Κυριακή, 15 Αυγούστου 2021 15:12

H ανυπότακτη Παλαιστινιακή εργατική τάξη

 

Εντιτόριαλ του Salvage

 

 

H ανυπότακτη Παλαιστινιακή εργατική τάξη

 

I.

Τα πογκρόμ του Μαΐου που ξεκίνησαν από το Σέιχ Τζάρραχ, την παλαιστινιακή γειτονιά της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, δεν ήταν απλώς έργο «εξτρεμιστών». Με ισραηλινούς όρους, δεν ήταν ιδιαίτερα ακραία. Ο καχανιστικός1 όχλος φώναζε «Θάνατος στους Άραβες», αλλά δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα εκφραζόταν ένα γενοκτονικό συναίσθημα στην ισραηλινή πολιτική. Το 2008, ήταν ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Μάταν Βιλνάι, που εκπροσωπούσε τους Εργατικούς στην Κνέσετ, αυτός ο οποίος απείλησε τους Παλαιστίνιους με «ολοκαύτωμα». Το 2014, ο αντιπρόεδρος της Κνεσέτ, Μοσέ Φάιγκλιν, ο οποίος ήταν μέλος του Λικούντ, ζήτησε την εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων από τη Λωρίδα της Γάζας. Την ίδια χρονιά, η Αγιελέτ Σακέντ, η οποία διορίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης τον επόμενο χρόνο, καλούσε να εξοντωθούν τα παιδιά της Γάζας, τα οποία αποκάλεσε «φίδια», και οι μητέρες τους. Στην ισραηλινή Αριστερά, η ίδια βίαιη παρόρμηση επιρρίπτεται στα θύματά της για να διατηρηθεί καθαρή η συνείδηση των εποίκων. Ήταν η φεμινίστρια ήρωας του σοσιαλιστικού σιωνισμού, Γκόλντα Μέιρ, που κατηγορούσε τους Παλαιστίνιους επειδή «μας αναγκάζουν να σκοτώνουμε τα παιδιά τους».

Οι πογκρομιστές ήταν μεθυσμένοι από τη βία τους, αλλά το ίδιο και τα ισραηλινά στρατεύματα που επιτέθηκαν στους πιστούς στο τέμενος Αλ-Άκσα με χειροβομβίδες κρότου λάμψης, σφαίρες από ατσάλι με επικάλυψη καουτσούκ και δακρυγόνα, με αποτέλεσμα να πάνε στο νοσοκομείο εκατοντάδες άνθρωποι. Όταν ξέσπασαν οι παλαιστινιακές διαδηλώσεις αλληλεγγύης στον Σέιχ Τζάρραχ από τη Χάιφα και τη Ναζαρέτ στα βόρεια, στη Ράμλα, τη Γιάφα και το Λιντ στο κέντρο της χώρας, μέχρι την έρημο Νακάμπ στα νότια, οι Εβραίοι Ισραηλινοί πήραν τα όπλα. Στο Λιντ, ένας Παλαιστίνιος διαδηλωτής πυροβολήθηκε και έπεσε νεκρός. Όταν συνελήφθη ένας ύποπτος, ήταν ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας του Ισραήλ, Αμίρ Οχάνα, που μπήκε στο Twitter για να καταγγείλει τη σύλληψη. Διακηρύσσοντας ότι η δολοφονία ήταν αυτοάμυνα, υποστήριξε ότι «οι νομοταγείς πολίτες που φέρουν όπλα αποτελούν έναν παράγοντα πολλαπλασιασμού της δύναμης των αρχών».

Στον απόηχο της δολοφονίας, χιλιάδες Ισραηλινοί Εβραίοι υπέβαλαν αίτηση για άδεια οπλοφορίας, επτά φορές περισσότερο από το συνηθισμένο ποσοστό, προστιθέμενοι στους 145.000 υφιστάμενους κατόχους άδειας οπλοφορίας. Τον επόμενο μήνα, η ισραηλινή κυβέρνηση επέτρεψε την «πορεία με σημαίες» της ισραηλινής ακροδεξιάς μέσω παλαιστινιακών κοινοτήτων στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ανοίγοντας το δρόμο για τους διαδηλωτές, τα ισραηλινά στρατεύματα προωθήθηκαν στους δρόμους, διώχνοντας τους Παλαιστίνιους με την απειλή όπλων. Όσοι δεν συμμορφώνονταν, ξυλοκοπούνταν. Το πογκρόμ έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό μια κυρίαρχη πολιτική δύναμη στο Ισραήλ, συμπληρώνοντας την κρατική τρομοκρατία και αντιπροσωπεύοντας μια αιματοβαμμένη πλευρά της ιδεολογία της «μεταφοράς» που αποτελεί συστατικό στοιχείο του σιωνιστικού σχεδίου από την ίδρυσή του και επικυρώνεται από τα ισραηλινά δικαστήρια εδώ και δεκαετίες.

Μετά την εθνοκάθαρση περίπου 700.000 Παλαιστινίων κατά τη Νάκμπα του 1948, το κράτος του Ισραήλ έχει προβεί σε νομικές διακρίσεις εις βάρος του εναπομείναντος παλαιστινιακού πληθυσμού και έχει χρησιμοποιήσει αυτούς τους νόμους για να εκδιώξει παλαιστινιακές οικογένειες. Αμέσως μετά τη Νάκμπα, το Ισραήλ επικαλέστηκε νόμους της βρετανικής αποικιοκρατικής εποχής, τους Αμυντικούς Κανονισμούς του 1945, οι οποίοι επέτρεπαν στο στρατό να ξεριζώνει και να μεταφέρει ολόκληρες κοινότητες κατά βούληση, να επιβάλλει επ’ αόριστον απαγόρευση κυκλοφορίας, να καταλαμβάνει γη και να επιτάσσει οποιαδήποτε περιουσία, να ερευνά κάθε σπίτι, να συλλαμβάνει οποιονδήποτε άνθρωπο, να τον εκδιώκει από τη χώρα χωρίς εξηγήσεις ή περιορισμούς. Τα ισραηλινά στρατιωτικά δικαστήρια ήταν η μόνη προσφυγή που είχαν οι Παλαιστίνιοι που υπάγονταν σε αυτούς τους νόμους, τα οποία πάντα αποφαίνονταν εις βάρος τους. Οι Παλαιστίνιοι μπορούσαν να εκδιωχθούν από τη γη τους, χάρη στους νόμους που τους θεωρούσαν «παρόντες-απόντες». Ενώ η Νάκμπα είχε αποδεκατίσει την παλαιστινιακή ιδιοκτησία γης στο μόλις 5% του συνόλου, οι απαλλοτριώσεις των ετών που ακολούθησαν την περιόρισν στο 1%.

Μόλις το 1966 εγκαταλείφθηκε ο στρατιωτικός νόμος στο Ισραήλ του 1948, κυρίως επειδή εμπόδιζε την απορρόφηση των Παλαιστινίων εργατών στις κατώτερες βαθμίδες της ισραηλινής οικονομίας. Αλλά αυτό δεν σταμάτησε σχεδόν καθόλου την αρπαγή της γης, με τις δίδυμες κοσμικές και θεοκρατικές εντολές της σιωνιστικής ιδεολογίας. Τον επόμενο χρόνο, οι λεγόμενες «Ισραηλινές Δυνάμεις Άμυνας» (IDF) κατέλαβαν τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, όπου ζούσαν οι περισσότεροι πρόσφυγες της Νάκμπα. Η λογική του στρατιωτικού νόμου και της νόμιμης απαλλοτρίωσης επανήλθε.

Ένα κρίσιμο νομικό βήμα στην επακόλουθη σειρά εκτοπίσεων ήταν ο Νόμος περί Νομικών και Διοικητικών Υποθέσεων του 1970, ο οποίος επέτρεψε στους Ισραηλινούς Εβραίους, και μόνο στους Ισραηλινούς Εβραίους, να διεκδικήσουν δικαιώματα ιδιοκτησίας στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ με βάση τους ισχυρισμούς ότι η ιδιοκτησία ανήκε σε Εβραίους πριν από το 1948. Σε συνδυασμό με την υφιστάμενη νομοθεσία, αυτό εξασφάλισε ότι τα ισραηλινά δικαστήρια εξέδωσαν επανειλημμένα διαταγές απέλασης εκδιώκοντας παλαιστινιακές οικογένειες που διέμεναν σε αυτά τα σπίτια για δεκαετίες. Η πλειονότητα των υποθέσεων έχει ασκηθεί από οργανώσεις εποίκων-αποικιοκρατών, ενώ τα προγράμματα εποικισμού τους υποστηρίζονται με επιθετικό τρόπο από τις ισραηλινές κυβερνήσεις, είτε εκπροσωπούν τους Εργατικούς είτε το Λικούντ.

Επίσης, οι έποικοι-αποικιοκράτες δεν είναι απομονωμένοι σε διεθνές επίπεδο. Εκπρόσωποι του ΟΗΕ, του B’TSelem, της Διεθνούς Αμνηστίας και του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορούν να διαμαρτύρονται μέχρι να βραχνιάσουν οι φωνές τους ότι αυτές οι απαλλοτριώσεις παραβιάζουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Το Ισραήλ, η κατοχική δύναμη, δεν έχει κανένα δικαίωμα να αρπάζει περιουσίες, λένε. Ωστόσο, δεν είναι οι κύριοι χρηματοδότες, προμηθευτές όπλων ή διπλωματικοί σύμμαχοι του Ισραήλ. Αν πιεστούν, οι περισσότεροι πρόεδροι των ΗΠΑ ή οι Βρετανοί πρωθυπουργοί ενδέχεται να αποδοκιμάζουν το πρόγραμμα εποικισμού του Ισραήλ, αλλά αυτό δεν τους έχει ακόμη εμποδίσει να προμηθεύουν όπλα ή, στην περίπτωση των ΗΠΑ, 3,8 δισ. δολάρια ετησίως για την αγορά τους. Οι έποικοι επωφελούνται επίσης από μια ισχυρή συμμαχία με το ισραηλινό κεφάλαιο – αλλά όχι μόνο με το ισραηλινό κεφάλαιο. Μεταξύ των 112 εταιρειών που κατηγορούνται από τον ΟΗΕ ότι βοηθούν τους εποικισμούς, μεταξύ άλλων με την κατασκευή, τη χρηματοδότηση, τη συντήρηση και την επέκταση, καθώς και την κατεδάφιση παλαιστινιακών ιδιοκτησιών, είναι οι AirBnB, JCB, TripAdvisor και Motorola. Οι συνασπισμοί των όπλων, του κεφαλαίου και της νομικής βίας που στρέφονται κατά των Παλαιστινίων είναι τόσο παγκόσμιοι και υπερκαθορισμένοι όσο και ο ίδιος ο φυλετικός καπιταλισμός.

 

II.

Αυτό ήταν το ζήτημα που εξερράγη στο Σέιχ Τζάρραχ, και εξαπλώθηκε γρήγορα, αυτό το Μάιο. Για πρώτη φορά από την πρώτη Ιντιφάντα που ξεκίνησε το 1987, η παλαιστινιακή αντίσταση ήταν ενωμένη σε όλη τη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και το Ισραήλ του 1948. Το κίνημα του δρόμου που ξέσπασε στο εσωτερικό του Ισραήλ ήταν καθοριστικό και τάραξε τόσο πολύ την κυβέρνηση που ανέπτυξε αμέσως χιλιάδες στρατιώτες σε «μικτές» πόλεις για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες. Αυτό εμπνέει τόσο πολύ γιατί προσφέρει μια αναγκαία ρήξη με ένα καθιερωμένο μοτίβο. Ο αποικιοκράτης επιδιώκει να αφαιρέσει από τους αποικιοκρατούμενους τη συνοχή της ταυτότητάς τους, να εξαφανίσει τη δυνατότητα αντίστασης εξαφανίζοντας με βόμβες τη μνήμη της εθνοκάθαρσης και την αλήθεια της ιθαγένειάς τους.

Οι µαύροι Νοτιοαφρικανοί έγιναν οι εικονικοί πολίτες μιας διάχυτης συνάθροισης διαφορετικών Μπαντουστάν, μια προσπάθεια του αποικιστή να αποκλείσει ακόμη και την δυνατότητα του αντιπάλου του: να ξαναφτιάξει το τοπίο ως γη των λευκών με θύλακες φιλοξενίας για τους ανεκτούς ιθαγενείς. Οι Παλαιστίνιοι, των οποίων η γη μετατράπηκε σε ιδιοκτησία κάποιου άλλου, μετατρέπονται οι ίδιοι σε απομονωμένους υπό πολιορκία κατοίκους της Γάζας, σε κατοίκους της Δυτικής Όχθης σε καντόνια με δική τους ψευτοκυβέρνηση, σε «Ισραηλινούς Άραβες» που επιτρέπονται ως φιλοξενούμενοι στη γη άλλων ανθρώπων, σε πρόσφυγες που τους λένε ότι τώρα είναι Ιορδανοί ή Σύριοι και ότι πρέπει να προχωρήσουν και να σταματήσουν να μιλούν για ένα παρελθόν που ονομάζεται «Παλαιστίνη».

Η «Ιντιφάντα της Ενότητας» του Μάη του 2021 αντιστάθηκε σε αυτόν τον κατακερματισμό που είναι τόσο σημαντικός για την ψυχική και υλική βία της αποικιοκρατίας. Η ίδια η διεκδίκηση του να είσαι Παλαιστίνιος, από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα και πολύ πέρα από αυτά, σηματοδοτεί την άρνηση να αποδεχτούμε την ήττα ως οριστική και την αποικιακή αρχιτεκτονική ως αναπόφευκτη. Καθώς η χώρα έπαιρνε φωτιά και στους φανοστάτες στο Λιντ κυμάτιζε η παλαιστινιακή σημαία, οι πρόσφυγες έσπευσαν στα σύνορα της Συρίας, της Ιορδανίας και του Λιβάνου για να επιμείνουν στο αλησμόνητο δικαίωμά τους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Στη Γάζα, η πίεση των Παλαιστινίων ανάγκασε τη Χαμάς να προσφέρει ένα δείγμα αντίστασης και αλληλεγγύης στο Σέιχ Τζάρραχ, εκτοξεύοντας ρουκέτες Κάσσαμ στο Ισραήλ για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Αυτές οι ρουκέτες, αν και συνώνυμες με τη Χαμάς στο ηθικό θησαυροφυλάκιο του ιμπεριαλισμού, είχαν χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά από τους κατοίκους της Γάζας εναντίον των αποικιών του Γκους Κατίφ πριν από την «απόσυρση» του Ισραήλ το 2005. Η συντριπτική πλειονότητα των θυμάτων που μπορούν να αποδοθούν σε αυτές χρονολογείται σε αυτή την περίοδο, όταν οι ισραηλινές δυνάμεις κατέστρεφαν με μπουλντόζες σπίτια, έκαναν επίθεση σε ασθενοφόρα και μετέτρεπαν τμήματα της Γάζας σε Γκρόζνι.

Έκτοτε, κάθε ισραηλινή επίθεση έχει επισπεύσει σε μεγάλο βαθμό επιδεικτικά αντίποινα. Οι ρουκέτες παραμένουν ένα αδύναμο, αναποτελεσματικό όπλο απέναντι σε έναν κατακτητή με συντριπτική δύναμη πυρός, αεροπορική ισχύ και πυρηνικές κεφαλές. Οι μικροί κίνδυνοι που προκλήθηκαν κυρίως στη νότια πόλη Σντερότ είναι, θα έλεγε κανείς, ελάχιστα αποτρεπτικοί για το Ισραήλ. Ωστόσο, σε αυτόν τον πόλεμο, οι ρουκέτες Κάσσαμ έφτασαν στις μεγάλες πόλεις του Ισραήλ, προκαλώντας σημαντικές αναταραχές και αναγκάζοντας το Ισραήλ να δαπανήσει πολύ περισσότερα χρήματα και προσπάθειες για την αναχαίτιση και την αποφυγή σημαντικών υλικών ζημιών από ό,τι κόστισε η κατασκευή και η εκτόξευσή τους. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για όπλα που εκμεταλλεύονται την ασυμμετρία μεταξύ κατακτητή και κατεχόμενου.

Λίγα μίλια και μισό κόσμο πιο πέρα, στη Δυτική Όχθη, ισραηλινά στρατεύματα πυροβόλησαν διαδηλωτές, σκοτώνοντας έντεκα άτομα σε μια μέρα, μεταξύ των οποίων και εφήβους, και τραυματίζοντας πεντακόσιους. Σε αντίθεση με τη Γάζα, εκεί το Ισραήλ έχει έναν πειθήνιο παλαιστινιακό μηχανισμό να το βοηθήσει· σύμφωνα με τους όρους των ειρηνευτικών συμφωνιών του Όσλο, το Ισραήλ εξασφάλισε μια Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) χωρίς πραγματική κυριαρχία, αλλά δεσμευμένη σε «συνεργασία για την ασφάλεια», την οποία ο πρόεδρος της ΠΑ Μαχμούντ Αμπάς αποκαλεί «ιερή». Χωρίς αυτήν, η διεθνής υποστήριξη των δωρητών στην οποία βασίζεται η ΠΑ θα στερέψει. Τα χρήματα καθιστούν σαφή τη λειτουργία: για το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής της, η ΠΑ έχει δαπανήσει σημαντικά περισσότερα για την ασφάλεια από ό,τι για την υγεία ή την εκπαίδευση. Οι Παλαιστίνιοι αστυνομικοί είναι επιφορτισμένοι, στις περιοχές Α και Β της ακρωτηριασμένης Δυτικής Όχθης, με την επιβολή της στρατιωτικής κυριαρχίας του κατακτητή. Αξίζει να τονιστεί πόσο κεντρικό είναι αυτό το εμπόδιο στην πρόοδο ενός ενιαίου απελευθερωτικού αγώνα.

Χωρίς την ΠΑ, το Ισραήλ θα έπρεπε να κυβερνήσει άμεσα για να διατηρήσει την εξουσία του επί σχεδόν τριών εκατομμυρίων Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και έτσι η αντίσταση θα μπορούσε να στοχεύσει ανεμπόδιστα τις στρατιωτικές υποδομές του. Καθώς οι παράνομοι οικισμοί πολλαπλασιάζονται, η αντιπαράθεση θα ήταν ανοιχτή, όπως δεν μπορεί να είναι στη Γάζα, όπου το Ισραήλ έχει αποσυρθεί στον αέρα και τη θάλασσα για να πολιορκεί τη Λωρίδα από έξω. Με την ΠΑ ως ντόπιο υπεργολάβο –που εξαγοράστηκε ενάντια στα συμφέροντα της εθνικής απελευθέρωσης και μετατράπηκε σε μια αριστοκρατία των αποικιοκρατούμενων– το κράτος των εποίκων εξασφαλίζει έναν βαθμό μόνωσης και ένα προστατευτικό μαξιλάρι. Σε δημοσκοπήσεις μετά τις εξεγέρσεις του Μαΐου, που διεξήχθησαν από το Παλαιστινιακό Ερευνητικό Κέντρο Πολιτικής και Δημοσκοπήσεων, το 75% των Παλαιστινίων βαθμολόγησαν τη Χαμάς ως «εξαιρετική» για το ρόλο της στα γεγονότα, αλλά μόνο το 8% είπε το ίδιο για τον Αμπάς. Η καθηλωμένη Παλαιστινιακή επανάσταση φαινόταν εγκλωβισμένη στα θραύσματά της: οι κάτοικοι της Γάζας επιτέθηκαν στο Ισραήλ και τιμωρήθηκαν βίαια γι’ αυτό, εγκαταλελειμμένοι από τους εποίκους σε μια φυλακή για ιθαγενείς, ενώ η μεγαλύτερη, ελαφρώς πολυπληθέστερη Δυτική Όχθη κρατήθηκε ήμερη από μια σύνθεση άμεσης και αποκεντρωμένης ισραηλινής κυριαρχίας. Μέχρι εδώ, όλα είναι γνωστά.

Παραδόξως σημαντική από άποψη ισχύος και πίεσης, ωστόσο, ήταν η «απεργία αξιοπρέπειας» των Παλαιστινίων. Τέτοια αποχώρηση από την εργασία σε ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη, στην οποία συμμετείχαν εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ καθώς και Παλαιστίνιοι στη Δυτική Όχθη, είχε να παρατηρηθεί από την Πρώτη Ιντιφάντα. Η επιτυχία της απεργίας να ξεπεράσει τα παραδοσιακά ισραηλινά πρότυπα του «διαίρει και βασίλευε» –που συχνά αντανακλούνταν στους παλαιστινιακούς θεσμούς– θυμίζει το πνεύμα της γενικής απεργίας του 1936, που προκάλεσε τη Μεγάλη Αραβική Εξέγερση, και της απεργίας της «Ημέρας της Γης» του 1976, ενάντια στη συνεχιζόμενη ισραηλινή απαλλοτρίωση της παλαιστινιακής γης. Όπως ανέφερε η Ha’aretz, η απεργία κατέδειξε «την εξάρτηση του Ισραήλ από τους Παλαιστίνιους εργάτες». Η εξάρτηση αυτή επικεντρώνεται σε ταπεινούς τομείς όπως οι κατασκευές, η αποκομιδή σκουπιδιών, η καθαριότητα και η οδήγηση ταξί, καθώς η απορρόφηση της παλαιστινιακής εργασίας τείνει να ακολουθεί την ανοδική κινητικότητα των Εβραίων εργαζομένων στην επαγγελματική δομή. Ωστόσο, στην απεργία συμμετείχαν επίσης Παλαιστίνιοι γιατροί και εργαζόμενοι υψηλής τεχνολογίας εντός του Ισραήλ του 1948. Ως εκ τούτου, αποκαλύπτοντας μια εξάρτηση, η απεργία κατέδειξε μια δυνητική μετασχηματιστική δύναμη που γενικά αποκρύπτεται από μια από τις χαρακτηριστικές γραμμές ανάλυσης της Αριστεράς. Σε αντίθεση με το απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, έχουμε υποστηρίξει εδώ και καιρό, η ισραηλινή άρχουσα τάξη δεν έχει καμία εγγενή ανάγκη να εκμεταλλεύεται την εργασία εκείνων που καταπιέζει. Η ύπαρξη του Ισραήλ στη σημερινή του μορφή εξαρτάται από την ανυπαρξία της Παλαιστίνης και την ιστορική εξάλειψη της μνήμης της. Από τα 530 χωριά που ερημώθηκαν εντελώς κατά τη διάρκεια της Νάκμπα, η πλειοψηφία τους είτε ισοπεδώθηκε πλήρως είτε μερικώς, η ύπαρξή τους μετατράπηκε σε ερείπια. Ορισμένα καλύφθηκαν με δάση ή νέα κτίρια. Όπως έλεγε ένα από τα πλακάτ διαμαρτυρίας κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας του Μαΐου, «Κάθε ισραηλινή πόλη ήταν κάποτε Σέιχ Τζάρραχ». Όταν το Ισραήλ κατέλαβε τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη το 1967, μια από τις πρώτες κινήσεις του ήταν να απαγορεύσει την παλαιστινιακή σημαία και να απαγορεύσει βιβλία που αναφέρονταν στην ύπαρξη της Παλαιστίνης. Η απόπειρα εξάλειψης της ιστορικής μνήμης αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας που ο ισραηλινός ιστορικός Baruch Kimmerling αποκάλεσε κάποτε «πολιτικοκτονία». Η καταστροφή της ιδέας της Παλαιστίνης δεν χρειάζεται να συνεπάγεται τη φυσική καταστροφή των Παλαιστινίων. Ωστόσο, όπως υποδηλώνουν οι ολοένα και πιο ανοιχτές εκκλήσεις για γενοκτονία από Ισραηλινούς πολιτικούς, δεν χρειάζεται να συνεπάγεται ούτε την επιβίωσή τους.

 

III.

Το ότι οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει επομένως να διατηρήσουν οποιαδήποτε ταξική επιρροή μέσα στο Ισραήλ είναι αντιφατικό, και πολύ περισσότερο δεδομένης της συνειδητής προσπάθειας να ιδρυθεί το εβραϊκό κράτος με τον αποκλεισμό της αραβικής εργασίας. Η vox pop απάντηση πολλών Εβραίων κατοίκων της Ανατολικής Ιερουσαλήμ στη γενική απεργία του Μαΐου –απολύστε τους απεργούς και προσλάβετε μόνο Εβραίους εργάτες στη θέση τους– έχει τις ρίζες της σε μια μακροχρόνια, αλλά μέχρι στιγμής ατελέσφορη, φαντασίωση του σιωνισμού. Και ούτε αυτή ήταν ειδικά μια φαντασίωση της δεξιάς του: Ο σιωνισμός ήταν το πρώτο αποικιοκρατικό εθνικιστικό κίνημα που καθοδηγήθηκε από κόμματα που δεσμεύτηκαν υποτίθεται ότι θα οικοδομούσαν μια «σοσιαλιστική» κοινωνία, και ήταν το εργατικό κίνημα και ο σιωνιστικός σοσιαλισμός που πρωτοστάτησαν στον αποκλεισμό της αραβικής εργασίας. Η πολιτική της «κατάκτησης της εργασίας» συνεπαγόταν ότι, για να δημιουργηθεί μια οικονομία που θα προσέλκυε την εβραϊκή μετανάστευση σε κλίμακα απαραίτητη για την οικοδόμηση ενός κράτους, οι Παλαιστίνιοι Άραβες θα έπρεπε να εμποδιστούν να ανταγωνιστούν τους Εβραίους εργάτες. Επιπλέον, επειδή επρόκειτο για ένα εβραϊκό κράτος, που θα κατακτιόταν ενάντια στην αναπόφευκτη αντίσταση των Παλαιστινίων, η συνεργασία μεταξύ Εβραίων και Αράβων εργατών έπρεπε να ματαιωθεί. Η κύρια εβραϊκή εργατική οργάνωση, η Χισταντρούτ, ήταν πολύ περισσότερο ένα εργαλείο οικοδόμησης του κράτους παρά μια ταξική οργάνωση. Η πολιτική της να αποκλείει την αραβική εργασία συνέβαλε στο χαμηλότερο επίπεδο οργάνωσης και εισοδηματικής δύναμης των Παλαιστινίων εργατών σε όλους τους τομείς, σε σύγκριση με τους Εβραίους εργάτες.

