Έργο του Σύριου καλλιτέχνη Wissam al-Jazairy, Η Κραυγή (Συριακή Εκδοχή), 2015.
Αναδημοσίευση από το RProject
Γιώργος Σαπουνάς
Ιμπεριαλισμός – αντιιμπεριαλισμός – 5 σημεία
Το κείμενο αποτελεί την παρέμβαση από την πλευρά της Αντικαπιταλιστικής Πολιτικής Ομάδας στη σύσκεψη στελεχών με αντικείμενο τον Ιμπεριαλισμό που οργάνωσε η «Πρωτοβουλία για μια νέα, ανατρεπτική Αριστερά» τον Μάρτη του 2026 και όπου οι συμμετέχουσες οργανώσεις παρουσίασαν την προσέγγισή τους στο αντικείμενο.
Ο πόλεμος ΗΠΑ - Ισραήλ εναντίον του Ιράν (και ταυτόχρονα του Ισραήλ στον Λίβανο)ξέσπασε σε μία περίοδο που χαρακτηρίζεται από την έξαρση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, των εξοπλισμών και των πολέμων και την απορρύθμιση των διεθνών σχέσεων, κανόνων, διεθνών οργανισμών γενικά, με εντάσεις και εντός του ΝΑΤΟ μεταξύ χωρών της ΕΕ και των ΗΠΑ, με πρωταγωνιστικό εκφραστή της «μετα – παγκοσμιοποίησης» εποχής τον ακροδεξιό Τραμπ, σε πολιτικές συνθήκες ανόδου της ακροδεξιάς διεθνώς και υποχώρησης της αριστεράς. Η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν ήρθε μετά την απαγωγή Μαδούρο, τις απειλές προς την Κούβα, την Γριλανδία και ευρύτερα, τον γενοκτονικό πόλεμο του Ισραήλ στην Παλαιστίνη που δεν έχει τελειώσει, την εισβολή της Ρωσίας και τον πόλεμο στην Ουκρανία που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Εάν η μία όψη της βαρβαρότητας είναι ο πόλεμος η άλλη είναι ο ρατσισμός. Στις ΗΠΑ οι πράκτορες του ICE κυνηγούν και δολοφονούν μετανάστες/τριες και αλληλέγγυους /ες. Στην ΕΕ μαζί με τη στρατηγική των εξοπλισμών Rearm Europe κλιμακώνονται τα ρατσιστικά μέτρα ενάντια στις προσφυγικές ροές που αναμένεται να ενταθούν από τους πολέμους.
Στην Ελλάδα η κοινωνικά πλειοψηφικά απεχθής κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει πολιτικό αντίπαλο στις μέχρι σήμερα εκλογικές μετρήσεις. Το κίνημα που εκφράστηκε στην περίπτωση του εγκλήματος των Τεμπών αλλά και το σχετικά μικρότερο πλην επίσης μαζικό και αριστερό, ριζοσπαστικό κίνημα υπέρ του παλαιστινιακού αγώνα δεν εμφανίζεται αντίστοιχα σήμερα, ενάντια στον συγκεκριμένο πόλεμο στο Ιράν. Αυτό σχετίζεται τόσο με τον «γενικό βαθμό» της ταξικής και πολιτικής πάλης στην περίοδο όσο και με την αδυναμία της αριστεράς να συγκεντρώσει τη δύναμή της έστω κινηματικά. Οι διαδηλώσεις στις 11 και 12 /3 και στις 27 και 28 /3 δείχνουν πώς η κοινή στάση της αριστεράς ενάντια στον πόλεμο δεν προκύπτει αβίαστα για άλλη μια φορά στην πρόσφατη περίοδο. Αυτό οφείλεται στις διαφορετικές πολιτικές επιλογές αλλά και στις διαφορετικές αντιλήψεις για το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού και του πολέμου όπως εξάλλου είχε φανεί και στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας και αλλού. Μάλιστα, ιδιαίτερα τα κόμματα και οι οργανώσεις που οριοθετούνται με τον ένα ή άλλο τρόπο από τη συστημική «μνημονιακή» αριστερά (σοσιαλδημοκρατία – κεντροαριστερά – ακραίο κέντρο), εμφανίζουν ποικιλία αντιμετωπίσεων, αποστάσεων από τους αντιμαχόμενους και συνθημάτων που δυσκολεύουν την ανάπτυξη ενωτικού και μαζικού αντιπολεμικού κινήματος. Η εικόνα αυτή, των διαφορετικών και αντιφατικών απόψεων στην αριστερά, είναι πανευρωπαϊκή και διεθνής. Δεν αφορά μόνο ή κυρίως στις διαφορετικές εκτιμήσεις για το πιο κράτος είναι ιμπεριαλιστικό ή όχι. Σχετίζεται με την αστάθεια των κριτηρίων που προκύπτουν από τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις του ιμπεριαλιστικού φαινομένου, τη σχέση της αριστεράς με το έθνος και τον εθνικισμό αλλά και με την αδυναμία συγκρότησης ανεξάρτητης θέσης συνολικά απέναντι στο καπιταλιστικό/ ιμπεριαλιστικό σύστημα ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, που να αντιστοιχεί σε πραγματική ταξική, κοινωνική, κινηματική δύναμη.
Η αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό είναι αντίληψη για τον καπιταλισμό συνολικά και έχει πολιτικές συνέπειες όχι μόνο στο επίπεδο της αντιμετώπισης πολεμικών φαινομένων και ζητημάτων «γεωπολιτικής» αλλά είναι καθοριστική και παρούσα στο πεδίο της εγχώριας ταξικής και πολιτικής πάλης, στη συγκρότηση εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, στο ίδιο το όραμα και τη στρατηγική.
1. Το πρόβλημα των «δύο συστημάτων»
Το κεντρικό θεωρητικό πρόβλημα από το οποίο προέρχονται και οι σοβαρές πολιτικές συνέπειες και διαφωνίες είναι εάν ο ιμπεριαλισμός συνιστά παγκόσμιο σύστημα κρατών, καταπίεσης και εκμετάλλευσης, επιπλέον του ταξικού συστήματος που περιέγραψε ο Μαρξ, το οποίο συγκροτείται σε κάθε έθνος – κράτος χωριστά.
