Κυριακή, 30 Μαϊος 2021 15:16

Η Παλαιστινιακή Εξέγερση του 1936

 

Neil Rogall

Η γέννηση της Παλαιστινιακής Αντίστασης και η Εξέγερση του 1936

 

Το 1936 ξεκίνησε η μεγαλύτερη και πιο μακροχρόνια παλαιστινιακή εξέγερση εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας. Μόνο με την Πρώτη Ιντιφάντα στα τέλη της δεκαετίας του 1980 υπήρξε ξανά αντίσταση αυτής της κλίμακας στην Παλαιστίνη. Στο προηγούμενο άρθρο μου σχετικά με την ανάπτυξη της κοινότητας των εποίκων στην Παλαιστίνη περιέγραψα τη μεταβίβαση της γης στους Σιωνιστές στο πλαίσιο της βρετανικής Εντολής. Σε αυτό το άρθρο εξετάζω τον αντίκτυπο που είχε αυτό στην παλαιστινιακή αγροτιά. Αυτό είναι το υπόβαθρο της έκρηξης του 1936.

Οι απαρχές της παλαιστινιακής αντίστασης

Οι Παλαιστίνιοι φελλαχίν (αγρότες) θεωρούσαν τη γη που καλλιεργούσαν ως κληρονομικό τους δικαίωμα. Μπορεί επισήμως να μην τους ανήκε, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. Η δημιουργία μεγάλων γαιοκτησιών είχε εξαπλωθεί στην Παλαιστίνη μόνο με τον Οθωμανικό Κώδικα για τη Γη του 18581. Πολλοί αγρότες δεν κατάφεραν να δηλώσουν τη γη τους σύμφωνα με τους νέους νόμους. Συχνά δεν μπορούσαν να πληρώσουν το τέλος καταγραφής ή δεν ήθελαν να αναγράφονται τα ονόματά τους στα κυβερνητικά έγγραφα, από τον φόβο της επιστράτευσης στον οθωμανικό στρατό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η γη καταχωρούνταν στο όνομα του τοπικού προύχοντα. Οι φελλαχίν πίστευαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα κρατούσαν τη «δική τους» γη. Αλλού η οθωμανική κυβέρνηση απλώς κατάσχεσε τη γη ισχυριζόμενη ότι ήταν απαραίτητη για λόγους ασφαλείας ή ότι δεν καλλιεργούνταν σωστά. Τέτοιες εκτάσεις τέθηκαν στη συνέχεια προς πώληση και συχνά αγοράστηκαν από πλούσιους από τη Βηρυτό.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι πολλοί καλλιεργητές έχασαν τον έλεγχο της γης τους. Οι εκδιωχθέντες κατέληξαν ως καλλιεργητές με μορτή στη γη που ήταν δική τους. Όταν οι σιωνιστές έποικοι αγόρασαν τη γη αυτή από τους γαιοκτήμονες, έδιωξαν τους φελλαχίν. Ήδη από το 1883, οι αγρότες επιτέθηκαν σε αυτούς τους νέους εβραϊκούς οικισμούς. Αυτό δεν επηρέασε μόνο τους φελλαχίν αλλά και τους νομάδες βεδουίνους που δεν μπορούσαν πλέον να βόσκουν τα ζώα τους σε αυτό που θεωρούνταν κοινοτική γη. Σε απάντηση η οθωμανική κυβέρνηση συχνά καλούσε τον στρατό για να απομακρύνει τους αγρότες που είχαν καταλάβει τα παλιά τους εδάφη ή αρνούνταν να φύγουν. Η αντίσταση αυτή συνεχίστηκε σε όλη την περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας.

Η αγροτικές αναταραχές ανάγκασαν την τοπική ελίτ να διαμαρτυρηθεί για τη σιωνιστική μετανάστευση. Οι διαμαρτυρίες αυτές ήταν αρκετά αδύναμες και άρχισαν να υπονομεύουν τις σχέσεις μεταξύ των προυχόντων και των οπαδών τους. Πολλές από αυτές τις προσωπικότητες της ελίτ ήλπιζαν ότι η Παλαιστίνη θα ενσωματωνόταν στη Συρία μετά το τέλος του πολέμου. Όταν αυτό δεν συνέβη, άρχισε να αναπτύσσεται ένας διακριτός παλαιστινιακός εθνικισμός.

Οι Βρετανοί, οι προύχοντες και ο εθνικισμός

Από την αρχή της εντολής ο σιωνισμός θεωρήθηκε από μεγάλο αριθμό Παλαιστινίων όλων των τάξεων ως σοβαρή απειλή.

Ήδη το 1920 υπήρξε μια επίθεση δύο χιλιάδων Βεδουίνων εναντίον των Βρετανών. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι μερικές φορές οι αστικές ταραχές έπαιρναν θρησκευτικό χρώμα. Οι χριστιανοί ξεκίνησαν επιθέσεις το Πάσχα του 1920 κατά των Εβραίων στην Ιερουσαλήμ: «γιατί να δώσουμε τη γη μας σε αυτούς που σταύρωσαν τον Χριστό μας;», φώναζαν. Σημαντικές συγκρούσεις σημειώθηκαν και πάλι τον Μάιο του 1921.

