Τρίτη, 11 Ιουνίου 2024 20:22

Η προέλευση της εγκληματικής δυναστείας Άσαντ

Ο Άσαντ μετέτρεψε τη χώρα σε ερείπια για να καταστείλει την επανάσταση. Αφίσα του Σύριου δικτάτορα στην ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς Χομς, 23 Μαΐου 2021. Φωτογραφία: Omar Sanadiki / Reuters.

 

 

Το άρθρο έχει γραφτεί πριν από 7 χρόνια, το καλοκαίρι 2017.

 

 

Omar Hassan

 

Η προέλευση της εγκληματικής δυναστείας Άσαντ

 

 

«Μπασάρ, είσαι ψεύτης

Στο διάολο εσύ και η ομιλία σου [που υπόσχεται μεταρρυθμίσεις]

Η ελευθερία είναι πολύ κοντά

Ώρα να φύγεις, Μπασάρ.

Μάχερ [αδελφός του Μπασάρ] είσαι δειλός.

Και πράκτορας των Αμερικανών.

Ο συριακός λαός δεν θα ταπεινωθεί,

Ώρα να φύγεις, Μπασάρ».

Γιάλλα Ίρχαλ Για Μπασάρ (Ώρα να φύγεις, Μπασάρ) γραμμένο από τον αείμνηστο Ιμπραχίμ Κασούς, ο οποίος δολοφονήθηκε βάναυσα από το καθεστώς στις 4 Ιουλίου 2011.

 

 

Η συριακή επανάσταση υπήρξε το πιο διχαστικό ζήτημα για την διεθνή αριστερά εδώ και δεκαετίες. Η υποστήριξη για παρόμοιες εξεγέρσεις στην Τυνησία, την Αίγυπτο και αλλού ήταν σχεδόν ομόφωνη, αλλά πολλοί δίσταζαν να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στα κινήματα στη Λιβύη και τη Συρία. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι μαζί με το Ιράν, το συριακό καθεστώς είναι το τελευταίο οχυρό ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό στην περιοχή και θα πρέπει να υποστηριχθεί σε αυτή τη βάση. Άλλοι υποστήριξαν αρχικά τα λαϊκά αιτήματα για δημοκρατικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αλλά τώρα επιμένουν να υπερασπίζονται το καθεστώς ως απαραίτητο, αν και ανεπαρκές, αντιιμπεριαλιστικό αντίβαρο στους Αμερικανούς.

Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς αριστερούς στην υιοθέτηση θέσεων που αμφισβητούν τη δράση και το επαναστατικό δυναμικό του συριακού λαού και έχει κάνει πολλούς να διατυπώνουν βαθιά ισλαμοφοβικά επιχειρήματα για να απαξιώσουν τις δυνάμεις εναντίον του Άσαντ στo έδαφος.

Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να εξηγήσει γιατί αυτό αποτελεί θεμελιώδη προδοσία της πιο βασικής αρχής της αριστεράς, που είναι η υποστήριξη των αγώνων των εργαζομένων και των καταπιεσμένων για οικονομικά και πολιτικά δικαιώματα. Αυτό έχει γίνει αλλού, κυρίως στο εξαιρετικό βιβλίο των Λέιλα Αλ-Σάμι και Ρόμπιν Γιασσίν-Κάσσαμπ, Φλεγόμενη Χώρα: Οι Σύριοι στην Επανάσταση και τον Πόλεμο[1].

Αντίθετα, επιδιώκω εδώ απλώς να αποκαταστήσω ορισμένα βασικά γεγονότα σχετικά με το συριακό καθεστώς Μπά’αθ, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην πιο «ριζοσπαστική» του περίοδο. Υποστηρίζω ότι το Μπά’αθ δεν ήταν ποτέ σοσιαλιστικό και ότι ο Χάφεζ αλ-Άσαντ δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την υπόθεση του αραβισμού, του σοσιαλισμού ή της απελευθέρωσης των Παλαιστινίων. Για να το πετύχω αυτό, θα διερευνήσω τις συνθήκες της ανόδου του στην εξουσία και τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα της μετέπειτα παρέμβασής του στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου.

Για όσους δεν χρειάζονται να πειστούν σε αυτά τα ζητήματα, ελπίζω ότι αυτό το άρθρο μπορεί να προσθέσει κάτι στις ιστορικές τους γνώσεις σχετικά με την τελευταία περίοδο ριζοσπαστικοποίησης και επανάστασης στη Μέση Ανατολή.

 

Η προέλευση του συριακού κράτους

Το κράτος που είναι γνωστό ως Συρία είναι ένα σύγχρονο και σχετικά ασταθές φαινόμενο. Οι ιστορικές του ρίζες μπορούν να εντοπιστούν στον διοικητικό μηχανισμό που απαιτούνταν για τη διοχέτευση των φόρων από την περιοχή στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ο οποίος στη συνέχεια καταλήφθηκε και τροποποιήθηκε από τους Γάλλους.[2] Το συριακό κράτος, το οποίο δεν είναι το αποτέλεσμα ενός αγώνα για εθνική ενότητα και ανεξαρτησία, προέκυψε ως προϊόν του ακριβούς αντιθέτου του – της αποικιοκρατίας και της γεωγραφικής διαίρεσης. Η περιοχή που ήταν γνωστή ως Μεγάλη Συρία κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας περιελάμβανε προηγουμένως τον σημερινό Λίβανο, την Ιορδανία, τη Συρία, την Παλαιστίνη και το νότιο τμήμα της Τουρκίας. Κατά τη δημιουργία του σύγχρονου κράτους της Συρίας, οι Γάλλοι δεν έλαβαν υπόψη τους τα προϋπάρχοντα δίκτυα φυλετικών, οικονομικών και θρησκευτικών δεσμών. Κατά συνέπεια, το συριακό κράτος αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες στην ανάπτυξη μιας πραγματικά εθνικής ταυτότητας.

Αν η συμφωνία Σάικς-Πικό δημιούργησε ένα απλό κέλυφος έθνους στη Συρία, οι δεκαετίες διαίρεσης και κυριαρχίας των Γάλλων την κράτησαν έτσι. Το ευρύ φάσμα θρησκευτικών, εθνοτικών και πολιτιστικών ομάδων που ανταγωνίζονταν για επιρροή και προστασία απειλούσε να διαλύσει το νεοσύστατο κράτος. Αυτό διευκολύνθηκε από τους Γάλλους,[3] οι οποίοι θέσπισαν αυτοδιοίκηση για επαρχίες όπως η Τζάμπαλ αλ-Ντρούζι (Δροιζικά Όρη) και η Λατάκεια (επαρχία κυρίως Αλαουιτών), στις οποίες κυριαρχούσαν αντίστοιχες μειονοτικές ομάδες. Αυτά τα προτεκτοράτα ήταν αδύναμα και οι τοπικές ηγεσίες που προέκυψαν εξαρτώνταν πλήρως από τη γαλλική προστασία για την επιβίωσή τους. Τέτοιες διχαστικές αποικιακές στρατηγικές χρησίμευσαν τόσο για να εδραιώσουν τις κοινοτικές ταυτότητες των μειονοτικών θρησκευτικών ομάδων όσο και για να τις διαχωρίσουν από τις πλειοψηφούσες σουνιτικές κοινότητες που ήταν εχθρικές προς τους Γάλλους και θεωρούσαν αυτές τις συμμαχίες προδοτικές.[4]

Σε μια τελική προσπάθεια να εδραιώσουν την κυριαρχία τους, οι Γάλλοι συνεργάστηκαν με τμήματα της σουνιτικής άρχουσας τάξης, ενισχύοντας τη δύναμη των παραδοσιακών αξιωματούχων και δημιουργώντας έτσι μια αδύναμη αλλά σημαντική αστική τάξη που βασιζόταν στη γεωργία και τη γαιοκτησία.[5] Αυτοί οι γαιοκτήμονες χρησιμοποίησαν με τη σειρά τους το θρησκευτικό σεχταρισμό για να εδραιώσουν την κυριαρχία τους. Ενώ οι μειονότητες ήταν σχετικά ασφαλείς στις αυτόνομες επαρχίες τους, η επακόλουθη συγχώνευση των περιοχών των Αλαουιτών και των Δρούζων στην ίδια τη Συρία το 1936 επέτρεψε στις σουνιτικές ελίτ να έχουν ελεύθερο πεδίο δράσης. Στους Κούρδους απαγορεύτηκε η χρήση της γλώσσας τους και απαγορεύτηκε κάθε πολιτιστική έκφραση, ενώ οι Αλαουίτες θεωρήθηκαν κατάλληλοι μόνο για να είναι υπηρέτες. Οι Δρούζοι και οι χριστιανικές μειονότητες ήταν λίγο καλύτερα. Οι σουνιτικές ελίτ είδαν τον πλούτο και τη δύναμή τους να αυξάνονται εκθετικά κατά την περίοδο αυτή.

Ωστόσο, οι σουνίτες γαιοκτήμονες δεν μπόρεσαν να θεσμοθετήσουν την κυριαρχία τους. Συγκεκριμένα, δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα συγκεντρωτικό κράτος βασισμένο σε αστικούς θεσμούς που θα μπορούσε να κερδίσει την αφοσίωση του πληθυσμού. Οι φυλετικοί και περιφερειακοί δεσμοί παρέμειναν καθοριστικής σημασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου πριν από τον Άσαντ, έτσι ώστε ένας ιστορικός να μπορεί να γράψει: «Όταν η Συρία έγινε ανεξάρτητη το 1946, ήταν από πολλές απόψεις ένα κράτος χωρίς να είναι έθνος-κράτος, μια πολιτική οντότητα χωρίς να είναι πολιτική κοινότητα.»[6]

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα κύμα λαϊκών αγώνων με τη συμμετοχή φοιτητών, εργατών και φτωχών σάρωσε τη Μέση Ανατολή.[7] Το αποκορύφωμα των μαζικών αγώνων σημειώθηκε στο Ιράκ, όπου 300.000 έως ένα εκατομμύριο άνθρωποι διαδήλωσαν την Πρωτομαγιά του 1959, απαιτώντας από το νέο αντιαποικιακό καθεστώς να προσφέρει κοινωνική δικαιοσύνη και πραγματική δημοκρατία.[8] Τα κινήματα αυτά χαρακτηρίζονταν από αγανάκτηση για την κοινωνική και οικονομική στασιμότητα των ημι-φεουδαρχικών αραβικών κοινωνιών και οργή για την ταπεινωτική ήττα των αραβικών στρατών από το Ισραήλ το 1948. Τα κόμματα της αριστεράς βρίσκονταν στο επίκεντρο αυτών των κινημάτων. Τα σημαντικότερα ήταν οι κομμουνιστικές οργανώσεις που ήταν προσκείμενες στη Σοβιετική Ένωση, οι οποίες αυξήθηκαν σημαντικά σε μέγεθος και επιρροή κατά τη διάρκεια αυτών των ετών.

Τα αισθήματα αυτά ήταν έντονα συγκεντρωμένα στο νεοσύστατο στρώμα των δημοσίων υπαλλήλων, των δασκάλων, των δικηγόρων, των γιατρών και των αξιωματικών του στρατού. Συχνά απόφοιτοι των πρώτων δημόσιων σχολείων στις αντίστοιχες χώρες τους, αυτοί οι effendis ήταν διανοούμενοι της μεσαίας τάξης∙ με αρκετή μόρφωση για να γνωρίζουν ότι οι Άραβες υστερούσαν σε σχέση με τη Δύση, και αρκετή φιλοδοξία για να πιστεύουν ότι κατείχαν τη λύση.[9] Ήταν σε θέση να παίξουν αποφασιστικό ρόλο σε χώρες όπως η Συρία, η Αίγυπτος και το Ιράκ, όπου τα κοινωνικά κινήματα ήταν αρκετά ισχυρά για να αποσταθεροποιήσουν τα παλαιά συστήματα διακυβέρνησης, αλλά οι σταλινικοί –επιρεασμένοι από τις θεωρίες των σταδίων της κοινωνικής αλλαγής– αρνήθηκαν να αναλάβουν την εξουσία. Σε αυτό το κενό εισέβαλε το πιο ισχυρό και οργανωμένο τμήμα αυτών των νέων μεσαίων τάξεων –οι αξιωματικοί του στρατού– οι οποίοι κινήθηκαν για να εκθρονίσουν τις παλιές ελίτ των γαιοκτημόνων και να εγκαθιδρύσουν στρατιωτικά καθεστώτα λαϊκίστικου τύπου. Ο Χάφεζ αλ-Άσαντ, ο άνθρωπος που θα κυβερνούσε τη Συρία από το 1970 έως το 2000, ήταν ένας από αυτούς.

