσετ, ακόμη και άνθρωποι που συμπαθούν κατά βάση το Die Linke ψήφισαν τελικά το SPD. Το Die Linke έχασε περισσότερες από 800.000 ψήφους προς τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι με μια αριστερή προεκλογική εκστρατεία κατάφεραν να αποτινάξουν από πάνω τους την ευθύνη για την «Ατζέντα 2010», καθώς και για την καταστροφική κυβερνητική πολιτική του μεγάλου συνασπισμού υπό τη Μέρκελ.

Επιπλέον, για πολλούς ψηφοφόρους, το ζήτημα της κλιματικής πολιτικής ήταν καθοριστικό για τις εκλογές. Αν και το Die Linke έχει μια καλή τοποθέτηση όσον αφορά το πρόγραμμά του και έχει σαφώς πιο εκτεταμένα αιτήματα από τους Πράσινους, οι περισσότερες από αυτές τις ψήφους κατέληξαν στους τελευταίους – συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από 600.000 ψήφων από πρώην ψηφοφόρους του Die Linke. Η επιλογή πίσω από αυτό ήταν προφανώς να διασφαλιστεί ότι, επιλέγοντας τους Πράσινους, –ανεξάρτητα από την τελική σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού– θα εκπροσωπηθεί στην επόμενη ομοσπονδιακή κυβέρνηση μια «εγγύηση» για περισσότερη προστασία του κλίματος. Έτσι, το Die Linke παραγκωνίστηκε από τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους που εξέπεμπαν αριστερά μηνύματα. Υποτιμήθηκε το πόσο πολύ το Die Linke ανταγωνιζόταν το SPD και τους Πράσινους. Τελικά, συνολικά 1,4 εκατομμύρια ψήφοι από πρώην ψηφοφόρους του Linke πήγαν στα δύο κόμματα.

 

2. Η εκλογική ήττα του Die Linke δεν ήταν αναπόφευκτη. Ένας από τους κύριους λόγους για τις βαριές απώλειες είναι η λανθασμένη τακτική απέναντι στο SPD και τους Πρασίνους. Ήταν σοβαρό λάθος για το Die Linke, στην πιο έντονη φάση της προεκλογικής εκστρατείας, να φέρεται με το μαλακό στους άμεσους ανταγωνιστές του, προκειμένου να τους καλοπιάσει ως πιθανούς εταίρους συνασπισμού.

«Το Die Linke θέλει να κυβερνήσει», ήταν το κύριο μήνυμα του Κόμματος της Αριστεράς κατά την καυτή φάση της προεκλογικής εκστρατείας. Αυτού του είδους η επικοινωνία ήταν ένα σοβαρό λάθος, διότι παλεύοντας για ένα εκλογικό μέτωπο με το SPD και τους Πράσινους, το κόμμα έχασε τη δυνατότητά του να τους επιτεθεί δυναμικά.

Αυτού του είδους η επίθεση θα ήταν απαραίτητη προκειμένου να προσεγγίσει τους πολλούς αμφιταλαντευόμενους και αβέβαιους ψηφοφόρους και να καταστήσει σαφές γιατί το Die Linke είναι απολύτως αναγκαίο και γιατί η αλλαγή κυβέρνησης δεν σημαίνει αλλαγή πολιτικής.

 

Η επιθυμία για μια ριζική αλλαγή

Η δεξαμενή των ψήφων του Linke ήταν σίγουρα υπαρκτή: Το 40% των ψηφοφόρων δήλωσε ότι επιθυμεί μια ριζική αλλαγή. Η κοινωνική ασφάλιση, το περιβάλλον/κλίμα και η οικονομία/εργασία ήταν τα τρία βασικά προεκλογικά ζητήματα. Και στους τρεις τομείς, ωστόσο, το SPD και οι Πράσινοι είχαν επίσης διατυπώσει αριστερά αιτήματα και έτσι προσέλκυσαν τις ελπίδες πολλών.

Παρόλο που ήταν σαφές ότι ούτε το SPD ούτε οι Πράσινοι θα εφαρμόσουν μια πραγματική αλλαγή στην κοινωνική και οικολογική πολιτική μετά τις εκλογές, το Die Linke αμφισβήτησε ελάχιστα την αξιοπιστία της υποτιθέμενης αριστερής πορείας των δύο κομμάτων κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Αντί να καταγγήλει με σαφήνεια τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του Σολτς και του SPD στο πλαίσιο του μεγάλου συνασπισμού και να επιτεθεί στους Πράσινους για την ανεπαρκή κλιματική πολιτική τους και το άνοιγμά τους στο μιλιταρισμό, όπως η προμήθεια πολεμικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, το Die Linke επικεντρώθηκε κυρίως στον Λάσετ του CDU και στον Λίντνερ του φιλικού προς τις επιχειρήσεις Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP): «Ένας φωτεινός σηματοδότης [συνασπισμός πράσινου-κίτρινου-κόκκινου] είναι τελικά απλώς ένα σήμα για εκλογική απάτη», δήλωσε ο κορυφαίος υποψήφιος του Die Linke Ντίτμαρ Μπαρτς. Αντί να αντιπαρατεθεί σαφώς το προφίλ και τα μοναδικά σημεία που διαθέτει το Die Linke στην πολιτική για το κλίμα ή για τα κοινωνικά ζητήματα απέναντι στους Πράσινους και το SPD, υπογραμμίστηκαν υποτιθέμενες επικαλύψεις αυτά τα κόμματα.

