Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2022 12:30

Οι Συντηρητικοί καταρρέουν εν μέσω ενός αυξανόμενου απεργιακού κύματος

Πικετοφορία του RMT στο Εδιμβούργο - φωτογραφία του Graham Checkley

 

 

Raymond Morell

 

Οι Συντηρητικοί καταρρέουν εν μέσω ενός αυξανόμενου απεργιακού κύματος

 

 

Οι ψηφοφορίες υπέρ των απεργιών πολλαπλασιάζονται καθώς οι Συντηρητικοί αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν τις αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις. Ο Raymond Morrell, αντιπρόσωπος του Unite στην αεροναυπηγική, εξηγεί τον επεκτεινόμενο ξεσηκωμό στο πλαίσιο της αδυναμίας του βρετανικού καπιταλισμού και των διαιρέσεων μεταξύ των Συντηρητικών.

 

Αυτή είναι μια αναθεωρημένη και ενημερωμένη έκδοση ενός άρθρου που πρωτοεμφανίστηκε στον ιστότοπο του Spectre Journal[1].

 

Εισαγωγή

Η κυβέρνηση των Τόρις κατέρρευσε στις 20 Οκτωβρίου μετά την βουτιά της λίρας, προκαλώντας αύξηση του κρατικού δανεισμού. Ο προϋπολογισμός τους, που θα εφαρμοστεί στις 17 Νοεμβρίου, θα πλήξει τις υπερχρεωμένες οικογένειες που ήδη παλεύουν με τα υψηλότερα επίπεδα πληθωρισμού των τελευταίων 40 ετών. Η κρίση λαμβάνει χώρα σε ένα σκηνικό αυξανόμενης δυσαρέσκειας που βρίσκει την έκφρασή της σε ένα αυξανόμενο κύμα απεργιών. Αυτό το άρθρο εξετάζει το αυξανόμενο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων, τις αιτίες του και ορισμένες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι απεργοί εργαζόμενοι και η Αριστερά.

 

Αναπτυσσόμενο κύμα απεργιών

Οι πανεθνικές απεργίες στους σιδηροδρόμους, στην British Telecom (BT) και από τους ταχυδρομικούς υπαλλήλους της Royal Mail έχουν μεταμορφώσει την ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος και της ευρύτερης εργατικής τάξης. Ο μισθός δεν είναι το μόνο ζήτημα, καθώς σημαντικές επιθέσεις σε θέσεις εργασίας και στις συνθήκες εργασίας λαμβάνουν χώρα στους σιδηροδρόμους, στη Royal Mail και στη BT.

Στις απεργίες στους σιδηροδρόμους συμμετέχουν το Συνδικάτο Εργαζομένων στους Σιδηροδρόμους, τη Ναυτιλία και τις Μεταφορές (RMT / Rail Maritime and Transport), η Ένωση Μηχανικών Ατμομηχανών και Πυροσβεστών (ASLEF / Associated Society of Locomotive Engineers and Firemen) και η Ένωση Μισθωτών Μεταφορών (TSSA / Transport Salaried Staffs’ Association), ενώ οι μηχανικοί του Unite απεργούν επίσης στη Great Western Rail. Η συγκεκριμένη σύγκρουση, αποτελεί μέρος μιας πολύ πιο γενικευμένης επίθεσης που επηρεάζει σχεδόν κάθε κατηγορία εργαζομένων στους σιδηροδρόμους. Τα σχέδια του εργοδότη περιλαμβάνουν μαζικές απολύσεις παράλληλα με ριζικές αλλαγές στους όρους και τις προϋποθέσεις εργασίας και επιθέσεις στις συντάξεις. Όπως και στην περίπτωση της BT, οι απεργίες της Ένωσης Εργαζομένων στις Επικοινωνίες (CWU / Communications Workers Union) στη Royal Mail αφορούν τους μισθούς, αλλά εντάσσονται επίσης σε ένα πλαίσιο ευρύτερων επιθέσεων στις θέσεις εργασίας και τις συνθήκες εργασίας. Μετά τη μονομερή παύση των κινητοποιήσεων που προκήρυξαν η RMT και η CWU μετά το θάνατο της βασίλισσας, η Royal Mail ανέβασε τον πήχη, αποχωρώντας από μια σειρά προϋπαρχουσών συμφωνιών με την CWU. Η CWU είχε ως απάντηση προγραμματίσει κλιμάκωση των ημερών απεργίας κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου, ορισμένες από τις οποίες ανεστάλησαν για συνομιλίες με τη διοίκηση – βλ. παρακάτω.

 

Πέρα από τις πανεθνικές απεργίες

Η αύξηση των απεργιών σε μεμονωμένους εργοδότες στον ιδιωτικό τομέα προϋπήρχε των πανεθνικών απεργιών. Στις περισσότερες από αυτές τις κινητοποιήσεις ηγείται το Unite. Η νέα επικεφαλής του, η Σάρον Γκράχαμ, ισχυρίζεται ότι τον πρώτο χρόνο της θητείας της ως γενική γραμματέας τα μέλη του Unite έλαβαν μέρος σε πάνω από 450 κινητοποιήσεις στις οποίες συμμετείχαν 76.000 μέλη. Κατά τη διάρκεια αυτού του έτους το Unite διεξήγαγε 122 ψηφοφορίες για απεργίες. Το συνδικάτο ισχυρίζεται ότι το ποσοστό νίκης ανέρχεται στο 80%, με 150 εκατομμύρια λίρες επιπλέον κερδισμένες για τα μέλη του Unite. Στο σημερινό κλίμα, πολλές από αυτές τις διαμάχες δεν οδηγούν σε απεργίες, καθώς η απειλή για κινητοποιήσεις συχνά οδηγεί σε παραχωρήσεις από τους εργοδότες.

Ορισμένες από τις σημαντικότερες κλαδικές διαμάχες αφορούν τα τμήματα αποκομιδής απορριμμάτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου η νίκη σε ένα Συμβούλιο οδηγεί σε ανάληψη δράσης στο επόμενο. Στα λεωφορεία, βλέπουμε ένα παρόμοιο μοτίβο μετά από μια σειρά από νίκες σχετικά με τους μισθούς, με μια ενδεχόμενη απεργία 2.000 οδηγών λεωφορείων του Λονδίνου να αποτρέπεται μετά από μια συμφωνία για 11% αυξήσεις στους μισθούς. Είδαμε επίσης απεργιακές κινητοποιήσεις από τους λιμενεργάτες. Δύο οκταήμερες απεργίες από 1.900 μέλη του Unite για τους μισθούς στο Φίλιξστοου, το λιμάνι μέσω του οποίου εισέρχονται στη Βρετανία σχεδόν τα μισά εμπορευματοκιβώτια, απείλησαν το εμπόριο αξίας περίπου 680 εκατομμυρίων λιρών. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις των μελών του Unite στο λιμάνι του Λίβερπουλ, το τέταρτο μεγαλύτερο λιμάνι της Βρετανίας, ξεκίνησαν την ημέρα της κηδείας της βασίλισσας.

Σε αντίθεση με ορισμένα από τα άλλα συνδικάτα, το Unite άφησε στους αντιπροσώπους να αποφασίσουν αν ήθελαν να αναβάλουν τη δράση τους κατά την περίοδο του «εθνικού πένθους». Ευτυχώς, οι λιμενεργάτες του Λίβερπουλ αγνόησαν τα αιτήματα για «εθνικό πένθος» και απέργησαν σύμφωνα με το δικό τους χρονοδιάγραμμα. Οι λιμενεργάτες στο Σαουθάμπτον αρνήθηκαν να εξυπηρετήσουν τα πλοία που άλλαζαν πορεία από το Λίβερπουλ, σε μια σημαντική κλιμάκωση της αντιπαράθεσης. Τέτοιες ενέργειες είναι ανεπίσημες και ενδεχομένως παράνομες. Είναι επίσης μια θαυμάσια επίδειξη αλληλεγγύης από τους λιμενεργάτες της βάσης. Η απεργία στο Λίβερπουλ έχει ενταθεί με τους λιμενεργάτες να πραγματοποιούν δύο ακόμη εβδομάδες κινητοποιήσεων από τις 24 Οκτωβρίου.