Σε αντίθεση με έναν από τους πιο ηλίθιους ισχυρισμούς των Ασαντιστών σήμερα, το κόμμα Μπά’αθ που ήρθε στην εξουσία το 1963 δεν ήταν ποτέ ένα σοσιαλιστικό κόμμα της εργατικής τάξης. Μάλλον ήταν ένα κόμμα της μορφωμένης κατώτερης μεσαίας τάξης, και μάλιστα σχετικά μικρό, με μόλις πάνω από 400 μέλη όταν ανέβηκε στην εξουσία το 1963.[10] Αυτό το στρώμα ήταν βαθιά εχθρικό προς τα κληρονομικά προνόμια των καθυστερημένων σουνιτικών ελίτ και επιδίωκε μια πιο ισότιμη και αξιοκρατική κατανομή της εξουσίας και των ευκαιριών. Για οικονομικούς λόγους πολλοί άνθρωποι αυτού του τύπου βρέθηκαν συγκεντρωμένοι στις τάξεις του συριακού στρατού, ο οποίος ήταν ανοιχτός τόσο στις μειονότητες όσο και στους φτωχότερους ανθρώπους με τρόπο που δεν ήταν το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.

Ένας πρόσθετος παράγοντας που εξηγεί αυτή την πορεία είναι η φύση της ίδιας της μεσαίας τάξης. Χωρίς τη δύναμη της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, οι μεσαίες τάξεις είναι σχετικά ανίσχυρες απέναντι στη δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος. Έτσι, τείνουν να στρέφονται προς το κράτος, το οποίο γίνεται γι’ αυτούς «το προπύργιο της εθνικής ανεξαρτησίας και... το βασικό όργανο πολιτικής και οικονομικής δράσης».[11] Στη Συρία η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε από το γεγονός ότι τα γεγονότα μετά τη γαλλική αποχώρηση το 1946 είχαν ενισχύσει ακόμη περισσότερο το στρατό∙ μια σειρά από πραξικοπήματα στα οποία κάθε νέος ηγέτης επέκτεινε το στρατιωτικό μηχανισμό ως μέσο ενίσχυσης των δυνάμεών του, με αποκορύφωμα την πλήρη κυριαρχία του στρατού πάνω σε κάθε άλλη πτυχή της κοινωνίας. Αυτό θα είχε επίσης επιπτώσεις στη μετέπειτα σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών πτερύγων του κόμματος Μπά’αθ και της στρατιωτικής κλίκας υπό την ηγεσία του Άσαντ.

Οι πολιτικές του πρώιμου Μπά’αθ αντανακλούσαν τις επιθυμίες των τάξεων που εκπροσωπούσε το κόμμα. Υιοθέτησαν τη στρατηγική της λαϊκίστικης ανάπτυξης, η οποία ορίζεται ως η έντονη εμπλοκή του κράτους στην οικονομία, η δημιουργία κορπορατιστικών θεσμών για την ενεργοποίηση των υποτελών τάξεων και η εκλεκτικιστική χρήση της αριστερής ορολογίας.[12] Εθνικοποίησαν τμήματα της βιομηχανίας, επένδυσαν σε μεγάλο βαθμό σε πρωτογενείς υποδομές και επιδίωξαν να εκβιομηχανίσουν και να εκσυγχρονίσουν τη Συρία. Ίσως η πιο σημαντική από αυτές τις πολιτικές ήταν η πολιτική υποχρεωτικής διανομής γης, οι οποία έθεσε ανώτατα όρια στην ιδιοκτησία γης και τις επιδοτούμενες πωλήσεις της πλεονάζουσας γης σε φτωχούς αγρότες. Πριν από αυτό η Συρία υπέφερε από μια από τις πιο άνισες κατανομές γης στη Μέση Ανατολή:

Μέχρι το 1950, οι ιδιοκτήτες οικοπέδων άνω των 100 στρεμμάτων αποτελούσαν λιγότερο από το 1% του γεωργικού πληθυσμού, αλλά κατείχαν το ήμισυ της καλλιεργήσιμης γης, ενώ το 60% του γεωργικού πληθυσμού δεν κατείχε καθόλου γη.[13] Το Μπά’αθ ήλπιζε ότι η μεταρρύθμιση αυτής της φρικτής κατάστασης θα οδηγούσε σε αύξηση της παραγωγικότητας των αγροτικών ζωνών, η οποία σε συνδυασμό με την υπό κρατική καθοδήγηση αστική εκβιομηχάνιση θα αναβάθμιζε τη χώρα στο σύνολό της.

Αυτές οι λαϊκιστικές πολιτικές βοήθησαν επίσης το Μπά’αθ να εδραιώσει μια βάση μεταξύ των εργατών, των αγροτών και των φτωχών. Τα πρώτα χρόνια η κυβέρνηση αύξησε σημαντικά τους μισθούς και παρείχε επιδοτήσεις σε τρόφιμα και βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Οι εδαφικές μεταρρυθμίσεις διεύρυναν μαζικά την τάξη των φτωχών αγροτών, οι οποίοι χρωστούσαν την ύπαρξή τους στον κεντρικό έλεγχο των τιμών που διαχειριζόταν το κράτος. Κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί και για την εθνικοποίηση βασικών βιομηχανιών και την παροχή κοινωνικής πρόνοιας στην εργατική τάξη και τους φτωχούς. Ενώ το έκαναν αυτό, οι Μπααθιστές μπορούσαν να αρθρώσουν μια ριζοσπαστική εθνικιστική και ακόμη και «σοσιαλιστική» ρητορική, η οποία φαινόταν να ενώνει τα συμφέροντα της ανυπόμονης μεσοαστικής διανόησης, του προλεταριάτου και των φτωχών.[14] Η περίοδος μεταξύ 1963 και 1970 σημαδεύτηκε από αναταραχές στο εσωτερικό του κόμματος Μπα’αθ, αλλά εν μέσω των διαφόρων δολοπλοκιών, προδοσιών και ελιγμών, μια αριστερή πορεία ήταν εμφανής.[15]

Αποκορύφωμα ήταν η διακυβέρνηση του Σάλαχ Τζαντίντ, ενός ηγέτη γνωστού για τις σταλινικές του συμπάθειες και για την υποστήριξη της μαχητικής στρατηγικής ενός «λαϊκού απελευθερωτικού πολέμου» κατά του Ισραήλ. Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας το 1966, ο Τζαντίντ εισήγαγε μια σειρά από ριζοσπαστικά οικονομικά μέτρα. Αυτά περιλάμβαναν την εθνικοποίηση περαιτέρω τμημάτων της οικονομίας και την έναρξη του έργου του φράγματος του Ευφράτη, το οποίο προβλεπόταν να αποτελέσει τη βάση για αυτό που ο Χίννεμπους αποκάλεσε «μπααθικό αγροτικό σοσιαλισμό». Ο Τζαντίντ περιόρισε περαιτέρω το μέγιστο ποσό γης που μπορούσε να κατέχει νόμιμα κάθε άτομο και μέχρι το 1970 είχε εθνικοποιήσει όλη την πλεονάζουσα γη.[16] Το αποτέλεσμα αυτού φαίνεται στον Πίνακα 1: μια μαζικά διευρυμένη τάξη αγροτών και μια απότομη μείωση του αριθμού και της δύναμης της γαιοκτημονικής αστικής τάξης. Τέλος, οι Μπααθιστές οδήγησαν το εκπαιδευτικό σύστημα σε μια νέα και πιο σύγχρονη κατεύθυνση, θέτοντας τα ιδιωτικά σχολεία υπό κρατικό έλεγχο, χτίζοντας εκατοντάδες νέα ιδρύματα και δίνοντας έμφαση στη σημασία της επιστήμης και της εφαρμοσμένης μηχανικής.

 

Πίνακας 1 – Αλλαγές στην ταξική δομή της Συρίας, 1960-1970

1960

1970

#

%

#

%

Βιομηχανική και εμπορική αστική τάξη

19.750

2,2

10.890

0,7

Αγροτική αστική τάξη

39.640

4,5

8.360

0,6

Μισθωτή μεσαία τάξη

132.530

15

234.930

16

Παραδοσιακή μικροαστική τάξη

111

12,5

216.090

14,7

Εργατική τάξη

159.720

17,9

257.380

17,6

Μικρή αγροτιά

243.460

27,4

608.540

41,5

Αγροτικό Προλεταριάτο

182.720

20,5

130.540

8,9

Πηγή: Longuenesse, 1974 στο Hinnebusch 1990∙ 142

 

Ενώ η λαϊκή απήχηση αυτών των πολιτικών δεν αμφισβητήθηκε, δημιουργούσαν έντονες αντιδράσεις. Η Συρία απομονώθηκε στην περιοχή μετά τον πόλεμο του 1967, καθώς κατηγόρησε για την ήττα των αραβικών στρατών τις «αντιδραστικές» αραβικές μοναρχίες.[17] Κατά συνέπεια, η αναγκαία οικονομική βοήθεια από τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και τη Λιβύη παρακρατήθηκε.[18] Στο εσωτερικό μέτωπο υπήρχαν επίσης δυσκολίες με την οικονομική στασιμότητα, το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο και την αυξανόμενη αντίδραση των καπιταλιστών.[19] Οι γαιοκτήμονες εξεγέρθηκαν κατά της μεταρρύθμισης της γης. Οι έμποροι αντιδρούσαν στην αυξανόμενη παρέμβαση του κράτους στο εμπόριο στις πόλεις και στους περιορισμούς που τέθηκαν στις δυνατότητες εμπορικών κερδών που είχαν. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη γύρω από τα τζαμιά αναγνώρισε τον μπααθικό κοσμικό χαρακτήρα ως επίθεση στην προνομιακή κοινωνική της θέση και αντιπαθούσε τις μεθόδους της κοσμικής εκπαίδευσης. Όλοι θεωρούσαν αιρετική την ηγετική θέση που κατείχαν στο κόμμα οι Αλαουίτες, οι Δρούζοι και σε μικρότερο βαθμό οι Χριστιανοί. Συνδεδεμένες μεταξύ τους μέσω θρησκευτικών και οικονομικών δικτύων, οι τάξεις αυτές βρήκαν πολλά κοινά στοιχεία εκείνη την περίοδο και σχημάτισαν ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στις ριζοσπαστικές πολιτικές των Μπααθιστών.