Η πολιτική του αποκλεισμού δεν ήταν πάντα τόσο σταθερή όσο φαίνεται εκ των υστέρων. Στα πρώτα χρόνια της ύπαρξης της Χισταντρούτ, από το 1920 έως το 1927, οι διαιρέσεις μεταξύ των Παλαιστινίων Εβραίων εργατών ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να σχετίζονται με τους Άραβες εργάτες, η ανάγκη να κερδηθεί η υποστήριξη του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος και το γεγονός ότι οι Εβραίοι εργάτες των σιδηροδρόμων στηρίζονταν στους Άραβες συναδέλφους τους, επέβαλαν κάποιο βαθμό ταξικής συνεργασίας. Ο Μπεν Γκουριόν αισθάνθηκε υποχρεωμένος να πει: «Μαζί θα ανεβούμε και μαζί θα πέσουμε. Ο Εβραίος εργάτης δεν θα δουλεύει οκτώ ώρες την ημέρα αν οι Άραβες εργάτες θα αναγκαστούν να δουλεύουν δέκα ή δώδεκα». Ωστόσο, ακριβώς λόγω των κατεξοχήν εθνοτικών-εθνικών φιλοδοξιών της Χισταντρούτ, η Χισταντρούτ ήταν στην καλύτερη περίπτωση αντιφατική και διστακτική όταν οι Άραβες εργάτες οργανώνονταν μόνοι τους και –μη αντιλαμβανόμενοι τις συνέπειες αποκλεισμού τους από τη δέσμευση της Χισταντρούτ για την «εβραϊκή εργασία»– ζητούσαν να ενταχθούν. Όταν αρχικά τους επετράπη επίσημα να ενταχθούν, αποκλείστηκαν από κεντρικές ή ηγετικές θέσεις, και η κύρια συμβολή της Χισταντρούτ ήταν να περιορίσει τη μαχητικότητα των Αράβων εργατών.

Από το 1927, η οργάνωση αποφάσισε να αρνηθεί την είσοδο των Αράβων εργατών στην Χισταντρούτ και να διασφαλίσει ότι θα οργανώνονταν χωριστά από τους Εβραίους εργάτες, ενώ παράλληλα θα προσπαθούσε δραστήρια να τους αποκλείσει από βασικούς τομείς της οικονομίας. Η τακτική του αποκλεισμού περιελάμβανε πιέσεις προς τους εργοδότες και πικετοφορίες στους χώρους εργασίας, όχι για να υποστηρίξουν τους εργάτες ενάντια στα αφεντικά τους, αλλά για να εκδιώξουν τους Άραβες εργάτες. Η Solel Boneh, η κατασκευαστική εταιρεία που δημιούργησε η Χισταντρούτ για να διεκδικήσει δημόσιες συμβάσεις, χώρισε τους εργαζόμενους με βάση εθνοτικά-εθνικά κριτήρια, προσφέροντας μια «ανειδίκευτη» μισθολογική κλίμακα στους Παλαιστίνιους εργάτες και μια «εξειδικευμένη» μισθολογική κλίμακα στους Εβραίους εργάτες. Ο σκοπός αυτών των μεθόδων ήταν να δημιουργηθεί ένα σύστημα κάστας μεταξύ των εργατών και να δημιουργηθεί μια κλειστή εβραϊκή οικονομία στην οποία τα χρήματα και το κεφάλαιο δεν θα εισέρχονταν στην ευρύτερη παλαιστινιακή οικονομία. Ήταν επακόλουθο μιας άλλης αρχής του σιωνιστικού κινήματος, η οποία υποστηρίχθηκε από την Εβραϊκή Υπηρεσία, ότι η εβραϊκή περιουσία –η οποία αποκτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από απόντες γαιοκτήμονες– ήταν αναφαίρετη και δεν μπορούσε να πωληθεί σε κανέναν μη Εβραίο αγοραστή.

Αυτό δεν εμπόδισε τους Άραβες εργάτες να οργανωθούν. Ο σχηματισμός του Παλαιστινιακού Αραβικού Συλλόγου Εργαζομένων (ΠΑΣΕ – Τζαμί’γιατ αλ-’Ουμμάλ αλ-Φιλιστινίγια / Palestine Arab Workers’ Society) το 1925 επέτρεψε στους Άραβες σιδηροδρομικούς να οργανωθούν αυτόνομα, ξεκίνησε τη διαδικασία εδραίωσης της ταξικής ενότητας και αμφισβήτησε την αποκλειστική πολιτική της Χισταντρούτ. Αντίστοιχα, μια από τις πρώτες προσπάθειες οργάνωσης των Αράβων εργατών σε αντισιωνιστική και αντιιμπεριαλιστική βάση προήλθε από το Κομμουνιστικό Κόμμα Παλαιστίνης (KKP), το οποίο ιδρύθηκε το 1923. Ωστόσο, αν και το KKP συμμάχησε με τον ΠΑΣΕ και τάχθηκε με τους Άραβες εθνικιστές εναντίον της Ποάλε Τσιόν στο Σύνδεσμο κατά του Ιμπεριαλισμού το 1927, παρέμεινε στη συντριπτική του πλειοψηφία εβραϊκό. Απέτυχε παταγωδώς στις προσπάθειές του να οργανώσει την αναπτυσσόμενη αραβική εργατική τάξη και απέτυχε εξίσου παταγωδώς όταν κατά τη διάρκεια της «υπεραριστερής» στροφής της Κομιντέρν το 1928, ακολούθησε τις οδηγίες της Μόσχας να καταγγείλει τον αραβικό εθνικισμό.

Η προοπτική που έδειξε ο ΠΑΣΕ, καθώς κέρδισε από μια πανεθνική ριζοσπαστικοποίηση κατά του σιωνισμού το 1929, ματαιώθηκε από τη δύναμη μιας παραδοσιακής κοινωνικής δομής και από τις προσπάθειες του διορισμένου από τους Βρετανούς Μεγάλου Μουφτή της Ιερουσαλήμ Αμίν Χουσεϊνί να εμποδίσει την κομμουνιστική επιρροή με τη δημιουργία αντίπαλων συνδικάτων. Εν τω μεταξύ, η επιτυχία της Χισταντρούτ να κρατήσει τους Άραβες εργάτες μακριά από ορισμένους χώρους εργασίας θα αποδεικνυόταν καθοριστική κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας του 1936 εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας και του σιωνιστικού αποικισμού.

Η απεργία προκηρύχθηκε τον Απρίλιο του 1936 στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εκστρατείας ανυπακοής, που περιελάμβανε αντίσταση στη φορολογία και μποϊκοτάζ των εβραϊκών προϊόντων με σκοπό να σταματήσει η ανάπτυξη μιας ανερχόμενης εθνικής οικονομίας στην οποία οι Άραβες αποκλείονταν και υποβαθμίζονταν σκόπιμα. Η βίαιη βρετανική αντίδραση, που περιελάμβανε σαρωτικές συλλήψεις υπόπτων ως διοργανωτών, διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι οι Άραβες είχαν εκδιωχθεί από πολλούς χώρους εργασίας, ενώ το σιωνιστικό κίνημα –που απειλούνταν από τα αραβικά εθνικιστικά αιτήματα και ήθελε να εδραιώσει την κυριαρχία της εβραϊκής εργασίας σε νέους τομείς της οικονομίας– προμήθευε απεργοσπάστες. Ωστόσο, όχι για τελευταία φορά, οι αποτυχίες της παλαιστινιακής ηγεσίας ήταν αυτές που οδήγησαν στη λήξη της απεργίας. Ο σχηματισμός της Ανώτατης Αραβικής Επιτροπής (ΑΑΕ), με επικεφαλής τον Μουφτή και μια ομάδα επωνύμων Αράβων αποκομμένων από το εργατικό κίνημα, πήρε την πρωτοβουλία από τις τοπικές απεργιακές επιτροπές. Τον Νοέμβριο, με το επιχείρημα ότι οι Βρετανοί ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν τα αιτήματά τους, η ηγεσία της ΑΑΕ ματαίωσε την απεργία. Αντ’ αυτού, οι Βρετανοί επέβαλαν στρατιωτικό νόμο, έθεσαν εκτός νόμου την ΑΑΕ και πρότειναν για πρώτη φορά τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης που θα οδηγούσε στη μεταβίβαση γης και στον εκτοπισμό του ενός τετάρτου του εκατομμυρίου Παλαιστινίων.