Η πολιτική ηγεσία των Παλαιστινίων καθ’ όλη τη δεκαετία του 1920 βρισκόταν στα χέρια των προυχόντων, των α’αγιάν2 μέσω των Μουσουλμανικών-Χριστιανικών Συλλόγων3. Οι Βρετανοί κυβερνήτες ενίσχυσαν την κυριαρχία των ηγετικών οικογενειών. Οι αρχές της Εντολής χρειαζόταν έναν ενδιάμεσο μεταξύ των ίδιων και της μάζας των Παλαιστινίων. Δημιουργήθηκε ένα Αραβικό Εκτελεστικό Όργανο για να διαπραγματευτεί με τους Βρετανούς και το οποίο ήταν πολύ «μετριοπαθές». Το Εκτελεστικό Όργανο δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τους νέους κυβερνήτες, καθώς περίμενε να κληρονομήσει την πολιτική εξουσία όταν οι Βρετανοί αποχωρήσουν. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός μεταξύ των σημαντικότερων από αυτές τις οικογένειες των α’αγιάν αποδυνάμωσε ακόμη και αυτή τη μετριοπαθή αντιπολίτευση.

Μια σημαντική μορφή ήταν ο νεαρός και φαινομενικά μαχητικός Χατζί Αμίν αλ-Χουσαϊνί, ένας πρώην Οθωμανός αξιωματούχος που λιποτάκτησε για να συμμετάσχει στην «Αραβική Εξέγερση» κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Προερχόταν από μία από τις δύο πιο σημαντικές οικογένειες, τους Χουσαϊνί4. Οι Βρετανοί θέλησαν να προσεταιριστούν την πιο ζωηρή πτέρυγα της ελίτ και έτσι τον διόρισαν «Μεγάλο Μουφτή της Ιερουσαλήμ» και επικεφαλής του «Ανώτατου Μουσουλμανικού Συμβουλίου». Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι ήρθε μόνο 4ος στην ψηφοφορία ανάμεσα στους μουσουλμάνους αξιωματούχους για τη θέση του «Μεγάλου Μουφτή», του οποίου ο επίσημος ρόλος ήταν να ελέγχει τους ισλαμικούς ιερούς τόπους της Ιερουσαλήμ. Οι Βρετανοί πίστευαν ότι ο Χατζί Αμίν αλ-Χουσαϊνί ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, για να αποτρέψουν «τους θερμοκέφαλους να εξάπτονται και να γίνονται πολύ βίαιοι».

Στην πραγματικότητα κανένας από τους προύχοντες δεν μπόρεσε να παίξει αποτελεσματικό ρόλο ως εθνικιστική ηγεσία. Ήταν πολύ συμβιβασμένοι. Ορισμένοι είχαν καλές θέσεις εργασίας στην αποικιακή κυβέρνηση. Δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τους αγρότες από τους εποίκους που τους έδιωχναν από τη γη τους, επειδή ήταν αυτοί, οι α’αγιάν, που πουλούσαν τη γη στους Σιωνιστές. Ούτε μπορούσαν να προσφέρουν πολιτική πρόοδο στους υποστηρικτές τους, καθώς οι Βρετανοί ήταν εχθρικοί σε κάθε δημοκρατική μεταρρύθμιση που θα υποβίβαζε τους Εβραίους εποίκους σε καθεστώς μειονότητας. Ήταν εντελώς ανίκανοι να προσφέρουν οποιαδήποτε σοβαρή ηγεσία στους απλούς Παλαιστίνιους που αντιμετώπιζαν την αυξανόμενη απειλή των εποίκων.

Η εξαθλίωση της παλαιστινιακής αγροτιάς

Οι αποικιακές πολιτικές συνέβαλαν στην καταστροφή της υπαίθρου. Η προώθηση της εμπορικής γεωργίας, η ενθάρρυνση της πώλησης γης στους εποίκους και η απληστία των γαιοκτημόνων κατέστρεψαν την αγροτική Παλαιστίνη.

Μέχρι το 1930 περίπου το 30% του συνόλου των Παλαιστινίων χωρικών ήταν ακτήμονες, ενώ το 75% έως 80% των υπολοίπων δεν είχαν επαρκή γη για να καλύψουν τις ανάγκες τους. Συν τοις άλλοις, οι αποικιακές φορολογικές πολιτικές έπλητταν τους Παλαιστίνιους αγρότες πολύ περισσότερο από ό,τι τις εβραϊκές γεωργικές επιχειρήσεις. Οι φόροι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν φυσικά για να χρηματοδοτηθεί η βρετανική κυριαρχία και η υποστήριξή της προς τους εποίκους. Έως και το ήμισυ του ανδρικού αγροτικού εργατικού δυναμικού εργαζόταν πλέον ως μισθωτοί εργάτες έξω από τα χωριά τους σε κατασκευαστικά έργα ή έργα οδοποιίας ή ως προσωρινοί εργάτες στη γεωργία για τη συγκομιδή των εσπεριδοειδών.

