Σάββατο, 22 Αυγούστου 2026 23:20

Σοσιαλισμός και αποικιοκρατία

Εθνικιστική καρτποστάλ που εκδόθηκε από το γερμανικό Κόμμα του Κέντρου (Zentrumspartei) πριν από τις εκλογές του 2012 για το Ράιχσταγκ. Οι μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Αμερική, Ιταλία, Γαλλία) μοιράζουν την τούρτα των αποικιών. Στα αριστερά η Γερμανία (με τη μορφή ιππότη με κράνος) την οποία έχουν αφήσει εκτός μοιρασιάς, προσπαθεί να πλησιάσει για αν πάρει κι αυτή κομμάτι, αλλά τον ιππότη-Γερμανία εμποδίζουν με τη βία δύο σοσιαλδημοκράτες, ο Καρλ Λίμπκνεχτ και ο Γκέοργκ Λέντεμπουρ. Ο τίτλος πάνω δεξιά: «Η Σοσιαλδημοκρατία ενάντια στην Παγκόσμια Πολιτική [της Γερμανίας], ενάντια στις αποικίες, ενάντια στον στρατό και τον στόλο!». Και κάτω δεξιά: «Κάτω οι κόκκινοι προδότες της πατρίδας!»

 

 

Gilbert Achcar

 

Σοσιαλισμός και αποικιοκρατία

 

 

[Το άρθρο αυτό μεταφράζεται από το λήμμα « Colonialism / Imperialism / Orientalism » στο Histoire globale des socialismes XIX-XXIe siècle, επιμέλεια Jean-Numa Ducange, Razmig Keucheyan και Stéphanie Roza, Παρίσι: Presses Universitaires de France, 2021, σσ. 109-122.]

 

 

Οι ιδέες της κοινωνικής διανομής του πλούτου, καθώς και η ιστορική εφαρμογή τους σε διάφορες κλίμακες, προϋπήρχαν της εμφάνισης του όρου «σοσιαλισμός» στις αρχές του 19ου αιώνα. Η Παγκόσμια Ανατολή, ιδιαίτερα, τις βίωσε αρκετούς αιώνες νωρίτερα, κυρίως με τη θρησκευτική μορφή που ήταν η παγκοσμίως κυρίαρχη μορφή κοινωνικών ουτοπιών μέχρι τον 18ο αιώνα. Ο Ιησούς της Γαλιλαίας, ο Μάζντακ της Περσίας ή οι Καρματιανοί της Αραβίας αποτελούν σημαντικές στιγμές στην παγκόσμια ιστορία των σοσιαλισμών από την αυγή της ανθρωπότητας. Γεννημένος στην Ανατολή, ο χριστιανισμός έπαιξε εξάλλου καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού, είτε με τη μορφή θρησκευτικών κολεκτιβιστικών εμπειριών πριν από τον Διαφωτισμό, όπως αυτή του Τόμας Μύντσερ, είτε άμεσα ή έμμεσα στη γένεση των διαφόρων σοσιαλισμών του 19ου αιώνα.

Ωστόσο, η κύρια μορφή υπό την οποία η Ανατολή εμφανίστηκε στα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά δόγματα του 19ου αιώνα ήταν αυτή των φανταστικών εκπροσώπων της στη Δύση, των Εβραίων, των οποίων η στερεοτυπική εικόνα τους συνέδεε με τον κόσμο της οικονομίας, τον οποίο οι σοσιαλιστές εξ ορισμού απεχθάνονται. Από τον Φουριέ ως τον Μπλανκί και στη συνέχεια ως τον Μπακούνιν, γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό οι σοσιαλιστές του 19ου αιώνα –ιδίως οι Γάλλοι ανάμεσά τους– συμμερίζονταν αντιεβραϊκές προκαταλήψεις που κληρονομήθηκαν από μια μεσαιωνική χριστιανική παράδοση. Οι Εβραίοι [Jews] –για τους οποίους ο Προυντόν, σε μια στιγμή εξεφτελισμού, έγραψε στα Σημειωματάριά του το 1847 ότι ήταν απαραίτητο «να στείλουμε αυτή τη φυλή πίσω στην Ασία ή να την εξοντώσουμε»– αποκαλούνταν συχνά με τους χαρακτηρισμούς Hebrews και Israelites που τους επανασυνδέουν με την Ανατολή από την οποία φέρονταν ότι προέρχονταν. Η έννοια του αντισημιτισμού, η οποία άρχισε να διαδίδεται προς το τέλος του 19ου αιώνα εμπνευσμένη από τα παραληρήματα του Ερνέστ Ρενάν, επικύρωσε την αναγωγή τους στην ανατολική επικράτεια των σημιτικών διαλέκτων από την οποία προήλθαν οι τρεις κύριες αβρααμικές θρησκείες.

Η θλιβερή πορεία των περισσότερων σοσιαλιστικών δογμάτων του 19ου αιώνα στο «εβραϊκό ζήτημα» είναι η απόδειξη, αν χρειαζόταν, ότι η αντίθεση στην «πλουτοκρατία» δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ρήξη με το σύνολο της κυρίαρχης épistémè [επιστήμη][1]. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κοινοτοπίες σχετικά με τις διαφορές που δεν συμπίπτουν με την κατανομή του πλούτου, όπως οι φυλετικές και έμφυλες προκαταλήψεις – ή ο οριενταλισμός, ως εκδήλωση του δυτικού εθνοκεντρισμού με τη σύγχρονη έννοια του όρου που έγινε γνωστή από τον Έντουαρντ Σαΐντ και υιοθετείται στα όσα ακολουθούν. Το μίσος που εκδηλωνόταν προς τους Εβραίους ήταν γενικά μέρος μιας περιφρόνησης προς την Ανατολή, τον κατ’ εξοχήν «άλλο» της Δύσης.