Το «διορθωτικό κίνημα» του Άσαντ υποχωρεί

Αντιμέτωπη με αυτές τις προκλήσεις, η «ριζοσπαστική δημοκρατία» αναγκάστηκε να κάνει μια δύσκολη επιλογή. Οι κρατικοί διαχειριστές μπορούσαν είτε να βαθύνουν τον αγώνα εναντίον της παλιάς τάξης πραγμάτων, λαμβάνοντας όλο και πιο ριζοσπαστικά μέτρα για τη δήμευση του πλούτου και την αμφισβήτηση του ιμπεριαλισμού, είτε να συμφιλιωθούν με την περιφερειακή τάξη πραγμάτων και να περιορίσουν τα λαϊκίστικα μέτρα πρόνοιας. Στη Συρία, το πραξικόπημα του Άσαντ εναντίον του Τζαντίντ το 1970 σηματοδότησε την αποφασιστική στροφή από τον ριζοσπαστικό λαϊκισμό προς έναν γραφειοκρατικό αυταρχισμό.[20] Αυτό ήταν η αφετηρία για μια διαδικασία συμβιβασμού και προσαρμογής τόσο με την ντόπια καπιταλιστική τάξη όσο και με τις περιφερειακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ενώ το σύνταγμα του 1973 κατοχύρωνε τον σοσιαλισμό ως αρχή του νέου καθεστώτος, ήταν εξαρχής φανερό ότι η πολιτική του Άσαντ ήταν να συμφιλιώσει την κυβέρνηση με τις αναπτυσσόμενες δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Έφτασε να περιγράφει την άνοδό του στην εξουσία ως ένα «διορθωτικό κίνημα», ένα μέσο για τη διάσωση της Συρίας από τις ανεύθυνες και «εξτρεμιστικές» πολιτικές που εισήγαγε ο προκάτοχός του.[21] Αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας ο Άσαντ έστειλε ένα σαφές μήνυμα στις αστικές ελίτ ότι αντιτίθεται στις ριζικά κρατικιστικές πολιτικές των προκατόχων του. Οι νέες πολιτικές του στόχευαν στην ενσωμάτωση βασικών τμημάτων του αστικού κατεστημένου, ιδίως των εμπορικών και επιχειρηματικών πτερύγων του που είχαν την έδρα τους στις μεγάλες πόλεις της Δαμασκού και του Χαλεπιού.[22] Αν και η πλειοψηφία όλων των επενδύσεων συνέχισε να διοχετεύεται μέσω του κράτους, δόθηκε χώρος στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να αποκομίσουν μεγάλα κέρδη από το εμπόριο καταναλωτικών αγαθών υψηλής ποιότητας και την εκτέλεση κυβερνητικών συμβάσεων. Με αυτόν τον τρόπο καθιερώθηκε στη Συρία ένας ημιεπίσημος καταμερισμός εργασίας μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα: κερδοφόρες βιομηχανίες και εμπόριο για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ενώ οι μεγάλης κλίμακας (και σχετικά μη κερδοφόρες) υποδομές και οι πρωτογενείς βιομηχανίες θα επιβλέπονταν από το κράτος. Αυτός ήταν ένας συμβιβασμός που ωφέλησε και τα δύο μέρη και οδήγησε σε μια διαρκή συμμαχία μεταξύ του Άσαντ και της εμπορικής τάξης της Δαμασκού και τoυ Χαλεπιού.

Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν ήταν απλώς μια αντιστροφή των οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων των προηγούμενων ετών. Ο Άσαντ προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τη νέα του θέση εξουσίας για να διευκολύνει τη δημιουργία μιας ευρείας κοινωνικής βάσης που θα εξασφάλιζε μια σταθερή διακυβέρνηση. Οι κρατικοί αξιωματούχοι καλλιέργησαν ενεργά συμμαχίες με μια νέα τάξη υπερπλούσιων επιχειρηματιών από τα αστικά κέντρα, δημιουργώντας μια «νέα τάξη» καπιταλιστών. Αυτή η τάξη στηρίχθηκε στις προσωπικές σχέσεις με το καθεστώς για να κερδίσει προσοδοφόρα κρατικά συμβόλαια και επιδοτήσεις, τα οποία με τη σειρά τους μπορούσαν να μεταβιβάσουν σε άλλους.[23] Αυτή η διαδικασία δημιούργησε δίκτυα περιουσιών που εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τις προσωπικές χάρες του καθεστώτος, αυτό που ορισμένοι έχουν αποκαλέσει «στρατιωτικό-εμπορικό σύμπλεγμα».[24] Ο Άσαντ μπορούσε έτσι να «ευχαριστήσει και να χαιρετίσει ειλικρινά το Εμπορικό Επιμελητήριο και τους εμπόρους της Δαμασκού για τα πατριωτικά τους αισθήματα... και την αφοσίωσή τους στο εθνικό συμφέρον». Η υποστήριξή τους ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή του κατά τη διάρκεια της γενικευμένης εξέγερσης των πόλεων υπό την ηγεσία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και με αποκορύφωμα την 27ήμερη πολιορκία της Χάμα το 1982 και τη σφαγή πιθανώς πάνω από 10.000 ανθρώπων, και παραμένει ζωτικής σημασίας για την εξουσία του γιου του σήμερα.[25]

Στις πρώτες μέρες της μετα-αποικιακής επέκτασης το καθεστώς μπορούσε να καλλιεργήσει μια αστική βάση υποστήριξης, παρέχοντας ταυτόχρονα οφέλη σε άλλες τάξεις. Αυτό το έκανε με διάφορους τρόπους που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες συγκεκριμένων ομάδων. Αρχικά, το καθεστώς ανέπτυξε έναν τεράστιο διοικητικό μηχανισμό που στελεχωνόταν από ένα σχετικά προνομιούχο στρώμα εργαζομένων της μεσαίας τάξης και των υπαλλήλων γραφείων. Οι θέσεις στα κατώτερα κλιμάκια της γραφειοκρατίας χρησιμοποιήθηκαν επίσης από τις ελίτ για να επεκτείνουν τις εξυπηρετήσεις και να ενισχύσουν τη βάση τους.[26] Ως εκ τούτου, μεταξύ 1970 και 1983 η συνεισφορά του δημόσιου τομέα στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν αυξήθηκε κατά 50%, ενώ όλες οι άλλες κατηγορίες παρέμειναν λίγο πολύ σταθερές.[27] Μέχρι το 1982 η Συρία διέθετε επίσης 440.000 δημόσιους υπαλλήλους, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται η αστυνομία, ο στρατός και διάφοροι άλλοι οργανισμοί ασφαλείας.[28] Πολιτικά αυτό δημιούργησε μια κατάσταση κατά την οποία τα κατώτερα και τα ανώτερα κλιμάκια της γραφειοκρατίας συνδέονταν ιδεολογικά και υλικά για την υπεράσπιση του δημόσιου τομέα και, επομένως, του καθεστώτος που τους απασχολούσε.

Η κυβέρνηση του Άσαντ διαδραμάτισε επίσης κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη της ίδιας της βιομηχανίας, η οποία αποτελεί πηγή ευκαιριών απασχόλησης και πολιτικού κύρους. Οι επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας ήταν ζωτικής σημασίας για να μπορέσει το καθεστώς να κάνει βήματα προς τον «εκσυγχρονισμό», απορροφώντας παράλληλα σημαντικό αριθμό ανέργων. Αλλά παρείχαν και πολιτικά οφέλη∙ «η απλή δημιουργία ενός έργου αποτελεί από μόνη της πολιτικό στόχο, παρέχοντας “σύγχρονες” ευκαιρίες απασχόλησης, εκταμιεύοντας μισθούς και ημερομίσθια και αναδεικνύοντας τον ρόλο του κράτους».[29] Την περίοδο αυτή η κυβέρνηση του Άσαντ διατηρούσε επίσης άμεση βοήθεια προς τους φτωχούς, κυρίως με τη μορφή επιδοτήσεων σε εγχώρια παραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες.[30] Οι κρατικές δαπάνες χρησιμοποιήθηκαν έτσι ως μέσο ενσωμάτωσης μιας σειράς κοινωνικών τάξεων για την υποστήριξη του καθεστώτος Άσαντ. Είναι σημαντικό, ωστόσο, ότι η ενσωμάτωση αυτή ήταν αυστηρά οικονομική∙ δεν συνεπαγόταν πολιτικά δικαιώματα ή επιρροή στην πολιτική[31].

 

Ο κορπορατισμός σε κρίση

Οι πολιτικές που περιγράφονται παραπάνω δεν ήταν μοναδικές για τη Συρία. Οι πολιτικές του Μπά’αθ ήταν παρόμοιες με εκείνες της Αιγύπτου, του Ιράκ και μιας σειράς αφρικανικών και ασιατικών μετα-αποικιακών καθεστώτων. Όπως και με τόσα άλλα από αυτά τα κράτη την περίοδο αυτή, οι Μπααθιστές προσπαθούσαν να βάλουν σε κίνηση τη συριακή οικονομία μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών και με κρατικές επενδύσεις σε υποδομές μεγάλης κλίμακας. Σε οικονομίες που βρίσκονται σε προχωρημένη ανάπτυξη με αδύναμη αστική τάξη, το κράτος είναι συχνά ο μόνος θεσμός που μπορεί να ξεκινήσει και να κατευθύνει αποτελεσματικά σημαντικά οικονομικά προγράμματα. Για ένα διάστημα τέτοιες πολιτικές μπορούσαν να επιτύχουν οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη, καθώς οι ξαφνικές αυξήσεις στις επενδύσεις έρρεαν στην οικονομία με τη μορφή μισθών, δευτερογενούς απασχόλησης κ.ο.κ.

Οι διαχειριστές των κρατών κατά την περίοδο αυτή υιοθετούσαν συχνά σοσιαλιστική ρητορική για να περιγράψουν τις κρατικιστικές πολιτικές τους, είτε ως αποτέλεσμα συμμαχιών με τα σταλινικά καθεστώτα είτε ως προσπάθεια να κερδίσουν δημοτικότητα. Και ενώ αυτές οι μεταρρυθμίσεις ήταν γενικά προοδευτικές σε σχέση με ό,τι είχε προηγηθεί, είναι σημαντικό να υποστηριχθεί ότι δεν είχαν καμία σχέση με τον σοσιαλισμό. Δυστυχώς, μεγάλο μέρος της αριστεράς είχε χάσει τον προσανατολισμό του μετά την ευρεία προσαρμογή στον σταλινισμό και την ΕΣΣΔ και δεν έβλεπε τα πράγματα τόσο καθαρά. Ο Κόρεϊ Όκλεϊ περιγράφει τη σχέση μεταξύ της υποστήριξης της ΕΣΣΔ και του εθνικισμού του τρίτου κόσμου ως εξής:

«Η επικράτηση της αντίληψης ότι ένα κράτος θα μπορούσε να οριστεί ως σοσιαλιστικό με βάση τις χώρες με τις οποίες ευθυγραμμίζεται ή αν έχει κρατικοποιημένη οικονομία, σήμαινε ότι ξαφνικά ένα ασύλληπτο φάσμα κρατών θα μπορούσε να γίνει σοσιαλιστικό...»[32]

Για τους ξεκάθαρους σταλινικούς, η Συρία συμπλήρωνε και τα δύο αυτά κουτάκια – με κρατική οικονομία και ισχυρή συμμαχία με την ΕΣΣΔ. Επομένως, ήταν σοσιαλιστική. Οι τροτσκιστές έτειναν να είναι πιο απαιτητικοί, αλλά δεν ήταν απρόσβλητοι από αυτή την ανάλυση∙ τουλάχιστον μια ομάδα θα περιέγραφε την Μπααθική Συρία ως εργατικό κράτος ακόμη και το 1978! Τα γεγονότα που ακολούθησαν θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν γιατί αυτό ήταν ένα τεράστιο λάθος, το οποίο συνεχίζει να διαμορφώνει συμπεριφορές σήμερα με επαίσχυντους τρόπους.

Ένας πιο ακριβής και χρήσιμος ορισμός του συριακού καθεστώτος –και άλλων παρόμοιων στην πρώιμη περίοδο– είναι ο κορπορατιστικός. Αυτό μπορεί να οριστεί ως

«ένα σύστημα εκπροσώπησης συμφερόντων στο οποίο οι συνιστώσες μονάδες οργανώνονται σε έναν περιορισμένο αριθμό μη ανταγωνιστικών, ιεραρχικά διατεταγμένων και λειτουργικά διαφοροποιημένων κατηγοριών... [στις οποίες] παραχωρείται ένα σκόπιμο μονοπώλιο εκπροσώπησης... με αντάλλαγμα την απαλλαγή από ορισμένους ελέγχους στην επιλογή των ηγετών τους και την άρθρωση των αιτημάτων τους...»[33]

Τείνει να συμπίπτει με μια επεκτατική φάση ανάπτυξης αμέσως μετά την ανεξαρτησία από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Κεντρικό στοιχείο αυτής της μεθόδου διακυβέρνησης είναι η δημιουργία θεσμών που επιδιώκουν την επίσημη ενσωμάτωση σημαντικών τάξεων και κοινωνικών ομάδων στο κράτος. Ο Νάσερ είχε τον Απελευθερωτικό Συναγερμό και στη συνέχεια την Αραβική Σοσιαλιστική Ένωση και ο Άσαντ είχε την Ένωση Αγροτών, την Ένωση Εργατών, την Ένωση Γυναικών και άλλα. Ο σκοπός αυτών των θεσμών είναι να δώσουν στο κράτος κάποιο έρεισμα στις λαϊκές τάξεις, ενώ ταυτόχρονα μειώνουν το χώρο για ανεξάρτητες οργανώσεις. Κρίσιμο είναι ότι «ο κύριος δεσμός που δημιουργείται [μεταξύ του κράτους και] του λαϊκού τομέα είναι αυτός του ελέγχου».[34] Αυτός ο δυσχερής συνδυασμός λαϊκισμού και αυταρχισμού αποτελεί σήμα κατατεθέν ενός συγκεκριμένου τύπου μετα-αποικιακού καθεστώτος, του οποίου η Μπααθική Συρία αποτέλεσε αρχετυπικό παράδειγμα.