Ένα αγροτικό προλεταριάτο γεννιόταν. Πολλοί στο τέλος αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις αναπτυσσόμενες πόλεις αναζητώντας εργασία. Όμως, στις πόλεις υπήρχε ελάχιστη εργασία, καθώς τις περισσότερες σίγουρες θέσεις εργασίας τις κατείχαν οι πιο εξειδικευμένοι Εβραίοι εργάτες ή τα μέλη των οικογενειών της παλαιστινιακής ελίτ. Η πραγματικότητα ήταν ότι οι περισσότεροι μετανάστες στις πόλεις ζούσαν μεροδούλι-μεροφάι ως περιστασιακοί εργάτες που έκαναν δουλειές του ποδαριού ή γίνονταν μικροέμποροι.

Οι εντάσεις κορυφώθηκαν τον Αύγουστο του 1929, όταν οι Ρεβιζιονιστές του Γιαμποτίνσκι πραγματοποίησαν μια σειρά προκλητικών διαδηλώσεων στο δυτικό τείχος των «δακρύων» του Χαράμ ασ-Σαρίφ, του 3ου ιερότερου χώρου του Ισλάμ, όπου βρίσκεται το τέμενος Αλ-Άκσα. Η βία εξαπλώθηκε σε όλη την Ιερουσαλήμ και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη χώρα. Σκοτώθηκαν 133 Εβραίοι και τουλάχιστον 117 Παλαιστίνιοι. Συχνά η παλαιστινιακή βία στρεφόταν τόσο κατά των Βρετανών όσο και κατά των Εβραίων εποίκων. Ως αντίδραση, η κυβέρνηση της εντολής σχεδίασε να περιορίσει τις πωλήσεις γης και τη σιωνιστική μετανάστευση. Ο Ράμσεϊ ΜακΝτόναλντ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, το εμπόδισε αυτό.

Η εξαθλίωση του αγροτικού παλαιστινιακού πληθυσμού επιταχύνθηκε με την παγκόσμια ύφεση που ακολούθησε το κραχ της Γουόλ Στριτ το 1929. Την κατάσταση επιδείνωσε ο αυξανόμενος αριθμός εποίκων που έφτασαν μετά τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελάριου της Γερμανίας το 1933 και την ανάπτυξη ενός ολοένα και πιο φονικού αντισημιτισμού στην Πολωνία. Τα χρέη των αγροτών ανάγκασαν πολλούς να πουλήσουν τη γη τους για να τα ξεπληρώσουν. Ταυτόχρονα οι μεγαλοϊδιοκτήτες έκαναν τεράστιες καταστροφές πουλώντας τα κτήματά τους στο Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο.

«Η χρεοκοπία της πολιτικής των προυχόντων γινόταν επομένως όλο και πιο εμφανής: δεν είχαν σημειώσει καμία πρόοδο προς την επίτευξη της εθνικής ανεξαρτησίας και ήταν ανίκανοι να ανακόψουν το σιωνιστικό ρεύμα αύξησης του πληθυσμού, του εποικισμού και της οικονομικής ανάπτυξης.».

Υπό αυτές τις συνθήκες η ίδια η τάξη των α’αγιάν διασπάστηκε. Η φυλή της οικογένειας Νασασίμπι5 στράφηκε εναντίον της πολιτικής του αραβικού εκτελεστικού οργάνου, στο οποίο κυριαρχούσε η οικογένεια Χουσαϊνί. Οι Νασασίμπι ζήτησαν συμβιβασμό με τους Βρετανούς και τους εποίκους. Αυτό προέκυπτε από το ταξικό τους συμφέρον: οι Νασασίμπι ήταν οι πλουσιότεροι γαιοκτήμονες, οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς εσπεριδοειδών και οι μεγαλύτεροι πωλητές γης στους εποίκους.

Ένα άλλο κύμα αντιβρετανικής βίας σημειώθηκε το 1933. Το Αραβικό Εκτελεστικό Όργανο και ο Χατζί Αμίν αλ-Χουσαϊνί συνειδητοποίησαν ότι έχαναν τον έλεγχο. Προκειμένου να διατηρήσουν την εξουσία επί της «κοινότητάς» τους και να βγουν από το πολιτικό αδιέξοδο, θα χρειάζονταν πιο ριζοσπαστικές μέθοδοι.

Πριν από την έκρηξη της εξέγερσης του 1936, υπήρξε μια εξέγερση που εκ των υστέρων φαίνεται ως προάγγελος αυτού που σύντομα θα ακολουθούσε. Το όνομα της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς, οι «Ταξιαρχίες αλ-Κάσσαμ», προέρχεται από την κεντρική μορφή αυτής της βραχύβιας εξέγερσης. Ο Ιζζ αντ-Ντιν αλ-Κάσσαμ, ήταν Σύριος στην καταγωγή και μελετητής του Ισλάμ. Κατέφυγε στην Παλαιστίνη μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση εναντίον της γαλλικής κυριαρχίας στη Συρία. Ο Αλ-Κάσσαμ συνδύασε τη σαλαφιτική εχθρότητα για τη λατρεία των αγίων που ήταν βαθιά ριζωμένη στο παραδοσιακό παλαιστινιακό Ισλάμ με ένα μαχητικό αντιιμπεριαλιστικό μήνυμα.