Αν και σε μικρότερη κλίμακα, παράλληλα με τις επίσημες κινητοποιήσεις υπήρξε μια σημαντική έκρηξη ανεπίσημων ή άγριων κινητοποιήσεων. Τον Μάιο, εργαζόμενοι σε πολλές πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα αρνήθηκαν να εργαστούν με αίτημα την αύξηση του μισθού κατά 7 λίρες την ώρα. Η απάντηση των συνδικάτων RMT, Unite και GMB ήταν να αποστασιοποιηθούν από την ανεπίσημη κινητοποίηση, καθώς ήταν "παράνομη".
Σε ένα εργοστάσιο τροφίμων κοντά στο Μπέρι, περίπου 100 εργαζόμενοι απείχαν από την εργασία τους –παρά το γεγονός ότι δεν συμμετείχαν σε συνδικάτο– για τους μισθούς, καθώς και για μια σειρά από ζητήματα που σχετίζονται με τη μεταχείρισή τους από τους διευθυντές. Τον Αύγουστο, ανεπίσημη δράση έλαβε χώρα στο διυλιστήριο πετρελαίου στο Γκράνγκεμουθ στη Σκωτία, όταν εκατοντάδες εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας συντήρησης και επισκευών αποχώρησαν από την εργασία τους με αφορμή το θέμα των μισθών, ενώ περίπου 250 εργαζόμενοι εμπόδισαν προσωρινά την πρόσβαση βυτιοφόρων στο εργοτάξιο. Η κινητοποίηση αυτή ήταν μέρος μιας ευρύτερης ανεπίσημης σύγκρουσης που αφορούσε 11 εργοστάσια. Στα τέλη Οκτωβρίου, στο διυλιστήριο Essar Stanlow, η ανεπίσημη κινητοποίηση στην οποία συμμετείχαν 1.500 εργαζόμενοι στον τομέα των κατασκευών οδήγησε σε αύξηση 12,3%, στην επιστροφή όλων των απωλειών αποδοχών από την ανεπίσημη κινητοποίηση και σε εφάπαξ ποσό 1.500 λιρών για τη διευθέτηση μιας διεκδίκησης σχετικά με τον «χρόνο περπατήματος», το χρόνο που χρειάζεται για να περπατήσει κάποιος μέσα στο εργοτάξιο για να φτάσει στη δουλειά του.

Αυτή η νίκη ήταν ένα εκπληκτικό παράδειγμα των εργαζομένων της βάσης που ανέλαβαν άμεση δράση χωρίς καμία αναφορά στο νόμο ή στη συνδικαλιστική ηγεσία και κέρδισαν οριστικά με αποφασιστική δράση. Εμπνευσμένη κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε επίσης σε μια σειρά από γιγαντιαίες αποθήκες της Amazon τον Αύγουστο, αφού οι εργαζόμενοι στο τεράστιο κέντρο συσκευασίας της Amazon στο Τίλμπερι του Έσσεξ ενημερώθηκαν ότι θα έπαιρναν «αύξηση» μισθού 35 πένες την ώρα. Καθώς τα βίντεο της κινητοποίησης διαδόθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πυροδότησαν κινητοποιήσεις εκατοντάδων εργαζομένων της Amazon στις αποθήκες της στο Κόβεντρι, το Ράγκλεϊ, το Μπρίστολ, το Λέστερσαϊρ και το Σουίντον. Τόσο το Unite όσο και η GMB έχουν οργανώσεις σε όλη την Amazon, αλλά σε αυτές τις στάσεις εργασίας πρωτοστάτησαν σε μεγάλο βαθμό μη οργανωμένοι εργαζόμενοι. Μετά από αυτές τις κινητοποιήσεις, η GMB προχώρησε σε ψηφοφορία των μελών της στην αποθήκη συσκευασίας και μεταβίβασης προϊόντων (fulfillment centre) της Amazon στο Κόβεντρι για απεργιακή δράση, αλλά δεν πέτυχε το αντιδημοκρατικό όριο του 50% της συμμετοχής που επέβαλαν οι Συντηρητικοί για μόλις 1%.

 

Θα εξαπλωθεί η δράση στον δημόσιο τομέα;

Οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα –δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι στην τοπική αυτοδιοίκηση, εκπαιδευτικοί, εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, πυροσβέστες, εργαζόμενοι στην τριτοβάθμια και την ανώτερη εκπαίδευση– έχουν ψηφίσει ή βρίσκονται σε διαδικασία ψηφοφορίας για την λήψη αποφάσεων για κινητοποιήσεις. Ο συνδικαλιστικός νόμος του 2016, ο οποίος εισήγαγε το όριο συμμετοχής 50% για τις απεργιακές ψηφοφορίες, καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη των ποσοστών για πανεθνική δράση. Ωστόσο, το αυξανόμενο απεργιακό κύμα στους σιδηροδρόμους, τα ταχυδρομεία, τις τηλεπικοινωνίες και την ευρύτερη οικονομία έχουν μεταμορφώσει το κλίμα ακόμη και στον δημόσιο τομέα, όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν εδώ και δεκαετίες περικοπές στις υπηρεσίες και στις απολαβές τους.

Στον τομέα της εκπαίδευσης, τα συνδικάτα στα σχολεία πρόκειται να ψηφίσουν αυτό το φθινόπωρο για απεργίες σχετικά με τους μισθούς, ενώ οι διευθυντές σχολείων ετοιμάζονται επίσης να ψηφίσουν. Τα μέλη της Ένωσης Πανεπιστημιακών Κολλεγίων (UCU / University College Union) έχουν πραγματοποιήσει κινητοποιήσεις σε όλα τα κολέγια ανώτερης εκπαίδευσης καθ’ όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου, και πάνω από 70.000 πανεπιστημιακοί ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της απεργίας σε 150 πανεπιστήμια, ξεπερνώντας κατά πολύ το αντισυνδικαλιστικό όριο του 50%. Η μεγαλύτερη απεργία που έχει γίνει ποτέ στα βρετανικά πανεπιστήμια αναμένεται να ξεκινήσει στις 24 Νοεμβρίου.

Η Βρετανία πιθανότατα θα αντιμετωπίσει ένα φθινόπωρο απεργιών και στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Η Ένωση Πυροσβεστών (FBU) ανακοίνωσε ότι 32.500 μέλη της σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο θα ψηφίσουν για απεργία κατά της πρότασης (για αυξήσεις) 2%. Πάνω από 100.000 μέλη του Unite που εργάζονται για το ΕΣΥ σε όλη την Αγγλία και την Ουαλία βρίσκονται σε διαδικασία ψηφοφορίας (για απεργία). Η Unison θα πραγματοποιήσει (απεργιακή) ψηφοφορία για τα 406.000 μέλη της που εργάζονται για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) σε όλη την Αγγλία και την Ουαλία, ενώ η ψηφοφορία για κινητοποιήσεις έχει ήδη ξεκινήσει στη Σκωτία. Οι ψηφοφορίες (για κινητοποιήσεις) θα περιλαμβάνουν το προσωπικό των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των νοσηλευτών, των παραϊατρικών, των χειριστών κλήσεων έκτακτης ανάγκης και των οδηγών ασθενοφόρων.

