Στην υδατογραφία του Orlando Norie (1858; [National Army Museum London]) απεικονίζεται εκτέλεση ανταρτών σεπόι μετά την καταστολή της εξέγερσης. Η εκτέλεση με κανόνι (blowing from a gun) ήταν μια συνηθισμένη μέθοδος που εφάρμοζε ο βρετανικός αποικιοκρατικός στρατός.
Καρλ Μαρξ
Η ινδική εξέγερση
Τα εγκλήματα που διέπραξαν οι εξεγερμένοι Σεπόι στην Ινδία είναι πράγματι τρομακτικά, αποτρόπαια, απερίγραπτα – τέτοια που είναι κανείς προετοιμασμένος να αντικρίσει μόνο σε πολέμους εξεγέρσεων, εθνικοτήτων, φυλών και κυρίως θρησκείας, με μια λέξη, τέτοια που η αξιοσέβαστη Αγγλία συνήθιζε να χειροκροτεί όταν διαπράττονταν από τους Βανδεϊκούς εναντίον των «Μπλε», από τους Ισπανούς αντάρτες εναντίον των άπιστων Γάλλων, από τους Σέρβους εναντίον των Γερμανών και των Ούγγρων γειτόνων τους, από τους Κροάτες εναντίον των εξεγερμένων της Βιέννης, από την Garde Mobile του Καβενιάκ ή τους Δεκεμβριστές του Βοναπάρτη εναντίον των γιων και των θυγατέρων της προλεταριακής Γαλλίας.
Όσο κακόφημη κι αν είναι η συμπεριφορά των Σεπόι, δεν είναι παρά η αντανάκλαση, σε συμπυκνωμένη μορφή, της συμπεριφοράς της ίδιας της Αγγλίας στην Ινδία, όχι μόνο κατά την εποχή της ίδρυσης της Ανατολικής Αυτοκρατορίας της, αλλά ακόμη και κατά τα τελευταία δέκα χρόνια μιας μακροχρόνιας κυριαρχίας. Για να χαρακτηρίσουμε αυτή την κυριαρχία, αρκεί να πούμε ότι τα βασανιστήρια αποτελούσαν οργανικό θεσμό της οικονομικής της πολιτικής. Υπάρχει κάτι στην ανθρώπινη ιστορία σαν την τιμωρία: και είναι κανόνας της ιστορικής τιμωρίας ότι το όργανό της δεν σφυρηλατείται από το θύμα, αλλά από τον ίδιο τον θύτη.
Το πρώτο χτύπημα στη γαλλική μοναρχία προήλθε από την αριστοκρατία και όχι από τους αγρότες. Η ινδική εξέγερση δεν αρχίζει με τους Ριότ, που βασανίστηκαν, ατιμάστηκαν και ξεγυμνώθηκαν από τους Βρετανούς, αλλά με τους Σεπόι, που ντύθηκαν, ταΐστηκαν, χαϊδεύτηκαν, παχύνθηκαν και κανακεύτηκαν από αυτούς. Για να βρούμε παραλληλισμούς με τις θηριωδίες των Σεπόι, δεν χρειάζεται, όπως προσποιούνται ορισμένες εφημερίδες του Λονδίνου, να ανατρέξουμε στον μεσαίωνα, ούτε καν να περιπλανηθούμε πέρα από την ιστορία της σύγχρονης Αγγλίας. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να μελετήσουμε τον πρώτο κινεζικό πόλεμο, ένα γεγονός, ας πούμε, του χθες. Οι Άγγλοι στρατιώτες διέπρατταν τότε αποτρόπαιες πράξεις απλώς και μόνο για την πλάκα τους∙ το πάθος τους δεν ήταν ούτε καθαγιασμένο από θρησκευτικό φανατισμό, ούτε ενισχυμένο από το μίσος εναντίον μιας αυταρχικής και κατακτητικής φυλής, ούτε προκλήθηκε από τη σθεναρή αντίσταση ενός ηρωικού εχθρού. Οι βιασμοί των γυναικών, το σούβλισμα των παιδιών, το κάψιμο ολόκληρων χωριών, ήταν τότε απλά αλόγιστα αθλήματα, που δεν καταγράφηκαν από τους Μανδαρίνους, αλλά από τους ίδιους τους Βρετανούς αξιωματικούς.
Ακόμα και στην παρούσα καταστροφή θα ήταν μεγάλο λάθος να υποθέσουμε ότι όλη η βαναυσότητα βρίσκεται στην πλευρά των Σεπόι και όλο το γάλα της ανθρώπινης καλοσύνης ρέει στην πλευρά των Άγγλων. Οι επιστολές των Άγγλων αξιωματικών αποπνέουν κακοήθεια. Ένας αξιωματικός που γράφει από το Πεσεβάρ περιγράφει τον αφοπλισμό του 10ου άτακτου συντάγματος ιππικού επειδή δεν επιτέθηκε στο 55ο ιθαγενές πεζικό όταν διατάχθηκε να το κάνει. Πανηγυρίζει για το γεγονός ότι όχι μόνο αφοπλίστηκαν, αλλά τους αφαίρεσαν τα πανωφόρια και τις μπότες τους, και αφού έλαβαν 12 πένες ανά άνδρα, κατέβηκαν στην όχθη του ποταμού, και εκεί τους επιβίβασαν σε βάρκες και τους έριξαν στον Ινδό, όπου ο συγγραφέας περιμένει με χαρά ότι ο γιος κάθε μητέρας είχε πολλές πιθανότητες να πνιγεί στα ορμητικά νερά. Ένας άλλος συγγραφέας μας πληροφορεί ότι, αφού κάποιοι κάτοικοι του Πεσαβάρ προκάλεσαν νυχτερινό συναγερμό πυροδοτώντας μικρές νάρκες με μπαρούτι προς τιμήν ενός γάμου (εθνικό έθιμο), οι ενδιαφερόμενοι δέθηκαν το επόμενο πρωί, και «δέχτηκαν ένα μαστίγωμα που δεν θα ξεχάσουν εύκολα».
Από το Πιντί έφτασαν νέα ότι τρεις ντόπιοι αρχηγοί συνωμοτούσαν. Ο σερ Τζον Λόρενς απάντησε με μήνυμα που διέταξε έναν κατάσκοπο να παρακολουθήσει τη συνάντηση. Με την αναφορά του κατασκόπου, ο Σερ Τζον έστειλε ένα δεύτερο μήνυμα: «Κρεμάστε τους». Οι αρχηγοί απαγχονίστηκαν. Ένας υπάλληλος της δημόσιας υπηρεσίας, από το Αλλαχαμπάντ, γράφει: «Έχουμε τη δύναμη της ζωής και του θανάτου στα χέρια μας και σας διαβεβαιώνουμε ότι δεν δείχνουμε λύπη». Ένας άλλος, από το ίδιο μέρος: «Δεν περνάει ούτε μια μέρα χωρίς να κρεμάσουμε μπροστά μας δέκα με δεκαπέντε από αυτούς (μη μαχητές)». Ένας αξιωματικός που αγαλλιάζει γράφει: «Ο Χολμς τους κρεμάει κατά δεκάδες, όλους μαζί». Ένας άλλος, αναφερόμενος στον συνοπτικό απαγχονισμό ενός μεγάλου αριθμού ιθαγενών: «Τότε άρχισε η διασκέδασή μας». Ένας τρίτος: «Κάνουμε τα στρατοδικεία έφιπποι, και κάθε αράπη που συναντάμε είτε τον κρεμάμε είτε τον πυροβολούμε».
Από το Μπενάρες πληροφορούμαστε ότι τριάντα Ζεμιντάρ απαγχονίστηκαν με την απλή υποψία ότι συμπαθούσαν τους συμπατριώτες τους και ολόκληρα χωριά κάηκαν με την ίδια δικαιολογία. Ένας αξιωματικός από το Μπενάρες, του οποίου η επιστολή έχει δημοσιευθεί στους London Times, λέει: «Τα ευρωπαϊκά στρατεύματα έχουν μετατραπεί σε δαίμονες όταν έρχονται αντιμέτωπα με τους ιθαγενείς».