Δεν διέφερε τόσο πολύ από πολλές άλλες εξεγέρσεις εμπνευσμένες από το Ισλάμ σε όλο τον κόσμο κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Για τον Αλ-Κάσσαμ το αντιιμπεριαλιστικό μήνυμα σήμαινε αγώνα ενάντια στους εποίκους. Μέχρι το 1935 είχε πάνω από 200 οπαδούς που εκπαιδεύονταν στρατιωτικά. Στα τέλη Νοεμβρίου ξεκίνησε για τη Χάιφα ελπίζοντας να ξεσηκώσει την αγροτιά σε εξέγερση. Αλλά πριν προλάβει να το κάνει, οι Βρετανοί τον δολοφόνησαν. Παρά το θάνατό του, οι ενέργειές του ηλέκτρισαν τη χώρα και ενέπνευσαν πολλούς να μιμηθούν τις μεθόδους του.

Η Παλαιστίνη εκρήγνυται

Η εξέγερση του 1936-1939 ήταν η πιο παρατεταμένη εξέγερση κατά της βρετανικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή. Το έναυσμα ήταν η δολοφονία δύο Εβραίων εποίκων που ακολουθήθηκε από δολοφονίες δύο Παλαιστινίων ως εκδικητικά αντίποινα. Μέσα σε λίγες ημέρες η αυξανόμενη βία πυροδότησε την εξέγερση. Στην αρχή νεαροί εθνικιστές έδωσαν ώθηση στο κίνημα. Οι μεγαλύτεροι ήταν απρόθυμοι να τα βάλουν με τους Βρετανούς. Στις 19 Απριλίου προκηρύχθηκε γενική απεργία στη Ναμπλούς. Μέχρι τις 21 του μήνα εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. Στις 25 του μήνα ο Χατζί Αμίν αλ-Χουσαϊνί συγκρότησε μια Αραβική Ανώτατη Επιτροπή για να αναλάβει τον έλεγχο της απεργίας. Επρόκειτο για μια περίπτωση που η ελίτ έπρεπε να τρέξει γρήγορα για να αναλάβει την ηγεσία ενός κινήματος που έχανε γρήγορα τον έλεγχο.

Η Ανώτατη Επιτροπή είχε ως στόχο να σταματήσει τη σιωνιστική μετανάστευση, να περιορίσει τις μεταβιβάσεις γης και να αναγκάσει τους Βρετανούς να δημιουργήσουν μια δημοκρατικά εκλεγμένη συνέλευση. Η απεργία διήρκεσε σχεδόν 6 μήνες. Η οικονομική ζωή σε μεγάλο μέρος της Παλαιστίνης σταμάτησε. Συνοδεύτηκε από πολιτική ανυπακοή και επιθέσεις εναντίον των εποίκων και των περιουσιών τους.

Οι βρετανικές αρχές έφεραν 20.000 στρατιώτες για να συντρίψουν την εξέγερση. Ταυτόχρονα όμως τους τρόμαζε. Τον Ιούλιο ανακοίνωσαν τη μείωση της εβραϊκής μετανάστευσης στην αποικία και τη σύσταση βασιλικής επιτροπής για τις ταραχές, την Επιτροπή Πηλ.

Προς τα μέσα Μαΐου το κέντρο της εξέγερσης είχε μετατοπιστεί από τις αστικές περιοχές στην ύπαιθρο. Προς το καλοκαίρι η ύπαιθρος φλεγόταν από τον ανταρτοπόλεμο. «Οι τηλεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες διακόπηκαν, ο πετρελαιαγωγός από το Ιράκ στη Χάιφα αποκόπηκε, πολλά αστυνομικά τμήματα δέχτηκαν επιθέσεις, σιδηροδρομικές γραμμές ανατινάχτηκαν, δρόμοι ναρκοθετήθηκαν και γέφυρες καταστράφηκαν». Ο πετρελαιαγωγός ανήκε εν μέρει στη βρετανική αγγλοπερσική εταιρεία πετρελαίου. Οι Βρετανοί κήρυξαν στρατιωτικό νόμο στις 7 Σεπτεμβρίου.

Στις 11 Οκτωβρίου η γενική απεργία ανακλήθηκε. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στη βρετανική αντεπίθεση. Υπήρχαν όμως και οικονομικοί λόγοι. Η σοδειά εσπεριδοειδών είχε σχεδόν ωριμάσει. Οι τιμές ήταν στα ύψη στη διεθνή αγορά, επειδή ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος είχε διαταράξει τις προμήθειες παγκοσμίως.

Η Ανδαλουσία, άλλωστε, ήταν ένα από τα πρώτα πεδία μάχης της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία. Οι μεγάλοι Παλαιστίνιοι γαιοκτήμονες ήθελαν να μαζέψουν τη σοδειά τους και μετά από 5 μήνες χωρίς δουλειά και μισθούς πολλοί εργάτες ανυπομονούσαν να αρχίσουν να βγάζουν και πάλι χρήματα. Μάλιστα ο Μουφτής, Αμίν αλ-Χουσαϊνί, κάλεσε κρυφά τους ηγέτες των γύρω αραβικών κρατών, τα οποία ήταν όλοι πελάτες της Βρετανίας, να ζητήσουν δημόσια τον τερματισμό της απεργίας. Αυτό δημιούργησε ένα επικίνδυνο και μοιραίο προηγούμενο που επέτρεπε στους Άραβες ηγέτες άλλων χωρών να ελέγχουν το παλαιστινιακό κίνημα.

Επικράτησε σχετική ηρεμία μέχρι την έκθεση της Επιτροπής Πηλ τον Ιούλιο του 1937. Η έκθεση προκάλεσε τρόμο στους Παλαιστίνιους. Το σιωνιστικό κίνημα θα έπαιρνε το 20% της παλαιστινιακής γης για ένα εβραϊκό κράτος. Αυτή ήταν η περιοχή όπου οι Σιωνιστές κατείχαν την περισσότερη γη. Ήταν επίσης το πιο εύφορο τμήμα της χώρας. Η υπόλοιπη Παλαιστίνη της Εντολής επρόκειτο να προσαρτηθεί στην Υπεριορδανία στην απέναντι όχθη του ποταμού. Οι Βρετανοί θα διατηρούσαν τον έλεγχο της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ. Η έκθεση πρότεινε επίσης τη μεταφορά 225.000 Παλαιστινίων από την «εβραϊκή» περιοχή στη διευρυμένη Υπεριορδανία (και 1.250 Εβραίων στην εβραϊκή περιοχή). Η πρόταση μεταφοράς έγινε κατόπιν υπόδειξης των σιωνιστών ηγετών. «Είμαι υπέρ της υποχρεωτικής μεταφοράς· δεν βλέπω τίποτα ανήθικο σε αυτό», δήλωσε ο Μπεν Γκουριόν ένα χρόνο αργότερα.6

Οι Σιωνιστές ήταν διχασμένοι. Οι Ρεβιζιονιστές απέρριψαν τις προτάσεις της Επιτροπής Πηλ, όπως και ορισμένοι Εργατικοί Σιωνιστές. Η πλειοψηφία τις αποδέχτηκε, υπό την επιρροή του Μπεν Γκουριόν: αποτελούσαν μια βάση για διαπραγμάτευση. Αλλά το κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει. Η διχοτόμηση και η εθνοκάθαρση ήταν τώρα στην ημερήσια διάταξη.

Η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο Πηλ. Ποιο δικαίωμα είχαν οι Βρετανοί να παραχωρήσουν οποιοδήποτε παλαιστινιακό έδαφος σε ξένους εποίκους; Η εξέγερση αναζωπυρώθηκε τον Σεπτέμβριο. Στο τέλος του μήνα η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή κηρύχθηκε παράνομη. Πολλά από τα μέλη της εγκατέλειψαν τη χώρα. Ο Μεγάλος Μουφτής πήγε στο Λίβανο και τελικά κατέληξε στη ναζιστική Γερμανία. Στη συνέχεια έγινε εργαλείο προπαγάνδας για τη ναζιστική βαρβαρότητα. Ο αντισιωνισμός του έγινε αντισημιτισμός. Φυσικά οι Σιωνιστές συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται σε μεγάλο βαθμό τη συνεργασία του Χατζί Αμίν αλ-Χουσαϊνί με το Τρίτο Ράιχ, παρά το γεγονός ότι οι Σιωνιστές είχαν συνάψει τη συμφωνία της Χααβάρα με τη ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, όπως περιγράφεται στο προηγούμενο άρθρο μου.

Για μια ισορροπημένη και οξυδερκή περιγραφή του ρόλου του Μεγάλου Μουφτή αξίζει να διαβάσετε το βιβλίο του Gilbert Achar, Οι Άραβες και το Ολοκαύτωμα [The Arabs and the Holocaust].

Η δεύτερη εξέγερση κορυφώθηκε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1938. Στο αποκορύφωμά της υπήρχαν επτάμισι χιλιάδες αντάρτες. Καθώς όμως ο αγώνας συνεχιζόταν, ο πολιτικός αγώνας πήρε κοινωνικό χαρακτήρα. Αυτό φόβισε την εθνικιστική ηγεσία των α’αγιάν. Οι αντάρτες χωρικοί ζητούσαν τώρα τη διαγραφή των χρεών που χρωστούσαν οι αγρότες στους πλούσιους Άραβες γαιοκτήμονες. Προειδοποίησαν τους εισπράκτορες χρεών και τους γαιοκτήμονες να μην επισκέπτονται τα χωριά. Η τάξη των γαιοκτημόνων τρομοκρατήθηκε. Χιλιάδες πλούσιοι Παλαιστίνιοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν σε άλλες ασφαλέστερες αραβικές χώρες.

Οι αιτίες της ήττας

Αλλά το καλοκαίρι του 1939 οι Βρετανοί είχαν συντρίψει την εξέγερση. Η περιβόητη συμφωνία του Μονάχου, μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της Βρετανίας, υπογράφηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1938. Περισσότερα αυτοκρατορικά στρατεύματα ήταν πλέον διαθέσιμα για να σταλούν στην Παλαιστίνη για να καταπνίξουν τους επαναστάτες. Μέχρι το 1939 οι αρχές είχαν 30.000 εκπαιδευμένους στρατιώτες που πολεμούσαν τους εξεγερμένους. Η RAF βομβάρδιζε παλαιστινιακά χωριά. Εφαρμόστηκε μια πολιτική συλλογικής τιμωρίας. Αν ένα μέλος ενός χωριού συμμετείχε σε ένοπλη εξέγερση, ολόκληρη η κοινότητα τιμωρούνταν. Οι Ισραηλινοί βέβαια συνεχίζουν αυτή τη βάρβαρη πολιτική.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέγερσης η κοινότητα των εποίκων, το Γισούβ7, συνεργάστηκε με τους Βρετανούς. Οι αρχές της Εντολής δημιούργησαν την αστυνομία των εβραϊκών οικισμών. Μέχρι το 1939, ένας στους είκοσι της κοινότητας των εποίκων ήταν μέλος της, περίπου 21.000 άτομα συνολικά. Ο Ορντ Γουίνγκεϊτ, ένας Βρετανός αξιωματικός, οργάνωσε μια αντιεξεγερτική δύναμη Εβραίων μαχητών, τις Ειδικές Νυχτερινές Ομάδες. Τρομοκρατούσαν τους χωρικούς και φρουρούσαν τον πετρελαιαγωγό. Εσωτερικά το Γισούβ διεύρυνε τη Χαγκάνα8, εισήγαγε κρυφά όπλα και δημιούργησε εργοστάσια κατασκευής όπλων.