 

Οι ελιγμοί του στρατοπέδου των μεταρρυθμιστών

Ακόμη χειρότερα: ήδη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, τμήματα του κόμματος έσπευσαν να επιδείξουν υπακοή σε αυτούς τους δυνητικούς μελλοντικούς εταίρους. Αυτά τα τμήματα του κόμματος περιόρισαν τις διεκδικήσεις του Die Linke σε αυτό που είναι οικονομικά βιώσιμο υπό τις δεδομένες συνθήκες –χωρίς σημαντικές αυξήσεις φόρων για τους πλούσιους και τις επιχειρήσεις– ή σε αυτό που είναι δικαιολογημένο απέναντι στους «εταίρους του ΝΑΤΟ». Ήταν το στρατόπεδο των μεταρρυθμιστών του κόμματος που έθεσε δημοσίως υπό αμφισβήτηση τις θέσεις του Die Linke για την εξωτερική πολιτική, προκειμένου να προσεταιριστεί το SPD και τους Πράσινους. Η συμπρόεδρος του κόμματος, Σουσάνε Χένιγκ-Βέλσοβ, τάχθηκε δημοσίως υπέρ της ανάπτυξης του γερμανικού στρατού σε «ειρηνευτικές» αποστολές.

Δεδομένου αυτού του πλαισίου, δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει ή τουλάχιστον να επιβραδυνθεί η μετατόπιση πολλών ψηφοφόρων που θεώρησαν αξιόπιστες τις υποσχέσεις του Σολτς και του Μπάερμποκ [του αρχηγού των Πρασίνων]. Με αυτή τη γραμμή, το Die Linke έχασε ακόμη και τις ψήφους εκείνων που είχαν χάσει εντελώς την πίστη τους στην πολιτική, εκφράζοντας την απογοήτευσή τους με το να μην ψηφίσουν ή να ψηφίσουν τα μικρότερα κόμματα. Σε αυτές τις εκλογές, 850.000 πρώην ψηφοφόροι του Die Linke δεν ψήφισαν ή ψήφισαν άλλα, μικρότερα κόμματα, τα οποία δεν θα εκπροσωπηθούν στην Μπούντεσταγκ.

 

Μια εναλλακτική λύση στην προσέγγιση του εκλογικού μετώπου

Πολλοί άνθρωποι εξέφρασαν την επιθυμία για αλλαγές στην κυβερνητική πολιτική και είναι απολύτως σωστό ότι το Die Linke πρέπει να ανταποκριθεί σε αυτή την επιθυμία και δεν αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μιας πραγματικά αριστερής κυβέρνησης. Έκανε όμως το λάθος να καλύψει το SPD και τους Πράσινους με έναν προοδευτικό μανδύα, με την ελπίδα να συμμετάσχει σε έναν συνασπισμό. Φυσικά οι ψηφοφόροι που υποστηρίζουν το Die Linke θέλουν να δουν το κόμμα τους στην κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, αυτοί οι ψηφοφόροι αναμένουν ότι το Die Linke δεν θα προδώσει το πρόγραμμά του συμμετέχοντας σε πολιτικές λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις, στρατιωτικοποίηση και πόλεμο με αντάλλαγμα υπουργικές θέσεις.

 

Κόκκινες γραμμές

Αντί να στηρίζεται σε μια προεκλογική εκστρατεία, το Die Linke θα έπρεπε να είχε τονίσει πολύ περισσότερο το δικό του προφίλ και να διαφοροποιηθεί από το SPD και τους Πράσινους. Το Die Linke έχει σαφείς κόκκινες γραμμές που δεσμεύεται να μην υπερβεί στην πολιτική του, και ήταν λάθος να αναφέρει ελάχιστα αυτές τις κόκκινες γραμμές στην προεκλογική εκστρατεία. Το Die Linke θα έπρεπε να είχε καταστήσει σαφές ότι επιθυμεί αλλαγές στην πολιτική, αλλά ότι η διακυβέρνηση δεν είναι αυτοσκοπός. Αυτή η προσέγγιση ακολουθήθηκε μόνο από μεμονωμένα άτομα, αλλά δεν αποτέλεσε τη βάση της προεκλογικής εκστρατείας στο σύνολό της. Τα εκλογικά αποτελέσματα που βλέπουμε τώρα είναι το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής.

 

3. Ο προσανατολισμός της εκστρατείας του Die Linke σε ένα εκλογικό μέτωπο δεν ήρθε από το πουθενά, αλλά ήταν εξαρχής ο προσανατολισμός της ρεφορμιστικής πτέρυγας του κόμματος. Η αποκλειστική εμμονή στις εσωκομματικές διαμάχες αποσπά την προσοχή από την πραγματική αιτία της εκλογικής ήττας.