Αυτός ο λανθασμένος υπολογισμός, που σπατάλησε μια εκκολαπτόμενη ενότητα της εργατικής τάξης μεταξύ των Παλαιστινίων Αράβων, αποδυνάμωσε το κίνημα ακριβώς τη στιγμή που αναγκάστηκε να έρθει σε στρατιωτική αντιπαράθεση με τους Βρετανούς. Επιτάχυνε τον περαιτέρω αποκλεισμό των Αράβων εργατών από την οικονομία. Και, καθώς η αντιδραστική ηγεσία απέτυχε να κάνει οποιαδήποτε στρατηγική διάκριση μεταξύ του Γισούβ και του σιωνιστικού κινήματος, απέτυχε να δημιουργήσει ή να εκμεταλλευτεί σχίσματα μεταξύ των Εβραίων εργατών προς όφελος της αραβικής εργατικής τάξης, ενώ εδραίωσε τη συμμαχία μεταξύ των βρετανικών αρχών και του σιωνισμού. Αυτή η συνεργασία θα επαναλαμβανόταν κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης της Βρετανίας ενάντια στη Μεγάλη Αραβική Εξέγερση, καθώς σιωνιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις όπως η Ιργκούν και η Λέχι διεξήγαγαν μια εκστρατεία τρομοκρατικών επιθέσεων κατά της αραβικής κοινωνίας των πολιτών.

Μέχρι το τέλος της εξέγερσης το 1939, όταν το βρετανικό κράτος έκανε έκκληση για ειρήνη, προετοιμάζοντας τον πόλεμο στην Ευρώπη, υποσχόμενο να περιορίσει την εβραϊκή μετανάστευση και να παραδώσει ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος μέσα σε μια δεκαετία, η παλαιστινιακή ηγεσία είχε διαλυθεί και διασκορπιστεί. Το ΚΚΠ και το παρακλάδι του, ο Εθνικός Απελευθερωτικός Σύνδεσμος, γνώρισαν κάποια ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 και έθεσαν τα θεμέλια για τη μεταπολεμική εργατική οργάνωση. Ωστόσο, η ευρύτερη πολιτική ερήμωση θα άφηνε την παλαιστινιακή κοινωνία καθοριστικά αποδυναμωμένη, όταν τα σιωνιστικά κόμματα και οι παραστρατιωτικές οργανώσεις ξεκίνησαν την ανταρσία και την εκστρατεία εθνοκάθαρσης τον Δεκέμβριο του 1947.

 

IV.

Ενώ η πλειοψηφία των Παλαιστινίων μετατράπηκε σε απάτριδες πρόσφυγες από τη Νάκμπα, με τους περισσότερους Άραβες εργάτες να παραμένουν υπό τον έλεγχο της ιορδανικής δικτατορίας στη Δυτική Όχθη, μεταξύ 80.000 και 160.000 Παλαιστίνιοι παρέμειναν εντός των ορίων του νεοσύστατου κράτους του Ισραήλ.

Αντιπροσωπεύοντας περίπου το 15% του πληθυσμού και υπαγόμενοι στον στρατιωτικό νόμο, υφίσταντο συλλήψεις καθημερινά, βασανιστήρια, δολοφονίες, εξαφανίσεις και απελάσεις. Είχαν ελάχιστη δυνατότητα να οργανωθούν πολιτικά για την υπεράσπιση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, πόσο μάλλον να οργανωθούν ως εργαζόμενοι. Η περιθωριακή τους θέση ως εργαζόμενοι ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τη δομή της αποικιοκρατίας και τη νόμιμη απαλλοτρίωση της γης τους. Ο νόμος του 1949 για την έκτακτη ρύθμιση της γης καθιέρωσε ότι το Ισραήλ είχε το δικαίωμα να αρπάζει την αραβική αστική ιδιοκτησία, ενώ ο βασικός νόμος του 1960 θεσμοθέτησε το αναπαλλοτρίωτο της εβραϊκής ιδιοκτησίας. Αυτοί οι νόμοι επιδεινώθηκαν από τον Νόμο της Επιστροφής του 1950 και τον Ισραηλινό Νόμο περί Ιθαγένειας του 1952, οι οποίοι εξασφάλιζαν ότι, ενώ οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ υπόκεινται σε τακτικές απελάσεις, οι Εβραίοι μετανάστες από οπουδήποτε στον κόσμο είχαν το δικαίωμα να διεκδικήσουν την ισραηλινή υπηκοότητα.

Στη νέα ισραηλινή οικονομία, ενώ οι Εβραίοι εργαζόμενοι ήταν στην πλειονότητά τους αστικοί, οι Άραβες εργαζόμενοι ήταν στην πλειονότητά τους αγροτικοί. Ωστόσο, καθώς στερούνταν σταδιακά τη γη τους και δεν είχαν τα μέσα για να ζήσουν ικανοποιητικά από τη γεωργία, οι Παλαιστίνιοι Άραβες μετατράπηκαν σε προλεταριοποιημένο μεταναστευτικό εφεδρικό εργατικό δυναμικό.

Και καθώς οι Εβραίοι εργάτες ανέβαιναν στα επαγγελματικά στρώματα, οι Άραβες εργάτες απορροφήθηκαν πιο ολοκληρωτικά στις χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας στις κατασκευές, τα ορυχεία, τα λατομεία, τις βιοτεχνίες, τις μεταφορές και τις υπηρεσίες. Αυτά τα πρώην καταφύγια της «εβραϊκής εργασίας» μετατράπηκαν σε «αραβική εργασία» και γνώρισαν δραματική μείωση του κύρους, των μισθών και των συνθηκών εργασίας τους. Η θέση των Παλαιστινίων στις κατασκευές είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όπως επισημαίνει ο κοινωνιολόγος Andrew Ross στο βιβλίο Stone Men, παρά τον σιωνιστικό μύθο του πρωτοπόρου («halutz»), ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου Ισραήλ χτίστηκε στην πραγματικότητα από τους Άραβες εργάτες που υποτιμούνταν στο Ισραήλ ως αμόρφωτοι φελαχίν.

Το σύστημα των καστών, πράγματι, εξασφάλισε ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να οικοδομηθεί με την υπερεκμετάλλευση της παλαιστινιακής εργασίας. Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες της ύπαρξης του Ισραήλ, οι αραβικοί μισθοί κυμαίνονταν μεταξύ 35% και 70% των εβραϊκών μισθών για παρόμοια εργασία. Οι Άραβες εργάτες ήταν επίσης περισσότερο εκτεθειμένοι στους κύκλους της καπιταλιστικής οικονομίας: σε περιόδους ύφεσης, η ανεργία μεταξύ των Αράβων εργατών ήταν διπλάσια από το ποσοστό των Εβραίων εργατών. Ήταν επίσης στριμωγμένοι σε μικρότερα καταλύματα, με τους Άραβες να ζουν σε σπίτια με δύο άτομα κατά μέσο όρο σε ένα δωμάτιο, και απολάμβαναν πολύ λιγότερο από τον ελεύθερο χρόνο και τον πολιτισμό που ήταν διαθέσιμοι στην ισραηλινή οικονομία, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία του εισοδήματός τους αναλώνονταν σε τρόφιμα και στέγη.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η αραβική εργατική τάξη αυξανόταν αλλά και ενσωματωνόταν όλο και περισσότερο στην ισραηλινή οικονομία, δίνοντάς της μια δυνητική ανατρεπτική ικανότητα που έτεινε να παραβλέπεται ή και να υποτιμάται από την παλαιστινιακή εθνική ηγεσία που οργανωνόταν μεταξύ των προσφυγικών κοινοτήτων. Καθώς στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν μετανάστες εργάτες που υπάγονταν σε δεσποτικούς νόμους έκτακτης ανάγκης, η διαπραγματευτική τους δύναμη ήταν περιορισμένη. Ωστόσο, μια κρίσιμη τομή ήρθε όταν το 1966 το ισραηλινό κράτος εγκατέλειψε τον στρατιωτικό νόμο. Αυτό το βήμα δεν ήταν μέτρο φιλελευθεροποίησης του Ισραήλ, αλλά μάλλον αντανακλούσε τα διλήμματα που αντιμετώπιζε μια καπιταλιστική οικονομία στην οποία τόσο ένα αυξανόμενο μερίδιο της εξαγωγής πλεονάσματος όσο και της υλοποίησης της υπεραξίας μέσω της κατανάλωσης, εξαρτιόταν από Παλαιστίνιους εργάτες με ισραηλινή υπηκοότητα. Παρόλο που οι εργαζόμενοι αυτοί δεν έπαψαν ποτέ να αποτελούν μια εσωτερική αποικία για το Ισραήλ (μια «οικονομία θύλακα», σύμφωνα με το ιδίωμα της θεωρίας της εξάρτησης) και η αγορά εργασίας παρέμεινε έντονα διαχωρισμένη, οι ρυθμίσεις του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης με τους περιορισμούς στη μετακίνηση εμπόδιζαν την αποτελεσματική κατανομή της εργασίας.