Εν τω μεταξύ, στο Βασιλικό Κολλέγιο Νοσηλευτικής (RCN / Royal College of Nursing/ Συνδικαλιστική Οργάνωση νοσηλευτών/τριων), το οποίο πρόσφατα άλλαξε το καταστατικό του για να επιτρέψει τη δυνατότητα απεργίας, διεξάγεται επίσης ψηφοφορία για απεργίες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο και αναμένεται ότι οι απεργίες θα ξεκινήσουν πριν από το τέλος του έτους. Ο γενικός γραμματέας του RCN λέει ότι οι νοσηλευτές/τριες ψήφισαν να απεργήσουν όχι μόνο για τον μισθό αλλά και ενάντια στις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας[2]. Παρά την πρόσφατη νομοθεσία[3] που επιτρέπει την απεργοσπασία του τύπου (της ναυτιλιακής εταιρείας) P&O[4] από εργαζόμενους σε γραφεία ενοικίασης, κατά τη διάρκεια της επιτυχημένης απεργίας του 2019 στη Βόρεια Ιρλανδία, τα γραφεία νοσηλευτών αρνήθηκαν να κάνουν απεργοσπασία. Ο γενικός γραμματέας προβλέπει ότι τα νοσηλευτικά ιδρύματα σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο θα αρνηθούν να προμηθεύσουν απεργοσπάστες και αυτή τη φορά. Το Βασιλικό Κολλέγιο Μαιών πρόκειται επίσης να διεξαγάγει (απεργιακή) ψηφοφορία για τις αμοιβές, η Ένωση Φυσικοθεραπευτών διαβουλεύεται με τα μέλη της σχετικά με τη ανάληψη δράσεων και οι νέοι γιατροί του Βρετανικού Ιατρικού Συλλόγου φαίνεται ότι θα διεξαγάγουν (απεργιακή) ψηφοφορία τον Ιανουάριο του 2023. Μια απεργία αυτού του μεγέθους από νοσηλευτές, γιατρούς και άλλους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας θα αφορούσε 750.000 εργαζόμενους και θα ήταν η μεγαλύτερη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας από τη δεκαετία του 1980. Η εξέλιξη αυτή θα εμβάθυνε την πολιτική κρίση σχετικά με το κόστος ζωής, τη χρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και τις ιδιωτικοποιήσεις, δημιουργώντας το ενδεχόμενο για ανάληψη δράσεων αλληλεγγύης προς τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας.

 

Γιατί τώρα;

Η Βρετανία αντιμετωπίζει κρίση παραγωγικότητας καθώς και κρίση κόστους ζωής. Οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης στη Βρετανία έχουν μειωθεί περίπου στο μισό από τη δεκαετία του 1960[5], από περίπου 3,5% ετησίως σε λιγότερο από 2% σήμερα. Από την εποχή της διακυβέρνησης της Μάργκαρετ Θάτσερ, οι Συντηρητικοί δεν έχουν επιλύσει αυτά τα βαθιά ριζωμένα προβλήματα. Για παράδειγμα, η παραγωγή της Βρετανίας ανά ώρα εργασίας παρέμεινε σε χαμηλότερα επίπεδα από τη Γερμανία και τη Γαλλία χωρίς ανάκαμψη από το 1979[6]. Η παραγωγικότητα έχει παραμείνει σε περαιτέρω στασιμότητα μετά την οικονομική κρίση.

Το 2012, πέντε βουλευτές των Τόρις έγραψαν ένα βιβλίο με τίτλο Britannia Unchained [7]. Υποστήριζε: «Μόλις εισέλθουν στον εργασιακό χώρο, οι Βρετανοί είναι από τους χειρότερους τεμπέληδες στον κόσμο» και συνέχιζε: «Εργαζόμαστε από τις χαμηλότερες ώρες, συνταξιοδοτούμαστε νωρίς και η παραγωγικότητά μας είναι χαμηλή. Ενώ τα παιδιά των Ινδών φιλοδοξούν να γίνουν γιατροί ή επιχειρηματίες, οι Βρετανοί ενδιαφέρονται περισσότερο για το ποδόσφαιρο και την ποπ μουσική». Δύο από αυτούς τους βουλευτές ήταν ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης των Τόρις που κατέρρευσε πρόσφατα[8]. Ό,τι κι αν πιστεύουν οι Συντηρητικοί, η πραγματικότητα είναι ότι οι εργαζόμενοι στη Βρετανία εργάζονται περισσότερες ώρες απ’ ό,τι στη Σουηδία, τη Γερμανία και τη Γαλλία και δεν συνταξιοδοτούνται νωρίτερα.

Είναι όμως οι Βρετανοί εργαζόμενοι τεμπέληδες; Μια σειρά μεγάλων ερευνών που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση και διεξάγονται από τη δεκαετία του 1990 δείχνει ότι το ποσοστό των ανθρώπων που δηλώνουν ότι εργάζονται σε «πολύ υψηλή ταχύτητα» για τουλάχιστον τρία τέταρτα της εργάσιμης ημέρας αυξήθηκε από 23% σε 45% μεταξύ 1992 και 2017. Το 1992, το 71% των εργαζομένων δήλωσαν ότι είχαν «μεγάλο βαθμό» ελέγχου σχετικά με το πόσο σκληρά εργάζονταν∙ μέχρι το 2017 το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί στο 46%. Το Health and Safety Executive δείχνει επίσης ότι το εργασιακό στρες, η κατάθλιψη και το άγχος αυξάνονται. Καθώς αυξάνεται η ένταση της εργασίας, μεγαλώνει και το μαστίγιο του διευθυντή.

Μια καλύτερη εξήγηση για τη χαμηλή παραγωγικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι η έλλειψη επενδύσεων σε νέο εξοπλισμό και τεχνολογία. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις ήταν αδύναμες στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα και δέχθηκαν περαιτέρω πλήγμα μετά το Brexit. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία ανεπαρκώς εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει τόσο μια χρηματοπιστωτική κρίση όσο και μια κρίση κόστους ζωής.

Η εξουθενωτική φτώχεια είναι η εμπειρία για τους φτωχότερους στη Βρετανία. Μετά από μια δεκαετία λιτότητας των Τόρις και τις περικοπές στο (πρόγραμμα) Γενικού Επιδόματος [Universal Credit][9] πριν από ένα χρόνο, μεγάλα τμήματα των «εργαζόμενων φτωχών» έχουν ήδη οδηγηθεί στα όριά τους, καθώς δεν μπορούν πλέον να τα βγάλουν πέρα. Οι μισθοί έχουν συμπιεστεί από την οικονομική κρίση του 2008. Οι μέσοι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά σχεδόν 7% μεταξύ 2009 και 2014. Την τελευταία δεκαετία παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη συμπίεση του βιοτικού επιπέδου σε καιρό ειρήνης από τους Ναπολεόντειους πολέμους, με τα εισοδήματα των νοικοκυριών να συρρικνώνονται κατά 2%. Παρά την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους Συντηρητικούς, η Βρετανία παραμένει μεταξύ των 30 πλουσιότερων χωρών του κόσμου. Τα επίπεδα ανισότητας στη Βρετανία σήμερα ξεπερνούν πλέον κάθε χώρα του δυτικού κόσμου εκτός των ΗΠΑ.

Η μείωση της κάλυψης από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στη Βρετανία τις τελευταίες δεκαετίες είναι ένας από τους κύριους παράγοντες που ευθύνονται για την αύξηση της ανισότητας. Το 1979, πριν από την εκλογή της Θάτσερ, η Βρετανία είχε κάλυψη περίπου 85%, γεγονός που την καθιστούσε μία από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, με τα χαμηλότερα επίπεδα ανισότητας. Έκτοτε, η κάλυψη μειώθηκε σε περίπου 25 %. Έρευνα της Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων (TUC / Trades Union Congress) διαπίστωσε ότι η ανισότητα στον πλούτο έχει επιταχυνθεί μετά το οικονομικό κραχ και τα χρόνια της λιτότητας. Η Βρετανία αποτελούσε εξαίρεση στις χώρες του ΟΟΣΑ με μείωση των πραγματικών αμοιβών από το 2007. Για παράδειγμα, το 2007, το μέσο νοικοκυριό στη Βρετανία βρισκόταν σε χειρότερη θέση κατά 8% από τους ομολόγους του στη Βορειοδυτική Ευρώπη, αλλά σήμερα το έλλειμμα αυτό είναι 20%.