Τμήματα της αριστερής πτέρυγας του Die Linke προειδοποιούσαν γι’ αυτό, και παρόλα αυτά συνέβη: Το Die Linke ξεκίνησε εκστρατεία εκλογικού μετώπου. Οι εμπνευστές αυτής της πορείας ήταν οι μεταρρυθμιστές με επικεφαλής τον Ντίτμαρ Μπαρτς, τον Μπόντο Ράμελοβ και τη συμπρόεδρο του κόμματος Σουσάνε Χένιγκ-ΒέλσοβΣουσάνε Χένιγκ-Βέλσοβ.

Η λανθασμένη πορεία της προεκλογικής εκστρατείας είχε ήδη χαραχθεί από την Χένινγκ-Βέλσοβ στην εναρκτήρια ομιλία της. Δήλωσε: «Στόχος μου είναι μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση χωρίς το CDU – κατά προτίμηση μια πρασινο-κόκκινη. Στόχος μου είναι να μας προετοιμάσω για να συμμετέχουμε στην κυβέρνηση». Με τον τρόπο αυτό, δεν έκρυψε ότι είναι επίσης πρόθυμη να υπερβεί τις κόκκινες γραμμές της πολιτικής του κόμματος, για παράδειγμα, να αμβλύνει την αντιπολεμική θέση του κόμματος. Σε συμφωνία με αυτή την προσέγγιση, ο κορυφαίος υποψήφιος Ντίτμαρ Μπαρτς ιδίως επαναλάμβανε ακατάπαυστα με έμφαση την προθυμία του Die Linke να συμβιβαστεί. Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτή η στρατηγική του μεταρρυθμιστή αποτυγχάνει. Το PDS, προκάτοχος του Die Linke, είχε ακολουθήσει παρόμοια στρατηγική ήδη από την προεκλογική εκστρατεία του 2002.

 

Ο Μπαρτς και η εκστρατεία του εκλογικού μετώπου το 2002

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στις αρχές του καλοκαιριού του 2002, φαινόταν ότι ο κυβερνητικός κοκκινοπράσινος συνασπισμός υπό τον Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD) και τον Γιόσκα Φίσερ (Πράσινοι) θα αντικατασταθεί από μια μαυροκίτρινη κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής τον Έντμουντ Στόιμπερ (CSU). Ταυτόχρονα, τα δημοσκοπικά αποτελέσματα για το PDS μειώνονταν. Ο τότε υπεύθυνος της προεκλογικής εκστρατείας του PDS, Ντίτμαρ Μπαρτς, χάραξε την πορεία για μια εκστρατεία εκλογικού μετώπου. Μια προεκλογική διακήρυξη που συντάχθηκε από το PDS υπό την ηγεσία του ανέφερε «Η αποτροπή του Στόιμπερ είναι δυνατή μόνο με ένα ενισχυμένο PDS (...) Αν έρθει η ώρα να υπάρξει επιλογή μεταξύ Στόιμπερ και Σρέντερ και αν η γερμανική συμμετοχή στον πόλεμο του Ιράκ μπορούσε να σταματήσει, τότε θα ήμασταν επίσης έτοιμοι να εκλέξουμε τον Σρέντερ καγκελάριο».

Μεταξύ άλλων, η πρώτη κυβέρνηση Σρέντερ-Φίσερ από το 1998 έως το 2002 είχε εξαπολύσει τον πρώτο επιθετικό πόλεμο στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας (κατά της Γιουγκοσλαβίας), συμμετείχε στον πόλεμο του Αφγανιστάν και ιδιωτικοποίησε εν μέρει την κρατική σύνταξη γήρατος. Παρά ταύτα, ο Μπαρτς και η διεύθυνση της προεκλογικής εκστρατείας του PDS ήταν έτοιμοι να εκλέξουν τον Σρέντερ καγκελάριο. Όταν ήρθαν οι εκλογές, το PDS κατρακύλησε κάτω από το 5%. Ο Σρέντερ και ο Φίσερ είχαν ήδη από τότε (Αύγουστος 2002) ταχθεί σαφώς κατά της γερμανικής συμμετοχής σε έναν πόλεμο στο Ιράκ. Από αυτή την άποψη, ο μοναδικός «όρος» του PDS προς το SPD και τους Πράσινους ήταν στην πραγματικότητα κήρυγμα προς τους προσηλυτισμένους. Όσο σωστό ήταν για το PDS να ταχθεί κατά του Στόιμπερ, άλλο τόσο λάθος ήταν να χαρίσει στο SPD και τους Πράσινους κριτική κατά την προεκλογική εκστρατεία. Ως αποτέλεσμα, το ανεξάρτητο προφίλ του PDS δεν ήταν πλέον αναγνωρίσιμο. Το PDS πετάχτηκε έξω από την Μπούντεσταγκ.