Το Ιράν είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εάν «αφαιρέσουμε» το Ιράν από το διεθνές πλαίσιο και το εξετάσουμε ως χώρα αυτή καθαυτή δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να δούμε με συμπάθεια από αριστερή και μάλιστα αντικαπιταλιστική σκοπιά το θεοκρατικό, καπιταλιστικό κράτος που ιδρύθηκε καταστρέφοντας τις μορφές λαϊκής αντιεξουσίας και «δυαδικής κατάστασης» που είχαν εμφανιστεί κατά την επανάσταση του 1979 και σφάζοντας κυριολεκτικά την αριστερά, την επιβολή του ιρανικού καπιταλιστικού κράτους στην εργατική τάξη, στις γυναίκες, στην αριστερά, στο κίνημα που κάθε λίγα χρόνια εξεγείρεται, όπως και πρόσφατα και πνίγεται στο αίμα από τη μαζική καταστολή. Εντούτοις εάν το τοποθετήσουμε σε ένα πλαίσιο που αναγνωρίζει ιμπεριαλιστικά και αντιιμπεριαλιστικά κράτη, πολύ περισσότερο δε αν αναγνωρίζει ως ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μόνο τις ΗΠΑ - Ισραήλ ή/και το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, τότε το Ιράν μεταμορφώνεται σε κράτος που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό, επίκεντρο ακόμα, του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης». Από αρνητικό ταξικό πρόσημο αποκτά θετικό αντιιμπεριαλιστικό.
Η θεωρητική πλευρά αυτού του προβλήματος εντοπίστηκε στη σχετική συζήτηση ήδη από τις πρώτες μαρξιστικές απόπειρες προσέγγισης και παραμένει ανοιχτό ζήτημα.
Η πολιτική πλευρά αφορά στη δυνατότητα εκμετάλλευσης των αντιφάσεων του αντιπάλου προς όφελος του σκοπού. Προϋποθέτει ως εκ τούτου τον σαφή ορισμό τόσο του αντιπάλου όσο και του σκοπού. Στην περίπτωση της Οκτωβριανής Επανάστασης οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις που εκφράστηκαν με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ευνόησαν αν όχι καθόρισαν τη νίκη της, όπως πολύ συχνά τονίζει ο Λένιν σε διάφορα κείμενα.
Στις τρέχουσες συνθήκες καταδικάζουμε στον μέγιστο βαθμό και με κάθε τρόπο την επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν, των συμμάχων τους και βέβαια καταδικάζουμε με έμφαση την υποστήριξη/ συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτήν. Απαιτούμε να σταματήσει άμεσα ο πόλεμος.Επιθυμούμε την ήττα των επιδιώξεων και την αποτυχία των στόχων των ΗΠΑ – Ισραήλ. Είμαστε στο πλευρό του λαού του Ιράν.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε και στο πλευρό του ιρανικού καθεστώτος και του κράτους; Πρέπει η αριστερά να αναγνωρίσει στο κράτος του Ιράν κάποια χαρακτηριστικά «αντιιμπεραλιστικής αντίστασης» που συνακόλουθα αποκτούν προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης αντίστασης στην (ταξική) καταπίεση στο εσωτερικό του ιρανικού καπιταλισμού; Μία τέτοια αντιμετώπιση απορρέει από ένα ορισμένο «απελευθερωτικό σχέδιο» απέναντι σε ένα ορισμένο μη ταξικό ή έστω μη μόνο ταξικό, σύστημα καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Τέτοιες απόψεις υπάρχουν στην ελληνική (και όχι μόνο) αριστερά, που βλέπουν το, αμυνόμενο στην επίθεση ΗΠΑ – Ισραήλ, Ιράν ως εστία αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης και υποτιμούν από λίγο ως πολύ την ίδια την ταξική/ πολιτική πάλη στο εσωτερικό, ως διαδικασία ευάλωτη και ελέγξιμη αν όχι πλήρως κατασκευασμένη από τις μυστικές υπηρεσίες και την προπαγάνδα. Ως πρωτεύον ζήτημα εδώ τίθεται η στρατιωτική ήττα των ΗΠΑ – Ισραήλ από το κράτος του Ιράν.
Η στάση αυτή διατυπώνεται συχνά ως «αντίσταση των λαών απέναντι στον ιμπεριαλισμό», όπου «οι λαοί» ταυτίζονται με τα αντίστοιχα κράτη καθώς η ιεράρχηση των εθνικών αγώνων πάνω από τους ταξικούς σημαίνει ταυτόχρονα μία ορισμένη αντίληψη για τις διαταξικές κοινωνικές συμμαχίες που πρέπει να οργανωθούν.
Η αντίστροφη οπτική αναγνωρίζει και καταδικάζει τον επιτιθέμενο και ισχυρό έναντι του αδύναμου και αμυνόμενου αλλά δεν αναγνωρίζει την προτεραιότητα της αντίστασης του «αντιιμπεριαλιστικού κράτους» (εν προκειμένω του Ιράν) ως ειδικό και δομικό χαρακτηριστικό του με πρωτεύουσα σημασία. Το αντιμετωπίζει ως αυτό που είναι, δηλαδή καπιταλιστικό κράτος και στρέφει την προσοχή στην κίνηση της εργατικής τάξης και των κοινωνικών κινημάτων. Το κριτήριο ιεράρχησης των αντιθέσεων και της στάσης απέναντι στη συγκυρία δεν είναι η «αντίσταση στην καταπίεση» γενικά αλλά η κοινωνική απελευθέρωση και ο σοσιαλισμός/κομμουνισμός.
Με αυτά τα κριτήρια, της κοινωνικής/ ταξικής κίνησης και του σκοπού της κοινωνικής απελευθέρωσης υπερασπίζουμε το κίνημα και την εγχώρια αριστερά του Ιράν που παλεύει ενάντια στο καθεστώς και την ασύμμετρη βία του σε συνθήκες που επιδεινώνονται από την επίθεση και τον πόλεμο. Αντίστοιχα απολύτως κρίσιμη είναι η οικοδόμηση και δράση του κινήματος στο εσωτερικό των ισχυρών, επιτιθέμενων κρατών και κατά προτεραιότητα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Αυτός είναι ο παράγοντας που μπορεί να καθορίσει την ήττα των ΗΠΑ, Ισραήλ και συμμάχων. Ο Τραμπ και ότι εκπροσωπεί γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία του εσωτερικού «πολιτικού κινδύνου». Γι αυτό πρώτα επιτέθηκε σφοδρά στους μετανάστες/τριες, στο κίνημα και κάθε έκφραση αντίστασης στην ακροδεξιά πολιτική του και μετά κλιμάκωσε την «εξωστρεφή» δράση. Η μάχη που δίνουν οι σύντροφοι και οι συντρόφισσές μας στις ΗΠΑ είναι σε πλήρη εξέλιξη.
Οι δύο κατευθύνσεις, έστω σχηματικά παρουσιασμένες, παρουσιάζουν προφανείς διαφορές που παράγουν συνέπειες σε όλο το φάσμα των πολιτικών επιλογών.