Ωστόσο, μπορεί κανείς να βρει μια πιο μεγαλόψυχη προσέγγιση της μουσουλμανικής Ανατολής στον Ανρί ντε Σαιν Σιμόν, τον «ουτοπιστή σοσιαλιστή», του οποίου η κληρονομιά ήταν σημαντικότερη. Ενάντια στον τυπικό οριενταλιστή Βολνέ, υποστήριξε το 1808 ότι οι Άραβες βρίσκονταν στην «πρωτοπορία της ανθρωπότητας» όσον αφορά την πολιτική και την επιστήμη από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα. Έκτοτε, βέβαια, η μουσουλμανική Ανατολή είχε περιπέσει σε παρακμή και είχε αντικατασταθεί από την Ευρώπη στον ρόλο της πρωτοπορίας, αλλά ο Σαιν-Σιμόν παρέμενε πεπεισμένος ότι οι μη ευρωπαϊκές κοινωνίες μπορούσαν να προοδεύσουν στο μονοπάτι που χάραξε η Ευρώπη, υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα τις καθοδηγούσε κατά τη μετάβασή τους από το «θεολογικό στάδιο» στο «θετικό στάδιο». Στο έργο του Catéchisme des industriels (1824) επαναλαμβάνει την άποψη ότι «όλοι οι λαοί της γης, υπό την προστασία της ενωμένης Γαλλίας και της Αγγλίας, θα ανέλθουν διαδοχικά στο βιομηχανικό σύστημα, τόσο γρήγορα όσο επιτρέπει η κατάσταση του πολιτισμού τους».

Ο κύριος μαθητής του Σαιν-Σιμόν, ο Προσπέρ Ενφαντέν, γνωστός ως «ο Πατέρας», ερωτεύτηκε την Ανατολή, όπου ήλπιζε να βρει τη «Μητέρα» (η οποία θα ανήκε στην «εβραϊκή φυλή», όπως πίστευε), συμμετέχοντας έτσι σε μια ερωτικοποίηση της σχέσης Δύσης/Ανατολής που ήταν ευρέως διαδεδομένη τον 19ο αιώνα. Το αγαπημένο πεδίο του μεγάλου σχεδίου των Σαιν-Σιμονιστών ήταν η Αίγυπτος: αφού προσπάθησαν μάταια να προσεταιριστούν τον Οθωμανό Βαλή Μεχμέτ Αλί για τον σκοπό τους, κατέληξαν να προτείνουν την άμεση γαλλοβρετανική κατάληψη της χώρας. Το αγαπημένο τους σχέδιο ήταν η διάνοιξη μιας διώρυγας στον Ισθμό του Σουέζ, ένα σχέδιο του οποίου την πατρότητα θα διεκδικούσε αργότερα αποκλειστικά για τον εαυτό του ο Φερντινάντ ντε Λεζέπ, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια. Η αποτυχία των αιγυπτιακών φιλοδοξιών ώθησε τους Σεν Σιμονιστές να στραφούν στην Αλγερία: ένθερμος υποστηρικτής του αποικισμού της χώρας από τη Γαλλία, ο Ενφαντέν καταδίκασε ωστόσο τις σφαγές που διαπράχθηκαν εκεί από τα γαλλικά στρατεύματα. Πιστός στην πεποίθηση του Σαιν-Σιμόν για τη δυνατότητα αλλαγής του κόσμου μέσω της πειθούς, ονειρευόταν το 1840 να κερδίσει ολόκληρη την υπό οθωμανική κυριαρχία μουσουλμανική Ανατολή με τις αρετές του γαλλικού «θετικού» πνεύματος. Παρά τις εκκεντρικότητές της όμως, η φιλοσοφία της ιστορίας του Σαιν Σιμόν είναι παραδειγματική της αριστερής αποικιοκρατικής σκέψης: ένας πατερναλιστικός και αυτοδικαιωμένος υποστηρικτής της «εκπολιτιστικής αποστολής» της Ευρώπης απέναντι στους «βάρβαρους» πληθυσμούς του παγκόσμιου Νότου.

Ανυψωμένος στο βαθμό του φιλοσοφικού στοχασμού, ο Οριενταλισμός –αυτή η ουσιοκρατική ερμηνεία της Ανατολής ως καθορισμένης από πολιτισμούς που φέρονται ως αιώνιοι και μάλιστα αμετάβλητοι– δεν είναι ουσιαστικά παρά μια προσωποποίηση της ιδεαλιστικής ερμηνείας της ιστορίας. Βρίσκουμε έτσι μια εγχειριδιακή έκφρασή του στην κορωνίδα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας που ενσαρκώνεται από τον Χέγκελ: οι Διαλέξεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (1821-1831) είναι μια συλλογή κουλτουραλιστικών στερεοτύπων, τόσο για την Ανατολή όσο και για την Δύση. Κατά συνέπεια, η πρώτη προϋπόθεση για να ξεπεραστεί ο οριενταλισμός, όπως και όλοι οι ουσιοκρατισμοί, είναι η επιστημολογική ρήξη με την ερμηνεία της ιστορίας μέσα από το πρίσμα του πολιτισμού. Πριν ολοκληρώσει την θεωρητική του αποστασιοποίηση από τον αριστερό εγελιανισμό, ο ίδιος ο νεαρός Μαρξ, παρά την εβραϊκή του καταγωγή, είχε φλερτάρει με τα ουσιοκρατικά αντιεβραϊκά κλισέ του Μπρούνο Μπάουερ στην κριτική του τελευταίου.

Από τότε που ανακάλυψε, μαζί με τον Ένγκελς, την ευρετική [heuristic] αποτελεσματικότητα της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας, την οποία εμβάθυναν και οι δύο γράφοντας τη Γερμανική Ιδεολογία το 1846, οι δύο φίλοι απέδιδαν τις διαφορές στην ανάπτυξη μεταξύ των χωρών σε υλικούς και κυρίως σε οικονομικούς παράγοντες. Παρέμειναν ωστόσο δέσμιοι της ευρωκεντρικής épistémè της εποχής τους, αποδίδοντας έναν προοδευτικό ιστορικό ρόλο στο ευρωπαϊκό αποικιακό εγχείρημα. Διατηρούσαν στο μυαλό τους μια «εκπολιτιστική αποστολή», αλλά όχι πια με την έννοια της εκπαίδευσης των βαρβάρων, αλλά μάλλον με την έννοια της καθολικής επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Υπό αυτή την οπτική γωνία, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) είναι ένας ύμνος στα πολιτιστικά θαύματα που θεωρήθηκε ότι επιτεύχθηκαν από την αστική τάξη, η οποία «τραβά όλα, ακόμη και τα πιο βάρβαρα, έθνη στον πολιτισμό [και] τα υποχρεώνει να εισάγουν αυτό που ονομάζει πολιτισμό ανάμεσά τους» – αυτή η αστική τάξη που, όπως ακριβώς είχε υποτάξει «την ύπαιθρο στην κυριαρχία των πόλεων», έκανε «τις βάρβαρες και ημιβάρβαρες χώρες να εξαρτώνται από τις πολιτισμένες, τα έθνη των αγροτών από τα έθνη των αστών, την Ανατολή από τη Δύση».

Ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα δεν είναι πλέον πολιτισμικά χαρακτηριστικά εδώ: αυτό που διακρίνει τη Δύση από την Ανατολή στην αντίληψη του Μαρξ και του Ένγκελς δεν είναι μια ανώτερη διανοητική ικανότητα, αλλά μια διαφορά θέσης στην ιστορική κλίμακα της αστικής ανάπτυξης. Ακριβώς όπως για τον Σαιν-Σιμόν, η Ευρώπη είχε διαδεχθεί τους Άραβες απλώς και μόνο επειδή βρέθηκε στη θέση της «πρωτοπορίας της ανθρωπότητας» όσον αφορά το επιστημονικό πνεύμα, έτσι βρέθηκε, στα μάτια του Μαρξ και του Ένγκελς, και στην πρώτη γραμμή της οικονομικής ανάπτυξης ως η περιοχή εντός της οποίας είχε απογειωθεί ο σύγχρονος καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Αυτό ανέθεσε στην ευρωπαϊκή αστική τάξη το καθήκον της εξάπλωσης του βιομηχανικού πολιτισμού στον υπόλοιπο κόσμο.

Όπως η υποταγή της υπαίθρου στις πόλεις στην ίδια την Ευρώπη, έτσι και η υποταγή των βάρβαρων εθνών στα πολιτισμένα έθνη και της Ανατολής στη Δύση δεν μπορούσε να γίνει χωρίς ωμότητα. Καλοί υλιστές καθώς ήταν, ο Μαρξ και ο Ένγκελς γνώριζαν ότι η βία είναι η «μαμή» του δυναμικού για την πρόοδο που περιέχει κάθε κοινωνία, όπως θα το περιέγραφε αργότερα ο Μαρξ στο έργο του Das Kapital (1867). Πίστευαν λοιπόν ότι στα μάτια της ιστορίας, η βιαιότητα της αυτοκρατορικής επέκτασης της Ευρώπης στην Ανατολή και στην Αφρική, όπως και εκείνη των απογόνων της στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για την εκπλήρωση της αποστολής της προόδου. Εν ολίγοις, ο εκπολιτιστικός σκοπός της ευρωπαϊκής επέκτασης δικαιολογούσε τα βάρβαρα μέσα στα οποία κατέφυγε.

Αυτή η εσχατολογική προοπτική εκφράστηκε για την Ανατολή από τον Μαρξ και τον Ένγκελς με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στην αρχή της κοινής τους πνευματικής διαδρομής. Το άρθρο για την Αλγερία που δημοσίευσε ο Ένγκελς στην εφημερίδα The Northern Star το 1848 είναι μια εντυπωσιακή απεικόνιση αυτού του γεγονότος. «Αν και ο τρόπος με τον οποίο βάναυσοι στρατιώτες, όπως ο Μπυγκώ, διεξήγαγαν τον πόλεμο είναι άκρως επιλήψιμος, η κατάκτηση της Αλγερίας είναι ένα σημαντικό και ευτυχές γεγονός για την πρόοδο του πολιτισμού», πίστευε ο νεαρός Ένγκελς. Την ίδια προοπτική συναντάμε και στον Μαρξ στο περίφημο άρθρο του 1853 για την Ινδία. Ενώ λυπόταν για τη μοίρα των ιθαγενών θυμάτων της βρετανικής αποικιοκρατίας, προειδοποιούσε τους αναγνώστες του ενάντια σε κάθε ρομαντικό πειρασμό εξιδανίκευσης της προαποικιακής Ινδίας, καλώντας τους να «μην ξεχνούν ότι αυτά τα ειδυλλιακά χωριά-κοινότητες, όσο αβλαβή κι αν φαίνονται, αποτελούσαν πάντα το στέρεο θεμέλιο του ανατολίτικου δεσποτισμού». Το συμπέρασμά του ήταν σύμφωνο με εκείνο του Ένγκελς για την Αλγερία: «όποια κι αν ήταν τα εγκλήματα της Αγγλίας, ήταν το ασυνείδητο εργαλείο της ιστορίας» για την επανάσταση στην ινδική κοινωνία.

Έχοντας έρθει σε ρήξη επιστημολογικά με τον εγελιανό ιδεαλισμό, ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν επίσης έρθει σε ρήξη με τον οριενταλισμό ως πολιτισμική εξήγηση της ιστορίας. Όμως αυτή η ρήξη δεν μπορούσε να είναι αρκετή για να τους απαλλάξει από τα οριενταλιστικά στερεότυπα που κυριαρχούσαν στο ευρωπαϊκό γνωστικό και δημοσιογραφικό πεδίο στο οποίο συμμετείχαν. Τέτοια στερεότυπα αφθονούν στα σχόλια που έκαναν οι δύο φίλοι κατά την πρώτη δεκαετία της συνεργασίας τους, ιδίως για την οθωμανική Τουρκία και την Ινδία. Για να απαλλαγούμε από αυτά τα στερεότυπα, δεν αρκεί πράγματι να αποδώσουμε τη γένεσή τους σε υλικούς παράγοντες. Εξάλλου, ο «ανατολικός δεσποτισμός» καθοριζόταν από τις κλιματολογικές και γεωγραφικές συνθήκες κατά την εκτίμηση του ίδιου του Μοντεσκιέ. Όσο ο Μαρξ και ο Ένγκελς παρέμεναν εξαρτημένοι από την ευρωπαϊκή épistémè της εποχής τους, περιοριζόμενοι από την πρόσβασή τους αποκλειστικά σε πηγές που ανήκαν σε αυτήν, συνέχιζαν να εμμένουν εν μέρει στην οριενταλιστική προοπτική. Αν και ο ευρωκεντρισμός τους πήρε τη μορφή αναγνώρισης του προοδευτικού ιστορικού ρόλου του καπιταλισμού, εντούτοις προσυπέγραψαν τον μύθο της «εκπολιτιστικής αποστολής» της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.

