Πέμπτη, 05 Αυγούστου 2021 00:13

Η Πορτογαλία στο σταυροδρόμι

 

Εισαγωγή elaliberta.gr

Ο Οτέλο ντε Καρβάλιο, η σημαντικότερη ίσως φυσιογνωμία της Επανάστασης των Γαριφάλων στην Πορτογαλία το 1974, άφησε την τελευταία του πνοή στις 25 Ιουλίου, σε ηλικία 84 ετών. Ως φόρο τιμής σ’ αυτόν τον ασυμβίβαστο επαναστάτη, το όνομα του οποίου είναι ταυτισμένο με την επανάσταση στην οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο, το elaliberta.gr αναδημοσιεύει το παρακάτω κείμενο. Η Πορτογαλία στο σταυροδρόμι, του Τόνυ Κλιφ δεν είναι μόνο εξιστόρηση και ανάλυση των επαναστατικών γεγονότων του 1974/1975 στην Πορτογαλία, αλλά αποτελεί κατά κάποιο τρόπο και ένα ιστορικό ντοκουμέντο, πρώτα της ίδιας της πορτογαλικής επανάστασης, καθώς ο Τόνι Κλιφ, με αυτό το κείμενο, προσπαθεί να συνομιλήσει με την πορτογαλική επαναστατική αριστερά, προτείνοντάς της τακτικές και θεωρητικές αποσαφηνίσεις που θα την καθιστούσαν ικανή να αναλάβει πρωταγωνιστικό καθοδηγητικό ρόλο στην επαναστατική διαδικασία, με άμεσο στόχο την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τον σοσιαλισμό. Αποτελεί όμως ένα ιστορικό ντοκουμέντο και για το επαναστατικό κίνημα στην Ελλάδα, καθώς το κείμενο αυτό, μεταφράστηκε, εκδόθηκε και κυκλοφόρησε από την ΟΣΕ (Οργάνωση Σοσιαλιστική Επανάσταση), σε μορφή περιοδικού, μάλλον την ίδια περίπου περίοδο. Από αυτή την άποψη, Η Πορτογαλία στο σταυροδρόμι, του Τόνυ Κλιφ, κυκλοφορώντας στην Ελλάδα, αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο μια επίδραση της πορτογαλικής επανάστασης και των εμπειριών της στο κίνημα που αναπτύσσονταν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα.

Σήμερα, 47 χρόνια αργότερα, οι νέοι αγωνιστές και οι νέες αγωνίστριες γνωρίζουν σίγουρα πολύ λίγα πράγματα για την Επανάσταση των Γαριφάλων, τη μεγαλύτερη εργατική επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ηλεκτρονική αναδημοσίευση του κειμένου του Τόνυ Κλιφ, με αφορμή τον (και ως φόρος τιμής στον) θάνατο του Οτέλο ντε Καρβάλιο, αποσκοπεί επίσης και στην κάλυψη αυτού του κενού γνώσης σχετικά με την πορτογαλική επανάσταση του 1974.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης:

Jaime Semprun, Κοινωνικός πόλεμος στην Πορτογαλία, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1975, μετάφραση Θέμης Μιχαήλ.

Πορτογαλία ‘75. Εργατική εξουσία ή κρατικός καπιταλισμός;, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, χχέ, μετάφραση Νίκος Αλεξίου.

Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων της Πορτογαλίας, Κάλβος (σειρά, Απελευθερωτικά Κινήματα), Αθήνα 1981, μετάφραση Έφη Αλεξιάδου.

Οτέλο Σαράιβα ντε Καρβάλιο, Η δίκη του στρατηγού των γαρυφάλλων. Κατηγορία και υπεράσπιση στο Μονσάντο, Στοχαστής, Αθήνα 1989, μετάφραση Βασίλης Σαραντάκος.

Φιλ Μέιλερ, Πορτογαλία: Η «ανέφικτη» επανάσταση. Λαϊκή εξουσία, κόμματα και στρατός στην επανάσταση των γαρυφάλλων (1974-75), Ανάκαρα, Θεσσαλονίκη 2012.

Για την ηλεκτρονική αναδημοσίευση: διατηρήσαμε την ορθογραφία και προσαρμόσαμε στους σύγχρονους κανόνες του μονοτονικού το αρχικό κείμενο το οποίο δεν χρησιμοποιούσε καθόλου τόνους (κάτι μάλλον συνηθισμένο σε μια περίοδο που δεν είχε εισαχθεί ακόμα το μονοτονικό σύστημα, αλλά υπήρχε ευρεία απαίτηση για εκσυγχρονισμό της ελληνικής γραμματικής).

 

 

 

Τόνυ Κλιφ

 

Η Πορτογαλία στο σταυροδρόμι

 

Εισαγωγή

Η Πορτογαλική επανάσταση άρχισε στην Αφρική. Οι εξεγέρσεις στην Αγκόλα στις αρχές του 1961, που κατά μέρος επηρεάστηκαν από την αποχώρηση των Βέλγων από το Κογκό το 1960, είχαν σαν αποτέλεσμα να χάσουν προσωρινά τον έλεγχο οι Πορτογάλοι στο μεγαλύτερο κομμάτι της Βόρειας και κεντρικής Αγκόλας. Η μαζική πολεμική προσπάθεια που ήταν αναγκαία για το ξανακέρδισμα έστω και μέρους του ελέγχου των περιοχών που χάθηκαν, καθώς και ο ανταρτοπόλεμος που ακολούθησε, φορτώθηκαν όλα πάνω στην αδύνατη Πορτογαλική οικονομία.

Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν το FRELΙΜΟ άρχισε τις επιχειρήσεις στη Μοζαμβίκη κατά τα τέλη του 1964 και όταν οι ανταρτικές δυνάμεις του ΡΑΙGC απελευθέρωσαν μεγάλα κομμάτια της Γουινέας Μπισάο.

Στις αρχές του 1974, ένας στρατός 200.000 ανδρών κατέτρωγε το μισό προϋπολογισμό μιας από τις φτωχότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, μπλεγμένος σε μια σειρά από πολέμους στην Αφρική που ήταν αδύνατο να κερδηθούν ή να σταματήσουν από τους διαδόχους της δικτατορίας του Σαλαζάρ.

Στα 1920 ο Λένιν έλεγε για τα επαναστατικά κινήματα στις αποικίες «οι επαναστατικές μάζες των χωρών οπού δεν υπάρχει προλεταριάτο ή είναι μικρό, οι καταπιεσμένες μάζες των αποικιών, των ανατολικών χωρών, μπορούν να παίξουν ένα μεγάλο ρολό στην ανατροπή των ιμπεριαλιστικών καθεστώτων και του καπιταλιστικού συστήματος στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, τις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού». (V. I. Lenin, Collected Works, Vol. 32, p 232)

Στην περίπτωση των μεγάλων δυτικών καπιταλιστικών δυνάμεων, οι μεγάλες αλλαγές που έγιναν στη δομή της οικονομίας τους, τις βοήθησε στα χρονιά μετά το 1945 να αποφύγουν το κόστος και τις συνέπειες ατελείωτων αποικιακών πολέμων. Τους δόθηκε η δυνατότητα να παραχωρήσουν τυπική ανεξαρτησία και στη τοπική άρχουσα τάξη των πρώην αποικιών τους, ενώ παράλληλα διατηρούσαν στις περισσότερες περιπτώσεις αμείωτο τον έλεγχο (έμμεσα βεβαία) τόσο στην οικονομική όσο και στην πολιτική ζωή αυτών των χωρών. Έτσι γεννήθηκε η νεοαποικιοκρατία.

Φυσικά η ανεξαρτησία δεν τους χαρίστηκε, και όχι μονό δεν τους χαρίστηκε, αλλά αγοράστηκε με αίμα. Στο Βιετνάμ, στην Ινδονησία, στη Μαλαισία, στην Αίγυπτο, στην Κένυα, στην Αλγερία, στην Κύπρο, στην Ανατολική Αραβία, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πολέμησαν σκληρά και υπερασπίστηκαν κάθε κομμάτι γης, απαντώντας στα κτυπήματα των κινημάτων με δολοφονικές επιθέσεις και αγρία καταπίεση που ξεπερνάει οτιδήποτε έκαναν οι Πορτογάλοι στην Αφρική. Αλλά το χαρακτηριστικό αυτών των πολέμων που άλλοτε διεξάγονταν με επιτυχία και άλλοτε όχι, ήταν πως έγιναν μέσα στο γενικό στρατηγικό πλαίσιο της αποχώρησης από την άμεση αποικιοκρατική εξάρτηση και τη μετάβαση στην έμμεση αποικιοκρατική εξάρτηση. Δηλαδή την νεοαποικιοκρατία. Φυσικά, υπήρχαν και εξαιρέσεις, προφανώς αρκετά σημαντικές εξαιρέσεις, αλλά γενικά έμειναν στο να είναι εξαιρέσεις και τίποτα περισσότερο. Ο Πορτογαλικός ιμπεριαλισμός ήταν συγχρόνως, και πολύ αδύνατος και καθόλου ευλύγιστος για να υιοθέτηση νεοαποικιοκρατική στρατηγική έγκαιρα. Τα 13 χρονιά των αποικιακών πολέμων οδήγησαν άμεσα στην ανατροπή της ίδιας της δικτατορίας μέσα στην Πορτογαλία.

Η δικτατορία θα είχε ανατραπεί πολλά χρονιά νωρίτερα, και αν αυτό δεν έγινε οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πορτογαλικός καπιταλισμός ήταν γερά μπλοκαρισμένος μέσα στο διεθνές καπιταλισμό και δέχονταν την αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση του. Σ’ όλο το 19ο αιώνα ο εγγλέζικος καπιταλισμός κυριαρχούσε στην Πορτογαλική οικονομική ζωή. Απ’ αυτό εξ αλλού βγαίνει και η φράση που λένε οι Άγγλοι «ο παλιός μας σύμμαχος». Έμμεσα η εγγλέζικη άρχουσα τάξη έλεγχε την Πορτογαλική αυτοκρατορία και καρπώνονταν πολλά από αυτή την υπόθεση. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που οι Πορτογαλικές αποικίες επέζησαν από το αλληλοφάγωμα των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ιαπωνίας για το ποιος θα φτιάξει αυτοκρατορία στα χρονιά πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Επέζησαν γιατί ήταν ένα εξάρτημα της Βρετανικής αυτοκρατορίας.

Ο Πορτογαλικός φασισμός δεν έπεσε ούτε κατά την κρίση της δεκαετίας του τριάντα ούτε και κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Σαλαζάρ, όπως και ο Φράνκο, επέζησαν της πτώσης του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Όταν άρχισε ο «ψυχρός πόλεμος» η Πορτογαλική αυτοκρατορία έγινε μια από τις κολώνες του «ελευθέρου κόσμου» και ένα από τα ιδρυτικά μελή του ΝΑΤΟ (1949). Παράλληλα, μοντέρνα όπλα και καινούργιες τεχνικές καταπίεσης αποκτήθηκαν με αυτή την συμμαχία. Οι Αφρικανικοί πόλεμοι δεν θα κρατούσαν για πολύ αν έλειπε ο Νατοϊκός εξοπλισμός σε όπλα και άλλο πολεμικό υλικό.

Το ΝΑΤΟ έδινε στη δικτατορία καινούργια παράταση ζωής αλλά όχι όμως και για πάντα. Ο Διεθνής καπιταλισμός με τις αντιθέσεις του υπέσκαπτε βαθιά τη δομή της Πορτογαλικής κοινωνίας. Το ξένο κεφαλαίο άρχισε να μπαίνει σε τεράστιες ποσότητες στη Πορτογαλία. Η διείσδυση των πολυεθνικών εταιριών έγινε για να εκμεταλλευθούν το άφθονο, φθηνό και καλά αστυνομοκρατούμενο εργατικό δυναμικό. Το αποτέλεσμα ήταν μια σχετικά γρήγορη ανάπτυξη της λίγο πριν τελματωμένης οικονομίας και μια αξιοσημείωτη αύξηση του αριθμητικού δυναμικού της εργατικής τάξης. Όταν όμως στις 25 του Απρίλη του 1974 μια μερίδα των αξιωματικών του στρατού ανέτρεψε τον Καετάνο, τον διάδοχο του Σαλαζάρ, ένα κύμα εργατικών αγώνων δημιούργησε σχεδόν σε μια νύχτα ένα μαζικό, εργατικό κίνημα. Και αυτό το κίνημα, με όλες του τις αυταπάτες και τις πολιτικές του αδυναμίες, βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο από οποιοδήποτε άλλο κίνημα στην Ευρώπη. Αυτό το κίνημα έχει αποτρέψει μέχρι τώρα την παγίωση ενός νέου συντηρητικού καθεστώτος –είτε αυτό είναι στρατιωτικό, είτε φασιστικό, είτε σοσιαλδημοκρατικό– και για πρώτη φορά μετά από τόσα χρονιά μπαίνει στο πρόγραμμα η προοπτική της Σοσιαλιστικής Επανάστασης μέσα σε μια Ευρωπαϊκή χωρά. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Η ιστορία των τελευταίων δεκαοκτώ μηνών στη Πορτογαλία είναι μια εξαιρετική απεικόνιση του συσχετισμού και της αλληλεξάρτησης γεγονότων φαινομενικά διαφορετικών.

Οι Αφρικανικοί πόλεμοι, η ανάπτυξη της Κοινής Αγοράς, όλα τούτα παίξανε σημαντικό ρόλος στη δημιουργία της σημερινής κατάστασης στη Πορτογαλία. Η ήττα της αντεπανάστασης που απειλεί την Πορτογαλία και το πάρσιμο της εξουσίας από τους Πορτογάλους εργάτες, θα ήταν γεγονότα που θα τράνταζαν το καπιταλιστικό σύστημα σ’ όλες τις μεγάλες Ευρωπαϊκές χώρες.

Οι κυρίαρχες τάξεις το ξέρουν πολύ καλά αυτό. Αυτός είναι και ο λόγος που η τηλεόραση, ο τύπος και το ραδιόφωνο σ ολόκληρο το κόσμο –που για χρονιά αγνόησαν την βάρβαρη φασιστική δικτατορία– διαθέτουν τώρα τεράστιο χρόνο και χώρο για να παρουσιάσουν τις δυνάμεις της αντίδρασης στην Πορτογαλία σαν τους προασπιστές της «δημοκρατίας».

Το αποτέλεσμα είναι ακόμη άγνωστο. Η επαναστατική κατάσταση υπάρχει στη Πορτογαλία, μια κατάσταση κατατεμαχισμού της εξουσίας – μια κατάσταση που οδηγεί στην μη ύπαρξη εξουσίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να συνέχιση για πολύ έτσι. Η κρίση θα λυθεί η από την εργατική τάξη η από τις δυνάμεις της αντίδρασης. Τέτοιου είδους καταστάσεις είναι τα μεγαλύτερα δοκιμαστήρια για κόμματα, προγράμματα και πολιτικές. Σε τελευταία ανάλυση, όλες οι πολιτικές τάσεις μέσα στο εργατικό κίνημα θα κριθούν είτε από την προθυμία τους και την ικανότητα τους να οδηγήσουν την εργατική τάξη προς την εξουσία αυτή τη στιγμή της κρίσης, είτε από τη συνεισφορά τους στην ήττα της. Σήμερα η Πορτογαλία είναι «Λυδία λίθος» για τις οργανώσεις εκείνες που ισχυρίζονται ότι είναι σοσιαλιστικές η κομμουνιστικές.

 

Γλωσσάρι

Οργανισμοί του κράτους

ΚΕΔ: Κίνημα Ενόπλων Δυνάμεων. Αρχικά ήταν μια μικρή ομάδα μονίμων αξιωματικών που οργάνωσε το πραξικόπημα της 25ης του Απρίλη 1974. Το συμβούλια του έγινε από τα πιο σημαντικά πεδία διαμάχης μεταξύ της αριστεράς και της δεξιάς στο στρατό. Η συνέλευση κυριαρχείται από αξιωματικούς αλλά περιέχει και μερικούς υπαξιωματικούς και φαντάρους.

CΟΡCΟΝ: Σώμα ηπειρωτικών επιχειρήσεων. Είναι σώμα στρατού για επιχειρήσεις μέσα στην Πορτογαλία. Ο ορός επίσης σημαίνει ένα μικρό αριθμό αποσπασμένων μονάδων που συνήθως χρησιμοποιούνται για σκοπούς εσωτερικής ασφαλείας. Αυτές οι μονάδες είναι από τις πιο ριζοσπαστικοποιημένες στην Πορτογαλία. Αρχηγός τους είναι ο στρατηγός Καρβάλιο.

ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ: Σώμα αξιωματικών με μεγάλη ισχύ στα χεριά του. Πιθανόν πιο σημαντικό και από την ίδια την κυβέρνηση.

ΡΙDΕ/DGS: Πρώην φασιστική μυστική αστυνομία.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ: Η κυβέρνηση της Πορτογαλίας.

ΡSΡ: Πορτογαλική μυστική Αστυνομία. Παραστρατιωτική φασιστική Αστυνομία. Υπάρχει ακόμη σαν ένα πειθαρχημένο ένοπλο σώμα.

GΝR: Εθνική Δημοκρατική Φρουρά. Ένα άλλο παραστρατιωτικό τμήμα της αστυνομίας. Υπάρχει ακόμη.

 

Πολιτικά Κόμματα

Δεξιές ομάδες, σχηματισμοί:

ΡCS: Χριστιανικό Κοινωνικό Κόμμα. Παράνομη ομάδα της άκρας δεξιάς.

CDS: Κεντρώοι Δημοκράτες. Ένας άλλος σχηματισμός της άκρας δεξιάς. Και τα δυο αυτά

κόμματα είναι σανίδα σωτήριας για τους πρώην φασίστες.

ΡΡD: Λαϊκοί Δημοκράτες: Ισχυρίζονται ότι είναι σοσιαλδημοκράτες αλλά στην πραγματικότητα είναι δεξιό αντεργατικό κόμμα.

ΕLΡ: Πορτογαλικός απελευθερωτικός στρατός. Μυστική τρομοκρατική οργάνωση με βάση

την Ισπανία. Μελή της είναι φασίστες και μελή της ΡΙDΕ.

 

Ρεφορμιστικοί σχηματισμοί:

PS: ΣΚΠ. Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το μεγαλύτερο κόμμα από άποψη ψήφων. Η ηγεσία του είναι η δεξιότερη από όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, είχε την υποστήριξη από αρκετούς εργάτες, πολλοί δε από αυτούς πίστευαν ότι ήταν ένα πραγματικά σοσιαλιστικό κόμμα. Είναι αναμφισβήτητα το κύριο κέντρο οργάνωσης για την Πορτογαλική και διεθνή κυρίαρχη τάξη. Αριστερά αντιπολιτευόμενοι διώχνονται κάθε τόσο από την ηγεσία του κόμματος.

ΡC: Μεγάλο γραφειοκρατικό κόμμα, με σημαντική υποστήριξη στον κρατικό μηχανισμό, στην γραφειοκρατία των συνδικάτων και σε τμήματα της εργατικής τάξης. Κατά παράδοση Μοσχοβίτικο.

 

Κεντριστικές ομάδες:

ΜΕS: Κίνημα Σοσιαλιστικής Αριστεράς. Καθοδηγείται από μεσοαστούς αριστερούς αλλά έχει κάποια υποστήριξη από την εργατική τάξη.

LUAR: Σύνδεσμος για Ενωμένη Επαναστατική Δράση. Χαλαρή οπλισμένη ομάδα με παρελθόν ένοπλης δράσης. Έχει κάποια επιρροή μέσα στους εργάτες.

Υπάρχουν επίσης ένας αριθμός από μικρές τροτσκιστικές ομάδες, καμιά από τις οποίες δεν έχει σημαντική βάση.

Οι κεντρίστηκες ομάδες περιλαμβάνουν όλες τις πολιτικές αποχρώσεις. Πολλές από αυτές προσπαθούν επίμονα να σπάσουν την απομόνωση τους με το να προσπαθούν να επηρεάσουν το ΚΚΠ. Δεν μπορούν να παίξουν σημαντικό ρολό.

 

Μαοϊκές Ομάδες: Βλέπε ξεχωριστά.

 

Απελευθερωτικά κινήματα:

FRELΙΜΟ: Απελευθερωτικό κίνημα στη Μοζαμβίκη.

ΡΑΙGC: Απελευθερωτικό κίνημα στη Γουινέα Μπισάο.

ΜΡLΑ: Απελευθερωτικό Κίνημα στην Αγκόλα. Έχει υποστήριξη από τη Μόσχα.

FΝLA: Δεξιό, απελευθερωτικό κίνημα της Αγκόλας. Υποστηρίζεται από την ΣΙΑ, Ζαΐρ και Κίνα.

UΝΙΤΑ: Δεξιό «απελευθερωτικό» κίνημα στην Αγκόλα. Υποστηρίζεται από τη ΣΙΑ.

 

1. Η κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος

Η βασική αντικειμενική προϋπόθεση για την επανάσταση είναι το αδιέξοδο του παλιού καθεστώτος. Εκτός από τ’ άλλα συμπτώματα μιας επαναστατικής κατάστασης, ο Λένιν τόνισε τα παρακάτω: όταν είναι αδύνατο για τις άρχουσες ταχείς να διατηρήσουν την εξουσία τους χωρίς καμία αλλαγή. Όταν υπάρχει κρίση στην μια ή στην άλλη της μορφή, ανάμεσα στις «ανώτερες τάξεις», τότε η κρίση της πολιτικής της άρχουσας τάξης, δημιουργεί το ρήγμα μέσα από το οποίο η δυσαρέσκεια και η αγανάκτηση των καταπιεσμένων τάξεων εκρήγνυται προς τα έξω. Για να γίνει μια επανάσταση συνήθως δεν φτάνει «οι τάξεις που είναι από κάτω να μη θέλουν» να ζήσουν άλλο με το παλιό τρόπο. Είναι επίσης αναγκαίο οι «από πάνω τάξεις να είναι κι αυτές ανήμπορες» να ζήσουν με το παλιό τρόπο. (V. I. Lenin, Collected Works, Vol. 21, p 232)

Όσο βαθύτερη είναι η κρίση, τόσο περισσότερο διαφορετικά κομμάτια της άρχουσας τάξης φιλονικούν μεταξύ τους. Όσο πιο βαθιά η κρίση και μεγαλύτερη η γενική εχθρότητα των μαζών προς το καθεστώς, τόσο μεγαλύτερα τα ρήγματα, και οι διαμάχες της άρχουσας τάξης. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην Πορτογαλία.

Η κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος στην Πορτογαλία ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η κυρίαρχη τάξη έχασε την εμπιστοσύνη της, ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν με τον παλιό τρόπο.

Το πραξικόπημα, που ανέτρεφε τον Καετάνο στις 25 του Απρίλη 1974, ήταν έργο του Κινήματος των Ενόπλων Δυνάμεων (ΚΕΔ), που αποτελείτο από 400 αξιωματικούς μεσαίου βαθμού.