2. Η πολιτική προσέγγιση της λενινιστικής «ιμπεριαλιστικής αλυσίδας»
Το θεωρητικό πεδίο του ιμπεριαλισμού, όρο που εισήγαγε ο μη μαρξιστής, δημοσιογράφος/ οικονομολόγος Τζων Χόμπσον το 1902 και άμεσα προσήλθαν στη σχετική συζήτηση οι μαρξιστές της εποχής, Χίλφερντιγκ, Μπουχάριν, Λούξεμπουργκ, Κάουτσκι και βέβαια ο Λένιν, σήμερα παραμένει ζήτημα ανοιχτό που προκαλεί διαρκώς νέες προσεγγίσεις. Από τις πρώτες παρατηρήσεις, αναλύσεις και συμπεράσματα για την «φύση» και τον ρόλο των μονοπωλίων, του χρηματιστικού κεφαλαίου και του φαινομένου της εξαγωγής κεφαλαίου αναδεικνύεται μια ορισμένη «ανισορροπία» με τη θεωρία της αξίας όπως την παρέδωσε ο Μαρξ. Ο Χίλφερντιγκ και η Λούξεμπουργκ διαπιστώνουν τις αντιφάσεις ανοιχτά. Αντιφάσεις που μέχρι σήμερα δεν έχουν λυθεί αποτελεσματικά αλλά αντίθετα κάθε νέα απόπειρα προσθέτει καινούργιες καθώς η ζωή η ίδια ανατρέπει εκτιμήσεις και βεβαιότητες. Οι συνέπειες στην πολιτική αντίληψη είναι αυτονόητες.
Η συμβολή του Λένιν ξεχωρίζει. Όχι μόνο ή κυρίως για τις απόψεις που διατυπώνει στη θεωρητική συζήτηση, με την περίφημη παμφλέτα και σε πολλά άλλα κείμενα αλλά κυρίως δια της πολιτικής οπτικής του που του επιτρέπει να συλλάβει το σχετικό πεδίο ως παγκόσμια «αλυσίδα» κρατών και τη ρήξη του «αδύναμου κρίκου» της ως τη διέξοδο. Η σύλληψη αυτή ξεπερνά πολιτικά τα προβλήματα ερχόμενη μέσα από την ίδια την εμπειρία της πάλης ταυτόχρονα με την αγκύρωση στην αντίληψη πως το κεφάλαιο είναι κοινωνική σχέση παρά οικονομικό μέγεθος, σε βασικές μαρξιστικές έννοιες όπως ο ανταγωνισμός ως στοιχείο του πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που δεν καταργείται, το σύστημα που διαρκώς αναπτύσσεται χωρίς να αντιμετωπίζει μόνιμη κρίση, χωρίς «να σαπίζει», η αντίληψη για το αστικό (έθνος -) κράτος ως πολιτική έκφραση του κεφαλαίου και ο στόχος για την καταστροφή του υπέρ των σοβιέτ, η αντίληψη για το έθνος και τα κινήματα αυτοδιάθεσης ως απελευθερωτική κίνηση με δυνάμει «διαρκή» χαρακτηριστικά έως τη σοσιαλιστική επαναστατική απελευθέρωση, η αντίληψη της συνδυασμένης και ανισόμετρης ανάπτυξης, αντίληψη που εστιάζει στις κοινωνικές σχέσεις καθώς η καθοριστική αιτία σε τελική ανάλυση είναι η άνιση και διαφορετική ανάπτυξη της ταξικής πάλης μέσα σε κάθε ξεχωριστή χώρα. Εν τέλει σχηματοποιείται σε αλυσίδα / δίκτυο κρατών τα οποία αλληλεπιδρούν και μέσα από αυτή την διάταξη γίνεται δυνατή η συμπύκνωση των αντιθέσεων σε «αδύναμους κρίκους», αποκαλύπτοντας με τη μεγαλύτερη οξύτητα και καθαρότητα τον ταξικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους, δημιουργώντας επαναστατικές συνθήκες και δυνατότητες. Αυτή η οπτική εκφράζεται και στις περίφημες «Θέσεις του Απρίλη» (όπως και στη «Διαρκή Επανάσταση» του Τρότσκι) που απορρίπτουν τελεσίδικα τις αντιλήψεις για τη σταδιακή προσέγγιση της επανάστασης και του Σοσιαλισμού και ανοίγουν τον δρόμο, λίγους μήνες μετά, για τη μεγαλύτερη στιγμή στην Ιστορία, στην πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή.
Αυτή η σχηματοποίηση, της αλυσίδας και του αδύναμου, κάθε φορά, κρίκου αποτελεί έκφραση μιας εντελώς συγκεκριμένης πολιτικής αντίληψης για τον ιμπεριαλισμό και μιας εξίσου συγκεκριμένης απάντησης που είναι η σοσιαλιστική επανάσταση μέσα στο (κάθε) έθνος - κράτος.
Στην επαναστατική περίοδο 1917 – 1921 παρά την ύπαρξη της σχετικής με τον ιμπεριαλισμό, συζήτησης, δεν αναπτύχθηκε κάποια ιδιαίτερη «αντιιμπεριαλιστική» πολιτική θεωρία και στρατηγική επί πλέον της σοσιαλιστικής επανάστασης και του διεθνισμού. Όλες οι συζητήσεις και οι επιλογές περιστρέφονται στο ζήτημα της άμεσης κατάληψης της πολιτικής εξουσίας και της ανατροπής του καπιταλιστικού κράτους από τις αναδυόμενες μορφές της εργατικής, λαϊκής αντιεξουσίας. Η επανάσταση και ο Σοσιαλισμός είναι ώριμη δυνατότητα. Για να δώσουν άμεσα τέλος στον πόλεμο οι μπολσεβίκοι, με τη συμφωνία του Μπρεστ Λιτόφσκ, παραχωρούν εδάφη και τροφοδοτούν την επαναστατική διαδικασία στην Γερμανία. Ακόμη κι όταν αρχίζει να διαφαίνεται το τέλος του επαναστατικού κύκλου η αναζήτηση, στα πλαίσια του 3ου και 4ου συνεδρίου της Γ’ Διεθνούς, των τακτικών οι οποίες θα εξυπηρετούν έναν «μακρύτερο» αγώνα, δεν μεταβάλει ούτε στο ελάχιστο τον στόχο. Η υποστήριξη των κινημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης βασίζεται ακριβώς στον διαχωρισμό της απελευθερωτικής τάσης που αναπτύσσεται κατά την διάρκεια της πάλης και μπορεί υπό όρους να αρθεί πάνω από τους εθνικούς στόχους, από τον εθνικισμό του κράτους. Ο αντιιμπεριαλισμός της επαναστατικής αριστεράς της περιόδου έχει τη σφραγίδα του Τσίμερβαλντ. Στην περίφημη σύσκεψη χαράχτηκε με εμφατικό τρόπο ο δρόμος του διεθνισμού ως ο δρόμος της επανάστασης σε απόλυτη αντίθεση και διαχωρισμό με τον ρεφορμιστικό πατριωτισμό/ εθνικισμό: καμία συμμετοχή και υποστήριξη στον πόλεμο, ήττα του «δικού μας» κράτους, δηλαδή της άρχουσας τάξης και μετατροπή του πολέμου σε εμφύλιο δηλαδή σε επανάσταση.