 

Τι διδάγματα θα αντλήσει το Die Linke;

Αυτό το δράμα παραλίγο να επαναληφθεί στην προεκλογική εκστρατεία του 2021. Αλλά αντί να προκαλέσει μια κριτική αξιολόγηση της στρατηγικής της προεκλογικής εκστρατείας, η ήττα αναγνωρίζεται, ενώ οι ευθύνες απορρίπτονται. Οι αρχιτέκτονες της προεκλογικής εκστρατείας του μετώπου υποστηρίζουν ότι «το Die Linke πρέπει να επανεφεύρει τον εαυτό του», αλλά θέλουν να επιμείνουν στην αποτυχημένη τακτική. Σε συνέντευξή της στο Neues Deutschland, η πρόεδρος του Linke, η Σουσάνε Χένιγκ-Βέλσοβ υπερασπίστηκε την επιθετική υποστήριξη μιας συμμαχίας με το SPD και τους Πράσινους. Δεν θεώρησε ότι πρόκειται για «τιμωρία», απέρριψε κάθε ευθύνη για το κακό εκλογικό αποτέλεσμα και δήλωσε στο ραδιόφωνο του Βερολίνου ότι το αποτέλεσμα «σίγουρα δεν ήταν προϊόν των τελευταίων εβδομάδων». Σύμφωνα με το επιχείρημά της, μετά από χρόνια αντιπολίτευσης στην Μπούντεσταγκ, είναι δύσκολο για το Die Linke να δείξει ότι είναι και αυτό έτοιμο να αναλάβει ευθύνες. Ο Ντίτμαρ Μπαρτς δήλωσε σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα: «Ήμασταν πολύ απασχολημένοι με τις εσωτερικές διαμάχες». Όσο οι κορυφαίοι εκπρόσωποι της «ρεαλιστικής» πτέρυγας παραμένουν προσκολλημένοι στις αποτυχημένες θέσεις τους, ένα νέο ξεκίνημα σε ομοσπονδιακό επίπεδο θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί.

 

4. Η αφήγηση ότι το Die Linke έχει απομακρυνθεί πολύ από τα συμφέροντα των παραδοσιακών υποστηρικτών του και επικεντρώνεται υπερβολικά σε θέματα όπως το κλίμα, ο αντιρατσισμός ή ο φεμινισμός, δεν είναι μόνο λανθασμένη, αλλά έχει βλάψει το κόμμα με δύο τρόπους.

Όπως ήταν αναμενόμενο, με αφορμή το εκλογικό αποτέλεσμα, η Σάρα Βάγκενκνεχτ επανέλαβε τη θέση της ότι το Die Linke «τα τελευταία χρόνια απομακρύνεται όλο και περισσότερο από αυτό για το οποίο στην πραγματικότητα ιδρύθηκε: να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κανονικών εργαζομένων και συνταξιούχων». Ο Κλάους Ερνστ θεωρεί επίσης ότι το πρόβλημα με το Die Linke είναι ότι «μόλις και μετά βίας βασίζεται πια στους μισθωτούς, αλλά τρέχει πίσω από κάθε κίνημα, θέλει να είναι πιο πράσινο από τους Πράσινους, επιχειρηματολογεί για ανοιχτά σύνορα για όλους και για το αν πρέπει να αποβληθεί η Βάγκενκνεχτ».

Είναι αλήθεια ότι η βάση του Die Linke στην εργατική τάξη είναι πολύ μικρή. Είναι επίσης αλήθεια ότι η διαμάχη για τις θέσεις της Βάγκενκνεχτ έβλαψε το κόμμα. Ωστόσο, είναι εντελώς λανθασμένος ο ισχυρισμός ότι το Die Linke έχει δώσει πολύ μικρή προτεραιότητα στο κοινωνικό ζήτημα και ασχολείται υπερβολικά με τον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής ή κατά του ρατσισμού και της καταπίεσης. Στην πραγματικότητα, τα κοινωνικά ζητήματα –μισθοί, ενοίκια, συντάξεις, ανεργία, Χαρτς IV1 και επιδόματα πρόνοιας– ήταν σαφώς στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας του Die Linke.

Επιπλέον, οι αγώνες των γυναικών και οι αγώνες των σεξουαλικών ή εθνοτικών μειονοτήτων αποτελούν σημαντικό μέρος της ταξικής πάλης. Η άποψη ότι αυτοί οι αγώνες ή οι αγώνες του κινήματος για το κλίμα θα τρόμαζαν τους εργαζόμενους είναι απλά λανθασμένη. Σίγουρα, υπάρχουν συντηρητικά τμήματα της εργατικής τάξης που έχουν ελάχιστη σχέση με αυτά τα ζητήματα – για παράδειγμα, το CSU εξακολουθεί να είναι η ισχυρότερη δύναμη μεταξύ της οργανωμένης εργατικής τάξης στη Βαυαρία. Το AfD όχι μόνο κατάφερε να κερδίσει τμήματα της εργατικής τάξης, αλλά και να πείσει μέλη των συνδικάτων να το ψηφίσουν. Ωστόσο, αν τα μέλη του Die Linke βγάλουν από αυτό το γεγονός το συμπέρασμα ότι τα κοινωνικά ζητήματα και η αντίσταση στην καταπίεση ή η κλιματική κρίση αλληλοσυγκρούονται μεταξύ τους, κάνουν ένα σοβαρό λάθος. Η ταξική συνείδηση δεν μπορεί να δημιουργηθεί με το να κρυβόμαστε από τις συντηρητικές ή και τις αντιδραστικές συμπεριφορές, αλλά αντίθετα, οικοδομείται μέσω των κοινών αγώνων, της οργάνωσης και της εμπειρίας της αλληλεγγύης.