Και τότε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ενώ οι βιαιότητες των Άγγλων αναφέρονται ως πράξεις πολεμικού σθένους, απλά, γρήγορα, χωρίς να επιμείνουμε σε αποκρουστικές λεπτομέρειες, οι βιαιοπραγίες των ιθαγενών, όσο σοκαριστικές κι αν είναι, εξακολουθούν να είναι σκόπιμα υπερβολικές. Για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή που πρωτοεμφανίστηκε στους Times και στη συνέχεια έκανε το γύρο του Τύπου του Λονδίνου, για τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στο Δελχί και το Μερούτ, από ποιον προήλθε; Από έναν δειλό εφημέριο που κατοικούσε στο Μπανγκαλόρ της Μισόρης, περισσότερο από χίλια μίλια, όσο πετάει το πουλί, μακριά από τον τόπο της δράσης. Οι πραγματικές αναφορές για το Δελχί αποδεικνύουν ότι η φαντασία ενός Άγγλου εφημέριου είναι ικανή να γεννήσει μεγαλύτερες φρικαλεότητες ακόμη και από την άγρια φαντασία ενός ινδουιστή στασιαστή. Το κόψιμο της μύτης, του στήθους κ.λπ.., με μια λέξη, οι φρικιαστικοί ακρωτηριασμοί που διαπράττουν οι Σεπόι, είναι φυσικά πιο αποκρουστικοί για το ευρωπαϊκό συναίσθημα από την εκτόξευση πυρακτωμένων οβίδων στις κατοικίες της Καντόνας από έναν γραμματέα της Εταιρείας Ειρήνης του Μάντσεστερ, ή το ψήσιμο Αράβων κλεισμένων σε μια σπηλιά από έναν Γάλλο στρατάρχη, ή το γδάρσιμο ζωντανών Βρετανών στρατιωτών από τη γάτα με τις εννιά ουρές με τις αποφάσεις του έκτακτου στρατοδικείου, ή οποιοδήποτε άλλο από τα φιλανθρωπικά μέσα που χρησιμοποιούνται στις βρετανικές σωφρονιστικές αποικίες. Η σκληρότητα, όπως και κάθε άλλο πράγμα, έχει τη μόδα της, που αλλάζει ανάλογα με την εποχή και τον τόπο. Ο Καίσαρας, ο καταξιωμένος λόγιος, διηγείται με ειλικρίνεια ότι διέταξε να κόψουν το δεξί χέρι πολλών χιλιάδων Γαλατών πολεμιστών. Ο Ναπολέων θα ντρεπόταν να το κάνει αυτό. Προτίμησε να στείλει τα δικά του γαλλικά συντάγματα, ύποπτα για ρεπουμπλικανισμό, στον Άγιο Δομίνικο, για να βρουν εκεί τον θάνατο από τους μαύρους και την πανούκλα.
Οι διαβόητοι ακρωτηριασμοί που διαπράττουν οι Σεπόι θυμίζουν τις πρακτικές της χριστιανικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ή τις διατάξεις του ποινικού νόμου του αυτοκράτορα Καρόλου Ε', ή τις αγγλικές ποινές για εσχάτη προδοσία, όπως καταγράφονται ακόμη από τον δικαστή Μπλάκστοουν. Για τους Ινδουιστές, τους οποίους η θρησκεία τους τούς έχει καταστήσει βιρτουόζους στην τέχνη των αυτοτραυματισμών, αυτά τα βασανιστήρια που επιβάλλονται στους εχθρούς της φυλής και του δόγματός τους φαίνονται απολύτως φυσικά, και πρέπει να φαίνονται ακόμη περισσότερο στους Άγγλους, οι οποίοι, μόλις πριν από μερικά χρόνια, εξακολουθούσαν να αντλούν έσοδα από τις γιορτές του Γιούγκερναουτ, προστατεύοντας και βοηθώντας τις αιματηρές τελετές μιας θρησκείας της σκληρότητας.
Οι ξέφρενοι βρυχηθμοί των «αιμοσταγών γερο-Times», όπως τους αποκαλούσε ο Κόμπετ – ο ρόλος ενός οργισμένου χαρακτήρα σε μια από τις όπερες του Μότσαρτ, ο οποίος επιδίδεται με τις πιο μελωδικές κινήσεις στην ιδέα να κρεμάσει πρώτα τον εχθρό του, μετά να τον ψήσει, μετά να τον τεμαχίσει, μετά να τον σουβλίσει και μετά να τον γδάρει ζωντανό - αυτή η μανία της εκδίκησης να κοματιάσει και ξεσκίσει, θα φαίνονταν ανόητη, αν κάτω από το πάθος της τραγωδίας δεν υπήρχαν ευδιάκριτα τα κόλπα της κωμωδίας. Οι London Times υπερβάλλουν, όχι μόνο από πανικό. Προμηθεύουν την κωμωδία με ένα θέμα που είχε διαφύγει ακόμη και από τον Μολιέρο: τον Ταρτούφο της εκδίκησης. Αυτό που θέλει απλώς είναι να κάνει καταγραφή των κεφαλαίων και να προφυλάξει την κυβέρνηση. Καθώς το Δελχί δεν έχει πέσει, όπως τα τείχη της Ιεριχούς, μπροστά σε απλές πνοές ανέμου, ο Τζον Μπουλ πρέπει να διαποτιστεί με κραυγές εκδίκησης μέχρι τα αυτιά του, για να ξεχάσει ότι η κυβέρνησή του είναι υπεύθυνη για το κακό που προκάλεσε και για τις κολοσσιαίες διαστάσεις που του επέτρεψαν να πάρει.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Karl Marx, “The Indian Revolt”, New-York Daily Tribune, 16 Σεπτεμβρίου 1857. Διαθέσιμο: Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1857/09/16.htm.
Karl Marx, « La révolte des cipayes », Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/francais/marx/works/1857/09/km18570904.htm#ftnref1.
Karl Marx, «La rivolta indiana», Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/italiano/marx-engels/1857/rivolta.htm.