Στη μεταπολεμική περίοδο παρουσιάζεται έκρηξη κινημάτων αποαποικιοποίησης που τροφοδοτεί το κίνημα, την αριστερά, τον «παγκόσμιο Μάη». Η αντικαπιταλιστική πεποίθηση και το επαναστατικό όραμα «ανανεώνεται» μέσα από αυτούς τους αγώνες, μέσα από τις ήττες των ιμπεριαλιστών, την ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, την κινέζικη επανάσταση και βέβαια την Κούβα και τον Τσε Γκεβάρα. Νέες οργανώσεις γεννιούνται και οικοδομείται η σύγχρονη επαναστατική αριστερά και τα διάφορα ρεύματά της. Ταυτόχρονα στην περίοδο αυτή αναπτύσσονται διάφορες αντιιμπεριαλιστικές θεωρήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο ένα ορισμένο αντιιμπεριαλιστικό στοιχείο επικρατεί στις οργανώσεις και τα κόμματα της αριστεράς. Στην Ελλάδα κυριαρχεί σε όλο το φάσμα, από την επαναστατική αριστερά και το ΚΚΕ έως το ΠΑΣΟΚ. Όπως συμπυκνώνει το σύνθημα «ένας είναι ο εχθρός, ο (αμερικάνικος) ιμπεριαλισμός». Αναδύεται η προτεραιότητα της αντιιμπεριαλιστικής στρατηγικής και η ανάγκη συγκρότησης ορισμένου «αντιιμπεριαλιστικού υποδείγματος».
Οι χώρες – πρώην αποικίες που συγκροτούνται ως εθνικά ανεξάρτητα κράτη κατανοούνται ως χώρες της περιφέρειας και άρα σε υποτελή θέση έναντι των μητροπολιτικών ιμπεριαλιστικών κέντρων με νέα μορφή. Στο πέρασμα του χρόνου ωστόσο και σε πείσμα της θεωρίας ορισμένες από αυτές αναπτύχθηκαν σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσαν να εξυπηρετούν πλέον το θεωρητικό σχήμα όπως η Νότια Κορέα. Προέκυψαν οι εκδοχές της «ημιπεριφέρειας» και των «υποϊμπεριαλιστικών» κρατών. Υπό αυτές τις θεωρήσεις η Ελλάδα είναι μία υποϊμπεριαλιστική χώρα. Ακόμη όμως και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που καθοδηγήθηκαν από την αριστερά και κατά κάποιο τρόπο διεκδικούσαν τη συγκρότηση ενός ορισμένου αντιιμπεριαλιστικού αν όχι σοσιαλιστικού υποδείγματος, συγκρότησαν χώρες με καπιταλιστική οικονομία και σε κάποιες περιπτώσεις με σπουδαίες επιδόσεις και συμμετοχή στον διεθνή ανταγωνισμό, όπωςτο Βιετνάμ και βέβαια η ίδια η Κίνα που σήμερα είναι ο βασικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Αντίστοιχα πρώην μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις «υποβιβάστηκαν» στην κατάταξη, όπως πχ η Πορτογαλία. Ο «νόμος του ισχυρού» που εκτοπίζει με την επιβολή τους αντιπάλους του επίσης δεν επιβεβαιώνεται. Οι ΗΠΑ αντικατέστησαν την Μ. Βρετανία στην κατάταξη της ισχύος ενόσω παρέμειναν στενοί σύμμαχοι και μετά από έναν πόλεμο που ούτε προκάλεσαν ούτε προσήλθαν από την αρχή.
Οι διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν παρά το πλήθος, την ποικιλία και τις διαφορές τους, συγκλίνουν στην ιδέα ενός «παγκόσμιου καπιταλισμού», ενός συστήματος εκμετάλλευσης μεταξύ κρατών επιπλέον του συστήματος εκμετάλλευσης μεταξύ τάξεων στα πλαίσια του «συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου», του κάθε καπιταλιστικού κράτους που εισηγήθηκε ο Μαρξ. Στην ιεραρχημένη κυριαρχική σχέση μεταξύ των κρατών, μάλιστα μόνιμη σε ορισμένες θεωρήσεις, στα σχήματα μητρόπολης – περιφέρειας και ημιπεριφέρειας, στις θεωρίες της εξάρτησης και της άνισης ανταλλαγής και πολύ περισσότερο σε θεωρίες που βλέπουν ιστορικό βάθος χιλιάδων ετών ιμπεριαλισμού, η σχηματοποίηση της αλυσίδας και του αδύναμου κρίκου δεν εξυπηρετεί. Υποτιμάται αν όχι εξαφανίζεται τελείως καθώς η δομή δεν είναι ενιαία, οι σχέσεις των καπιταλιστικών κρατών δεν είναι αντεπιδραστικές και οι αντιφάσεις είναι αδύνατο να συγκεντρωθούν κατά τον τρόπο που ερμήνευσε ο Λένιν την ίδια την εμπειρία της ρώσικης επανάστασης και γενίκευσε ως θεωρία της αλυσίδας και του αδύναμου κρίκου.
Στην προσέγγιση του «παγκόσμιου καπιταλισμού» ως σύστημα με εσωτερική δομή και λειτουργία και όχι ως αποτέλεσμα των αντιπαραθέσεων μεταξύ των, άνισων σε ισχύ, καπιταλιστικών κρατών, τα «μη ιμπεριαλιστικά» έθνη - κράτη εύλογα ορθώνονται ως αναχώματα στην ιμπεριαλιστική επέλαση. Από αυτή την σκοπιά προκύπτει η προτεραιότητα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης μεταξύ κρατών έναντι της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης και των υποτελών τάξεων εντός τους που ωθούνται να ταχθούν υπό το κράτος. Αναφύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ένας ορισμένος σκοπός, ένας στρατηγικός στόχος διαφορετικός/ διακριτός από τον στόχο της ανατροπής του καπιταλιστικού κράτους και της κυριαρχίας του κεφαλαίου σε κάθε χώρα χωριστά. Πώς συναρθρώνονται οι δύο σκοποί στο πεδίο των υλικών όρων και της πάλης; Προκύπτει αντίφαση και πίεση σε ουσιαστική στρατηγική μετατόπιση.