Η εκστρατεία της Βάγκενκνεχτ για το «αντιπρόγραμμά» της, η οποία διεξήχθη κυρίως μέσω των αστικών μέσων ενημέρωσης, ήταν πλήγμα για το Die Linke με διάφορους τρόπους: Απέτρεψε ανθρώπους που θέλουν να αγωνιστούν κατά της καταπίεσης ή για την κλιματική δικαιοσύνη, καθώς και ανθρώπους που πίστεψαν την ιστορία της Βάγκενκνεχτ ότι το Die Linke δεν θα αγωνιζόταν πλέον για τα κοινωνικά τους δικαιώματα. Είναι απλά λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι το κοινωνικό ζήτημα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής του Die Linke. Αρκεί να ρίξετε μια ματιά στο προεκλογικό πρόγραμμα ή στις εκστρατείες των τελευταίων ετών.

Οι επικρίσεις της Βάγκενκνεχτ προς το ίδιο της το κόμμα έδωσαν την εντύπωση ότι το Die Linke είναι μια διχασμένη ομάδα, η οποία, ανάλογα με την οπτική γωνία, είτε δεν στέκεται πλέον στο πλευρό των κοινωνικά ασθενέστερων είτε δεν έχει μια συνεπή στάση απέναντι στο κίνημα για το κλίμα ή στον αγώνα κατά του ρατσισμού ή του σεξισμού. Είναι προφανές ότι αυτό έβλαψε διπλά το Die Linke.

 

5. Το Die Linke μπορεί να πετύχει μια σημαντική πρόοδο αν συνεχίσει να εξελίσσεται σε κινητήρια δύναμη στις κοινωνικές συγκρούσεις. Αυτό πρέπει να περιλαμβάνει μια ρήξη με την πολιτική εκπροσώπησης και με την επικέντρωση στα κοινοβούλια.

Τα φτωχά εκλογικά αποτελέσματα –και στη Δυτική Γερμανία επίσης– κρύβουν μια σημαντική εξέλιξη για το Die Linke. Στη Δύση, η πτωτική τάση του αριθμού των μελών σταμάτησε. Στην πραγματικότητα, στα κρατίδια της παλιάς Δυτικής Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένου του Βερολίνου, το Die Linke σχεδόν έφτασε και πάλι το ρεκόρ μελών από το 2009 στα τέλη του περασμένου έτους. Αυτό έδωσε νέα πνοή σε πολλές κομματικές οργανώσεις. Ποιες ήταν όμως οι προϋποθέσεις για αυτή τη σημαντική πρόοδο;

Screen Shot 2021 10 01 at 10.45.31 AM 1024x830

Ενώ η μείωση των μελών του Die Linke συνεχίζεται αδιάλειπτα στα πέντε ανατολικά γερμανικά κρατίδια, η πτωτική τάση στα δυτικά έχει σταματήσει και το επίπεδο ρεκόρ του 2009 έχει σχεδόν επιτευχθεί ξανά.

 

Από την ίδρυσή του, το Die Linke υπήρξε πάντα όχι μόνο ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, αλλά και ένα κόμμα του κινήματος. Το κόμμα υποστήριξε, κινητοποίησε και οργάνωσε τις σημαντικότερες διαδηλώσεις των τελευταίων ετών: τη σύνοδο κορυφής της G8 στο Χάιλιγκενταμ το 2007, τις διαδηλώσεις Blockupy το 2011, το Dresden Nazi-Free, ή τις διαδηλώσεις κατά της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου TTIP το 2013, τις μικρές ή μεγαλύτερες απεργίες και διαμαρτυρίες σε νοσοκομεία και παιδικούς σταθμούς, με μηχανοδηγούς τρένων ή στον τομέα της εκπαίδευσης, το μαζικό αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα για ολόκληρη τη δεκαετία, τον αγώνα ενάντια στην εκτίναξη των ενοικίων στα ύψη, τις διαδηλώσεις για το G20 στο Αμβούργο, τις απεργίες των γυναικών, τις διαδηλώσεις για το κλίμα, τις διαδηλώσεις κατά του AfD ή υπέρ του κινήματος Black Lives Matter και την τοπική απεργιακή αλληλεγγύη – όλες αυτές οι συγκρούσεις ήταν οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από την εκλογική του επιτυχία, αλλά ακόμη περισσότερο πίσω από την κομματική οικοδόμηση του Die Linke. Ως αποτέλεσμα, πολλά νέα μέλη εισέρρευσαν στο κόμμα.