Το Γραφείο Ευθύνης για τον Προϋπολογισμό (OBR / Office for Budget Responsibility), δημιούργημα των Συντηρητικών, προβλέπει ότι η κρίση του κόστους ζωής θα έχει ως αποτέλεσμα το χειρότερο πλήγμα στο βιοτικό επίπεδο από το 1956. Η Τρας, πρώην πρωθυπουργός, δήλωσε ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρώσει κανείς για την ενεργειακή ασφάλεια. Χωρίς αμφιβολία, τα αυξανόμενα επιτόκια για τους ιδιοκτήτες ακινήτων είναι επίσης «ένα τίμημα που αξίζει να πληρώσουμε». Παρά τις πρόσφατες παραιτήσεις, στόχος των Συντηρητικών υπό τον νέο πρωθυπουργό Ρίσι Σούνακ θα είναι να επαναφέρουν έναν ακόμη γύρο θατσερικής λιτότητας για να μεταφέρουν το βάρος της κρίσης στους ώμους των εργαζομένων. Πρόκειται να προωθήσουν περισσότερη αντι-συνδικαλιστική νομοθεσία, καθώς ελπίζουν να πειθαρχήσουν περαιτέρω το εργατικό κίνημα και να υπονομεύσουν το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι αυτή η ατζέντα θα μπορούσε να λειτουργήσει όπως σχεδιάζουν για δεύτερη φορά.

 

Πιέσεις που οδηγούν σε δράση

Η ανεργία στο Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκε φέτος το καλοκαίρι στο χαμηλότερο ποσοστό από τις αρχές της δεκαετίας του 1970[10], ακόμη και όταν η οικονομία έμεινε στάσιμη. Αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι απασχολούνταν περισσότεροι άνθρωποι. Αντίθετα, υπήρξε περαιτέρω αύξηση του αριθμού των ατόμων που δήλωσαν ότι δεν εργάζονται επειδή σπουδάζουν ή έχουν μακροχρόνια πάθηση υγείας. Η μακροχρόνια ασθένεια οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες: στον long Covid και το γεγονός ότι οι άνθρωποι παίρνουν άδεια ασθενείας μέχρι να μπορέσουν να έχουν πρόσβαση σε περίθαλψη από το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) [11]. Η εμπειρία των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της πανδημίας έχει σημαντικό αντίκτυπο στη στάση τους απέναντι στην εργασία και στην απασχολησιμότητά τους, με πολλούς να μην είναι πλέον διατεθειμένοι να ανεχτούν «μαλακίες δουλειές». Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερες εταιρείες έχουν οικοδομήσει το επιχειρηματικό τους μοντέλο στο να ωθούν τους εργαζόμενους να εργάζονται «πέρα και πάνω» από τα όρια των καθηκόντων τους. Κάποιες από τις διακοπές των σιδηροδρομικών μεταφορών στο Ηνωμένο Βασίλειο αυτό το καλοκαίρι ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: επιχειρήσεις όπως η Avanti βασίζονταν επί χρόνια στο προσωπικό που δούλευε εθελοντικά επιπλέον βάρδιες στα ρεπό του∙ όταν το προσωπικό έπαψε να δείχνει την καλή του θέληση, η λειτουργία της υπηρεσίας σταμάτησε.

Όλες αυτές οι πιέσεις έρχονται σε συνδυασμό με την κρίση του κόστους ζωής που έχει δημιουργήσει την αίσθηση μιας κοινής εμπειρίας σε όλη την εργατική τάξη, με μια ευρεία συμπάθεια προς τις ομάδες των απεργών εργαζομένων και την αίσθηση ότι αγωνίζονται για όλους τους εργαζόμενους. Αυτή τη διάθεση εκμεταλλεύτηκε ο Μικ Λιντς, ηγέτης της RMT. Ο Λιντς κλήθηκε να μιλήσει σε όλα τα ειδησεογραφικά κανάλια, καθώς οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς προσπαθούσαν να δαιμονοποιήσουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Ωστόσο, γελοιοποίησε τους τηλεοπτικούς παρουσιαστές και παρουσίασε την περίπτωση των απεργιών των σιδηροδρομικών ως μέρος μιας ευρύτερης μάχης στην οποία έχουν συμμετοχή όλοι οι εργαζόμενοι. Με τον τρόπο αυτό, μετατράπηκε σε εκπρόσωπο εκατομμυρίων ανθρώπων που βιώνουν τις τεράστιες αυξήσεις των τιμών. Εν τω μεταξύ, ο Κίρ Στάρμερ προσπάθησε να αποστασιοποιήσει το Εργατικό Κόμμα από τις απεργίες, αποπέμποντας ακόμη και έναν σκιώδη υπουργό Μεταφορών επειδή συμμετείχε σε μια απεργιακή συγκέντρωση. Ο Στάρμερ προσπαθεί απεγνωσμένα να αποστασιοποιηθεί από τα συνδικάτα προκειμένου να προσπαθήσει να φανεί υπεύθυνος και έτοιμος να αναλάβει να κυβερνήσει μετά τις επόμενες γενικές εκλογές. Η στάση αυτή θα προκαλεί όλο και περισσότερο ερωτήματα όσον αφορά τη σχέση των συνδικάτων με το Εργατικό Κόμμα.

Η σημερινή επίθεση των εργοδοτών ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας με την αύξηση της χρήσης της τακτικής της «απόλυσης και επαναπρόσληψης», την οποία οι εργοδότες χρησιμοποιούν για να απολύουν μαζικά τους εργαζόμενους και να τους επαναπροσλαμβάνουν με χειρότερους μισθούς, όρους και προϋποθέσεις. Τον Απρίλιο του 2021, οι μηχανικοί της British Gas που απεργούσαν ενάντια στην «απόλυση και επαναπρόσληψη» απομονώθηκαν και ηττήθηκαν. Την άνοιξη του 2022, οι εργαζόμενοι απάντησαν στις παράνομες απολύσεις με συνοπτικές διαδικασίες 800 εργαζομένων που απασχολούνται στην P&O την με κατάληψη των πλοίων[12]. Οι απολύσεις οδήγησαν σε ένα τεράστιο κύμα απέχθειας ενάντια στις ενέργειες της εταιρείας. Αντί να αξιοποιήσει τη συμπάθεια του κοινού και να αναζητήσει την αλληλεγγύη των λιμενεργατών στο λιμάνι, η ηγεσία του RMT έδωσε εντολή στους εργαζόμενους που έκαναν κατάληψη να εγκαταλείψουν τα πλοία, από φόβο ότι θα επικαλεστούν την αντισυνδικαλιστική νομοθεσία εναντίον τους επειδή οι εργαζόμενοι ανέλαβαν «δράση αλληλεγγύης»[13] . Ο αυξανόμενος αριθμός απολύσεων με την τακτική της «απόλυσης και επαναπρόσληψης» έχει σταματήσει προς το παρόν, μετά την επιτυχή αντίσταση των εργαζομένων παράλληλα με τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό. Οι εργοδότες χρησιμοποιούν αντίθετα τον υψηλό πληθωρισμό για να μειώσουν τα επίπεδα των πραγματικών αμοιβών.