3. Αριστερά και πόλεμος
Η αριστερή αντιμετώπιση του πολέμου (οφείλει να) έχει στην βάση της τα κριτήρια της αντίστασης στην καταπίεση και στην επιβολή και άρα στην προτεραιότητα και υπεράσπιση του αδύναμου και αμυνόμενου έναντι του ισχυρού και επιτιθέμενου. Ωστόσο αυτά τα κριτήρια δεν αρκούν. Εξάλλου από τη σκοπιά των διεθνιστικών/ επαναστατικών κριτηρίων προκύπτουν διαφοροποιημένα καθήκοντα για την επαναστατική αριστερά μέσα σε κάθε χώρα.
Εντούτοις η σημαντική γενική διάκριση είναι μεταξύ των πολέμων που διεξάγονται ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη και των πολέμων που διεξάγονται ανάμεσα σε καπιταλιστικό κράτος και κίνημα αυτοδιάθεσης. Στην πρώτη περίπτωση ο πόλεμος δεν μπορεί να εξελιχθεί σε επαναστατική κρίση παρά μόνο υπό προϋποθέσεις ταξικής και πολιτικής εκμετάλλευσης της υποχώρησης της ισχύος της άρχουσας τάξης, στην χώρα που θα ηττηθεί. Το (κάθε) κράτος είναι ο βίαιος δυνάστης της εργατικής τάξης και των κοινωνικών κινημάτων καθώς οργανώνει την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας με τον εθνικισμό στον πυρήνα της. Αντίθετα στο κίνημα αυτοδιάθεσης αναπτύσσεται η τάση προς την απελευθέρωση ως αίτημα για κράτος ή για δικαιώματα στο κράτος, ακόμα και για την απελευθέρωση της υπό κατοχή χώρας και μπορεί υπό όρους και προϋποθέσεις, να επεκταθεί στη διεκδίκηση της εξουσίας συνολικά, δηλαδή της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Αυτή ήταν και η περίφημη αντίληψη του Λένιν για την αυτοδιάθεση των εθνών που αποκαλύπτει τη σχέση του ταξικού κινήματος και της επαναστατικής αριστεράς με το έθνος και τον εθνικισμό, διακρίνοντας ξεκάθαρα την απελευθερωτική τάση της διεκδίκησης από τη δομική θέση του εθνικισμού στην κυρίαρχη ιδεολογία σε κάθε καπιταλιστικό έθνος – κράτος. Πρόκειται για τη διεκδίκηση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης και του «λαού», τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των «πολλών και από κάτω» και όχι για τη διεκδίκηση κάποιας «αντιιμπεριαλιστικής απεξάρτησης» του ήδη καπιταλιστικού κράτους.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η κίνηση της εργατικής τάξης και των υποτελών τάξεων και κοινωνικών τμημάτων για απελευθέρωση σε πλήρη αντίθεση από τις συνθήκες υπαγωγής τους στο καπιταλιστικό κράτος και τις δικές του επιδιώξεις.
Στην εμβληματική περίπτωση του Βιετνάμ η ήττα των ΗΠΑ (αναμφισβήτητα ισχυρότερες από σήμερα) καθορίστηκε στο πεδίο της μάχης ή στο εσωτερικό τους από τον ανερχόμενο «πολιτικό κίνδυνο» του τεράστιου αντιπολεμικού κινήματος; Παρά την «πολυπαραγοντική εξίσωση» η ανάδειξη του καθοριστικού παράγοντα έχει κρίσιμη σημασία. Δεν ήταν η στρατιωτική ισχύς του αντιπάλου αλλά το τεράστιο κίνημα που υπονόμευσε καίρια τη στρατιωτική εκστρατεία και παρέδωσε μια περίοδο τεράστιας ανόδου της πάλης η οποία αμφισβήτησε και απείλησε, στο εσωτερικό των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών καπιταλιστικών/ ιμπεριαλιστικών κρατών, όπως στην Γαλλία κατά τον Μάη του 1968, την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Το Βιετνάμ απ’ την άλλη δεν παρέδωσε κάποιο αντιιμπεριαλιστικό ή πολύ περισσότερο σοσιαλιστικό υπόδειγμα. Σήμερα είναι ένα κρατικοκαπιταλιστικό κράτος με σημαντικές μάλιστα επιδόσεις καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Η απαραίτητη πολιτικά, συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης, κάθε φορά, κατάστασης, μας οδηγεί στα συμπεράσματα και τις επιλογές χωρίς ωστόσο να καταργεί τα θεμελιώδη κριτήρια. Έτσι δεν βλέπουμε με τον ίδιο τρόπο την αδύναμη και επί δεκαετίες αποκλεισμένη από το εμπάργκο, Κούβα και ταυτόχρονα με ορισμένη συμβολική αξία στον κόσμο της αριστεράς, με το Ιράν χωρίς ωστόσο να της προσδώσουμε χαρακτηριστικά σοσιαλιστικού καθεστώτος, τα οποία δεν διαθέτει. Καταδικάζουμε με σαφήνεια τον επιθετικό ρόλο του ρώσικου ιμπεριαλισμού στον πόλεμο στην Ουκρανία χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζουμε τον ρόλο και τους σκοπούς του δυτικού ιμπεριαλισμού που έχει μετατρέψει αυτόν τον πόλεμο σε ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ - ΝΑΤΟ στο έδαφος της Ουκρανίας. Αντίστοιχα η εξέλιξη/ μετατροπή της λαϊκής εξέγερσης ενάντια στον δικτάτορα Άσαντ στη Συρία σε πόλεμο διαρκείας που εντέλει οδήγησε στην επικράτηση του τζιχαντιστή Τζολάνι, δεν θολώνει την αντίληψη για τα ταξικά/ επαναστατικά χαρακτηριστικά της «Αραβικής Άνοιξης» ούτε οδηγεί σε συμπάθεια για το σκληρό δικτατορικό καθεστώς Άσαντ για λόγους «γεωπολιτικούς» και «αντιιμπεριαλιστικούς». Αντίθετα στην περίπτωση της Παλαιστίνης η εικόνα είναι ξεκάθαρη. Πρόκειται για κίνημα αυτοδιάθεσης, χωρίς κράτος, για απελευθέρωση και για ανεξάρτητο κράτος και πρέπει να υποστηρίζεται χωρίς επιφυλάξεις ανεξάρτητα από τον συσχετισμό και την ηγεσία, στις οργανώσεις και τα κόμματα της παλαιστινιακής αντίστασης.
Δεν μπορούν να υπάρξουν διεθνείς σχέσεις των καπιταλιστικών κρατών που θα συνυπάρχουν ειρηνικά στην βάση ρυθμίσεων και διεθνών κανόνων, σε μακρά περίοδο και πολύ περισσότερο, σε μόνιμη βάση. Ο Κάουτσκι εισηγήθηκε μια θεωρητική προσέγγιση ενός δυνητικά «ειρηνικού καπιταλισμού» ως αποτέλεσμα του «υπεριμπεριαλισμού» η οποία ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται έναν και πλέον αιώνα μετά τη διατύπωσή της και μάλιστα στην εποχή της υποχώρησης της «παγκοσμιοποίησης» και της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Υπογραμμίζουμε εδώ την απάντηση του Λένιν ότι ακόμη κι αν κάτι τέτοιο είναι θεωρητικά πιθανό η διαδικασία θα διαρραγεί ξανά και ξανά από τις εκρηκτικές αντιφάσεις και τις κρίσεις που κάθε φορά θα δίνουν τη δυνατότητα για την αντικαπιταλιστική ανατροπή.