Ωστόσο, αυτές οι λαϊκιστικές πολιτικές βασίζονταν σε οικονομικούς πόρους που ήταν πεπερασμένοι και πολιτικά περιορισμένοι. Η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ της Συρίας ήταν κατά μέσο όρο 9% από το 1970 ως το 1979, επιτρέποντας στο κράτος να βελτιώσει τις συνθήκες όλων των βασικών τάξεων ταυτόχρονα.[35] Αυτή η ανάπτυξη δεν επρόκειτο να διαρκέσει. Ο άθλιος σχεδιασμός σήμαινε ότι οι περισσότερες κρατικές επενδύσεις απέτυχαν, καθώς μαστίζονταν από χαμηλά ποσοστά κέρδους, καθυστερήσεις και άλλες δυσκολίες.[36] Οι συνεπακόλουθες επιπτώσεις της παγκόσμιας ύφεσης στη δεκαετία του 1970 επιδείνωσαν περαιτέρω αυτά τα ζητήματα. Αυτά τα οικονομικά προβλήματα επιδεινώθηκαν στη Συρία από μια σειρά γεωπολιτικών ιδιαιτεροτήτων. Ως «συνοριακό κράτος» στην αραβοϊσραηλινή σύγκρουση, η Συρία απολάμβανε μεγάλα ποσά βοήθειας από τον Κόλπο μετά την άνοδο του Άσαντ στην εξουσία. Η βοήθεια αυτή επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο μετά τον Οκτωβριανό Πόλεμο του 1973∙ κατά μέσο όρο η κυβέρνηση λάμβανε πάνω από 600 εκατομμύρια δολάρια ετησίως μεταξύ 1973 και 1980.[37] Μετά την επανάσταση του 1979 στο Ιράν και την επακόλουθη υποστήριξη της Συρίας προς τον Χομεϊνί κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ, η βοήθεια αυτή ανακόπηκε σε μεγάλο βαθμό, αφήνοντας ένα κενό στον προϋπολογισμό που καλύφθηκε μόνο εν μέρει από το Ιράν.[38] Η αυξανόμενη κρίση στην ΕΣΣΔ επιδείνωσε την κατάσταση για τη Συρία, η οποία εξαρτιόταν από τις οικονομικές και στρατιωτικές προμήθειες της Ρωσίας και του ανατολικού μπλοκ. Όλα αυτά συνδυάστηκαν για να δημιουργήσουν μια σοβαρή οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Κάτω από αυτές τις τεράστιες πιέσεις, το κορπορατιστικό σύστημα άρχισε να διαλύεται. Το κράτος απάντησε σε μια βαθιά δημοσιονομική κρίση περιορίζοντας την ανάπτυξη του δημόσιου τομέα, ξεκινώντας με ένα τετραετές πάγωμα των νέων προσλήψεων το 1985.[39] Οι πραγματικές μειώσεις στους μισθούς των μεσαίων και κατώτερων τομέων του διοικητικού μηχανισμού εξαθλίωσαν πολλούς από εκείνους που διατήρησαν τις θέσεις τους. Κατά συνέπεια, μέχρι τη δεκαετία του 1990 ένα εντυπωσιακό 40% των κρατικών υπαλλήλων έπαιρνε μισθούς κάτω από το όριο διαβίωσης.[40] Άλλες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν στη γενική μείωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχών. Οι επιδοτήσεις και οι παροχές πρόνοιας περικόπηκαν, ενώ όσες διατηρήθηκαν αδυνατούσαν να συμβαδίσουν με τον πληθωρισμό. Ως αποτέλεσμα, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξήθηκε δραματικά, καθώς επιταχύνθηκε η αναδιανομή του εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο.[41] Η τόσο εκτεταμένη φτώχεια μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων άρχισε να κλονίζει την αφοσίωσή τους στο καθεστώς, γεγονός που αντανακλάται σε μικρής κλίμακας σημάδια αντίστασης μεταξύ δικηγόρων, γιατρών και άλλων τμημάτων της μισθωτής διανόησης.[42] Η νεοφιλελευθεροποίηση επιταχύνθηκε ακόμη περισσότερο μετά την άνοδο του Μπασάρ στην εξουσία το 2000.[43] Η επανάσταση που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 θα πρέπει να κατανοηθεί ως άμεσο προϊόν αυτών των εξελίξεων.

Αυτή η εξέλιξη από τον λαϊκιστικό κορπορατισμό στον αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα για το συριακό πλαίσιο. Το μοντέλο της υποκατάστασης εισαγωγών υπέφερε από ελαττώματα που επηρέασαν πολλά κράτη του τρίτου κόσμου τη δεκαετία του 1970, καθώς το υψηλό κόστος εισαγωγής προηγμένου εξοπλισμού οδήγησε σε ένα μη βιώσιμο κρατικό χρέος και σε ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών.[44] Το κράτος αναγκάστηκε να στραφεί όλο και περισσότερο στον αναγεννημένο ιδιωτικό τομέα και να εγκαταλείψει σταδιακά τις λαϊκιστικές οικονομικές πολιτικές της προηγούμενης εποχής. Με αυτόν τον τρόπο οι οικονομικές κρίσεις έτειναν να γίνουν πολιτικές. Η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε αυτή η διαδικασία από χώρα σε χώρα διαμεσολαβούνταν από μια σειρά παραγόντων, όπως η ικανότητα των εργαζομένων και των φτωχών να αντισταθούν, η πρόσβαση στην ξένη βοήθεια κ.ο.κ. Όμως η γενική πορεία των λαϊκιστικών-αυταρχικών κρατών ήταν παρόμοια: οι αυταρχικές τάσεις θα γίνονταν πιο έντονες καθώς οι λαϊκιστικές πολιτικές υποχωρούσαν.

 

Ο μύθος του μπααθικού αντιιμπεριαλισμού

Ωστόσο, η Συρία του Άσαντ δεν ήταν ποτέ γνωστή για τη «σοσιαλιστική» της οικονομία, αλλά μάλλον για την αντιιμπεριαλιστική εξωτερική της πολιτική. Είδαμε πώς ο Χάφεζ αλ-Άσαντ προσπάθησε να πάρει αποστάσεις από τους πιο σταλινικούς προκατόχους του, προτιμώντας να συνεργαστεί με καπιταλιστές και άλλες συντηρητικές ντόπιες δυνάμεις. Αυτό το μοτίβο αντικατοπτρίστηκε λίγο πολύ στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής της Συρίας. Ο Άσαντ, όχι μόνο δεν ήρθε αντιμέτωπος με τον σιωνισμό και τους ιμπεριαλιστές συμμάχους του, αλλά επιδίωξε να οικοδομήσει πραγματιστικές συμμαχίες με τα κράτη του Κόλπου, υιοθέτησε αμυντική στάση απέναντι στο Ισραήλ και έκανε το επαίσχυντο και ιστορικό βήμα να αναγνωρίσει το δικαίωμά του να υπάρχει.

Η κυβέρνηση πριν από τον Άσαντ έπαιξε ανοιχτά και έξαλλα το χαρτί της Παλαιστίνης, διακηρύσσοντας τακτικά την επικείμενη καταστροφή του Ισραήλ και τη φιλοδοξία της να μετατρέψει τη Συρία στο Ανόι της Μέσης Ανατολής.[45] Κατάφερε μάλιστα να αναγκάσει τον Νάσερ να ανανεώσει τη συμμαχία με τη Συρία παρά τη θέλησή του, με σκοπό την οργάνωση πολέμου κατά του Ισραήλ. Αυτός ο πόλεμος δεν θα ήταν ένας οποιοσδήποτε πόλεμος, αλλά ένας «λαϊκός απελευθερωτικός πόλεμος», που θα διεξαγόταν από παλαιστινιακές πολιτοφυλακές, στις οποίες το καθεστώς παρείχε σημαντικά κεφάλαια, όπλα και εκπαίδευση.[46]

Το 1967 οι Ισραηλινοί αποφάσισαν να βάλουν τέλος σε αυτό το όνειρο, εξαπολύοντας έναν σκληρό και αποτελεσματικό πόλεμο που κατέληξε σε μια ταπεινωτική ήττα για την αραβική πλευρά. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα για τους Άραβες ηγέτες, το Ισραήλ αποφάσισε να καταλάβει μόνιμα την έρημο του Σινά της Αιγύπτου και τα υψίπεδα του Γκολάν της Συρίας. Τα τελευταία ήταν κρίσιμης στρατηγικής σημασίας, τοποθετώντας τα σε απόσταση βολής από τη Δαμασκό. Αντί να παραδεχτεί την ήττα του, ο Τζαντίντ προσπάθησε να ριζοσπαστικοποιήσει την εξωτερική πολιτική της Συρίας. Υποστήριξε ότι ο πόλεμος ήταν η απόδειξη ότι η πλειοψηφία των αραβικών καθεστώτων ήταν ένοχη για «δεξιές» παρεκκλίσεις που τα καθιστούσαν ανίκανα να αντιμετωπίσουν το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η λύση ήταν η ανατροπή των «φεουδαρχικών» συστημάτων σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Ιορδανία και η αντικατάστασή τους με επαναστατικά καθεστώτα.[47] Φυσικά με αυτό δεν εννοούσε πραγματικές επαναστάσεις αλλά τη δημιουργία κρατικιστικών καθεστώτων ευθυγραμμισμένων με τη Μόσχα. Αυτή η λεπτή διαφορά διέφυγε από τα κράτη του Κόλπου, οι ηγέτες των οποίων δεν ήθελαν να ανατραπούν, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Αντέδρασαν κόβοντας ζωτικής σημασίας μεταβιβάσεις βοήθειας και ακρωτηριάζοντας την οικονομική ικανότητα της μπααθικής κυβέρνησης.[48] Ο Τζαντίντ συνέχισε επίσης να επιτρέπει στις παλαιστινιακές πολιτοφυλακές να χρησιμοποιούν το συριακό έδαφος ως ορμητήριο για αντάρτικες επιθέσεις κατά του Ισραήλ. Και αυτό είχε κόστος, καθώς το Ισραήλ χρησιμοποίησε τη στρατιωτική του υπεροχή για να ανταποδώσει με δυσανάλογη βία.

Ο Άσαντ κινήθηκε γρήγορα για να περιορίσει αυτές τις υπερβολές. Της πραγματικής ανόδου του στην εξουσία προηγήθηκε η ωμή άρνησή του να παράσχει αεροπορική κάλυψη στους Παλαιστίνιους που πολεμούσαν εναντίον της ιορδανικής μοναρχίας κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Μαύρου Σεπτέμβρη. Ενώ ο Τζαντίντ ήταν απασχολημένος με το καθήκον της υπεράσπισης της παρουσίας της PLO στην Ιορδανία, ο Άσαντ άδραξε την ευκαιρία για να εξαπολύσει ένα παλατιανό πραξικόπημα για το οποίο προετοιμαζόταν από το 1968.