Αυτό συνέβαινε επειδή έπρεπε ακόμη να ολοκληρώσουν την επιστημολογική τους ρήξη με τον ιστορικό ιδεαλισμό με μια ρήξη με την épistémè της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Έχοντας υποστηρίξει την οπτική γωνία του προλεταριάτου στη σχέση του με το κεφάλαιο, έπρεπε ακόμη να απομακρυνθούν από τις εθνοκεντρικές προκαταλήψεις που κυριαρχούσαν στο γεωπολιτικό τους περιβάλλον, προκειμένου να υιοθετήσουν την οπτική γωνία των καταπιεσμένων της μη ευρωπαϊκής ανθρωπότητας στη σχέση τους με την Ευρώπη και τους απογόνους της. Από αυτή την άποψη, η Ιρλανδία θα διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη των ιδεών του Μαρξ και του Ένγκελς, ξεκινώντας από τον τελευταίο. Η αλλαγή της άποψής του για τους Ιρλανδούς είναι εντυπωσιακή: ενώ στο έργο του Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845) επαναλάμβανε τις εθνοτικές προκαταλήψεις που προκαλούσε στους Άγγλους εργάτες η άθλια κατάσταση των Ιρλανδών μεταναστών, ο Ένγκελς θα γινόταν, λίγα χρόνια αργότερα, ένθερμος υποστηρικτής της ιρλανδικής υπόθεσης και θα παρέμενε έτσι μέχρι την τελευταία του πνοή.

Η εργάτρια Μέρι Μπερνς, η πρώτη Ιρλανδή σύντροφος του Ένγκελς, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή του. Η επίσκεψη στην Ιρλανδία που πραγματοποίησαν μαζί το 1856 άλλαξε ριζικά την προσέγγιση που είχε για το ιρλανδικό ζήτημα. Εξιστορώντας το ταξίδι του σε μια επιστολή προς τον Μαρξ, με ημερομηνία 23 Μαΐου 1856, στην οποία περιέγραφε την Ιρλανδία ως την πρώτη αποικία της Αγγλίας, ο Ένγκελς είπε στον φίλο του ότι αιώνες κατακτητικών πολέμων είχαν «καταστρέψει εντελώς τη χώρα». Χρόνια αργότερα, σε επιστολή με ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 1870, με την οποία ενημέρωνε τον Μαρξ για την πρόοδο της έρευνάς του σχετικά με την ιρλανδική ιστορία, ο Ένγκελς θα επιβεβαίωνε: «Όσο περισσότερο μελετώ το θέμα, τόσο πιο ξεκάθαρο μου γίνεται ότι, ως αποτέλεσμα της αγγλικής εισβολής, η Ιρλανδία στερήθηκε το σύνολο της ανάπτυξής της και ρίχτηκε αιώνες πίσω».

Απομάκρυνση λοιπόν από την ιδέα της αποικιοκρατίας ως παράγοντα οικονομικής προόδου! Αυτή η αντιστροφή της προοπτικής έμελλε να τοποθετήσει τον Μαρξ και τον Ένγκελς σταθερά στο στρατόπεδο των ένθερμων αντιπάλων της αποικιοκρατίας. Ήδη από το 1857, ο Ένγκελς άλλαξε ριζικά την κρίση του για την Αλγερία στο άρθρο που έγραψε για τη χώρα αυτή για τη New American Cyclopaedia. Οι Αλγερινοί δεν ήταν πια «ένα έθνος ληστών που ο κύριος τρόπος ζωής τους συνίστατο στο να κάνουν επιδρομές ... ο ένας εναντίον του άλλου» και στο οποίο η γαλλική αποικιοκρατία, παρά τη βαρβαρότητά της, είχε φέρει «πολιτισμό» και βιομηχανία, όπως είχε γράψει στο άρθρο του το 1848. Αντιθέτως, οι Γάλλοι ήταν αυτοί που είχαν καταστρέψει τη χώρα με τον τρόπο των βαρβαρικών εισβολών: «Οι αραβικές και καβιλικές φυλές [...] έχουν συντριβεί και διαλυθεί από τις τρομερές επιδρομές των razzias, κατά τις οποίες οι κατοικίες και οι περιουσίες καίγονται και καταστρέφονται, οι καλλιέργειες που βρίσκονται στο έδαφος καταστρέφονται, και οι άθλιοι φουκαράδες που απομένουν σφαγιάζονται ή υποβάλλονται σε όλες τις φρικαλεότητες της λαγνείας και της κτηνωδίας».

Αντίστοιχα, στα άρθρα που έγραψε το 1857-58 για την εφημερίδα New York Daily Tribune σχετικά με την Εξέγερση των Σεπόι, την πρώτη μεγάλη αντιαποικιακή εξέγερση της Ινδίας, ο Μαρξ υπερασπίστηκε την υπόθεση των εξεγερμένων εναντίον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, καταγγέλλοντας τη σκληρότητα των στρατευμάτων της και την εκμετάλλευση των ιθαγενών. Επίσης, ο Ένγκελς υπερασπίστηκε τους Κινέζους εναντίον των Ευρωπαίων στο σχόλιό του το 1857 για τον Δεύτερο Πόλεμο του Οπίου. Χιλιάδες μίλια μακριά από τις χθεσινές αυταπάτες του Μαρξ για τον εκπολιτιστικό ρόλο της αποικιοκρατίας, το κεφάλαιο που πραγματεύεται τη «Γένεση του βιομηχανικού καπιταλιστή», στον πρώτο τόμο του Das Kapital (1867), περιγράφει τον ρόλο που έπαιξε η αποικιακή επέκταση στην «πρωταρχική συσσώρευση» του κεφαλαίου στις μητροπόλεις εις βάρος των αποικιοκρατούμενων εδαφών και των φυσικών τους πόρων.