Πολλοί από τους εργαζόμενους που συμμετείχαν στις απεργίες του φετινού καλοκαιριού είχαν χαρακτηριστεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας ως «αναγκαίοι εργαζόμενοι» [essential workers] και αναγκάστηκαν να εργαστούν κανονικά με όλους τους συναφείς κινδύνους για την υγεία. Πολλοί από εμάς χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να μεταβούμε στους χώρους εργασίας μας, όπου οι υπεύθυνοι υγιεινής και ασφάλειας των συνδικάτων έπρεπε να αγωνιστούν για τη βελτίωση του εξαερισμού, της καθαριότητας και της κοινωνικής αποστασιοποίησης. Εκατομμύρια «αναγκαίοι εργαζόμενοι» βίωσαν αυτή την εμπειρία για τουλάχιστον ένα χρόνο καθώς προσπαθούσαν να παραμείνουν ασφαλείς. Όσοι μάζευαν τα σκουπίδια, μετέφεραν αγαθά σε σούπερ μάρκετ και αποθήκες, λειτουργούσαν το σύστημα μεταφορών, εργάζονταν στην υγειονομική περίθαλψη, παρέδιδαν το ταχυδρομείο και εργάζονταν στα λιμάνια, όλοι θεωρούνταν αναγκαίοι εργαζόμενοι. Καλούνταν να κάνουν θυσίες, ενώ τους επιβλήθηκε πάγωμα των μισθών στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος».

Όταν η οικονομία άνοιξε γρήγορα ξανά το φθινόπωρο του 2021, τα προβλήματα αυτά οδήγησαν σε σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού, αρχικά στις οδικές μεταφορές με τους οδηγούς βαρέων φορτηγών οχημάτων να απαιτούν πρόσθετη αμοιβή μετά από χρόνια άθλιων μισθών και εργασιακών συνθηκών. Σύντομα όμως έγινε φανερό ότι αυτές οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού υπήρχαν στους περισσότερους τομείς της οικονομίας: στις μεταφορές, την εστίαση, την υγεία, την εκπαίδευση, στους τεχνικούς και όχι μόνο. Ο αντίκτυπος των δολοφονικών πολιτικών των Συντηρητικών για την πανδημία εξακολουθεί να είναι αισθητός σε όλη την οικονομία σήμερα. Πολλοί αναγκαίοι εργαζόμενοι παραμένουν πικραμένοι για την έλλειψη αναγνώρισης των προσπαθειών και των θυσιών τους. Ωστόσο, η εμπειρία της πανδημίας ενίσχυσε επίσης την αυτοπεποίθηση αυτών των εργαζομένων, με μια αυξανόμενη αίσθηση αυτοεκτίμησης και δυνητικής δύναμης.

Αυτές οι πολλαπλές πιέσεις για δράση αντικατοπτρίζονται επίσης στην αύξηση των μελών των συνδικάτων, αν και με αργούς ρυθμούς και ξεκινώντας από μια χαμηλή βάση. Οι αριθμοί αυξήθηκαν κατά 118.000 στα 6,6 εκατομμύρια το 2020. Συνεχίζουμε να βλέπουμε αύξηση για 4η συνεχή χρονιά. Μέχρι πρόσφατα, είχαμε δει τον χαμηλότερο αριθμό απεργιών από τότε που άρχισαν οι καταγραφές, πριν από την ανάκαμψη το 2019. Τα επίσημα στοιχεία για τις απεργίες δεν καταγράφονταν πλέον, υποτίθεται λόγω των επιπτώσεων του Covid-19, και αυτό άλλαξε μόλις πρόσφατα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν για τον Ιούνιο, με τις περισσότερες αυξήσεις απεργιών να λαμβάνουν χώρα στις μεταφορές και τα logistics. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία από τα συνδικάτα δείχνουν ότι οι εργασιακές διεκδικήσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών. Τους τελευταίους 12 μήνες η TUC κατέγραψε τουλάχιστον 300 περιπτώσεις διεκδικήσεων, αριθμός τετραπλάσιος σε σχέση με τρία χρόνια πριν. Η αύξηση των μελών των συνδικάτων και των διεκδικήσεων είναι θετική και υπογραμμίζει την ανάγκη για μια νέα εστίαση της αριστεράς στη στρατηγική του εργατικού κινήματος.

 

Προβλήματα ηγεσίας

Η ξαφνική αναστολή των απεργιών μετά το θάνατο της βασίλισσας είναι ένα παράδειγμα των ορίων οποιασδήποτε στρατηγικής που αφήνει απλώς τη διεξαγωγή των απεργιών στα χέρια των ηγετών των συνδικάτων. Οι μεγάλες πανεθνικές κινητοποιήσεις είναι πιο δύσκολο να επηρεαστούν από τους ακτιβιστές της βάσης. Συνεχίζουμε να βλέπουμε μονοήμερες απεργίες με κάποιες κινήσεις συντονισμού και κλιμάκωσης από τους ηγέτες των συνδικάτων. Οι τοπικές κινητοποιήσεις είναι ευκολότερο να επηρεαστούν, αλλά έχουν μικρότερο αντίκτυπο στη μετατόπιση του συνολικού συσχετισμού δυνάμεων. Η κινητοποίηση στο λιμάνι του Φέλιξστοου παρέχει στους σοσιαλιστές την ευκαιρία να επηρεάσουν ένα στρατηγικά σημαντικό σημείο ασφυξίας για το βρετανικό κεφάλαιο. Ωστόσο, ενώ είναι αλήθεια ότι οι συνδικαλιστικοί ηγέτες ήταν συντηρητικοί σχετικά με το αίτημα για διαρκή ή συντονισμένη δράση ή σχετικά με την αμφισβήτηση των εκκλήσεων για εθνική ενότητα μετά το θάνατο της βασίλισσας, τα προβλήματα είναι ακόμη πιο βαθιά.

Μετά από δεκαετίες υποχώρησης και ήττας, υπάρχει ένα στρώμα ανώτερων αντιπροσώπων που δεν έχουν συμμετάσχει στη δράση, ούτε έχουν βιώσει τη νίκη και είναι απομακρυσμένοι από τους περισσότερους απλούς εργαζόμενους. Εκεί όπου οι ανώτεροι αντιπρόσωποι βρίσκονται στη θέση τους σε καθιερωμένους, οργανωμένους χώρους εργασίας για χρόνια και μερικές φορές για δεκαετίες, μπορεί να περνούν τον περισσότερο χρόνο τους σε συναντήσεις με την ανώτερη διοίκηση. Συχνά, η σχέση τους με τη διοίκηση μπορεί να φαίνεται πιο σημαντική από εκείνη με τους αντιπροσώπους και τα μέλη. Αυτό το στρώμα των ανώτερων αντιπροσώπων είναι συχνά οι πιο ισχυροί εκπρόσωποι των συνδικάτων στο χώρο εργασίας τους. Τείνουν επίσης να καταλαμβάνουν τις περισσότερες από τις ανώτερες θέσεις στους μηχανισμούς των συνδικάτων σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, όπου ο συντηρητισμός τους ενισχύει αυτόν των συνδικαλιστικών ηγετών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εξακολουθεί να υπάρχει μια πολιτική αριστερά που δραστηριοποιείται σε όλο το εργατικό κίνημα. Ωστόσο, έχει ατονίσει και είναι αμφίβολο αν η επιρροή της θα ήταν θετική σήμερα, λόγω του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος της οργανωμένης αριστεράς υιοθετεί μια «ευρύτερη αριστερή» στρατηγική, η οποία βασίζεται σε αριστερούς ηγέτες για την ανάληψη δράσης. Όταν αυτοί οι ηγέτες κρίνονται ανεπαρκείς, συχνά η μόνη αντιπολίτευση προέρχεται από τη δεξιά. Συχνά μιλάμε για το «αδρανοποιητικό χέρι» της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας όταν αναλύουμε τις αναποδιές ή τις ήττες. Ωστόσο, σπάνια συζητάμε για την ασφυκτική επίδραση αυτού του στρώματος αντιπροσώπων σε συνδυασμό με την έλλειψη ανεξάρτητης οργάνωσης στους χώρους εργασίας και στις συνδικαλιστικές δομές.