Η ρεβιζιονιστική πολιτοφυλακή, η Ιργκούν9, ξεκίνησε μια τρομοκρατική εκστρατεία τον Μάιο του 1938. Έριχναν βόμβες σε πολυσύχναστες παλαιστινιακές αγορές ή τις τοποθετούσαν κρυφά μέσα σε κάρα. Η Ιερουσαλήμ, η Χάιφα και η Γιάφα έγιναν στόχοι. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, μέχρι και 250 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν σε αυτές τις βάρβαρες επιθέσεις. Όταν οι Σιωνιστές μιλούν για τους Παλαιστίνιους βομβιστές αυτοκτονίας, αξίζει να θυμηθούμε ποιος άρχισε να σκοτώνει με βόμβες αμάχους στην Παλαιστίνη.

Κατά τη διάρκεια της Γενικής Απεργίας, Εβραίοι εργάτες αντικατέστησαν Παλαιστίνιους στις αποβάθρες, στους σιδηροδρόμους και αλλού. Με την αραβική οικονομία να έχει παραλύσει, η σιωνιστική αναπτύχθηκε τροφοδοτώντας τη βρετανική διοίκηση και την τεράστια στρατιωτική παρουσία.

Αντίθετα, οι Παλαιστίνιοι δυσκολεύονταν να ενωθούν, παρά το γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών ήταν ελάχιστες. Όλοι συμφώνησαν ότι οι έποικοι έπρεπε να εμποδιστούν να δημιουργήσουν ένα κράτος στο οποίο οι Άραβες θα αναγκάζονταν να επιλέξουν μεταξύ μιας θέσης κατωτερότητας ή της εξορίας. Αλλά η οικογένεια και η φυλή συχνά χώριζαν τους Παλαιστίνιους αντάρτες της υπαίθρου. Τέτοιες δεσμεύσεις εμπόδιζαν τον συντονισμό της στρατηγικής ή την ενότητα του σκοπού. Ταυτόχρονα, η διαίρεση στην κορυφή της παλαιστινιακής κοινωνίας μεταξύ των δύο ηγετικών οικογενειών, των Νασασίμπι και των Χουσαϊνί, υπονόμευσε περαιτέρω το κίνημα. Οι Νασασίμπι αντιτάχθηκαν στην εξέγερση μετά την έκθεση Πηλ, καθώς απειλούσε τα συμφέροντά τους. Οι Χουσαϊνί συνέχισαν να υποστηρίζουν την εξέγερση, αλλά τη χρησιμοποίησαν καιροσκοπικά για να προωθήσουν τη θέση τους εις βάρος των Νασασίμπι.

Με τη συντριβή της εξέγερσης, το 1939 εκδόθηκε άλλη μια έκθεση της βρετανικής Βασιλικής Επιτροπής. Η εξέγερση είχε πετύχει κάτι. Οι Βρετανοί συμφώνησαν τώρα να μειώσουν τη σιωνιστική μετανάστευση και να περιορίσουν τις αγορές γης από τους εποίκους. Η διχοτόμηση αποκλειόταν οριστικά. Υποσχέθηκαν ανεξαρτησία με βάση τον κανόνα πλειοψηφίας μέσα σε δέκα χρόνια. Οι Σιωνιστές ήταν έξαλλοι, αλλά και η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή την απέρριψε με το σκεπτικό ότι ορισμένα μέρη της λευκής βίβλου ήταν πολύ διφορούμενα. Αυτό ήταν ίσως ένα σφάλμα τακτικής. Ωστόσο, δεδομένων των μελλοντικών εξελίξεων, είμαι επιφυλακτικός ότι θα άλλαζε την πορεία της σύγκρουσης.

Στην εξέγερση σκοτώθηκαν έως και 6.000 Παλαιστίνιοι και άλλοι 6.000 φυλακίστηκαν. 2.000 σπίτια είχαν καταστραφεί. Οι Βρετανοί απαγχόνισαν 100. Οι Παλαιστίνιοι είχαν υποστεί μια τεράστια ήττα, οι όποιοι ηγέτες τους ήταν νεκροί, εξόριστοι ή εξοστρακισμένοι από την πολιτική. Δεν μπορούσαν πλέον να διαδραματίσουν ανεξάρτητο ρόλο. Στο μέλλον έγιναν σε καταστροφικό βαθμό εξαρτημένοι από άλλα αραβικά κράτη για καθοδήγηση. Δεν είχαν ακόμη συνέλθει από την ήττα τους όταν ξέσπασε η κρίση του 1948. Μόνο τη δεκαετία του 1960 επρόκειτο να επανεμφανιστεί μια ανεξάρτητη παλαιστινιακή ηγεσία με τον Γιάσερ Αραφάτ και την Αλ-Φάταχ.