«Η ανακάλυψη των χρυσοφόρων και ασημοφόρων περιοχών στην Αμερική, η εξόντωση, το σκλάβωμα και το παράχωμα του ιθαγενούς πληθυσμού στα μεταλλεία, η έναρξη της κατάκτησης και της λεηλασίας των Ανατολικών Ινδιών, η μετατροπή της Αφρικής σε περιφραγμένη περιοχή κυνηγιού Μαύρων για το δουλεμπόριο – χαρακτηρίζουν τη χαραυγή της εποχής της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Αυτά τα ειδυλλιακά προτσές είναι κύρια στοιχεία της πρωταρχικής συσσώρευσης. Το αποικιακό σύστημα ανέπτυξε σαν φυτό θερμοκηπίου το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα. [Τα μονοπώλια] ήταν ισχυροί μοχλοί συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Οι αποικίες εξασφάλιζαν αγορές κατανάλωσης στη μανυφακτούρα, που αναπτυσσόταν γρήγορα, ενώ η μονοπωλιακή κατοχή αυτών των αγορών εξασφάλιζε μια εντατική συσσώρευση. Ο θησαυρός που ληστευόταν έξω από την Ευρώπη άμεσα με λεηλασίες, υποδουλώσεις και φόνους έρεε στη μητρόπολη και μετατρεπόταν εδώ σε κεφάλαιο.»

Παρ’ όλα αυτά, παρά τη νέα υπερκριτική τους στάση απέναντι στην αποικιοκρατία, δεν μπορεί κανείς να περιμένει να βρει στον Μαρξ και τον Ένγκελς μια πλήρως ανεπτυγμένη θεωρία για τη χειραφέτηση των αποικιοκρατούμενων λαών. Η επιστημολογική τους στροφή στην κατανόηση του ρόλου της αποικιακής κυριαρχίας στη δημιουργία και διαιώνιση μιας ιεραρχικής διαμόρφωσης του κόσμου δεν θα μπορούσε από μόνη της να αρκεί για να τους απαλλάξει πλήρως από τις ευρωκεντρικές προκαταλήψεις που κυοφορούνταν στο πολιτισμικό τους περιβάλλον. Ίχνη τέτοιων προκαταλήψεων μπορούν να βρεθούν στα γραπτά τους μέχρι τέλους. Ωστόσο, αντί να αποτελούν βασικά στοιχεία της κοσμοθεωρίας τους, δεν ήταν παρά πολιτισμικά κατάλοιπα.

Ο Ένγκελς καθόρισε τη θέση που θα έπρεπε να υιοθετήσει το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα στο αποικιακό ζήτημα σε περίπτωση νίκης το 1882. Σε μια επιστολή του προς τον Καρλ Κάουτσκι με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου, διατύπωσε, με ιδιαίτερη αναφορά στην Αλγερία, την Αίγυπτο και την Ινδία, τις ακόλουθες αρχές: το μητροπολιτικό προλεταριάτο πρέπει να οδηγήσει τις αποικιακές χώρες στην ανεξαρτησία το συντομότερο δυνατό∙ πρέπει να αρνηθεί κάθε αποικιακό πόλεμο, ακόμη και αν οι εθνικές επαναστάσεις στις αποικιακές χώρες έπαιρναν βίαιη τροπή∙ η ανεξαρτησία των αποικιοκρατούμενων χωρών είναι η καλύτερη λύση για το ευρωπαϊκό προλεταριάτο∙ μόνο με το παράδειγμα και την οικονομική έλξη πρέπει το ευρωπαϊκό προλεταριάτο να πείσει τις αποικιακές χώρες να προχωρήσουν προς το σοσιαλισμό∙ δεν μπορεί να επιβάλει την κοινωνική του πολιτική σε έναν άλλο λαό.

«Όπως το βλέπω, ... οι χώρες που απλώς βρίσκονται υπό κυριαρχία και οι οποίες κατοικούνται από αυτόχθονες, όπως η Ινδία, η Αλγερία και οι ολλανδικές, πορτογαλικές και ισπανικές κτήσεις, θα πρέπει να τεθούν προσωρινά υπό τον έλεγχο του προλεταριάτου και να οδηγηθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα προς την ανεξαρτησία. Πώς θα εξελιχθεί αυτή η διαδικασία είναι δύσκολο να πούμε. Η Ινδία μπορεί, και μάλιστα είναι πολύ πιθανό, να ξεκινήσει μια επανάσταση και, δεδομένου ότι ένα προλεταριάτο που επιδιώκει τη δική του απελευθέρωση δεν μπορεί να διεξάγει έναν αποικιακό πόλεμο, θα πρέπει να την αφήσει να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο, κάτι που προφανώς θα συνεπάγεται μεγάλη καταστροφή, αλλά τελικά κάτι τέτοιο είναι αναπόσπαστο από κάθε επανάσταση. Το ίδιο πράγμα θα μπορούσε να συμβεί και αλλού, ας πούμε στην Αλγερία ή την Αίγυπτο, και σίγουρα θα μας βόλευε περισσότερο. Θα έχουμε αρκετά για να ασχοληθούμε εδώ, στη χώρα μας. Μόλις αναδιοργανωθεί η Ευρώπη, και η Βόρεια Αμερική, η δύναμη που θα προκύψει θα είναι τόσο κολοσσιαία και το παράδειγμα που θα δοθεί θα είναι τέτοιο που οι ημιπολιτισμένες χώρες θα ακολουθήσουν το παράδειγμά μας εντελώς από μόνες τους∙ οι οικονομικές τους ανάγκες και μόνο θα φροντίσουν γι’ αυτό. Το ποιες κοινωνικές και πολιτικές φάσεις θα πρέπει στη συνέχεια να διανύσουν αυτές οι χώρες προτού αποκτήσουν επίσης μια σοσιαλιστική οργάνωση είναι κάτι για το οποίο δεν πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε εποικοδομητικές εικασίες προς το παρόν. Μόνο ένα πράγμα είναι βέβαιο, ότι δηλαδή ένα νικηφόρο προλεταριάτο δεν μπορεί να δώσει με τη βία οποιαδήποτε ευεργεσία σε μια άλλη χώρα χωρίς να υπονομεύσει τη δική του νίκη κατά τη διαδικασία.»