4. Τα ρεφορμιστικά «στάδια» και τα επαναστατικά κριτήρια
Οι πολιτικές συνέπειες των διαφορετικών προσεγγίσεων, της «ιμπεριαλιστικής» και την «ταξικής»,είναι εξαιρετικά σημαντικές. Στη μία περίπτωση το ζήτημα της επαναστατικής ανατροπής εμφανίζεται ως ιστορικά επίκαιρο ενώ στη άλλη αναφύεται ένα, ορισμένο «αντιιμπεριαλιστικό στάδιο» που απωθεί τον Σοσιαλισμό στο βάθος του ιστορικού ορίζοντα. Δεν έχει κρίσιμη σημασία το ιδιαίτερο περιεχόμενο που δίνει κάθε διαφορετική θεωρητικοπολιτική προσέγγιση στο «αντιιμπεριαλιστικό στάδιο». Ο «σοβιετικός μαρξισμός», η θεωρητική παραγωγή οργανικά συνδεδεμένη με το σταλινικό, κρατικοκαπιταλιστικό καθεστώς, έφτασε την ανάλυση στις πολιτικές της συνέπειες (ή θεωρητικοποίησε την αντεπαναστατική στρατηγική του σταλινισμού) με τη «θεωρία των σταδίων», συγκεκριμενοποιώντας το στάδιο ως «αντιμονοπωλιακή δημοκρατία». Σε άλλες εκδοχές χρησιμοποιείται το σύνθημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» με ποικίλα συγκεκριμένα περιεχόμενα, αναδεικνύοντας τον κεντρικό ρόλο που παίζει σε αυτές τις προσεγγίσεις η αντίληψη για το έθνος και τον πατριωτισμό/ εθνικισμό. Ο αντιιμπεριαλισμός της αριστεράς που δεν ταυτίζεται με τον στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης τείνει προς τον εθνικισμό. Είναι αναπόδραστη συνέπεια. Η ουσία παραμένει η ίδια καθώς οι συνέπειες πάνω στις πολιτικές επιλογές της αριστεράς είναι παρόμοια περιοριστικές στον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης (που μόνο αυτή μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό της και την κοινωνία), στην ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος, στους αντικαπιταλιστικούς στόχους. Πριν από την επαναστατική ρήξη και ανατροπή του κράτους και των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων προηγείται κάποιας μορφής αντιιμπεριαλιστική πολιτική μεταρρύθμιση της λειτουργίας του.
Το δίπολο «ιμπεριαλισμός – αντιιμπεριαλισμός», στον βαθμό που κατανοείται ως δομικά διακριτό από την υπόθεση της ανατροπής του καπιταλιστικού κράτους και του τρόπου παραγωγής, στην συσχέτισή του με το δίπολο «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», γεννά περισσότερο ρεφορμισμό και όχι επανάσταση, περισσότερο εθνικισμό και όχι διεθνισμό.
Η έννοια του σταδίου ως κατηγορία βρίσκεται στον πυρήνα της ρεφορμιστικής στρατηγικής. Βασίζεται στην αντίληψη για τη δυνατότητα κατάκτησης και κατοχύρωσης ιστορικά, θέσεων, που με έναν τρόπο ακριβώς σταδιακό θα οδηγήσουν στην υπέρβαση του καπιταλισμού. Κατακτήσεις σταθερών αν όχι μόνιμων θέσεων στον ταξικό συσχετισμό, στο ίδιο το κράτος, στο παραγωγικό μοντέλο, στην πάλη για την ανεξαρτησία της χώρας από το κυρίαρχο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Θέσεις που μεταρρυθμίζουν πολιτικά τον τρόπο παραγωγής και τις ταξικές κοινωνικές σχέσεις, που μεταρρυθμίζουν το καπιταλιστικό κράτος, που μεταρρυθμίζουν τις σχέσεις του εγχώριου κεφαλαίου με τα ξένα κεφάλαια και εν γένει με το διεθνές περιβάλλον. Αυτές οι θέσεις συγκροτούν τα στάδια ως σκοπό και στρατηγική.
Όπως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη θεωρητική συμβολή του Μαρξ ως «ιδανικό μέσο όρο» της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, δηλαδή με «διαχρονική» ισχύ έτσι πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το πεδίο της πράξης, της πολιτικής, των επαναστατικών εμπειριών που μέχρι σήμερα μας έχει παραδώσει το εργατικό, μαζικό κοινωνικό, αντικαπιταλιστικό (σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, αναρχικό) κίνημα. Αναζητώντας τα καθοριστικά, «διαχρονικά» κριτήρια. Τα ισχυρά στοιχεία εδώ, αυτά που πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής θεωρητικοποίησης, είναι η ιστορική επικαιρότητα της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και οι ίδιες, πολλές και συγκεκριμένες, επαναστατικές εμπειρίες που απείλησαν ουσιαστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και διέρρηξαν τη λειτουργία του καπιταλιστικού κράτους, είτε ως ιστορική στιγμή στο μεταίχμιο της δυαδικής εξουσίας είτε, όπως στη ρώσικη περίπτωση, φτάνοντας στην καταρχάς νίκη. Εμπειρίες που δεν αφορούν κάποια πολύ παλιά εποχή αλλά έφτασαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Μάλιστα οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η πάλη έφτασε στην ανάδυση μορφών εργατικής/ λαϊκής αντιεξουσίας, σοβιέτ, εργατικά συμβούλια, «κομμούνες» και διάφορες μορφές κοινωνικής αυτοοργάνωσης ως στοιχεία της εναλλακτικής απέναντι στο καπιταλιστικό κράτος, συνιστούν μία ξεχωριστή κατηγορία έναντι των περιπτώσεων όπου η εξουσία διεκδικήθηκε και ακόμη κερδήθηκε από κινήματα υπό την ηγεσία της αριστεράς και στο όνομα του Σοσιαλισμού χωρίς ωστόσο να υπάρξει ποτέ ουσιαστικός εργατικός / κοινωνικός έλεγχος και εξουσία αλλά μία διαφορετική εκδοχή καπιταλιστικού «κράτους – κόμματος». Το όραμα της απελευθέρωσης με τους όρους της αντικαπιταλιστικής ανατροπής αφορά τη ρήξη της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης δια της ανάδυσης των οργάνων της αντιεξουσίας των «από κάτω» και απ’ εδώ προκύπτει το «μέτρο» του οράματος παρά από οικονομικούς στόχους και παραγωγικά (καπιταλιστικά) μοντέλα σε «αντιιμπεριαλιστικό πλαίσιο».