Στη Δυτική Όχθη, η συντριπτική στρατιωτική ήττα των αραβικών δυνάμεων το 1967 και η κατάληψη από τις IDF είχαν οδηγήσει τους συνδικαλιστικούς ηγέτες να «παγώσουν την ταξική πάλη», σύμφωνα με τα λόγια του Άντελ Γκάνερν, κατοπινού ηγέτη της Γενικής Ομοσπονδίας Συνδικάτων. Όπως το έθεσε ο Γκάνερν, υπέθεσαν ότι «ο κίνδυνος από την κατοχή ήταν μεγαλύτερος από εκείνον των καπιταλιστών» και επέλεξαν να «βοηθήσουν τις εθνικές βιομηχανίες» ως τρόπο αντίστασης στον σιωνισμό. Ο κίνδυνος από την κατοχή ήταν πραγματικός και προφανώς πιο θανάσιμος. Οι παλαιστινιακές επιχειρήσεις εκμεταλλεύονταν τους εργαζόμενους του έθνους, αλλά ήταν τα ισραηλινά στρατεύματα που παρενοχλούσαν, έθεταν υπό διοικητική κράτηση και απέλαυναν συνδικαλιστικούς ηγέτες, όπως επίσης ήταν οι ισραηλινές δυνάμεις που κατέλαβαν παλαιστινιακή γη και σπίτια προς όφελος μιας νέας γενιάς εποίκων-αποικιοκρατών της θρησκευτικής δεξιάς. Το ισραηλινό αποικιακό κεφάλαιο, ενισχυμένο από τα όπλα της κατοχής και του διαχωρισμού, θα μπορούσε επίσης να εκμεταλλευτεί την παλαιστινιακή εργασία πιο βάναυσα. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η στρατηγική της ενίσχυσης του παλαιστινιακού κεφαλαίου εξέθρεψε μόνο μια αδύναμη εθνική αστική τάξη που εξαρτιόταν από την ισραηλινή καπιταλιστική τάξη.

Ακριβώς όπως οι Παλαιστίνιοι στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα ωθήθηκαν στο ρόλο του εφεδρικού στρατού για την ισραηλινή οικονομία, οι Παλαιστίνιοι εργάτες στο Ισραήλ μετατράπηκαν σε τυπικό χαμηλόμισθο εργατικό δυναμικό. Από ανασφαλείς μετανάστες εργάτες που ήταν αναγκασμένοι να συμπληρώνουν το εισόδημά τους με γεωργικές εργασίες σε μια ολοένα και μικρότερη έκταση γης, έγιναν εργάτες ζωτικής σημασίας. Καθώς βελτιωνόταν η επιρροή τους, οι εργάτες γίνονταν πιο μαχητικοί, διεκδικώντας τις θέσεις τους με μια σειρά απεργιών ενάντια στις διακρίσεις και τους άδικους φόρους.

Στα κατεχόμενα εδάφη, εν τω μεταξύ, η αποτυχία του «παγώματος» της ταξικής πάλης οδήγησε σε πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Αριστερές παρατάξεις της PLO, την οποία ο ΟΗΕ αναγνώρισε το 1974 ως τον «μοναδικό νόμιμο εκπρόσωπο» του παλαιστινιακού λαού, οργανώθηκαν μαζί με το ΚΚΠ στο εργατικό κίνημα, στους φοιτητές και στο γυναικείο κίνημα για να δημιουργήσουν υποδομές αντίστασης.

Οι τάσεις αυτές κορυφώθηκαν το 1976 με μια συλλογική εξέγερση κατά των ισραηλινών αρχών. Η ισραηλινή αρπαγή 5 εκατομμυρίων στρεμμάτων παλαιστινιακής γης, σε μια προσπάθεια «ιουδαιοποίησης» της περιοχής, στέρησε από το νεοσύστατο έθνος χώρο για οικοδόμηση και γεωργία. Η περαιτέρω κλοπή 21.000 στρεμμάτων γης στην περιοχή της Γαλιλαίας στο βόρειο Ισραήλ, συνοδευόμενη από απαγόρευση κυκλοφορίας σε όλα τα παλαιστινιακά χωριά, προκάλεσε γενική απεργία των Παλαιστινίων εργατών. Η απεργία της «Ημέρας της Γης» καταπνίγηκε βάναυσα με πραγματικά πυρά από τις ισραηλινές δυνάμεις. Τέσσερις χιλιάδες ισραηλινοί αστυνομικοί αναπτύχθηκαν στη Γαλιλαία και οι διαδηλώσεις δέχθηκαν πυρά. Ωστόσο, η άνευ προηγουμένου ενότητα δυνάμεων σε όλη την ιστορική Παλαιστίνη, υποστηριζόμενη από μαθητικές αποχές, απεργίες αλληλεγγύης και πορείες σε πόλεις σε όλο το Ισραήλ, τη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και σε στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων στο Λίβανο, κατάφερε να αποτρέψει την κλοπή της γης στη Γαλιλαία. Η «Ημέρα της Γης», στις 30 Μαρτίου, έγινε στη συνέχεια ετήσιος εορτασμός στην Παλαιστίνη.

 

V.

Η επόμενη μεγάλη ταξική εξέγερση των Παλαιστινίων, που οδήγησε στην Πρώτη Ιντιφάντα το 1987, έγινε ύστερα από ένα άλλο μεσοδιάστημα ηττών και αυξανόμενης απαισιοδοξίας στην ηγεσία της PLO. Τον Δεκέμβριο του 1987, ένα φορτηγό των IDF σκότωσε τέσσερις Παλαιστίνιους στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζαμπίλια, προκαλώντας τις διαδηλώσεις που θα γίνονταν η Ιντιφάντα. Μέχρι τότε, μόνο οι Παλαιστίνιοι από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα αποτελούσαν το 7% του ισραηλινού εργατικού δυναμικού (περίπου το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της Δυτικής Όχθης και της Γάζας). Αποτελούσαν επίσης γίνει μια σημαντική καταναλωτική αγορά για τα ισραηλινά προϊόντα. Ενώ αυτό ενίσχυσε την υποστήριξη της κατοχής εντός του Ισραήλ, μεταξύ εκείνων που επωφελούνταν από τους Παλαιστίνιους που έκαναν τις άθλιες εργασίες και στήριζαν τις ισραηλινές αγορές, αυτό έδωσε στους εργαζόμενους στα κατεχόμενα εδάφη σε συνδυασμό με τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ τη δυνατότητα να διαταράξουν την οικονομία του απαρτχάιντ.

Πριν ξεκινήσει η εξέγερση, ωστόσο, η PLO είχε αρχίσει να απελπίζεται για τις δυνατότητές της. Ένας αυξανόμενος αριθμός Ισραηλινών πολιτικών, κυρίως υπουργών της κυβέρνησης, μιλούσε για μια άλλη «μεταφορά»: αυτή τη φορά για να αναγκάσει τον παλαιστινιακό πληθυσμό να φύγει από τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη. Ο αποκηρυγμένος φασίστας Ραβίνος Καχάνε εξήγησε τη ρατσιστική προϋπόθεση αυτού του σχεδίου: δεν μπορούσε να υπάρχει ένα εβραϊκό κράτος που να εκτείνεται σε ολόκληρο το Έρετς Ίσραελ με έναν μεγάλο, αυξανόμενο και δυνητικά πλειοψηφικό αραβικό πληθυσμό. Οι Παλαιστίνιοι ήταν ένα «δημογραφικό πρόβλημα». Και η διοίκηση Ρέιγκαν είχε δώσει πλήρη υποστήριξη και τη συμπάθειά της στο Ισραήλ, καθώς αυτό αποανθρωποποιούσε τους Παλαιστίνιους, για να τους καταστρέψει καλύτερα. Η ηγεσία της PLO, φοβούμενη την καταστροφή, έβγαζε το συμπέρασμα ότι έπρεπε να δράσει επειγόντως για να δημιουργήσει τα υλικά θεμέλια ενός παλαιστινιακού κράτους, έστω και μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και της γραμμής εκεχειρίας του 1967. Ως εκ τούτου, έπρεπε να συγκεκριμενοποιήσει τις διεκδικήσεις της στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη. Αυτό σήμαινε ότι είχε λίγα να πει στους Παλαιστίνιους που ζουν στο Ισραήλ και όλο και λιγότερα να προσφέρει στον προσφυγικό πληθυσμό. Η στροφή προς την «κρατική υπόσταση» σε αντίθεση με την «απελευθέρωση», στην οποία στροφή αντιδρούσε η αριστερή παράταξη με επικεφαλής τον Ζορζ Χαμπάς, ήρθε την ώρα που η Ιντιφάντα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει.