Ο Κάουτσκι είναι γνωστό ότι αργότερα αναδείχθηκε σε θεματοφύλακα της μαρξιστικής ορθοδοξίας εντός της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και της Δεύτερης Διεθνούς, ιδίως απέναντι στον ρεφορμιστικό αναθεωρητισμό του Έντουαρντ Μπερνστάιν. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι στην υπεράσπιση της ορθοδοξίας από τη μεριά του περιλαμβανόταν και το αποικιακό ζήτημα: Ο Κάουτσκι παρέμεινε πιστός στη γραμμή που καθόρισε ο Ένγκελς, του οποίου την επιστολή δημοσίευσε ως παράρτημα στο φυλλάδιο «Σοσιαλισμός και αποικιακή πολιτική» το 1907. Ήταν μια απάντηση στον Μπερνστάιν, ο οποίος, σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά, είχε υπερασπιστεί «την ιστορική αναγκαιότητα του αποικισμού» και την ιδέα ότι μια μετριοπαθής αποικιακή πολιτική θα ήταν προς το συμφέρον του προλεταριάτου των μητροπόλεων.

Αυτή η «σοσιαλιστική αποικιοκρατία» είχε εκφραστεί για πρώτη φορά στο πλαίσιο της Δεύτερης Διεθνούς τρία χρόνια νωρίτερα, στο συνέδριο του Άμστερνταμ (1904). Ο Ολλανδός σοσιαλδημοκράτης Χένρι βαν Κολ είχε υποβάλει στο συνέδριο ένα σχέδιο ψηφίσματος που δικαιολογούσε τη διατήρηση της αποικιοκρατίας υπό μια εργατική κυβέρνηση επικαλούμενος μια «σοσιαλιστική» εκδοχή της εκπολιτιστικής αποστολής. Αυτό προκάλεσε μια έντονη συζήτηση στη Διεθνή σε μια εποχή που η αποικιακή επέκταση βρισκόταν στο απόγειό της σε παγκόσμια κλίμακα και που τα αναπτυσσόμενα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, έχοντας αποκτήσει πρόσβαση στα εθνικά τους κοινοβούλια, βρίσκονταν όλο και περισσότερο αντιμέτωπα με το ζήτημα του «ιμπεριαλισμού».

Η συζήτηση συνεχίστηκε και διευθετήθηκε στο Συνέδριο της Στουτγάρδης (1907). Ο βαν Κολ επανέλαβε την πρότασή του με την υποστήριξη της πλειοψηφίας της γερμανικής αντιπροσωπείας, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Μπερνστάιν. Στην έξαρση της συζήτησης, έκανε χυδαία ρατσιστικά σχόλια που αποκάλυπταν ξεκάθαρα την υποκρισία της Σαιν-Σιμονικής πατερναλιστικής στάσης που τον χαρακτήριζε. Αυτές οι ιδιαίτερα σοκαριστικές παρατηρήσεις αξίζει να παρατεθούν, καθώς είναι αποκαλυπτικές –μαζί με την αντίδραση μέρους του ακροατηρίου– της αποικιοκρατικής νοοτροπίας μεγάλου μέρους της Σοσιαλδημοκρατίας στην ακμή της. Βάζουν σε προοπτική την ευθυγράμμιση των περισσότερων τμημάτων της Δεύτερης Διεθνούς πίσω από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους στον πόλεμο αποικιοκρατικής αναδιανομής του κόσμου που σε μεγάλο βαθμό υπήρξε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Κάουτσκι υποστήριζε την αναπτυξιακή βοήθεια αντί της αποικιοκρατίας: «Έχουμε κάθε συμφέρον να δούμε πρωτόγονους λαούς να επιτυγχάνουν έναν ανώτερο πολιτισμό, αλλά αυτό που αμφισβητώ είναι ότι αυτό απαιτεί την άσκηση αποικιοκρατικής πολιτικής. ... Αν θέλουμε να ενεργήσουμε ως εκπολιτιστές σε πρωτόγονους λαούς, η πρώτη αναγκαιότητα για μας είναι να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους, και αυτή την εμπιστοσύνη θα την κερδίσουμε μόνο όταν τους παραχωρήσουμε την ελευθερία».

Ο βαν Κολ ανταπάντησε: «Αν στείλουμε μια μηχανή στους νέγρους της Κεντρικής Αφρικής, ξέρετε τι θα κάνουν; Είναι πολύ πιθανό ότι θα χορέψουν έναν πολεμικό χορό γύρω από το ευρωπαϊκό μας προϊόν [γέλια] και είναι επίσης πιθανό ότι ο αριθμός των αναρίθμητων θεών τους θα αυξηθεί κατά έναν [κι άλλα γέλια]. ... Αν εμείς οι Ευρωπαίοι πηγαίναμε στην Αφρική με τις ευρωπαϊκές μας μηχανές, θα γινόμασταν τα θύματα της αποστολής μας [ο βαν Κολ είχε εξηγήσει ότι «αυτοί {οι ιθαγενείς} θα μπορούσαν ακόμη και να μας γδάρουν, ή και να μας φάνε...»]. Πρέπει, αντίθετα, να έχουμε τα όπλα στο χέρι για να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας, αν χρειαστεί, ακόμα κι αν ο Κάουτσκι το αποκαλεί ιμπεριαλισμό. [“Πολύ σωστά” από μερικά έδρανα]».

Η Αριστερά επικράτησε, αλλά με μικρή διαφορά, παρά το κύρος του Κάουτσκι. Στη συζήτηση αυτή είχαν αντιπαρατεθεί δεξιές πλειοψηφίες από τις αποικιοκρατικές χώρες (με εξαίρεση τους Ρώσους, οι οποίοι ήταν αριστεροί στην πλειοψηφία τους) και αριστερές μειοψηφίες από τις ίδιες αυτές χώρες, οι οποίες υποστηρίζονταν από αντιπροσωπείες από μη αποικιοκρατικές χώρες. Μεταξύ των τελευταίων, η πολωνική αντιπροσωπεία στην οποία συμμετείχε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, της οποίας η Συσσώρευση του Κεφαλαίου, που δημοσιεύτηκε το 1913, έμελλε να είναι το πρώτο μεγάλο μαρξιστικό θεωρητικό έργο που παραχωρούσε μεγάλη θέση στον αποικιακό κόσμο, έστω και αν δεν είχε μια πολιτική θεωρία του αντιαποικιοκρατισμού. Έχοντας διαπιστώσει τη φύση των διαφωνιών στο συνέδριο της Στουτγάρδης, ο Λένιν οδηγήθηκε στην επεξεργασία της θεωρίας του για μια «εργατική αριστοκρατία» που συντηρείται από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, με την οποία εξηγούσε τη «σοσιαλ-σοβινιστική» στροφή της πλειοψηφίας στα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των εμπόλεμων χωρών.