Το Die Linke δεν χτίστηκε μέσω της συμμετοχής του στην κυβέρνηση, αλλά μέσω της συμμετοχής του στα πιο σημαντικά κινήματα και στις συγκρούσεις στους χώρους εργασίας τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε πολλές περιοχές, οι κομματικές οργανώσεις εστιάζουν στη δραστηριότητα σε εξωκοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες. Αυτό που λείπει, ωστόσο, είναι ο προσανατολισμός του κόμματος στο σύνολό του προς αυτές τις κοινωνικές συγκρούσεις. Το έργο του Die Linke πρέπει να αλλάξει πορεία και να επανεξεταστεί από την οπτική γωνία της βάσης, των κινημάτων και της αντίστασης στις γειτονιές, τα σχολεία, τους χώρους εργασίας και τα πανεπιστήμια, τόσο σε επίπεδο κρατιδίων όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Το Βερολίνο δείχνει πώς μπορεί να γίνει αυτό στην πράξη. Εκεί, το ισχυρό κίνημα των ενοικιαστών οδήγησε στην επιτυχία του δημοψηφίσματος «Απαλλοτρίωση της Deutsche Wohnen and Co!». Το Die Linke ήταν το μόνο κόμμα που υποστήριξε το δημοψήφισμα. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή του Die Linke στην κυβέρνηση του Βερολίνου ήταν ένα βαρίδι: το κόμμα έχασε το 1,6% των προηγούμενων ψήφων του στις εκλογές για την τη Βουλή των Αντιπροσώπων της πόλης. Παρ’ όλα αυτά, η κακή τάση μετριάστηκε από τα καλά εκλογικά αποτελέσματα στις συνοικίες στις οποίες το Die Linke αποτελεί σημαντικό μέρος των κινημάτων – κυρίως όσον αφορά τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος. Οι εκλογικές περιφέρειες με τη μεγαλύτερη αύξηση των ψήφων για το Die Linke βρίσκονται όλες σε εκείνες τις περιοχές που παρουσίασαν επίσης υποστήριξη για το δημοψήφισμα πάνω από το μέσο όρο. Για παράδειγμα, στην εκλογική περιφέρεια Τρέπτοβ-Κέπενικ 1, το Die Linke κατάφερε να διατηρήσει, ενάντια στη γενική τάση, τα αποτελέσματά του στις εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Βερολίνου (26,2%, απώλειες -0,1%) και να υποστηρίξει την απευθείας εκλογή της Καταλίν Γκένμπουργκ. Η Γκένμπουργκ, υποψήφια με κινηματικό προσανατολισμό και παρουσία στο κίνημα των ενοικιαστών και στο κίνημα για το κλίμα, βρίσκεται σε σαφή αντίθεση με την υπόλοιπη εκλογική περιφέρεια.

Επιτυχίες σημειώθηκαν επίσης στις περιφέρειες Φρίντριχσαϊν-Κρόιτσμπεργκ και Νόικελν: Στην τελευταία, το Die Linke κατάφερε να συγκεντρώσει 20 έως 30 τοις εκατό σε τρεις εκλογικές περιφέρειες στις εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και να κερδίσει έως και 10 ποσοστιαίες μονάδες στις πρώτες ψηφοφορίες. Και στις ομοσπονδιακές εκλογές, παρά τις απώλειες, το Νόικελν πέτυχε το καλύτερο αποτέλεσμα του Die Linke σε όλη τη Δυτική Γερμανία με 11,9%.

Τι δείχνει αυτό; Δείχνει ότι το Die Linke μπορεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του αν ξεφύγει από την εμμονή του στα κοινοβούλια ως βασικό πεδίο δράσης και μοχλό κοινωνικής αλλαγής και αντ’ αυτού διοχετεύσει την ενεργητικότητά του στην οικοδόμηση κοινωνικών και απεργιακών κινημάτων. Μέσα από την πολυετή υποστήριξη των απεργιακών κινημάτων στα νοσοκομεία –όπως συμβαίνει σήμερα στο Βερολίνο στο Charité και στο Vivantes– το Die Linke έχει καταφέρει να διευρύνει τη βάση του στα μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης, αντί απλώς να κλαίγεται ότι η υποστήριξη από την εργατική τάξη μειώνεται. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, το Die Linke άρχισε να επαναδραστηριοποιεί τις δομές και σε πολλά άλλα παραρτήματα του κόμματος, τα οποία είχαν αποδυναμωθεί από την πανδημία του κοροναϊού. Παρά τα απογοητευτικά συνολικά αποτελέσματα, το κόμμα στην Έσση κατάφερε να ενισχύσει τις κομματικές οργανώσεις σε πολλές περιοχές και να κερδίσει 68 νέα μέλη. 1.400 νέα μέλη εντάχθηκαν στο Die Linke σε πανεθνικό επίπεδο.

 

6. Το πρόβλημα αξιοπιστίας που δημιουργήθηκε από τις κυβερνητικές δραστηριότητες του Die Linke αποτελεί εμπόδιο για την περαιτέρω οικοδόμηση του κόμματος. Όπου έχει βρεθεί στην κυβέρνηση, το Die Linke ήρθε επανειλημμένα σε σύγκρουση με το πρόγραμμα και τους στόχους του. Προκειμένου το Die Linke να έχει μέλλον, πρέπει να ελεγχθούν όλες οι κυβερνητικές συνεργασίες.