 

Οι παραχωρήσεις του Άσαντ

Η πρώτη σημαντική απόφαση εξωτερικής πολιτικής που έλαβε το νέο καθεστώς ήταν να επιδιώξει προσέγγιση με τα πετρελαιοεξαγωγικά κράτη του Κόλπου. Ο Άσαντ δεν έβλεπε την αραβική ενότητα ως μέσο επαναστατικής ανατροπής των κοινωνικών και πολιτικών δομών που κληρονόμησε από την αποικιοκρατική εποχή, αλλά ως άμεση ανάγκη για να αποτρέψει την πολιτική και στρατιωτική απομόνωση της Συρίας.[49] Είχε επίσης πλήρη επίγνωση της οικονομικής σημασίας της εξωτερικής βοήθειας και έτσι έδωσε μεγάλη έμφαση στην ανανέωση των συμμαχιών του με τη Σαουδική Αραβία και άλλες πλούσιες σε πετρέλαιο μοναρχίες. Όπως ο ίδιος θα το έθετε αργότερα:

«Ορισμένοι συνάδελφοί μου κατήγγειλαν άλλες χώρες με μεγάλο φανατισμό. Πίστευα ακράδαντα ότι θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε τους άλλους Άραβες να παίξουν το ρόλο τους και να μην είμαστε εμείς αυτοί που θα εμπόδιζαν μια κοινή αραβική προσπάθεια. Ανεξάρτητα από τις συγκρούσεις μεταξύ των καθεστώτων, οι Άραβες αντιμετώπιζαν έναν κοινό κίνδυνο.»[50]

Μια άλλη σημαντική αλλαγή σημειώθηκε όσον αφορά τη στάση της Συρίας απέναντι στην ύπαρξη του σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ. Εκεί που ο Τζαντίντ είχε υποστηρίξει την «απορριπτική» γραμμή της αραβικής αριστεράς, ο Άσαντ έδειξε την προθυμία του να αποδεχθεί το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ. Αυτό πήρε τη μορφή προσφοράς να προσυπογράψει το ψήφισμα 242 του ΟΗΕ –το οποίο απαιτούσε από τα αραβικά κράτη να αποδεχθούν το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει– με αντάλλαγμα την πλήρη επιστροφή του Γκολάν και μια ανούσια γραπτή αναγνώριση των παλαιστινιακών δικαιωμάτων.[51] Το Ισραήλ αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε αυτή την προσφορά, αναγκάζοντας τον Άσαντ να υιοθετήσει μια πιο συγκρουσιακή στάση για να αποκτήσει περαιτέρω επιρροή.

Μεταξύ 1970 και 1973 η Συρία αύξησε σημαντικά το μέγεθος και τη συνοχή του στρατού της, ελπίζοντας να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευτεί σε πιο ισότιμη βάση με το Ισραήλ. Αυτό ξεκίνησε με τον επαναδιορισμό ενός αριθμού αξιωματικών της δεξιάς πτέρυγας που είχαν προηγουμένως εκκαθαριστεί από τον Τζαντίντ. Ο συριακός στρατός έλαβε επίσης τεράστια ποσά στρατιωτικής βοήθειας και εκπαίδευσης από τη Ρωσία, μια σχέση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η έκταση της υποστήριξης που παρείχε στη συριακή κυβέρνηση κατά την περίοδο αυτή είναι τεράστια∙ η ΕΣΣΔ παρείχε στη Συρία τον καλύτερο στρατιωτικό εξοπλισμό της αξίας 183 εκατομμυρίων δολαρίων μόνο κατά τους πρώτους έξι μήνες του 1973, δηλαδή λίγο λιγότερο από 1 δισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ σε σημερινούς αριθμούς.[52] Χωρίς αυτή την ένεση πόρων ο Άσαντ δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεκινήσει τον πόλεμο του Οκτωβρίου αργότερα εκείνο το έτος.

Πολύς λόγος έχει γίνει για τον πόλεμο του Οκτωβρίου, που καταγράφηκε στη λαϊκή συνείδηση της Μέσης Ανατολής ως η πρώτη αραβική νίκη κατά του Ισραήλ. Με αυτό συνδέεται η αντίληψη ότι ο Σαντάτ και ο Άσαντ πολεμούσαν για την Παλαιστίνη, αποφασισμένοι να επιβάλουν μια δίκαιη λύση στους πεισματάρηδες Ισραηλινούς. Η αλήθεια είναι λιγότερο ενθαρρυντική. Τόσο ο Σαντάτ όσο και ο Άσαντ είδαν τον πόλεμο ως ένα ατυχές αλλά αναγκαίο μέσο για να ξεκινήσουν οι καθυστερημένες ειρηνευτικές συνομιλίες. Αυτός ο στόχος διαμόρφωσε τα σχέδια του Σαντάτ για έναν περιορισμένο πόλεμο, όπου η επιτυχία θα περιελάμβανε την κατάληψη μόλις «δέκα χιλιοστών γης στην ανατολική πλευρά της διώρυγας».[53] Ο Άσαντ ήλπιζε να επωφεληθεί από την επιτυχία του Σαντάτ, ωθώντας τους Αιγύπτιους σε μια πιο βαθιά αντιπαράθεση για να μεγιστοποιήσει τις πιθανότητές του να ανακτήσει το Γκολάν στις επακόλουθες ειρηνευτικές συνομιλίες. Η αποφασιστικότητα του Άσαντ να ωθήσει την Αίγυπτο στην υιοθέτηση πιο φιλόδοξων στρατιωτικών στόχων δεν ήταν προϊόν της βαθιάς προσωπικής του δέσμευσης να νικήσει το Ισραήλ, αλλά μια στρατηγική αναγκαιότητα.[54]

Τίποτα από αυτά δεν ήταν εμφανές εκείνη την εποχή και ο πόλεμος χαιρετίστηκε με τεράστιο ενθουσιασμό σε όλη τη Μέση Ανατολή. Δεδομένης της καταστροφικής αποτυχίας των αραβικών στρατών το 1967, το αδιέξοδο του πολέμου με το Ισραήλ θεωρήθηκε νίκη. Οι ελπίδες αναπτερώθηκαν από τον τρόπο με τον οποίο ο αραβικός κόσμος φαινόταν να είναι ενωμένος στον αγώνα κατά του Ισραήλ. Αυτό σηματοδοτήθηκε με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο από τη χρήση του πετρελαίου ως όπλο για πρώτη φορά, με τη μορφή του μερικού εμπάργκο που επέβαλαν οι χώρες του Κόλπου στις πωλήσεις προς τη Δύση. Αντικατοπτρίζοντας αυτή τη νέα αυτοπεποίθηση, ένας ανώτερος Αιγύπτιος στρατηγός καυχιόταν ότι «ο κόσμος έχει ξυπνήσει και έχει συνειδητοποιήσει ότι μπορούμε να κινηθούμε, να πολεμήσουμε και να πετύχουμε τη νίκη».[55]

Στη Συρία, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης ονόμασαν τον Άσαντ «ήρωα του Οκτωβρίου» και μια εφημερίδα μετονομάστηκε για να τιμήσει τον πόλεμο. Τόσο σύντομα μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο Άσαντ επωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό από αυτούς τους εορτασμούς που εδραίωσαν τη νομιμοποίησή του ως Άραβα εθνικιστή. Πολλοί είχαν συγκρουστεί με το Ισραήλ, αλλά ο Άσαντ ήταν ο πρώτος που ήταν αρκετά ικανός ώστε να καταφέρει να επιτύχει κάποια επιτυχία. Η ανάδειξη της Συρίας σε κεντρικό παράγοντα της πολιτικής της Μέσης Ανατολής κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο εδραίωσε αυτή τη νεοαποκτηθείσα δημοτικότητα. Καθώς ο Σαντάτ έκανε το μεταπολεμικό ταξίδι προς μια διαρκή ειρήνη με το Ισραήλ, ο Άσαντ μπορούσε ελεύθερα να εμφανιστεί ως κληρονόμος του πρόσφατα αποθανόντος Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ.

Αυτό το μεταπολεμικό ρεκόρ κάλυπτε μια σειρά ιστορικών συμβιβασμών και παραχωρήσεων που έκαναν οι Σύριοι. Η πρώτη ήταν η υπογραφή του ψηφίσματος 338 του ΟΗΕ, το οποίο αποδέχθηκε το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει εντός των συνόρων πριν από το 1967.[56] Μετά τον πόλεμο ο Άσαντ άρχισε να φλερτάρει τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, προσφερόμενος να τερματίσει όλες τις εχθροπραξίες μεταξύ του Ισραήλ, της Συρίας και των ΗΠΑ με αντάλλαγμα την επιστροφή των Υψιπέδων του Γκολάν.[57] Όπως και πριν από τον πόλεμο, το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη μιας συμφωνίας ήταν λιγότερο προϊόν της μαχητικότητας του Άσαντ και περισσότερο της ισραηλινής αδιαλλαξίας.

 

Η καταστροφή του Λιβάνου

Αν ο πόλεμος του 1973 έδειξε ότι ο Άσαντ ενδιαφερόταν περισσότερο για τη σταθερότητα παρά για τη δικαιοσύνη, η παρέμβασή του στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου το επιβεβαίωσε πέραν πάσης αμφιβολίας. Παρόλο που ο Άσαντ συνέχισε να χρησιμοποιεί την αντισιωνιστική ρητορική του ως σήμα κατατεθέν, ο πρωταρχικός ρόλος των συριακών δυνάμεων ήταν να συντρίψουν την PLO και τους αριστερούς συμμάχους της στο Εθνικό Κίνημα του Λιβάνου (LNM). Σύμμαχοί του σε αυτό το σχέδιο ήταν η φασιστική δεξιά στο Λίβανο, η ισραηλινή κυβέρνηση και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Για να κατανοήσουμε πλήρως τα κίνητρα αυτής της επαίσχυντης συμμαχίας, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε κάτι για την κατάσταση στο Λίβανο.

Οι Γάλλοι σχεδίασαν τον Λίβανο έτσι ώστε να είναι μια χώρα μονίμως ώριμη για εμφύλιο πόλεμο. Ξεχώρισαν από τη Συρία ένα έδαφος με μια ισχνή πλειοψηφία Μαρωνιτών Χριστιανών, το οποίο ήλπιζαν ότι θα ήταν ένας εξαρτημένος και πιστός πελάτης.[58] Για την επίτευξη της ανεξαρτησίας συνήφθη ένα «Εθνικό Σύμφωνο» που κατοχύρωνε ένα θρησκευτικό κράτος στη βάση της θρησκευτικής εκπροσώπησης: ο πρόεδρος πρέπει να είναι Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός Σουνίτης, ο πρόεδρος της Βουλής Σιίτης κ.ο.κ. Τα ζητήματα γύρω από αυτή τη θρησκευτική φόρμουλα διαμόρφωσαν μεγάλο μέρος της ιστορίας του Λιβάνου. Το κοινωνικοοικονομικό χάσμα μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το ενδεχόμενο θρησκευτικών συγκρούσεων. Αν και τα πράγματα έχουν αλλάξει πιο πρόσφατα, παραδοσιακά οι χριστιανοί βρίσκονταν στην κορυφή της οικονομικής κλίμακας και οι σιίτες στον πάτο.[59] Κατά περιόδους αυτές οι εντάσεις ξεχειλίζουν σε ανοιχτή σύγκρουση, όπως το 1958, όταν οι δυνάμεις που συντάσσονταν με την Αίγυπτο και τη Συρία ξεσηκώθηκαν εναντίον ενός φιλοδυτικού προέδρου. Όπως έχει γίνει χαρακτηριστικό για τον Λίβανο, επιτεύχθηκε συμβιβασμός και το θρησκευτικό status quo διατηρήθηκε προς όφελος των ελίτ όλων των πλευρών. Ωστόσο, μη επιλύοντας τα υποβόσκοντα παράπονα για το θρησκευτικό σύστημα και την οικονομική ανισότητα, οι άτολμες πολιτικές των μετέπειτα κυβερνήσεων ενότητας άνοιξαν το δρόμο για τον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο.[60]