Αφού ανακοίνωσε μια σειρά απεργιακών ημερών για τον Νοέμβριο, το RMT δέχτηκε πιέσεις από τον δεξιό Τύπο για μια από τις ημέρες δράσης που συνέπεσε με την Εθνική Ημέρα Παπαρούνας στις 3 Νοεμβρίου[14]. Η δράση των σιδηροδρόμων κατά την ημερομηνία αυτή επρόκειτο να συντονιστεί σε όλη τη χώρα με απεργίες στο μετρό του Λονδίνου που θα έκλειναν βασικά τμήματα της οικονομίας. Η απόφαση να ακυρωθεί η δράση εκείνη την ημερομηνία ελήφθη από την Εκτελεστική Επιτροπή των συνδικάτων σιδηροδρομικών, η οποία αποτελείται από εκλεγμένους αντιπροσώπους – γεγονός που καθιστά πολύ απλοϊκό να κατηγορούμε απλώς τους ηγέτες των συνδικάτων για την ματαίωση της δράσης. Ωστόσο, το θέμα εδώ δεν είναι ότι το RMT είναι κατά κάποιο τρόπο επιρρεπές στην υπερεθνικοφροσύνη με τρόπο που άλλα συνδικάτα δεν είναι. Είναι πιθανό ότι τα περισσότερα άλλα συνδικαλιστικά στελέχη θα υπέκυπταν στην ίδια πίεση αν βρίσκονταν σε αυτή τη θέση, και την απόφαση του RMT ακολούθησε γρήγορα το TSSA.

Όταν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες που έρχονται αντιμέτωπες με το κράτος σε πανεθνικές συγκρούσεις αισθάνονται την τάση να ματαιώσουν τη δράση στο πνεύμα της λεγόμενης «εθνικής αλληλεγγύης» ή των «εποικοδομητικών διαπραγματεύσεων», συχνά καταφέρνουν να τη γλιτώσουν με την υποχώρηση, επειδή δεν υπάρχει μια συνεκτική εναλλακτική άποψη από την ανεξάρτητη βάση για να συνεχιστούν οι απεργίες.

Σε συνέχεια αυτής της τελευταίας υποχώρησης, η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών επέτρεψε στις σιδηροδρομικές εταιρείες να κάνουν μια προσφορά για να προσπαθήσουν να διευθετήσουν την σύγκρουση. Πρόκειται για μια αλλαγή πλεύσης και παρουσιάζεται ως μια ευπρόσδεκτη ευκαιρία για τη διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας. Το RMT ακύρωσε τρεις ημέρες απεργίας λέγοντας ότι «θα εισέλθει σε μια περίοδο εντατικών διαπραγματεύσεων» με τις σιδηροδρομικές εταιρείες. Εν τω μεταξύ, στη Royal Mail, η εργοδοσία δήλωσε ότι θα αναβάλει την επιβολή των δρακόντειων αλλαγών μέχρι τις 15 Νοεμβρίου, ενώ και τα δύο μέρη υπόσχονται να αποκλιμακώσουν την ένταση στον εργασιακό χώρο με συνομιλίες που θα πραγματοποιηθούν στην ACAS[15]. Αυτό έγινε μετά την ακύρωση της κινητοποίησης μετά από νομική αμφισβήτηση από τη Royal Mail, αν και η CWU ανακοίνωσε έκτοτε νέες ημέρες απεργίας για τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο[16].

Το πρόβλημα και με τις δύο περιπτώσεις αντιπαράθεσης, είναι ότι οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν μετά από υποχωρήσεις και είναι λιγότερο πιθανό να καταλήξουν σε μια καλή συμφωνία μετά τη ματαίωση της κινητοποίησης. Επιπλέον, καθώς και οι δύο αντιπαραθέσεις πλησιάζουν προς τα Χριστούγεννα, οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους και τα ταχυδρομεία θα βρίσκονται σε όλο και πιο ισχυρή θέση και η πιθανότητα μιας πιο γενικευμένης και συντονισμένης δράσης με άλλες ομάδες εργαζομένων που απεργούν στο δημόσιο τομέα, την εκπαίδευση και όχι μόνο, θα δημιουργήσει μια πολύ πιο σημαντική πρόκληση για τους Συντηρητικούς. Παρ’ όλες αυτές τις υποχωρήσεις στους σιδηροδρόμους και τη Royal Mail, το νέο κύμα απεργιών οδηγεί στις απαρχές μιας ανάκαμψης του κινήματος. Είδαμε επίσης κάποιες σημαντικές νίκες στον ιδιωτικό τομέα. Οι αγωνιστές στους σιδηροδρόμους και τη Royal Mail θα πρέπει να επιχειρηματολογήσουν για να ξαναρχίσουν οι απεργίες, για συντονισμένη δράση και για τη δυνατότητα να ηττηθεί η κυβέρνηση.

 

Ευκαιρίες για την Αριστερά

Καθώς η οικονομία διολισθαίνει στην ύφεση, οι Συντηρητικοί και η Τράπεζα της Αγγλίας θέλουν να τιθασεύσουν το αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα. Οι ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό θα είναι αναμφίβολα λιγότερο σοβαρές αν οι επιχειρήσεις πτωχεύσουν και η ανεργία αυξηθεί, αλλά πολλές από αυτές τις ελλείψεις θα παραμείνουν ακάλυπτες. Ωστόσο, το γεγονός ότι βιώνουμε επίσης ένα αυξανόμενο κύμα απεργιών καθώς εισερχόμαστε στην ύφεση αποτελεί μια διαφορετική εμπειρία από εκείνη των πολλαπλών ηττών που υπέστησαν οι εργαζόμενοι πριν από την ύφεση. Δεν είναι σίγουρο ότι οι απεργίες θα εξαφανιστούν καθώς αυξάνεται η πίεση στις οικογένειες της εργατικής τάξης – ακόμη και κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Ό,τι κι αν συμβεί με την ύφεση της οικονομίας, οι Συντηρητικοί και οι εργοδότες ήδη θέτουν μια σοβαρή πρόκληση στην οργανωμένη εργασία.

Πρέπει να δούμε πιο συντονισμένη και διαρκή εργατική δράση για να αντιμετωπίσουμε την έκταση της πρόκλησης. Αυτές οι συγκρούσεις δεν θα κερδηθούν με μονοήμερες και διήμερες απεργίες. Οι πανεθνικές απεργίες αυξάνονται, αλλά μέχρι στιγμής καθοδηγούνται από την κορυφή. Καθώς εμπλέκουν περισσότερα συνδικάτα, ο κίνδυνος να συμβιβαστούν ορισμένοι συνδικαλιστικοί ηγέτες με μικρές παραχωρήσεις γίνεται μεγαλύτερος. Το είδαμε αυτό το 2011, όταν οι γραφειοκρατικές μαζικές απεργίες στο δημόσιο τομέα ματαιώθηκαν προδίδοντας τις προσπάθειες των μελών των συνδικάτων να υπερασπιστούν τις συντάξεις τους. Οι σοσιαλιστές πρέπει να συνεχίσουν να επικεντρώνονται στην οικοδόμηση αλληλεγγύης και ανεξάρτητων δικτύων για να υποστηρίξουν αυτές τις απεργίες και να αντιταχθούν σε κάθε ξεπούλημα.