Όταν ξεκίνησε η Ιντιφάντα, δεν έγινε με την ώθηση της PLO. Ενώ τα συνιστώντα κόμματα της PLO συμμετείχαν απόλυτα στην εξέγερση, το πολιτικό προβάδισμα δόθηκε από τις Λαϊκές Επιτροπές και τις κοινοτικές οργανώσεις. Τα Ισραηλινά στρατεύματα σταμάτησαν τα φυλλάδιά τους, οι ηγέτες τους συνελήφθησαν και απελάθηκαν. Ορισμένες από τις πιο αποτελεσματικές τακτικές, που αντανακλούσαν την εξάρτηση του Ισραήλ από τους Παλαιστίνιους ως εργάτες και καταναλωτές, περιλάμβαναν απεργίες, μποϊκοτάζ και μη πληρωμή φόρων.

Όταν το Ισραήλ κατέστειλε τις διαδηλώσεις με πραγματικά πυρά, σκοτώνοντας δεκάδες ανθρώπους στα γεγονότα που ο αγγλόφωνος Τύπος περιέγραφε πάντα ως «συγκρούσεις», εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι εργάτες στο Ισραήλ ενώθηκαν με τους απεργούς στα κατεχόμενα εδάφη. Μόνο οι απεργίες και τα μποϊκοτάζ κόστισαν στην ισραηλινή οικονομία 1 δισ. δολάρια τον πρώτο χρόνο. Ακριβώς λόγω της αποτελεσματικότητας αυτής της συνδυασμένης επίθεσης, το Ισραήλ άρχισε να εφαρμόζει μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική που εμπόδιζε τους κατοίκους της Δυτικής Όχθης και της Γάζας να μετακινούνται ελεύθερα μεταξύ των εδαφών και επέβαλε νέους περιορισμούς στους εργαζόμενους από τη Γάζα που εισέρχονταν στο Ισραήλ. Για τον ίδιο λόγο η ισραηλινή κυβέρνηση και οι εργοδότες στράφηκαν προς τη χρήση μεταναστών εργατών από την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Ρουμανία. Αν και οι τελευταίοι ήταν τεχνικά ακριβότεροι λόγω του κόστους στέγασης και μεταφοράς τους, ήταν πολιτικά πιο διαχειρίσιμοι.

Η επίδραση της Ιντιφάντα στην εσωτερική διαμάχη της PLO για την «επίθεση ειρήνης», όπως δείχνει ο απολογισμός του Edward Said, φαίνεται ότι ήταν να οξύνει τον επείγοντα χαρακτήρα της στρατηγικής στροφής της προς τις διαπραγματεύσεις. Υπήρχε μια παλαιστινιακή επανάσταση και, στο τέλος της, έπρεπε να υπάρξει ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος για να την αναδείξει. Βέβαια, όπως ο Said θα παραπονιόταν αργότερα με πικρία, το αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης ήταν τελικά να διοχετευθεί η ενέργεια της Ιντιφάντα στην αδιέξοδη διαδικασία του Όσλο. Η παλαιστινιακή ηγεσία αποδέχτηκε, δήθεν ως μεταβατική διευθέτηση προς ένα παλαιστινιακό κράτος, μια τριμερή δομή κατοχής στη Δυτική Όχθη. Από το συνολικό έδαφος, η Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) θα ήλεγχε το 3% (Περιοχή Α), οι Ισραηλινοί θα ήλεγχαν το 70% (Περιοχή Γ) και το υπόλοιπο θα διοικούνταν από κοινού από την ΠΑ και τους Ισραηλινούς. Το Ισραήλ ήλεγχε επίσης όλους τους υπόγειους πόρους, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν στη διακριτική τους ευχέρεια αν οι Παλαιστίνιοι θα είχαν νερό ή ενέργεια. Είναι προφανές ότι ο αριθμός των εποίκων υπερδιπλασιάστηκε την πρώτη δεκαετία του Όσλο. Το πρώτο πράγμα που έκανε η ισραηλινή κυβέρνηση μετά την υπογραφή του Όσλο ήταν να ξεκινήσει ένα νέο πρόγραμμα οικοδόμησης οικισμών.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω εδραίωση της ισραηλινής αρχιτεκτονικής του κατακερματισμού και της διαίρεσης του παλαιστινιακού πληθυσμού. Όχι μόνο η Δυτική Όχθη και η Γάζα ήταν διαχωρισμένες, ενώ η διέλευση της Πράσινης Γραμμής γινόταν όλο και πιο δύσκολη, αλλά ακόμη και εντός της Δυτικής Όχθης οι ισραηλινές αρχές μπορούσαν να διακόψουν τις μετακινήσεις μεταξύ διαφορετικών περιοχών σε ανύποπτο χρόνο. Όλα όσα συνέβησαν από τότε, από τη χάραξη της Δυτικής Όχθης με δρόμους εποίκων, τη βίαιη καταστολή της Δεύτερης Ιντιφάντα, την «απόσυρση» από τη Λωρίδα της Γάζας, τον υποστηριζόμενο από το Ισραήλ εμφύλιο πόλεμο μεταξύ της Φατάχ και της Χαμάς, τον αποκλεισμό της Γάζας, τις επανειλημμένες ισοπεδώσεις της Γάζας, το διαρκώς επεκτεινόμενο πρόγραμμα εποικισμών, έτειναν να εδραιώσουν ακόμη περισσότερο τη διχοτόμηση και τον κατακερματισμό του παλαιστινιακού λαού.

Καθ’ όλη τη διάρκεια, η Παλαιστινιακή Αρχή επέτρεψε τον κατακερματισμό της αντίστασης, καθώς μετατράπηκε γρήγορα σε μια διεφθαρμένη, συντηρητική δύναμη, εξαρτώμενη από το κράτος του Ισραήλ και πρόθυμη να τιμωρήσει όσους διαμαρτύρονται για τις ισραηλινές πολιτικές. Η ηγεσία της ΠΑ υπό τον Μαχμούντ Αμπάς χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από μικροπρεπή δεσποτισμό, όπως στην πρόσφατη δολοφονία του επικριτή του καθεστώτος Νιζάρ Μπάνατ, η οποία έγινε μετά από χρόνια που οι δυνάμεις ασφαλείας της ΠΑ τρομοκρατούσαν τον Μπάνατ και την οικογένειά του, πυροβολώντας το σπίτι του με αληθινές σφαίρες και πραγματοποιώντας τακτικές επιθέσεις.

Είναι απόλυτα λογικό, σε αυτή την ιστορία της αντίστασης ενάντια στον κατακερματισμό, η Ιντιφάντα της Ενότητας του Μαΐου να γίνει η αντίσταση του Ιουνίου ενάντια στην ΠΑ. Μετά τη δολοφονία του Μπάνατ –ακόμη και η επίσημη νεκροψία παραδέχτηκε ότι ήταν χτυπημένος στο κεφάλι, το στήθος, το λαιμό, τα πόδια και τα χέρια: νεκρός μέσα σε μια ώρα από τη σύλληψή του– οι αρχικές διαμαρτυρίες διήρκεσαν για πέντε συνεχόμενες ημέρες. Δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι σε ΜΚΟ που συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες ξυλοκοπήθηκαν από δυνάμεις ασφαλείας της ΠΑ με πολιτικά. Ορισμένοι δημοσιογράφοι έσκισαν τις δημοσιογραφικές τους ταυτότητες σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη προστασίας. Το Παλαιστινιακό Λαϊκό Κόμμα αποσύρθηκε από τους μηχανισμούς, οπότε η ΠΑ έχασε τον Υπουργό Εργασίας της. Όλο και περισσότερο φέουδο όχι απλώς της Φατάχ αλλά μιας μικρής κλίκας στο εσωτερικό της που ζει με τις ευλογίες του κράτους των εποίκων, οι εκλογές της ΠΑ στις οποίες ο Μπάνατ είχε δηλώσει την πρόθεσή του να θέσει υποψηφιότητα αναβλήθηκαν επανειλημμένα. Ο Αμπάς κουνάει τώρα τη σημαία της ελευθερίας για να πει ότι οι εκλογές θα ήταν απαράδεκτες χωρίς να μπορούν να ψηφίσουν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, ενώ το Ισραήλ εκτελεί τις εντολές του (τέτοιες περίεργες ανατροπές είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ισραηλινής εξουσίας) αρνούμενο να τους δώσει το δικαίωμα ψήφου, ώστε να έχει την πρόφαση να κυβερνά για λογαριασμό του Ισραήλ χωρίς να τον σαρώνει η δημοκρατική λογοδοσία. Μια μορφή κυριαρχίας δημιουργεί γόνιμο έδαφος για άλλες. Το απαρτχάιντ και η απολυταρχία χρειάζονται το ένα το άλλο.