Η αποτυχημένη επανάσταση του 1905 στη Ρωσία, όπως και η νίκη της Ιαπωνίας, μιας ανατολικής δύναμης, στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-05, προκάλεσαν επαναστατικές αναταραχές στην Περσία, την Τουρκία και την Κίνα, τρεις χώρες σε πολιτιστική ώσμωση με την αποικιοκρατική επικράτεια της τσαρικής αυτοκρατορίας. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ενίσχυσε την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και στις τρεις χώρες, καθώς και στην Ινδία και σε άλλες χώρες της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής. Έχοντας έρθει στην εξουσία στη Ρωσία μέσω της επανάστασης του Οκτώβρη του 1917, οι Μπολσεβίκοι θα επένδυαν όλο και περισσότερο στα εθνικά και επαναστατικά κινήματα της Ανατολής για να σπάσουν την απομόνωσή τους, ιδίως μετά την αποτυχία της γερμανικής επανάστασης του 1918-19 και απέναντι στον πόλεμο που διεξήγαγαν εναντίον τους οι Δυνάμεις της Αντάντ από το 1918.

Συγκεντρώνοντας τη ριζοσπαστική Αριστερά της προπολεμικής Σοσιαλδημοκρατίας, η Τρίτη Διεθνής, που ιδρύθηκε το 1919, έθεσε τα εθνικά και αποικιακά ζητήματα στην ημερήσια διάταξη του δεύτερου συνεδρίου της το 1920. Το ύφος των συζητήσεων εκεί ήταν πολύ διαφορετικό από εκείνο της Στουτγάρδης: δεν αφορούσε πλέον τη στάση των μητροπόλεων απέναντι στην αποικιοκρατία, ένα ζήτημα στο οποίο η θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν σύμφωνη με την ορθοδοξία, αλλά τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στα εθνικιστικά κινήματα των αποικιακών και ημιαποικιακών χωρών – τόσο από τους κομμουνιστές των μητροπόλεων όσο και από τους ίδιους τους κομμουνιστές αυτών των χωρών, των οποίων η εκπροσώπηση στη νέα Διεθνή ήταν εξαρχής πιο σημαντική από ό,τι στην προηγούμενη.

Σε αυτό το τελευταίο ζήτημα προστέθηκε και η στάση των Μπολσεβίκων, που βρίσκονταν στην εξουσία, απέναντι στους λαούς και τα έθνη της ρωσικής αποικιακής αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερα από το 1913, ο Λένιν είχε εναδειχθεί σε ένθερμο υποστηρικτή του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση σε διάφορες αντιπαραθέσεις, η πιο διάσημη από τις οποίες τον έφερε αντιμέτωπο με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Υποστήριζε τον αυστηρό σεβασμό αυτού του δικαιώματος από τη νέα κυβέρνηση ενάντια στην προσέγγιση μιας υπεραριστερής στάσης, που εκπροσωπούνταν έντονα στις τάξεις των Μπολσεβίκων, με την επιμονή στην περιφρόνηση των «καθυστερημένων» πληθυσμών στο όνομα του συμφέροντος του νέου κράτους, που ταυτιζόταν με το «συμφέρον του προλεταριάτου».

«Τι μπορούμε να κάνουμε όσον αφορά τέτοιους λαούς όπως οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, οι Τατζίκοι, οι Τουρκμένοι, που ως τα τώρα βρίσκονται κάτω από την επιρροή των μουλάδων τους;… Μπορούμε λοιπόν να πάμε σ’ αυτούς τους λαούς και να τους πούμε: “Θα γκρεμίσουμε τους εκμεταλλευτές σας”; Δεν μπορούμε να το κάνουμε, γιατί αυτοί είναι ολοκληρωτικά υποταγμένοι στους μουλάδες τους. Εδώ πρέπει να περιμένουμε την ανάπτυξη του δοσμένου έθνους, τη διαφοροποίηση του προλεταριάτου από τα αστικά στοιχεία, που είναι αναπόφευκτη», διακήρυξε ο Λένιν στο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου Κόμματος το 1919, καλώντας τους Μπολσεβίκους να μην επιβάλλουν τη θέλησή τους στους λαούς που καταπιέζονταν προηγουμένως από τον Τσαρισμό. Μάταια: στις τελευταίες του σημειώσεις, τον Δεκέμβριο του 1923, για το ζήτημα των εθνοτήτων, ο ιδρυτής του μπολσεβικισμού θα ομολογήσει την ενοχή του ότι δεν πολέμησε με αρκετό σθένος για την αρχή της αυτοδιάθεσης, φτάνοντας στο σημείο να περιγράψει το νέο ρωσικό κράτος ως έναν μηχανισμό που «παραλάβαμε από τον τσαρισμό και τον αλείψαμε ελαφρά με σοβιετικό λάδι».

Η διαφορά, βέβαια, δεν περιοριζόταν μόνο στην αλοιφή: το νέο κράτος προσπάθησε ακόμη και να εργαλειοποιήσει τα κινήματα των ιθαγενών στην Ανατολή, υποστηρίζοντάς τα, μερικές φορές αδιακρίτως, εφόσον αντιτάσσονταν στις δυτικές δυνάμεις. Κύρια στιγμή αυτής της προσπάθειας ήταν το Συνέδριο των Λαών της Ανατολής που πραγματοποιήθηκε στο Μπακού το 1920 υπό την προεδρία του Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, οι συμμετέχοντες του οποίου (1.891, εκ των οποίων μόνο 55 γυναίκες) ανήκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία στην πρώην τσαρική αποικιοκρατική επικράτεια. Ο Ινδός κομμουνιστής Μ.Ν. Ρόι, ο οποίος είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις συζητήσεις της Τρίτης Διεθνούς για το αποικιακό ζήτημα, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε αυτό το εγχείρημα, το οποίο περιέγραψε ως «τσίρκο του Ζινόβιεφ», σύμφωνα με όσα αφηγείται στα απομνημονεύματά του που δημοσιεύτηκαν μετά θάνατον το 1960. Διαβάζοντας σήμερα, οι παρατηρήσεις του θυμίζουν την κριτική του Οριενταλισμού που αντιστρέφεται σε «αντεστραμμένο Οριενταλισμό»: πράγματι, ο Ρόι κατηγορεί τους Ρώσους ηγέτες ότι ζωγράφισαν με κόκκινο τον αντιαποικιακό εθνικισμό και τον πανισλαμισμό και ότι δεν εφάρμοσαν στους λαούς της Ανατολής το ίδιο σύστημα ταξικής ανάλυσης που εφάρμοσαν στους λαούς της Δύσης.