Παρ’ όλα αυτά, η εξέγερση είχε απειλήσει σοβαρά τη βρετανική κυριαρχία και κινητοποίησε τους απλούς Παλαιστίνιους με τρόπο που δεν είχε ξανασυμβεί. Η εναλλακτική λύση στην εξέγερση θα ήταν η συναίνεση απέναντι στον σιωνιστικό εποικισμό. Η εξέγερση εξακολουθεί να εμπνέει τους Παλαιστίνιους σήμερα.

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Neil Rogall, «The birth of Palestinian Resistance and the 1936 uprising», rs21, 12 Σεπτεμβρίου 2014, https://www.rs21.org.uk/2014/09/12/the-birth-of-palestinian-resistance-and-the-1936-uprising/.

 

Το προηγούμενο άρθρο του Neil Rogall, «Σιωνιστές έποικοι κατά τη διάρκεια της βρετανικής Εντολής: Η απαρχές του Σιδηρού Τείχους»

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ [«αναδιοργάνωση» / تنظيمات ] (1839-1876), με τις οποίες εκσυγχρονιζόταν το νομικό σύστημα και η διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα πλαίσια του Τανζιμάτ, με τον Αγροτικό Νόμο του 1858, παραχωρήθηκε στους υπηκόους και το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί της γης, κατοχυρωμένο με τίτλο (ταπού – tapu). Έτσι, πολλοί αξιωματούχοι, έσπευσαν να μετατρέψουν σε ιδιοκτησία τους τις κρατικές αγροτικές εκτάσεις, στις περιοχές που διοικούσαν.

2 [Σ.τ.Μ.:] Οι α’αγιάν [أَعْيَان , ενικός: عَيْن, ά’ιν - και στα ελληνικά: αγιάνης και αγιάνηδες] ήταν οι επαρχιακοί αξιωματούχοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι οποίοι διορίζονταν από τον Σουλτάνο για την είσπραξη των φόρων και τη διοίκηση των επαρχιών. Σταδιακά, πολλοί απ’ αυτούς τους αξιωματούχους κατόρθωσαν να επιβάλουν κληρονομικά δικαιώματα στη διοίκηση των επαρχιών τους, με την ανοχή της Πύλης, ή εξαιτίας της αδυναμίας της να τους ελέγξει.

3 [Σ.τ.Μ.:] Οι Μουσουλμανικοί-Χριστιανικοί Σύλλογοι [الجمعيات الإسلامية المسيحية / Αλ-Τζαμ’ιάτ αλ-Ισλαμίγια αλ-Μασσιχίγια] ιδρύθηκαν το 1918 σε πολλές πόλεις της Παλαιστίνης με βασικές τους διεκδικήσεις την ανεξαρτησία της Παλαιστίνης και την ακύρωση της Διακήρυξης Μπάλφουρ. Το 1919 πραγματοποίησαν την πρώτη Παλαιστινιακή Αραβική Συνδιάσκεψη [المؤتمر العربي الفلسطيني / Αλ-Μου’τάμαρ αλ-’Αράμπι αλ-Φιλιστινί] (και άλλες έξι μέχρι το 1928), ένα άτυπο παλαιστινιακό κοινοβούλιο.

4 [Σ.τ.Μ.:] Η οικογένεια των Αλ-Χουσαϊνί ή Αλ-Χουσεϊνί [الحسيني‎ ] ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τον Χουσεΐν ιμπν ‘Άλι, τον εγγονό του προφήτη Μουχάμμαντ και γιο τού ‘Άλι ιμπν Άμπι Τάλιμπ, (τέταρτου Χαλίφη των Σουνιτών, πρώτου Ιμάμη των Σιιτών). Οι Αλ-Χουσαϊνί μετανάστευσαν στην Ιερουσαλήμ/Αλ-Κουντς, μάλλον τον 12 αιώνα και αργότερα εξαπλώθηκαν σε όλες τις πόλεις της Παλαιστίνης. Τα μέλη της οικογένειας στελέχωσαν τις βαθμίδες της οθωμανικής διοίκησης στην Παλαιστίνη, αλλά και ηγήθηκαν αντιοθωμανικών κινημάτων, πριν την κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Βρετανούς. Από τη δεκαετία του 1860 μέχρι το 1937, το αξίωμα του Μεγάλου Μουφτή της Ιερουσαλήμ/Αλ-Κουντς καταλαμβάνουν μέλη της οικογένειας των Αλ-Χουσαϊνί. Ο Μούσα αλ-Χουσαϊνί διορίστηκε δήμαρχος της Ιερουσαλήμ το 1918, μέχρι και το 1921. Πριν απ’ αυτόν, το αξίωμα κατείχε για οκτώ χρόνια ο αδερφός του, ο Χουσαΐν αλ-Χουσαϊνί, από το 1910, ως τον θάνατό του. Οι Αλ-Χουσαϊνί όμως στη συνέχεια ήρθαν σε μια πρώτη ρήξη με την βρετανική διοίκηση, ύστερα από τις ταραχές του 1921 στην Ιερουσαλήμ/Α-Κουντς: Σιωνιστές επιτέθηκαν σε μια παλαιστινιακή γιορτή και στη συνέχεια Παλαιστίνιοι επιτέθηκαν στην εβραϊκή συνοικία. Ο Μούσα αλ-Χουσαϊνί και ο Αμίν αλ-Χουσαϊνί θεωρήθηκαν υποκινητές της ταραχής και αναγκάστηκαν να φύγουν από την Παλαιστίνη (ο Αμίν αλ-Χουσαϊνί καταδικάστηκε ερήμην, αν και την ίδια χρονιά του δόθηκε χάρη). Οι Βρετανοί διόρισαν τότε δήμαρχο της Ιερουσαλή/Α-Κουντς τον Ρατζίμπ αν-Νασασίμπι.