Αλλά η επιτυχία του εξαρτήθηκε από τη διάθεση και τις ανησυχίες των πιο ισχυρών επιχειρηματικών κύκλων και των ανωτέρων αξιωματικών του στρατού που ανησυχούσαν για το μέλλον του καπιταλισμού στην Πορτογαλία, έβλεπαν τον Καετάνο πολύ δύσκαμπτο και ανήμπορο να τους λύσει τα προβλήματα. Όταν το καθεστώς του Καετάνο άρχισε να καταρρέει, κανένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δεν ήταν διατεθειμένο να του παρασταθεί.

 

Η επανάσταση στις αποικίες

Το πιο σοβαρό όμως πρόβλημα ήταν το πρόβλημα των αποικιών στην Αφρική. Ο Πορτογαλικός στρατός αντιμετώπιζε ήττα στην Γουινέα και ήταν κυριολεκτικά βαλτωμένος σε ατελείωτους πολέμους στην Μοζαμβίκη και την Αγκόλα. Τα έξοδα του πολέμου έτρωγαν σχεδόν τον μισό κρατικό προϋπολογισμό. Επί πλέον, για τις πιο μεγάλες επιχειρήσεις η Γουινέα και η Μοζαμβίκη ήταν μια υπόθεση με ελάχιστο ενδιαφέρον. Στα τελευταία δέκα χρονιά το ποσοστό εξαγωγών της Πορτογαλίας στις αποικίες μειώθηκε από 25% σε 11,3%, ενώ οι πωλήσεις στην Ευρώπη αυξήθηκαν από 49% σε 65%. Δεν είναι και τόσο εκπληκτικό όταν άνθρωποι σε υψηλές θέσεις άρχισαν να αναρωτιούνται αν δεν θα ήταν προτιμότερο να αντικαταστήσουν την αποικιοκρατική διοίκηση με μια ντόπια, ενώ την ίδια στιγμή θα κρατούσαν στα χεριά τους τα βασικά οικονομικά πόστα όλων αυτών των χωρών, όπως έκαναν οι Εγγλέζοι στη Ζάμπια, στην Κένυα, στην Νιγηρία κλπ.

Ένας ακόμη λόγος που αποδυνάμωνε το καθεστώς του Καετάνο ήταν η οικονομική κατάσταση της ίδιας της Πορτογαλίας.

Η οικονομική βάση της κυρίαρχης τάξης δέχτηκε σημαντικές αλλαγές μέσα στα τελευταία 20 χρονιά.

Η οικονομία της χώρας παράμεινε από τις πιο οπισθοδρομικές της Ευρώπης με κατά κεφαλή εισόδημα μονό τα δυο τρίτα του Ισπανικού. Μια κάποια βιομηχανική ανάπτυξη όμως πραγματοποιήθηκε και σταδιακά η Πορτογαλία άρχιζε να αλλάζει πρόσωπο. Από μια χωρά κυρίαρχα αγροτική γίνονταν μια χωρά οπού η βιομηχανία έπαιζε σημαντικό ρολό. Στα 1950, ο μισός πληθυσμός ασχολούνταν με την γεωργία, αλιεία και δασοκομία, και μονό το ένα τέταρτο εργάζονταν στην βιομηχανία. Προς το τέλος της δεκαετίας του 60, το ποσοστό στην βιομηχανία αυξήθηκε σε 35,5% και αντίστοιχα μειώθηκε το ποσοστό ανθρώπων στη γεωργία κλπ, στο 33,5%.

Αυτή η αλλαγή βασίστηκε στη μαζική εισροή ξένου κεφαλαίου στην Πορτογαλία και στις Πορτογαλικές αποικίες. Στα χρονιά 1943–1960 το συνολικό επενδεδυμένο κεφαλαίο στην Πορτογαλία ήταν 2 δισεκατομμύρια εσκούδος. Στα χρονιά 1961–1967 αυξήθηκε στα 20 δισεκατομμύρια.

Μονό μέσα στο 1971 το ιδιωτικό κεφαλαίο επενδύσεων ήταν 3 η 4 φορές μεγαλύτερο από της περιόδου 1943–60.

Στα χρονιά 1961–71 το ξένο κεφαλαίο επένδυσε το 66,9% του συνολικού νέου επενδυόμενου κεφαλαίου στην Πορτογαλία. (Burchett, pp. 203–4)

Το Αμερικανικό και το Γερμανικό κεφαλαίο άρχισαν να μπαίνουν στην Πορτογαλία με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό από ότι το εγγλέζικο. Παρ όλα αυτά, το συνολικό Βρετανικό κεφαλαίο είναι ακόμη μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο.

Η Πορτογαλία έγινε η ημιαποικία των αναπτυγμένων δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών.

Υπάρχουν στην Πορτογαλία 200 εταιρίες συνδεδεμένες με εγγλέζικο κεφαλαίο με συνολικές επενδύσεις 300 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας. Περιλαμβάνονται μέσα σ’ αυτές οι: PLESSEYS, GEC, BABCOCK AND WILCOX, BRITISH LEYLAND, BICC, BRITISH STEEL CORPORATIN, ROOTESCHRYSLER, METAL BOX. Άλλες διεθνείς εταιρίες, χαρακτηριστικά η ΙΤΤ, είναι επίσης εκεί.

Ο σκοπός των πολυεθνικών ήταν να εκμεταλλευθούν το φθηνό εργατικό δυναμικό της Πορτογαλικής εργατικής τάξης. Στη Λισσαβόνα, ο μέσος βδομαδιάτικος μισθός για 45 ώρες δουλεία την εβδομάδα ήταν μεταξύ των 500 και 700 δρχ. Σε αλλά μέρη οι μισθοί ήταν ακόμη χαμηλότεροι.

Σε μερικές περιοχές η παιδική θνησιμότητα ήταν γύρω στο 10% και και οι Πορτογάλοι έχουν το μικρότερο όριο ζωής στην Ευρώπη.

Ο πιο οπισθοδρομικός καπιταλισμός της Ευρώπης ήταν φυσικό να χτυπηθεί πιο σκληρά μέσα στην εξελισσόμενη παγκόσμια κρίση. Ο πληθωρισμός ήταν ήδη ο ψηλότερος από κάθε άλλο μέρος μετά την Ελλάδα. Υπολογίζεται ότι στα τέλη του Μάρτη του 1974, είχε ήδη φθάσει το 30%. Το αναπόφευκτο επακόλουθο ήταν συνεχής αναταραχή στην βιομηχανία οπού η σκληρή καταπίεση ήταν αδύνατο να την σταματήσει.

Την ίδια στιγμή, οι τεράστιες δαπάνες εξοπλισμών για τους αποικιακούς πολέμους έκαναν αδύνατη ακόμη και την παραμικρότερη προσπάθεια για να αντιμετωπισθούν τα κυριότερα προβλήματα που στην πλειοψηφία τους αντιμετώπιζαν οι Πορτογάλοι. Πιο σημαντικό για την κυρίαρχη τάξη ήταν το γεγονός πως οι εξοπλισμοί έτρωγαν χρήματα από την επέκταση της βιομηχανίας, χρήματα απαραίτητα για να ανταποκριθεί στον συναγωνισμό των Ευρωπαϊκών βιομηχανιών.

Το Εγγλέζικο περιοδικό Οικόνομιστ, έγραφε πριν τρία χρονιά: «Πολλοί από τους διακεκριμένους νέους ανθρώπους που ανεβαίνουν σε καίριες θέσεις στις τράπεζες και στις υπηρεσίες του υπουργείου οικονομικών, είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν την επιχειρηματολογία ότι αντίτιμο για την παραμονή τους στην Αφρική είναι ότι χρήματα που προορίζονταν για προγράμματα ανάπτυξης μέσα στη Πορτογαλία πήγαιναν χαμένα με το να διοχετεύονται αλλού.» (Economist,, 28 Feb.1972).

 

Το πρόγραμμα του Σπινόλα

Το πραξικόπημα τελικά έγινε όταν μερικά από τα μεγαλύτερα Πορτογαλικά μονοπώλια έκριναν πως ήρθε ο καιρός για την αλλαγή. Ένα από αυτά, το CHAMPALIMAUD, που ελέγχει τράπεζες και την βιομηχανία χάλυβος, για καμπόσο καιρό ακολουθούσε μια «φιλελεύθερη» γραμμή, αντικαθρεφτίζοντας με αυτό τον τρόπο το γεγονός ότι ήταν πιο πολύ συνδεδεμένο με μια ομάδα τεχνοκρατών εκπαιδευμένων στο εξωτερικό και που κατά τα πρώτα χρονιά του Καετάνο είχε κάποια επιρροή στα πράγματα. Αυτοί ήταν στενά συνδεδεμένοι με την εφημερίδα Εξπρέσο, που υποστήριξε μια πολιτική μεταρρυθμίσεων και φιλελευθερισμού. Μ’ αυτούς συνδεδεμένος ήταν και ο πρώην υπουργός Παιδείας Βέιγκο Σιμάο (απόφοιτος του Μάντσεστερ και του Καίμπριτζ) που είχε αρχίσει την μεταρρύθμιση του απαρχαιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος με την δημιουργία τεχνικής και επαγγελματικής παιδείας.

Λίγο πριν το πραξικόπημα ένα άλλο από τα μεγάλα μονοπώλια, το CUF, που κατέχει το 10% του βιομηχανικού δυναμικού της Πορτογαλίας, κινήθηκε προς την αντιπολίτευση εναντία στην κυβέρνηση. Το CUF έχει πολλές επενδύσεις στην Αφρική και κατά παράδοση ήταν πολύ πιο συντηρητικό στην θεώρηση της πολιτικής της αποαποικιοποίησης. Πρόσφατα όμως άρχισε να ανησυχεί τρομερά για το αποτέλεσμα των αποικιακών πολέμων. Ο εκδοτικός οίκος που δημοσίευσε το βιβλίο του Σπινόλα και που υποστήριξε την πολιτική λύση στο θέμα των πολέμων στην Αφρική, ήταν ιδιοκτησία του CUF.

Αυτή η αναγνώριση για την ανάγκη μιας αλλαγής από μέρους των μονοπωλίων, συνέπεσε με την αύξηση της δυσαρέσκειας στο στρατό και ειδικά μέσα στους αξιωματικούς μεσαίου βαθμού.

Αυτή η δυσαρέσκεια είχε για αφετηρία της οικονομικούς λογούς. Οι φαντάροι κακοπληρώνονταν και είχαν θητεία τέσσερα χρονιά. Υπήρχε τρομερή ανάγκη για αξιωματικούς, έτσι πολύ αξιωματικοί καριέρας είχαν κάνει πολλές φορές κατ’ επανάληψη θητεία στις αποικίες και ακόμη και έφεδροι μέχρι 36 χρονών είχαν ξανακληθεί για να υπηρετήσουν. Πολλοί εργάτες, όταν έφταναν στην ηλικία να στρατευθούν, προτιμούσαν να μεταναστεύσουν παρά να υπηρετήσουν. Υπολογίζεται ότι γύρω στις 100.000 λιποτάκτες βρίσκονταν στην Ευρώπη.

Η δυσαρέσκεια στο στρατό συνεχίζονταν και μεγάλωνε ακόμη και όταν ο Καετάνο έδωσε αύξηση. Έγιναν πολλές διαδηλώσεις στην στρατιωτική ακαδημία. Όλο και περισσότερο η απαίτηση για καλύτερες οικονομικές συνθήκες έδινε θέση στην απαίτηση να δοθεί τέλος στους αποικιακούς πολέμους.

Στην Πορτογαλία την ίδια, υπήρχε επίσης πίεση για να τερματισθούν οι αποικιακοί πόλεμοι.

Γίνονταν συχνά διαδηλώσεις και υπήρχε μια σημαντική κίνηση κατά του πολέμου ανάμεσα στους καθολικούς παπάδες.

Ο στρατηγός Σπινόλα ήταν το πρόσωπο που ταίριαζε καλύτερα για να προσεγγίσει αφενός τα μεγάλα μονοπώλια από τη μια μεριά, και από την άλλη, την κίνηση των λοχαγών στο στρατό.

Το παρελθόν του Σπινόλα σαν οπαδός του Φράνκο και του Χίτλερ, του έδινε τα διαπιστευτήρια σαν συντηρητικού εμπιστοσύνης. Σαν διοικητής και αρχηγός του στρατού στη Γουινέα Μπισάο, ο Σπινόλα ακολούθησε μια τακτική που ο Δρ. Μανουέλ Μποάλ, ένας από τους ηγέτες του απελευθερωτικού κινήματος ΡΑΙGC, την περιέγραψε σαν «συστηματική τρομοκρατία». «Βομβάρδιζε άοπλα χωριά στην απελευθερωμένη ζώνη, κατέστρεφε τα σπαρτά και πάντοτε έκαιγε τα λιβάδια, με το σανό στο τέλος της ξηρής περιόδου για να μας εμποδίσει να φτιάχνουμε καλύβες για την εποχή των βροχών... Είναι ένας άνδρας με χεριά βαμμένα στο αίμα και ένα χαμόγελο στο πρόσωπο». Ένα από τα πολλά του έργα ήταν που βοήθησε να δολοφονήσουν τον αρχηγό του ΡΑΙGC Αμιλκάρ Καμπράλ.

Όταν ο Σπινόλα έβγαλε το συμπέρασμα πως οι πόλεμοι στην Αφρική δεν ήταν δυνατό να κερδηθούν, διαχώρισε τη θέση του από το καθεστώς του Καετάνο. Το βιβλίο του, Η Πορτογαλία και το Μέλλον, δημοσιεύτηκε το Φλεβάρη του 1974 και ήταν πραγματική βόμβα. Ήταν η πρώτη φορά που άνθρωπος σε τόσο υψηλή θέση παραδέχονταν καθαρά πως λύση στρατιωτική στους αφρικανικούς πολέμους ήταν αδύνατη.

Οι πραγματικές προτάσεις του Σπινόλα για την κατάσταση ήταν ένα μείγμα φιλοδοξίας και ουτοπίας. Δεν μιλούσε για πλήρη ανεξαρτησία για τις αποικίες, αλλά προτιμούσε φράσεις όπως «σχήμα κράτους πολυεθνικού τύπου» και μια «ομοσπονδιακή λύση με γερή αλληλοϋποστήριξη».

Οι ελπίδες του ότι θα μπορούσε να γίνει πολιτική συμφωνία με τις απελευθερωτικές δυνάμεις, ήταν ένας αργοπορημένος νεοαποικιοκρατισμός. Όμως για την απελπιστική κατάσταση που βρίσκονταν ο Πορτογαλικός ιμπεριαλισμός, αυτές οι προτάσεις φαίνονταν σαν οι καλύτερες δυνατές.

Αν και δεν έπαιξε κανένα ρολό στην οργάνωση του Απριλιάτικου πραξικοπήματος –πράγματι δεν είχε καμία σχέση με το ΚΕΔ– ο Σπινόλα ήταν ο άνθρωπος που φυσιολογικά ωφελήθηκε από αυτή την κατάσταση. Έγινε πρόεδρος με την έγκριση και των αρχηγών του ΚΕΔ και του Καετάνο.

Ο Καετάνο φυσικά ήταν πολύ χαρούμενος που αφενός παρέδωσε την εξουσία σε συντηρητικό πρόσωπο εμπιστοσύνης, αφετέρου, του δόθηκε η ευκαιρία να το σκάσει.

 

Το πραξικόπημα και το λαϊκό κίνημα

Το πρόβλημα του Σπινόλα ήταν πως δεν μπορούσε να εφαρμόσει το πρόγραμμα του για να ικανοποίηση τις νέες ανάγκες των μεγάλων Πορτογαλικών επιχειρήσεων, χωρίς να απαλλαγεί από το παλιό καθεστώς. Και οι ένοπλες δυνάμεις φυσικά δεν μπορούσαν να το κάνουν αυτό χωρίς να ακινητοποιήσουν και να παραλύσουν τις καταπιεστικές δυνάμεις που κρατούσαν τις μάζες του λαού κάτω από διαρκή έλεγχο για τόσα χρονιά.

Η καταστροφή του παλιού καθεστώτος απαιτούσε περισσότερα πράγματα από την απλή αντικατάσταση ενός η δυο ανδρών στην κορυφή. Μέσα στον γραφειοκρατικό μηχανισμό του κράτους, στις ένοπλες δυνάμεις, στην αστυνομία, υπήρχαν άνθρωποι που όφειλαν το ανέβασμα τους στην ιεραρχία στις μέθοδες του Καετάνο και του προκατόχου του, του Σαλαζάρ. Οι αξιωματικοί του ΚΕΔ φοβούνταν πως εάν δεν τους ξεκαθαρίσουν γρήγορα, θα αναδιοργανώνονταν για να αναχαιτίσουν την αλλαγή. Τότε, σε περίπτωση επανόδου στο προηγούμενο καθεστώς, οι αξιωματικοί του ΚΕΔ θα την είχαν άσχημα. Και ξέραν ότι θα τους περίμεναν τα βασανιστήρια της τόσο φημισμένης μυστικής αστυνομίας.

Τρία χρονιά νωρίτερα, ένας ανώτατος κυβερνητικός υπάλληλος εδήλωνε στον Οικόνομιστ:

«Η Πορτογαλία είναι ένα καζάνι που βράζει. Το καπάκι έχει μείνει για παρά πολύ χρόνο κλειστό και αν κανένας ανόητος το ανοίξει απότομα, όλα θα τιναχτούν στον αέρα». (Οικόνομιστ, 26 Φεβ. 1972). Αυτό ακριβώς ήταν που ο Σπινόλα έτρεξε να κάνει. Έπρεπε να εμποδίσει την άσκηση εξουσίας από την μυστική αστυνομία για να προστατεύσει τους φιλοκαπιταλιστές οπαδούς του. Αλλά όταν το έκανε αυτό, αναπόφευκτα έδωσε το δικαίωμα στις μάζες να εκφράσουν όλη τους την αγανάκτηση που συσσωρεύονταν εδώ και μισό αιώνα.

Στην έκρηξη που ακολούθησε, μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης έλαβε χωρά πολύ περισσότερο απ’ ότι θα μπορούσε να φαντασθεί ο Σπινόλα. Δεν σκόπευε να ξεγυμνώσει εντελώς την μισητή μυστική αστυνομία, αλλά αυτό ακριβώς έγινε σαν αποτέλεσμα της αυθόρμητης μαζικής πίεσης.

Σαν άρχισε η κάθαρση, πήρε μονή της το δρόμο από εκεί και πέρα. Τα δεσμά που έδεναν γερά στο χώμα τις καταπιεσμένες τάξεις στην Πορτογαλία εδώ και μισό αιώνα, θρυψελίστηκαν.

Στα εργοστάσια, στα μέσα επικοινωνίας, στους δρόμους, οι εργάτες άρχισαν να στρέφονται εναντία σε όλους αυτούς που τους είχαν προκαλέσει τόσες πληγές στο παρελθόν. Ο στρατός αναγκάστηκε πολλές φορές να προστατέψει από το λιντσάρισμα μελή της ΡΙDΕ. Αξιωματικοί στέλνονταν στα εργοστάσια για να ζητήσουν τον τερματισμό απεργιών όπου οι εργάτες ζητούσαν την απόλυση των φασιστών διευθυντών. Σε όλες σχεδόν τις βιομηχανίες άρχισαν αγώνες για μαζικές αυξήσεις στους μισθούς.

Η αστική τάξη κατάλαβε τελικά πως το κίνημα που σκοπό είχε αρχικά να διόρθωση τα «κακώς κείμενα» της εξουσίας της, της ξέφυγε από τα χεριά. Από τα τραγούδια της «ελευθερίας» και της «ενότητας» που τραγουδούσαν τον Μάη, άρχισαν να ουρλιάζουν για την αναρχία που επικρατούσε, μέχρις ότου ένα κομμάτι της υποστήριξε τα αποτυχημένα δεξιά πραξικοπήματα του Σεπτέμβρη του 1974 και του Μάρτη του 1975. Όμως η αποτυχία των πραξικοπημάτων και η πτώση του Σπινόλα, όξυνε τα προβλήματα της αστικής τάξης και επιβεβαίωσαν πως οι μήνες που θα έρχονταν στην Πορτογαλία, θα ήταν πράγματι πολύ άσχημοι γι αυτήν. Διαβάζοντας αναφορές από τα γεγονότα στη Λισσαβόνα μετά την 25η του Απρίλη 1974, στο μυαλό μας έρχονται καθαρά οι περιγραφές του Μαρξ για τα γεγονότα της επανάστασης του Φλεβάρη του 1848 στο Παρίσι, όταν ένα κομμάτι της αστικής τάξης ανατράπηκε από κάποιο άλλο με την βοήθεια των μεσαίων τάξεων και της εργατιάς.

«Η κυβέρνηση που βγήκε από τα οδοφράγματα του Φλεβάρη αναγκαστικά είχε μια σύνθεση που αντικαθρέφτιζε τις διαφορές δυνάμεις που πήραν μέρος στη νίκη. Δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο παρά μια σύνθεση από διαφορές τάξεις... αυτή ήταν η επανάσταση του Φλεβάρη, το κοινό ξεσήκωμα με τις ψευδαισθήσεις του, την ποίηση του, το εξωπραγματικό του περιεχόμενο και φρασεολογία...»

«Στο μυαλό του προλεταριάτου, που μπέρδευε την αριστοκρατία του χρήματος (τραπεζιτική) με την αστική τάξη γενικά η διακυβέρνηση της αστικής τάξης καταργήθηκε – σαν ανακηρύχθηκε η δημοκρατία. Εκείνη την εποχή όλοι οι βασιλικοί μετασχηματίστηκαν σε δημοκράτες και όλοι οι εκατομμυριούχοι του Παρισιού σε εργάτες. Η φράση που αντιστοιχεί σ’ αυτή τη θεωρητική κατάλυση των ταξικών σχέσεων, ήταν, συναδέλφωση, τέλια συναδέλφωση και αδελφοσύνη. Αυτή η ευχάριστη αφαίρεση από τον ανταγωνισμό των τάξεων, η συναισθηματική συμφιλίωση των αντικρουόμενων ταξικών συμφερόντων, αυτή η εξωπραγματική ανύψωση πάνω από την ταξική διαμάχη, αυτή η συναδέλφωση ήταν το πραγματικό σύνθημα της επανάστασης του Φλεβάρη. Το παρισινό προλεταριάτο οργίασε κυριολεκτικά με το μεγαλόψυχο παραλήρημα της αδελφοσύνης» (Karl Marx, The class Strugles in France 1848–1850, Progress Publishers, Moscow edition p. 33).

Αλλά ο ενθουσιασμός του Φλεβάρη του 1848 κυριολεκτικά θρυψαλίστηκε τέσσερις μήνες αργότερα όταν οι βασικές ταξικές αντιθέσεις της μοντέρνας κοινωνίας φάνηκαν πραγματικά ότι είναι πιο σημαντικές από τις πρόσκαιρες διαφορές συμφερόντων μέσα στην ίδια την άρχουσα τάξη.

Οι αστοί δημοκράτες στερέωσαν την εξουσία τους στρέφοντας τα όπλα των ενόπλων δυνάμεων εναντία στην εργατική τάξη.

«Συμφιλίωση, η συμφιλίωση των τάξεων που βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση, των τάξεων οπού η μια εκμεταλλεύεται την άλλη, αυτή η συμφιλίωση που διακηρύχτηκε το Φλεβάρη, που γράφτηκε με κεφαλαία γράμματα στο Παρίσι σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε στρατόπεδο, στην ουσία δεν σήμαινε τίποτα άλλο παρά την καθαρή έκφραση του εμφυλίου πολέμου. Ένα εμφύλιο πόλεμο στην πιο τρομερή του μορφή, τον πόλεμο του κεφαλαίου εναντία στους εργαζομένους. Αυτή η συμφιλίωση κάηκε μπροστά στα ματιά του Παρισιού το απόγευμα της 25ης του Ιούνη 1848 όταν το Παρίσι της αστικής τάξης φωτίζονταν από το Παρίσι του προλεταριάτου που καίγονταν, αιμορραγούσε και θρηνούσε μέχρι θανάτου. Η συναδέλφωση κράτησε τόσο όσο τα συμφέροντα της αστικής τάξης ήταν συνδεδεμένα με τα συμφέροντα του προλεταριάτου.» (Karl Marx, The class Strugles in France 1848–1850, p. 50)

Το μάθημα του 1848 έχει επαναληφθεί δεκάδες φορές από τότε. Οποτεδήποτε ένα κομμάτι της κυρίαρχης τάξης στρέφεται εναντία στο καθεστώς μιας αυταρχικής κυβέρνησης για την καλλίτερη εξυπηρέτηση του, πάντα μιλάει για «εθνική ενότητα», «λαϊκή ενότητα» η «αντιφασιστική ενότητα.» Αυτό αφήνει ελεύθερη την κυρίαρχη τάξη να σπάσει την ενότητα όταν οι συνθήκες είναι πιο κατάλληλες για τη δίκια της νίκη.

 

2. Οι μάζες μπαίνουν στον αγώνα

Οι μάζες των εργατών δεν περιμένουν την κυβέρνηση η τους εργατοπατέρες να τους πουν τινα κάνουν, αλλά αμέσως και αποτελεσματικά μπήκαν στην ιστορική, σκηνή. Η κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος μεγάλωσε τις ελπίδες τους. Οι επαναστάσεις είναι ανυπόμονες, το ίδιο και οι επαναστατικές μάζες. Οι καταπιεσμένες μάζες αναζητούσαν ριζικές αλλαγές στη ζωή τους, πιο ανοιχτούς ορίζοντες.

Οι επαναστάσεις σπάνε το φράγμα ανάμεσα στους επί μέρους οικονομικούς αγώνες και στις γενικές πολιτικές μάχες. Κάθε μορφή αγώνα ενθαρρύνει τις άλλες και το αντίστροφο.

Οι βδομάδες και οι μήνες που ακολούθησαν την 25 του Απρίλη του 1974 απόδειξαν περίτρανα ποσό λάθος έκαναν εκείνοι που βλέπουν ένα σινικό τοίχος ανάμεσα στους επί μέρους αγώνες για οικονομικές μεταρρυθμίσεις και στο πολιτικό αγώνα για την επανάσταση, και ποσό σωστά ήταν τα λόγια της Ρόζας Λούξεμπουργκ όταν έλεγε ότι στην επαναστατική περίοδο ο οικονομικός αγώνας εξελίσσετε σε πολιτικό αγώνα και αντίστροφα.

«Το κίνημα δεν πάει μονό προς μια κατεύθυνση, δηλαδή από τον οικονομικό αγώνα στον πολιτικό αγώνα, αλλά επίσης πάει και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κάθε σημαντική πολιτική δράση των μαζών, μετά το αποκορύφωμα της, γεννά μια σειρά από μαζικές οικονομικές απεργίες. Και αυτός ο νομός δεν εφαρμόζεται μονό στις επί μέρους μαζικές απεργίες, αλλά και στην ίδια την επανάσταση στο σύνολο της. Με την εξάπλωση, ξεκαθάρισμα και κλιμάκωση του πολιτικού αγώνα, όχι μονό οι οικονομικοί αγώνες δεν οπισθοδρομούν, αλλά αντίθετα εξαπλώνονται και συγχρόνως γίνονται πιο οργανωμένοι και έντονοι. Υπάρχει μια “αμφίπλευρη” εξάρτηση ανάμεσα στα δυο είδη αγώνων. Κάθε καινούργια επίθεση και νίκη στο πολιτικό επίπεδο δίνει μια τρομερή ώθηση στο αγώνα στο οικονομικό επίπεδο από την άποψη ότι συγχρόνως και ευρύνει τους ορίζοντες των εργατών για την βελτίωση των συνθηκών ζωής τους και παράλληλα ενισχύει την ορμή τους να το πραγματώσουν και αυξάνει την μαχητική τους διάθεση.

Μετά από κάθε κύμα πολιτικών αγώνων που φθάνει στο αποκορύφωμα, ένα γόνιμο υπόλειμμα παραμένει από το οποίο βλαστίζουν χιλιάδες οικονομικοί αγώνες. Και το αντίστροφο επίσης ισχύει. Ο συνεχής αγώνας των εργατών κατά του κεφαλαίου τους συντηρεί σε κάθε διάλειμμα της πολιτικής μάχης. Έτσι μπορούμε να πούμε πως οι οικονομικοί αγώνες αποτελούν κατά κάποιο τρόπο το μόνιμο ρεζερβουάρ της δύναμης της εργατικής τάξης, από το οποίο οι πολιτικοί αγώνες πάντα ρουφούν καινούργια δύναμη. Η ακούραστη οικονομική μάχη του προλεταριάτου οδηγεί κάθε στιγμή σε μεμονωμένες αλλά απότομες διαμάχες εδώ και εκεί, από τις οποίες εκρήγνυνται απίστευτοι πολιτικοί αγώνες σε τεραστία κλίμακα.

Με μια λέξη, ο οικονομικός αγώνας είναι ο παράγοντας που προωθεί το κίνημα από ένα πολιτικό σημείο στήριξης σε ένα άλλο. Ο πολιτικός αγώνας περιοδικά κάνει γόνιμο το έδαφος για τον οικονομικό αγώνα. Οι αίτιες και τα αποτελέσματα αλλάζουν μεταξύ τους συνεχώς. Έτσι βλέπουμε πως τα δυο αυτά στοιχεία, το οικονομικό και το πολιτικό δεν έχουν καμία τάση να διαχωρίζονται μεταξύ τους την περίοδο των μαζικών απεργιών στη Ρωσία, ούτε και ότι αλληλοαναιρούνται όπως θα έλεγαν μερικοί με διαφορές φαντασιώσεις.» (Rosa Louxemburg, Ausegewahlte Reden und Schrifte, Berlin 1955, Vol. 1, pp. 201–2).

Μετά την 25η του Απρίλη 1974, το πρώτο άμεσο καθήκον για το κίνημα, ήταν η ανασύνταξη και η ανάρρωση του λίγο, πολύ μετά από τα τόσα χρονιά φασιστικής καταπίεσης, και δεύτερο, το ένωμα των εργατών όλης της χωράς σε κοινό φορέα, γιατί με τον τεράστιο αριθμό των σωματείων που υπήρχαν μέσα σε ένα εργοστάσιο και την απομόνωση του ενός τόπου δουλείας από τον άλλο, η εργατική τάξη ήταν εντελώς διαιρεμένη.

Η Πορτογαλική εργατική τάξη ανέλαβε το έργο της ενοποίησης της στα χεριά της. Στα εργοστάσια πέρα για πέρα σ’ όλη την Πορτογαλία, εκλέχθηκαν επιτροπές που ανέλαβαν την διεξαγωγή αγώνων για τα προβλήματα των εργατών όχι μονό σε τοπικό επίπεδο, αλλά σε ολόκληρες βιομηχανίες και σε όλα τα μονοπώλια.

Στην βιομηχανία ηλεκτρονικών δημιουργήθηκε ένωση που είχε αντιπροσώπους από όλες τις εταιρίες ηλεκτρονικών, την PLESSEY, STC, ΙΤΤ κλπ. Οι εργάτες σε πολλά εργοστάσια, η τμήματα των εργατών, άρχισαν να εκδίδουν κανονικά εφημερίδες και ενημερωτικά φυλλάδια για τους εργάτες. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως στις βιομηχανίες μαλλιών και υφασμάτων, στους λιμενεργάτες, στις βιομηχανίες χάλυβος, οι εφημερίδες αυτές δεν βγαίνουν μονό για ένα εργοστάσιο, αλλά για ολόκληρο τον κλάδο της βιομηχανίας.

Αυτό δεν είναι εναλλακτική λύση σε σχέση με τα σωματεία, αλλά αποτελούνται από αντιπροσώπους εκλεγμένους από την εργατική βάση των σωματείων που υπάρχουν στους χώρους δουλείας, και σκοπό έχουν να δώσουν μια υπεύθυνη και δημοκρατική ηγεσία στο εργοστάσιο. Η επιτροπή του εργοστασίου συντονίζει τους αγώνες σε μια ημερήσια βάση και όλες οι αποφάσεις που καθορίζουν την γραμμή του αγώνα παίρνονται σε μαζικές συνελεύσεις. Οι διαπραγματεύσεις με την διεύθυνση αναφέρονται σε όλη τη βάση των εργατών.

Από την αρχή, τα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα ήταν δεμένα μεταξύ τους στις εργατικές επιτροπές. Η κάθαρση σήμαινε κάτι πολύ παραπάνω από το κυνήγημα των μελών της μυστικής αστυνομίας. Βαθιά και αποτελεσματικά πραγματοποιημένη η κάθαρση, σημαίνει σε τελευταία ανάλυση, την καταστροφή του αστικού μηχανισμού. Κι αυτό γιατί ένα σύστημα με κύτταρο τα εργατικά συμβούλια, σημαίνει έλεγχο πάνω σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, στις τράπεζες, στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στους διευθυντές των υπηρεσιών και των εργοστασίων. Μια πλήρη κάθαρση θα σήμαινε καταστροφή ολόκληρης της κοινωνικής ιεραρχίας από διευθυντές επιχειρήσεων μέχρι τον τελευταίο επιστάτη.

Στις μεγάλες εταιρίες, ειδικά στις πολυεθνικές, οι οικονομικοί αγώνες δένονταν και πήγαιναν χέρι–χέρι με τους αγώνες για κάθαρση όλων των μελών της διεύθυνσης ή της διαχείρισης που με τον οποιοδήποτε τρόπο ήταν συνδεδεμένοι με το φασιστικό καθεστώς. «Σε μερικές περιπτώσεις αυτό σήμαινε την απόλυση όλων». (Συνέντευξη που έδωσε ο Αντόνιο Μαρτίνς ντος Σάντος, μέλος της διοίκησης του σωματείου εργατών μετάλλου της Λισσαβόνας, στο Socialist Worker, July 27).

Κατά την διάρκεια του Μάη 1974 πάνω από 200.000 εργάτες στους τομείς κλειδιά όπως η υφαντουργία, τα ναυπηγεία οι μεταφορές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ηλεκτρονικά, ταχυδρομεία, τράπεζες κλπ., απέργησαν για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας, έχοντας επίσης σαν βασικό τους αίτημα την κάθαρση.

Στο Λισνάβε 8.400 εργάτες που απεργούσαν, κατέλαβαν τα ναυπηγεία της Μαρκουέιρα και της Ρόχα ντο Κόντε ντε Ορμπίντος. Βασικά τους αιτήματα ήταν 9.000 δρχ. κατώτερος μισθός και εβδομάδα 40 ωρών.

Στην υφαντουργία, γύρω στους 6.000 εργάτες του Λανιφίτσιος, της Κορβίθα, του Τορντοζέντο και Άνες ντε Σέρα, αποφάσισαν να αρχίσουν απεργία στις 12 του Μάη για να υποστηρίξουν το αίτημα τους για 900 δρχ. το μήνα αύξηση. Η απεργία αμέσως ξαπλώθηκε σε εργοστάσια στο Οπόρτο στην Καστανέιρα ντε Πέρα, στο Καστέλο Μπράνκο, στο Πορταλέγκρε, στο Μίρα ντε Άιρε και στο Αλεάρ.

Στις 13 του Μάη γύρω στους 1300 μεταλλωρύχους, άρχισαν απεργία στο Πανασκουέιρα. Τα αιτήματα τους ήταν 7.000 δρχ. κατώτερος μισθός, κάθε χρόνο δώρο ένα μηνιάτικο, δωρεά φαρμακευτική περίθαλψη, και ένα μήνα διακοπές το χρόνο. Η απεργία τελείωσε στις 20 του Μάη με όλα τα αιτήματα των εργατών ικανοποιημένα.

Οι εργάτες της Φάϊαρστουν στην Λισσαβόνα, στο Αλκοτσέτε, στο Πόρτο, και στην Κόιμπρα, άρχισαν απεργία στις 13 του Μάη και κατέλαβαν τελικά τις εγκαταστάσεις. Απαίτησαν την κάθαρση των μελών της διοίκησης που ήταν συνδεδεμένα με το φασιστικό καθεστώς και τελικά ξαναγύρισαν στη δουλεία στις 20 του Μάη.

Μέχρι το τέλος του Ιούνη, σημαντικοί αγώνες είχαν κερδηθεί. Η κάθαρση, αν και με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε πως ήταν πλήρης, είχε σαν αποτέλεσμα το ξεκαθάρισμα των πιο γνωστών δεξιών από τις υπηρεσίες, τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τους οργανισμούς αυτοδιοίκησης, την εκκλησία και τα εργοστάσια από άκρη σε άκρη της Πορτογαλίας. Το πιο επίμονο και βαθύ ξεκαθάρισμα επιχειρήθηκε στα εργοστάσια όπου ήταν ακόμη ζωντανή στη μνήμη της εργατικής τάξης η καταπίεση που ακολούθησε το τεράστιο απεργιακό κύμα που είχε ξεσπάσει λίγο πριν την αλλαγή.

Για τις πολυεθνικές εταιρίες, η νομοθεσία που πέρασε η κυβέρνηση κατοχυρώνοντας κατώτερο όριο στα ημερομίσθια και η δυναμικότητα και αποφασιστικότητα με την οποία αγωνίστηκε η εργατική τάξη για να εφαρμοστεί, καθώς και το γεγονός ότι με τους αγώνες αυτούς αναπτύχθηκε η οργάνωση στη βάση, σήμανε το τέλος του καθεστώτος της υπερεκμετάλλευσης και του φτηνού και καταπιεσμένου εργατικού δυναμικού. Εταιρίες όπως η PLESSEY, ΤΙΜΕΧ και ΙΤΤ, άρχισαν να παίρνουν τα κεφαλαία τους πίσω και προσπάθησαν να κλείσουν τμήματα των επιχειρήσεων τους και να φύγουν. Πολλές από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις φαλίρισαν και έκλεισαν ή απλώς εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους.

Ο αγώνας κατά των απολύσεων άρχισε τον Ιούνη του 1974. Μέχρι το Σεπτέμβρη του 1975 300.000 εργάτες ήταν χωρίς δουλεία, και αυτό μονό στη βιομηχανία. Τα αξεπέραστα προβλήματα του Πορτογαλικού καπιταλισμού συνέχισαν να σπρώχνουν την εργατική τάξη να οργανώσει την άμυνα της.

Πολλά εργοστάσια έχουν καταληφθεί από τους εργάτες και οι εργατικές επιτροπές που εξελέγησαν αμέσως μετά την 25η του Απρίλη του 1974, πήραν στα χεριά τους την παραγωγή. Φυσικά τα αφεντικά δεν υποχώρησαν χωρίς μάχη. Προσπάθησαν να εισαγάγουν τον νομό περί απεργιών εναντία στους εργάτες. Στην Τσαρμίνα, ένα μικρό εργοστάσιο ρούχων έξω από τη Λισσαβόνα, προσπάθησαν να πληρώσουν τους εργάτες με επιταγές που δεν είχαν αντίκρισμα. Ο Αυστριακός διευθυντής έφυγε κρυφά στο εξωτερικό και οι εργάτες, κυρίως γυναίκες, ίδρυσαν κοπερατίβα για να πουλούν τα προϊόντα τους στο λαό. Στην Εθροφίλ που φτιάχνει πλαστικά, συνθετικές κλωστές, σχοινιά, τσουβαλιά κλπ, και που λειτουργούσε με 40% εκτάκτους εργάτες, ο διευθυντής προσπάθησε, να ρίξει έξω την επιχείρηση. Οι εργάτες σε απάντηση κατέλαβαν το εργοστάσιο και συνέχισαν την παραγωγή. Δεν επέτρεψαν στους ιδιοκτήτες να ξαναπάρουν στα χεριά τους το εργοστάσιο και απαιτούν κρατικοποίηση χωρίς αποζημίωση, κάτω από εργατικό έλεγχο.

Στην «Τιντούρα Πορτογκάλια», το μεγαλύτερο δίκτυο βαφέων σε όλη τη χωρά, οι ιδιοκτήτες απάντησαν στα αιτήματα των εργατών με απολύσεις και λοκ άουτ. Οι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο και ξανάρχισαν δουλεία. Οι ιδιοκτήτες, αν και ισχυρίζονταν πως η εταιρία αντιμετώπιζε οικονομική κρίση, ξεκίνησαν μια πολυέξοδη καμπανιά στο ραδιόφωνο και στον τύπο, για να συκοφαντήσουν τους εργάτες. Τα σχεδία τους όμως ναυάγησαν γιατί οι εργάτες του ραδιοσταθμού σαμποτάρισαν την καμπανιά τους και άρχισαν να αναμεταδίδουν τις απόψεις των εργατών πάνω στα γεγονότα.

Ένα καινούργιο κύμα αγώνων κατά των απολύσεων σαρώνει την Πορτογαλία από το Γενάρη. Μέσα στις πρώτες έξη βδομάδες αυτού του χρόνου, έγιναν περισσότεροι από 250 αγώνες γύρω από αυτό το ζήτημα.

Οι απεργίες δεν είναι πια η κυρίαρχη τακτική που χρησιμοποιείται σε αυτούς τους αγώνες. Αντίθετα, ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εργοστασίων έχουν καταληφθεί. Μερικά, όπως η αλυσίδα των Νάτριπολ σούπερ μάρκετς, είναι κάτω από τον έλεγχο των εργατών και σε ένα αριθμό από περιπτώσεις οι εργάτες απαίτησαν κρατικοποίηση, όπως στην CUF, ένα τεράστιο μονοπώλιο που έχει κρατικοποιηθεί, καθώς και την επιπλοποιεία Νεφίλ. Ένα μέλος της εργατικής επιτροπής της Νεφίλ περιέγραψε την τακτική των εργατών ως εξής: «Δεν έχουμε καμιά ψευδαίσθηση για το αν είναι δυνατόν να υπάρχει διαχείριση από τους εργάτες μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς. Το χρησιμοποιούμε όμως σαν όπλο, σαν λύση ανάγκης. Έπρεπε να αναλάβουμε το εργοστάσιο για να ζήσουμε όταν το εγκατέλειψε ο ιδιοκτήτης στις 27 του Δεκέμβρη. Σκεπτόμαστε να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση την κρατικοποίηση του κάτω από τον έλεγχο μας. Δεν θέλουμε την ψευτοκρατικοποίηση που βοηθάει μοναχά τους ιδιοκτήτες».

Στο εργοστάσιο Στάνταρντ Ελέκτρικα στο Τάσκε, που είναι ιδιοκτησία της ΙΤΤ, ανακοινώθηκε η απόλυση 150 εργατών από ένα συνολικό αριθμό 1.800. Στους υπολοίπους βάλανε μειωμένο ωράριο. Αμέσως έγινε τεραστία σύναξη των εργατών που παρακολουθήθηκε από αντιπροσωπείες εργατών άλλων εργοστασίων ηλεκτρονικών. Υιοθετήθηκε η ακόλουθη γραμμή: Η κυβέρνηση πρέπει να πάρει μετρά για να σταματήσει τις απολύσεις, όλοι οι απολυμένοι εργάτες να επαναπροσληφθούν, άμεση αποχώρηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων από τις αποικίες, κυβερνητικό νομό για τον έλεγχο των υπερκερδών των πολυεθνικών, το άνοιγμα καινούργιων δουλειών, και το ότι θα πρέπει να αρχίσει διαδικασία για την απελευθέρωση της Πορτογαλίας από τον ιμπεριαλισμό.

Την πρώτη βδομάδα του Μάη 1975, 150.000 εργάτες απεργούσαν για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας. Ήταν κυρίως εργάτες της χημικής βιομηχανίας και προσωπικό των ξενοδοχείων, που όπως και στην Αγγλία, είναι από τους πιο κακοπληρωμένους απ όλους τους εργάτες.

Τελευταία, 280.000 εργάτες της υφαντουργίας και της βιομηχανίας ρούχων άρχισαν να κάνουν σαμποτάζ στη δουλεία τους. Ζητούσαν βδομάδα εργασίας 40 ωρών. Οι υφαντουργοί επίσης ζητούσαν αργία το Σάββατο και οι εργάτες ρούχων αργία στις καθιερωμένες τοπικές αργίες, καθώς επίσης και κατώτερο μισθό 1.500 δρχ. την εβδομάδα.

Ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς τους εργάτες δουλεύουν για τις πολυεθνικές εταιρίες (η Courtaylds και ΙCΙ έχουν επενδύσει στην Πορτογαλία). Οι εταιρίες αυτές φέρνουν από το εξωτερικό τις πρώτες ύλες, τις επεξεργάζονται στην Πορτογαλία λόγω των φτηνών εργατικών και μετά το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής το ξαναεξάγουν στην Ευρώπη. Οι εργάτες οργάνωσαν μεγάλες διαδηλώσεις στο Οπόρτο και στην υφαντουργική πόλη Κοβίλα.

Στις 25 του Ιούνη, πάνω από 3.000 εργάτες της Πορτογαλικής αεροπορικής Εταιρίας ΤΑΡ, περικύκλωσαν τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας και παγίδευσαν τους διευθυντές μέσα, ζητώντας την ικανοποίηση των μισθολογικών τους αιτημάτων που επί 15 μήνες ζητούσαν.

Για να εκτιμήσουμε το μέχρι που έχουν φτάσει οι εργατικοί αγώνες, πρέπει να σημειώσουμε ότι γύρω στις 300 επιχειρήσεις βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των εργατών.

 

Ο αγώνας για τον έλεγχο των Μέσων Επικοινωνίας

Μια από τις πιο αξιόλογες μάχες των εργατών, σημαντική από οικονομική, πολιτική αλλά και ιδεολογική σκοπιά, ήταν η μάχη για τον έλεγχο των μέσων επικοινωνίας.

Πρώτα ξεκίνησε η μάχη της Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο. Ξεκίνησε τον Απρίλη του 1974 αμέσως μετά το πρώτα πραξικόπημα και συνεχίστηκε για πέντε μήνες. Οι εργάτες πρόβαλαν στην διεύθυνση αιτήματα μισθών συνθηκών δουλείας, και πάνω από όλα, το διώξιμο των φασιστών υποστηρικτών του προηγουμένου καθεστώτος. Δημοσιογράφοι, τυπογράφοι και υπάλληλοι των γραφείων, συμφωνούσαν ομόφωνα. Η διοίκηση δέχτηκε να συζητήσει όλα τα αιτήματα τους εκτός από ένα: το αίτημα να διωχθεί ο διευθυντής Κάρλος Μασάντο, που κατηγορούνταν από τους εργάτες ότι ήταν αντιδραστικός, ανίκανος και εκμεταλλεύονταν σκληρά τους εργάτες.

Η άρνηση της διοίκησης να απόλυση τον Κάρλος Μασαντο, οδήγησε σε απεργία και κατάληψη της Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο. Στη διάρκεια της κατάληψης, οι εργάτες έβγαλαν απεργιακή εφημερίδα παρά τις προειδοποιήσεις του στρατού να μην το κάνουν. Αμέσως μετά την δημοσίευση της απεργιακής εφημερίδας, ο στρατός έκλεισε την Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο. Οργανώθηκαν πικετοφορίες και οι εργάτες βρήκαν διαφόρους τρόπους επικοινωνίας με το λαό. Με δημοσιές συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις, και με τη δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου της απεργίας, μάζευαν χρήματα. Η ενότητα τους και η ταξική τους συνείδηση παρακίνησε σε συμπαράσταση τους πολλά κομμάτια της εργατικής τάξης. Ανάμεσα στις εκδηλώσεις συμπαράστασης ήταν και μια εικοσιτετράωρη απεργία συμπαράστασης όλων των ημερήσιων εφημερίδων της Λισσαβόνας, εκτός της Ο Σέκουλο. Εργάτες από διαφορά εργοστάσια πρόσφεραν τους μισθούς μιας μέρας για τις ανάγκες της απεργίας, και αυτοί που εργάζονταν στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αφιέρωσαν χρόνο και χώρο για να πάρει δημοσιότητα ο αγώνας των απεργών.

Στις 29 του Αυγούστου ο στρατός κατέλαβε την Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο.

Η απεργία τελείωσε όταν στις 28 του Σεπτέμβρη, κατά την διάρκεια του αποτυχημένου δεξιού πραξικοπήματος, ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας που ήταν μπλεγμένος στην υπόθεση, έφυγε από τη χωρά. Τότε, οι εργάτες της εφημερίδας την κατέλαβαν.

Η δεύτερη μάχη για τα μέσα ενημέρωσης έγινε με την Ρεπούμπλικα. Η υπόθεση της Ρεπούμπλικα άρχισε στις αρχές του 1975 όταν οι τυπογράφοι άρχισαν να ανησυχούν για την πτώση των πωλήσεων της εφημερίδας. Φοβήθηκαν ότι θα γίνουν απολύσεις και ζήτησαν να συζητήσουν με τη διεύθυνση το θέμα της εξασφάλισης των δουλειών τους. Ζήτησαν να πληροφορηθούν για τη γενική κατάσταση, καθώς και για την πολιτική γραμμή της εφημερίδας.

Ο εκδότης Πάουλ Ρέγκο, αρνήθηκε την οποιαδήποτε κουβέντα πάνω στο θέμα. Αντίθετα, άρχισε τις απολύσεις των εργατών. Γύρω στους 17 δημοσιογράφους που με τον ένα η τον άλλο τρόπο ήταν σε αντίθεση με ότι γίνονταν, διώχτηκαν. Ο Πάουλ Ρέγκο είναι μια ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία. Είναι μια από τις ηγετικές μορφές του σοσιαλιστικού κόμματος. Ήταν υπουργός πληροφοριών στην κυβέρνηση του Σπινόλα και κατά την διάρκεια της θητείας του σταμάτησε την κυκλοφορία τεσσάρων εφημερίδων. Μια από αυτές ήταν και η Ρεπούμπλικα στην οποία έβαλε και πρόστιμο. Το λιγότερο που μπορούμε να πούμε για αυτόν, είναι ότι «δεν ήταν και πολύ δημοφιλής» ανάμεσα στους εργάτες.

Στην περίοδο που ο Ρέγκο ήταν εκδότης της, η εφημερίδα έκανε στροφή και από το να είναι μια ανεξάρτητη «εφημερίδα ειδήσεων» όπως ήταν γνωστή, έγινε μια εφημερίδα που προσέγγιζε πολύ στο ΣΚ. Έφτασε μάλιστα στο σημείο κατά την διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, να αποκλείει δηλώσεις από οποιοδήποτε άλλο πολιτικό οργανισμό, εκτός από το ΣΚ. Αν τύχαινε να τους δώσει χώρο, δεν ήταν πάνω από δυο γραμμές. Η αλαζονεία του Ρέγκο οδήγησε τους εργάτες στο να κατεβούν σε απεργία στις 2 του Μάη.

Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, οι εργάτες και η διεύθυνση έφτασαν σε κάποια συμφωνία στις 7 του Μάη. Περιείχε κατ απαίτηση των τυπογράφων, την ακόλουθη παράγραφο: «Η εφημερίδα δεν θα είναι κομματική, από την άποψη ότι δεν θα αντικατοπτρίζει την κυριαρχία κανενός κόμματος στις στήλες της. Όλα τα προοδευτικά κόμματα θα πρέπει να έχουν ίση μεταχείριση και η ειδησεογραφική τους κάλυψη θα γίνεται μονό με βάση την σημασία των γεγονότων που αφορούν το κάθε κόμμα».

Ο Ρέγκο καταπάτησε την συμφωνία. Όταν οι εργάτες απείλησαν να την καταλάβουν, ο Ρέγκο ζήτησε από το ΚΕΔ να την κλείσει.

Όταν η ΚΟΠΚΟΝ πήγε να του δώσει τα κλειδιά για να την ξανανοίξει, ο Ρέγκο τους ζήτησε να πάνε μαζί του για να τον βοηθήσουν να δίωξη καμιά δεκαπενταριά εργάτες, ένας αριθμός που έδειχνε ότι είχε σκοπό να απόλυση ολόκληρη την δεκαπενταμελή εργατική επιτροπή.

Ο ταγματάρχης της ΚΟΠΚΟΝ δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος να το κάνει. Κατέβηκε κάτω στα τυπογραφεία της Ρεπούμπλικα, αναζήτησε ένα μέλος της εργατικής επιτροπής που ανήκε στο ΣΚ και του έδωσε αυτουνού τα κλειδιά για να ξανανοίξει την εφημερίδα.

Όλη η καμπανιά του καπιταλιστικού τύπου που περιέγραφε την μάχη γύρω από το θέμα της Ρεπούμπλικα σαν διαμάχη του ΚΚΠ και του ΣΚ, είναι ένα μεγάλο ψέμα, κυριολεκτικά φούσκες. Στην πραγματικότητα, τα μελή του ΚΚΠ στην εργατική επιτροπή της Ρεπούμπλικα, είναι μειοψηφία, δυο στους δεκαπέντε. Η Ρεπούμπλικα στη γραμμή της γενικά, αντανακλά πιο πολύ τις απόψεις της «Επαναστατικής Αριστεράς» και πολύ συχνά κάνει κριτική στο ΚΚΠ.

Μια άλλη πολύ σημαντική μάχη για τα μέσα ενημέρωσης έγινε γύρω από την υπόθεση του «Ράδιο Ρενασένσα».

Ο ραδιοφωνικός σταθμός ήταν πάντα στα χεριά της καθολικής εκκλησίας. Ακόμη και μετά την πτώση του φασιστικού καθεστώτος, συνέχισε την πολύ δεξιά πολιτική του γραμμή. Για παράδειγμα, ο ραδιοσταθμός αρνήθηκε να ανακοίνωση τις δηλώσεις του Σοάρες και του Κουνιάλ σαν πάτησαν το πόδι τους στο αεροδρόμιο αμέσως μετά την αλλαγή. Στους επόμενους μήνες πολλές προστριβές έγιναν ανάμεσα στους εργάτες και την διεύθυνση του σταθμού, κυρίως εξ αίτιας των απολύσεων.

Στις 19 του Φλεβάρη του 1975, μια γενική απεργία άρχισε σε όλα τα παραρτήματα του ραδιοσταθμού. Αλλά όταν ξέσπασε το πραξικόπημα στις 11 του Μάρτη, οι εργάτες αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στη δουλεία και έβαλαν τον ραδιοσταθμό στην υπηρεσία της εργατικής τάξης.

Οι εργάτες περίμεναν πως αφού ο ιδιοκτήτης του σταθμού ήταν ένας από τους πιο αντιδραστικούς στην Πορτογαλία, θα μπορούσαν τώρα να κερδίσουν την υπόθεση τους. Αλλά αυτό δεν επρόκειτο να γίνει. Στις 14 του Μάρτη, η κυβέρνηση διόρισε μια μικτή επιτροπή για να διευθύνει τον ραδιοσταθμό. Στην επιτροπή ήταν ένας αντιπρόσωπος από το υπουργείο εργασίας, από την κυβέρνηση, τους τεχνικούς κλπ.

Οι εργάτες δεν ικανοποιήθηκαν καθόλου και στις 27 του Μάη κατέλαβαν τον σταθμό της Λισσαβόνας. Ο σταθμός του Οπόρτο παρέμεινε στα χεριά της ιεραρχίας της Καθολικής εκκλησίας.

Στις 17 του Ιούλη η κυβέρνηση ανακοίνωσε στους εργάτες πως ο ραδιοσταθμός θα γύριζε στα χεριά της εκκλησίας. Τότε οι εργάτες αρνήθηκαν να τον παραδώσουν. Τις επόμενες τρεις μέρες, ξέσπασαν πολλές μαζικές διαδηλώσεις σε υποστήριξη των εργατών του «Ράδιο Ρενασένσα».

Τότε το ανώτατο επαναστατικό συμβούλια του ΚΕΔ ακύρωσε την κυβερνητική απόφαση. Οι εργάτες ανέλαβαν πλήρη έλεγχο του σταθμού. Η ηγεσία τους ανήκε κατά πλειοψηφία στην Επαναστατική Αριστερά. Το πρόγραμμα, του σταθμού βγαίνει από γενική συνέλευση των εργαζομένων. Ανακοινώνονται τακτικά πληροφορίες από τους αγώνες που γίνονται σ όλο τον κόσμο. Για τους αγώνες που γίνονται στα εργοστάσια, στις εργατογειτονιές κλπ., δίνεται μια πλατεία ενημέρωση.

Την ιδεολογικοπολιτική σημασία του Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο, της Ρεπούμπλικα και του «Ράδιο Ρενασένσα», τη βλέπουν και οι δυο αντιμαχόμενες δυνάμεις, –τόσο η Επαναστατική Αριστερά όσο και η αντιδραστική αστική τάξη– σαν σύμβολα της δύναμης τους.

 

Ο αγώνας στις γειτονιές

Καθώς το εργοστάσια καταλαμβάνονταν το ένα μετά το άλλο από τους εργάτες και εκλέγονταν εργατικές επιτροπές για να τα διευθύνουν, άρχισαν να γίνονται εργατικές κινητοποιήσεις και στις γειτονίες, οπού οι εργάτες προσπάθησαν να πάρουν κάτω, από τον έλεγχο τους και άλλους τομείς που παίζουν σημαντικό ρολό στη ζωή τους, όπως η υγεία, οι συγκοινωνίες, η εκπαίδευση και το θέμα της στέγης.

Αμέσως μετά την αλλαγή της 25ης του Απρίλη, οι οικογένειες που ζούσαν στις παράγκες του Μπάιρο ντα Μποαβίστα στα περίχωρα της Λισσαβόνας, κατέλαβαν ένα οικοδομικό συγκρότημα που έμενε άδειο τα τελευταία τρία χρονιά. Αυτό το οικοδομικό συγκρότημα, καθώς και πολλά αλλά καινούργια συγκροτήματα στα περίχωρα της Λισσαβόνας, ήταν μέρος του σχεδίου κάποιου κερδοσκόπου που σκόπευε να στέγαση εκεί οικογένειες που ζούσαν στο κέντρο της πόλης, σε σπίτια με τεραστία κερδοσκοπική αξία. Αυτά τα σπίτια στο κέντρο της πόλης, θα γκρεμίζονταν και στη θέση τους θα κτίζονταν μέγαρα για να στεγάσουν κεντρικά γραφεία κάποιας τράπεζας, εταιρίας, η πολυτελή ξενοδοχεία.

Ένα στρατιωτικό απόσπασμα, που είχε ακόμη φρέσκες τις εμπειρίες των γεγονότων της 25ης του Απρίλη, παρατάχθηκε με διαταγή να τους πετάξει έξω και να τους εξαναγκάσει να γυρίσουν πάλι πίσω στις παράγκες. Ο αξιωματικός υπηρεσίας, ένα νεαρό μέλος του ΚΕΔ, αντιμετώπισε αποφασιστική αντίσταση από όλη την κοινότητα. Προσπαθώντας να εφαρμόσει το συνηθισμένο τρόπο που χρησιμοποιούσαν στους αποικιακούς πολέμους στην Αφρική, πήγε κατευθείαν εκεί που νόμιζε πως ήταν το ασθενέστερο σημείο: σε μια γρια χήρα, που μόλις πριν λίγο είχε μετακόμιση με τα έξη παιδιά της σε ένα διαμέρισμα με δυο δωμάτια, ηλεκτρικό, νερό και μπάνιο. Αυτή του απάντησε: «Καλύτερα να με σκοτώσεις τώρα, εδώ, παρά να φύγω. Σε όλη μου τη ζωή είχα για πάτωμα το χώμα. Τουλάχιστον να πεθάνω σε ένα κανονικό πάτωμα». Ο αξιωματικός κοντοστάθηκε για λίγο. Έξω οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που είχαν μαζευτεί για να αντισταθούν στην έξωση, μιλούσαν στους φαντάρους και τους έλεγαν: «Στις παράγκες που ζούσαμε μπορεί να βάλουν κάποτε και σας. Θυμηθείτε πως και εσείς είστε κομμάτι του εργαζομένου λαού. Γυρίστε τα όπλα εναντία στους κερδοσκόπους και όχι εναντία στ’ αδέλφια και στις αδελφές σας». Ο αξιωματικός κατάλαβε και παίρνοντας το απόσπασμα μαζί του, έφυγαν. Η κατάληψη είχε νομιμοποιηθεί από το ΚΕΔ.

Σε μια χωρά όπου πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε ερείπια η παράγκες, τα σπίτια που είναι ακατοίκητα δεν επιτρέπεται πια να μένουν άδεια. Καταλαμβάνονται αμέσως. Αριστερά κόμματα, συνδικάτα και συνελεύσεις των εργατογειτονιών, υποστηρίζουν το κίνημα της κατάληψης όπου εκατοντάδες σπίτια και αλλά οικοδομήματα που δεν κατοικούνται ή δεν χρησιμοποιούνται όπως θα ’πρεπε, καταλαμβάνονται και διαμορφώνονται σε παιδικούς σταθμούς, κέντρα αναψυχής, κλινικές, γηροκομεία, και σε ο,τι άλλο εξυπηρετεί τις ανάγκες κάθε εργατικής γειτονίας.

Στις 9 του Μάρτη, η γενική συνέλευση των επιτρόπων γειτονίας του Οπόρτο, αποφάσισε να καταλάβει ένα συγκρότημα τεσσάρων πολυκατοικιών που είχε 24 διαμερίσματα και ανήκε στο υπουργείο δικαιοσύνης. Το συγκρότημα είχε μείνει αχρησιμοποίητο για 15 χρονιά.

Στο Κάσκε, προάστιο της Λισσαβόνας, οι εργάτες της περιοχής κατέλαβαν μια αθλητική λέσχη της αριστοκρατίας και σχημάτισαν επιτροπή που θα αναλάμβανε να την μετατρέψει σε νηπιαγωγείο για να αφήνουν τα παιδιά τους οι εργαζόμενοι της περιοχής.

Στο Αρέιρας ντε Κιμά, στις 27 του Μάρτη, ένα τεράστιο μέγαρο που ανήκε σε κάποιο τσιφλικά που ζούσε στο εξωτερικό, καταλήφθηκε από τους κατοίκους της περιοχής. Σχημάτισαν μια επιτροπή που ανέλαβε να το μετατρέψει σε κλινική, νηπιαγωγείο, κινηματογράφο και πολιτιστικό κέντρο.

Στη Λισσαβόνα οι εργαζόμενοι του Πορτογαλικού Ινστιτούτου Ρευματολογίας, κατέλαβαν ένα κτίριο στο κέντρο της πόλης, άδειο επί εννιά χρονιά, και το μετέτρεψαν σε κέντρο για συστηματική θεραπεία της αρρώστιας που μέχρι σήμερα, η θεραπεία των αρρώστων ήταν ανεπαρκής στην Πορτογαλία.

Ένα άλλο άδειο κτίριο στη Λισσαβόνα, το ξενοδοχείο της «Φρανκφούρτης», που ήταν κυριολεκτικά ερείπιο και ακατοίκητο επί δυο χρονιά, ήταν ο στόχος των εργατοϋπαλλήλων της Λισσαβόνας, που τελικά το κατέλαβαν στις 7 του Απρίλη. Οι εργαζόμενοι οργάνωσαν ομάδες για να το καθαρίσουν, να το επισκευάσουν, και να το φυλάνε το βραδύ. Έβγαλαν μάλιστα και μια ανακοίνωση που εξηγούσε τους λογούς της κατάληψης. Σκόπευαν να φτιάξουν «νηπιαγωγείο, βιβλιοθήκη, καντίνα και δωμάτια οπού οι εργάτες θα μπορούσαν να μαζεύονται και να συζητούν, να διαβάζουν ή ο,τι άλλο, έτσι ώστε να συνειδητοποιούνται ταξικά και να διαμορφώνουν μια πιο σωστή πολιτική συνειδητοποίηση, αναπτύσσοντας το πνεύμα της συνεργασίας».

Στο Κορόιος, ένα άλλο ξενοδοχείο πολυτελείας κατελήφθη στις 7 του Μάρτη από κατοίκους της περιοχής. Ένα μέλος της επιτροπής που το κατέλαβε, δήλωσε: «Οι εργαζόμενοι θα αφιερώσουν τον χρόνο τους για να μετατρέψουν αυτό το ξενοδοχείο πολυτελείας των πλουσίων, σε ένα χώρο οπού οι εργάτες θα ξεκουράζονται, και θα διασκεδάζουν. Θα το μετατρέψουν σε μια καντίνα του εργαζομένου λαού, σε ένα κέντρο για τη φροντίδα των παιδιών, σε ένα κέντρο για τους ηλικιωμένους. Οι εργάτες θέλουν να δείξουν σ’ αυτούς που τους εκμεταλλεύονται, αλλά και να αποδείξουν και στους ίδιους τους εαυτούς τους, πως είναι ικανοί να λύσουν τα προβλήματα τους μονοί τους.»

Όχι μονό άδεια κτίρια, αλλά και διαφορές τοπικές υπηρεσίες, και κυρίως κλινικές και νοσοκομεία επιτάχτηκαν από τις επιτροπές των γειτονιών, που τώρα λειτουργούν σαν κέντρα υγείας για την κάλυψη των αναγκών των ανθρώπων της γειτονίας.

Μια ομάδα εργατών στην Μάφρα, απεφάσισε να καταλάβει ένα μεγάλο κτίριο γιατί είδαν πως είχαν την ανάγκη ενός χώρου όπου θα μπορούσαν να αφήνουν τα παιδιά τους την ήμερα, όσο αυτοί δούλευαν. Οι εργάτες μοίρασαν προκηρύξεις στον κόσμο οπού εξηγούσαν το σκοπό της κατάληψης και παρακινούσαν το λαό να πάρει μέρος στην κατάληψη και να βοηθήσει στη δημιουργία του νηπιαγωγείου.

Στην Ατζούντα, μια επιτροπή γειτονίας κατέλαβε ένα μέγαρο που ανήκε στην οικογένεια Ατζεβέντο ε Σίλβα, που είναι ιδιοκτήτες μια εταιρίας που παράγει ηλεκτρικά εξαρτήματα. Στα τελευταία πέντε χρονιά, μέρος του μεγάρου χρησιμοποιούνταν σαν αποθήκη της εταιρίας και το υπόλοιπο έμενε αχρησιμοποίητο. Τώρα το μέγαρο θα χρησιμοποιηθεί σαν νηπιαγωγείο για τα παιδιά των εργαζομένων της περιοχής. Οι εργάτες απαιτούν την άμεση απομάκρυνση όλων των υλικών που έχει ακόμα εκεί η εταιρία, και την απαλλοτρίωση του χωρίς αποζημίωση.

Οι κάτοικοι της Αλάντρα κατέλαβαν το μέγαρο ενός ντόπιου τσιφλικά καθώς και το οικόπεδα γύρω του, για να φτιάξουν νηπιαγωγείο και σχολείο που τους ήταν πολύ ανάγκη. Αμέσως φτιάχτηκε μια επιτροπή από εθελοντές που ανέλαβε τη λειτουργία του νηπιαγωγείου και ήδη φροντίζει 57 παιδιά. (Our Common Stugle, Νο8, 1975).

 

Τα εργατικά κόμματα

 

Το Κομμουνιστικό Κόμμα υποστηρίζει την κυβέρνηση Σπινόλα

Αμέσως μετά την 25η του Απρίλη, το ΚΚΠ μπήκε στην κυβέρνηση του Σπινόλα. Η κυβέρνηση σχηματίστηκε κάτω από την προεδρία του Πάλμα Κάρλος, ενός συντηρητικού καθηγητή της νομικής που ήταν νομικός σύμβουλος σε πολλές μεγάλες Πορτογαλικές εταιρίες. Η κυβέρνηση συνασπισμού ήταν ένα συνοθύλευμα από τις πιο αντιφατικές πολιτικές δυνάμεις όπως το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα, κόμμα στην υπηρεσία της μεγαλοαστικής τάξης, με δυο κομμουνιστές υπουργούς και τέσσερις σοσιαλιστές. Το υπουργείο εργασίας το ανέλαβε το ΚΚΠ. Για να ανταποδώσουν την ευγνωμοσύνη τους για τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση, οι ηγέτες του ΚΚΠ διακήρυτταν πως με κανένα τρόπο δεν θα πρέπει να παρθούν μετρά που θα μπορούσαν να διαταράξουν τον Πορτογαλικό καπιταλισμό.

Πρώτα απ όλα, στο άμεσο μέλλον η Πορτογαλία δεν θα μπορούσε και δεν θα ’πρεπε να πάει πιο πέρα από τα όρια που βάζει ο καπιταλισμός – έτσι διακήρυχνε ο Αλβάρο Κουνιάλ, γενικός γραμματέας του ΚΚΠ σε ένα λόγο του τον Ιούνη του 1974. «Είναι αναγκαίο, μια για πάντα να εγκαταλείψουμε κάθε αντίληψη πως στην Πορτογαλία υπάρχει μια λαϊκή κυβέρνηση που να είναι σε θέση να κάνει βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Επίσης δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες πως στις σημερινές συνθήκες οι εργάτες μπορούν να πιέσουν για τέτοιου είδους αλλαγές. Η κυβέρνηση σχηματίστηκε με τον συνασπισμό ενός πλατιού φάσματος κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που το πρόγραμμα τους, το πρόγραμμα του Κινήματος Ένοπλων Δυνάμεων, δεν προβλέπει βαθιές μεταρρυθμίσεις της κοινωνικοοικονομικής δομής. Αυτό είναι το πρώτο σημείο. Ένα άλλο σημείο που πρέπει να έχουμε υπ όψη μας είναι ότι το ίδιο το πρόγραμμα της αντιμονοπωλιακής στρατηγικής υπονοεί την χρησιμοποίηση εκτάκτων μέτρων. Αυτά τα μετρά μπορούν εύκολα να εφαρμοσθούν χωρίς να αλλάξουμε την σημερινή μορφή της Πορτογαλικής κοινωνίας. Έχει γίνει μικρή πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση. Πρέπει να προχωρήσουμε προς την ίδια κατεύθυνση.» (Α. Κουνιάλ, Pela Rvolucao Cemoctatica e Nacional, Lisbon 1975, pp 211–2).

Και πρόσθεσε παρακάτω: «Στις σημερινές πολιτικές συνθήκες οι απαιτήσεις που προβάλουν οι εργάτες πρέπει να είναι ρεαλιστικές, δεν πρέπει να είναι σε ένα επίπεδο που να μην αντέχουν οι βιομηχανίες ή η εθνική οικονομία... υπάρχουν μερικοί ιδιοκτήτες που δημαγωγικά ισχυρίζονται πως είναι διατεθειμένοι να δώσουν οτιδήποτε που ζητήσουν οι εργάτες (ακόμη και αν δεν ζητούν τίποτα). Παρακινούν τους εργάτες να απεργήσουν και γρήγορα προσπαθούν να φορτώσουν αυτά τα βάρη στην πλάτη του κράτους ή των καταναλωτών οδηγώντας έτσι τη χώρα πίσω στον φαύλο κύκλο του πληθωρισμού που τόσο πολύ γνωρίσαμε στις μέρες του φασισμού... Οι εργάτες δεν θα υποστηρίξουν απεργίες που ενθαρρύνονται ή υποστηρίζονται από τα αφεντικά που κάνουν τάχατε τους γενναιόδωρους. Οι εργάτες δεν θα βγάλουν το φίδι από την τρυπά προς όφελος των εκμεταλλευτών τους. Οι εργάτες δεν θα πρέπει να πέσουν θύματα του φασισμού και της αντίδρασης. Οι εργάτες πρέπει να δείξουν ότι καταλαβαίνουν πως στις τωρινές περιστάσεις, η απεργία (που είναι σίγουρα νομικά κατοχυρωμένη και αναφαίρετο δικαίωμα στη μάχη για την επίτευξη διαφορών στόχων), πρέπει να χρησιμοποιηθεί μονό σαν τελευταίο μέσο όταν όλα τα αλλά μέσα έχουν αποτύχει». (Στο ίδιο βιβλίο, σελ. 210)

Αιτήματα για υπέρογκες αυξήσεις στους μισθούς είναι «αντεπαναστατικό» δήλωσε. «Ένα τυπικό παράδειγμα αντεπαναστατικής δράσης είναι η πρόσφατη υποκίνηση απεργιών από την διαχείριση των μεγάλων εταιριών και από τους εκπροσώπους της παλιάς κυβέρνησης στις δημοσιές υπηρεσίες. Αυτοί οι άνθρωπο που τόσα χρονιά ζούσαν από την εκμετάλλευση των εργατών, ξαφνικά “υπερασπίζονται” τους εργάτες, παραχωρώντας αυξήσεις και μισθούς πολύ υψηλότερους από εκείνους που απαιτούν τα συνδικάτα, αυξήσεις που με κανένα τρόπο δεν μπορούν να ικανοποιηθούν στην κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα. Παρακινούν τους εργάτες να απεργούν και να μάχονται εναντία στην κυβέρνηση.

Βλέπουμε εδώ ακριβώς σε τι αποσκοπεί η οργανωμένη επίθεση. Αποβλέπει μόνο στο να δημιουργήσει ένα κλίμα ανασφάλειας στην κοινωνία, έτσι ώστε να παράλυσει στην κυριολεξία τις μεταφορές, να εμποδίσει τη διανομή των βασικών αγαθών, να διαταράξει την οικονομία, να καταστρέψει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, να δημιουργήσει ανησυχία στον κόσμο και να ενθαρρύνει την σύγκρουση ανάμεσα στις μάζες και στις ένοπλες δυνάμεις.

Η μεγάλη πλειοψηφία από τους εργοδότες είναι σίγουρα σε θέση να ικανοποιήσουν όχι βεβαία όλες τις “μη ρεαλιστικές” απαιτήσεις που μερικοί δημαγωγοί κάνουν τους εργάτες να ζητούν, αλλά τις πραγματικά αναγκαίες αυξήσεις μισθών και τις άλλες σημαντικές και δίκαιες διεκδικήσεις». (Στο ίδιο βιβλίο, σελ. 213).

Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι σε πιο δύσκολη θέση να δώσουν αυξήσεις, έτσι οι εργάτες θα πρέπει να δείξουν εγκράτεια όταν προβάλουν τέτοιες απαιτήσεις σ αυτές: «...εκείνοι που μπορούν, πρέπει να πληρώνουν παραπάνω, και εκείνοι με τις μικρότερες δυνατότητες πρέπει να πληρώνουν λιγότερο». (Στο ίδιο βιβλίο)

Και, δικαιολογημένα, φτάνει μέχρι το σημείο να πει: «Οι εχθροί μας ισχυρίζονται πως οι κομμουνιστές απειλούν τις μικρές επιχειρήσεις... Η αλήθεια είναι πως οι κομμουνιστές υπερασπίζονται, όχι μονό τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και της αγροτιάς, αλλά όλων των τάξεων και των μεσαίων στρωμάτων. Μικροί κτηματίες, μικροί βιομήχανοι, μικροί επιχειρηματίες – όλοι αυτοί μπορούν να βλέπουν εμάς τους κομμουνιστές σαν τους πραγματικούς προασπιστές των νομίμων συμφερόντων τους». (Στο ίδιο βιβλίο).

Η ίδια γραμμή αντίθεσης στις «υπερβολικές» αξιώσεις των εργατών προωθήθηκε και από την Ιντερσίντικαλ που επηρεάζεται παρά πολύ από το ΚΚΠ. Ο Αντέρο Μαρτίνς, εκπρόσωπος του συνδικάτου τραπεζιτικών υπαλλήλων, έκφραζε την άποψη της πλειοψηφίας της Ιντερσίντικαλ λέγοντας: «Στις περισσότερες περιπτώσεις η Ιντερσίντικαλ παίρνει μέτρα με σκοπό να αποφύγει την περίπτωση όπου μεγάλες ομάδες από εργάτες κατεβαίνουν σε απεργία, ενώ στις περιπτώσεις όπου ήδη έχουν κατεβεί σε απεργία, συζητά το πρόβλημα μαζί τους και με κάθε τρόπο τους παροτρύνει να γυρίσουν πίσω στη δουλεία».

Τέτοιες απόψεις φυσικά δεν περιορίζονταν στα λόγια. Επανειλημμένως μεταφράστηκαν σε πράξεις. Όταν οι πρώτες μεγάλες απεργίες άρχισαν μετά τις 25 του Απρίλη, το ΚΚΠ έβαλε όλα του τα δυνατά για να τις σταματήσει.

Στις βδομάδες που ακολούθησαν κάθε μεγάλη βιομηχανία χτυπήθηκε από απεργίες και καταλήψεις. Το ΚΚΠ όχι μονό διέταζε τους δικούς του συνδικαλιστές να υποστηρίζουν απόψεις εναντία στις απεργίες, αλλά προχώρησε και μέχρι το σημείο να διαδίδει συκοφαντίες. Ισχυρίζονταν πως η απεργία των αρτεργατών και των εργατών μεταφορών στην Λισσαβόνα ήταν δημιούργημα των «φασιστών». Όταν 35.000 ταχυδρομικοί (το 97% του συνολικού δυναμικού) απεργούσαν, το ΚΚΠ ισχυρίζονταν πως οι δεξιοί για μια ακόμη φορά ήταν πίσω από την απεργία και πως η επιτροπή που διηύθυνε την απεργία δεν ήταν αντιπροσωπευτική. Υποστήριξε το μέτρο να χρησιμοποιηθεί ο στρατός για το σπάσιμο της απεργίας και οργάνωσε συγκεντρώσεις στους δρόμους και διαδηλώσεις έξω από τα ταχυδρομεία εναντία στους απεργούς.

Ο Κουνιάλ δήλωνε: «Η απεργία των ταχυδρομικών (CΤΤ) είναι ένα παράδειγμα απεργίας που δεν θα έπρεπε ούτε να ξεκινήσει αλλά ούτε και να πραγματοποιηθεί. Είναι ένα παράδειγμα απεργίας που όχι μονό είναι άχρηστη, αλλά ζημιώνει τους εργαζομένους. Πρώτα και κυρία, μερικά από τα αιτήματα, όπως η εβδομάδα 35 ωρών είναι εξωπραγματικά, δημαγωγία που από οικονομική σκοπιά με κανένα τρόπο δεν μπορούν να υποστηριχτούν. Οι συζητήσεις όμως προχωρούν. Η απεργία με κανένα τρόπο δεν ήταν δικαιολογημένη. Είναι ξεκάθαρο πως εκείνοι που την προκάλεσαν δεν σκόπευαν σε μια βελτίωση των συνθηκών δουλείας των εργατών... Ο σκοπός αυτών των ανθρώπων δεν ήταν η βελτίωση του βιοτικού επίπεδου. Ο σκοπός τους ήταν να παραλύσουν μια υπηρεσία ουσιαστική για τη ζωή της χωράς, να διαταράξουν την οικονομική και κοινωνική ζωή και να στρέψουν τους εργάτες εναντία στην κυβέρνηση.» (Στο ίδιο βιβλίο, σελ. 210–211)

Μα είναι ποτέ δυνατόν το αίτημα για βδομάδα 35 ωρών να είναι ανεδαφικό τη στιγμή που η μαζική ανεργία μαστίζει την Πορτογαλία;

Υπερβολικές απαιτήσεις για αυξήσεις απειλούν το εθνικό συμφέρον και την Πορτογαλία, σύμφωνα με τον Κουνιάλ. «Αυτά τα γεγονότα δείχνουν πως στον αγώνα για το τέλειο ξερίζωμα του φασισμού και την προάσπιση της ελευθερίας, ανοίγεται νέο μέτωπο όπου συμμετέχει όλος ο λαός: Το μέτωπο οπού δίνεται ο αγώνας για να εμποδισθεί η διάλυση της οικονομίας και η βαθιά οικονομική κρίση».

«Μια σοβαρή οικονομική κρίση που θα κτυπάει πλατεία στρώματα του πληθυσμού και που θα σημαίνει όξυνση της κοινωνικής διαμάχης, δεν θα φέρει μαζί της μονό ένα κύμα ανεργίας και νέα σοβαρά οικονομικά προβλήματα για τους εργάτες, αλλά και θα προετοιμάσει το έδαφος για την αντεπανάσταση.

Για την άμυνα των εργατικών συμφερόντων, την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος, την ελευθερία και τη δημοκρατία, το ζωτικό συμφέρον του Πορτογαλικού λαού είναι να αποφύγει μια τέτοια κρίση και να κάνει ότι μπορεί για να την ξεπεράσει». (Στο ίδιο βιβλίο)

Ο Χάρολντ Ουίλσον πολύ δύσκολα θα μπορούσε να τα πει καλύτερα. Όλα αυτά έδωσαν ένα καλό μάθημα στους ταχυδρομικούς. Όταν τον Σεπτέμβρη η κυβέρνηση που υποστηρίζονταν ακόμη πίστα από το κομμουνιστικό κόμμα έβγαλε ανακοίνωση που καλούσε για μια «Μέρα εθελοντικής εργασίας» για την διάσωση της εθνικής (διάβαζε καπιταλιστικής) οικονομίας, η ηγεσία του συνδικάτου των ταχυδρομικών έβγαλε την ακόλουθη ανακοίνωση:

«Το CΡS (Επιτροπή για την οργάνωση στα Συνδικάτα) πιστεύει πως οι αγώνες των σκληρά εργαζομένων μαζών, με πρωτοπορία πάντα το προλεταριάτο, πρέπει να συνεχισθούν. Γι αυτό, καλούμε όλους τους ταχυδρομικούς να πάνε στους τόπους της δουλείας τους εκείνη την ήμερα. Το CΡS τονίζει πως το να πάρει κάποιος μέρος σ’ αυτή την ήμερα εργασίας είναι εντελώς εθελοντικό και οι εργάτες πρέπει να πάρουν απόφαση σύμφωνα με την επαναστατική τους συνείδηση. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη μέρα για την ανύψωση της συνείδησης, τη βελτίωση της οργάνωσης και για να επιταχύνουμε τον αγώνα που έχουμε ήδη αρχίσει για την κάθαρση της διοίκησης που ήταν συνδεδεμένη με το παλιό καθεστώς, για το κέρδισμα υψηλότερου βιοτικού επίπεδου και για το χτίσιμο του συνδικάτου μας... Το CΡS προτείνει: το ημερομίσθιο που θα ζητηθεί γι αυτή την Κυριακή να είναι το ίδιο όπως και για τις άλλες μέρες της εβδομάδας, εφόσον αυτή η εργασία είναι εθελοντική.

Το CΡS προτείνει αυτά τα χρήματα που θα πάρουμε για την παραπάνω μέρα δουλείας να πάνε στο ταμείο του συνδικάτου για υποστήριξη των εργατών που απολύθηκαν και για συντρόφους που απεργούν. Συμβουλεύουμε αυτούς που ενδιαφέρονται, πως τέτοιου είδους συνεισφορές θα είναι πάλι εθελοντικές.

Όπως όλοι ξέρουμε, δεν είμαστε συνηθισμένοι να δουλεύουμε Κυριακές, έτσι θα ήταν φυσικό να βγει λιγότερη δουλειά. Το CΡS λοιπόν, καλεί να χρησιμοποιήσουμε τα διαλείμματα και τις περιόδους ξεκούρασης για συζήτηση της σημερινής κρίσης, και να αυξήσουμε την επαγρύπνηση μας και τον αγώνα κατά του φασισμού και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ας μετατρέψουμε αυτή την Κυριακή δουλειάς σε μέρα αγώνα για κάθαρση της διοίκησης, για το χτίσιμο μαζικών συνδικάτων, για αγώνα εναντία στον φασισμό και την καπιταλιστική εκμετάλλευση». (Our Common Stugle, Νο, 3, November 1974). Φυσικά η ιδέα πως η ήμερα εργασίας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για καλύτερη οργάνωση των συνδικάτων, ότι θα πληρώνονταν με το βασικό ημερομίσθιο και πως θα ήταν απίθανο να δουλέψουν τόσο πολύ όσο τις κανονικές μέρες της εβδομάδας, με κανένα τρόπο δεν ήταν αυτό που είχε στο μυαλό της η κυβέρνηση (Our Common Stugle, Νο 3, Νον. 1974).

 

Το Εργατικό Νομοδιάταγμα

Η ηγεσία του ΚΚΠ υποστήριζε το εργατικό νομοδιάταγμα που έφτιαξε η κυβέρνηση του Σπινόλα. Παρά το γεγονός ότι ο νομός νομιμοποιούσε για πρώτη φορά μετά από 40 χρονιά την απεργία, στην πραγματικότητα έβαζε τέτοιους περιορισμούς που ήταν πιο αυστηροί από την «εργατική νομοθεσία» που ψήφισαν οι Τόρυδες στην Αγγλία όταν ήταν στη κυβέρνηση.

Τα δυο πρώτα άρθρα στο Νομοδιάταγμα εξασφάλιζαν στους Πορτογάλους εργάτες το δικαίωμα να απεργούν μονό σαν αρχή και περιέγραφε την απεργία ως εξής: «...σαν τη συλλογική αλληλεγγύη των εργατών για να προασπίσουν και να προάγουν τα συλλογικά τους επαγγελματικά ενδιαφέροντα».

Έχοντας έτσι κατοχυρώσει τα δικαιώματα των εργατών, ο νομός συνέχιζε με αλλά 29 άρθρα, γεμάτα από συνθήκες, περιορισμούς και εξαιρέσεις που κυριολεκτικά αναιρούσαν όλα τα προηγούμενα δικαιώματα. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένας νομός που σκοπό είχε να αναχαιτίζει και να καταπιέζει τους αγώνες της εργατικής τάξης κάθε στιγμή. Πρώτα και κυρία, εξαιρούνταν οι εξής από το δικαίωμα της απεργίας: Ο στρατός, η αστυνομία, οι δικαστικοί, οι αξιωματικοί των φυλακών και οι πυροσβέστες. Φτιάχτηκε δε ένας ειδικός νομός που καταπιάνονταν ειδικά με τα δικαιώματα των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων στα κρατικά ιδρύματα.

Κατά δεύτερο λόγο τα είδη των απεργιών που επιτρέπονταν κάτω από αυτό το νομό ήταν τρομερά περιορισμένα. Ήταν παράνομο να απεργείς με «πολιτικά κίνητρα». Ήταν παράνομο να απεργείς σε συμπαράσταση με τους εργάτες ενός άλλου εργοστασίου. Μεμονωμένες απεργίες από ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού μιας εταιρίας ήταν παράνομες, καθώς επίσης παράνομη ήταν και η κατάληψη των εργοστασίων ή των χωρών δουλειάς από τους απεργούς. Η μονή μορφή αλυσίδας που επιτρέπονταν ήταν μόνο έξω από τόπους δουλείας για να εμποδιστή η εταιρία να προσλάβει απεργοσπάστες. Οι απεργίες που γίνονταν ενώ δεν είχε ακόμη εξαντληθεί ο χρόνος από την προηγουμένη συλλογική σύμβαση, ήταν παράνομες. Αυτό σήμαινε πως αν οι εργάτες υπέγραφαν μια σύμβαση για τους μισθούς με την διεύθυνση της εταιρίας για δυο χρονιά π.χ., βρίσκονταν κυριολεκτικά με δεμένα τα χεριά μέχρις ότου λήξη η σύμβαση. Στο μεταξύ, ο πληθωρισμός θα τους κατάτρωγε τα μεροκάματα.

Έμειναν όμως μερικά παραθυράκια όπου η απεργία ήταν νόμιμη, και γι’ αυτό ο κύριος όγκος της νομοθεσίας αφιερώθηκε στο να δημιουργήσει περίπλοκες νομικές διαδικασίες και περιορισμούς στις πράξεις των απεργών ώστε κάθε απεργία σήμαινε για τους εργάτες ακροβασία πάνω σε λεπτό σκοινί με ένα τεράστιο κενό από κάτω τους, την παρανομία. Καμιά απεργία δεν επιτρέπονταν πριν την παρέλευση 30 ήμερων συζήτησης με την διεύθυνση, και ο χρόνος μετρούσε από την ήμερα που οι εργάτες παρουσίαζαν γραπτώς τα αιτήματα τους στην διεύθυνση. Επιπλέον χρειάζονταν άλλες επτά μέρες για να ειδοποιηθεί ο διευθυντής και το υπουργείο εργασίας. Η απεργία απαγορεύονταν αν τα αιτήματα των εργατών είχαν ικανοποιηθεί είτε στο σύνολο τους είτε «σε ένα σημαντικό βαθμό», και κριτής αυτού του τελευταίου που ήταν εντελώς αυθαίρετο, φυσικά ορίζονταν το υπουργείο εργασίας.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό αυτού του νόμου ήταν η προσπάθεια του να γραφειοκρατηκοποιήσει τη δράση των ίδιων των εργατών. Μια απεργία ήταν νόμιμη μόνον όταν διεξάγονταν μέσω ενός επίσημου συνδικάτου ή συνδικάτων που αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία των εργατών στο εργοστάσιο. Έκτος από αυτό, μια απεργιακή επιτροπή έπρεπε να εκλεγεί και τα στοιχεία των μελών της έπρεπε να ανακοινωθούν στην διεύθυνση και στο υπουργείο εργασίας. Μια επιτροπή από την στιγμή που εξελέγονταν δεν μπορούσε να αλλάξει για τους επόμενους έξι μήνες. Το πάρσιμο της απόφασης για απεργία θα έπρεπε να έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργατών μέσα στο εργοστάσιο και οι απόντες κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας υπολογίζονταν σαν να ψήφιζαν εναντία στην απεργία.

Σύμφωνα με αυτόν το νομό, απαγορεύτηκε στους ιδιοκτήτες το λοκ–άουτ σαν παράνομο, αλλά στο μέρος αυτό της νομοθεσίας υπάρχουν χίλια παραθυράκια. Έτσι τα λοκ–άουτ επιτρέπονταν αν οι εργάτες προσπαθούσαν να καταλάβουν το εργοστάσιο, αν κατέστρεφαν προϊόντα ή μηχανήματα, αν παρέβαιναν οποιαδήποτε υποσημείωση του εργατικού νομού, ή αν για οποιοδήποτε τεχνικό λόγο δεν ήταν πρακτικό να κρατήσουν το εργοστάσιο ανοικτό. Όλες αυτές οι υποσημειώσεις ήταν τόσο αόριστες, σκόπιμα φτιαγμένες έτσι, για να βοηθήσουν την διεύθυνση της κάθε εταιρίας στις μανούβρες της. Αλλά το δυνατό χαρτί σ όλο αυτό το παιχνίδι το έχει η κυβέρνηση που έχει κρατήσει για τον εαυτό της το δικαίωμα να παρεμβαίνει για να σπάζει απεργίες αν κατά την γνώμη της η απεργία είναι «εναντία στα εθνικά συμφέροντα».

Ο νόμος επιφύλασσε ποινές με βαρεία πρόστιμα για κάθε παράβαση της καθορισμένης διαδικασίας και στη περίπτωση βίας κατά τη διάρκεια της απεργίας, φυλάκιση μέχρι 6 μήνες. (Our Common Stugle, No 2, Oct. 1974).

Στην πραγματικότητα όμως η δύναμη της εργατικής τάξης ήταν τέτοια που ο νόμος έμεινε τελικά στα χαρτιά.

Τον Αύγουστο του 1974, οι εργάτες της ΤΑΡ, των Πορτογαλικών Αεροπορικών Γραμμών, εκείνη την εποχή ένα από τα πιο οργανωμένα και συνειδητοποιημένα κομμάτια της εργατικής τάξης, είχαν αρχίσει αγώνα εναντία στην διεύθυνση που ανάγκασε την κυβέρνηση να προσπαθήσει να ελέγξει την απεργία. Ο στρατός στάλθηκε για να επιβάλει το νόμο με συλλήψεις και απολύσεις των πρωτοπόρων εργατών

Οι εργάτες της ΤΑΡ σύντομα έβγαλαν τα συμπεράσματα τους από τον αγώνα. Σε μια προκήρυξη που κυκλοφορήσαν στις 25 του Αυγούστου του 1974, αναρωτιόνταν: «Τι είδους κυβέρνηση είναι αυτή που φτιάχνει νομούς εναντία στους εργάτες και δεν καταργεί τους φασιστικούς νομούς;»

«Τι είδους κυβέρνηση είναι αυτή που καταπιέζει τους εργάτες που μάχονται για τα δίκαια αιτήματα τους και που επιτρέπει στους χαφιέδες της ΡΙDΕ και στους περιβόητους αντιδραστικούς να παραμένουν στην ουσία στις θέσεις τους; Επιτελούς τι είδους κυβέρνηση είναι αυτή που τοποθετεί στην ΤΑΡ ένα λακέ των Τσαμπαλιμάουντ (ένα τεράστιο Πορτογαλικό μονοπώλιο) που με την κάθαρση της Σιντερούγια (εθνικής χαλυβουργίας) τον πέταξαν έξω τη στιγμή που εμείς εδώ αγωνιζόμαστε για κάθαρση;

Αυτή η κυβέρνηση δεν είναι στο πλευρό μας. Είναι μια κυβέρνηση που ταυτίζεται με τα αφεντικά. Για μας τους εργάτες επιφυλάσσει απολύσεις, αύξηση του κόστους ζωής και καταπίεση. Για τα αφεντικά εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις ώστε να μας εκμεταλλεύονται καλύτερα.» (Joanna Rollo, International Socialism, April 1975).

Μετά το Σεπτέμβρη του 1974, οι εργάτες της ΤΑΡ έπαψαν να είναι οι πιο μαχητικοί για παρά πολλούς λογούς. Ένας λόγος είναι ότι οι εργάτες της ΤΑΡ πληρώνονται καλά, ένας δεύτερος λόγος, ότι η διεύθυνση μετά από κάμποσες απεργίες, κατόρθωσε να διάσπαση την ενότητα των εργαζομένων, μεταξύ των υπαλλήλων και των εργατών. Οι υπάλληλοι είναι η πλειοψηφία του προσωπικού της ΤΑΡ και βρίσκονται κάτω από την επιρροή του ΣΚ.

Παρόμοια, 4.000 εργάτες των ναυπηγείων του Λισνάβε οργάνωσαν απεργία για ένα απόγευμα και βάδισαν προς το Υπουργείο εργασίας. Στη διαδήλωση, οι εργάτες φορούσαν τις μπλε φόρμες τους και τα χρωματιστά τους κράνη. Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε η πειθαρχία τους, η οργάνωση τους και η ενότητα τους στη διάρκεια της διαδήλωσης. Στην πορεία τους ενώθηκε και μια μεγάλη αντιπροσωπεία από τους εργαζομένους των ταχυδρομείων και εκατοντάδες άλλων που έτρεξαν σε συμπαράσταση. Σ’ όλη τη διάρκεια της η διαδήλωση χειροκροτούνταν από τον κόσμο που είχε μαζευτεί απ οπού περνούσαν. Η διαδήλωση άρχιζε με ένα μεγάλο πάνω που έγραφε «ΚΑΤΩ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ». Ένα άλλο βασικό σύνθημα της διαδήλωσης ήταν «ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ, ΝΑΙ – ΛΟΚ–ΑΟΥΤ, ΟΧΙ». Έτσι ο πρόσφατος αντιαπεργιακός νόμος έγινε ο πρωταρχικός στόχος των διαδηλωτών.

Οι εργάτες αγνόησαν εντελώς την απαγόρευση της διαδήλωσης που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση και το ΚΕΔ την προηγουμένη μέρα, όπως επίσης αγνόησαν και την επίδειξη δυνάμεως του στρατού που κατέβασε εκατοντάδες στρατιώτες και τεθωρακισμένα οχήματα στους δρόμους που απέκλεισαν κυριολεκτικά την περιοχή γύρω από το υπουργείο εργασίας. Το πρώτο κομμάτι της διαδήλωσης σταματήθηκε για μίση περίπου ώρα από ένα παρατεταγμένο τμήμα της ΚΟΠΚΟΝ κατά μήκος του δρόμου. Οι εργάτες απευθύνθηκαν άμεσα στους φαντάρους αγνοώντας την ύπαρξη των αξιωματικών. Τους εξήγησαν την αντεργατική φύση του νόμου περί απεργίας. Απευθυνόμενοι στους φαντάρους, τους λέγαν πως «...είναι παιδιά εργατών, αδέλφια εργατών και μελλοντικοί εργάτες...» Μερικοί από τους φαντάρους ξέσπασαν σε κλάματα. Όταν οι αξιωματικοί είδαν πως έχαναν τον έλεγχο των φαντάρων, αναγκάστηκαν να αφήσουν την πορεία να περάσει. (Our Common Stugle, No 2, Oct. 1974).

 

Ο νόμος για τον καθορισμό των κατώτατων ημερομισθίων

Κατά τους τελευταίους μήνες του φασιστικού καθεστώτος, έγιναν παρά πολλές απεργίες. Στην PLESSEY, STANDARD, GRUNDING, GENERAL INSTRUMENTS, LUSITANIA, BRITISH LEYLANDS, SIGNETICS, ITT, FABRICA DE LEINAS UNIAO, FABRICA LEAO, και πολλές άλλες. Ο στόχος της Ιντερσίντικαλ που ήταν κάτω από τον έλεγχο του ΚΚΠ, ήταν οι 7.000 δρχ. Το μήνα που ήταν και η βασική απαίτηση στους περισσοτέρους αγώνες που γίνονταν.

Η κυβέρνηση που σχηματίσθηκε μετά την αλλαγή, καθόρισε με νόμο το κατώτερο όριο μισθών σε όλη τη χωρά στις 4.000 δρχ. το μήνα. Αυτός ο νόμος δεν κάλυπτε τους αγρεργάτες τους οικιακούς βοηθούς και οποιονδήποτε που δούλευε σε επιχείρηση με λιγότερο από πέντε εργάτες.

Οι ηγέτες του ΚΚΠ δήλωσαν την υποστήριξη τους σ’ αυτόν τον νόμο και αποκήρυξαν την απαίτηση για κατώτερο όριο τις 7.000 δρχ. τον μήνα, σαν μη ρεαλιστική απαίτηση. Παράλληλα αρνήθηκαν την υποστήριξη τους στις πολυάριθμες απεργίες που είχαν τις 7.000 δρχ. σαν κεντρικό τους αίτημα. Και αυτό παρά το γεγονός ότι από το 1973 που η Ιντερσίντικαλ για πρώτη φορά πρόβαλε το αίτημα για κατώτερο όριο μισθών τις 7.000 δρχ, το κόστος ζωής αυξήθηκε κατά 50%.

 

Ο γραφειοκρατικός έλεγχος του Κομμουνιστικού Κόμματος στα εργατικά συνδικάτα

Για να μπορεί ο Σαλαζάρ να ελέγχει τους εργάτες, είχε φτιάξει με τέτοιο τρόπο τα συνδικάτα ώστε οι εργάτες ήταν χωρισμένοι σε μικρές ομάδες. Τα σωματεία και τα συνδικάτα σχημάτιζαν οριζόντιες δομές, οργανωμένα στη βάση επαγγέλματος/ειδικότητας. Έτσι ένας χείριστης μηχανών ανήκε στο συνδικάτο των μεταλλουργών, ακόμη και αν δούλευε σε ζυθοποιείο, σε εργοστάσιο αυτοκίνητων ή σε αεροδρόμιο. Αυτά τα σωματεία ήταν επίσης χωρισμένα ανάλογα με το φύλο – ράπτες και μοδίστρες ανήκαν σε διαφορετικά σωματεία. Υπήρχαν πάνω από 400 συνδικάτα στη Πορτογαλία όταν έγινε το πραξικόπημα. Σε μερικά εργοστάσια υπήρχαν 30–40. Στη CUF υπήρχαν 100 σωματεία. Στα ναυπηγεία της Λισνάβε υπήρχαν 24 χωριστά σωματεία τεχνιτών οπού περισσότεροι από 7.000 εργάτες ναυπηγείων ήταν μελή τους.

Περίπου 2 εκατομμύρια εργάτες ήταν διεσπαρμένοι σ’ αυτά τα σωματεία. Το 1969, 80% από τα συνδικάτα είχαν κατά μέσο ορό κάτω από 1.616 μελή και μονό 8 συνδικάτα είχαν περισσότερα από 20.000 μελή. Μερικοί απ αυτούς ήταν συνασπισμένοι στα συνδικάτα σε τοπική βάση, όπως παραδείγματος χάριν το σωματείο των ηλεκτρολόγων του νότου.

Το ΚΚΠ που έλεγχε την Ιντερσίντικαλ μετά την 27η Απριλίου, δεν κατέστρεψε τη δομή που είχαν, αλλά την κράτησε όπως ήταν.

Τα συνδικάτα υποφέρουν ακόμα από τον κατατεμαχισμό που είχε επιβάλει το φασιστικό καθεστώς. Υπάρχει ακόμη ένας μεγάλος αριθμός συνδικάτων που είναι χωρισμένα και σύμφωνα με το επάγγελμα και σύμφωνα με τη περιοχή.

Οι μεταλλουργοί παραδείγματος χάριν, που αποτελούν ένα μεγάλο ποσοστό βιομηχανικών εργατών στη Πορτογαλία, έχουν ξεχωριστά σωματεία σε κάθε μια από τις μεγάλες πόλεις. Το ίδιο ισχύει και για τα σωματεία των τραπεζιτικών υπαλλήλων. Μερικές άλλες μορφές που έχουν κληρονομηθεί επίσης από τη δικτατορία καθώς και η έλλειψη παράδοσης στην ανεξάρτητη οργάνωση των εργατικών συνδικάτων, έχουν προκαλέσει σοβαρά προβλήματα σε μερικά εργατικά συνδικάτα. Τα μέτρα που είχαν επιβληθεί πάνω στα συνδικάτα από το φασιστικό καθεστώς, επιβεβαίωναν ότι το σώμα που παίρνει τις τελικές αποφάσεις ενός συνδικάτου, δεν είναι ένα συμβούλιο αντιπροσώπων, αλλά μια Γενική Συνέλευση, όπου έχουν το δικαίωμα να παραβρίσκονται όλα τα μελή ενός σωματίου. Κατά την περίοδο του φασισμού, δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθούν ελευθέρα αυτές οι αποφάσεις γιατί υπήρχε κρατικός έλεγχος. Αυτό το μέτρο έγινε αποδεκτό σαν δημοκρατικό χωρίς καμιά κριτική μετά τις 25 Απριλίου.

Στην πράξη όμως, η μέθοδος αυτή είναι δυνατόν να αποδειχθεί πολύ αντιδημοκρατική. Ο τόπος και ο χρόνος τη Γενικής Συνέλευσης μπορούν να καθορίσουν ποιες ομάδες εργατών είναι πιο πιθανό να πάρουν μέρος, δημιουργώντας έτσι τεχνική πλειοψηφία. Πολλές ανωμαλίες προέκυψαν από αυτό. Ας κοιτάξουμε δυο παραδείγματα: Το εκτελεστικό συμβούλιο του σωματείου των τραπεζιτικών υπαλλήλων του Οπόρτο, οργάνωσε μια σειρά από συνελεύσεις και ένα συνέδριο αντιπροσώπων για να συζητήσουν τα αιτήματα που είχαν υποβάλει, μια μείωση των ωρών εργασίας. Η πρόταση πέρασε παμψηφεί σε όλες αυτές τις συνελεύσεις στις οποίες είχε πάρει μέρος ένας πάρα πολύ μεγάλος αριθμός τραπεζιτικών υπαλλήλων. Όταν όμως καλέστηκε γενική συνέλευση, ο αριθμός των μελών που την παρακολούθησε δεν ξεπερνούσε τον αριθμό μερικών από τις τοπικές συνελεύσεις και η πρόταση του εκτελεστικού συμβουλίου δεν πέρασε. Αυτή η απόφαση, σύμφωνα με τα μέτρα του συνδικάτου, έπρεπε να αντιπροσωπεύει την επίσημη πολιτική του συνδικάτου, αν και η πλειοψηφία των μελών ήταν καθαρά αντίθετη προς αυτήν.

Αυτό το μέτρο επέτρεπε σε μερικά εκτελεστικά συμβούλια των συνδικάτων να διατηρούν ένα γραφειοκρατικό έλεγχο πάνω στα συνδικάτα. Σε μερικές περιπτώσεις, αυτό έχει περιορίσει τις δραστηρίοτητες των εργατικών συνδικάτων σε βαθμό που τα πολιτικά κόμματα να κινητοποιούν τους οπαδούς τους να παρακολουθούν τις Γενικές Συνελεύσεις και έτσι να καταψηφίζουν τους οπαδούς της αντίθετης πολιτικής γραμμής.

Στο συνδικάτο των μεταλλουργών στη Λισσαβόνα παραδείγματος χάριν, το εκτελεστικό συμβούλιο που υποστήριζε τη γραμμή της Ιντερσίντικαλ, απέλυσε έναν αριθμό συνδικαλιστών που είχαν υποστηρίξει απεργίες με τις οποίες το εκτελεστικό συμβούλιο ήταν αντίθετο. (Our Common Stugle, No Νο 7, April 1975).

 

Καταπιεστικός νόμος για τον τύπο

Το Κομμουνιστικό Κόμμα υποστήριξε όλα τα καταπιεστικά μετρά εναντία στον τύπο που είχε πάρει η Κυβέρνηση του Σπινόλα. Κατά το τέλος του Ιουλίου 1974, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση είχαν μπει κάτω από στρατιωτικό έλεγχο και απολύθηκαν όλοι οι αριστεροί εκφωνητές.

Επιβλήθηκαν πρόστιμα σε 3 εφημερίδες και φυλακίστηκε ο Σαλντάνχα Σάντσες, εκδότης της Λούτα Ποπουλάρ, μέλος της μαοϊκής ομάδας ΜRΡΡ. Την 1η Αυγούστου, σταμάτησαν την έκδοση της Ντιάριο ντε Λισμπόα για δυο ήμερες και της Α καπιτάλ και Ρεπούμπλικα για μια μέρα, γιατί δημοσίευσε τη διαδήλωση κατά των αποικιακών πολέμων που έγινε δυο μέρες πριν. Η προσωρινή επιτροπή που είχε εκλεγεί για το νόμο, διαμαρτυρήθηκε κατά του «ανησυχητικού» άρθρου της Ντιάριο ντε Λισμπόα που περιέγραφε την κατάσταση που επικρατούσε στην Αγκόλα.

Ο τύπος απάντησε την επομένη ήμερα με μια απεργία διαμαρτυρίας κατά των κλεισιμάτων, και η Ντιάριο Ποπουλάρ ήταν η μονή βραδινή εφημερίδα που βγήκε. Οι ομάδες που οργανώθηκαν για να σταματήσουν το μοίρασμα της απεργοσπαστικής εφημερίδας, ήταν τα θύματα της πιο βάρβαρης επίθεσης από μέρους της αστυνομίας από τότε που έγινε το πραξικόπημα.

Πέντε μέρες αργότερα η αστυνομία έκανε ξανά την εμφάνιση της, αυτή τη φορά μαζί με 11 τανκς, με τη συνοδεία πολυαρίθμων οχημάτων της στρατιωτικής αστυνομίας και πολλές εκατοντάδες στρατιωτών, για να καταπνίξουν μια διαδήλωση που έγινε για τη διαμαρτυρία εναντία στη φυλάκιση του Σάντσες και το «επ’ αόριστο» κλείσιμο της Λούτα Ποπουλάρ. Η διαδήλωση ήταν ήσυχη και το ότι προσπάθησαν να τη διαλύσουν έδειχνε το πόσο αποφασισμένοι ήταν να ελέγξουν τα μέσα επικοινωνίας και να καταπνίξουν κάθε αντίλογο από οποίους τολμούσαν να φέρουν αντιρρήσεις. Το αποικιακό πρόβλημα και ο αγώνας των εργατών ήταν οι πιο ευαίσθητες περιοχές.

Οι επιθέσεις δικαιολογούνταν με αορίστους ορούς όπως: «υποκίνηση να απεργήσουν» η «ιδεολογική επίθεση». (Our Common Stugle, No 1, Sept.1974).

Τον Ιούλιο βγήκε ένας προσωρινός νομός για τον τύπο, τον οποίο θα ακολουθούσε ένα ολόκληρο νομοσχέδιο. Σκοπός του ήταν να επιβάλει έλεγχο πάνω στον τύπο. Εκτός από αυτό, ιδρύθηκε και μια προσωρινή επιτροπή παρακολούθησης που είχε τη δύναμη να επιβάλει πρόστιμο και να διατάζει το κλείσιμο εφημερίδων που ήταν επιθετικές. Αυτό ήταν το πρώτο μετρό που πάρθηκε για τη λογοκρισία του Πορτογαλικού τύπου. Δεν χρειάζονταν δικαστήριο για να επικυρώσει τις αποφάσεις. Όποιος νόμιζε ότι είχε αδικηθεί μπορούσε να υποβάλει έφεση, αλλά στο μεταξύ οι αποφάσεις είχαν εφαρμοσθεί ήδη και εξυπηρετούσαν καλά το σκοπό τους.

Τα κυρία θύματα ήταν οι μικρές τοπικές εφημερίδες και τα όργανα των κομμάτων που δεν μπορούσαν να πληρώσουν πρόστιμα και να αντέξουν τη ζημία από το κλείσιμο της εφημερίδας τους.

 

Γραφειοκρατικός χειρισμός: Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος

Μετά την 25η Απριλίου, το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν το μόνο πολιτικό κόμμα οργανωμένο σε εθνική κλίμακα. Είχε μια σημαντική βάση στην εργατική τάξη, 5.000 μελή, καθώς και την εμπιστοσύνη και εκτίμηση που είχε κερδίσει από τη συνεχή αντίσταση και δράση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η εβδομαδιαία εφημερίδα του ΚΚΠ, Αβάντε, ήταν η μονή παράνομη εφημερίδα που έβγαινε κανονικά κατά την διάρκεια των 48 χρονών της δικτατορίας. Επίσης, πολλοί αγωνιστές του κόμματος φυλακίστηκαν και σκοτώθηκαν γιατί πήραν μέρος στην αντίσταση που έκανε η εργατική τάξη εναντία στο δικτατορικό καθεστώς. Μετά το πραξικόπημα, το ΚΚΠ και μόνο του ακόμα, ήταν σε θέση να καθοδήγηση και να ενώσει τους αγώνες που αναπτύχθηκαν. Αντί γι’ αυτό, άρχισε να δημιουργεί γραφειοκρατικό έλεγχο πάνω στις δομές των εργατικών συνδικάτων που είχαν μείνει όμως με τη παλιά τους κομματιασμένη μορφή – τα μελή του Κομμουνιστικού Κόμματος εκλέγονταν ή αντικαθιστούσαν φασίστες στην ηγεσία των περισσοτέρων εργατικών συνδικάτων. Ο έλεγχος του ΚΚΠ πάνω στην Ιντερσίντικαλ ήταν γερά εδραιωμένος.

Σε 200 δήμους περίπου μελή του ΚΚΠ κατέλαβαν τις τοπικές κυβερνήσεις. Αυτό βεβαία με κανένα τρόπο δεν βοήθησε για να αναπτυχθούν η συνείδηση και το ηθικό των μαζών. Αντίθετα, όπως δείχνουν τα γεγονότα των τελευταίων μηνών στη βόρεια Πορτογαλία, ο έλεγχος των τοπικών διοικήσεων από το ΚΚΠ χρησιμοποιήθηκε από τους προβοκάτορες των φασιστών που παρότρυναν το κόσμο εναντία στους τοπικούς δημάρχους, που είτε αρνιόνταν να τον βοηθήσουν, είτε ήταν ανακατεμένοι σε διαφορές ύποπτες κομπίνες. Αφού κατόρθωσε να ελέγξει γραφειοκρατικά τα εργατικά συνδικάτα, τις τοπικές διοικήσεις και τις κυβερνητικές και στρατιωτικές θέσεις, το ΚΚΠ έκανε και μια μαζική εκστρατεία για στρατολόγηση. Γρήγορα το ΚΚΠ ισχυρίζονταν ότι έχει 100.000 μελή – μαζική εισροή.

Στην προσωρινή κυβέρνηση, το ΚΚΠ αρχικά μοιράστηκε την εξουσία με το Σοσιαλιστικό κόμμα και το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (την πολιτική έκφραση του καπιταλισμού στη Πορτογαλία) και τελικά με το ΚΕΔ. Για να διατηρήσει και δικαιολογήσει αυτή τη θέση, αντιμετώπισε μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μια είχε να διατηρήσει την επιρροή που είχε για να μπορέσει να κρατήσει τη βάση του στην εργατική τάξη, και από την άλλη, θεωρούσε ότι μια δυναμική, επίθεση από τις μάζες θα διακινδύνευε τη θέση του στη κυβέρνηση και επομένως και τη δυνατότητα του να πετύχει το «δημοκρατικό» και όχι το σοσιαλιστικό στάδιο της Πορτογαλικής επανάστασης. Έτσι το ΚΚΠ έπαιξε ένα ρολό ισορροπίας μεταξύ των δυο, γι’ αυτό και υποστήριζε μερικούς αλλά όχι όλους τους μεγάλους αγώνες που ξέσπασαν.

Αλλά αυτό που χαρακτήρισε τη στάση του ΚΚΠ πάνω από όλα, ήταν μηχανορραφίες και ραδιουργίες.

 

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα

Το Σοσιαλιστικό κόμμα δεν υπήρχε πριν από το 1973. Ο Σοάρες και οι άλλοι ηγέτες του Σοσιαλιστικού κόμματος ήταν μια χούφτα ατόμων χωρίς κόμμα στη περίοδο του Σαλαζάρ και του Καετάνο.

Ήταν εκείνο το είδος των δικηγόρων που υπερασπίζονταν πολιτικούς κρατουμένους η αναλάμβαναν εργατικές υποθέσεις στα δικαστήρια.

Μετά τις 25 του Απρίλη 1974, το Σοσιαλιστικό κόμμα μπήκε στη κυβέρνηση. Στην αρχή δεν είχε ούτε μια τοπική οργάνωση, αλλά μαζί με το ΡΡD έπαιρνε μέρος στο εκλογικό μέτωπο που είχε φτιάξει το ΚΚΠ όταν ακόμη κάτω από τον Καετάνο (το CDΕ και αργότερα το ΜDΡ–CDΕ). Οι Σοσιαλιστές αποσπάστηκαν από το μέτωπο στο τέλος του καλοκαιριού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη αρχή της περιόδου αμέσως μετά τις 25 του Απρίλη, το ΚΚΠ ήταν αυτό που βοήθησε να χτιστεί το Σοσιαλιστικό κόμμα, και να προβληθεί ο Σοάρες. Για παράδειγμα, σε μια μεγάλη διαδήλωση στη Λισσαβόνα τον Ιούλη του 1974, το ΚΚΠ έβαλε τον κόσμο και ο Σοάρες έβγαλε το λόγο μια και ήταν ο κύριος ομιλητής. Εκείνη την εποχή το Σοσιαλιστικό κόμμα έκανε ότι μπορούσε για να καλλιεργήσει την εικόνα του «αριστερού» κόμματος στις μάζες.

Και πράγματι, το μανιφέστο του ΣΚ αναφέρει στους σκοπούς του πράγματα που ακούγονται επαναστατικά. Μερικά αποσπάσματα το αποδεικνύουν αμέσως: «Το ΣΚ παλεύει εναντία στο καπιταλιστικό σύστημα και την αστική κυριαρχία... Το ΣΚ επεξεργάζεται μια νέα αντίληψη για τη ζωή που μπορεί να πραγματοποιηθεί μονό με το χτίσιμο της εργατικής εξουσίας...

Ο αγώνας εναντία στο φασισμό και την αποικιοκρατία θα πετύχει μόνο με τη διάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας και το χτίσιμο του σοσιαλισμού...

Το ΣΚ πιστεύει ότι κάνουν μεγάλο λάθος αυτοί που ισχυρίζονται ότι είναι σοσιαλδημοκράτες αλλά συνεχίζουν να υποστηρίζουν το κατεστημένο, τη καπιταλιστική δομή της κοινωνίας και τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού». (Socialist Worker, July 26, 1975).

Ο Σοάρες μιλούσε για ένα κόμμα που θα περιλάμβανε όλες τις τάσεις στην αριστερά συμπεριλαμβανομένης της Επαναστατικής Αριστεράς.

Απείλησε ότι θα παραιτηθεί από την κυβέρνηση διαφωνώντας πάνω σε ορισμένα δεξιά μετρά που πάρθηκαν και που το ΚΚΠ υποστήριζε (νομός περί τύπου καλοκαίρι του 1974, και ο αργός ρυθμός αποχώρησης από τις αποικίες που επέτρεπε ο Σπινόλα).

Εκείνο το καιρό το ΣΚ παρουσιαζόταν διπλοπρόσωπο. Μεγάλες συγκεντρώσεις γίνονταν με ομιλητές από διαφορές χώρες, όπως ο Αλταμιράνο, ο αριστερός ηγέτης του ΣΚ της Χιλής, αλλά και ο Μιτεράν, ο δεξιός ηγέτης του Γαλλικού ΣΚ, ο οποίος κατά καιρούς ευθυγραμμίζεται με τον Ουίλσον, τον Σμιτ, τον Πάλμε και Σία, προς χάριν της «δημοκρατίας» (διάβαζε καπιταλισμός) στη Πορτογαλία.

Οι εργάτες που στρατολογήθηκαν τότε στο ΣΚ, ήταν πιο αριστερά από ότι τα στελέχη του ΚΚΠ στα εργοστάσια. Το ΣΚ ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να κάνει τόσο άγριες επιθέσεις εναντία στις απεργίες –τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των δυο πρώτων προσωρινών κυβερνήσεων, μέχρι τις 28 του Σεπτεμβρίου 1974– όσο το ΚΚΠ που είχε το υπουργείο εργασίας. Υπήρχαν περιπτώσεις που μελή του ΣΚ συμμετείχαν σε κοινά ψηφοδέλτια με την Επαναστατική Αριστερά (π.χ. οι τραπεζιτικοί υπάλληλοι στο Οπόρτο). Το ΣΚ όμως ποτέ δεν έγινε ένα εργατικό κόμμα σαν το ΚΚΠ. Αν και έχει παρά πολύ υποστήριξη από τους εργάτες, τα στελέχη του και τα δραστήρια μελή του είναι κυρίως μικροαστοί. Αυτό πιθανώς εξηγεί την ικανότητα που είχε να βγάζει μερικούς αριστερούς ήχους κατά το καλοκαίρι του 1974, τα στελέχη του, δεν ήταν αναγκασμένα να μεταφέρουν μέσα στα εργοστάσια τις αποφάσεις των δυο πρώτων προσωρινών κυβερνήσεων. Το φίδι από την τρύπα, το ’βγαζε το ΚΚΠ, επειδή το ΚΚΠ φαίνονταν να ελέγχει τα εργοστάσια. Επειδή όμως τα στελέχη του δεν ήταν μέσα στα εργοστάσια, το ΣΚ μπόρεσε να στραφεί πολύ γρήγορα προς τα δεξιά μόλις έφτιαξε τον κομματικό μηχανισμό του σ’ ολόκληρη τη χωρά. Αυτό συνέβη πέρυσι τα φθινόπωρο, κάτω από την πίεση της δυτικοευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Έτσι πέρσι το φθινόπωρο, το ΣΚ και το Λαϊκό δημοκρατικό κόμμα αποσπάστηκαν από το εκλογικό μέτωπο (ΜDΡ – CDΕ). Αμέσως άρχισαν τη προπαγάνδα για το δικαίωμα των σωματείων να υπάρχουν ανεξάρτητα από την Ιντερσίντικαλ (η διαμάχη πάνω στο νόμο περί σωματείων δεν έχει σχέση με νόμο για τις απεργίες).

Στην αρχή, η κατάσταση πάνω σ αυτό το πρόβλημα ήταν πολύ μπερδεμένη – ο στρατός ήθελε να επιβάλει μόνο συνδικαλισμό με μια μόνο εργατική ομοσπονδία για όλους τους εργάτες (με την υποστήριξη του, ΚΚΠ). Το ΣΚ και το Λαϊκό δημοκρατικό κόμμα δεν παίρναν ξεκάθαρη θέση πάνω στο πρόβλημα, προετοιμάζοντας το έδαφος για διάσπαση μέσα στα συνδικάτα. (Όπως συνέβη με τη Φορς Ουβριέρ στη Γαλλία το 1948).

Στην πραγματικότητα δυο πράγματα κρίνονταν: η σύγκρουση ανάμεσα στους υποστηριχτές του ΝΑΤΟ και στους υποστηριχτές του Συμφώνου της Βαρσοβίας για το ποιος θα ελέγξει περισσότερα κομμάτια του κρατικού μηχανισμού σε μια στρατηγικής σημασίας χώρα, και επίσης, η επιθυμία της «δύσης» (μεσώ του ΣΚ) να διασπάσει και να αποδυναμώσει το εργατικό κίνημα.

Λίγο πριν από τις 11 του Μάρτη, το ΣΚ στην αντιπολίτευση σκλήρυνε τη θέση του εναντία στο ΚΚΠ (ένας από τους παράγοντες που παρακίνησαν τους συνωμότες να επιχειρήσουν το πραξικόπημα στις 11 του Μάρτη.)

Το ΣΚ όμως, δεν υποστήριξε τη δεξιά ούτε στις 28 του Σεπτέμβρη ούτε στις 11 του Μάρτη. Γιατί όμως; Κατ’ αρχήν, επειδή πάνω στο πρόβλημα της Αφρικής το ΣΚ αντιπροσώπευε εκείνη τη μερίδα της αστικής τάξης και των μικροαστών που είχαν αποφασίσει ότι δεν μπορούσαν πια να σηκώσουν το βάρος των πολέμων στην Αφρική. Κατά δεύτερο, εάν το πραξικόπημα στις 28 του Σεπτέμβρη ή στις 11 του Μάρτη πετύχαινε, η δεξιά πιθανώς να αποφάσιζε ότι μπορεί να κυβερνήσει και μόνη της χωρίς να χρειάζεται πολιτικούς τύπου Σοάρες.

Από τις 11 του Μάρτη και μετά, το ΣΚ προσπαθούσε να ξανακερδίσει προς χάρη των αστικών φιλοδυτικών στοιχείων, εκείνα τα κομμάτια του κρατικού μηχανισμού που έπεσαν στα χεριά του ΚΚΠ και τα κοινωνικά εκείνα στρώματα που ελέγχονταν από τους εργάτες. Γι’ αυτό και οι συνεχείς απειλές του ΣΚ ότι θα αποχωρήσει από την προσωρινή κυβέρνηση, όπως και τελικά έκανε.

Το ΣΚ όμως φοβάται ακόμη μήπως χάσει, εντελώς την υποστήριξη της εργατικής τάξης. Και αυτός είναι ο λόγος που οι ομιλητές του ΣΚ βγάζουν ακόμη πολύ αριστερούς λογούς. Στο Νότο π.χ., πριν από τη τελευταία μεγάλη διαδήλωση στη Λισσαβόνα, τα τραγούδια που ακούγονταν από τα μεγάφωνα του ΣΚ ήταν η «Διεθνής», «Παντιέρα Ρόσα», το «Ενωμένο Μέτωπο των Εργατών» του Μπρεχτ κλπ. Και την ίδια στιγμή, καλοντυμένοι, νέοι της μεσοαστικής τάξης, οδηγώντας ακριβά αυτοκίνητα, πετούσαν προκηρύξεις για τη διαδήλωση.

Φοβάται όμως επίσης να αφήσει ελεύθερες τις δεξιές δυνάμεις που μπορούν να κάνουν και χωρίς τις υπηρεσίες του. Τα συνθήματα του είναι: «Για μια κυβέρνηση εθνικής Σωτηρίας», αλλά και «Όχι στο Σπινόλα, Όχι στη Κομμουνιστική Δικτατορία».

Προς το παρόν το ΣΚ είναι ένα μικροαστικό κόμμα σε όλο του το μεγαλείο. Αντιπροσωπεύει ότι πιο ανώριμο και χαοτικό υπάρχει μέσα στη συνείδηση των μαζών.

Όλοι εκείνοι που δεν διαμόρφωσαν στην περίοδο της δικτατορίας ξεκάθαρη πολιτική συνείδηση, δηλαδή, δεν ανήκαν ούτε στη φασιστική δεξιά ούτε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ούτε στις ομάδες της Επαναστατικής Αριστεράς, αυτοί τώρα είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν το ΣΚ. Αυτό σημαίνει ότι υποστηρίζουν την επανάσταση της 25ης του Απρίλη αλλά χωρίς καμία άλλη παραπέρα συμμετοχή: σύνθημα τους είναι «πραγματική δημοκρατία»: συμμετοχή στην επανάσταση γενικά και αόριστα.

Αυτό που χαρακτηρίζει τους μικροαστούς πάντως, είναι ο φόβος και η δυσπιστία τους προς τις μάζες και το θάμπος τους μπροστά στους πλούσιους και δυνατούς.

Χρόνια πριν, ο Ενγκελς εξήγησε την ιδέα των μικροαστών για τη δημοκρατία, σ’ ένα του γράμμα προς το Μπέμπελ (11 του Δεκέμβρη 1884). «...πραγματική δημοκρατία... όταν φτάνει η στιγμή της επανάστασης, ξαφνικά η δημοκρατία, προσωρινά βεβαία, αποκτά σημαντική βαρύτητα... είναι βλέπεις το τελευταίο καταφύγιο ολόκληρης της αστικής και ακόμα και της φεουδαρχικής οικονομίας... Έτσι, ανάμεσα στο Μάρτη και το Σεπτέμβρη του 1848, ολόκληρη η φεουδαρχογραφειοκρατική μάζα βοήθαγε τους φιλελεύθερους για να μπορέσει να συγκρατήσει τις επαναστατημένες μάζες... Ο,τι κι αν γίνει πάντως, ο μονός μας εχθρός στις μέρες της κρίσης και στις μέρες μετά την κρίση, θα είναι ολόκληρη η αντίδραση που θα’ χει συνενωθεί γύρω από το σύνθημα για “πραγματική δημοκρατία”, και αυτό νομίζω πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό μας».

Και ο Μαρξ πάνω στο ίδιο: «...από την πρώτη στιγμή της νίκης, και αμέσως μετά, η δυσπιστία των εργατών δεν πρέπει να καναλάρεται πια προς το νικημένο αντιδραστικό κόμμα, αλλά εναντία στους πρώην συμμάχους, τους μικροαστούς δημοκράτες, που θέλουν να εκμεταλλευτούν τη κοινή νίκη μονό για τους εαυτούς τους» (Μαρξ, Προσφώνηση στη Κομμουνιστική Λίγκα, 1850. Ενγκελς, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία, Λονδίνο 1933)

Το φούσκωμα της επανάστασης έμπασε χιλιάδες ανθρώπους στη διαδικασία χωρίς αυτοί να έχουν προηγουμένη εμπειρία στη πολιτική ζωή. Και τους πρώτους ηγέτες που υποστήριξαν αυτές οι χιλιάδες, ήταν εκείνοι που δεν φαίνονταν για καπιταλίστες, αλλά και που ήταν δύσκολο να τους κατατάξεις κάπου. Όλοι αυτοί μαζεύτηκαν κάτω από τη σημαία του ΣΚ.

Τα μικροαστικά στρώματα είναι ένας τεράστιος αγωγός επιρροής που συγκοινωνεί με τους καπιταλίστες από τη μια, με τις μάζες του λαού και με κομμάτια του προλεταριάτου από την άλλη. Η μεγαλοαστική τάξη είναι μια ασήμαντη μειοψηφία μέσα στη κοινωνία. Η άρχουσα τάξη όμως δεν ζει απομονωμένη. Μέσα από μια σειρά ιδρύματα και οργανισμούς, αγκαλιάζει μεγάλα κομμάτια από τα κατωτέρα μεσοαστικά στρώματα. Και αυτά με τη σειρά τους επηρεάζουν κομμάτια της εργατικής τάξης και ειδικότερα τα πιο καθυστερημένα και ανοργάνωτα. Από την άλλη μεριά, τα ανωτέρα μικροαστικά στρώματα, συνδέονται κατ’ ευθείαν με τους μεγαλοαστούς, ενώ τα κατωτέρα πέφτουν στο προλεταριάτο και στο λούμπεν προλεταριάτο.

Το ΣΚ είναι το κόμμα με τη βοήθεια του οποίου διατηρούνται οι ελπίδες των μικροαστών και των καθυστερημένων εργατών για μια βαθμιαία καλυτέρευση της θέσης τους μέσα στο καπιταλισμό. Το βάθεμα της κρίσης του καπιταλισμού στη Πορτογαλία αναπόφευκτα θα υπονομεύσει τη δύναμη αυτού του κόμματος, και θα παραδώσει τους οπαδούς του είτε στο επαναστατικό προλεταριάτο είτε στην άκρα δεξιά – δηλαδή στο φασιστικό στρατόπεδο. Όσο οι μάζες ταλαντεύονται ανάμεσα στην επανάσταση και στην αντίδραση, τόσο αυτά τα στρώματα θα συνεχίζουν να υποστηρίζουν το ΣΚ. Όμως αυτή η κατάσταση διστακτικότητας και αμφιταλάντευσης των μαζών δεν μπορεί να βαστήξει και πολύ.

Το βάθεμα της κρίσης έσπρωξε τις ξεσηκωμένες μάζες των μικροαστών στο να υποστηρίξουν το ΣΚ που δημαγωγεί εκμεταλλευόμενο το σημερινό αδιέξοδο και τη κυβέρνηση Γκονσάλβες που έχει συνδεθεί με το ανέβασμα των τιμών, βαρύτερη φορολογία κλπ.

Όμως αυτή είναι μια μεταβατική περίοδος για τα μικροαστικά στρώματα. Οι εμπειρίες από την ιστορία δείχνουν ότι ο φασισμός βρίσκει μαζική υποστήριξη κυρίως μέσα στους εξαγριωμένους μικροαστούς. Εξαθλιωμένοι από τον καπιταλισμό, χάνοντας κάθε εμπιστοσύνη προς το ρεφορμιστικό και ειρηνικό δρόμο των αναγνωρισμένων «αριστερών» κομμάτων, ολόκληρες μάζες μικροαστών μπορούν παρά πολύ γρήγορα να στραφούν προς το φασισμό. Αυτό είναι κάτι που θα γίνει στο Πορτογαλικό ΣΚ μέσα στη σημερινή γενική κρίση της κοινωνίας, εκτός και αν η επαναστατική αριστερά κατορθώσει να πάρει με το μέρος της τους οπαδούς του, η οποία όμως πρέπει στην πράξη να αποδείξει την ικανότητα της να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που υπάρχουν στο δρόμο, για ένα καλύτερο μέλλον για τις μάζες, συμπεριλαμβανομένων και των μικροαστικών στρωμάτων.

Το ΚΚΠ τρέμει στη σκέψη ότι πλησιάζει η ώρα να το πετάξουν από την κυβέρνηση και ότι θα χάσει τον έλεγχο πάνω στα συνδικάτα. Γι’ αυτό προσπάθησε να αντισταθεί στη πίεση του ΣΚ και του Λαϊκοδημοκρατικού κόμματος. Την ίδια στιγμή όμως, αρνείται να κινητοποιήσει τη βάση του και το εργατικό κίνημα για ένα αγώνα σε όλα τα επίπεδα. Οι λόγοι που έβγαλαν οι αρχηγοί του ΚΚΠ στις συγκεντρώσεις της Πρωτομαγιάς του 1975, παρότρυναν απλώς τους εργάτες να «δουλεύουν σκληρότερα» και να «περιμένουν υπομονετικά» με την ελπίδα ότι μια μέρα η ανεργία θα εξαφανιστεί σαν κακό όνειρο. Αντί να οργανώνει το κίνημα στη βάση, το ΚΚΠ έχει βάλει σαν πρωταρχικό του σκοπό το πώς θα διατηρήσει τη συμμαχία του με μια μερίδα αξιωματικών μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Και αυτός είναι ο λόγος, που ο νόμος που υποστήριζε για τα συνδικάτα, προβλέπει την ενότητα στη κορυφή των συνδικάτων, αλλά είναι εναντία σε προσπάθειες να φτιαχτεί οργάνωση στη βάση που θα ενώνει τους εργάτες διαφόρων εργοστασίων και διαφόρων πόλεων. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτή η φασαρία για το νόμο περί συνδικάτων, δεν οδήγησε σε μια εκστρατεία εναντία στο εργατικό νομοδιάταγμα.

Η πολιτική ταλάντευση του ΚΚΠ, ο διορισμός των ηγετών από τα πάνω χωρίς εκλογές, είτε αυτό γίνονταν στα συνδικάτα είτε στις τοπικές διοικήσεις, τα ψέμματα και η εξαπάτηση των μαζών, όλα αυτά έδιναν λαβές στους ηγέτες του ΣΚ που τα εκμεταλλεύονταν καταλλήλως. Αντί να υποβοηθά στη δημιουργία επιτροπών βάσης εργατών και φαντάρων, το ΚΚΠ προσπαθεί με διαφορές γραφειοκρατικές μανούβρες να διατηρήσει την επιρροή του πάνω στα εργατικά συνδικάτα, καθώς, και με τις συμφωνίες που κάνει με τους ηγέτες του ΚΕΔ για να διατηρήσει τον έλεγχο στο στρατό. Όλα αυτά, το μόνο που πετυχαίνουν, είναι να ρίχνουν περισσοτέρους εργάτες στη δημαγωγία του ΣΚ περί «δημοκρατίας».

 

Οι μαοϊκοί

Μέχρι την αλλαγή της 25ης του Απρίλη οι Μαοϊκές ομάδες περιορίζονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στα Πανεπιστήμια (και μέσα απ αυτά είχαν επαφές με μερικούς εφέδρους αξιωματικούς). Οι αρχηγοί τους ήταν στο ΚΚΠ (μια δυο περιπτώσεις ήταν μελή της ηγεσίας του κόμματος) μέχρι τα πρώτα χρονιά της δεκαετίας του 1960. Αποσπάστηκαν από το κόμμα στη περίοδο της Κινεζο–Σοβιετικής διαφωνίας, αλλά και αργότερα, όταν το ΚΚΠ βρίσκονταν σε εσωτερική κρίση εξ αίτιας της αποτυχίας του να μετατρέψει τη λαϊκή αναταραχή στα πρώτα χρονιά της δεκαετίας του 1960 σε ένοπλη εξέγερση (παρ’ όλες τις υποσχέσεις στα λόγια για ένοπλο αγώνα).

Όλες οι Μαοϊκές ομάδες δέχονται το χαρακτηρισμό της Κίνας για τη Ρωσία, ότι είναι δηλαδή «σοσιαλ–ιμπεριαλιστική» και βλέπουν το ΚΚΠ σαν τον πράκτορα του «σοσιαλιμπεριαλισμού».

Όλες τους δέχονται σ’ ένα βαθμό τη Σταλινική θεωρία των σταδίων, σύμφωνα με την οποία το πρώτο καθήκον στη Πορτογαλία είναι η «λαϊκοδημοκρατική» επανάσταση. (Απ’ όπου και το όνομα της Λαϊκής Δημοκρατικής Ένωσης (UDΡ) και το υπερτόνισμα του συνθήματος «εθνική ανεξαρτησία».

Όλες οι Μαοϊκές ομάδες δέχονται μια από τις αποχρώσεις της Σταλινικής θέσης για το κόμμα, φωνάζοντας ότι σκοπός τους είναι να «ξαναφτιάξουν» η να «ξαναϊδρύσουν» το ΚΚΠ όπως ήταν πριν από τον Κουνιάλ. (Π.χ. η ανακοίνωση που βγάλαν οι οργανώσεις Λαϊκοδημοκρατική Ένωση [UDΡ] και Εκλογική Κομμουνιστική Ομοσπονδία [FΕC], μιλάει για «μια νέα περίοδο που άρχισε 11 χρονιά πριν, όταν οι πρώτοι Μαρξιστές–Λενινιστές αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Κομμουνιστικό Κόμμα, μετά την ολοκληρωτική του κατάληψη από τον αποστάτη Κουνιάλ... Από τότε οι Μαρξιστές Λενινιστές παλεύουν για το ξανακτίσιμο του κατεστραμμένου κομμουνιστικού κόμματος»).

Μια τέτοια αντίληψη για το κόμμα τους επιτρέπει στη πράξη, να δικαιολογούν όλες τις μανούβρες, όλη τη δολιότητα και διπλοπροσωπία και όλα τα γραφειοκρατικά κόλπα που χαρακτήριζαν το Σταλινισμό στις μέρες της δόξας του. (Στις διαδηλώσεις έχουν φωτογραφίες του Στάλιν, πουλάνε τα βιβλία του κλπ).

Ο Σταλινισμός τους όμως αναπόφευκτα τους οδηγεί σε διασπάσεις γιατί δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες και στις συνθήκες μέσα στις οποίες γίνεται η Πορτογαλική Επανάσταση, και εξ αίτιας των διαφωνιών τους για το ποιος αντιπροσωπεύει τον Στάλιν και το Μάο σήμερα στη Πορτογαλία.

Αυτές οι παρατηρήσεις είναι κοινές σε όλες τις Μαοϊκές οργανώσεις. Παρ’ όλα αυτά όμως, βγάζουν διαφορετικά συμπεράσματα η κάθε μια, αν και ξεκινούν από τις ίδιες βασικές αρχές – (βλέπε «Μαοϊκές Οργανώσεις» στο τέλος αυτού του κεφαλαίου).

 

ΡRΡ–ΒR (Επαναστατικό Κόμμα του Προλεταριάτου – Επαναστατικές Ταξιαρχίες [Partido Revolucionario do Proletariado – Brigadas Revolucionarios])

Οι Επαναστατικές Ταξιαρχίες φτιάχτηκαν το 1969 από μια ομάδα αγωνιστών που αποσπάστηκαν από το Κομμουνιστικό κόμμα κατηγορώντας το ότι είναι ρεφορμιστικό. Για μερικά χρονιά έκαναν ένοπλη δράση εναντία στους φασίστες και στον αποικιοκρατικό μηχανισμό. Στο ενεργητικό τους συμπεριλαμβάνεται η ανατίναξη μιας βάσης του ΝΑΤΟ, ανατινάξεις αυτοκίνητων του στρατού που προορίζονταν για την Αφρική, προσπάθεια ανατίναξης των κυρίων γραμμών μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος την Πρωτομαγιά του 1973 (η συλλογιστική πίσω από αυτό ήταν ότι θα βοήθαγαν τους εργάτες να παρατήσουν τα εργοστάσια και να κάνουν συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις) και το ξαμόλυμα γουρουνιών ντυμένων με ναυτικές στολές στους δρόμους, όταν το 1972 τοποθετήθηκε πρόεδρος ένας αξιωματικός του ναυτικού.

Οι Επαναστατικές Ταξιαρχίες πάντοτε κάναν καθαρό ότι «Για μας, η εφαρμογή της ένοπλης δράσης δεν ήταν ποτέ ξεχωριστή από την ανάγκη δημιουργίας μιας επαναστατικής οργάνωσης του προλεταριάτου, η οποία θα μπορεί να συνδέει τον ένοπλο αγώνα με τους αγώνες του μαζικού κινήματος».

Το βασικό σημείο που χαρακτηρίζει την ανάλυση των Επαναστατικών Ταξιαρχιών ήταν ότι ο αγώνας εναντία στον ιμπεριαλισμό δεν μπορεί να ξεχωριστεί από τον αγώνα για το σοσιαλισμό. Έτσι, οι Επαναστατικές Ταξιαρχίες ήταν εναντία στη Μενσεβικικη–Σταλινο–Μαοϊκή θεωρία των σταδίων –πρώτα θα γίνει η δημοκρατική επανάσταση, και μετά, μονό μετά από ένα χρονικό διάστημα θα γίνει η σοσιαλιστική επανάσταση– θεωρία που είναι στην υπηρεσία της ταξικής συνεργασίας.

Τον Σεπτέμβρη του 1973, οι Επαναστατικές Ταξιαρχίες μαζί με άλλες ομάδες της επαναστατικής αριστεράς και έναν αριθμό επαναστατών κομμουνιστών, ενώθηκαν και έφτιαξαν το ΡRΡ–ΒR. Το μανιφέστο που βγήκε από το συνέδριο έκανε ξεκάθαρο ότι το καθήκον της επανάστασης στη Πορτογαλία είναι η επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου: «Η κρίση του καπιταλισμού στη Πορτογαλία μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης κρίσης του παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού συστήματος, χειροτερεύει ακόμη περισσότερο εξ αίτιας των πολέμων για τις αποικίες. Αυτό δημιουργεί κατάσταση αστάθειας στο επίπεδο της εξουσίας. Αυτή η κατάσταση ανοίγει διάπλατα τη πόρτα στις επαναστατικές δυνάμεις, στο προλεταριάτο, για την προοπτική στο άμεσο μέλλον, της κατάκτησης της εξουσίας και το θρίαμβο της Σοσιαλιστικής Επανάστασης».

Το μανιφέστο κάνει αγρία επίθεση εναντία στη ρεφορμιστική αντίληψη για το ειρηνικό δρόμο προς το σοσιαλισμό που δέχονται οι σοσιαλδημοκράτες και οι Σταλινικοί ρεφορμιστές: «Αντιμέτωποι με αυτή την κατάσταση κρίσης, οι αναθεωρητές και οι σοσιαλδημοκράτες προσπαθούν να αποδείξουν ότι υπάρχει δυνατότητα για μια ρεφορμιστική εναλλακτική λύση. Ακόμα και σε χώρες με αστική δημοκρατία, δηλαδή με λαϊκά μέτωπα, αυτή η εναλλακτική λύση έχει αποτύχει επανειλημμένως με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα στη Χιλή, οπού οδηγήθηκαν στη σφαγή οι αγωνιστές της αριστεράς και η εργατική τάξη της χωράς από τις ενωμένες δυνάμεις της αντίδρασης και του ιμπεριαλισμού, είναι άλλο ένα παράδειγμα για το πού οδηγεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό με ειρηνικά και νόμιμα μέσα – η τακτική αυτή μονό τυχοδιωκτισμός μπορεί να ονομαστεί».

Το μανιφέστο κάνει ξεκάθαρο ότι η ένοπλη επανάσταση είναι εντελώς αναγκαία για την ανατροπή της καπιταλιστικής τάξης από την εξουσία: «Μόνο το πάρσιμο της εξουσίας από το προλεταριάτο, μόνο η Σοσιαλιστική Επανάσταση είναι λύση. Αυτή η λύση όμως είναι δυνατή μόνο όταν το προλεταριάτο είναι οργανωμένο για να εξάσκηση επαναστατική βία. Μόνο η επαναστατική βία των εργατών μπορεί να αντιπαρατεθεί στην οικονομική και κοινωνική και πολιτική βία της αστικής τάξης. Μόνο με τη χρήση της βίας μπορεί να αποσπαστεί η εξουσία από την αστική τάξη».

Το μανιφέστο τελικά κάνει ξεκάθαρο ότι η επανάσταση στη Πορτογαλία είναι κομμάτι της διεθνούς επανάστασης του προλεταριάτου και των αποικιοκρατούμενων χωρών: «Ο αγώνας για τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Πορτογαλία δεν είναι ένας απομονωμένος αγώνας. Είναι κομμάτι του γενικότερου αγώνα που δίνει το προλεταριάτο σε διεθνές επίπεδο, εναντία στον ιμπεριαλισμό.

Ο διεθνιστικός χαρακτήρας αυτού του αγώνα έχει ενισχυθεί ακόμα περισσότερο αυτή τη στιγμή εξ αίτιας της ιστορικής σύμπτωσης των συμφερόντων του Πορτογαλικού Προλεταριάτου και των συμφερόντων των λαών των αποικιών, και που εκφράζεται σε ένα κοινό μέτωπο εναντία στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό». (Documents do Partido Revolucionario do Proletariado – Brigadas Revolucionarios, 1971–1974, Lisbon 1975, pp.173–6).

Σε όλη του την προπαγάνδα το ΡRΡ–ΒR ρίχνει το βάρος στην ανάγκη για την αυτόνομη οργάνωση της εργατικής τάξης και στο ότι το κόμμα πρέπει να αποτελείται κυρίως από εργάτες και όχι από μερικούς διανοουμένους που περιβάλλονται το φωτοστέφανο του ηγέτη.

Επειδή ακριβώς δίνει τεραστία σημασία στην αυτόνομη οργάνωση της εργατικής τάξης το ΡRΡ ήταν σε θέση να κατευθύνει και ολόκληρη την επαναστατική αριστερά. Ήταν κάτω από την δίκη του επιρροή και το δικό του σπρώξιμο που στήθηκε η «Ιντερέπρεσας Κομίτη» που διοργάνωσε τις πετυχημένες διαδηλώσεις στις 28 του Σεπτέμβρη 1974 και στις 7 του Φλεβάρη 1975. Μέλη αγωνιστές του ΡRΡ είχαν δραστηριοποιηθεί πάρα πολύ στις εκστρατείες συμπαράστασης σε αλλά εργοστάσια μαζί με εργάτες της ΤΑΡ κλπ. Το ΡRΡ έπαιξε σημαντικό ρολό στη προπαγάνδα για τη δημιουργία των Επαναστατικών Συμβουλίων Εργατών Στρατιωτών και Ναυτών (ΕΣΕΣΝ). Και πάλι η έμφαση του για την αυτονομία της εργατικής τάξης αποδείχτηκε μεγάλο προτέρημα, ιδιαίτερα την περίοδο μετά το πραξικόπημα στις 11 του Μάρτη 1975. Κατά την διάρκεια των εκλογών για τη Συντακτική Συνέλευση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πάρα πολλοί αγωνιστές ένιωσαν αηδιασμένοι με τις τόσες διαφορετικές οργανώσεις που συναγωνίζονταν για τους ψήφους της εργατικής τάξης. Πάρα πολλοί αγωνιστές αισθάνονταν ότι η ενότητα τους που είχε σφυρηλατηθεί μέσα στον αγώνα πριν από την 11η του Μάρτη, άρχισε να ραγίζει εξ αίτιας των ψήφων.

Ο ακομματισμός έβρισκε ανταπόκριση στα συναισθήματα πολλών από τα πιο ανεβασμένα κομμάτια της εργατικής τάξης. Όταν το ΡRΡ έβαλε το θέμα των συμβουλίων εργατών και φαντάρων, βρήκε ανταπόκριση από το πιο προχωρημένο κομμάτι των εργατών καθώς και από επαναστάτες μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Γι’ αυτό και η πρώτη διαδήλωση των ΕΣΕΣΝ στα μέσα του Ιούλη 1975 ήταν τόσο πετυχημένη. 40.000 κόσμος πήρε μέρος σ αυτήν.

Όμως το ΡRΡ δεν ήταν ριζωμένο μέσα στην εργατική τάξη για να φτιάξει πραγματικά εργατικά συμβούλια (σοβιέτ) – σαν αντιστάθμισμα στη σκέτη προπαγάνδα για τη δημιουργία τους.

Τα ΕΣΕΣΝ έκαναν γνωστή την αντίληψη για το τι είναι εργατική εξουσία σε μια μερίδα της εργατικής τάξης, όμως δεν μπορούσαν αμέσως να παλέψουν γι αυτή την εξουσία. (Περισσότερα πάνω σ αυτό βλέπε κεφαλαίο 5).

Το ΡRΡ είναι μια πραγματικά επαναστατική Μαρξιστική οργάνωση που παλεύει αποκαλύπτοντας συνεχώς την ανάγκη για ένοπλη σύγκρουση, που πιστεύει ακράδαντα – ότι το σημείο στήριξης για να ξεκινήσει ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός είναι η δικτατορία του προλεταριάτου, και που βλέπει την ανάγκη για την αυτόνομη οργάνωση του προλεταριάτου σε συμβούλια (σοβιέτ).

Το ΡRΡ έχει ξεκαθαρίσει καλά τη φύση του Κομμουνιστικού Κόμματος. Απορρίπτει τις κουβέντες περί «σοσιαλ–φασισμού» απ’ όπου και η υπεροχή του σε σύγκριση με τους Μαοϊκούς. Την ίδια στιγμή όμως αναγνωρίζει ότι παρ’ όλο που το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ρίζες στην εργατική τάξη (ενώ το ΣΚ δεν έχει), είναι ένα ρεφορμιστικό κόμμα που δεν μπορεί να σπρωχτεί στην επαναστατική δράση. (Όπου και η υπεροχή του πάνω στις κεντριστικές οργανώσεις ΜΕS και FSΡ). Αντιλαμβάνεται την ανάγκη του ενιαίου μετώπου για την άμυνα των οργάνων της εργατικής τάξης.

Η υγιής έμφαση που ρίχνεται στην αυτοδραστηριοποίηση του προλεταριάτου πάντως, συνοδεύεται και από κάποια σχετική έλλειψη καθαρότητας όσον αφορά τις σχέσεις ανάμεσα στο επαναστατικό κόμμα και το προλεταριάτο. (Περισσότερα πάνω σ’ αυτό στο κεφαλαίο 7).

 

ΚΚΠ–ΜΛ (ΡCΡ–ΜL), όνομα παράταξης ΑOC, αρχηγός ο Βιλάρ.

Η οργάνωση αυτή έχει την υποστήριξη της Κίνας. Ισχυρίζεται πως ο κύριος κίνδυνος σήμερα στην Πορτογαλία είναι ο «σοσιαλφασισμός». Λέει συνεχώς ότι ο Δημητρόφ είπε πως είναι αναγκαία η ένωση των δυνάμεων με το «φιλελεύθερο» κομμάτι της αστικής τάξης και με τους σοσιαλδημοκράτες για να αντιμετωπισθεί ο φασισμός. Έτσι, υποστηρίζει το ΣΚ και την φιλελεύθερη μπουρζουαζία εναντία στο ΚΚΠ, κατεβαίνει στις διαδηλώσεις του ΣΚ και βοήθησε στην διοργάνωση των επιθέσεων κατά των «σοσιαλφασιστών» στο Βορρά. Πήρε υπό τον έλεγχο του το συνδικάτο των εργατών χημικής βιομηχανίας του Νότου μετά την αλλαγή της 25ης του Απρίλη, με τα ίδια γραφειοκρατικά μέσα που και το ΚΚΠ χρησιμοποίησε για να πάρει υπό τον έλεγχο του συνδικάτα που προηγουμένως ήταν κάτω από φασιστικό έλεγχο.

Δεν είχε καλό παρελθόν μέσα στους αγώνες της εργατικής τάξης και έφτασε πολλές φορές να αναπτύσσει επιχειρηματολογία για την ανάγκη «συγκράτησης και περιορισμών» για χατίρι του «εθνικού συμφέροντος», επιχειρήματα παρόμοια με εκείνα του ΚΚΠ.

Τελικά έχασε τον έλεγχο του συνδικάτου από το ΚΚΠ και προσπάθησε να συγκρατηθεί στην εξουσία του συνδικάτου χρησιμοποιώντας τραμπουκισμούς παρόμοιους με εκείνους του ΚΚΠ.

Υποστήριξε το οικονομικό σχέδιο για μικτή οικονομία που υποστηρίχτηκε από τον Μελό Αντούνες πριν την 11η του Μάρτη, για «την προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας».

 

ΜRΡΡ

Είναι η μεγαλύτερη «επαναστατική» οργάνωση στο Πανεπιστήμιο. Φαίνεται πως στρατολογεί γιους των ανωτέρων στρωμάτων που υποστηρίζουν το CDS. Τα μελή τους χαρακτηρίζονται από μια θρησκευτική ζέση. Κατά την διάρκεια του φασισμού είχε προβεί σε αρκετές ηρωικές πράξεις, αλλά μετά την αλλαγή ξοδεύει τον περισσότερο καιρό του αποκηρύσσοντας την υπόλοιπη από την επαναστατική αριστερά. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι σήμερα κατεβαίνει με συνθήματα όπως: «Ζήτω το δοξασμένο ΜRPP», «Αρνάλντο Μάτος, (γραμματέας του ΜRΡΡ) είναι ο δοξασμένος ηγέτης του Προλεταριάτου» κλπ.

Κέρδισε κάποια επιρροή σε ορισμένα εργοστάσια όταν το ΚΚΠ ανακατεύονταν στο σπάσιμο της απεργίας, π.χ., είχε κάποια επιρροή στην απεργία της ΤΑΡ και της ΤLΡ (Ταχυδρομείων). Αλλά αυτή η επιρροή του περιορίζεται στην Λισσαβόνα το πολύ σε πέντε εργατικές επιτροπές.

Το ΜRΡΡ αντιπαθείται ιδιαίτερα από τους φαντάρους της ΚΟΠΚΟΝ γιατί όταν αναφέρονται σ’ αυτούς τους αποκαλούν «νεο–ΡΙDΕ» (νεοασφαλίτες). Η θέση του ήταν διαφορετική από εκείνη του ΚΚΠ–ΜΛ/ΑΟC στο ότι δεν υποστήριξαν ανοικτά το ΣΚ. Αλλά το ΣΚ βρήκε πάτημα με το να ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται το ΜRΡΡ από τις επιθέσεις του ΚΚΠ. Πρόσφατα δε, το ΜΚΡΡ έδωσε ένα εύκολο όπλο στο ΣΚ για να σπάσει τον έλεγχο του ΚΚΠ σε μερικά συνδικάτα της Λισσαβόνα όπως των δημοσιογράφων, τραπεζιτικών και υπαλλήλων.

Το ΜRΡΡ βλέπει στα γεγονότα του Βορρά ένα «αγροτικό ξεσήκωμα κατά του σοσιαλφασισμού». Όταν το ΚΚΠ υπερασπίζονταν τα κεντρικά του γραφεία στην Λεΐρια, το ΜRΡΡ μιλούσε για την «δολοφονία αγροτών».

Φαίνεται πως εδώ υπάρχει ένα είδος σύγκλησης απόψεων μεταξύ των παιδιών της αστικής τάξης και των γονιών του.

 

FΕC–ΜL (Κομμουνιστική Εκλογική Ένωση)

Αναφέρεται στον «σοσιαλφασισμό», αλλά δεν φθάνει στο σημείο να βγάζει συμπεράσματα για την ανάγκη υπεράσπισης της σοσιαλδημοκρατίας από τον «σοσιαλφασισμό».

Τα γραφεία τους στο βορρά έχουν δεχτεί επιθέσεις από την δεξιά. Είναι ισχυρότερο στην περιοχή του Οπόρτο απ’ ότι στη Λισσαβόνα. (Ενώ το UDΡ είναι ισχυρό στη Λισαβόνα και αδύνατο στο Οπόρτο).

Το κεντρικό σημείο στο πολιτικό τους πρόγραμμα είναι η ανάγκη ξανακτησίματος του κομμουνιστικού κόμματος. Σε μια συνέντευξη π.χ. στο περιοδικό Φλάμα τρεις μήνες πριν, είπε ότι είναι... καθαρή ουτοπία να μπει θέμα για επανάσταση εάν δεν έχει κτισθεί το Κόμμα. Ισχυρίσθηκε πως όλες οι συζητήσεις για εργατικά συμβούλια, για έλεγχο των εργατών, ή για παράλληλη ύπαρξη δυο εξουσιών, είναι μια ουτοπιστική απόπειρα να κτιστούν νησίδες σοσιαλισμού μέσα στον καπιταλισμό. Στην πράξη αυτό εκφράζεται με το να μην βάζουν θέμα για εξουσία της τάξης. Αντίθετα, σημαίνει μια πολιτική κατάληψης των συνδικάτων με διπλωματίες, μανούβρες κλπ.

 

UDΡ (Λαϊκή Δημοκρατική Ένωση) Μέτωπο από δυο–τρεις Μαοϊκές ομάδες

Είναι, η μεγαλύτερη μαοϊκή ομάδα μέσα στην εργατική τάξη, αλλά η πολιτική τους γραμμή (σταλινική πολιτική), βάζει τεραστία εμπόδια στο να ακολουθήσουν κάτι που θα μπορούσε να είναι σωστή επαναστατική γραμμή.

Είναι ακόμη μισοκολλημένοι σε μια θεωρία σταδίων που πιστεύει σε μια αστική επανάσταση στην Πορτογαλία και έτσι δεν μπορούν να βάλουν σαν κεντρικό θέμα το θέμα της εργατικής εξουσίας.

Το UDΡ προσπαθεί να διακριθεί με το να τονίζει το θέμα της «εθνικής ανεξαρτησίας από τον ιμπεριαλισμό», (το τονίζουν μάλιστα στον πληθυντικό σαν ο Ρωσικός ιμπεριαλισμός να ήταν το ίδιο άμεσα απειλητικός για την Πορτογαλία όπως ο αμερικανικός). Μια από τις βασικές τους κριτικές στο Ενωμένο Επαναστατικό Μέτωπο ήταν το ότι δεν διακήρυτταν «Όχι στις υπερδυνάμεις, ενότητα με τον τρίτο κόσμο», και «Όχι στον ιμπεριαλισμό, εθνική ανεξαρτησία».

Στην επαναστατική διαδήλωση της 20ης του Αυγούστου 1975 το UDΡ φαινόταν να επιμένει μονό σε συνθήματα «εθνικά, δημοκρατικά», και εναντιώθηκε ισχυρά για ένα πάνω που έλεγε: «ΕΞΩ ΤΑ ΑΠΟΒΡΑΣΜΑΤΑ, ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ».

Δεν μπορούν να μιλήσουν με κανένα τρόπο για ενωμένο μέτωπο με το ΚΚΠ ακόμη και με περιορισμένο αμυντικό χαρακτήρα, ενώ αναφέρονται, έστω όχι συχνά, στον σοσιαλφασισμό.

Η κατάσταση απαίτησε ένα προχώρημα παραπέρα από τα «εθνικά και δημοκρατικά» συνθήματα.

Μέχρι εδώ, στο μετρό που το ΡRΡ προπαγάνδισε και δούλεψε προς μια κατεύθυνση, κατόρθωσε να αναγκάσει το UDΡ να προσανατολισθεί προς τον δικό του στρατηγικό στόχο. Αλλά επειδή ακριβώς το UDΡ είναι αρκετά μεγάλο, υπάρχουν πολλοί εργάτες που δεν μπορούν να αποφασίσουν αν θα πρέπει να μπουν στο UDΡ η στο ΡRΡ. Γι αυτό το λόγο δεν μπαίνουν σε κανένα από τα δυο.

Το UDΡ βεβαία, μπορεί να περιορίσει την επιτυχία των πρωτοβουλιών του ΡRΡ όπως π.χ. τα «Επαναστατικά Συμβούλια Εργατών, Φαντάρων, Ναυτών».

 

Κεντριστικές οργανώσεις

Σε κάθε επαναστατική περίοδο, αναπτύσσονται όλα τα είδη κεντριστικών πολίτικων τάσεων.

Τάσεων που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επαναστατική αριστερά. Συνήθως αυτή η αμφιταλάντευση είναι το βασικότερο πολιτικό χαρακτηριστικό της ηγεσίας αυτών των τάσεων. Η βάση τους όμως συχνά αποτελείται από σοβαρούς και αποφασισμένους αγωνιστές και εργάτες, που έχουν ξεκόψει πολιτικά από τον ρεφορμισμό, αλλά που δεν έχουν πεισθεί τελείως ότι χρειάζεται μια πραγματικά επαναστατική οργάνωση. Οι ηγέτες προσπαθούν να κρατήσουν κάτω από τον έλεγχο τους τη βάση με επαναστατική φρασεολογία, ενώ στην πράξη ενδίδουν στους ρεφορμιστές.

Στην Πορτογαλία υπάρχει ένας αριθμός από τέτοιες ομάδες.

 

ΜΕS (Αριστερή Σοσιαλιστική Κίνηση)

Δημιουργήθηκε από την συγχώνευση τριών ομάδων:

α) Ριζοσπαστικοποιημένοι Καθολικοί, διανοούμενοι που είχαν αναμειχθεί στο φιλειρηνιστικό κίνημα. Η ηγεσία και τα στελέχη της οργάνωσης προέρχονται κυρίως απ αυτή την ομάδα.

β) