Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026 00:21

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγή

Η στήλη του Κώδικα του Χαμουραμπί, 1750 π.Χ., Βαβυλώνα (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο). Ο βασιλιάς Χαμουραμπί στέκεται όρθιος μπροστά στον θεό Σαμάς. Ο θεός προσφέρει στον Χαμουραμπί ένα δακτύλιο και ένα ραβδί, σύμβολα της εξουσίας και της διακαιοσύνης. (Wikimedia)

 

 

elaliberta.gr (επιμέλεια)

 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγή

 

 

Από την Αλληλογραφία Μαρξ-Ένγκελς [1853]

Ο Ένγκελς στον Μαρξ

Στο Λονδίνο

Μάντσεστερ (γύρω στις 26 Μαΐου 1853)

... Διάβασα χτες το βιβλίο το σχετικό με τις αραβικές επιγραφές για το οποίο σού μίλησα. Το πράγμα δε στερείται ενδιαφέροντος, όσο κι αν είναι αηδιαστικό να βλέπει κανένας τον διεστραμμένο καλόγερο και τον απολογητή της Βίβλου να χώνει παντού τη μύτη του. Ο μεγαλύτερός του θρίαμβος συνίσταται στ’ ότι σημείωσε μερικά λάθη του Gibbon στη γεωγραφία του αρχαίου κόσμου, και στο ότι κατάληξε ότι η θεολογία του Gibbon πρέπει κι αυτή ν’ απορριφθεί. Ο τίτλος είναι: The historical Geography of Arabia by the Reverend Charles Forster.

Ό,τι καλύτερο έχουμε να συγκρατήσουμε είναι το παρακάτω:

1) Η γενεαλογία που δίνεται, στο βιβλίο της Γένεσης, όπως και εκείνη του Νώε, του Αβραάμ, κ.λπ., είναι μια αρκετά ακριβής απαρίθμηση των φυλών των Βεδουίνων αυτής της εποχής, σύμφωνα με το μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συγγένειας των διαλέκτων τους, κ.λπ. Οι φυλές των βεδουίνων ονομάζονται ως τις ημέρες μας, όπως είναι γνωστό, Beni Saled, Beni Jussouf, κ.λπ., δηλαδή γιοι του τάδε ή του τάδε. Αυτές οι επωνυμίες που αντλούν την προέλευσή τους απ’ το αρχαίο πατριαρχικό καθεστώς, καταλήγουν τελικά σε γενεαλογίες αυτού του είδους. Η απαρίθμηση της Γένεσης επιβεβαιώνεται plus ou moins [περισσότερο ή λιγότερο] απ’ τους γεωγράφους της αρχαιότητας, και οι νεώτεροι ταξιδιώτες βεβαιώνουν ότι αυτά τα αρχαία ονόματα, τροποποιημένα σύμφωνα με τις τοπικές διαλέκτους, συνεχίζουν στην πλειοψηφία τους να υπάρχουν στις μέρες μας. Προκύπτει ότι οι ίδιοι οι Εβραίοι δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά μια μικρή βεδουίνικη φυλή, και που οι τοπικές συγκυρίες, η γεωργία, κ.λπ., τη φέραν σε σύγκρουση με τους άλλους Βεδουίνους.

2) Για ό,τι σχετίζεται με τη μεγάλη εισβολή των Αράβων για την οποία ήδη μιλήσαμε: οι Βεδουίνοι, όπως και οι Μογγόλοι, πραγματοποίησαν περιοδικές εισβολές. Οι ασσυρίες και βαβυλώνιες αυτοκρατορίες ιδρύθηκαν από βεδουίνικες φυλές, στα ίδια μέρη όπου αργότερα γεννήθηκε το χαλιφάτο της Βαγδάτης. Οι ιδρυτές της Βαβυλώνιου Αυτοκρατορίας, οι Χαλδαίοι, υπάρχουν ακόμα με την ίδια ονομασία – οι Μπενί Χαλέντ – στην ίδια τοποθεσία. Η γρήγορη ανάπτυξη μεγάλων πόλεων όπως της Νινευί και της Βαβυλώνας προκαλείται ακριβώς απ’ τις ίδιες αιτίες όπως η δημιουργία – εδώ και λιγότερο από τρακόσια χρόνια – γιγαντιαίων πόλεων του ίδιου τύπου: Άγκρα, Δελχί, Λαχώρη, Μουλτάν, στην ανατολική Ινδία, σαν συνέπεια των εισβολών των Αφγανών ή των Τατάρων. Έτσι η μουσουλμανική εισβολή χάνει ένα μεγάλο μέρος απ’ το διακριτικό της χαρακτήρα.

3) Οι Άραβες φαίνεται ότι υπήρξαν – εκεί όπου διήγαν μια εδραία ζωή, – στις νοτιο-δυτικές περιοχές, ένας λαός στον ίδιο βαθμό πολιτισμένος όπως οι Αιγύπτιοι, οι Ασσύριοι, κ.λπ. Το αποδείχνουν τα οικοδομήματά τους. Το γεγονός αυτό φωτίζεται στον ίδιο βαθμό καλά απ’ τα χαρακτηριστικά της μωαμεθανικής εισβολής. Για ό,τι αφορά το θρησκευτικό τσαρλατανισμό, φαίνεται, – σύμφωνα με τις αρχαίες επιγραφές της Αραβίας του Νότου, στις οποίες η αρχαία εθνική αραβική παράδοση του μονοθεϊσμού (όπως στους Αμερικανούς Ινδούς) επικρατεί ακόμα, και πού η εβραϊκή της παράδοση δεν αποτελεί qu’une petite partie [παρά ένα μικρό μέρος], – ότι η θρησκευτική επανάσταση του Μωάμεθ, όπως tout [κάθε] θρησκευτικό κίνημα, ήταν formellement une reaction [τυπικά μια αντίδραση], κάτω απ’ το πρόσχημα μιας επιστροφής στις προγονικές συνήθειες, στην απλότητα.

Φαίνεται τώρα απόλυτα καθαρά ότι η Γραφή των Εβραίων που ονομάζεται αγία δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η καταγραφή των αρχαίων αραβικών θρησκευτικών και φυλετικών παραδόσεων, τροποποιημένων απ’ τον πρόωρο χωρισμό των Εβραίων απ’ τους γείτονές τους της ίδιας ρίζας, που ήσαν νομάδες. Το γεγονός ότι η Παλαιστίνη βρίσκεται απ’ την πλευρά της Αραβίας, περιτριγυρισμένη από άγριες ερήμους – τη χώρα των Βεδουίνων –, εξηγεί τη χωριστή ανάπτυξη. Οι αρχαίες όμως αραβικές επιγραφές, οι παραδόσεις και το Κοράνι, καθώς και η ευκολία με την οποία όλες οι γενεαλογίες και ό,τι υπολείπεται μπορούν να ξεκαθαρίζονται ακόμα και στις μέρες μας, αποδείχνουν ότι το βάθος τους ήταν αραβικό ή κατά τρόπο πολύ πιο γενικό σημιτικό, όπως σ’ εμάς η Edda και οι επικοί γερμανικοί μύθοι.

Δικός σου Φ. Ένγκελς

[Fr. EngelsK. Marx, Αλληλογραφία 1844-1860, τόμος Α΄, Μπάυρον, Αθήνα 1975, μετάφραση Λευτέρης Αποστόλου, σσ. 122-123]

 

Ο Μαρξ στον Ένγκελς

Στο Μάντσεστερ

Λονδίνο, 2 Ιουνίου 1853

... Πολύ μού κίνησε το ενδιαφέρον το γράμμα σου το σχετικό με τους Εβραίους και τους Άραβες. Άλλωστε: 1) μπορούμε να βρούμε σ’ όλες τις ανατολικές φυλές, μια γενική σχέση ανάμεσα στη settlement (εγκατάσταση) ενός μέρους απ’ αυτές και την επιμονή στη νομαδική ζωή στους άλλους, απ’ τον καιρό που υπάρχει ιστορία· 2) στην εποχή του Μωάμεθ, ο εμπορικός δρόμος απ’ την Ευρώπη στην Ασία είχε μεταβάλλει ολότελα τη διαδρομή του και οι πόλεις της Αραβίας που είχαν σημαντικά συμμετάσχει στο εμπόριο με τις Ινδίες, κ.λπ., είχαν από εμπορική άποψη παρακμάσει, γεγονός που προκάλεσε επίσης αυτή την ανέλιξη· 3) για ό,τι αφορά τη θρησκεία, το ζήτημα ανάγεται σ’ ένα γενικό ερώτημα, στο οποίο είναι εύκολο ν’ απαντήσει κανένας: γιατί η ιστορία της Ανατολής παρουσιάζεται σαν ιστορία των θρησκειών;

Για ό,τι αφορά το θέμα το σχετικό με το σχηματισμό των πόλεων της Ανατολής, δε θα βρεθεί τίποτα το πιο λαμπρό, το πιο θεαματικό και το πιο φαεινό απ’ το βιβλίο του γέρου François Bernier που, για εννιά χρόνια, υπηρετούσε σα γιατρός στον Aureng-Zebe: voyages contenant la description des Etats du Grand Mogol etc. Περιγράφει καλά τη στρατιωτική οργάνωση της εποχής, τον τρόπο προμήθειας τροφίμων απ’ αυτούς τους γιγαντιαίους στρατούς, κ.λπ. Ειδικά παρατηρεί: «Το ιππικό συγκροτεί τον όγκο του στρατού, το πεζικό δεν είναι τόσο πολυάριθμο όσο το λένε, κι όσον αφορά τους αληθινούς πολεμιστές, δε θα πρέπει να τους συγχέουμε μ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους της υπηρεσίας και των παζαριών ή της αγοράς που ακολουθούν το στρατό. Σ’ αυτή την περίπτωση, πιστεύω ότι θα ήσαν δικαιολογημένοι να υπολογίσουν 200.000 με 300.000 άνδρες μονάχα στο στράτευμα που είναι με το βασιλιά, και καμιά φορά ακόμα περισσότερους, όπως όταν έχουν βεβαιωθεί ότι ο βασιλιάς θα λείψει για μακρύ χρονικό διάστημα απ’ την πρωτεύουσα. Το πράγμα αυτό δε θα πρέπει να φανεί πολύ εκπληκτικό σ’ όποιον γνωρίζει την περίεργη μεγαλοπρέπεια από σκηνές, μαγειρείον, ιματισμούς, έπιπλα, κι ακόμα αρκετά συχνά από γυναίκες, και κατά συνέπεια από ελέφαντες, καμήλες, βόδια, άλογα, από αχθοφόρους, επισιτιστές, μεσάζοντες, εμπόρους κάθε είδους και υπηρέτες που σέρνουν πίσω τους αυτοί οι στρατοί, σ’ όποιον ακόμα θα ξέρει τη μορφή του κράτους και την ιδιαίτερη διακυβέρνηση της χώρας, που θα γνωρίζει δηλαδή ότι ο βασιλιάς είναι ο ένας και μοναδικός ιδιοκτήτης όλων των γαιών του βασιλείου, απ’ όπου προκύπτει υποχρεωτικά ότι μια ολόκληρη πόλη πρωτεύουσα όπως το Δελχί ή η Άγκρα ζει σχεδόν μονάχα απ’ το στράτευμα. Είναι κατά συνέπεια υποχρεωμένη ν’ ακολουθεί τον βασιλιά όταν για ορισμένο χρόνο πηγαίνει στην εξοχή. Έτσι: αυτές οι πόλεις δεν είναι και δε μπορεί να είναι απλώς κάτι λιγότερο από ένα Παρίσι, μα είναι κυρίως ένα στρατόπεδο που με τη μορφή της πόλης είναι τοποθετημένο λίγο καλύτερα και λίγο πιο άνετα απ’ ό,τι εκείνο που έχει στρατωνισθεί στη γυμνή ύπαιθρο.

Να τι λέει για την εκστρατεία που διεξήγαγε ο Μέγας Μογγόλος στο Κασμίρ, ακολουθούμενος από έναν στρατό 400.000 ανθρώπων: «Η δυσκολία είναι να γνωρίσουμε από πού και πώς μπορεί να επιζήσει ένας τόσο μεγάλος στρατός στην ύπαιθρο, ένας τόσο μεγάλος αριθμός ανθρώπων και ζώων. Γι’ αυτό δε χρειάζεται παρά να υποθέσουμε, γεγονός που είναι απόλυτα αληθές, ότι οι Ινδοί είναι πολύ λιτοί και πολύ απλοί στο φαγητό τους, κι ότι απ’ αυτόν τον μεγάλο αριθμό των ιππέων, δεν είναι ούτε το δέκατο, ούτε και το εικοστό ακόμα, που, κατά την πορεία, τρώει κρέας. Φτάνει να έχουν το κισερί τους ή ένα μίγμα ρυζιού με άλλα λαχανικά, που πάνω του χύνουν, όταν έχει ψηθεί, ξανθοκόκκινο βούτυρο, για να είναι ευχαριστημένοι (στον Μπερνιέ: και να τους ευχαριστημένοι). Πρέπει ακόμα να γνωρίζουμε ότι οι καμήλες αντέχουν εξαιρετικά στη δουλειά, στην πείνα και στη δίψα, ζουν με λίγα και τρώνε τα πάντα, κι ότι μόλις φτάσει κάπου ο στρατός, οι καμηλιέρηδες πηγαίνουν τις καμήλες να τις βοσκήσουν στην ύπαιθρο, όπου τρώνε ό,τι βρούνε. Ακόμα οι ίδιοι έμποροι που διατηρούν δημόσιες αγορές στο Δελχί, είναι υποχρεωμένοι να τις διατηρούν και στην ύπαιθρο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μικρούς εμπόρους, κ.λπ. Τέλος για να προμηθεύσουν τη χορτονομή, όλοι αυτοί οι φουκαράδες περιφέρονται παντού, στα χωριά κ.λπ. για να αγοράσουν ορισμένες ποσότητες και να κερδίσουν κάτι. Ακόμα το μεγάλο και κανονικό τους καταφύγιο είναι ν’ αποξαίνουν μ’ ένα είδος μυστριού, το χόρτο που έχει φυτρώσει σε ολόκληρες υπαίθριες εκτάσεις, να κοπανίζουν ή να πλένουν αυτό το μικρό χόρτο που αποξάισαν, και να το φέρνουν να το πουλήσουν στο στρατό...».

Ο Μπερνιέ αποκαλύπτει: με πολύ ακρίβεια τη βασική μορφή όλων των φαινομένων της Ανατολής –μιλάει για την Τουρκία, για την Περσία, για το Ινδοστάν– με βάση το γεγονός ότι δεν υπήρχε εκεί ατομική έγγεια ιδιοκτησία. Και αυτό είναι το αληθινό κλειδί, ακόμα και για τον ουρανό της Ανατολής…

[Fr. EngelsK. Marx, Αλληλογραφία 1844-1860, τόμος Α΄, σσ. 124-126]

 