Η παλαιστινιακή παρουσία στο Λίβανο επιβάρυνε τα πολύπλοκα ζητήματα της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης σε ένα ήδη τεταμένο εσωτερικό περιβάλλον. Η εξωτερική πολιτική αποτελούσε πάντα πηγή συγκρούσεων στο Λίβανο. Το Εθνικό Σύμφωνο του 1943 κατοχύρωνε ρητά την ανεξαρτησία του Λιβάνου από τη Συρία και άλλα αραβικά κράτη και απαγόρευε επίσης στους χριστιανούς να αναζητούν δυτική υποστήριξη ή χρηματοδότηση.[61] Αυτή η «συμφωνία διπλής άρνησης» αντιπροσώπευε μια εξισορροπητική πράξη μεταξύ των παναραβικών επιθυμιών των μουσουλμανικών και προοδευτικών παρατάξεων έναντι εκείνων των φιλοδυτικών χριστιανών. Στην πραγματικότητα θα ήταν αδύνατο να διατηρηθεί αυτή η ουδετερότητα. Μετά την ήττα των αραβικών στρατών το 1967, οι παλαιστινιακές ομάδες αντίστασης ανέλαβαν όλο και περισσότερο να εμπλακούν σε άμεσες στρατιωτικές αντιπαραθέσεις με το Ισραήλ. Οι απαντήσεις του Ισραήλ ήταν όλο και πιο βίαιες.[62] Αυτός ο φαύλος κύκλος εξόργισε το λιβανέζικο κατεστημένο, το οποίο προσπάθησε να περιορίσει την παλαιστινιακή δραστηριότητα με τη Συμφωνία του Καΐρου το 1969. Σχεδιασμένη να περιορίσει την οργανωτική και στρατιωτική δραστηριότητα των Παλαιστινίων στο νότιο τμήμα του Λιβάνου, η Συμφωνία παρέμεινε νεκρό γράμμα και απόδειξη της μόνιμης αδυναμίας του λιβανέζικου κράτους. Οι επιθέσεις της PLO κατά του Ισραήλ συνεχίστηκαν, προκαλώντας ισραηλινά αντίποινα που μεγέθυναν τα αντιπαλαιστινιακά αισθήματα μεταξύ των (κυρίως μαρωνιτικών) δεξιών κομμάτων, όπως το φασιστικό Κατάεμπ.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 παρατηρήθηκε επίσης μια απότομη αύξηση της μαχητικότητας της εργατικής τάξης και των μαζικών φοιτητικών διαδηλώσεων που τροφοδότησαν την ανάπτυξη της ριζοσπαστικής αριστεράς. Οι συγκρούσεις μεταξύ της PLO και των χριστιανικών πολιτοφυλακών γίνονταν όλο και πιο συχνές, καθώς τα ακροδεξιά κόμματα απαιτούσαν την εκδίωξη των παλαιστινιακών πολιτοφυλακών. Τον Απρίλιο του 1975 αυτές οι αψιμαχίες μετατράπηκαν σε ολοκληρωτικό πόλεμο, αφού το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του ηγέτη των φασιστών. Το Κατάεμπ απάντησε με πυρά εναντίον ενός λεωφορείου με Παλαιστίνιους πολίτες, σκοτώνοντας 27 άτομα. Οι οδομαχίες ξέσπασαν σε όλη τη Βηρυτό και ο πόλεμος ξεκίνησε.

Δύο ξεχωριστά στρατόπεδα συσπειρώθηκαν και λίγο-πολύ παρέμειναν ενωμένα μέσα στο χάος του πολέμου. Από τη μία πλευρά βρισκόταν ένα μπλοκ συντηρητικών χριστιανών πατριαρχών που είχαν συμμαχήσει με τη Δύση. Με επικεφαλής τον Πιερ Τζουμαγίλ, ηγέτη του κόμματος Κατάεμπ, η πλευρά αυτή τόνισε τον φυλετικό και πολιτισμικό «φοινικικό» χαρακτήρα του Λιβάνου σε αντίθεση με τα αραβικά και μουσουλμανικά έθνη που τον περιβάλλουν. Αγωνίζονταν για τη διατήρηση του θρησκευτικού σεχταριστικού κρατικού συστήματος, των κοινωνικοοικονομικών προνομίων τους και του γεωπολιτικού status quo. Η αντιπολίτευση –ομαδοποιημένη γύρω από το Εθνικό Κίνημα του Λιβάνου [LNM]– ήταν μια χαλαρή συμμαχία από Δρούζους, Σιίτες, Σουνίτες και μη θρησκευτικά κόμματα της Αριστεράς, που ομαδοποιήθηκαν υπό την ηγεσία του εκλεκτικιστή εθνικιστή Καμάλ Τζουμπλάτ. Συσπειρώθηκε γύρω από την εναντίωση στον θρησκευτισμό –που εκλαμβανόταν ως χριστιανική κυριαρχία– αλλά έθεσε επίσης ζητήματα αναδιανομής του πλούτου, αραβισμού και αντισιωνισμού προκειμένου να αποκτήσει μαζική απήχηση.[63] Περιοριζόμενη από το υπάρχον σύστημα και υπό την πολιορκία των εξωκοινοβουλευτικών χριστιανικών πολιτοφυλακών, η PLO ήταν φυσικό να προσελκύεται από ένα τέτοιο κίνημα, παρέχοντας δύναμη πυρός και πολιτική νομιμοποίηση στην αντιπολίτευση.[64]

Μέσα σε λίγους μήνες οι ριζοσπάστες βρέθηκαν στα πρόθυρα μιας ολοκληρωτικής νίκης. Στην πρώτη φάση του πολέμου η Αριστερά πέτυχε συντριπτικές νίκες σε ολόκληρη τη χώρα. Τα εδάφη υπό τον έλεγχό τους περιλάμβαναν τα προπύργια της PLO/LNM στο νότο, τα βουνά γύρω από τη Βηρυτό και τον σουνιτικό βορρά. Ακόμη και η κοιλάδα Μπεκάα, με τον σημαντικό χριστιανικό πληθυσμό της, κινδύνευε.

 

Η παρέμβαση της Συρίας

Οι συριακές δυνάμεις είχαν πάντα ισχυρή επιρροή στην πολιτική του Λιβάνου. Αυτή χρονολογείται από την Οθωμανική αυτοκρατορία, όταν τα δύο έθνη αποτελούσαν μέρος του ίδιου διοικητικού μπλοκ που περιλάμβανε επίσης την Ιορδανία και μεγάλο μέρος της Παλαιστίνης.[65] Ακόμη και μετά τη δημιουργία του Λιβάνου το 1920, οι συριακές ελίτ επέμεναν στους ιστορικούς δεσμούς τους και παρενέβαιναν τακτικά στις εσωτερικές υποθέσεις του. Το μοτίβο αυτό συνεχίστηκε κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Άσαντ, μέχρι και σήμερα. Φυσικά, αυτό δεν υποκινήθηκε από τη επιθυμία για αραβική ενότητα, αλλά από τα γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα του αδύναμου κράτους: άφθονα αποθέματα νερού, πολυάριθμα λιμάνια της Μεσογείου, ισχυρά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μακρά και σχετικά διαπερατά σύνορα με το Ισραήλ.

Η επιτυχία της Αριστεράς στις πρώτες ημέρες του εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο προκάλεσε μεγάλη αγωνία στον Άσαντ. Παρόλο που η Συρία συνέχισε να παρέχει στρατιωτική υποστήριξη στις παλαιστινιακές πολιτοφυλακές και το LNM καθ’ όλη τη διάρκεια του 1975, οι εντάσεις μεταξύ τους οξύνθηκαν καθώς προέτρεπε σε προσοχή:

«Μια αποφασιστική στρατιωτική δράση [του Τζουμπλάτ]... θα άνοιγε τις πόρτες σε κάθε ξένη επέμβαση, ιδιαίτερα στην επέμβαση του Ισραήλ. Ας φανταστούμε το μέγεθος της τραγωδίας που θα μπορούσε να ακολουθήσει αν το Ισραήλ επενέβαινε για να σώσει κάποιους Άραβες [Μαρωνίτες] από άλλους Άραβες [ΛΝΜ].»[66]

Ο Τζουμπλάτ, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει ο πρώτος μη χριστιανός ηγέτης ενός μεταρρυθμισμένου Λιβάνου, δεν είχε καμία διάθεση να συμβιβαστεί. Πράγματι, απάντησε στην έκκληση του Άσαντ για διαπραγματεύσεις με την ανακοίνωση μιας «συνολικής και μη αναστρέψιμης στρατιωτικής εκστρατείας» κατά των Μαρωνιτών.[67] Αυτή την αδιαλλαξία του επρόκειτο να την πληρώσει με τη ζωή του∙ δολοφονήθηκε από τους Σύριους το 1977. Οι Παλαιστίνιοι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αρνήθηκαν επίσης να δεχτούν μια διευθέτηση με διαπραγματεύσεις. Με τη βεβαιότητα ότι ο Άσαντ «δεν θα επέτρεπε σε ένα συριακό τουφέκι να πυροβολήσει τις παλαιστινιακές μάζες», ο Αραφάτ επιβεβαίωσε τη συμμαχία του με το LNM και προχώρησε.[68]

Τρομοκρατημένος από την προοπτική αστάθειας στα δυτικά του, ο Άσαντ προχώρησε στην κατάληψη του Λιβάνου προκειμένου να συντρίψει την αριστερά και να αποκαταστήσει την τάξη. Όπως κάθε μέλος της καπιταλιστικής τάξης που σέβεται τον εαυτό του, ο Άσαντ φοβόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την προοπτική επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής.[69] Έτσι, όταν το LNM μιλούσε για δημοκρατία, ο Άσαντ έβλεπε πολιτικά απρόοπτα. Εκεί που οι Παλαιστίνιοι έβλεπαν απελευθερωμένες ζώνες από τις οποίες θα μπορούσαν να εξαπολύουν επιθέσεις κατά του Ισραήλ, ο Άσαντ έβλεπε δικαιολογίες για ισραηλινές εισβολές.[70] Εκεί που η αριστερά υποστήριζε κάποια οικονομική και πολιτική αναδιάρθρωση της λιβανέζικης κοινωνίας υπέρ των φτωχών, ο Άσαντ ανησυχούσε ότι ο πληθυσμός του θα μπορούσε να αποκτήσει παρόμοιες ιδέες.[71] Έτσι, ο Άσαντ προχώρησε στη συντριβή των Παλαιστινίων, στην καθυπόταξη της αριστεράς και στη διατήρηση του status quo.

Αρχικά, φοβούμενος ότι θα προκαλούσε ισραηλινά αντίποινα, ο Άσαντ προτίμησε να χρησιμοποιήσει μονάδες του ελεγχόμενου από τη Συρία Παλαιστινιακού Απελευθερωτικού Στρατού και της πολιτοφυλακής Σαΐκα για να κάνει τη βρώμικη δουλειά του. Αλλά καθώς η σύγκρουση βάθαινε, ενεπλάκη ολόκληρος ο στρατός. Οι στόχοι ήταν ξεκάθαροι από την αρχή. Επιδίωκε να θωρακίσει τους Μαρωνίτες, να συντρίψει τις παλαιστινιακές πολιτοφυλακές και να επιβάλει έναν συμβιβασμό στην αποδυναμωμένη αντιπολίτευση. Αυτό απαιτούσε ακραία βιαιότητα. Το αποκορύφωμα ήταν η συνεργασία Σύριων μαχητών με χριστιανικές πολιτοφυλακές στη σφαγή περίπου 2.000 Παλαιστινίων στον προσφυγικό καταυλισμό Ταλ αλ-Ζα’τάρ. Ωστόσο, ο Άσαντ εξακολουθούσε να αιτιολογεί τις ενέργειές του ως προληπτικούς ή αμυντικούς ελιγμούς κατά της ισραηλινής επιθετικότητας, υποστηρίζοντας ότι «μια μεγάλη συνωμοσία εξυφαίνεται εναντίον του αραβικού έθνους... Οι αδελφοί μας στην παλαιστινιακή ηγεσία... είναι οι πρωταρχικοί της στόχοι».[72] Σε άλλο σημείο υποστήριξε ότι «δεν είχαμε άλλη επιλογή... από το να επέμβουμε άμεσα... και να σώσουμε την [παλαιστινιακή] αντίσταση».[73] Αν και η αντίσταση του LNM και των αριστερών παλαιστινιακών πολιτοφυλακών (όπως το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) ήταν σθεναρή, δεν μπόρεσαν να νικήσουν τον καλά εξοπλισμένο στρατό της Συρίας, ειδικά αφότου ο Αραφάτ έκλεισε συμφωνία με τον Άσαντ και απέσυρε τις βασικές του δυνάμεις από τις μάχες. Η επέμβαση μετατόπισε αποφασιστικά την ισορροπία δυνάμεων υπέρ εκείνων που υπερασπίζονταν το καθιερωμένο θρησκευτικό σύστημα.