Ο μικρός αλλά αυξανόμενος αριθμός νικών στον ιδιωτικό τομέα είναι αποτέλεσμα των καλά οργανωμένων αγωνιστών της βάσης που συντονίζουν τη δράση σε όλους τους τομείς. Στις κατασκευές, την αποκομιδή απορριμμάτων, τις οδικές μεταφορές και τα λεωφορεία, βλέπουμε έναν αυξανόμενο αριθμό αντιπροσώπων να αλληλοϋποστηρίζονται και να μαθαίνουν από τις επιτυχίες τους. Στο Unite, αυτοί οι αντιπρόσωποι συνεργάζονται σε πανεθνικά εργασιακά δίκτυα, τα οποία έχουν ενθαρρυνθεί από τη νέα ηγεσία. Αυτή η στρατηγική βρίσκει αντίθετους τους παλαιούς αριστερούς που θέλουν να διατηρήσουν την επιρροή τους και να προσκολληθούν στην αποτυχημένη προσέγγιση της ευρύτερης αριστεράς. Οι σοσιαλιστές αγωνιστές πρέπει να οικοδομήσουν αυτά τα σχήματα, ως μέρος μιας στρατηγικής οικοδόμησης αλληλεγγύης, συντονισμού αποτελεσματικής δράσης και ήττας της παλιάς αριστεράς στα συνδικάτα. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα σημάνει τη σύνδεση των μεγαλύτερων πολιτικών ζητημάτων κατά του πολέμου και της καταπίεσης με τον αγώνα για το μισθό. Οι λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έδωσαν ένα εμπνευσμένο παράδειγμα όταν τάχθηκαν αλληλέγγυοι με το Black Lives Matter το 2020[17]. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνήθηκαν να δειλιάσουν και να αναβάλουν την τελευταία απεργία τους την ημέρα της κηδείας της βασίλισσας.

Γίνονται προσπάθειες να συνδεθούν οι αγώνες στην κοινότητα με τον εργατικό αγώνα. Τους τελευταίους μήνες έχουν ξεπηδήσει διάφορες καμπάνιες. Η καμπάνια Enough is Enough (EiE)[18], που ξεκίνησε από την ηγεσία της CWU και του RMT, έχει πραγματοποιήσει εντυπωσιακά μεγάλα συλλαλητήρια σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, παραμένει μια αυστηρά ελεγχόμενη διοργάνωση που εμποδίζει την ανάπτυξη τοπικών ομάδων. Το δίκτυο Don’t Pay UK[19], μια καμπάνια βάσης που αναπτύχθηκε από μια μικρή ομάδα επαναστατών, στόχος της οποίας είναι να ενθαρρύνει ένα εκατομμύριο ανθρώπους να αρνηθούν να πληρώσουν τους αυξανόμενους λογαριασμούς ενέργειας, έχει καταφέρει να συγκεντρώσει πάνω από 250.000 άτομα. Η Λαϊκή Συνέλευση [The People’s Assembly][20], ένας ευρύς συνασπισμός της αριστεράς και του εργατικού κινήματος, έχει καλέσει σε εθνικές διαδηλώσεις για να φέρει το κίνημα στους δρόμους. Ωστόσο, προς το παρόν δεν έχουμε μια ενιαία καμπάνια για να ενώσουμε τους εργατικούς αγώνες με την αντίσταση της κοινότητας.

Σήμερα αντιμετωπίζουμε πρωτοφανείς προκλήσεις. Κλιμακούμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που περιλαμβάνει την απειλή πυρηνικού πολέμου, οικονομική κρίση, επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου παράλληλα με την επιτάχυνση της κλιματικής αλλαγής. Αντιμετωπίζουμε επίσης μια αυξανόμενη κρίση υγείας, αυξανόμενες ανισότητες στο εισόδημα, την υγεία, την εκπαίδευση και τη στέγαση, με μια υποδομή που έχει καταστραφεί από τέσσερις δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων. Η αυξανόμενη υποβάθμιση της εργασίας σημαίνει ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να ανεχτούν τις «μαλακίες δουλειές» και η εμπειρία αυτή συμβάλλει στην τροφοδότηση του μεγάλου μέρους της αντίστασης που βλέπουμε σήμερα.

Η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών μπόρεσε να κρυφτεί από την κριτική κατά τη διάρκεια της περιόδου του «εθνικού πένθους», αλλά οι πρώτες προσπάθειές της να παρέμβει στη βρετανική κρίση οδήγησαν στην κατάρρευσή της. Η ευκαιρία για την οικοδόμηση ενός μαζικού κινήματος σε όλη την εργατική τάξη και την ευρύτερη κοινωνία είναι ξεκάθαρα μπροστά μας. Ωστόσο, η Αριστερά πρέπει να αναπτύξει μια συνεκτική στρατηγική για την ενοποίηση των ανομοιογενών δυνάμεων και του αυξανόμενου αριθμού εργαζομένων που μπαίνουν στον αγώνα. Στη διαδικασία οικοδόμησης ενός αποτελεσματικού και ενωμένου κινήματος, μπορεί να γεννηθεί μια νέα ριζοσπαστική αριστερά. Αυτό θα απαιτήσει υπομονετική δουλειά μαζί με τους νέους ακτιβιστές που συναντάμε στις διάφορες καμπάνιες που έχουν δημιουργηθεί.

 

Υστερόγραφο:

Από τότε που το άρθρο αυτό αναθεωρήθηκε για δημοσίευση, οι λιμενεργάτες του Λίβερπουλ κέρδισαν μια αύξηση μισθών 14-18% που ξεπερνά τον πληθωρισμό[21], το συνδικάτο PCS κέρδισε απεργιακές ψηφοφορίες που καλύπτουν πάνω από 100.000 εργαζόμενους[22], το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο της Σκωτίας κέρδισε το 96% των ψήφων υπέρ της απεργίας[23] μεταξύ των εκπαιδευτικών και του λοιπού σχολικού προσωπικού στη Σκωτία και η ASLEF ανακοίνωσε απεργία αργότερα αυτό το μήνα σε 12 σιδηροδρομικές εταιρείες, η οποία θα κλείσει το μεγαλύτερο μέρος του σιδηροδρομικού δικτύου στην Αγγλία και τη Σκωτία. Οι λιμενεργάτες του Λίβερπουλ έδειξαν τι είναι εφικτό με αποφασιστική και συνεχή απεργία. Η δυνατότητα συντονισμένης δράσης είναι και πάλι μια πραγματικότητα. Θα αδράξουν οι συνδικαλιστικοί ηγέτες αυτή την ευκαιρία; Μπορούν οι ακτιβιστές της βάσης να δημιουργήσουν αρκετή πίεση για να επιβάλουν κοινή και συνεχή απεργιακή δράση;

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Raymond Morell, “Tories collapse amidst a growing strike wave”, rs21, 12 Νοεμβρίου 2022, https://www.rs21.org.uk/2022/11/12/tories-collapse-amidst-a-growing-strike-wave/.

 

 

Σημειώσεις

[1] Raymond Morell, “Tories Collapse Amidst a Growing Strike Wave”, Spectre, 1 Νοεμβρίου 2022, https://spectrejournal.com/tories-collapse-amidst-a-growing-strike-wave/.

[2] Polly Toynbee, “Tin-eared Liz Truss is obsessed by tax cuts, so why shouldn’t NHS nurses strike?”, The Guardian, 12 Σεπτεμβρίου 2022, https://www.theguardian.com/commentisfree/2022/sep/12/queen-nurses-strike-vote-liz-truss?CMP=Share_AndroidApp_Other.

[3] “New law in place to allow businesses to hire agency workers to plug staffing gaps caused by strike action”, GOV.UK, 21 Ιουλίου 2022, https://www.gov.uk/government/news/new-law-in-place-to-allow-businesses-to-hire-agency-workers-to-plug-staffing-gaps-caused-by-strike-action.