Ο Ένγκελς στον Μαρξ

Στο Λονδίνο

Μάντσεστερ, 6 Ιουνίου 1853

... Η απουσία της έγγειας ιδιοκτησίας αποτελεί πραγματικά το κλειδί όλης της Ανατολής. Πάνω σ’ αυτή την απουσία στηρίζεται η πολιτική και θρησκευτική ιστορία. Από πού προέρχεται όμως αυτό το γεγονός, ότι δηλαδή οι Ανατολικοί δε φτάνουν στην έγγεια ιδιοκτησία, ούτε ακόμα και με τη φεουδαρχική της μορφή; Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται κυρίως στο κλίμα, σε σύνδεση με τις συνθήκες του εδάφους, ότι δηλαδή οφείλεται κυρίως στις μεγάλες ερημικές εκτάσεις που εκτείνονται απ’ τη Σαχάρα διά μέσου της Αραβίας, της Περσίας, της Ινδίας και της Ταταρίας, ως τα υψηλά ασιατικά οροπέδια. Η τεχνητή άρδευση αποτελεί εδώ τον πρώτο όρο της γεωργίας. Η άρδευση όμως μπορεί να είναι υπόθεση ή των επαρχιών, ή της κεντρικής κυβέρνησης. Στην Ανατολή, η κυβέρνηση δεν είχε παρά τρία μονάχα υπουργικά διαμερίσματα: των οικονομικών (λήστευση της χώρας), του πολέμου (λήστευση της χώρας και του εξωτερικού) και των travaux publics (δημοσίων έργων), για να επιβλέπει στην αναπαραγωγή. Στην Ινδία, η βρετανική κυβέρνηση ρύθμισε τις περιπτώσεις 1 και 2 απ’ τα πιο πάνω διαμερίσματα κατά τρόπο αρκετά φιλισταϊκό και εγκατάλειψε τελείως την περίπτωση 3 – και έτσι η ινδική γεωργία βαδίζει στην καταστροφή της. Ο ελεύθερος συναγωνισμός υφίσταται εκεί μια ολοκληρωτική αποτυχία. Αυτή η τεχνητή γονιμοποίηση της γης, που σταμάτησε μόλις οι αγωγοί του νερού καταστράφηκαν, εξηγεί το γεγονός, (που διαφορετικά θα ήταν πολύ περίεργο) ότι εκτεταμένες ζώνες είναι σήμερα έρημες και ακαλλιέργητες, ζώνες που άλλοτε ήσαν λαμπρά καλλιεργημένες (Παλμύρα, Πέτρα, τα ερείπια της Υεμένης, σειρά τοποθεσίες που ήσαν κατοικημένες στην Αίγυπτο, στην Περσία, και στο Ινδοστάν). Αυτό επίσης το σταμάτημα της τεχνητής γονιμοποίησης της γης εξηγεί το γεγονός ότι ένας μονάχα εξοντωτικός πόλεμος μπόρεσε να ερημώσει μια χώρα για ολόκληρους αιώνες και να τη στερήσει από όλο τον πολιτισμό της. Και πιστεύω ακόμη ότι σ’ αυτή την κατηγορία των ιδεών τοποθετείται επίσης, η εκμηδένιση του εμπορίου της μεσημβρινής Αραβίας πριν απ’ τον Μωάμεθ, που πολύ σωστά τη θεωρείς σαν ένα απ’ τα βασικά στοιχεία της μωαμεθανικής επανάστασης. Δε γνωρίζω με αρκετή ακρίβεια την ιστορία του εμπορίου των πρώτων έξι αιώνων της χριστιανικής εποχής για να μπορώ να κρίνω σε ποιο μέτρο γενικές υλικές αιτίες, συνετέλεσαν σε παγκόσμια κλίμακα να προτιμηθεί η εμπορική οδός που, μέσα απ’ την Περσία, φέρνει στη Μαύρη Θάλασσα, και μέσα απ’ τον Περσικό Κόλπο στη Συρία και στη Μικρά Ασία από το δρόμο που χρησιμοποιούσε την Ερυθρά Θάλασσα. Υπάρχει ωστόσο ακόμα ένα γεγονός που δε μπορούσε να μην έχει σοβαρές συνέπειες: είναι η σχετική ασφάλεια των καραβανιών στην περσική αυτοκρατορία που κυβερνιόταν καλά απ’ τους Σασανίδες, ενώ η Υεμένη ήταν απ’ το 200 ως το 600 συνεχώς υπόδουλη, κατακτημένη και ληστεμένη απ’ τους Αβησσυνούς. Οι πόλεις της μεσημβρινής Αραβίας, που ανθούσαν ακόμα κάτω απ’ τους Ρωμαίους, δεν ήσαν πια στον 7ο αιώνα παρά αληθινή έρημος από ερείπια. Μέσα σε 500 χρόνια, οι γείτονες Βεδουίνοι είχαν οικειοποιηθεί όσον αφορά την καταγωγή τους φανταστικές και καθαρά μυθικές παραδόσεις (δες το Κοράνι και τον Άραβα ιστορικό Νοβαΐρι*. Και το αλφάβητο με το οποίο είχαν συνταχθεί οι επιγραφές τους ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά άγνωστο, αν και δεν υπήρχε άλλο, έτσι που η γραφή είχε πέσει στην πραγματικότητα στη λήθη. Γεγονότα αυτής της κατηγορίας προϋποθέτουν, όχι μόνο μια superseding [απώθηση] που προκαλείται από γενικούς εμπορικούς λόγους, μα και μια άμεση και βάρβαρη καταστροφή, τέτοια που μονάχα η αιθιοπική εισβολή μπορεί να την εξηγήσει. Η εκδίωξη των Αβησσυνών πραγματοποιείται 40 περίπου χρόνια πριν από τον Μωάμεθ και υπήρξε ολοφάνερα η πρώτη ενέργεια του ξυπνήματος του αραβικού εθνικού αισθήματος, που επιπλέον είχε εξαφθεί απ’ τις περσικές εισβολές που προέρχονταν απ’ το Βορρά και που προωθούνταν σχεδόν ως τη Μέκκα. Μονάχα τις μέρες αυτές θα μπορέσω να καταπιαστώ με την ιστορία του ίδιου του Μωάμεθ. Ως τα σήμερα όμως, μού φαίνεται ότι εμφανίζει το χαρακτήρα μιας βεδουίνικης αντίδρασης ενάντια στους φελάχους των πόλεων, που ήταν οι μόνιμοι κάτοικοί τους αλλά σε κατάσταση παρακμής και σε πλέρια επίσης θρησκευτική κατάπτωση, σε μια εποχή που ανακάτευε μια θρησκεία της φύσης εκφυλισμένη με έναν ιουδαϊσμό και έναν χριστιανισμό επίσης σε κατάσταση κατάπτωσης. Τ’ αποσπάσματα του γέρου Bernier είναι πραγματικά καλά. Προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση να ξαναδιαβάζουμε αυτόν το γέρο Γάλλο, λιτό και διορατικό, που πάντα προβλέπει σωστά sans avoir l’air de s’en apercevoir... [χωρίς να έχει το ύφος ότι το αντιλαμβάνεται...]

[Fr. EngelsK. Marx, Αλληλογραφία 1844-1860, τόμος Α΄, σσ. 127-129]

 

Από τα άρθρα του 1853 στην New York Daily Tribune [1853]

Καρλ Μαρξ

Από το άρθρο «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία»

[10 Ιουνίου 1853]

Το Ινδοστάν είναι μια Ιταλία ασιατικών διαστάσεων με τα Ιμαλάια στη θέση των Άλπεων, τις κοιλάδες της Βεγγάλης στη θέση των κοιλάδων της Λομβαρδίας, την οροσειρά της Ντέκκα στη θέση των Απεννίνων και τη νήσο της Κεϋλάνης στη θέση της Σικελίας. Υπάρχει η ίδια πλούσια ποικιλία στα προϊόντα του εδάφους κι ο ίδιος διαμελισμός στην πολιτική διαμόρφωση του τόπου. Ακριβώς όπως η Ιταλία έχει από καιρού εις καιρόν συμπιεστεί από τη σπάθα του κατακτητή σε διαφορετικούς εθνικούς όγκους, έτσι βρίσκουμε και το Ινδοστάν, όταν δεν βρίσκεται κάτω από την πίεση των Μωαμεθανών ή των Μογγόλων ή των Βρετανών, να διαλύεται σε τόσα ανεξάρτητα και συγκρουόμενα κράτη όσος είναι και ο αριθμός των πόλεων ή και των χωριών. Παρ’ όλα αυτά, το Ινδοστάν, από κοινωνική άποψη, δεν είναι η Ιταλία αλλά η Ιρλανδία της Ανατολής. Κι αυτός ο παράξενος συνδυασμός Ιταλίας και Ιρλανδίας, ενός κόσμου των ηδονών κι ενός κόσμου των συμφορών, είχε προεικονιστεί στις αρχαίες παραδόσεις της θρησκείας του Ινδοστάν. Αυτή η θρησκεία είναι ταυτόχρονα θρησκεία αισθησιακής αγαλλίασης και θρησκεία αυτοβασανιστικού ασκητισμού, θρησκεία του Λίνγκαμ και θρησκεία του Γιαγκαννάθ, η θρησκεία του Καλόγερου και της Μπαγιαντέρας.

Δεν συμμερίζομαι τη γνώμη εκείνων που πιστεύουν σε κάποιο χρυσούν αιώνα του Ινδοστάν, χωρίς εντούτοις να καταφεύγω, όπως ο σερ Τσάρλς Γούντ, στην αυθεντία του Χούλι Χάν, για να επιβεβαιώσω την άποψή μου. Πάρτε, όμως, την εποχή του Άουρανγκζεμπ ή την εποχή που εμφανίστηκαν οι Μογγόλοι στον Βορρά και οι Πορτογάλοι στον Νότο ή την εποχή της μουσουλμανικής εισβολής και της Επταρχίας στη Νότια Ινδία ή, αν θέλετε, πηγαίνετε ακόμα πιο πίσω στην αρχαιότητα, πάρτε τη μυθολογική χρονολογία των ίδιων των Βραχμάνων, που τοποθετούν την απαρχή της ινδικής αθλιότητας σε μια εποχή ακόμα πιο απόμακρη από εκείνη της χριστιανικής δημιουργίας του κόσμου.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι η αθλιότητα που προκάλεσαν οι Βρετανοί στο Ινδοστάν είναι ουσιαστικά διαφορετικού είδους και πιο έντονη από όλα όσα είχε υποστεί το Ινδοστάν στο παρελθόν. Δεν αναφέρομαι απλώς στον ευρωπαϊκό δεσποτισμό που φυτεύτηκε πάνω στον ασιατικό δεσποτισμό από τη βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, σχηματίζοντας έναν συνδυασμό πιο τερατώδη από οποιοδήποτε θείον τέρας στο Ναό της Σάλσεττ. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της βρετανικής αποικιακής κυριαρχίας, αλλά μόνο μίμηση της ολλανδικής, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να αρκεί, για να περιγράψουμε τον χαρακτηριστικό τρόπο δράσης της βρετανικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, να επαναλάβουμε κατά λέξη αυτά που είπε για την παλιά ολλανδική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών ο Sir Stamford Raffles, ο Εγγλέζος Κυβερνήτης της [ολλανδικής αποικίας της] Ιάβας:

«Η Ολλανδική Εταιρεία έδρασε μόνο με το πνεύμα του κέρδους και έβλεπε τους [Γιαβανέζους] υπηκόους με λιγότερη φροντίδα ή προσοχή από εκείνη με την οποία αντιμετώπιζε, πρωτύτερα, ένας ιδιοκτήτης φυτείας στις Δυτικές Ινδίες μια συμμορία που έμπαινε μέσα στα κτήματά του, μια κι ο τελευταίος είχε πληρώσει για να αγοράσει με λεφτά ανθρώπινη ιδιοκτησία, πράγμα που ο άλλος δεν το είχε κάνει, χρησιμοποιώντας όλους τους υπαρκτούς μηχανισμούς δεσποτισμού για να αποστραγγίξει από τον λαό και την παραμικρή ικμάδα που μπορούσε να συνεισφέρει και την τελευταία σταγόνα εργασίας, κι έτσι επιδείνωσε τα ελαττώματα μιας ιδιότροπης και μισοβάρβαρης διοίκησης, με το να τη χειρίζεται με όλη την έμπειρη πονηριά των πολιτικάντηδων και όλο τον συμφεροντολόγο εγωισμό των εμπόρων που ζητούν να έχουν το μονοπώλιο στα πάντα».

Όλοι οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι εισβολές, οι επαναστάσεις, οι κατακτήσεις, οι λιμοί, που η επαναλαμβανόμενη δράση τους στο Ινδοστάν μπορεί να φανεί τόσο παράξενα πολύπλοκη, γοργή και καταστροφική, δεν προχώρησαν πιο βαθιά από την επιφάνεια. Ήταν η Αγγλία εκείνη που γκρέμισε ολόκληρη τη διάρθρωση της ινδικής κοινωνίας, χωρίς να φανεί μέχρι τώρα κανένα σημείο αποκατάστασης. Αυτή η απώλεια του παλιού του κόσμου χωρίς την απόκτηση ενός καινούργιου, προσδίδει ένα ιδιαίτερο είδος μελαγχολίας στην παρούσα αθλιότητα του Ινδού και διαχωρίζει το Ινδοστάν, κάτω από την κυριαρχία της Βρετανίας, από όλες τις αρχαίες παραδόσεις του και από όλη την περασμένη ιστορία του.

Από αμνημονεύτων χρόνων, υπήρχαν στην Ασία γενικά μόνο τρία τμήματα της διοίκησης: αυτό των Οικονομικών ή της λεηλασίας του εσωτερικού, εκείνο του Πολέμου ή της λεηλασίας του εξωτερικού και τέλος το τμήμα των Δημοσίων Έργων. Οι κλιματικές και εδαφικές συνθήκες, ιδιαίτερα οι αχανείς εκτάσεις της ερήμου που απλώνονταν από τη Σαχάρα διαμέσου της Αραβίας, της Περσίας, της Ινδίας και της χώρας των Τατάρων έως τα πιο ψηλά ασιατικά υψίπεδα, καθιστούσαν την τεχνητή άρδευση μέσω καναλιών και έργων ύδρευσης βάση της γεωργίας στην Ανατολή. Όπως στην Αίγυπτο και την Ινδία, οι πλημμύρες χρησιμοποιούνταν για να γονιμοποιηθεί το έδαφος στη Μεσοποταμία, την Περσία κλπ., αξιοποιώντας το επικλινές επίπεδο για την τροφοδότηση των αρδευτικών καναλιών. Η πρωταρχική ανάγκη της εξοικονόμησης και κοινής χρήσης του νερού, που στη Δύση έστρεψε την ιδιωτική επιχείρηση στον εθελοντικό συνεταιρισμό, όπως στη Φλάνδρα και την Ιταλία, έκανε αναγκαίο στην Ανατολή, όπου ο πολιτισμός ήταν σε πολύ χαμηλό επίπεδο και η εδαφική έκταση εξαιρετικά μεγάλη, να δημιουργήσει τον εθελοντικό συνεταιρισμό η παρέμβαση της συγκεντρωτικής εξουσίας της κυβέρνησης. Ως εκ τούτου μεταβιβάστηκε σε όλες τις ασιατικές κυβερνήσεις μια οικονομική λειτουργία, η λειτουργία κατασκευής δημοσίων έργων. Αυτή η τεχνητή γονιμοποίηση της γης, που εξαρτώνταν από την κεντρική κυβέρνηση και κατέρρεε αμέσως με την παραμέληση της άρδευσης και της παροχέτευσης νερού, εξηγεί το κατά τα άλλα παράδοξο γεγονός ότι βρίσκουμε τώρα ολόκληρες περιοχές γυμνές και έρημες ενώ κάποτε ήταν καλλιεργημένες θαυμάσια, όπως είναι η Παλμύρα, η Πέτρα, τα ερείπια της Υεμένης και εκτεταμένες επαρχίες της Αιγύπτου, της Περσίας και του Ινδοστάν. Εξηγείται επίσης πως ένας και μόνον εξολοθρευτικός πόλεμος αρκούσε για να ξεκληρίσει μια χώρα για αιώνες και να την απογυμνώσει από τον πολιτισμό της.

Τώρα οι Βρετανοί των Ανατολικών Ινδιών δέχτηκαν από τους προκατόχους τους το τμήμα των οικονομικών και του πολέμου αλλά παραμέλησαν εντελώς το τμήμα των δημοσίων έργων. Σε αυτό οφείλεται και η επιδείνωση της κατάστασης της γεωργίας που δεν είναι σε θέση να επιτελείται στη βάση της βρετανικής αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού, του laissez-faire και του laissez-aller.¹ Αλλά στις ασιατικές αυτοκρατορίες είμαστε αρκετά συνηθισμένοι να βλέπουμε την κατάσταση της γεωργίας να επιδεινώνεται κάτω από μια κυβέρνηση και να ξαναζωντανεύει με μια άλλη. Εκεί η σοδειά αντιστοιχεί στην καλή ή την κακή κυβέρνηση, όπως στην Ευρώπη μεταβάλλεται ανάλογα με τον καλό ή τον κακό καιρό. Ως εκ τούτου η παρεμπόδιση και η παραμέληση της γεωργίας, όσο σοβαρή κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν το θανάσιμο πλήγμα που κατάφεραν οι Βρετανοί εισβολείς στην ινδική κοινωνία, αν δεν συνοδευόταν από περιστάσεις εντελώς διαφορετικής σπουδαιότητας, μια καινοτομία στα χρονικά του ασιατικού κόσμου. Όσο κι αν φαινόταν ότι άλλαζε η πολιτική όψη της Ινδίας του παρελθόντος, οι κοινωνικές της συνθήκες παρέμεναν αμετάβλητες από την πιο απόμακρη αρχαιότητά της έως την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα. Ο χειροκίνητος αργαλειός και το αδράχτι που παρήγαν τα συνήθη νήματα και τα υφαντά τους κατά μυριάδες ήταν τα εφαλτήρια της δομής αυτής της κοινωνίας. Από αμνημονεύτων χρόνων, η Ευρώπη παρελάμβανε τα θαυμάσια υφάσματα της ινδικής εργασίας, στέλνοντας σε αντάλλαγμα γι’ αυτά τα πολύτιμα μέταλλα, προμηθεύοντας έτσι με την πρώτη του ύλη τον χρυσοχόο, αυτό το απαραίτητο μέλος της ινδικής κοινωνίας, που η αγάπη του για λεπτουργήματα είναι τόσο μεγάλη ώστε ακόμα και οι κατώτερες τάξεις, αυτοί που συνήθως περπατούν σχεδόν γυμνοί, συνήθως έχουν κι ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια και κάποιο χρυσό στολίδι κρεμασμένο γύρω από το λαιμό τους. Συνηθισμένα ήταν επίσης τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Γυναίκες και παιδιά συχνά φορούσαν μεγάλα χρυσά ή ασημένια βραχιόλια στα χέρια και στους αστραγάλους και συναντούσες αγαλματάκια χρυσά κι αργυρά κάποιας θεότητας μέσα στα νοικοκυριά. Ήταν ο Βρετανός εισβολέας εκείνος που έσπασε τον ινδικό αργαλειό και κατέστρεψε τα αδράχτια. Η Αγγλία άρχισε με το να εκτοπίζει τα ινδικά βαμβακερά από την ευρωπαϊκή αγορά, κατόπιν εισήγαγε τις κλωστές στο Ινδοστάν και στο τέλος πλημμύρισε την ίδια την πατρίδα του βαμβακιού με βαμβακερά. Από το 1818 ως το 1836 η εξαγωγή νήματος από τη Μεγάλη Βρετανία στην Ινδία αυξήθηκε κατ’ αναλογίαν από 1 στο 5.200. Το 1824 οι εξαγωγές βρετανικής μουσελίνας στην Ινδία έφταναν με δυσκολία τις 1.000.000 γιάρδες, ενώ το 1837 ξεπέρασαν τις 64.000.000 γιάρδες. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, ο πληθυσμός της Ντάκκα μειώθηκε από 150.000 κατοίκους σε 20.000. Αυτή η παρακμή των ινδικών πόλεων που ήταν φημισμένες για τα εργοστάσιά τους δεν ήταν διόλου η χειρότερη συνέπεια. Η βρετανική ατμομηχανή και επιστήμη ξερίζωσε, σε όλη την επιφάνεια του Ινδοστάν, την ένωση της γεωργίας με τη μανιφακτούρα.

Αυτές οι δύο περιστάσεις –ο Ινδός, από τη μια μεριά, που αφήνει, όπως όλοι οι ανατολικοί λαοί, στην κεντρική κυβέρνηση τη μέριμνα των μεγάλων δημοσίων έργων, την πρωταρχική προϋπόθεση της γεωργίας και του εμπορίου του, και που είναι διεσπαρμένος, από την άλλη μεριά, σε όλη την επιφάνεια της χώρας και συγκεντρώνεται σε μικρά κέντρα με την οικιακή συνένωση της γεωργίας και της μανιφακτούρας– αυτές οι δύο περιστάσεις είχαν αναπτύξει, από τα αρχαιότατα χρόνια, ένα κοινωνικό σύστημα με ιδιότυπα χαρακτηριστικά – το λεγόμενο σύστημα των χωριών, το οποίο έδινε σε καθεμιά από αυτές τις μικροενώσεις την ανεξάρτητη οργάνωσή της και την ξεχωριστή ζωή. Ο ιδιότυπος χαρακτήρας αυτού του συστήματος μπορεί να κριθεί από την ακόλουθη περιγραφή που περιέχεται σε μια παλιά επίσημη αναφορά για τις ινδικές υποθέσεις της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων:

«Από γεωγραφική σκοπιά, ένα χωριό είναι μια έκταση της χώρας που περιλαμβάνει εκατοντάδες ή και χιλιάδες στρέμματα καλλιεργημένης ή χέρσας γης. Από πολιτική σκοπιά, μοιάζει με μια συντεχνία ή με οικισμό. Οι αξιωματούχοι και υπάλληλοι που το πλαισιώνουν μπορούν να περιγραφούν ως εξής: υπάρχει ο potail ή επικεφαλής των κατοίκων που έχει γενικά την επίβλεψη των υποθέσεων του χωριού, διευθετεί τις διαμάχες ανάμεσα σε κατοίκους, εξασφαλίζει την αστυνόμευση και επιτελεί το καθήκον της συλλογής του εισοδήματος από το χωριό, ένα καθήκον που η προσωπική του επιρροή και η λεπτομερειακή του εξοικείωση τον κάνει τον καλύτερο για να αναλάβει αυτή την αποστολή. Ο kurnum κρατάει τους λογαριασμούς της καλλιέργειας και καταγράφει καθετί που συνδέεται μ’ αυτήν. Υπάρχουν ακόμα ο tallier και ο totie. Το καθήκον του πρώτου συνίσταται [...] στο να συγκεντρώνει πληροφορίες για εγκλήματα και παραβάσεις και να συνοδεύει και να προστατεύει πρόσωπα που ταξιδεύουν από το ένα χωριό στο άλλο. Το πεδίο του δεύτερου φαίνεται να περιορίζεται άμεσα πιο πολύ στο χωριό, και συνίσταται, ανάμεσα σε άλλα καθήκοντα, στη φύλαξη της σοδειάς και στη βοήθεια στην καταμέτρησή της. Ο συνοριοφύλακας περιφρουρεί τα σύνορα του χωριού ή δίνει αποδείξεις σε σχέση μ’ αυτά σε περίπτωση διαμάχης. Ο Επόπτης Δεξαμενών και Υδραγωγών διανέμει το νερό [...] για γεωργικούς σκοπούς. Ο βραχμάνος επιτελεί τη λατρεία στο χωριό. Τον δάσκαλο τον βλέπουμε να διδάσκει τα παιδιά του χωριού να διαβάζουν και να γράφουν στην άμμο. Υπάρχει ακόμα ο βραχμάνος για το ημερολόγιο ή αστρολόγος κλπ. Αυτοί οι αξιωματούχοι και υπάλληλοι συγκροτούν γενικά το κατεστημένο του χωριού. Σε ορισμένα μέρη, όμως, της χώρας είναι λιγότεροι, καθώς κάποια από τα καθήκοντα και τις λειτουργίες που περιγράφονται παραπάνω συγκεντρώνονται στο ίδιο πρόσωπο. Σε άλλα μέρη ξεπερνούν τον προαναφερθέντα αριθμό ατόμων. [...] Κάτω από αυτή την απλή μορφή δημοτικής αυτοδιοίκησης, οι κάτοικοι της χώρας έζησαν από αμνημονεύτων χρόνων. Σπάνια τα σύνορα των χωριών μεταβλήθηκαν. Και παρόλο που τα ίδια τα χωριά χτυπιόντουσαν μερικές φορές, ή και ερημώνονταν από πολέμους, λιμούς ή ασθένειες, διατηρούνταν για αιώνες το ίδιο όνομα, τα ίδια σύνορα, τα ίδια συμφέροντα, ακόμα και οι ίδιες οικογένειες. Οι ίδιοι οι κάτοικοι δεν ενοχλούνταν από τις καταρρεύσεις και τις διαιρέσεις των βασιλείων. Από τη στιγμή που το χωριό έμενε ακέραιο, δεν τους ένοιαζε σε ποια εξουσία μεταφέρονταν ή σε ποιον άρχοντα μεταβιβάζονταν. Η εσωτερική οικονομία του χωριού παρέμενε αμετάβλητη. Ο potail παρέμενε πάντα ο επικεφαλής των κατοίκων και συνέχιζε να δρα σαν ο κατώτερος δικαστής ή ειρηνοδίκης και συλλέκτης των προσόδων ή ενοικιαστής του χωριού».

Αυτές οι στερεότυπες μικρομορφές κοινωνικού οργανισμού έχουν οι περισσότερες διαλυθεί και εξαφανίζονται, όχι τόσο λόγω της βίαιης παρέμβασης του Βρετανού φοροεισπράκτορα και του Βρετανού στρατιώτη όσο λόγω της λειτουργίας της εγγλέζικης ατμομηχανής και του εγγλέζικου ελεύθερου εμπορίου. Αυτές οι οικογενειακές κοινότητες βασίζονταν στην οικοτεχνία, σ’ αυτόν τον ιδιόρρυθμο συνδυασμό να γνέθουν με το χέρι, να υφαίνουν με το χέρι, να καλλιεργούν με το χέρι και να αποκτούν έτσι αυτάρκεια. Η εγγλέζικη παρέμβαση έβαλε το κλωστήριο στο Λανκασάιαρ και τον αργαλειό στη Βεγγάλη ή σάρωνε τον Ινδό κλωστοϋφαντουργό, διαλύοντας αυτές τις μικρές μισοβάρβαρες-μισοπολιτισμένες κοινότητες, ανατινάζοντας την οικονομική τους βάση, και παράγοντας έτσι τη μεγαλύτερη και, για να πούμε την αλήθεια, τη μοναδική κοινωνική επανάσταση που συντελέστηκε ποτέ στην Ασία.

Τώρα, όσο κι αν το ανθρώπινο αίσθημα αρρωσταίνει όταν γίνεται μάρτυρας της αποδιοργάνωσης και διάλυσης στις ελάχιστες μονάδες τους αυτών των μυριάδων εργατικών πατριαρχικών και ακίνδυνων κοινωνικών οργανώσεων, που πετάγονταν σε ένα πέλαγος βασάνων, με τα μέλη τους να χάνουν ταυτόχρονα και την αρχαία μορφή πολιτισμού τους και τα πατροπαράδοτά τους μέσα συντήρησης, παρ’ όλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτές οι ειδυλλιακές χωριάτικες κοινότητες, όσο ακίνδυνες κι αν φαίνονταν, υπήρξαν πάντοτε το στέρεο θεμέλιο του ανατολικού δεσποτισμού, περιόριζαν το ανθρώπινο πνεύμα μέσα στη στενότερη δυνατή περίμετρο, μετατρέποντάς το σε ένα χωρίς αντιστάσεις εργαλείο της πρόληψης, υποδουλώνοντάς το σε παραδοσιακούς κανόνες, στερώντας του κάθε μεγαλείο και ιστορική ενεργητικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνούμε τον βάρβαρο εγωισμό που, προσηλωμένος σε κάποιο άθλιο κομματάκι γης, παρέμενε ατάραχος θεατής μπροστά στην ερείπωση ολόκληρων αυτοκρατοριών, μπροστά στην εκτέλεση ανείπωτων βιαιοπραγιών, τη σφαγή του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων, ενδιαφερόμενος αποκλειστικά για τα δεινά της Φύσης και μένοντας ο ίδιος αβοήθητη λεία οποιουδήποτε επιδρομέα τον έβαζε στόχο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτή η ανάξια, τελματωμένη και φυτοζωούσα ζωή, αυτό το παθητικό είδος ύπαρξης προκαλούσε από την άλλη μεριά, σαν αντίβαρο, άγριες, άσκοπες, αχαλίνωτες δυνάμεις καταστροφής και μετέτρεπε τον ίδιο το φόνο σε θρησκευτική τελετουργία στο Ινδοστάν. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτές οι μικρές κοινότητες ήταν μολυσμένες με διακρίσεις κάστας και με δουλεία, ότι καθυπέτασσαν τον άνθρωπο στις εξωτερικές περιστάσεις αντί να τον υψώνουν σε κυρίαρχο των περιστάσεων, ότι μεταμόρφωναν μια αυτοαναπτυσσόμενη κοινωνική κατάσταση σε μια αιώνια φυσική μοίρα, φέρνοντας έτσι μια αποκτηνωτική λατρεία της Φύσης, που έδειχνε τον ξεπεσμό της με το να κάνει τον άνθρωπο, τον άρχοντα της Φύσης, να πέφτει στα γόνατα και να λατρεύει τον Χάνουμαν, τον πίθηκο, και τη Σαμπάλα, την αγελάδα.

Η Αγγλία, είναι αλήθεια, προκαλώντας μια κοινωνική επανάσταση στο Ινδοστάν, έδρασε μονάχα προς όφελος των πιο βρομερών συμφερόντων της και τα επέβαλε με τον πιο βλακώδη τρόπο. Δεν είναι, όμως, αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι άλλο: Μπορεί η ανθρωπότητα να εκπληρώσει το πεπρωμένο της χωρίς μια ριζική επανάσταση στην κοινωνική κατάσταση της Ασίας; Αν όχι, τότε, όποια κι αν είναι τα εγκλήματα της Αγγλίας, αυτή ήταν το ασυνείδητο όργανο της Ιστορίας για να επέλθει η εν λόγω επανάσταση.

[Καρλ Μαρξ, «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία», Karl Marx, Friedrich Engels, Η Αποικιοκρατία στην Ασία / Ινδία, Περσία, Αφγανιστάν, Άγρας, Αθήνα 2003, μετάφραση Σάββας Μιχαήλ, σσ. 27-39 και 52-62]

 

Καρλ Μαρξ

Από το άρθρο «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία»

[22 Ιουλίου 1853]

Πώς συνέβη και εγκαθιδρύθηκε η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία; Η υπέρτατη εξουσία του Μεγάλου Μογγόλου συνετρίβη από τους Αντιβασιλείς Μογγόλους. Η εξουσία των Αντιβασιλέων συνετρίβη από τους Μαχράττα. Η εξουσία των Μαχράττα συνετρίβη από τους Αφγανούς και ενώ οι πάντες πολεμούσαν κατά πάντων, ο Βρετανός έτρεξε και κατάφερε να τους υποτάξει όλους. Μια χώρα διαιρεμένη όχι μόνο ανάμεσα σε Μωαμεθανούς και Ινδουιστές αλλά και ανάμεσα στη μια φυλή και την άλλη φυλή, τη μια κάστα και την άλλη κάστα. Μια κοινωνία που η δομή της βασιζόταν σ’ ένα είδος ισορροπίας η οποία προέκυπτε από τη γενική άπωση και τον αλληλοαποκλεισμό όλων των μελών της, από την ίδια τους τη σύσταση. Μια τέτοια χώρα και μια τέτοια κοινωνία πώς να μην είναι προορισμένη να γίνει η λεία του κατακτητή; Ακόμα κι αν δεν ξέραμε τίποτε από την περασμένη ιστορία του Ινδοστάν, δεν είναι μέγιστο και αναμφισβήτητο γεγονός ότι ακόμα κι αυτή τη στιγμή η Ινδία μένει υποδουλωμένη στην Αγγλία χάρη σε έναν ινδικό στρατό που συντηρείται με έξοδα της Ινδίας; Η Ινδία, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τη μοίρα της να κατακτηθεί καθώς ολόκληρη η προηγούμενη ιστορία της, αν μη τι άλλο, δεν ήταν παρά η ιστορία των διαδοχικών κατακτήσεων που υπέστη. Η ινδική κοινωνία δεν έχει καθόλου ιστορία, τουλάχιστον καμία γνωστή ιστορία. Αυτό που ονομάζουμε ιστορία της δεν είναι παρά η ιστορία των διαδοχικών εισβολέων που ίδρυσαν τις αυτοκρατορίες τους πάνω στην παθητική βάση αυτής της χωρίς αντιστάσεις και αμετάβλητης κοινωνίας. Ως εκ τούτου το ζήτημα δεν είναι το εάν οι Εγγλέζοι έχουν δικαίωμα να κατακτήσουν την Ινδία αλλά το εάν προτιμάμε να κατακτηθεί η Ινδία από τους Τούρκους, από τους Πέρσες, από τους Ρώσους ή να κατακτηθεί από τους Βρετανούς.

Η Αγγλία έχει να εκπληρώσει μια διπλή αποστολή στην Ινδία: η μία είναι καταστροφική, η άλλη αναγεννητική – να εκμηδενίσει την παλιά ασιατική κοινωνία και να θέσει τις υλικές βάσεις της δυτικής κοινωνίας στην Ασία.

Άραβες, Τούρκοι, Τάταροι, Μογγόλοι που διαδοχικά κατέκτησαν την Ινδία, σύντομα ινδοποιήθηκαν, καθώς οι βάρβαροι κατακτητές, σύμφωνα μ’ έναν αιώνιο νόμο της ιστορίας, κατακτήθηκαν με τη σειρά τους από τον ανώτερο πολιτισμό των υπηκόων τους. Οι Βρετανοί ήταν οι πρώτοι κατακτητές που ήταν ανώτεροι και συνεπώς άτρωτοι στον ινδικό πολιτισμό. Τον κατέστρεψαν συντρίβοντας τις ντόπιες κοινότητες, ξεριζώνοντας την ντόπια βιομηχανία και ισοπεδώνοντας ό,τι ήταν μεγάλο και υψηλό στην ντόπια κοινωνία. Οι ιστορικές σελίδες της κυριαρχίας τους στην Ινδία δεν αναφέρουν σχεδόν τίποτε άλλο έξω από αυτή την καταστροφή. Το έργο της αναγέννησης δύσκολα φαίνεται κάτω από τον σωρό των ερειπίων. Παρ’ όλα αυτά έχει ξεκινήσει.

Η πολιτική ενοποίηση της Ινδίας, πιο στέρεη και πιο εκτεταμένη όσο ποτέ από τα χρόνια του Μεγάλου Μογγόλου, αποτέλεσε τον πρώτο όρο της αναγέννησής της. Η ενοποίηση αυτή, που επιβλήθηκε από το βρετανικό σπαθί, θα δυναμώσει τώρα και θα διατηρηθεί χάρη στον ηλεκτρικό τηλέγραφο. Ο ντόπιος στρατός, οργανωμένος και εκπαιδευμένος από τον Βρετανό λοχία-εκπαιδευτή, ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ για να υπάρξει ινδική αυτοχειραφέτηση και για να πάψει η Ινδία να είναι η λεία του πρώτου τυχόντος ξένου εισβολέα. Ο ελεύθερος Τύπος, που για πρώτη φορά εισάγεται στην ασιατική κοινωνία και τον διαχειρίζονται κυρίως οι κοινοί γόνοι των Ινδών και των Ευρωπαίων, είναι ένας νέος και ισχυρός παράγοντας ανοικοδόμησης. Ακόμα κι οι Ζεμιντάρι και οι Ρυοτβάρ, όσο αποτρόπαιοι κι αν είναι, συνεπάγονται δύο ξεχωριστές μορφές ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης – το μέγα ζητούμενο της ασιατικής κοινωνίας. Από τους Ινδούς ιθαγενείς που απρόθυμα και σπάνια εκπαιδεύονται στην Καλκούτα κάτω από βρετανική επίβλεψη, μια καινούργια κοινωνική τάξη ξεπηδά, προικισμένη με τα προαπαιτούμενα για τη διακυβέρνηση και διαποτισμένη από την ευρωπαϊκή επιστήμη. Η ατμομηχανή έχει φέρει την Ινδία σε τακτική και γρήγορη επικοινωνία με την Ευρώπη, έχει συνδέσει τα σημαντικότερα λιμάνια της με εκείνα ολόκληρου του νοτιοανατολικού ωκεανού και έχει επιχειρήσει να την αποσπάσει από την απομονωμένη θέση η οποία ήταν ο βασικός νόμος που καθόριζε την τελμάτωσή της. Δεν είναι μακριά η μέρα όπου, με έναν συνδυασμό σιδηροδρόμων και ατμοπλοίων, η απόσταση ανάμεσα στην Αγγλία και την Ινδία, μετρημένη σε χρόνο, θα συντομευτεί στις οχτώ μέρες και αυτή η κάποτε μυθική χώρα θα προσαρτηθεί πραγματικά στον Δυτικό Κόσμο.

Οι άρχουσες τάξεις της Μεγάλης Βρετανίας είχαν δείξει μέχρι τώρα μόνον ένα περιστασιακό, εφήμερο και κατ’ εξαίρεση ενδιαφέρον για την πρόοδο της Ινδίας. Η αριστοκρατία ήθελε να την κατακτήσει, η πλουτοκρατία να τη λεηλατήσει και οι εργοστασιάρχες να την ξεπουλήσουν. Αλλά τώρα τα πράγματα αναποδογυρίστηκαν.

[...]

Γνωρίζουμε ότι η οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και η οικονομική βάση των κοινοτήτων στα χωριά έχουν διαλυθεί αλλά το χειρότερο γνώρισμά τους, η διάλυση της κοινωνίας σε ομοιόμορφες και ασύνδετες εξατομικευμένες υπάρξεις, συνεχίζει να επιβιώνει και μετά το θάνατό τους. Η απομόνωση των χωριών προκάλεσε την απουσία δρόμων στην Ινδία και η απουσία δρόμων διαιώνισε την απομόνωση των χωριών. Σ’ αυτό το επίπεδο, η κοινότητα ζούσε μέσα στη δεδομένη κλίμακα μικροαναγκών, σχεδόν χωρίς επικοινωνία με άλλα χωριά, χωρίς τους πόθους και τις προσπάθειες που είναι απαραίτητοι για να προχωρήσει η κοινωνία. Αφού οι Βρετανοί έχουν πια τσακίσει την αυτάρκη αδράνεια των χωριών, τώρα οι σιδηρόδρομοι θα δώσουν νέα ανάγκη για επικοινωνία και ανταλλαγές.

[]

Οι Ινδοί δεν θα δρέψουν τους καρπούς των νέων στοιχείων της κοινωνίας που έσπειρε ανάμεσά τους η βρετανική μπουρζουαζία παρά μόνον όταν, στην ίδια τη Μεγάλη Βρετανία, οι τάξεις που κυβερνούν τώρα ανατραπούν και τη θέση τους την πάρει το βιομηχανικό προλεταριάτο, ή όταν οι ίδιοι οι Ινδοί γίνουν αρκετά ισχυροί για να αποτινάξουν εντελώς τον εγγλέζικο ζυγό.

[]

Η βαθιά υποκρισία και η έμφυτη βαρβαρότητα του αστικού πολιτισμού ορθώνονται απογυμνωμένες από κάθε πέπλο μπροστά στα μάτια μας, όταν στραφούμε από τη μητρόπολη, όπου αυτός παίρνει σεβάσμιες μορφές, στις αποικίες, όπου περιφέρεται γυμνός. Οι αστοί είναι υπερασπιστές της ιδιοκτησίας αλλά ξεκίνησε ποτέ κανένα επαναστατικό κόμμα αγροτικές επαναστάσεις σαν αυτές που έγιναν στη Βεγγάλη, στο Μαδράς και τη Βομβάη;

[Καρλ Μαρξ, «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία», Karl Marx, Friedrich Engels, Η Αποικιοκρατία στην Ασία / Ινδία, Περσία, Αφγανιστάν, σσ. 52-62]

 

Καρλ Μαρξ

Από τα Grundrisse [1857-1858]

[i]

Αν η ελεύθερη εργασία και η ανταλλαγή αυτής της ελεύθερης εργασίας με χρήμα για την αναπαραγωγή και αξιοποίηση του χρήματος – για να καταναλωθεί σαν αξία χρήσης από το χρήμα, όχι για την απόλαυση αλλά σαν αξία χρήσης για χρήμα – αποτελεί προϋπόθεση της μισθωτής εργασίας και έναν από τους ιστορικούς όρους του κεφαλαίου, τότε μια άλλη προϋπόθεση είναι ο αποχωρισμός της ελεύθερης εργασίας από τους αντικειμενικούς όρους της πραγματοποίησής της – από το μέσο και το υλικό της εργασίας. Πάνω απ’ όλα, λοιπόν, απόσπαση του εργάτη από τη γη σαν το φυσικό του εργαστήρι – άρα διάλυση της μικρής ελεύθερης γαιοκτησίας, όπως και της συλλογικής γαιοκτησίας που βασίζεται στην κομμούνα της Ανατολής. Και στις δυο μορφές ο εργάτης σχετίζεται προς τους αντικειμενικούς όρους της εργασίας του σαν δική του ιδιοκτησία· πρόκειται για τη φυσική ενότητα της εργασίας με τις εμπράγματες της προϋποθέσεις. Ώστε ο εργάτης έχει αντικειμενική ύπαρξη ανεξάρτητα από την εργασία. Το άτομο σχετίζεται προς τον εαυτό του σαν ιδιοκτήτης, σαν κύριος των όρων της πραγματικότητάς του. Όμοια, σχετίζεται προς τους άλλους – ανάλογα με το αν η αφετηρία αυτής της προϋπόθεσης έχει τοποθετηθεί στην κοινοτική οργάνωση, ή στις ξεχωριστές οικογένειες που συγκροτούν την κοινότητα – σαν συνιδιοκτήτες που ενσαρκώνουν εξίσου την κοινή ιδιοκτησία, είτε σαν ανεξάρτητους δίπλα του ιδιοκτήτες, ανεξάρτητους ατομικούς ιδιοκτήτες – που δίπλα τους η κοινή ιδιοκτησία, που πρώτα απορροφούσε τα πάντα και επικρατούσε στα πάντα, έχει η ίδια τοποθετηθεί σαν ιδιαίτερος ager publicus [δημόσια γη] στο πλευρό των πολυάριθμων ατομικών γαιοκτημόνων.

Και στις δυο μορφές τα άτομα σχετίζονται αμοιβαία όχι σαν εργάτες αλλά σαν ιδιοκτήτες – και σαν μέλη μιας κοινότητας, που ταυτόχρονα εργάζονται. Σκοπός αυτής της εργασίας δεν είναι η δημιουργία αξίας – παρόλο που μπορεί να πραγματοποιούν υπερεργασία για να αποκτούν με ανταλλαγή ξένα, δηλαδή πλεονασματικά προϊόντα· σκοπός της είναι, αντίθετα, η συντήρηση του ατομικού ιδιοκτήτη και της οικογένειάς του, όπως και της κοινότητας συνολικά. Η τοποθέτηση του ατόμου σαν εργάτη, στην απογυμνωμένη κατάσταση του εργάτη, αποτελεί η ίδια ιστορικό προϊόν.

Στην πρώτη μορφή αυτής της γαιοκτησίας, σαν πρώτη προϋπόθεση εμφανίζεται πρώτα-πρώτα μια αυτόφυτη κοινότητα. Οικογένεια, και φυλή που προέρχεται από τη διεύρυνση της οικογένειας ή την επιγαμία ανάμεσα σε οικογένειες, ή με συνδυασμό φυλών. Μια και μπορούμε να υποθέσουμε πως η ποιμενική ζωή, γενικά η περιπλάνηση, είναι η πρώτη μορφή ύπαρξης, ότι η φυλή δεν αποκτά μόνιμη εγκατάσταση σ’ ένα καθορισμένο τόπο παρά βόσκει τα ζώα της όπου βρει – οι άνθρωποι δεν είναι από τη φύση τους καθιστικοί (παρεκτός ίσως σ’ ένα τόσο ξεχωριστά γόνιμο φυσικό περίγυρο που να κάθονται σ’ ένα δέντρο, όπως οι πίθηκοι· αλλιώς περιπλανιούνται, σαν τα άγρια ζώα) – έτσι η κοινότητα της φυλής, η φυσική κοινότητα, εμφανίζεται όχι σαν αποτέλεσμα αλλά σαν προϋπόθεση της συλλογικής (προσωρινής) ιδιοποίησης και χρήσης του εδάφους. Όταν τελικά εγκατασταθούν κάπου, τότε ο μεγαλύτερος ή μικρότερος βαθμός που θα τροποποιηθεί η αρχική αυτή κοινότητα θα εξαρτηθεί από διάφορους εξωτερικούς, κλιματικούς, γεωγραφικούς, φυσικούς κλπ. όρους, όσο και από την ιδιαίτερή τους φυσική κλίση κλπ. – τον χαρακτήρα τους σαν φυλής. Η αυτόφυτη κοινότητα της φυλής, ή, αν θέλετε, η ορδή, είναι η πρώτη προϋπόθεση – η κοινότητα αίματος, γλώσσας, ηθών κλπ. – για την ιδιοποίηση των αντικειμενικών όρων της ζωής των ανθρώπων, και για την αναπαραγωγική και αντικειμενοποιούμενη δραστηριότητά τους (δραστηριότητα σαν βοσκών, κυνηγών, γεωργών κλπ.). Η γη είναι το μεγάλο εργαστήρι, το οπλοστάσιο, που δίνει τόσο το μέσο όσο και το υλικό της εργασίας, όπως και την έδρα, τη βάση της κοινότητας. Σχετίζονται προς τη γη, απλοϊκά, σαν ιδιοκτησία της κοινότητας, της κοινότητας που παράγει και αναπαραγωγής τον εαυτό της μέσα από τη ζωντανή εργασία. Κάθε άτομο συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης ή κάτοχος μονάχα σαν όργανο, σαν μέλος αυτής της κοινότητας. Η πραγματική ιδιοποίηση με τη διαδικασία της εργασίας γίνεται κάτω απ’ αυτές τις προϋποθέσεις, που δεν είναι οι ίδιες προϊόν της εργασίας παρά εμφανίζονται σαν φυσικές ή θεϊκές της προϋποθέσεις. Η μορφή αυτή, βασισμένη στην ίδια θεμελιακή σχέση, μπορεί η ίδια να πραγματοποιείται με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, καθόλου δεν αντιστρατεύεται το ότι, όπως γίνεται στις περισσότερες ασιατικές θεμελιακές μορφές, η περιεκτική ενότητα που βρίσκεται πάνω απ’ όλες αυτές τις μικρές κοινότητες εμφανίζεται σαν ανώτερος ιδιοκτήτης, ή σαν ο μοναδικός ιδιοκτήτης, άρα οι πραγματικές κοινότητες μόνο σαν κληρονομικοί κάτοχοι. Μια και πραγματικός ιδιοκτήτης και πραγματική προϋπόθεση της συλλογικής ιδιοκτησίας είναι η ενότητα, η τελευταία μπορεί να εμφανίζεται η ίδια σαν κάτι ξεχωριστό και ανώτερο από τις πολυάριθμες πραγματικές ξεχωριστές κοινότητες· τότε το άτομο στην πραγματικήτητα δεν έχει ιδιοκτησία, μ’ άλλα λόγια η ιδιοκτησία – δηλαδή η σχέση του ατόμου προς τους φυσικούς όρους της εργασίας και αναπαραγωγής σαν όρους που του ανήκουν, σαν το αντικειμενικό, υπαρκτό ήδη σαν ανόργανη φύση σώμα της υποκειμονικότητάς του – εμφανίζεται να διαμεσολαβείται για το άτομο από την παραχώρηση της συνολικής ενότητας – υλοποιημένης στη μορφή του δεσπότη σαν του πατέρα των πολλών κοινοτήτων – στο άτομο με τη μεσολάβηση της ξεχωριστής κοινότητας. Το υπερπροϊόν – που άλλωστε καθορίζεται νομικά σαν συνέπεια της πραγματικής ιδιοποίησης με εργασία – ανήκει έτσι αυτόματα στην υπέρτατη αυτή ενότητα. Στο κέντρο λοιπόν του ανατολικού δεσποτισμού και της έλλειψης ιδιοκτησίας που αυτός φαίνεται νομικά να εμπεριέχει, υπάρχει στην πραγματικότητα σαν βάση αυτή η ιδιοκτησία της φυλής ή της κοινότητας, δημιουργημένη τις πιο πολλές φορές μ’ ένα συνδυασμό μεταποίησης και γεωργίας στο εσωτερικό της μικρής κοινότητας, που γίνεται έτσι ολότελα αυτοσυντήρητη και κλείνει μέσα της όλους τους όρους αναπαραγωγής και παραγωγής πλεονάσματος. Ένα μέρος από την υπερεργασία της ανήκει στην ανώτερη συλλογικότητα, που υπάρχει τελικά σαν πρόσωπο· κι αυτή η υπερεργασία εκδηλώνεται τόσο στον φόρο υποτέλειας κλπ. όσο και σε κοινά έργα για τη δόξα της ενότητας – κατά ένα μέρος του πραγματικού δεσπότη, κατά ένα άλλο της φανταστικής φυλετικής υπόστασης, του θεού. Στο μέτρο τώρα που υλοποιείται πραγματικά στην εργασία, το είδος αυτό κοινοτικής ιδιοκτησίας μπορεί να εμφανιστεί είτε με τη μορφή όπου οι μικρές κοινότητες φυτοζωούν ανεξάρτητα η μια δίπλα στην άλλη, και στην καθεμιά τους το άτομο δουλεύει ανεξάρτητα με την οικογένειά του πάνω στον κλήρο που του δόθηκε· (μια ορισμένη εργασία από τη μια μεριά για το συλλογικό απόθεμα, ας πούμε σαν ασφάλιση, κι από την άλλη για να καλύψει τα έξοδα της κοινότητας σαν τέτοιας, άρα για πόλεμο, θρησκευτική λατρεία κλπ.· εδώ βρίσκουμε για πρώτη φορά, στην πιο αρχέγονη του έννοια, το dominium [κυριότητα] των αρχόντων, πχ. στις σλάβικες κοινότητες, τις ρουμάνικες κλπ. Εδώ βρίσκεται το πέρασμα στην αγγαρεία κλπ.)· είτε η ενότητα μπορεί να επεκτείνεται και σε συλλογικότητα της ίδιας της εργασίας, που μπορεί να είναι κανονικό σύστημα, όπως στο Μεξικό, ιδιαίτερα στο Περού, ανάμεσα στους αρχαίους Κέλτες, σε μερικές ινδικές φυλές. Η συλλογικότητα μπορεί ακόμα να εμφανίζεται στο εσωτερικό της φυλετικής οντότητας πιο πολύ με τρόπο που η ενότητα να αντιπροσωπεύεται από την κεφαλή της γεναρχικής οικογένειας, ή σαν αμοιβαία σχέση των οικογενειαρχών. Ανάλογα, τότε, περισσότερο δεσποτική ή δημοκρατική μορφή αυτής της κοινότητας. Οι συλλογικοί όροι της πραγματικής ιδιοποίησης με μέσο την εργασία, τα υδραυλικά έργα, που έχουν μεγάλη σημασία στους ασιατικούς λαούς, τα μέσα επικοινωνίας κλπ. εμφανίζονται τότε σαν έργο της ανώτερης ενότητας – της δεσποτικής κυβέρνησης που αιωρείται πάνω από τις μικρές κοινότητες. Πραγματικές πόλεις σχηματίζονται εδώ, δίπλα σ’ αυτά τα χωριά, μόνο στα σημεία που είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά για εξωτερικό εμπόριο· ή εκεί που ο αρχηγός του κράτους και οι σατράπες του ανταλλάζουν το εισόδημά τους (το υπερπροϊόν) με εργασία, το ξοδεύουν σαν κονδύλι εργασίας.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, Στοχαστής, Αθήνα 1990, μετάφραση Διονύσης Διβάρης, σσ. 358-360]

 

[ii]

[Τ]ο κοινοτικό μέλος σαν τέτοιο [...] είναι, [...] στη χαρακτηριστική ανατολική μορφή, συγκάτοχος της συλλογικής ιδιοκτησίας (εκεί που η ιδιοκτησία υπάρχει αποκλειστικά σαν κοινοτική ιδιοκτησία, το κάθε ατομικό μέλος σαν τέτοιο δεν είναι παρά κάτοχος – κληρονομικός ή όχι – ενός ξεχωριστού κομματιού· γιατί κάθε κλάσμα της ιδιοκτησίας δεν ανήκει σε κανένα μέλος για τον εαυτό του, παρά μόνο σαν άμεσο μέλος της κοινότητας· άρα σε άμεση ενότητα μ’ αυτήν, όχι σε διάκριση απ’ αυτήν. Ώστε το άτομο αυτό δεν είναι παρά κάτοχος. Υπάρχει συλλογική μόνο ιδιοκτησία, και μόνο ιδιωτική κατοχή).

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σελ. 362]

 

[ii]

Στην ασιατική μορφή (τουλάχιστον την κυρίαρχη) δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία παρά μόνο ατομική κατοχή· ο πραγματικός ιδιοκτήτης, με την κυριολεκτική έννοια, είναι η κοινότητα – ώστε ιδιοκτησία υπάρχει μόνο σαν συλλογική ιδιοκτησία πάνω στη γη.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σσ. 364, 365]

 

[iv]

Να ποιο είναι εδώ το ουσιαστικό ζήτημα: Σε όλες αυτές τις μορφές, όπου η ιδιοκτησία της γης και η γεωργία αποτελούν τη βάση της οικονομικής τάξης πραγμάτων, και όπου άρα οικονομικός σκοπός είναι η παραγωγή αξιών χρήσης, η αναπαραγωγή του ατόμου στις καθορισμένες σχέσεις προς την κοινότητά του, που στα πλαίσιά τους το άτομο αποτελεί τη βάση της κοινότητας, είναι δοσμένη: 1) υπάρχει ιδιοποίηση – όχι με μέσο την εργασία αλλά σαν προϋπόθεση της εργασίας – του φυσικού όρου της εργασίας, της γης σαν του αρχέγονου εργαλείου δουλειάς, εργαστηρίου, όπως και δεξαμενής των πρώτων υλών. Το άτομο σχετίζεται προς τους αντικειμενικούς όρους της εργασίας απλά σαν δικούς του· σχετίζεται προς αυτούς σαν την ανόργανη φύση της υποκειμενικότητάς του, όπου η υποκειμενικότητα αυτή πραγματοποιεί τον εαυτό της· ο κυριότερος αντικειμενικός όρος της εργασίας δεν εμφανίζεται ο ίδιος σαν προϊόν της εργασίας αλλά προϋπάρχει σαν φύση· από τη μια πλευρά το ζωντανό άτομο, από την άλλη η γη σαν ο αντικειμενικός όρος της αναπαραγωγής του· 2) αυτή όμως η σχέση προς το έδαφος, τη γη, σαν την ιδιοκτησία του εργαζόμενου ατόμου – που άρα εξαρχής δεν εμφανίζεται σαν απλά εργαζόμενο άτομο, σ’ αυτή την αφαίρεση, αλλά στην ιδιοκτησία της γης έχει έναν αντικειμενικό τρόπο ύπαρξης, που είναι προϋπόθεση της δραστηριότητάς του και δεν εμφανίζεται σαν απλό αποτέλεσμά της, και που αποτελεί προϋπόθεση της δραστηριότητάς του το ίδιο όπως και το δέρμα ή τα αισθητήριά του όργανα, που βέβαια τα αναπαράγει ο ίδιος και τα αναπτύσσει κλπ. μέσα στη βιοτική διαδικασία αλλά κι αυτή η αναπαραγωγική διαδικασία από τη μεριά της τα προϋποθέτει – διαμεσολαβείται αμέσως από την αυτόφυτη, ιστορικά περισσότερο ή λιγότερο εξελιγμένη, και τροποποιημένη ύπαρξη του ατόμου σαν μέλους μιας κοινότητας – την αυτόφυτη ύπαρξή του σαν μέλους μιας φυλής κλπ. Ένα απομονωμένο άτομο δε θα μπορούσε να έχει ιδιοκτησία πάνω στο έδαφος, όπως δε θα μπορούσε και να μιλά. Θα μπορούσε βέβαια να ζει από το έδαφος σαν υλική ουσία, όπως κάνουν τα ζώα. Η σχέση προς τη γη σαν ιδιοκτησία διαμεσολαβείται πάντα από την κατάληψη εδάφους, ειρηνική ή βίαιη, από τη φυλή, την κοινότητα με κάποια περισσότερο ή λιγότερο αυτόφυτη, ή ήδη ιστορικά πιο εξελιγμένη μορφή. Το άτομο δεν μπορεί εδώ ποτέ να εμφανιστεί σαν απομονωμένο σημείο, όπως εμφανίζεται ο απλός ελεύθερος εργάτης. Αν οι αντικειμενικοί όροι της εργασίας του έχουν προϋποτεθεί σαν δικοί του, τότε και το ίδιο το άτομο έχει προϋποτεθεί υποκειμενικά σαν μέλος μιας κοινότητας που διαμεσολαβεί τη σχέση του προς το έδαφος. Η σχέση του προς τους αντικειμενικούς όρους της εργασίας διαμεσολαβείται από την ύπαρξή του σαν μέλους της κοινότητας· από την άλλη μεριά, η πραγματική ύπαρξη της κοινότητας καθορίζεται από τη συγκεκριμένη μορφή της ιδιοκτησίας του ατόμου πάνω στους αντικειμενικούς όρους της εργασίας. [...Η] ιδιοκτησία αυτή, που διαμεσολαβείται από την ύπαρξη στα πλαίσια της κοινότητας, εμφανίζεται σαν συλλογική ιδιοκτησία, όπου το άτομο είναι απλός κάτοχος και δεν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία στο έδαφος.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σσ. 365, 366]

 

[v]

Η ασιατική μορφή παρουσιάζει, αναγκαστικά, τη μεγαλύτερη αντοχή και διάρκεια. Αυτό εμπεριέχεται στην προϋπόθεσή της: ότι το άτομο δεν αποκτά αυτοτέλεια απέναντι στην κοινότητα· ότι υπάρχει αυτο-συντηρούμενος κύκλος παραγωγής, ενότητα γεωργίας και χειροτεχνίας κλπ. Όταν το άτομο αλλάζει τη σχέση του προς την κοινότητα, αλλάζει έτσι και την κοινότητα και επιδρά καταστροφικά πάνω σ’ αυτή· όπως και πάνω στην οικονομική της προϋπόθεση· από την άλλη μεριά, η μεταβολή αυτής της οικονομικής προϋπόθεσης (που προκαλείται από την ίδια της τη διαλεκτική· εξαθλίωση κλπ. Ιδιαίτερα η επίδραση των πολέμων [...]) αίρει τον πραγματικό δεσμό όπου βασίζεται η κοινότητα.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σσ. 369, 367]

 

[vi]

Η ίδια η γλώσσα αποτελεί εξίσου το προϊόν μιας κοινότητας, όπως κι από άλλη σκοπιά αποτελεί την ίδια την παρουσία της κοινότητας, την παρουσία που μιλά μόνη της για την ύπαρξή της. {Η συλλογική παραγωγή και η κοινή ιδιοκτησία, όπως εμφανίζεται πχ. στο Περού, είναι ολοφάνερα παράγωγη μορφή· την καθιέρωσαν και τη μετάδοσαν κατακτήτριες φυλές που γνώριζαν οι ίδιες στην πατρίδα τους την κοινή ιδιοκτησία και συλλογική παραγωγή στην αρχαία, απλούστερη μορφή, όπως παρουσιάζεται στην Ινδία και ανάμεσα στους Σλάβους. Όμοια, η μορφή που βρίσκουμε πχ. ανάμεσα στους Κέλτες στην Ουαλία φαίνεται να τους έχει μεταδοθεί, φαίνεται παράγωγη μορφή που επιβλήθηκε από κατακτητές στις υποδεέστερες, κατακτημένες φυλές. Η ολοκλήρωση και συστηματική επεξεργασία αυτών των συστημάτων από ένα ανώτατο κέντρο δείχνει ότι είναι μεταγενέστερα. Ακριβώς όπως η φεουδαρχία που μεταδόθηκε στην Αγγλία είχε πιο ολοκληρωμένη μορφή από την αυτόχθονη της Γαλλίας.} {Στις νομαδικές φυλές βοσκών – και όλοι οι βουκολικοί λαοί είναι στην αρχή νομαδικοί – η γη, όπως και οι άλλοι φυσικοί όροι, εμφανίζεται με στοιχειακή απεραντοσύνη, όπως πχ. στις στέπες και τα υψίπεδα της Ασίας. Πάνω της βοσκούν κλπ., την καταναλώνουν τα κοπάδια, που απ’ αυτά ζουν πάλι οι βουκολικοί λαοί. Σχετίζονται προς τη γη σαν ιδιοκτησία τους, παρόλο που ποτέ δεν σταθεροποιούν αυτή την ιδιοκτησία. Έτσι και οι κυνηγότοποι των άγριων ινδιάνικων φυλών στην Αμερική· η φυλή θεωρεί μια ορισμένη περιοχή σαν κυνηγότοπό της και την υπερασπίζεται με τη βία απέναντι σε άλλες φυλές, ή προσπαθεί να διώξει άλλες φυλές από τους κυνηγότοπους που κατέχουν. Στις νομαδικές βουκολικές φυλές η κοινότητα μένει στην πραγματικότητα πάντα ενωμένη, ταξιδιωτική συντροφιά, καραβάνι, ορδή· και οι μορφές ιεραρχίας και υποταγής αναπτύσσονται με βάση τους όρους αυτού του τρόπου ζωής. Αντικείμενο ιδιοποίησης και αναπαραγωγής είναι εδώ στην πραγματικότητα αποκλειστικά το κοπάδι, όχι η γη· αυτήν όμως τη χρησιμοποιούν προσωρινά, πάντα συλλογικά, στον κάθε φορά τόπο διαμονής.} Ο μοναδικός φραγμός που η κοινότητα μπορεί να συναντήσει στη σχέση της προς τους φυσικούς όρους της παραγωγής – τη γη – (αν μ’ ένα άλμα περάσουμε κατευθείαν στους εγκαταστημένους λαούς) σαν δικούς της είναι μια άλλη κοινότητα που ήδη τους διεκδικεί σαν δικό της ανόργανο σώμα. Γιαυτό ο πόλεμος είναι μια από τις πιο αρχέγονες εργασίες καθεμιάς απ’ αυτές τις αυτόφυτες κοινότητες, τόσο για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας όσο και για την απόκτηση νέας. (Εδώ, πραγματικά, είναι αρκετό να μιλήσουμε για την αρχέγονη ιδιοκτησία πάνω στο έδαφος· γιατί στους βουκολικούς λαούς η ιδιοκτησία πάνω σε προϊόντα της γης που βρίσκονται έτοιμα στη φύση – πχ. τα πρόβατα – είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτησία πάνω στα βοσκοτόπια που αυτά διασχίζουν. Γενικά, η ιδιοκτησία πάνω στο έδαφος συμπεριλαμβάνει και την ιδιοκτησία πάνω στα οργανικά του προϊόντα.) {Όταν ο άνθρωπος κατακτιέται ο ίδιος μαζί με το έδαφος, σαν οργανικό παράρτημα του εδάφους, τότε κατακτιέται σαν ένας από τους όρους της παραγωγής· κι έτσι γεννιέται η δουλεία και η δουλοπαροικία, που γρήγορα νοθεύει και τροποποιεί τις αρχέγονες μορφές όλων των κοινοτήτων, και γίνεται η ίδια βάση τους. Η απλή δομή προσδιορίζεται έτσι αρνητικά.}

Ιδιοκτησία λοιπόν δεν σημαίνει αρχικά παρά σχέση του ανθρώπου προς τους φυσικούς του όρους παραγωγής σαν όρους που ανήκουν σ’ αυτόν, σαν τους δικούς του, σαν όρους που έχουν προϋποτεθεί μαζί με την ίδια του την ύπαρξη· σημαίνει σχέση προς αυτούς σαν φυσικές προϋποθέσεις του εαυτού του, που αποτελούν, ας πούμε, απλή προέκταση του σώματός του. Στην κυριολεξία, ο άνθρωπος δεν βρίσκεται σε σχέση με τους παραγωγικούς του όρους· παρά υπάρχει διπλά, τόσο υποκειμενικά σαν αυτός ο ίδιος όσο και αντικειμενικά μέσα σ’ αυτούς τους φυσικούς ανόργανους όρους της ύπαρξής του. Οι μορφές αυτών των φυσικών όρων παραγωγής είναι δυο: 1) η ύπαρξη του ανθρώπου σαν μέλους μιας κοινότητας· άρα η ύπαρξη αυτής της κοινότητας, που στην αρχέγονή της μορφή είναι φυλετική οργάνωση, περισσότερο ή λιγότερο τροποποιημένη οργάνωση κατά φυλή· 2) η σχέση διαμέσου της κοινότητας προς το έδαφος σαν έδαφος της κοινότητας, συλλογική γαιοκτησία και ταυτόχρονα ατομική κατοχή για το άτομο· μ’ άλλα λόγια, με τρόπο που μόνο οι καρποί να διαμοιράζονται, αλλά το ίδιο το έδαφος και η καλλιέργεια να μένουν κοινά. (Όμως οι κατοικίες κλπ., ακόμα κι αν είναι τα αμάξια των Σκυθών, εμφανίζονται ωστόσο τότε πάντα σε ατομική κατοχή. Ένας από τους φυσικούς όρους παραγωγής για το ζωντανό άτομο είναι το να ανήκει σε μια αυτόφυτη κοινωνία – φυλή κλπ. Αυτό είναι πχ. ήδη όρος για να έχει γλώσσα κλπ. Η ίδια του η παραγωγική ύπαρξη εξαρτιέται απ’ αυτόν τον όρο. Η υποκειμενική του ύπαρξη εξαρτιέται σαν τέτοια απ’ αυτόν τον όρο, όπως εξαρτιέται και από τη σχέση προς τη γη σαν εργαστήρι του. (Η ιδιοκτησία είναι βέβαια στην αρχή κινητή, γιατί ο άνθρωπος βάζει στο χέρι πρώτα-πρώτα τους έτοιμους καρπούς της γης – όπου ανήκουν, ανάμεσα στ’ άλλα, και τα ζώα, και για τον άνθρωπο ιδιαίτερα τα εξημερώσιμα. Ωστόσο η ίδια αυτή η κατάσταση – το κυνήγι, το ψάρεμα, η βοσκή, η διατροφή με καρπούς δέντρων κλπ. – προϋποθέτει πάντα ιδιοποίηση της γης, είτε για σταθερό τόπο διαμονής, είτε για περιπλάνηση, είτε για βοσκοτόπια για τα ζώα κλπ.).

Ώστε η ιδιοκτησία σημαίνει να ανήκει κανείς σε μια φυλή (κοινότητα) (να έχει υποκειμενική-αντικειμενική ύπαρξη μέσα σ’ αυτήν)· σημαίνει ακόμα, μέσα από τη σχέση αυτής της κοινότητας προς το έδαφος, τη γη σαν ανόργανο σώμα της, σχέση του υποκειμένου προς το έδαφος, τον εξωτερικό πρώτο όρο της παραγωγής – γιατί η γη είναι πρώτη ύλη, εργαλείο, καρπός, όλα μαζί – σαν προϋποθέσεις που ανήκουν στην ατομικότητά του, μορφές ύπαρξης αυτής της ατομικότητας. Ανάγουμε αυτή την ιδιοκτησία στη σχέση προς τους όρους της παραγωγής. Γιατί όχι της κατανάλωσης, αφού αρχικά η παραγωγή του ατόμου περιορίζεται στην αναπαραγωγή του δικού του σώματος μέσα από ιδιοποίηση έτοιμων αντικειμένων, παρασκευασμένων για την κατανάλωση από την ίδια τη φύση; Ακόμα κι εκεί όπου μοναδικό καθήκον είναι ακόμα να βρίσκει κανείς και να ανακαλύπτει, αυτό σύντομα απαιτεί προσπάθεια, εργασία – όπως στο κυνήγι, το ψάρεμα, τη βοσκή – και παραγωγή (δηλαδή ανάπτυξη) ορισμένων ικανοτήτων από τη μεριά του υποκειμένου. Ύστερα, οι καταστάσεις όπου κανείς μπορεί να αρπάζει τα έτοιμα, χωρίς καθόλου εργαλεία (δηλαδή προϊόντα της εργασίας ήδη προορισμένα τα ίδια για την παραγωγή), χωρίς αλλαγή της μορφής (που υπάρχει ακόμα και στη βοσκή) κλπ. πρέπει να θεωρηθούν σαν πολύ σύντομες και παροδικές, πουθενά σαν κανονικές καταστάσεις· ούτε και σαν κανονικές αρχέγονες καταστάσεις. Άλλωστε οι αρχέγονοι όροι της παραγωγής συμπεριλαμβάνουν οι ίδιοι υλικά που μπορούν να καταναλωθούν άμεσα, χωρίς εργασία, όπως καρπούς, ζώα κλπ.· ώστε το ίδιο το κονδύλι κατανάλωσης εμφανίζεται να ανήκει, σαν συστατικό μέρος, στο αρχικό κονδύλι παραγωγής.

Ο θεμελιακός όρος της ιδιοκτησίας που βασίζεται στη φυλετική οργάνωση (σ’ αυτήν αναλύεται αρχικά η κοινότητα) – η ιδιότητα του μέλους της φυλής – στερεί από κάθε ιδιοκτησία την ξένη κατακτημένη, υπόδουλη φυλή, και μάλιστα την εντάσσει στους ανόργανους όρους αναπαραγωγής της κατακτήτριας φυλής, όρους που η κοινότητα βλέπει σαν δικούς της. Ώστε η δουλεία και η δουλοπαροικία απλά αποτελούν παραπέρα εξελίξεις της ιδιοκτησίας που βασίζεται στη φυλετική οργάνωση. Τροποποιούν αναγκαστικά όλες τις μορφές της τελευταίας. Λιγότερο απ’ όλες τις μορφές τροποποιούν την ασιατική. Στην αυτοσυντηρούμενη ενότητα μεταποίησης και γεωργίας που αποτελεί τη βάση αυτής της μορφής, η κατάκτηση δεν είναι τόσο αναγκαίος όρος όσο εκεί που κυριαρχεί αποκλειστικά η ιδιοκτησία της γης, η γεωργία. Από την άλλη μεριά, καθώς σ’ αυτή τη μορφή το άτομο δεν γίνεται ποτέ ιδιοκτήτης παρά μόνο κάτοχος, στο βάθος το ίδιο το άτομο είναι η ιδιοκτησία, ο δούλος εκείνου που ενσαρκώνει την ενότητα της κοινότητας· και η δουλεία εδώ ούτε αίρει τους όρους της εργασίας, ούτε τροποποιεί την ουσιαστική σχέση.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σσ. 366, 372]

 

[vii]

Ιδιοκτησία σημαίνει λοιπόν αρχικά – στην ασιατική της, σλαβική, αρχαία, γερμανική μορφή – σχέση του εργαζόμενου υποκειμένου (υποκειμένου που παράγει ή που αναπαράγει τον εαυτό του) προς τους όρους της παραγωγής ή αναπαραγωγής του σαν δικούς του. Ώστε θα έχει και διαφορετικές μορφές ανάλογα με τους όρους αυτής της παραγωγής. Η ίδια η παραγωγή σκοπεύει στην αναπαραγωγή του παραγωγού μέσα σ’ αυτούς, και με μέσο αυτούς τους αντικειμενικούς όρους ύπαρξής του. Η σχέση αυτή του ατόμου σαν ιδιοκτήτη – όχι σαν αποτέλεσμα, αλλά σαν προϋπόθεση της εργασίας, δηλαδή της παραγωγής – προϋποθέτει μια καθορισμένη ύπαρξη του ατόμου σαν μέλους μιας φυλετικής ή κοινοτικής οντότητας (που ιδιοκτησία της ως ένα ορισμένο σημείο είναι και το ίδιο το άτομο). Η δουλεία, η δουλοπαροικία κλπ., όπου ο ίδιος ο εργάτης συγκαταλέγεται στους φυσικούς όρους της παραγωγής για κάποιο τρίτο άτομο ή κοινότητα (αυτό πχ. δεν συμβαίνει στη γενικευμένη δουλεία της Ανατολής, έτσι βλέπει τα πράγματα μόνο η ευρωπαϊκή σκοπιά) – ώστε η ιδιοκτησία δεν είναι πια η σχέση του προσωπικά εργαζόμενου ατόμου προς τους αντικειμενικούς όρους της εργασίας – είναι πάντα παράγωγη, ποτέ αρχέγονη· αν και αποτελεί αναγκαίο και συνεπές αποτέλεσμα της ιδιοκτησίας που βασίζεται στην κοινότητα και στην εργασία στα πλαίσια της κοινότητας.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σσ. 373, 374]

 

[viii]

Όσο πιο παραδοσιακός είναι ο ίδιος ο τρόπος παραγωγής – κι αυτό διαρκεί πολύ στη γεωργία· ακόμα περισσότερο στην Ανατολή, όπου γεωργία και μεταποίηση συμπληρώνουν η μια την άλλη –, όσο περισσότερο δηλαδή η πραγματική διαδικασία ιδιοποίησης μένει η ίδια, τόσο πιο σταθερές είναι οι παλιές μορφές ιδιοκτησίας και άρα η κοινότητα γενικά. Εκεί που υπάρχει ήδη χωρισμός των κοινοτικών μελών σαν ατομικών ιδιοκτητών από τους ίδιους σαν πόλη-κοινότητα και σαν ιδιοκτήτες της επικράτειας της πόλης, εκεί εμφανίζονται ήδη και όροι που μπορεί να κάνουν το άτομο να χάσει την ιδιοκτησία του, δηλαδή τη διπλή σχέση που τον κάνει ισότιμο πολίτη, μέλος της κοινότητας, όπως και ιδιοκτήτη. Στην ανατολική μορφή αυτή η απώλεια ελάχιστα είναι δυνατή, παρά μόνο σαν συνέπεια ολότελα εξωτερικών επιδράσεων· γιατί το ατομικό μέλος της κοινότητας ποτέ δεν αποκτά ως προς την κοινότητα την ελεύθερη σχέση που θα μπορούσε να το κάνει να χάσει τον δεσμό του (τον αντικειμενικό, οικονομικό δεσμό προς την κοινότητα). Είναι ριζωμένο. Αυτό οφείλεται και στη συνένωση μεταποίησης και γεωργίας, πόλης (χωριού) και υπαίθρου.

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σσ. 372, 373]

 

[ix]

Όλες οι μορφές όπου εμφανίζεται αυτή η ιδιοκτησία προϋποθέτουν μια κοινότητα που τα μέλη της, παρόλο που μπορεί ανάμεσά τους να υπάρχουν τυπικές διαφορές, είναι σαν μέλη της ιδιοκτήτες. Γι’ αυτό η αρχέγονη μορφή αυτής της ιδιοκτησίας είναι η ίδια άμεση κοινή ιδιοκτησία (ανατολική μορφή, που εμφανίζεται τροποποιημένη στη σλαβική· αναπτύσσεται ως το αντίθετό της, μένει ωστόσο πάντα η κρυφή, αν και αντιθετική, βάση της αρχαίας και της γερμανικής ιδιοκτησίας).

[Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, σελ. 375]

 

Καρλ Μαρξ

Η Διακήρυξη του Λόρδου Κάνινγκ και η Κατοχή Γης στην Ινδία [1858]

Η διακήρυξη του Λόρδου Κάνινγκ σχετικά με το Ούντε, για την οποία δημοσιεύσαμε το Σάββατο ορισμένα σημαντικά έγγραφα, έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση σχετικά με τα καθεστώτα γαιοκτησίας στην Ινδία – ένα θέμα για το οποίο υπήρξαν στο παρελθόν μεγάλες διαμάχες και διαφορές απόψεων, ενώ οι παρερμηνείες σχετικά με αυτό έχουν οδηγήσει, όπως υποστηρίζεται, σε πολύ σοβαρά πρακτικά λάθη στη διοίκηση εκείνων των περιοχών της Ινδίας που βρίσκονται υπό άμεση βρετανική κυριαρχία. Το κύριο ζήτημα αυτής της διαμάχης είναι: ποια είναι η ακριβής θέση που κατέχουν στο οικονομικό σύστημα της Ινδίας οι λεγόμενοι ζεμιντάρ, ταλουκντάρ ή σιρντάρ; Πρέπει να θεωρούνται ιδιοκτήτεςγαιοκτήμονες ή απλοί φοροεισπράκτορες;

Είναι αποδεκτό ότι στην Ινδία, όπως και στις περισσότερες ασιατικές χώρες, η απόλυτη κυριότητα της γης ανήκει στην Κυβέρνηση· αλλά ενώ η μία πλευρά αυτής της διαμάχης επιμένει ότι η Κυβέρνηση πρέπει να θεωρείται ιδιοκτήτρια της γης, η οποία εκμισθώνει τη γη ως μερίδες στους καλλιεργητές, η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι, στην ουσία, η γη στην Ινδία αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία ακριβώς όπως σε οποιαδήποτε άλλη χώρα – αυτή η υποτιθέμενη ιδιοκτησία της Κυβέρνησης δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον τίτλο που απορρέει από τον κυρίαρχο, ο οποίος αναγνωρίζεται θεωρητικά σε όλες τις χώρες, οι νομοθεσίες των οποίων βασίζονται στο φεουδαρχικό δίκαιο και αναγνωρίζουν ουσιαστικά σε όλες τις χώρες την εξουσία της Κυβέρνησης να επιβάλλει φόρους επί της γης στο βαθμό που το απαιτούν οι ανάγκες της, ανεξάρτητα από κάθε άλλη παράμετρο, εκτός από απλά ζητήματα πολιτικής ή τη διευκόλυνση των ιδιοκτητών.

Αν, ωστόσο, παραδεχτούμε ότι οι εκτάσεις της Ινδίας αποτελούν ιδιωτική περιουσία, η οποία κατέχεται με τίτλο ιδιοκτησίας εξίσου έγκυρο και ισχυρό με αυτόν που ισχύει αλλού, ποιοι θα πρέπει να θεωρηθούν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες; Υπάρχουν δύο ομάδες για τις οποίες έχει διατυπωθεί αυτή η αξίωση. Μία από αυτές τις ομάδες είναι η τάξη που είναι γνωστή ως ζεμιντάρ και ταλουκντάρ, οι οποίοι θεωρούνται ότι κατέχουν θέση παρόμοια με εκείνη της γαιοκτητικής αριστοκρατίας και των ευγενών της Ευρώπης· ότι είναι, μάλιστα, οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της γης, υποκείμενοι σε μια ορισμένη εισφορά προς την Κυβέρνηση, και, ως ιδιοκτήτες, έχουν το δικαίωμα να απομακρύνουν κατά βούληση τους πραγματικούς καλλιεργητές, οι οποίοι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, θεωρούνται ότι βρίσκονται στη θέση απλών ενοικιαστών προαιρετικά, υποχρεωμένοι να καταβάλλουν οποιαδήποτε πληρωμή υπό μορφή ενοικίου που οι ζεμιντάρ κρίνουν σκόπιμο να επιβάλουν. Η άποψη αυτή, η οποία συνάδει φυσικά με τις αγγλικές αντιλήψεις όσον αφορά τη σημασία και την αναγκαιότητα της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας ως κύριου πυλώνα του κοινωνικού ιστού, αποτέλεσε το θεμέλιο της περίφημης ρύθμισης για τη γαιοκτησία στη Βεγγάλη πριν από εβδομήντα χρόνια, υπό τη γενική διακυβέρνηση του Λόρδου Κόρνουολις – μιας ρύθμισης που εξακολουθεί να ισχύει, αλλά η οποία, όπως υποστηρίζουν πολλοί, προκάλεσε μεγάλη αδικία τόσο προς την κυβέρνηση όσο και προς τους ίδιους τους καλλιεργητές. Μια πιο διεξοδική μελέτη των θεσμών του Ινδουστάν, σε συνδυασμό με τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που προέκυψαν από τη ρύθμιση της Βεγγάλης, έχει διαδώσει την άποψη ότι, σύμφωνα με τους αρχικούς ινδουιστικούς θεσμούς, η ιδιοκτησία της γης ανήκε στα κοινοτικά συμβούλια των χωριών, στα οποία ανήκε η εξουσία να την κατανέμουν σε ιδιώτες για καλλιέργεια, ενώ οι ζεμιντάρ και οι ταλουκντάρ δεν ήταν αρχικά τίποτα άλλο παρά αξιωματούχοι της κυβέρνησης, διορισμένοι για να επιβλέπουν, να εισπράττουν και να αποδίδουν στον πρίγκιπα τους φόρους που όφειλε το χωριό.

Η άποψη αυτή έχει επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τη ρύθμιση των σχέσεων γαιοκτησίας και των εσόδων που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια στις ινδικές επαρχίες, των οποίων την άμεση διοίκηση έχουν αναλάβει οι Άγγλοι. Τα αποκλειστικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα που διεκδικούσαν οι ταλουκντάρ και οι ζεμιντάρ θεωρήθηκαν ως αποτέλεσμα σφετερισμών εις βάρος τόσο της κυβέρνησης όσο και των καλλιεργητών, και καταβλήθηκε κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξάλειψή τους, καθώς αποτελούσαν βάρος για τους πραγματικούς καλλιεργητές της γης και εμπόδιο στη γενική ανάπτυξη της χώρας. Ωστόσο, δεδομένου ότι αυτοί οι ενδιάμεσοι, ανεξάρτητα από την προέλευση των δικαιωμάτων τους, μπορούσαν να επικαλεστούν κτητική παραγραφή υπέρ τους, ήταν αδύνατο να μην αναγνωριστούν οι αξιώσεις τους ως νόμιμες σε κάποιο βαθμό, όσο και αν ήταν ενοχλητικές, αυθαίρετες και καταπιεστικές για τον λαό. Στο Ούντε, υπό την αδύναμη βασιλεία των ντόπιων πριγκίπων, αυτοί οι φεουδάρχες είχαν προχωρήσει πολύ μακριά στον περιορισμό τόσο των αξιώσεων της κυβέρνησης όσο και των δικαιωμάτων των καλλιεργητών· και όταν, μετά την πρόσφατη προσάρτηση αυτού του βασιλείου, το ζήτημα αυτό τέθηκε υπό επανεξέταση, οι Επίτροποι που είχαν αναλάβει τη διευθέτηση του ζητήματος σύντομα εμπλέχθηκαν σε μια πολύ έντονη διαμάχη μαζί τους σχετικά με την πραγματική έκταση των δικαιωμάτων τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια κατάσταση δυσαρέσκειας εκ μέρους τους, η οποία τους οδήγησε να συμμαχήσουν με τους εξεγερμένους Σεπόι.

Όσοι τάσσονται υπέρ της προαναφερθείσας πολιτικής –δηλαδή ενός συστήματος κοινοτικού διακανονισμού– θεωρώντας ότι οι πραγματικοί καλλιεργητές διαθέτουν δικαίωμα ιδιοκτησίας επί της γης, ανώτερο από αυτό των μεσαζόντων, μέσω των οποίων η Κυβέρνηση εισπράττει το μερίδιό της από τα αγροτικά προϊόντα –η διακήρυξη του Λόρδου Κάνινγκ ερμηνεύεται ως εκμετάλλευση της θέσης στην οποία είχε αυτοτοποθετηθεί το μεγαλύτερο μέρος των ζεμιντάρ και των ταλουκντάρ του Ουντέ, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την εισαγωγή πολύ πιο εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων από ό,τι θα ήταν εφικτό διαφορετικά– καθώς το δικαίωμα ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε με τη διακήρυξη αυτή αφορούσε απλώς το δικαίωμα των ζεμιντάρ ή των ταλουκντάρ, και αφορούσε μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού, και σε καμία περίπτωση τους πραγματικούς καλλιεργητές.

Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ζήτημα δικαιοσύνης και ανθρωπιάς, η άποψη που υιοθέτησε, από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Ντέρμπι σχετικά με τη διακήρυξη του Λόρδου Κάνινγκ, συνάδει αρκετά καλά με τις γενικές αρχές που υποστηρίζει το κόμμα των Τόρι ή των Συντηρητικών όσον αφορά την ιερότητα των κεκτημένων δικαιωμάτων και τη σημασία της διαφύλαξης των συμφερόντων της αριστοκρατικής γαιοκτημονικής τάξης. Όταν αναφέρονται στα συμφέροντα των ιδιοκτητών γης στην πατρίδα, πάντα εννοούν μάλλον τους γαιοκτήμονες και αυτούς που εισπράτουν προσόδους παρά τους ενοικιαστές και τους πραγματικούς καλλιεργητές· και, ως εκ τούτου, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι θεωρούν τα συμφέροντα των ζεμιντάρ και των ταλουκντάρ, όσο μικρός κι αν είναι ο πραγματικός αριθμός τους, ισοδύναμα με τα συμφέροντα του ευρύτερου λαού.

Εδώ πράγματι βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα και δυσκολίες της διακυβέρνησης της Ινδίας από την Αγγλία, καθώς οι απόψεις για τα ινδικά ζητήματα επηρεάζονται από καθαρά αγγλικές προκαταλήψεις ή συναισθήματα, τα οποία εφαρμόζονται σε μια κοινωνική κατάσταση και σε συνθήκες που στην πραγματικότητα έχουν ελάχιστη σχέση με αυτές. Η υπεράσπιση που προβάλλει ο Λόρδος Κάνινγκ στην επιστολή του, που δημοσιεύθηκε σήμερα, σχετικά με την πολιτική της διακήρυξής του ενάντια στις αντιρρήσεις του Σερ Τζέιμς Άουτραμ, του Επιτρόπου του Ούντε, είναι πολύ πειστική, αν και φαίνεται ότι υπέκυψε σε κάποιο βαθμό στις παρατηρήσεις του Επιτρόπου, ώστε να εισαγάγει στη διακήρυξη την κατευναστική φράση, η οποία δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό σχέδιο που είχε σταλεί στην Αγγλία και στην οποία βασιζόταν η επιστολή του Λόρδου Έλενμπορο.

Η άποψη του Λόρδου Κάνινγκ σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αξιολογηθεί η συμπεριφορά των γαιοκτημόνων του Ούντε που συμμετείχαν στην εξέγερση δεν φαίνεται να διαφέρει πολύ από εκείνη του Σερ Τζέιμς Άουτραμ και του Λόρδου Έλενμπορο. Υποστηρίζει ότι βρίσκονται σε πολύ διαφορετική θέση όχι μόνο από τους στασιαστές Σεπόι, αλλά και από τους κατοίκους των επαναστατημένων περιοχών όπου η βρετανική κυριαρχία είχε εδραιωθεί εδώ και περισσότερο καιρό. Παραδέχεται ότι δικαιούνται να αντιμετωπιστούν ως άτομα που είχαν λόγο να προβούν στην ενέργεια που έκαναν· ταυτόχρονα, όμως, επιμένει ότι πρέπει να κατανοήσουν ότι η εξέγερση δεν μπορεί να αποτελέσει λύση χωρίς να συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες για τους ίδιους. Σύντομα θα μάθουμε ποια ήταν η επίδραση της έκδοσης της διακήρυξης και αν ο Λόρδος Κάνινγκ ή ο Σερ Τζέιμς Άουτραμ είχε περισσότερο δίκιο στην πρόβλεψή του για τα αποτελέσματά της.

[Karl Marx, “Lord Canning’s Proclamation and Land Tenure in India”, New-York Daily Tribune, 7 Ιουνίου 1858. Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1858/06/07.htm, μετάφραση: elaliberta.gr]

 

Καρλ Μαρξ

Από τον Πρόλογο στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας [1859]

Σε πλατιά έννοια, μπορούμε να πούμε, πως ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο νεότερος τρόπος παραγωγής, είναι οι προοδευτικές εποχές της οικονομικής διαμόρφωσης της κοινωνίας.

[Καρλ Μαρξ, Κριτική στην πολιτική Οικονομία, Εκδόσεις «Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης», Αθήνα 1956. σελ. 8]

 

Καρλ Μαρξ

Από το Κεφάλαιο, τόμος Α΄ [1867]

[Α΄]

«Τον τελευταίο καιρό διαδόθηκε η γελοία προκατάληψη ότι η μορφή της πρωτόγονης κοινοκτημοσύνης είναι μια ειδικά σλαβική κι ακόμα αποκλειστικά ρωσική μορφή. Πρόκειται για την πρωταρχική μορφή που μπορούμε να αποδείξουμε την ύπαρξή της στους αρχαίους ρωμαίους, στους αρχαίους γερμανούς και στους κέλτες και που ένα ολόκληρο δειγματολόγιό της από πολυποίκιλες μορφές υπάρχει ακόμα στους ινδούς έστω και σαν υπολείμματα. Μια προσεκτική μελέτη των ασιατικών, ειδικά των ινδικών, μορφών κοινοκτημοσύνης θ’ απόδειχνε, πώς από τις διάφορες μορφές της πρωτόγονης κοινοκτημοσύνης προκύπτουν διάφορες μορφές της διάλυσής της. Έτσι λχ. διάφορα πρότυπα της ρωμαϊκής και της αρχαίας γερμανικής ατομικής ιδιοκτησίας μπορούν να εξηγηθούν με βάση τις διάφορες μορφές της ινδικής κοινοκτημοσύνης» (Karl Marx: «Zur Kritik der Politischen Oekonomie». Berlin 1859, σελ. 10).

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 2002, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 30, υποσημείωση 92]

 

[Β΄]

Στους παλιούς ασιατικούς, στους αρχαίους κλπ. τρόπους παραγωγής η μετατροπή του προϊόντος σε εμπόρευμα, κι επομένως η ύπαρξη των ανθρώπων σαν εμπορευματοπαραγωγών, παίζει δευτερεύοντα ρόλο, που όμως γίνεται τόσο πιο σημαντικός όσο περισσότερο η κοινότητα μπαίνει στο στάδιο της παρακμής της. Καθαυτό εμπορικοί λαοί υπάρχουν μονάχα στα ενδιάμεσα του αρχαίου κόσμου, όπως οι θεοί του Επίκουρου ή όπως οι εβραίοι στους πόρους της πολωνικής κοινωνίας. Οι παλιοί εκείνοι κοινωνικοί παραγωγικοί οργανισμοί είναι πολύ πιο απλοί και πιο διάφανοι από τον αστικό, στηρίζονται όμως είτε πάνω στην ανωριμότητα του ανθρώπου σαν ατόμου που δεν έχει ακόμα αποσπαστεί από τον ομφάλιο λώρο της φυσικής σχέσης του με τους άλλους ανθρώπους του γένους, είτε πάνω σε άμεσες σχέσεις κυριαρχίας και υποδούλωσης. Καθορίζονται από μια χαμηλή βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας και από αντίστοιχα περιορισμένες σχέσεις των ανθρώπων μέσα στα πλαίσια του υλικού προτσές παραγωγής της ζωής τους, επομένως από τις περιορισμένες σχέσεις μεταξύ τους και προς τη φύση. Αυτός ο πραγματικός περιορισμός αντικατοπτρίζεται ιδεατά στις παλιές φυσικές και λαϊκές θρησκείες. Η θρησκευτική αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου μπορεί γενικά να εξαφανιστεί μόνο από τη στιγμή που οι σχέσεις της πρακτικής καθημερινής ζωής θα εκφράζουν για τους ανθρώπους καθημερινά καταφανείς λογικές σχέσεις μεταξύ τους και προς τη φύση.