5. Η ελληνική εμπειρία του 2010 – 2015 και τα χρήσιμα συμπεράσματα
Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα είχαμε την τύχη να ζήσουμε μια ορισμένη εμπειρία «αδύναμου κρίκου», όταν όλος ο πλανήτης και σίγουρα η αριστερά και τα κινήματα είχαν προσηλωθεί στην πάλη που διεξαγόταν εδώ, και την ατυχία όχι μόνο να μην μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την πρόκληση και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία η ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική αριστερά αλλά σε πολλές περιπτώσεις ούτε καν να την αντιληφθεί.
Απέναντι στην πολιτική του Τσίπρα και της ηγετικής ομάδας που υλοποιούσαν, ιδιαίτερα μετά το 2012, ένα σχέδιο αστικής προσαρμογής βασισμένης σε έναν ορισμένο «αριστερό λαϊκισμό», οι αριστερές αντιπολιτεύσεις μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπόρεσαν να δώσουν εναλλακτική ριζοσπαστική κατεύθυνση στη διαδικασία της μαζικής αριστερόστροφης κοινωνικής και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης και να διευρύνουν τον ρόλο της στις πολιτικές εξελίξεις, δεν συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους και δεν καθόρισαν πολιτικά τις εξελίξεις.
Είτε αποσυρόμενες από το πεδίο όπως έκανε το ΚΚΕ είτε έχοντας ως προσανατολισμό και προτεραιότητα τη συγκρότηση «κοστολογημένης» κυβερνητικής εναλλακτικής με στόχο την έξοδο από την ΟΝΕ/ΕΕ (και από το ΝΑΤΟ), την «παραγωγική ανασυγκρότηση» με εθνικό νόμισμα, την «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική, όπως ήταν η άποψη του Αριστερού Ρεύματος που κυριαρχούσε στην «αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ» (και έπειτα στη ΛΑΕ) είτε ακόμη με την προπαγάνδα του ίδιου στόχου ως κύρια αιχμή, της εξόδου από την ΕΕ «από επαναστατική σκοπιά» όπως στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες οργανώσεις. Εκτιμούμε ότι ο στόχος αυτός δεν συνδέθηκε (και δεν μπορεί να συνδεθεί) με τα πραγματικά «καύσιμα» της διαδικασίας της κοινωνικής και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης και με το ουσιαστικό περιεχόμενο της πάλης το οποίο ουδέποτε ήταν «ανεξαρτησιακό/ εθνικοαπελευθερωτικό» αλλά ήταν ξεκάθαρα ταξικό/ οικονομικό. Το κίνημα του 2010 – 2015 εισέβαλε στο προσκήνιο αμφισβητώντας την ελληνική κυβέρνηση και το «μνημονιακό» πολιτικό σύστημα κατά μεγάλη προτεραιότητα και ταξική ευθυκρισία παρά την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο απεχθής και να εμφανίστηκε (και εμφανίζεται).
Η ρήξη με την ΟΝΕ/ΕΕ αποτελεί προφανή συνέπεια της ρήξης με τη στρατηγική της εγχώριας άρχουσας τάξης ως αποτέλεσμα της ριζοσπαστικής/ επαναστατικής κίνησης των μαζών, του εργατικού κινήματος και των κινημάτων. Αντίθετα η επικεφαλής πολιτική αιχμή και το σύνθημα της «εξόδου από την ΕΕ» αφορά σε κρατικό στόχο και μεθόδευση, καθώς πρόκειται για διακρατική συμφωνία, και διαδικασία στην οποία ο ρόλος των μαζών περιορίζεται σε θέση ψηφοφόρου για την κυβέρνηση και υποστηριχτή του (καπιταλιστικού) κράτους. Αποτελεί μάλιστα επιλογή και σύνθημα που περιλαμβάνει εκ των πραγμάτων την επιδίωξη μίας ορισμένης διαταξικής συνεργασίας.
Σήμερα μπροστά στα προφανή αδιέξοδα γίνονται στην αριστερά προσπάθειες αναστοχασμού, οργανωτικών ανακατατάξεων, συγκέντρωσης της δύναμης. Η αναφορά στον όρο του «μεταβατικού προγράμματος» βλέπει το φως της δημοσιότητας σε διάφορα κείμενα της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Ωστόσο το περιεχόμενο είναι τουλάχιστον «ομιχλώδες».
Η σημασία και το περιεχόμενο, όχι συγκεκριμένα του «προγράμματος» αλλά της γενικής αντίληψης, είναι συνδεδεμένη με συνολικές προσεγγίσεις και με σημαντικές συνέπειες στην αντιμετώπιση της πάλης και των πολιτικών επιλογών που απαιτούνται κάθε φορά.
Είναι η αντίληψη που διακατέχει τη συζήτηση και τις επιλογές της επαναστατικής αριστεράς στην επαναστατική περίοδο των αρχών του 20ου αιώνα. «Ένα βήμα μπροστά, μόνο ένα βήμα» έλεγε ο Λένιν για τη σχέση του κόμματος με την κίνηση της τάξης και αυτό αποτελεί μία συμπύκνωση της μεταβατικής αντίληψης η οποία διαπνέει όλη την λογική της μακράς τακτικής του ενιαίου μετώπου, από το κίνημα έως την πολιτική πάλη. Οι μεταβατικές τακτικές και συνθήματα αποσκοπούν στη βελτίωση των όρων ανάπτυξης της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης και ευρύτερα, μέσα από την ίδια την εμπειρία της πάλης. Δεν είναι μεταμφίεση της μεταρρυθμιστικής στρατηγικής. Είναι ο πυρήνας της αντίληψης για τη συμβολή του κόμματος στο ίδιο το κίνημα και είναι μια αντίληψη για την επανάσταση.