Δεν είναι μόνο τα πυρά από τις ίδιες τις γραμμές του που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία του Die Linke. Όπου το κόμμα συμμετέχει σε κυβερνήσεις, επανειλημμένα έρχεται σε θεμελιώδη αντίφαση με το ίδιο του το πρόγραμμα και τις πολιτικές θέσεις για τις οποίες εκλέχθηκε. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, το Die Linke έχει ένα ξεκάθαρο στίγμα ενάντια σε οποιεσδήποτε ιδιωτικοποιήσεις και περιορισμούς του νόμου περί ασύλου. Ταυτόχρονα, στις κυβερνήσεις των κρατιδίων το κόμμα συμμετέχει στο καθεστώς των απελάσεων και συμφωνεί με τις ιδιωτικοποιήσεις (Διαβάστε το άρθρο του marx21 εδώ: Erfahrungen und Lehren aus 10 Jahre Rot-Rot in Berlin).

 

Βρέμη: περικοπές στα νοσοκομεία

Το τελευταίο παράδειγμα: Η κοκκινο-κόκκινο-πράσινη κυβέρνηση του κρατιδίου της Βρέμης εφαρμόζει περικοπές στα νοσοκομεία εν μέσω πανδημίας. 440 θέσεις πρόκειται να περικοπούν στην Ένωση Κλινικών Γκένο της Βρέμης. Η γερουσιάστρια υγείας Κλαούντια Μπέρνχαρντ από το Die Linke υποστηρίζει τα σχέδια και τα υπερασπίζεται με το επιχείρημα ότι ο κρατικός σύνδεσμος κλινικών βρίσκεται στο κόκκινο. Αυτός είναι ένας σίγουρος τρόπος για να καταστραφεί, και μάλιστα άμεσα, μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης που το Die Linke έχει οικοδομήσει όλα αυτά τα χρόνια μέσω της υποστήριξης των αγώνων για περισσότερο προσωπικό στα νοσοκομεία.

 

Δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση

Μια τέτοια ολέθρια κυβερνητική διαδρομή του Die Linke κάθε άλλο παρά είναι μια μεμονωμένη περίπτωση: από την ιδιωτικοποίηση 70.000 διαμερισμάτων υπό τον κόκκινο-κόκκινο συνασπισμό στο Βερολίνο το 2002, ή την απειλούμενη διάλυση και ιδιωτικοποίηση με διαγωνισμό του S-Bahn του Βερολίνου πέρυσι, τη στήριξη της βιομηχανίας άνθρακα ενάντια στο κίνημα για το κλίμα στο Βρανδεμβούργο, μέχρι την πολιτική απελάσεων στη Θουριγγία – κάθε κυβέρνηση κρατιδίου στην οποία συμμετείχε το Die Linke έχει υποστηρίξει πολιτικές αποφάσεις που έρχονται σε διαμετρική αντίθεση με τα αιτήματα και τους στόχους του κόμματος. Η επακόλουθη απώλεια αξιοπιστίας πλήττει το Die Linke ακόμη περισσότερο, επειδή έτσι αθετεί την υπόσχεσή του να είναι διαφορετικό από τα άλλα κόμματα.

Σε αυτό πρέπει να προστεθεί: όπου το Die Linke συμμετέχει σε κυβερνήσεις, εξαφανίζεται ως αντιπολίτευση και είναι λιγότερο ικανό να εμφανιστεί ως αντικαπιταλιστική δύναμη. Αυτό αποδυναμώνει την αριστερή αντίσταση και δημιουργεί χώρο για τη φασιστική δεξιά να επωφεληθεί από τη δυσαρέσκεια. Σε αυτό το πλαίσιο, ο θρίαμβος του AfD στη Θουριγγία είναι τρομακτικός. Στο πλαίσιο του κοκκινο-κοκκινο-πράσινου συνασπισμού, το AfD έγινε το ισχυρότερο κόμμα στις τωρινές ομοσπονδιακές εκλογές. Για το Die Linke της Θουριγγίας, το εκλογικό αποτέλεσμα είναι επομένως ιδιαίτερα οδυνηρό, αλλά δείχνει πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι μια πορεία με κυβερνητικό προσανατολισμό. (Διαβάστε το άρθρο του marx21 εδώ: Krise in Thüringen: Sieg in die Sackgasse?).

Ο λόγος για τον οποίο το Die Linke έρχεται επανειλημμένα σε αντίθεση με το πρόγραμμά του και τα συμφέροντα των ψηφοφόρων του όταν βρίσκεται στην κυβέρνηση δεν είναι πρωτίστως η έλλειψη σταθερότητας εκ μέρους των πολιτικών του. Τα περιθώρια για αριστερή κυβερνητική πολιτική στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού κράτους είναι απλώς εξαιρετικά περιορισμένα – ειδικά με εταίρους συνασπισμού που χρηματοδοτούνται από επιχειρήσεις και υπό τους περιορισμούς για το όριο του χρέους. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, ισχύει η ακόλουθη δυναμική: Εφόσον το ίδιο το κράτος εξαρτάται από την επιτυχή συσσώρευση του κεφαλαίου, η ανάληψη της διοίκησης της κυβέρνησης όχι μόνο δεν θα καταφέρει να σπάσει την εξουσία των επιχειρήσεων, αλλά θα αποτρέψει και όλες τις κοινωνικές βελτιώσεις, εκτός από τις ελάχιστες, που είναι αντίθετες με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Επομένως, τα πειράματα για τη συμμετοχή στην κυβέρνηση μετατρέπονται πολύ εύκολα σε παγίδες. Ακόμα και αν μια αριστερή κυβέρνηση προωθήσει κάποιες μεταρρυθμίσεις υπό ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων, τέτοιες συνθήκες δεν θα διαρκέσουν. Και είτε μέσω του παζαρέματος με τους εταίρους του συνασπισμού είτε μέσω της πίεσης του κεφαλαίου, η απειλή της προδοσίας αυτού που το κόμμα πρεσβεύει είναι διαρκής.