Η κατοχή του Λιβάνου από τη Συρία όχι μόνο σήμανε μια αποφασιστική ρήξη με την PLO και το LNM, αλλά οδήγησε σε άμεση συνεργασία με το Ισραήλ. Αυτή πήρε τη μορφή της διαβόητης «συμφωνίας κόκκινων γραμμών» μεταξύ της Συρίας, του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Όλα τα μέρη συμφώνησαν στην ανάγκη να υπερασπιστούν τα προνόμια των Μαρωνιτών και ο Κίσινγκερ κατάφερε να πείσει τους Ισραηλινούς ότι οι Σύριοι ήταν στην καλύτερη θέση για να το κάνουν. Ευτυχής που είχε την υποστήριξη των ΗΠΑ, ο Άσαντ ήταν πρόθυμος να δεχτεί τους ισραηλινούς όρους – κυρίως ότι ο ποταμός Λιτάνι αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» πέρα από την οποία τα συριακά στρατεύματα δεν θα μπορούσαν να τολμήσουν να προχωρήσουν.[74]

Ο εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο συνεχίστηκε για άλλα 14 χρόνια μετά από αυτά τα γεγονότα. Η Συρία θα άλλαζε πολλές φορές στρατόπεδο και τελικά θα συγκρουόταν απευθείας με τους Ισραηλινούς που εισέβαλαν το 1982. Σε γενικές γραμμές, η στρατηγική του Άσαντ ήταν να συμμαχεί με όποιον ευνοούσε λιγότερο η τύχη του πολέμου σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή, προκειμένου να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων. Όχι μόνο εμποδίστηκε ο κοινωνικός μετασχηματισμός, αλλά ο θρησκευτικός σεχταρισμός θα εδραιωνόταν για πολλές γενιές και η PLO εκδιώχθηκε από τη χώρα. Ο Άσαντ είχε επιτύχει τους στόχους του, εξασφαλίζοντας τη θέση της Συρίας ως ρυθμιστικού παράγοντα της λιβανέζικης πολιτικής.

 

Άσαντ και Σαντάτ – ίδιες αρχές, διαφορετικές πραγματικότητες

Οι υποστηρικτές του συριακού καθεστώτος που διατηρούν κάποια αντίληψη της πραγματικότητας είναι μερικές φορές έτοιμοι να αναγνωρίσουν ότι η εναντίωση της Συρίας απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι περιορισμένη και ασυνεπής. Αλλά επικαλούνται την τύχη του αιγυπτιακού καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι μια μικρή αντίσταση είναι καλύτερη από τη μηδενική. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ επιμένουν εδώ και χρόνια να παραμείνουν οι Μπααθιστές στην εξουσία στη Συρία, μια εύκολη απάντηση είναι να πούμε ότι αυτή η αποκαλούμενη αντίσταση δεν μπορεί να έχει πολύ νόημα.[75] Ωστόσο, είναι χρήσιμο να εξηγήσουμε γιατί η ρητορική στάση και η γεωπολιτική ευθυγράμμιση του συριακού καθεστώτος παρέμεινε κάπως ανταγωνιστική προς τον δυτικό ιμπεριαλισμό.

Είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε προσδιορίζοντας πώς και γιατί ο αιγυπτιακός στρατός μπόρεσε να μεταπηδήσει με τόση επιτυχία από τον αντισιωνισμό του Νάσερ στην ειρηνευτική συμφωνία του 1979. Ο Σαντάτ απολάμβανε μια σειρά πλεονεκτημάτων που προέκυπταν από την πρωτεύουσα θέση της Αιγύπτου στον αραβικό κόσμο. Ως ηγέτης του κράτους με τον μεγαλύτερο πληθυσμό και έναν αξιόλογο στρατό, ο Σαντάτ είχε σημαντική διπλωματική επιρροή. Έτσι, σε αντάλλαγμα για μια συνθήκη ειρήνης μπόρεσε να διαπραγματευτεί την πλήρη επιστροφή της ερήμου του Σινά, που είχε καταληφθεί από το Ισραήλ μετά τον πόλεμο του Οκτωβρίου. Η Αίγυπτος μπόρεσε επίσης να σφυρηλατήσει εξαιρετικά στενούς διμερείς δεσμούς με την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τους Σαουδάραβες εντολοδόχους της, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τεράστια ποσά στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας από το 1974.[76] Αυτό επέτρεψε στον Σαντάτ να αμβλύνει τις χειρότερες πτυχές της νεοφιλελευθεροποίησης της οικονομίας στην κρίσιμη πρώιμη φάση της μετάβασης. Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο Σαντάτ μπόρεσε να αξιοποιήσει την προ-αραβική αιγυπτιακή ιστορία για να αναπροσανατολίσει τον αιγυπτιακό εθνικισμό προς μια απομονωτική κατεύθυνση. Αυτό συμβολίστηκε με την αλλαγή της εθνικής σημαίας ώστε να αντικατασταθούν τα δύο αστέρια που αντιπροσώπευαν την ενότητα με τη Συρία με τον φαραωνικό αετό.[77] Τέλος, ο Σαντάτ έκανε μια σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένη προσπάθεια να εξαγοράσει τη μεγαλύτερη εστία αντιπολίτευσης προς το στρατιωτικό καθεστώς, τους ισλαμιστές. Αυτό έγινε με την αναβάθμιση του καθεστώτος του Αλ-Άζχαρ –του κυριότερου ισλαμικού πανεπιστημίου στην Αίγυπτο– καθώς και με ορισμένες μετατοπίσεις προς ένα νομικό πλαίσιο εμπνευσμένο από τη Σαρία. Ο ίδιος ο Σαντάτ υιοθέτησε μια πιο θρησκευτική δημόσια συμπεριφορά, προσευχόμενος δημοσίως και υιοθετώντας μια πιο ισλαμιστικού τύπου ρητορική. Παρά τη στροφή αυτή προς τον Θεό, ο Σαντάτ δολοφονήθηκε από μία από τις πιο ριζοσπαστικές ισλαμιστικές ομάδες που είχαν αντισταθεί στα ανοίγματά του. Λίγοι τον έκλαψαν.

Το συριακό καθεστώς δεν διέθετε όλους αυτούς τους πόρους. Οι Σύριοι απείχαν πολύ από το να είναι στρατιωτική δύναμη, και τα Υψώματα του Γκολάν ήταν και πιο στρατηγικά και πιο εύκολο για το Ισραήλ να τα υπερασπιστεί από ό,τι η έρημος του Σινά. Από την ισραηλινή και την αμερικανική οπτική γωνία οι παράγοντες αυτοί καθιστούσαν τις διαπραγματεύσεις περιττές και αγνόησαν τις πολλές συμφιλιωτικές χειρονομίες που απηύθυνε ο Άσαντ προς την κατεύθυνσή τους. Αυτό κατέστησε μια συνεχιζόμενη συμμαχία με τη Ρωσία, και αργότερα με το Ιράν, απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση του καθεστώτος.

Η Συρία υπέφερε επίσης από την κατάστασή της ως κράτος με λίγες ιστορικές ρίζες. Αποτελούμενη από μια σειρά προηγουμένως αυτόνομων επαρχιών, οι Μπααθιστές κληρονόμησαν ένα έθνος μόνο κατ’ όνομα. Ο συριακός εθνικισμός ήταν πάντοτε σχετικά αδύναμος, η ταυτότητά του ήταν θεμελιωδώς συνδεδεμένη με τις σχέσεις του με την ευρύτερη αραβική κοινότητα και επομένως με τον αγώνα για την Παλαιστίνη.[78] Αυτό καθιστούσε πολιτικά δύσκολο να εγκαταλείψει ανοιχτά τον αγώνα κατά του σιωνισμού.

Η αντιιμπεριαλιστική στάση του καθεστώτος ήταν επίσης καθοριστική για την καταπολέμηση της αυξανόμενης σουνιτικής ισλαμιστικής αντιπολίτευσης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Παρόλο που ο Άσαντ προσκυνούσε τις ισλαμικές αρχές, ως επικεφαλής μιας σεχταριστικής αλαουιτικής κυβέρνησης υπήρχε ένα προφανές όριο στην ικανότητά του να σχετίζεται με τον σε μεγάλο βαθμό σουνιτικό πληθυσμό σε θρησκευτική βάση.[79] Μια απάντηση ήταν να τονίσει τον αναμφισβήτητα σεχταριστικό χαρακτήρα της ισλαμιστικής αντιπολίτευσης και την ανάγκη για ένα ισχυρό κράτος για την προστασία των μειονοτήτων. Αλλά όταν η κυβέρνηση ήθελε να δικαιολογήσει τη μαζική σφαγή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ισχυρίστηκε επίσης ότι η Αδελφότητα ήταν μια φιλοσιωνιστική και υποστηριζόμενη από τη Δύση οργάνωση.[80]

Ο τελευταίος παράγοντας που δυσκόλεψε να ακολουθήσει τον Σαντάτ προς την κατεύθυνση της ανοιχτής συνθηκολόγησης ήταν η πίεση από τους περιφερειακούς αντιπάλους του, ιδίως από το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Εκτός από μια σύντομη περίοδο αποκλιμάκωσης το 1979, όταν τα δύο καθεστώτα ενώθηκαν ενάντια στη συμφωνία του Σαντάτ με το Ισραήλ, το συριακό και το ιρακινό Μπά’αθ βρίσκονταν σε αντιπαράθεση. Εκμεταλλευόμενος κυνικά τη στρατηγική του απόσταση από το Ισραήλ, ο Σαντάμ επιτέθηκε επανειλημμένα στη Συρία για την αποτυχία της να αντιμετωπίσει το σιωνιστικό κράτος – παρόλο που ποτέ δεν βοήθησε με ουσιαστικό τρόπο.

Αντιμετωπιζόμενος με εχθρότητα και αδιαφορία από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να διατηρήσει τον έλεγχο ενός διαιρεμένου έθνους και πιεζόμενος κυνικά από τους περιφερειακούς του αντιπάλους, ο Άσαντ δεν είχε επομένως καμία ικανότητα ή κίνητρο να έρθει σε δημόσια ρήξη με τον αραβικό εθνικισμό και την ιδέα της «αντίστασης». Αυτή η πραγματιστική απόφαση να διατηρήσει μια αντιπαραθετική γλώσσα και γεωπολιτική ευθυγράμμιση δεν πρέπει να συγχέεται με γνήσια αλληλεγγύη προς τους Παλαιστίνιους ή οποιονδήποτε άλλον. Όπως εξήγησε ο Χάφεζ αλ-Άσαντ στον Χένρι Κίσινγκερ, «η δυσκολία της Συρίας είναι ότι οι άνθρωποι εδώ που έχουν γαλουχηθεί επί είκοσι έξι χρόνια με το μίσος [για το Ισραήλ], δεν μπορούν να μετακινηθούν εν μία νυκτί από μια αλλαγή πορείας μας.»[81]

 

Επίλογος

Γεγονότα όπως η συριακή επανάσταση αποτελούν σημαντικές δοκιμασίες για την αριστερά διεθνώς. Αν και δεν μπορούν να είναι ο μοναδικός παράγοντας για τον καθορισμό του προγράμματος και της τακτικής μας, η ικανότητα αναγνώρισης και υποστήριξης των λαϊκών επαναστάσεων είναι ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό ενός σοσιαλιστικού κινήματος με αρχές. Από αυτή την άποψη, η ιστορία που αναφέρεται σε αυτό το άρθρο θα έπρεπε να είναι περιττή. Δυστυχώς, το φάντασμα του σταλινισμού συνεχίζει να στοιχειώνει την αριστερά. Έτσι, ελπίζουμε ότι τα γεγονότα και τα επιχειρήματα αυτού του άρθρου μπορούν να είναι χρήσιμα στην απάντηση στη φιλοκαθεστωτική προπαγάνδα.