[4] Jon Ungoed-Thomas, “No sea experience needed, says P&O agency ad for crews”, The Guardian, 27 Μαρτίου 2022, https://www.theguardian.com/business/2022/mar/27/no-sea-experience-needed-says-po-agency-ad-for-crews.

[5] Chris Giles and George Parker, “Kwarteng will struggle to hit 2.5% growth target, warn experts”, Financial Times, 13 Σεπτεμβρίου 2022, https://www.ft.com/content/9ed0b23b-60a2-4f47-9cca-614c922c7a2d.

[6] Martin Wolf, “The economic consequences of Liz Truss”, Financial Times, 20 Σεπτεμβρίου 2022, https://www.ft.com/content/a9be9db6-a91e-48e4-8d69-4bbfff7e0f5f.

[7] Andy Beckett, “Britannia Unchained: the rise of the new Tory right”, The Guardian, 22 Αυγούστου 2012, https://www.theguardian.com/politics/2012/aug/22/britannia-unchained-rise-of-new-tory-right.

[8] [Σ.τ.Μ.:] Kwasi Kwarteng, Priti Patel, Dominic Raab, Chris Skidmore, Liz Truss, Britannia Unchained: Global Lessons for Growth and Prosperity, Palgrave Macmillan, 2012.

Η Λιζ Τρας, πρωθυπουργός τον Σεπτέμβρη, Οκτώβρη του 2022 και ο Κουάσι Κουάρτενγκ, υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση της Τρας. O Ντομινίκ Ράαμπ, ως τον Οκτώβρη του 2022 υπήρξε Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, υπουργός Δικαιοσύνης και Λόρδος Καγκελάριος των κυβερνήσεων των Συντηρητικών· η Πρίτι Πάτελ, υπουργός Εσωτερικών από το 2019 έως το 2022· και ο Κρις Σκίντμορ, υπουργός Επικρατείας για τα Πανεπιστήμια, την Επιστήμη, την Έρευνα και την Καινοτομία μέχρι το 2020.

[9] [Σ.τ.Μ.:] «“Universal Credit” (UC) είναι ένα επίδομα για άτομα με πολύ χαμηλό εισόδημα ή χωρίς δουλειά, που εισήχθη σταδιακά το 2013 στη Μεγάλη Βρετανία, με σκοπό να συγχωνεύσει και να αντικαταστήσει πλήρως έως το 2022-’23 τα προνοιακά επιδόματα που δίνονται στη χώρα (στέγης, παιδιών κ.ά.).», Βλ.: https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9895145

[10] Delphine Strauss, “UK unemployment falls to lowest level since 1974”, Financial Times, 11 Οκτωβρίου 2022, https://www.ft.com/content/67c99847-e07a-4cc3-9a67-0d5d9d6575ce.

[11] Devi Sridhar, “A healthy workforce means a healthy economy. Britain can’t afford to be so ill”, The Guardian, 18 Οκτωβρίου 2022, https://www.theguardian.com/commentisfree/2022/oct/18/healthy-workforce-economy-britain-liz-truss-ill.

[12] Grace Newton, “P&O Ferries: Sit-in protest aboard Pride of Hull vessel on the Humber as ‘all crew lose jobs’”, Yorkshire Post, 17 Μαρτίου 2022, https://www.yorkshirepost.co.uk/news/transport/po-ferries-sit-in-protest-aboard-pride-of-hull-vessel-on-the-humber-as-all-crew-lose-jobs-3615753.

[13] [Σ.τ.Μ.:] Solidarity action ή secondary action που είναι παράνομη με βάση το 224 του Trade Union and Labour Relations (Consolidation) Act 1992. Βλ.: “Solidarity action”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Solidarity_action.

[14] [Σ.τ.Μ.:] Η Ημέρα Μνήμης (Remembrance Day), γνωστή και ως Ημέρα της Παπαρούνας (Poppy Day – επειδή συνηθίζουν να φοράνε παπαρούνες στο πέτο) καθιερώθηκε το 1919 για να τιμηθούν οι νεκροί Βρετανοί στρατιώτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. “Remembrance Day”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Remembrance_Day.

[15] [Σ.τ.Μ.:] Η Υπηρεσία Συμβουλευτικής, Διαμεσολάβησης και Διαιτησίας (Acas) είναι ένας μη κυβερνητικός δημόσιος οργανισμός της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Προσφέρει υπηρεσίες επίλυσης διαφορών, όπως διαιτησία ή διαμεσολάβηση, αν και η υπηρεσία είναι ίσως περισσότερο γνωστή για τη λειτουργία της συλλογικής συνδιαλλαγής – δηλαδή την επίλυση διαφορών μεταξύ ομάδων εργαζομένων ή εργαζομένων, που συχνά εκπροσωπούνται από συνδικάτο, και των εργοδοτών τους. “Acas”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Acas.

[16] “Royal Mail Group Strike”, CWU, https://www.cwu.org/rmgstrikeinfo.

[17] Raymond Morell, “Anti-racism and re-building union strength”, Conter, 17 Ιουνίου 2020, https://www.conter.scot/2020/6/17/anti-racism-and-re-building-union-strength/.

[18] Enough is Enough, https://wesayenough.co.uk/. [Σ.τ.Μ.: «Η καμπάνια επιδιώκει να πιέσει τις επιχειρήσεις και την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να επιδοτήσουν το ενεργειακό κόστος και να αυξήσουν τους μισθούς… Το μανιφέστο της οργάνωσης διεκδικεί: Πραγματική αύξηση των μισθών. Μείωση των λογαριασμών ενέργειας. Τέλος στην επισιτιστική φτώχεια. “Aξιοπρεπή” σπίτια για όλους. Υψηλότερη φορολογία για τους πλούσιους. Εθνικοποίηση συγκεκριμένων βιομηχανιών.» “Enough is Enough (campaign)”, Wikipediahttps://en.wikipedia.org/wiki/Enough_is_Enough_(campaign)].

[19] Don’t Pay UK, https://dontpay.uk/. [Σ.τ.Μ.: «Το Don’t Pay UK είναι μια εκστρατεία άμεσης δράσης από τα κάτω στο Ηνωμένο Βασίλειο που προτρέπει στη συλλογική μη πληρωμή των λογαριασμών ενέργειας.» “Don’t Pay UK”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Don%27t_Pay_UK].

[20] The People’s Assembly, https://thepeoplesassembly.org.uk/. [Σ.τ.Μ.: «Η Λαϊκή Συνέλευση κατά της Λιτότητας (επίσης γνωστή ως Λαϊκή Συνέλευση)… δημιουργήθηκε για να τερματίσει και να αντιστρέψει το πρόγραμμα λιτότητας που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση της χώρας... Ξεκίνησε το 2013 με σκοπό να συσπειρώσει τα διάφορα προοδευτικά αριστερά συνδικάτα, καμπάνιες και ακτιβιστές σε ένα κίνημα κατά της λιτότητας.» “People’s Assembly Against Austerity”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/People%27s_Assembly_Against_Austerity].

[21] Sharon Graham, “Another Win”, Twitter, 10 Νοεμβρίου 2022, https://twitter.com/UniteSharon/status/1590792722398334977?s=20&t=NHck32lazh-oMLaLJzSjDw&fbclid=IwAR10-L2fagVFEXDM00ZS5weOzFWAFApQtbkKJYaD9rGMyKIweUknApe60qU.

[22] Heather Stewart “UK civil servants in Whitehall and frontline services vote to strike”, The Guardian, 10 Νοεμβρίου 2022, https://www.theguardian.com/uk-news/2022/nov/10/uk-civil-servants-whitehall-frontline-services-vote-strike.

[23] “EIS statutory ballot result delivers overwhelming mandate for teacher strike over pay”, EIS, 10 Νοεμβρίου 2022, https://www.eis.org.uk/latest-news/statutoryballotresult.

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2022 13:14

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.