Αυτό ήταν μια γνωστή πηγή έντασης μεταξύ του νέου μπολσεβίκικου κράτους και των κομμουνιστών των αποικιακών χωρών, καθώς τα κρατικά διπλωματικά συμφέροντα δεν συμπίπτουν απαραίτητα με τον επαναστατικό διεθνισμό. Μια πρώιμη απεικόνιση αυτής της έντασης ήταν η επιμονή της Μόσχας να παρουσιάζει τον νέο ηγέτη της Τουρκίας Μουσταφά Κεμάλ ως επαναστάτη, παρά τις διώξεις της κυβέρνησής του κατά του νεοσύστατου Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Το κινεζικό ζήτημα ήταν μια άλλη ευκαιρία έντασης μεταξύ της τάσης της Μόσχας να φλερτάρει με τους εθνικιστές ηγέτες των χωρών της Ανατολής, εκτός Σοβιετικής Ένωσης, και των ντόπιων κομμουνιστών που βρίσκονταν αντιμέτωποι με τους ίδιους εθνικιστές ηγέτες. Αντίθετα, όταν η Κομιντέρν υπό τον Στάλιν, στο 7ο συνέδριό της το 1935, επιβεβαίωσε τη στροφή της προς τα δεξιά υπέρ του ευρύτερου αντιφασιστικού μετώπου, τα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών της Ανατολής υπό βρετανική ή γαλλική κυριαρχία κλήθηκαν να αποστασιοποιηθούν από τον αντιαποικιακό αγώνα. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, με επικεφαλής τον Μορίς Τορέζ, ήταν ιδιαίτερα ένθερμος οπαδός αυτής της νέας πολιτικής της Κομιντέρν, η οποία ενίσχυσε την ήδη ισχυρή τάση στις τάξεις του προς τη «σοσιαλιστική αποικιοκρατία», ιδιαίτερα σε σχέση με την Αλγερία.

Μόνο όταν οι Κινέζοι κομμουνιστές ανέβηκαν στην εξουσία στο Πεκίνο το 1949, η ευρωπαϊκή κυριαρχία στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, με τη φυσική της τάση να αναπαράγει μια «οριενταλιστική» προοπτική, επρόκειτο να υπονομευθεί σοβαρά. Το σινοσοβιετικό σχίσμα ήταν το αποκορύφωμα αυτής της μεγάλης απόκλισης. Ωστόσο, από το ζήτημα του Θιβέτ μέχρι το ζήτημα του Σιντζιάνγκ σήμερα, το ίδιο το κινεζικό κράτος αναπαρήγαγε με τη σειρά του μια αποικιοκρατική στάση, ακόμη και «ισλαμοφοβική» στην τελευταία περίπτωση. Ωστόσο, ούτε ο Μαρξ ούτε ο Ένγκελς θα μπορούσαν να ταυτιστούν με κάποια από τις κυβερνήσεις που διεκδίκησαν την κληρονομιά τους τον 20ό αιώνα. Ο συνδυασμός του σοσιαλισμού και της ριζοσπαστικής δημοκρατίας στην εξουσία, καθώς και η εφαρμογή μιας πολιτικής βασισμένης σε έναν πραγματικό διεθνισμό που αποκηρύσσει κάθε εθνοκεντρισμό και αρνείται να υποτάξει τον επαναστατικό αγώνα στα κρατικά συμφέροντα, δεν έχουν ακόμη επινοηθεί.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Gilbert Achcar, “Socialism and Colonialism”, Historical materialism, 13 Ιουνίου 2023, https://www.historicalmaterialism.org/socialism-and-colonialism/.

 

Βιβλιογραφία

Achcar, Gilbert, Marxism, Orientalism, Cosmopolitanism (Σικάγο: Haymarket, and London: Saqi Books, 2013).

Anderson, Kevin, Marx at the Margins: On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies, επαυξημένη έκδοση (Σικάγο: University of Chicago Press, 2016).

Carrère d’Encausse, Hélène and Stuart R. Schram, Marxism and Asia (Λονδίνο: Allen Lane, 1969).

Charléty, Sébastien, Histoire du Saint-Simonisme (Παρίσι: Gonthier, 1965).

Dreyfus, Michel, L’Antisémitisme à gauche. Histoire d’un paradoxe, de 1830 à nos jours (Παρίσι: La Découverte, 2009).

Gallissot, René, Marx, marxisme et Algérie. Textes de MarxEngels, παρουσίαση από τον René Gallissot με τη συνεργασία του Gilbert Badia (Παρίσι, UGE, coll. 10/18, 1976).

Haupt, Georges and Madeleine Rebérioux, επιμ., La Deuxième Internationale et l’Orient (Παρίσι: Cujas, 1967).

Said, Edward, Orientalism, 25η επετειακή έκδοση με νέο πρόλογο του συγγραφέα (Νέα Υόρκη: Vintage Books, 2003).

 

Σημειώσεις

[1] [Σ.τ.Μ.] Ο όρος στα γαλλικά στο πρωτότυπο, έχει σχέσει με τις αναλύσεις του Φουκό για την επιστήμη [épistémè]. Θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά, ότι η épistémè (στην νεωτερική εποχή) διαμορφώνει τα όρια της γνώσεις, με βάση τις υπάρχουσες εμπειρίες, παράγοντας τις θεωρητικές προϋποθέσεις κατανόησης του κόσμου, οι οποίες αναγνωρίζονται ως αντικειμενικές αλήθειες. Ανακαλύπτει (και εγκαθιδρύει) μια τάξη για τη λειτουργία του κόσμου και τους κανόνες με τους οποίους η τάξη αυτή λειτουργεί. Βλ. για παράδειγμα Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα, Γνώση, Αθήνα 1993, μετάφραση Κωστής Παπαγεωργής, σσ. 16, 17 και 230.

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.