Η οικογένεια των Αλ-Χουσαϊνί βρισκόταν σε έντονο ανταγωνισμό με την οικογένεια των Αν-Νασασίμπι (βλ. σημ. 3). Μια τρίτη ισχυρή οικογένεια προυχόντων και αντίπαλη των άλλων δύο, ήταν η οικογένεια των Αλ-Χαλίντι [خالد ي ].

5 [Σ.τ.Μ.:] Η παρουσία της οικογένειας των Αν-Νασασίμπι [النشاشيبي‎ / An-Nashashibi] στην Παλαιστίνη χρονολογείται από τον 15ο αιώνα, όταν ανέλαβαν τη φύλαξη του Αλ-Χαράμ ασ-Σαρίφ (τα δύο ιερά προσκυνήματα: το τέμενος Αλ-Άκσα και το Σπήλαιο των Πατριαρχών ή τέμενος Αλ-Ιμπραχιμί). Ένα μέλος της οικογένειας, ο Ρασίντ Νασασίμπι εκλέχτηκε βουλευτής το 1910 στο Οθωμανικό κοινοβούλιο που προέκυψε μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων. Άλλα μέλη της οικογένειας ανέπτυξαν δράση ενάντια στην οθωμανική διοίκηση και με παναραβικές πολιτικές απόψεις. Το 1917, ένα άλλο μέλος της οικογένειας, ο ‘Άλι ‘Όμαρ αν-Νασασίμπι απαγχονίστηκε από τους Οθωμανούς για την παναραβική/αντιοθωμανική του δράση. Την περίοδο της Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη, επικεφαλής της οικογένειας και ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της παλαιστινιακής κοινότητας, ήταν ο Ρατζίμπ αν-Νασασίμπι. Η οικογένεια των Αν-Νασασίμπι βρισκόταν σε έντονο ανταγωνισμό με την οικογένεια των Αλ-Χουσαϊνί.

6 [Σ.τ.Μ.:] Αξίζει να σημειωθεί, ότι αυτή την περίοδο, στη δημιουργία της ιδέας των σιωνιστών ηγετών για τη “μεταφορά” Παλαιστινίων και Εβραίων προκειμένου να δημιουργηθεί ένα καθαρά εθνικό κράτος, συνέβαλε και η Συνθήκη της Λοζάνης. Η σιωνιστική ηγεσία ερμήνευσε την υποχρεωτική ανταλλαγή Μουσουλμάνων και Χριστιανών μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, ως ένα επιτυχημένο παράδειγμα εθνοκάθαρσης και προβληματιζόταν, εάν και πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Παλαιστίνη με επιτυχία. Βλ.: Nur Masalha, Expulsion of the Palestinians. The Concept of “Transfer” in Zionist Political Thought 1882-1948, Institut for Palestine Studies, Ουάσιγκτον 1992, σσ. 51, 53, 59, 60, 64, 70, 129, 142· και σημ. 59 στις σσ. 88, 89.

7 [Σ.τ.Μ.:] Το Yishuv (ישוב‎ - εβραϊκά: «Οικισμός», «Εγκατάσταση» ή «Κοινότητα») ήταν το όνομα της εβραϊκής κοινότητας στην Παλαιστίνη την περίοδο της βρετανικής Εντολής.

8 [Σ.τ.Μ.:] Η Haganah (הַהֲגָנָה‎ - εβραϊκά: «Προστασία») ήταν η παραστρατιωτική οργάνωση/πολιτοφυλακή του Γισούβ. Αποτέλεσε τον πυρήνα της συγκρότησης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων μετά το 1948.

9 [Σ.τ.Μ.:] Η Irgun (Ha-’Irgun Ha-Tzva’i Ha-Leumi b-Eretz Yisra’el / הארגון הצבאי הלאומי בארץ ישראל‎ - εβραϊκά: «Εθνική Στρατιωτική Οργάνωση στη Γη του Ισραήλ») ήταν εβραϊκή παραστρατιωτική οργάνωση την περίοδο της Εντολής που ακολουθούσε τη «Ρεβιζιονιστική» πολιτική του Γιαμποτίνσκι (εβραϊκό κράτος σε ολόκληρη την Παλαιστίνη (συμπεριλαμβανομένης και της Υπεριορδανίας/Δυτικής Όχθης, απόρριψη των προτάσεων της βρετανικής κυβέρνησης).

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 30 Μαϊος 2021 15:26

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.