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, σελ. 91]

 

[Γ΄]

Έτσι λχ. οι πανάρχαιες εκείνες μικρές ινδικές κοινότητες, που ακολουθούν εν μέρει να υπάρχουν, στηρίζονται στην κοινοκτημοσύνη της γης, στην άμεση σύνδεση της γεωργίας με τη χειροτεχνία και σε ένα σταθερό καταμερισμό της εργασίας που χρησιμεύει σαν δοσμένο σχέδιο και σχεδιάγραμμα κατά την ίδρυση νέων κοινοτήτων. Σχηματίζουν αυτάρκη σύνολα παραγωγής, που η παραγωγική τους περιοχή ποικίλλει από 100 ως μερικές χιλιάδες άκρ γη. Η κύρια μάζα των προϊόντων παράγεται για την κάλυψη των άμεσων αναγκών της ίδιας της κοινότητας και όχι σαν εμπορεύματα, και γι’ αυτό η ίδια η παραγωγή είναι ανεξάρτητη από τον καταμερισμό της εργασίας της ινδικής κοινωνίας σαν σύνολο που πραγματοποιείται μέσω της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Μονάχα το περίσσευμα των προϊόντων μετατρέπεται σε εμπόρευμα, και εν μέρει πάλι μόνο στα χέρια του κράτους, στο οποίο από αμνημονεύτων χρόνων συρρέει μια ορισμένη ποσότητα προϊόντων με τη μορφή γαιοπροσόδου σε είδος. Διάφορα μέρη των Ινδιών έχουν διάφορες μορφές κοινοτήτων. Στην πιο απλή μορφή η κοινότητα καλλιεργεί τη γη από κοινού και μοιράζει τα προϊόντα της στα μέλη της, ενώ κάθε οικογένεια κλώθει, υφαίνει κλπ. σαν δευτερεύον οικιακό επάγγελμα. Δίπλα σ’ αυτή τη μάζα που έχει ομοειδή ασχολία βρίσκουμε τον "κύριο κάτοικο", το δικαστή, τον αστυνόμο και το φοροεισπράκτορα, ενωμένους σε ένα πρόσωπο· το λογιστή που κρατάει τους λογαριασμούς σχετικά με τη γεωργία και καταχωρεί και καταγράφει ό,τι σχετίζεται μ’ αυτήν· έναν τρίτο υπάλληλο που καταδιώκει τους εγκληματίες και προστατεύει τους ξένους ταξιδιώτες, που τους συνοδεύει από χωριό σε χωριό· το φύλακα των συνόρων που φρουρεί τα σύνορα της κοινότητας από τις γειτονικές κοινότητες· το νεροκράτη που διανέμει το νερό από τις κοινές δεξαμενές για γεωργικούς σκοπούς· το βραχμάνο που ασκεί τις λειτουργίες της θρησκευτικής λατρείας· το δάσκαλο που διδάσκει στα παιδιά να γράφουν και να διαβάζουν στην άμμο· το βραχμάνο του ημερολογίου, που σαν αστρολόγος ορίζει τις ημερομηνίες για τη σπορά και το θέρο και γενικά υποδείχνει τις καλές και τις κακές ώρες για όλες τις ειδικές γεωργικές εργασίες· ένα σιδερά και ένα μαραγκό που φτιάχνουν και διορθώνουν όλα τα γεωργικά εργαλεία· τον αγγειοπλάστη που φτιάχνει όλα τα δοχεία για το χωριό· τον κουρέα, τον πλύστη για το καθάρισμα των ρούχων, τον αργυροχόο, που και πού τον ποιητή, που σε μερικές κοινότητες αντικαθιστά τον αργυροχόο ή το δάσκαλο. Αυτά τα λίγα πρόσωπα συντηρούνται με έξοδα όλης της κοινότητας. Όταν αυξηθεί ο πληθυσμός, δημιουργείται και εγκαθίσταται πάνω σε ακαλλιέργητο έδαφος μια νέα κοινότητα σύμφωνα με το πρότυπο της παλιάς. Ο μηχανισμός της κοινότητας δείχνει σχεδιασμένο καταμερισμό της εργασίας, ο μανουφακτουρικός της όμως καταμερισμός είναι πράγμα αδύνατο, γιατί η αγορά για το σιδερά, το μαραγκό κλπ. μένει αναλλοίωτη, και το πολύ-πολύ, ανάλογα με τη διαφορά στο μέγεθος των χωριών, στη θέση του ενός σιδερά, αγγειοπλάστη κλπ. να υπάρχουν δυο ή τρεις. Ο νόμος που ρυθμίζει τον καταμερισμό της εργασίας της κοινότητας ενεργεί εδώ με την απαρέγκλιτη ισχύ φυσικού νόμου, ενώ ο κάθε ξεχωριστός χειροτέχνης, όπως ο σιδεράς κλπ., εκτελεί σύμφωνα με τον πατροπαράδοτο τρόπο όλες τις δουλειές που ανήκουν στην ειδικότητά του, μόνο που τις εκτελεί με αυτοτέλεια και χωρίς ν’ αναγνωρίζει οποιονδήποτε αυθέντη μέσα στο εργαστήρι του. Ο απλός παραγωγικός μηχανισμός σ’ αυτές τις αυτάρκεις κοινότητες, που αναπαράγονται διαρκώς με την ίδια μορφή και που, αν κατά τύχη καταστραφούν, τις ξανασυγκροτούν στο ίδιο μέρος με το ίδιο όνομα, μας δίνει το κλειδί για να λύσουμε το μυστικό της αμεταβλητότητας των ασιατικών κοινωνιών, που έρχεται σε τόσο χτυπητή αντίθεση με τη διαρκή διάλυση των ασιατικών κρατών και το σχηματισμό νέων και με την ασταμάτητη διαδοχή των δυναστειών. Οι θύελλες στα σύννεφα της πολιτικής περιοχής αφήνουν άθιχτη τη διάρθρωση των βασικών στοιχείων της κοινωνίας.

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, σσ. 373-374]

 

[Δ΄]

Όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των φυσικών αναγκών, που πρέπει απολύτως να ικανοποιηθούν, και όσο μεγαλύτερη είναι η φυσική γονιμότητα του εδάφους και η εύνοια του κλίματος, τόσο μικρότερος είναι ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του παραγωγού. Τόσο μεγαλύτερο μπορεί λοιπόν να είναι το πλεόνασμα της εργασίας του για άλλους, πέρα από την εργασία που απαιτείται για τον εαυτό του. Έτσι ο Διόδωρος κιόλας παρατηρεί σχετικά με τους αρχαίους αιγυπτίους: «Είναι τελείως απίστευτο με πόσο λίγο κόπο και λίγα έξοδα ανατρέφουν τα παιδιά τους. Τους ψήνουν το πρώτο τυχόν απλό φαγητό, επίσης τους δίνουν και τρώνε το κάτω μέρος του στελέχους του φυτού πάπυρος, εφόσον μπορεί να ψηθεί στη φωτιά, καθώς και τις ρίζες και τα στελέχη των φυτών που φυτρώνουν στα έλη, πότε ωμά, πότε βρασμένα και πότε ψητά. Τα περισσότερα παιδιά γυρνούν ανυπόδητα και γυμνά, γιατί το κλίμα είναι πολύ ήπιο. Γι’ αυτό το λόγο το παιδί ώσπου να ενηλικιωθεί δε στοιχίζει στους γονείς του συνολικά πάνω από είκοσι δραχμές. Αυτό εξηγεί κυρίως γιατί στην Αίγυπτο ο πληθυσμός είναι τόσο πολυάριθμος και γιατί μπόρεσαν να γίνουν τόσα μεγάλα έργα»³. Ωστόσο, τα μεγάλα οικοδομικά έργα της αρχαίας Αιγύπτου οφείλονται λιγότερο στο μέγεθος του πληθυσμού της και περισσότερο στη μεγάλη αναλογία που ήταν διαθέσιμος. Όπως ο ατομικός εργάτης μπορεί να προσφέρει τόσο περισσότερη υπερεργασία, όσο μικρότερος είναι ο αναγκαίος του χρόνος εργασίας, έτσι, όσο πιο μικρό είναι το μέρος του εργατικού πληθυσμού που απαιτείται για την παραγωγή των αναγκαίων μέσων συντήρησης, τόσο μεγαλύτερο είναι το μέρος, το διαθέσιμο για άλλα έργα.

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, σσ. 528-529]

 

[Ε΄]

Στην ιστορία της βιομηχανίας παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο η ανάγκη να ελέγχει ο άνθρωπος κοινωνικά μια φυσική δύναμη, να τη διαχειρίζεται, να την κάνει πρώτα κτήμα του ή να τη δαμάζει με έργα του ανθρώπινου χεριού σε πλατιά κλίμακα. Σαν παράδειγμα μπορούμε να πάρουμε τη ρύθμιση της ροής των υδάτων στην Αίγυπτο⁵, τη Λομβαρδία, την Ολλανδία κλπ., ή στις Ινδίες, την Περσία κλπ., όπου η άρδευση με τεχνητές διώρυγες δε φέρνει στο έδαφος μόνο το απαραίτητο νερό, μα με την ιλύ του φέρνει από τα βουνά μαζί και το ορυκτό λίπασμα. Το μυστικό της βιομηχανικής άνθισης της Ισπανίας και της Σικελίας τον καιρό της κυριαρχίας των αράβων βρίσκεται στην τεχνητή άρδευση.

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, σελ. 530]

 

Καρλ Μαρξ

Από το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄

[α΄]

Τα εμπόδια που αντιτάσσει στη διαλυτική επίδραση του εμπορίου η εσωτερική σταθερότητα και η διάρθρωση των προκαπιταλιστικών εθνικών τρόπων παραγωγής, φαίνεται χτυπητά στις σχέσεις των εγγλέζων με τις Ινδίες και με την Κίνα. Η πλατιά βάση του τρόπου παραγωγής αποτελείται εδώ από την ενότητα της μικρής γεωργίας με την οικιακή βιομηχανία, στις δε Ινδίες προστίθεται ακόμα η μορφή των χωρικών κοινοτήτων, η οποία βασίζεται στην κοινή ιδιοκτησία της γης, που αποτελούσε εξάλλου και στην Κίνα την αρχική μορφή. Στις Ινδίες οι άγγλοι χρησιμοποίησαν ταυτόχρονα την άμεση πολιτική και οικονομική τους εξουσία σαν κυρίαρχοι και γαιοεισοδηματίες, για να σπάσουν αυτές τις μικρές οικονομικές κοινότητες[50]. Αν το εμπόριό τους επιδρά εδώ επαναστατικά στον τρόπο παραγωγής, αυτό γίνεται γιατί με τη χαμηλή τιμή των εμπορευμάτων τους καταστρέφουν το νηματουργείο και το υφαντήριο, που αποτελεί πανάρχαιο συστατικό μέρος αυτής της ενότητας της βιομηχανοαγροτικής παραγωγής και έτσι ξεσχίζουν την κοινότητα. Ακόμα και εδώ πετυχαίνουν μόνο με μεγάλη βραδύτητα αυτό το διαλυτικό τους έργο. Ακόμα λιγότερο το πετυχαίνουν αυτό στην Κίνα, όπου δεν τους βοηθάει η άμεση πολιτική εξουσία. Η μεγάλη οικονομία που γίνεται και η οικονομία χρόνου, που προκύπτει από την άμεση σύνδεση της γεωργίας με τη μανουφακτούρα, προβάλλουν εδώ την πιο επίμονη αντίσταση στα προϊόντα της μεγάλης βιομηχανίας, στην τιμή των οποίων μπαίνουν τα faux frais του προτσές κυκλοφορίας που τα επιβαρύνουν παντού. Σε αντίθεση με το αγγλικό εμπόριο, το ρωσικό εμπόριο αφήνει άθικτη την οικονομική βάση της ασιατικής παραγωγής[51].

[Υποσημ. 50] Αν η ιστορία ενός λαού μάς προσφέρει λειψές και πραγματικά γελοίες (στην πράξη ανέντιμες) οικονομικές εμπειρίες, αυτή είναι η οικονομική ιστορία των Άγγλων στις Ινδίες. Στη Βεγγάλη δημιούργησαν μια γελοιογραφία της αγγλικής μεγάλης γαιοκτησίας. Στις νοτιοανατολικές Ινδίες μια γελοιογραφία της τεμαχισμένης γαιοκτησίας. Στα Βορειοδυτικά μετέτρεψαν, όσο ήταν αυτό δυνατό, την ινδική οικονομική κοινότητα, που βασίζεται στην κοινή ιδιοκτησία της γης, σε γελοιογραφία του εαυτού της.

[Υποσημ. 51] Από τότε που η Ρωσία καταβάλλει τις πιο σπασμωδικές προσπάθειες να αναπτύξει δική της κεφαλαιοκρατική παραγωγή, που στηρίζεται αποκλειστικά στην εσωτερική και στη συνορεύουσα ασιατική αγορά, αρχίζει και εδώ να αλλάζει η κατάσταση. – Φ. Ε.

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 1978, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, σσ. 422-423]

 

[β΄]

Είναι ακόμα φανερό, ότι σε όλες τις μορφές, στις οποίες ο άμεσος εργάτης παραμένει «κάτοχος» των μέσων παραγωγής και των όρων εργασίας που είναι απαραίτητοι για την παραγωγή των δικών του μέσων ύπαρξης, η σχέση ιδιοκτησίας πρέπει να εμφανίζεται ταυτόχρονα σαν άμεση σχέση κυριαρχίας και δουλείας και, επομένως, ο άμεσος παραγωγός σαν μη ελεύθερος. Μια ανελευθερία που μπορεί να μετριάζεται από τη δουλοπαροικία με αγγαρεία, ως την απλή υποχρέωση να πληρώνει ένα γεώμορο. Σύμφωνα με την προϋπόθεσή μας, ο άμεσος παραγωγός είναι εδώ κάτοχος των δικών του μέσων παραγωγής, των υλικών όρων εργασίας που είναι απαραίτητοι για την πραγματοποίηση της εργασίας του και για την παραγωγή των μέσων συντήρησής του. Ασχολείται αυτοτελώς με τη γεωργία του καθώς και με τη συνδεόμενη μαζί της αγροτική οικιακή βιομηχανία. Η αυτοτέλεια αυτή δεν καταργείται από το γεγονός ότι, όπως γίνεται λ.χ. στις Ινδίες, αυτοί οι μικροαγρότες συναντώνται μεταξύ τους σε μια λίγο-πολύ πρωτόγονη κοινότητα παραγωγής, γιατί εδώ πρόκειται μόνο για την αυτοτέλεια απέναντι στον ονομαστικό (nomineller) γαιοκτήμονα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η υπερεργασία για τον ονομαστικό γαιοκτήμονα μπορεί να τους αποσπαστεί μόνο με εξωοικονομικό εξαναγκασμό, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει ο εξαναγκασμός αυτός. Αυτό που κάνει τη μορφή αυτή να ξεχωρίζει από την οικονομία των δούλων και των φυτειών, είναι ότι εδώ ο δούλος εργάζεται με ξένους όρους παραγωγής και όχι αυτοτελώς. Απαιτούνται δηλαδή προσωπικές σχέσεις εξάρτησης, προσωπική ανελευθερία, αδιάφορο τίνος βαθμού, και δέσιμο με τη γη σαν εξάρτημά της, δουλοπάροικη υποταγή με την καθεαυτό έννοια της λέξης. Αν αυτοί που αντιπαρατίθενται άμεσα στους παραγωγούς σαν γαιοκτήμονες και ταυτόχρονα σαν κυρίαρχος δεν είναι ιδιωτικοί γαιοκτήμονες, αλλά, είναι, όπως γίνεται στην Ασία, το κράτος, τότε η πρόσοδος και ο φόρος συμπίπτουν, ή μάλλον τότε δεν υπάρχει ένας φόρος διαφορετικός από αυτήν τη μορφή της γαιοπροσόδου. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η σχέση εξάρτησης δεν χρειάζεται πολιτικά και οικονομικά να έχει σκληρότερη μορφή από εκείνη που είναι και η οποία είναι κοινή για όλους τους υπηκόους αυτού του κράτους. Το κράτος είναι εδώ ο ανώτατος γαιοκτήμονας. Η ανώτατη εξουσία (Souveränität) είναι εδώ η σε εθνική κλίμακα συγκεντρωμένη γαιοκτησία. Αντί αυτού, όμως, δεν υπάρχει στην περίπτωση αυτή επίσης ατομική ιδιοκτησία της γης, παρ’ όλο που υπάρχει και ατομική και συλλογική κατοχή και χρησιμοποίηση της γης.

[Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄, σελ. 971]

 

Καρλ Μαρξ

Από τις Θεωρίες για την Υπεραξία

[I]

Στην Ασία κλπ. «η πλειοψηφία του πληθυσμού αποτελείται από εργαζόμενους αγρότες. Ανεπαρκώς ανεπτυγμένα συστήματα καλλιέργειας της γης αφήνουν μεγάλα διαλείμματα αναδουλειάς. Έτσι, όπως ο αγρότης παράγει τη δική του τροφή... έτσι παράγει επίσης τα περισσότερα από τα άλλα στοιχειώδη για τη ζωή απαραίτητα πράγματα που καταναλώνει – τα ρούχα του, τα εργαλεία του, τα οικιακά του σκεύη, ακόμα και τα κτίσματά του, επειδή στην τάξη του υπάρχει μόνο μικρός καταμερισμός των επαγγελμάτων. Τα ήθη και τα έθιμα ενός τέτοιου λαού δεν αλλάζουν. Από τους γονείς κληρονομούνται στα παιδιά. Τίποτα δεν υπάρχει εδώ που θα μπορούσε ν’ αλλάξει ή να παραβιαστεί» ([Ρίτσαρντ Τζωνς] σελ. 97).

[Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος Γ΄, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2008, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης, σελ. 508]

[II]

Μια ορισμένη συσσώρευση του πλούτου συντελείται σε όλες τις βαθμίδες της οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή συντελείται εν μέρει διεύρυνση της κλίμακας της παραγωγής, εν μέρει αποθησαυρισμός κλπ. Όσον καιρό στην κοινωνία επικρατούν οι μισθοί και οι πρόσοδοι – δηλαδή, σύμφωνα με τα πιο πάνω, όσον καιρό το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης εργασίας και του πρόσθετου προϊόντος, που γενικά δεν περιέρχεται στον ίδιο τον εργαζόμενο, περιέρχεται στον γαιοκτήμονα (στο κράτος στην Ασία), ενώ, από την άλλη μεριά, ο εργάτης αναπαράγει ο ίδιος το κονδύλι εργασίας του, δεν παράγει μόνο τον μισθό του, αλλά και τον πληρώνει στον ίδιο τον εαυτό του, οπότε στις περισσότερες περιπτώσεις (σ’ αυτή την κατάσταση της κοινωνίας σχεδόν πάντα) έχει τη δυνατότητα να ιδιοποιείται ο ίδιος ο εργάτης τουλάχιστον ένα μέρος της πρόσθετης εργασίας και του πρόσθετου προϊόντος του – σ’ αυτή την κατάσταση της κοινωνίας ο μισθός και η πρόσοδος είναι επίσης οι κύριες πηγές της συσσώρευσης. (Το κέρδος περιορίζεται εδώ στους εμπόρους κλπ.)

[Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος Γ΄, σελ. 479]

 

[III]

Πολύ σωστά υπογραμμίζει ακόμα ο Τζωνς ότι η από το από το πρωί ως το βράδυ sedentary** εργασία των μη απασχολούμενων στη γεωργία εργατών δεν αποτελεί καθόλου κάτι το δοσμένο από τη φύση, αλλά αποτελεί η ίδια προϊόν της οικονομικής ανάπτυξης. Σε αντίθεση με την ασιατική μορφή και με τη δυτική μορφή (παλαιότερα, εν μέρει και τώρα ακόμα) της εργασίας στο χωριό, η εργασία στις πόλεις του μεσαίωνα αποτελεί ήδη μεγάλη πρόοδο και προκαταρκτική σχολή για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, για το διηνεκές και την χωρίς διακοπές διεξαγωγή της εργασίας.

[Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος Γ΄, σελ. 496]

 

[IV]

{[Ο Τζωνς λέει παρακάτω:]

«Για την κατάσταση που προέκυψε στην Κίνα λόγω της εξάρτησης των εργαζομένων από το εισόδημα των πελατών τους, αποκτάει κανείς μια ζωντανή εικόνα στην Κινέζικη Έκθεση, που την είχε τόσον καιρό ανοιχτή στο Λονδίνο ο αμερικανός ιδιοκτήτης της. Βλέπει κανείς σ’ αυτήν μάζες από μορφές χειροτεχνών με τα μικρά δεματάκια τους με εργαλεία, που τριγυρνούν αναζητώντας πελάτες και που μένουν χωρίς δουλειά, όταν δεν παρουσιαστούν πελάτες. Παραστατικά δείχνουν την αναπόφευκτη απουσία εκείνου του διηνεκούς της εργασίας, που αποτελεί το ένα από τα τρία μεγάλα στοιχεία της παραγωγικότητάς τους. Μαρτυρούν όμως επίσης αρκετά για τον κάθε ενημερωμένο θεατή την απουσία πάγιου κεφαλαίου και μηχανών, πράγματα που ζήτημα είναι αν αποαποτελούν λιγότερο σημαντικά στοιχεία της αποδοτικότητας της παραγωγής» («Jones, Textbook of lectures...», Hertford, 1852, σελ. 73).

«Την ίδια εικόνα μπορεί να τη δει κανείς στις Ινδίες στις πόλεις, όπου η παρουσία των Ευρωπαίων δεν έχει ακόμα αλλάξει το σκηνικό. Ωστόσο στις αγροτικές περιοχές των Ινδιών τους χειροτέχνες τους εφοδιάζουν με ιδιαίτερο τρόπο... Οι χειροτέχνες εκείνοι και άλλα μη αγροτικά στοιχεία, που ήταν πράγματι απαραίτητοι σ’ ένα χωριό, συντηρούνταν με τη χορήγηση σ’ αυτούς ενός μέρους του κοινού εισοδήματος των κατοίκων του χωριού. Απ’ αυτό το ποσό ζούσαν σ’ όλη τη χώρα πολυάριθμες ομάδες εργατών που κληροδοτούσαν το επάγγελμά τους από γενεά σε γενεά και που η δουλειά τους ικανοποιούσε τις απλές ανάγκες και επιθυμίες τους, τις οποίες οι αγρότες δεν μπορούσαν να τις καλύψουν με την εργασία των δικών τους χεριών. Η θέση και τα δικαιώματα των χειροτεχνών των αγροτικών περιοχών έγιναν γρήγορα κληρονομικά, όπως γίνεται με όλα τα δικαιώματα στην Ανατολή. Η ομάδα των χειροτεχνών έβρισκε πελάτες στους άλλους κατοίκους του χωριού. Οι αγρότες ήταν μόνιμοι κάτοικοι του χωριού και συντηρητικοί, το ίδιο ήταν και οι χειροτέχνες…

Εντελώς διαφορετική ήταν και είναι η κατάσταση των χειροτεχνών των πόλεων. Έπαιρναν τον μισθό της εργασίας τους από ένα ποσό, που στην ουσία ήταν το ίδιο – το περισσευούμενο εισόδημα από τη γη –, είχε όμως γι’ αυτούς μεταβληθεί ως προς τον τρόπο της διανομής του και ως προς τους διανομείς τους έτσι, ώστε χανόταν γι’ αυτούς η μόνιμη εγκατάσταση, με συνέπεια τις συχνές και συνήθως ολέθριες οδοιπορίες... Αυτού του είδους οι χειροτέχνες δεν είναι δεμένοι με έναν τόπο, λόγω της εξάρτησής τους από μάζες πάγιου κεφαλαίου. (Λόγου χάρη στην Ευρώπη οι μανουφακτούρες βαμβακιού κλπ. βρίσκονται υποχρεωτικά σε μέρη όπου υπάρχει άφθονη δύναμη νερού ή καύσιμη ύλη που παράγει ατμό και όπου έχουν μετατραπεί σε κτίρια και σε μηχανές σημαντικές μάζες πλούτου κλπ.)... Διαφορετικά έχει το ζήτημα, αν οι εργάτες εξαρτώνται μόνο από την άμεση είσπραξη ενός μέρους των εισοδημάτων των ανθρώπων, οι οποίοι καταναλώνουν τα παραγόμενα από τους χειροτέχνες εμπορεύματα... Δεν είναι δεμένοι οι εργάτες με τον τόπο κάποιου πάγιου κεφαλαίου. «Αν οι πελάτες τους αλλάξουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ή έστω για πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα τον τόπο διαμονής τους, οφείλουν οι μη εργαζόμενοι στη γεωργία εργάτες να τους ακολουθήσουν, για να μην πεθάνουν από την πείνα» (στο ίδιο, σελ. 73, 74).

«Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού (Fonds) για τους χειροτέχνες μοιράζεται στην Ασία από το κράτος και από τους υπαλλήλους του. Η πρωτεύουσα ήταν υποχρεωτικά το κύριο κέντρο της διανομής» (σελ. 75).

«Προχωρώντας από τη Σαμαρκάνδη προς το Νότο ως το Μπιτζαπούρ και το Σερινγκαπατάμ μπορούμε να παρακολουθήσουμε τα ερείπια κατεστραμμένων πρωτευουσών, ο πληθυσμός των οποίων τις εγκατέλειψε ξαφνικά (και όχι λόγω βαθμιαίας παρακμής, όπως γίνεται σε άλλες χώρες), από τη στιγμή που ιδρύθηκαν νέα κέντρα της διανομής των βασιλικών εισοδημάτων, δηλαδή του συνολικού πλεονάζοντος προϊόντος της γης» (σελ. 76).

[Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος Γ΄, σσ. 496, 497]

 

[V]

Έτσι στους εργαζόμενους αγρότες ανήκουν {σύμφωνα με τον Τζωνς}:

α) «κληρονόμοι κάτοχοι που καλλιεργούν οι ίδιοι τη γη. Αρχαία Ελλάδα. Σύγχρονη Ασία, ιδιαίτερα οι Ινδίες».

[]

Σχετικά με το σημείο 2. «Στην Αγγλία [η τάξη αυτή] περιορίζεται στους υπηρέτες, τους στρατιώτες, τους ναύτες και σε μερικούς χειροτέχνες, που εργάζονται για δικό τους λογαριασμό και που πληρώνονται από το εισόδημα αυτών που τους απασχολούν. Αυτός ο κλάδος του γενικού κονδυλίου εργασίας συντηρεί σ’ ένα μεγάλο μέρος της γης σχεδόν όλους τους μη αγροτικούς εργάτες. Στην Αγγλία το κονδύλι αυτό υπερτερούσε. Ο Ουάρβικ, ο κατασκευαστής βασιλιάδων. Η αγγλική αριστοκρατία της γης. Σήμερα υπερτερεί στην Ανατολή. Χειροτέχνες, υπηρέτες. Μεγάλες στρατιωτικές μονάδες συντηρούνται μ’ αυτό τον τρόπο. Συνέπειες της συγκέντρωσης αυτού του κονδυλίου στα χέρια του κυρίαρχου άρχοντα σ’ όλα τα μέρη της Ασίας. Ξαφνική εμφάνιση πόλεων. Ξαφνική εγκατάλειψή τους, η Σαμαρκάνδη, το Κανταχάρ και άλλες» (σελ. 48, 49).

Του Τζωνς του διαφεύγουν δυο κύριες μορφές. Η ασιατική κοινότητα με την ενότητα της γεωργίας και της βιομηχανίας της.

[Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος Γ΄, σσ. 474, 475]

 

[VI]

Η αρχική ενότητα ανάμεσα στον εργάτη και στους όρους εργασίας {δεν παίρνεται υπόψη η σχέση της περιόδου της δουλείας, όπου ο ίδιος ο εργάτης ανήκει στους αντικειμενικούς όρους της εργασίας} έχει δυο κύριες μορφές: την ασιατική κοινότητα (πρωτόγονος κομμουνισμός) και τη μικρή οικογενειακή γεωργία (με την οποία συνδέεται η οικιακή βιομηχανία) με τη μια ή την άλλη μορφή. Και οι δυο μορφές είναι παιδικές μορφές και εξίσου λίγο κατάλληλες να αναπτύξουν την εργασία σαν κοινωνική εργασία και την παραγωγική δύναμη της κοινωνικής εργασίας. Από δω η ανάγκη του χωρισμού, της ρήξης, της αντίθεσης ανάμεσα στην εργασία και την ιδιοκτησία (με την οποία εννοείται η ιδιοκτησία στους όρους παραγωγής). Η ακραία μορφή αυτής της ρήξης, στην οποία αναπτύσσονται ταυτόχρονα στον ανώτατο βαθμό οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας, είναι η μορφή του κεφαλαίου.

[Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, τόμος Γ΄, σελ. 482]

 

Φρίντριχ Ένγκελς

Από το Αντι-Ντίρινγκ [1787]

[1]

Από το Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, μετάφραση Άννεκε Ιωαννάτου-Visée, σελ. 228-230

Όπως οι άνθρωποι βγαίνουν αρχικά από το βασίλειο των ζώων –με τη στενότερη έννοια– έτσι μπαίνουν στην ιστορία: Ακόμα ημιζώα, άξεστα, αδύναμα ακόμα μπροστά στις δυνάμεις της φύσης και αγνοούν ακόμα τις δικές τους δυνάμεις. Γι’ αυτό το λόγο, είναι φτωχοί σαν τα ζώα και ούτε πιο παραγωγικοί απ’ αυτά. Επικρατεί μια κάποια ισότητα στην κατάσταση της ζωής τους και για τους οικογενειάρχες επίσης ένα είδος ισότητας σ’ ό,τι αφορά την κοινωνική τους θέση. Τουλάχιστον, απουσιάζουν οι κοινωνικές τάξεις και αυτό συνεχίζεται έτσι στις πρωτόγονες γεωργικές κοινότητες των κατοπινών πολιτισμένων λαών. Σε κάθε τέτοια κοινότητα, υπάρχουν ευθύς εξαρχής ορισμένα κοινά συμφέροντα, η διαφύλαξη των οποίων πρέπει να ανατεθεί σε άτομα ξεχωριστά, έστω και κάτω από την επίβλεψη του συνόλου: Η διευθέτηση διενέξεων, η καταστολή για παραβιάσεις ατόμων σε σχέση μ’ αυτό που δικαιούνται, η επίβλεψη των υδάτων, ιδιαίτερα στις ζεστές χώρες, και, τέλος, οι θρησκευτικές λειτουργίες, παρ’ όλο τον πρωτογονισμό τους. Παρόμοια λειτουργήματα υπάρχουν στις πρωτόγονες κοινότητες της κάθε εποχής, έτσι και στους πιο παλαιούς συνεταιρισμούς των γερμανικών Mark (παλαιά γερμανική κοινότητα) και, ακόμα και σήμερα, στην Ινδία. Φυσικά, είναι εξοπλισμένα με κάποιες απόλυτες εξουσίες, και αυτές αποτελούν την αρχή της κρατικής εξουσίας. Σιγά-σιγά, οι παραγωγικές δυνάμεις αυξάνονται. Ο όλο και πυκνότερος πληθυσμός δημιουργεί πότε κοινά, πότε αντίθετα συμφέροντα ανάμεσα στις επιμέρους κοινότητες, η ομαδοποίηση των οποίων σε μεγαλύτερα σύνολα προκαλεί πάλι έναν καινούριο καταμερισμό εργασίας, τη δημιουργία οργάνων για την περιφρούρηση των κοινών και την αποτροπή των αντιμαχόμενων συμφερόντων. Τα όργανα αυτά τα οποία έχουν –σαν εκπρόσωποι των κοινών συμφερόντων όλης της ομάδας απέναντι σε κάθε επιμέρους κοινότητα– μια ιδιαίτερη θέση, κάτω από ορισμένες συνθήκες ακόμα και αντιθετική θέση, ανεξαρτητοποιούνται σύντομα ακόμα περισσότερο, εν μέρει λόγω της κληρονομικότητάς τους, που εμφανίζεται σχεδόν σαν αυτονόητη σ’ έναν κόσμο όπου λειτουργούν σαν δοσμένα από τη φύση, εν μέρει λόγω του ότι έγιναν απαραίτητα πια με την αύξηση των συγκρούσεων μ’ άλλες ομάδες. Δε χρειάζεται εδώ να σταθούμε περισσότερο στο πώς η ανεξαρτητοποίηση αυτή της κοινωνικής λειτουργίας απέναντι στην κοινωνία μπόρεσε με το χρόνο να εξελιχθεί στην κυριαρχία πάνω στην κοινωνία, πώς ο αρχικός υπηρέτης μετατρεπόταν βαθμιαία, όπου υπήρχε η ευκαιρία, σε αφέντη, πώς, κάθε φορά ανάλογα με τις συνθήκες, ο κύριος αυτός εμφανίστηκε σαν Ανατολίτης δεσπότης ή σατράπης, σαν Έλληνας άρχοντας φυλής, σαν Κέλτης φύλαρχος κλπ., κατά πόσο χρησιμοποίησε, τελικά, με τη μετατροπή αυτή και τη βία, και πώς, τέλος, τα επιμέρους κυρίαρχα πρόσωπα ενώθηκαν σε μια κυρίαρχη τάξη. Εδώ, σημασία έχει μόνο να διαπιστώσουμε ότι βάση της πολιτικής κυριαρχίας ήταν παντού μια κοινωνική λειτουργία. Και η εκπλήρωση αυτής της κοινωνικής λειτουργίας ήταν απαραίτητος όρος για την εμπέδωση της πολιτικής κυριαρχίας. Όσες δεσποτείες κι αν ανέτειλαν ή έδυσαν πάνω από την Περσία και την Ινδία, η καθεμιά ήξερε πολύ καλά ότι ήταν, πάνω απ’ όλα, η γενική διαχειρίστρια της άρδευσης των παραποτάμιων κοιλάδων, χωρίς την οποία είναι αδύνατη οποιαδήποτε αγροκαλλιέργεια εκεί. μόνο στους πεφωτισμένους Άγγλους ήταν γραπτό να το παραβλέψουν αυτό στην Ινδία. Άφησαν να καταρρεύσουν τα κανάλια άρδευσης και οι υδατοφράκτες, και ανακαλύπτουν τώρα, επιτέλους, μέσω της συχνής επανάληψης των λιμών, ότι είχαν παραμελήσει τη μοναδική δραστηριότητα, η οποία θα μπορούσε να είχε δικαιώσει τη δική τους κυριαρχία στην Ινδία τουλάχιστον όσο ήταν δικαιωμένη η κυριαρχία των προκατόχων τους.

Παράλληλα με τη διαμόρφωση αυτή των τάξεων, γινόταν και μια άλλη. Ο φυσικός καταμερισμός εργασίας μέσα στην αγροτική οικογένεια επέτρεψε μια ορισμένη βαθμίδα ευημερίας, την ένταξη σ’ αυτή μιας ή περισσότερων ξένων δυνάμεων εργασίας. Αυτό έγινε ιδιαίτερα σε χώρες, όπου ήδη είχε αποσυντεθεί η παλαιά κοινοκτημοσύνη του εδάφους ή όπου τουλάχιστον η παλαιά κοινή καλλιέργεια είχε παραχωρήσει τη θέση της στην ξεχωριστή καλλιέργεια των κλήρων από τις αντίστοιχες οικογένειες. Η παραγωγή είχε αναπτυχθεί πια τόσο πολύ, που η ανθρώπινη εργατική δύναμη μπόρεσε πλέον να παραγάγει περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν για την απλή συντήρησή της. Τα μέσα για τη συντήρηση περισσότερων εργατικών δυνάμεων υπήρχαν, καθώς επίσης υπήρχαν εκείνοι που θα τα χρησιμοποιούσαν: Η εργατική δύναμη απέκτησε κάποια αξία. Όμως, η ίδια η κοινότητα και το σύνολο, στο οποίο ανήκε, δεν έδινε διαθέσιμες, περισσευόμενες εργατικές δυνάμεις. Αντίθετα, ο πόλεμος τις προμήθευε και ο πόλεμος ήταν τόσο παλαιός όσο παλαιά ήταν και η ταυτόχρονη ύπαρξη μερικών ομάδων κοινοτήτων η μία δίπλα στην άλλη. Μέχρι τώρα, δεν ήξεραν τι να τους κάνουν τους αιχμαλώτους, επομένως απλά τους σκότωναν και, ακόμα παλαιότερα, τους έτρωγαν. Όμως, στη βαθμίδα της «οικονομικής κατάστασης» που είχαν φτάσει πια, απέκτησαν οι αιχμάλωτοι μια κάποια αξία. Οπότε τους κράτησαν στη ζωή και αξιοποιούσαν την εργασία τους. Έτσι, η βία αντί να κυριαρχεί πάνω στην οικονομική κατάσταση, εξαναγκάστηκε, αντίθετα, να την υπηρετεί. Η δουλεία είχε εφευρεθεί.

[Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, μετάφραση Άννεκε Ιωαννάτου-Visée, σσ. 228-230]

 

[2]

Οι παλαιές κοινότητες, όπου συνεχίζονταν, αποτελούν εδώ και χιλιάδες χρόνια τη βάση της πιο άξεστης μορφής κράτους, της ανατολίτικης δεσποτείας, από την Ινδία μέχρι τη Ρωσία.

[Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, σελ. 231]

 

 

Σημειώσεις

* Novairi [Shahab al-Din al-Nuwayri]: Historien arabe du début du XIVe siècle.

** Καθιστική εργασία, εδώ με την έννοια ότι ο εργάτης δεν μετακινείται από τον τόπο της δουλειάς του. – Σημ. Μετ.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026 01:09

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.