Εν τω μεταξύ, οι ήρωες του Χαλεπιού και άλλων επαναστατικών πόλεων της Συρίας συνεχίζουν να αγωνίζονται για την ελευθερία, αντιμετωπίζοντας τις ρωσικές βόμβες και τη δυτική αδιαφορία. Είτε νικήσουν είτε χάσουν, δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Omar Hassan, “The origins of the criminal Assad dynasty”, Marxist Left Review, τεύχος 13, καλοκαίρι 2017, https://marxistleftreview.org/articles/the-origins-of-the-criminal-assad-dynasty/.

 

Σημειώσεις

[1] Yassin-Kassab and Al-Shami 2016.

[2] Hinnebusch 1993, σελ. 245.

[3] Hinnebusch 1993, σελ. 4.

[4] Ma’oz 1988, σσ. 14-15.

[5] Hinnebusch 1993, σελ. 244.

[6] Dam 1996, σελ. 5. Για περισσότερα βλ. Ma’oz 1973, σελ. 29.

[7] Beinin 2001, σσ. 114-132.

[8] Batatu 2004, σελ. 900.

[9] Dusen 1972.

[10] George 2003, σελ. 68.

[11] Aulas 1988, σελ. 137· για περισσότερα σχετικά με αυτό στο συριακό πλαίσιο βλέπε Halpern 1970, σσ. 51-78. Για μια γενικότερη θεωρητική περιγραφή των κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών χαρακτηριστικών των μεσαίων τάξεων τίποτα δεν ξεπερνάει τον Draper 1978.

[12] Ayubi 1996, σσ. 196-203.

[13] Beinin 2001, σελ. 13-20.

[14] Ayubi 1996 σσ. 205-206. Για μια συζήτηση του αιγυπτιακού αντίστοιχου βλ. Alexander 2006.

[15] Rabinovich 1972.

[16] Hinnebusch 1990, σσ. 134-5.

[17] Maoz 1988, σελ. 37.

[18] Olson 1982, σελ. 115.

[19] Beinin 2001, σελ. 136· Ayubi 1996, σελ. 217.

[20] Leca 1988, σελ. 190· Hinnebusch 1990, σσ. 144-145.

[21] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την περίοδο αυτή βλ. Kerr 1973.

[22] Leca 1988, σσ. 183-192.

[23] Perthes 1998, σελ. 110.

[24] Hinnebusch 1993, σελ. 252.

[25] Batatu 1999, σελ. 208. Στο πλαίσιο της σημερινής επανάστασης βλέπε Nasr 2012.

[26] Perthes 1998, σελ. 142.

[27] Leca 1988, σελ. 150.

[28] Ayubi 1988, σελ. 134.

[29] Ayubi 1996, σελ. 357.

[30] Seale 1990, σελ. 171.

[31] O’Donnell 1977, σελ. 68.

[32] Oakley 2011, σελ. 39.

[33] Ayubi 1996, σελ. 189.

[34] O’Donnell 1977, σελ. 49.

[35] Firro 1986, σελ. 44.

[36] Perthes 1998, σσ. 42-45.

[37] Perthes 1998, σελ. 34.

[38] Firro 1986, σελ. 62.

[39] Perthes 1998, σελ. 109.

[40] Perthes 1998, σελ. 108.

[41] Perthes 1998, σελ. 117.

[42] Perthes 1998, σελ. 105.

[43] George 2003, σσ. 165-166.

[44] Ayubi 1996, σελ. 217.

[45] Hinnebusch, R. 1990, σελ. 135.

[46] Talhami, G. H. 2001, σσ. 78-79, 86.

[47] Ma’oz 1988, σελ. 37.

[48] Olson 1982, σελ. 115· Ajami 1976· Kerr 1973, σσ. 695-697.

[49] Seale 1990, σελ. 348.

[50] Seale 1990, σελ. 147.

[51] Drysdale and Hinnebusch 1991, σσ. 105-106.

[52] The Insight Team 1974, σελ. 73.

[53] Seale 1990, σελ. 197.

[54] Sela 1998, σελ. 141.

[55] The Insight Team 1974, σελ. 488.

[56] Seale 1990, σσ. 221-224.

[57] Seale 1990, σσ. 250-252.

[58] Petran 1989, σσ. 28-32.

[59] Chamie 1976, σσ. 178-180. Προσοχή: ποτέ δεν ήταν όλοι οι χριστιανοί πλούσιοι ή όλοι οι μουσουλμάνοι φτωχοί, και οι πλούσιοι χριστιανοί συχνά βοήθησαν στη δημιουργία και την ηγεσία προοδευτικών κομμάτων.

[60] Krayem 1997, σελ. 412.

[61] Chamie 1976, σελ. 173· Qubain 1961, σσ. 170-171.

[62] Fisk 1990, σσ. 74-75.

[63] Rabil 2003, σελ. 49.

[64] Rabil 2003, σσ. 46-50.

[65] Salibi 1990, σσ. 19-37.

[66] Salibi 1990, σελ. 105.

[67] Khalidi 1979, σελ. 55.

[68] Avi-Ran 1991.

[69] Dawisha 1980, σελ. 109.

[70] Talhami 2001, σελ. 115.

[71] Dawisha 1980, σσ. 102-106· Olson 1982, σσ. 152-153.

[72] Seale 1990, σελ. 283.

[73] Ma’oz 1988, σελ. 127.

[74] Rabil 2003, σελ. 52.

[75] Patrick Reevell, “US Not Seeking ‘Regime Change’ in Syria, John Kerry Says After Meeting With Russian President”, http://abcnews.go.com/International/john-kerry-meets-russian-president-vladimir-putin-seek/story?id=35782171, 15 Δεκεμβρίου 2015.

[76] USA International Development 2011.

[77] Aulas 1988, σελ. 148. Η στροφή αυτή στηρίχθηκε σε προϋπάρχουσες απομονωτικές τάσεις εντός της Αιγύπτου – για περισσότερα σχετικά βλέπε Gershoni and Janjokowski 1986.

[78] Ma’oz 1986, σελ. 12-17· Hinnebusch 1990, σελ. 304.

[79] Dam 1996, σελ. 95.

[80] Hinnebusch 1990, σελ. 298.

[81] Kissinger 1982, σελ. 1087.

 

Βιβλιογραφία

Ajami, Fouad 1976, “Between Cairo and Damascus: The Arab World and the New Stalemate”, Foreign Affairs, 54.

Alavi, Hamza 1972, “The State in Post-Colonial Societies: Pakistan and Bangladesh”, New Left Review, 74.

Alexander, Anne 2006, “Suez and the High Tide of Arab Nationalism”, International Socialism, 112, φθινόπωρο.

Aulas, Marie-Christine 1988, “State and Ideology in Republican Egypt”, στο F. Halliday and H. Alavi (επιμ), State and Ideology in the Middle East and Pakistan, Macmillan Press.

Avi-Ran, Reuven 1991, The Syrian Involvement in Lebanon Since 1975, Westview Press.

Ayubi, Nazih 1988, “Arab Bureaucracies: Expanding Size, Changing Roles”, in A. Zartman (επιμ.), Beyond Coercion, Croom Helm.

Ayubi, Nazih 1996, Over-Stating the Arab State: Politics and Society in the Middle East, IB Tauris.

Batatu, Hanna 1999, Syria’s Peasantry, the Descendants of its Lesser Rural Notables, and their Politics, Princeton University Press.

Batatu, Hanna 2004, The Old Social Classes and the Revolutionary Movements of Iraq: A Study of Iraq’s Old Landed and commercial Classes and of its Communists, Ba’thists and Free Officers, Saqi Books.

Beinin, Joel 2001, Workers and Peasants in the Modern Middle East, Cambridge University Press.

Chamie, Joseph 1976, “The Lebanese Civil War: An Investigation into the Causes”, World Affairs, 139.

van Dam, Nikolaos 1996, The Struggle for Power in Syria: Politics and Society under Asad and the Ba’th Party, IB Tauris.

Dawisha, Adeed 1980, Syria and the Lebanese Crisis, Macmillan Press.

Draper, Hal 1978, Karl Marx’s Theory of Revolution, Vol. II, The Politics of Social Classes, Monthly Review Press.

Drysdale, A. and R. Hinnebusch 1991, Syria and the Middle East Peace Process, Council on Foreign Relations.

van Dusen, Matthew 1972, “Political Integration and Regionalism in Syria”, Middle East Journal, 26.

Firro, Kais 1986, “The Syrian Economy under the Assad Regime” in M. Ma’oz and A. Yaniv (επιμ.), Syria Under Assad: Domestic Constraints and Regional Risks, Croom Helm.

Fisk, Robert 1990, Pity the Nation: Lebanon at War, Oxford University Press.

George, Alan 2003, Syria: Neither Bread nor Freedom, Zed Books.

Gershoni, Israel and James Jankowski 1986, Egypt, Islam, and the Arabs: The Search for Egyptian Nationhood, Oxford University Press.

Halpern, Manfred 1970, The Politics of Social Change in the Middle East and North Africa, Princeton University Press.

Hinnebusch, Raymond 1990, Authoritarian Power and State Formation in Ba’thist Syria: Army, Party, Peasant, Westview Press.

Hinnebusch, Raymond 1993, State and Civil Society in Syria, Middle East Journal, 47.

Kerr, Malcolm 1973, “Hafiz Assad and the Changing Patterns of Syrian Politics”, International Journal, 28.

Khalidi, Walid 1979, Conflict and Violence in Lebanon: Confrontation in the Middle East, Harvard University Press.

Kissinger, Henry 1982, Years of Upheaval, Little Brown.

Krayem, Hassan 1997, “The Lebanese Civil War and the Taif Agreement”, στο P. Salem (επιμ.), Conflict Resolution in the Arab World: Selected Essays, American University of Beirut.

Leca, Jean 1988, “Social Structure and Political Stability: Comparative Evidence from the Algerian, Syrian, and Iraqi Cases”, in A. Dawisha and W. Zartman (eds), Beyond Coercion, Croom Helm.

Ma’oz, Moshe 1973, “Society and State in Modern Syria”, στο M. Milson (επιμ.), Society and Political Structure in the Arab World, Humanities Press.

Ma’oz, Moshe 1986, “The Emergence of Modern Syria”, στο M. Ma’oz and A. Yaniv (επιμ.), Syria Under Assad: Domestic Constraints and Regional Risks, Croom Helm.

Ma’oz, Moshe 1988, Asad: The Sphinx of Damascus, Grove Weidenfeld.

Nasr, Vali 2012, “What Syria’s Power Struggle Means”, Council on Foreign Relations, November, http://www.cfr.org/syria/syrias-power-struggle-means/p28432.

Oakley, Corey 2011, “Confronting the Stalinist legacy”, Marxist Left Review, 2, Autumn.

O’Donnell, Guillermo 1977, “Corporatism and the Question of the State”, στο J. Malloy (επιμ.), Authoritarianism and Corporatism in Latin America, University of Pittsburgh Press.

Olson, Robert 1982, The Ba’th and Syria, 1947-1982: The Evolution of Ideology, Party, and State, The Kingston Press.

Perthes, Volker 1998, The Political Economy of Syria Under Asad, IB Taurus.

Petran, Tabetha 1989, The Struggle over Lebanon, Monthly Review Press.

Qubain, Fahim 1961, Crisis in Lebanon, Middle East Institute.

Rabil, Robert 2003, Embattled Neighbours: Syria, Israel & Lebanon, Lynne Rienner Publishers.

Rabinovich, Itamar 1972, Syria Under the Ba’th, 1963-1966: The Army Party Symbiosis, Transaction Publishers.

Salibi, Kamal 1990, A House of Many Mansions: The History of Lebanon Revisited, University of California Press.

Seale, Patrick 1990, Asad of Syria: The Struggle for the Middle East, University of California Press.

Sela, Avraham 1998, The Decline of the Arab-Israeli Conflict: Middle East Politics and the Quest for Regional Order, State University of New York Press.

Talhami, Ghada 2001, Syria and the Palestinians: The Clash of Nationalisms, University Press of Florida.

The Insight Team of the London Sunday Times 1974, The Yom Kippur War, Doubleday & Company.

USA International Development 2011, Custom Country Report: Egypt: Total Economic and Military Assistance, http://gbk.eads.usaidallnet.gov.

Yassin-Kassab, Robin and Leila Al-Shami 2016, Burning Country. Syrians in Revolution and War, Pluto Press.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 11 Ιουνίου 2024 20:37

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.