Από αυτή την άποψη δεν συγκροτούνται μεταβατικοί στόχοι ως θέσεις και κατακτήσεις που μπορούν να κατοχυρωθούν (δηλαδή όχι ως προσωρινές) σαν «στάδια» και σαν «σκαλοπάτια» προς τον στρατηγικό στόχο. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα όλων των ρεφορμιστικών εκδοχών.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το αίτημα της εθνικοποίησης/ κρατικοποίησης των σιδηροδρόμων με εργατικό έλεγχο που έχει έρθει στην επικαιρότητα με το έγκλημα των Τεμπών. Το αίτημα αυτό μπορεί να αποτελεί στόχο με μεταβατικά χαρακτηριστικά. Μάλιστα το σημείο με τη μεγαλύτερη μεταβατική αξία είναι ο εργατικός έλεγχος. Η κρατικοποίηση της επιχείρησης απαιτεί πολιτική σύγκρουση καθώς αντίκειται στην κυρίαρχη τάση της απελευθέρωσης της αγοράς και των ιδιωτικοποιήσεων χωρίς ωστόσο να προκαλεί αυτονόητα ρήγμα στην καπιταλιστική λειτουργία. Οι κρατικές εταιρίες που λειτουργούν όπως ακριβώς οι ιδιωτικές δεν είναι κάτι σπάνιο. Το ζήτημα ωστόσο του εργατικού ελέγχου απαιτεί ουσιαστική μεταβίβαση ισχύος από το κεφάλαιο και το κράτος στην εργατική τάξη. Μία τέτοια εξέλιξη, μια νίκη και κατάκτηση μετά από σφοδρή σύγκρουση, δεν μπορεί να «σταθεροποιηθεί». Ή θα προχωρήσει στο κατώφλι της δυαδικής εξουσίας ή θα υποχωρήσει αποκτώντας τυπικά χαρακτηριστικά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο μέχρι εξαφάνισης. Κανένα κράτος και μάλιστα όσα λογίζονται ως αντιιμπεριαλιστικά, φιλολαϊκά, αριστερά καθεστώτα, δεν διαθέτει εργατικό έλεγχο κανενός είδους.
Δεν μπορούν να υπάρξουν και δεν έχουν υπάρξει, μεταβατικά «αντιιμπεριαλιστικά» καθεστώτα με καπιταλιστική οικονομία και «σοσιαλιστική προοπτική». Οποιοδήποτε κράτος οργανώνει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αποτελεί πολιτική του έκφραση και μόνο με την επαναστατική ανατροπή του μπορεί να ανοίξει ο σοσιαλιστικός δρόμος.
Η θεωρητική συζήτηση στο πεδίο «ιμπεριαλισμός» είναι ανοιχτή και παράγει απόψεις εδώ και 120 χρόνια. Σε αυτή θα υπογραμμίσουμε τη σύγχρονη προσέγγιση του Γιάννη Μηλιού. Είναι βέβαιο ότι οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στο πεδίο και οι ενδεχόμενες εξελίξεις στο μέλλον θα τροφοδοτήσουν εκ νέου τη σχετική συζήτηση. Ωστόσο η πολιτική στρατηγική αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη σχέση θεωρίας και πράξης.
Αντιλαμβανόμαστε την τάση για επέκταση ως εγγενή στον καπιταλισμό, στον τρόπο παραγωγής και στο καπιταλιστικό έθνος – κράτος (το οποίο δεν αποτελεί ούτε «υποχείριο» της οικονομίας ούτε εξέλιξη μιας διαφορετικής και ανεξάρτητης από τον τρόπο παραγωγής, ιστορικής διαδικασίας). Ο ιμπεριαλισμός είναι φαινόμενο σύμφυτο με τον ίδιο τον καπιταλισμό με οικονομική, πολιτική και στρατιωτική διάσταση, ενυπάρχει ως τάση στο (κάθε) καπιταλιστικό κράτος το οποίο αναπτύσσει την ισχύ του ανισόμετρα από κάθε άλλο ακριβώς επειδή εξαρτάται εν τέλει από τους όρους της ανάπτυξης της ίδιας της ταξικής πάλης. Η εξέλιξη, ανάπτυξη και επέκταση του καπιταλισμού/ ιμπεριαλισμού κλονίζεται από αντιφάσεις και κρίσεις οι οποίες εκδηλώνονται ως ρήγματα και επαναστατικές ευκαιρίες στο εθνικό επίπεδο της ταξικής αρχιτεκτονικής και της πάλης. Από αυτή την σκοπιά ο μόνος αντίπαλος του ιμπεριαλισμού και του πολέμου είναι το μαζικό κοινωνικό/ εργατικό/ κομμουνιστικό κίνημα και η σοσιαλιστική επανάσταση.
Στις σύγχρονες συνθήκες της όξυνσης των ανταγωνισμών και της κλιμάκωσης των όρων του πολέμου, είναι σημαντικό να μείνουμε προσηλωμένοι στη σημασία της αρχής πώς στην ίδια μας τη χώρα και μέσα σε κάθε χώρα βρίσκεται ο εχθρός. Στοχοποιώντας ως πολιτική αριστερά τη φιλοπόλεμη εξοπλιστική στρατηγική του ελληνικού κράτους που διεκδικεί τον επιθετικό ρόλο του στην περιοχή σε συμμαχία με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, και βέβαια την ευρωπαϊκή στρατηγική «rearm Europe», συμβάλλοντας στην ανάπτυξη μαζικού αντιπολεμικού κινήματος, επιμένοντας στην ανάπτυξη του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη ως υπόθεση αυτοδύναμη με τεράστιο απελευθερωτικό συμβολισμό και ουσία, πέρα από τις «γεωπολιτικές εξελίξεις» στην περιοχή και βεβαίως προσανατολισμένη στην πρόκληση της μαζικής, ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής πολιτικής με αιχμή την απαίτηση για άμεση αναδιανομή πλούτου και ισχύος σε βάρος της εγχώριας άρχουσας τάξης και υπέρ της εργατικής και των άλλων υποτελών τάξεων και στρωμάτων, σε σαφή διάκριση και αντίθεση με εναλλακτικά μοντέλα καπιταλιστικής ανάπτυξης, «παραγωγικής ανασυγκρότησης» και «πολυδιάστατες» επιλογές εξωτερικής πολιτικής.
Το πολιτικό κενό στ’ αριστερά που διαμόρφωσε στην περίοδο που διανύουμε η κατάρρευση του πολιτικού ρεφορμισμού και η συνακόλουθη διαρκής διολίσθηση του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά/ ακροδεξιά, εμφανίζεται ως πρόκληση και ως ευκαιρία για την αντικαπιταλιστική αριστερά.
Σήμερα, το άμεσο καθήκον είναι η συγκρότηση μαζικής αριστεράς, με απεύθυνση στο μαζικό, κοινωνικό και ταξικό ακροατήριο, ανάληψη των αντίστοιχων καθηκόντων και δυνατότητα αντιμετώπισης των σύγχρονων πολιτικών προκλήσεων. Ωστόσο το πρώτο ζήτημα που πρέπει εκ νέου να τεθεί είναι το ζήτημα της «σημαίας», του οράματος και της επικαιρότητάς του. Αυτή η σημαία ανεμίζει έξω και πάνω από το σύστημα και τα «ρεαλιστικά» όριά του. Μόνο έτσι μπορεί να τροφοδοτήσει την ουσιαστική ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση μέσα στην κοινωνία και στην πάλη.
RProject, 30 Μαρτίου 2026, https://rproject.gr/article/imperialismos-antiimperialismos-5-simeia.