 

7. Ώρα για επανεκκίνηση! Η αντιπολίτευση δεν είναι άχρηστη. Το Die Linke είναι αναγκαίο ως μεγάφωνο και κινητήριος μοχλός για την οργάνωση τόσο της αντίστασης όσο και της αντιπολιτευτικής δύναμης.

Ανεξάρτητα από το είδος του κυβερνητικού συνασπισμού που θα σχηματιστεί στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι ελπίδες που έχουν πολλοί άνθρωποι για την επόμενη κυβέρνηση θα διαψευστούν. Κανένας από τους πιθανούς συνασπισμούς δεν θα έχει επαρκή απάντηση στην κλιματική κρίση. Κανένας από τους πιθανούς συνασπισμούς δεν θα ζητήσει από τους πλούσιους και τις εταιρείες να πληρώσουν για όσα πρέπει να γίνουν. Το πρόβλημα είναι ο βασικός προσανατολισμός του SPD και των Πρασίνων: θέλουν να διασφαλίσουν τα συμφέροντα κέρδους των εταιρειών στον διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό αντί να τα βάλουν άμεσα με τους πλούσιους και τις εταιρείες. Το σχέδιό τους είναι ένας σοσιαλ-οικολογικός εκσυγχρονισμός του καπιταλισμού – σε συμφωνία με τα αφεντικά και σε βάρος των μισθωτών.

 

Οι εκλογές της Μπούντεσταγκ δεν αποτελούν μετατόπιση προς τα δεξιά

Παρ’ όλα αυτά, οι βουλευτικές εκλογές δεν σηματοδοτούν μετατόπιση προς τα δεξιά. Τα κέρδη του SPD και των Πρασίνων είναι σημαντικά μεγαλύτερα από τις απώλειες του Die Linke και οι ψήφοι και για τα δύο κόμματα συνδέονται με την ελπίδα μιας προοδευτικής κοινωνικής και οικολογικής πολιτικής. Όταν δεν τα καταφέρουν, θα γίνει σύντομα σαφές ότι ένα ισχυρό Die Linke εξακολουθεί να είναι επειγόντως αναγκαίο. Τα επόμενα χρόνια, οι μάχες σχετικά με το ποιος θα πρέπει να πληρώσει για την κρίση του COVID θα κορυφωθούν. Το ίδιο ισχύει και για τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό: ο κόσμος δεν γίνεται πιο ειρηνικός – οι εξοπλιστικές δαπάνες αυξήθηκαν σε επίπεδο ρεκόρ το 2020. Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, το ζήτημα της οικονομικά προσιτής στέγασης και οι συνθήκες εργασίας στους τομείς της περίθαλψης και αλλού θα παραμείνουν επίσης αντικείμενο κοινωνικών συγκρούσεων.

Το Die Linke είναι απαραίτητο ως μεγάφωνο, βήμα συζήτησης και κινητήρια δύναμη για την οργάνωση της αντίστασης και της αντικυβερνητικής δύναμης σε αυτές τις διαμάχες. Το Die Linke μπορεί να αντλήσει από ένα ευρύ φάσμα τοπικών εμπειριών για το πώς το κόμμα μπορεί να αναπτυχθεί ως κόμμα του κινήματος. Οι θετικές εμπειρίες σε πολλά περιφερειακά τμήματα τα τελευταία χρόνια θα πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για έναν «αναπροσανατολισμό» του κόμματος.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Marx21, “Die Linke: seven theses on the way forward. After the German election debacle”, Tempest, 1 Οκτωβρίου 2021, https://www.tempestmag.org/2021/10/die-linke-seven-theses-on-the-way-forward/

Marx21, »Die Linke: Wie weiter nach dem Wahldebakel?«, Marx21, 28 Σεπτεμβρίου 2021, https://www.marx21.de/die-linke-wie-weiter-nach-dem-wahldebakel/

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Το σχέδιο Χαρτς (Ι-IV) αποτελεί ένα σύνολο προτάσεων για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων που διατυπώθηκαν από τον Πέτερ Χαρτς, επικεφαλής της επιτροπής για τον σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων στην γερμανική αγορά εργασίας. Το σχέδιο, ή πρόταση Χαρτς αποτέλεσε τμήμα της «Ατζέντας 2010» του Σρέντερ.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Οκτωβρίου 2021 11:25

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.