Αυτή είναι, μαζί με πολλούς αχρείους και στο εξωτερικό, η συμμαχία συμφερόντων εναντίον της οποίας αντιπαρατίθεται η παλαιστινιακή εργασία. Παλαιστίνιοι μελετητές όπως ο Adam Hanieh, ο Toufic Haddad και ο Kareem Rabie σκιαγραφούν μια εντυπωσιακή εικόνα. Μια τάξη ενοικιαστών καπιταλιστών της Δυτικής Όχθης, που εμπορεύεται σε μεγάλο βαθμό το χρέος από τη δημιουργία μιας εθνικής αγοράς ενυπόθηκων δανείων το 1996, δημιουργεί συμμαχίες με επενδυτές του Κόλπου και ισραηλινό κεφάλαιο για να σχεδιάσει νέες πόλεις όπως η Ραουάμπι και «Αναγνωρισμένες Βιομηχανικές Ζώνες» (QIZ / Qualifying Industrial Zones) όπως αυτή της Τζενίν, όπου τα συνδικάτα και οι εταιρικοί φόροι καταργούνται. Στο πρόγραμμα της ΠΑ του 2009 «Τερματισμός της κατοχής, εγκαθίδρυση του κράτους», αυτή η πορεία αναπαρίσταται με όρους που αποτυπώνουν απόλυτα την τραγική μετατόπιση από την εποχή του Μπαντούνγκ2 στην εποχή του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού: η επαναστατική πορεία προς τη νίκη είναι ένα μέλλον που ανήκει στο παρελθόν, ένας ορίζοντας που έχει κλείσει, και τώρα η δημιουργία μιας εθνικής οικονομίας με μια ισχυρή εγχώρια καπιταλιστική τάξη προσφέρει τη μόνη διέξοδο από την ατελείωτη υποβάθμιση.

Πρόκειται για μια λανθασμένη διαδρομή, αφού ακόμη και το κεφάλαιο κυκλοφορεί απόλυτα με τους όρους του αποικιοκράτη. Αρθρώνει μαζί εθνικούς και ταξικούς αγώνες, αφού η πιο κομψή γωνιά της Ραμάλλα κατοικείται από κρατικούς και ημι-ιδιωτικούς Παλαιστίνιους καπιταλιστές, οι οποίοι εξαγοράζουν την ευημερία με την προσπάθεια του Ισραήλ να εξομαλύνει και να διαιωνίσει το στρατιωτικό status quo: Παλαιστινιακή ευημερία για να καταστείλει τα αιτήματα για ελευθερία και σημεία ελέγχου για να παρενοχλεί και να πειθαρχεί το εργατικό δυναμικό σε κάθε QIZ επίσης, έτσι ώστε να μην πρόκειται για μια οριζόντια παλαιστινιακή ευημερία, που θα βιώνεται εξίσου από όλους. Όμως, στη Δυτική Όχθη, όπως και στο ισραηλινό κράτος, αυτό το παρασιτικό σύστημα γεννάει την κυβερνητική διαφθορά και επικριτές όπως ο Νιζάρ Μπάνατ. Η έκρηξη οργής για τη δολοφονία του έχει έτσι ένα απαραίτητο ταξικό και αντιαποικιακό περιεχόμενο.

 

VI.

Οι πρακτικές του «διαίρει και βασίλευε» του Ισραήλ υποστηρίχθηκαν τα τελευταία χρόνια από την διοίκηση Τραμπ που στήριξε την πιο ρεβανσιστική πτέρυγα του σιωνισμού και από την εγκατάλειψη από τα αραβικά κράτη της ολοένα και πιο εικονικής δέσμευσής τους προς τους Παλαιστίνιους. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Μπάιντεν πρόκειται να αποκλίνει σημαντικά από τη στάση της διοίκησης Τραμπ. Ωστόσο, η παλαιστινιακή εθνική συνείδηση συνεχίζει να λειτουργεί ως μια υλική υποδομή μακριά από το Ισραήλ και τους εξαρτημένους υποτελείς του στη Δυτική Όχθη, όχι σε μικρό βαθμό λόγω των υποτιμημένων ταξικών ικανοτήτων της. Ικανότητες που διαμορφώνονται διακριτά μέσα και ενάντια στο ειδικά αποικιοκρατικό περίγραμμα της ταξικής δομής της Παλαιστίνης.

Ένας από τους παράγοντες που οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας νέας ταξικής συνείδησης, η οποία ξεφεύγει από τον καντονοποίηση που επιβάλλει το Ισραήλ και επιτηρεί η ΠΑ, ήταν η αυξανόμενη απομάκρυνση της ΠΑ και των πιστών συνδικαλιστικών ηγεσιών από τη βάση. Η εξάρτηση της ΠΑ από την ισραηλινή χρηματοδότηση και το ισραηλινό κεφάλαιο την έχει αφήσει να υπόκειται στα πρότυπα της λιτότητας και της χρηματιστικοποίησης που επικρατούν σε όλο το Ισραήλ, καθώς αγωνίζεται να ανταποκριθεί στις δημοσιονομικές της υποχρεώσεις, υποστηρίζοντας παράλληλα μια εθνική αστική τάξη.

Από το 2012, οι εκπαιδευτικοί έχουν συμμετάσχει σε μια σειρά άγριων απεργιών, συντονισμένων από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εναντίον των Παλαιστινιακών Αρχών για τους χαμηλούς μισθούς και τη χρηματιστικοποίηση των συντάξεων. Ούτε ο θύλακας της Γάζας, υπό την ηγεσία της Χαμάς, έχει γλιτώσει από την ίδια μαχητικότητα, καθώς οι εκπαιδευτικοί απεργούσαν το 2018 ενάντια στη συστηματική υποπληρωμή των μισθών. Ένας άλλος παράγοντας είναι η ριζοσπαστικοποίηση του Ισραήλ προς τα δεξιά. Τον Οκτώβριο του 2018, εργαζόμενοι σε όλη τη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και το Ισραήλ απεργούσαν και διαδήλωναν από κοινού εναντίον του ρατσιστικού νόμου περί έθνους-κράτους και της μεταφοράς της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, προαναγγέλλοντας την αλληλεγγύη που παρατηρήθηκε μετά την καταστολή στο Σέιχ Τζάρραχ.

Η υποδομή της Παλαιστινιακής εθνικής αντίστασης –που πλέον τέμνει εγκάρσια τις υπάρχουσες αγκυλωμένες δομές εξουσίας και επικοινωνίας, ανοίγοντας κλειστές προηγουμένως πηγές αντίστασης– επιβιώνει επειδή ο Σιωνισμός, σε πείσμα του εαυτού του, υπονομεύοντας την προσπάθειά του για εξόντωση, δεν έπαψε να παράγεται και να αναπαράγεται μέσω της εξαναγκαστικής, τρομοκρατούμενης εργασίας της Παλαιστινιακής εργατικής τάξης.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Salvage Editorial Collective, “Palestinian Labour, Unconquered”, Salvage, 10 Αυγούστου 2021, https://salvage.zone/articles/palestinian-labour-unconquered/. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 14 Αυγούστου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7267.

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Από το όνομα του ακροδεξιού Ραβίνου Μέιρ Καχάνε (βλ και πιο κάτω στο κείμενο). Ο Καχάνε, ο οποίος μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 ζούσε στις ΗΠΑ, όπου και αγωνιζόταν να πείσει τους Αμεριανοεβραίους να υποστηρίξουν τον πόλεμος το Βιετνάμ. Οι θέσεις του Καχάνε θεωρήθηκαν εξτρεμιστικές, ακόμα και για την σιωνιστική άκρα δεξιά και οι δράσεις του θεωρήθηκαν επικίνδυνες ακόμα και για τις ΗΠΑ (τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον αραβικών και σοβιετικών διπλωματικών στόχων, για τις οποίες όμως δεν τιμωρήθηκε). Ο Καχανέ πήγε στο Ισραήλ όπου ίδρυσε δικό του κόμμα και κέρδισε έδρα στην Κνεσέτ. Ζητούσε την επιβολή της πιο αυστηρής εκδοχής του ιουδαϊκού νόμου καθώς επίσης και την εκδίωξη όλων των Παλαιστινίων από την Παλαιστίνη. Προετοίμαζε επίσης τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον Παλαιστινίων, λλά και εναντίον ξένων διπλωματών, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τις ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες πολλές φορές προσπάθησαν να άρουν τη βουλευτική του ασυλία. Σε μια επίσκεψή του στο Μπρούκλιν το 1990, σκοτώθηκε από τον Αιγύπτιο ισλαμιστή Ελ Σαγιέντ Νοσάιρ.

2 [Σ.τ.Μ.:] Αναφορά στο Συνέδριο του Μπαντούνγκ (Απρίλιος 1955, Ινδονησία), στο οποίο συμμετείχαν 29 χώρες, οι περισσότερες από τις οποίες μόλις είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους. Οι στόχοι του συνεδρίου ήταν η ολοκλήρωση της αποαποικιοποήσης και η ανεξάρτητη οικονομική ανάπτυξη και συνεργασία των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 24 Αυγούστου 2021 21:31

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.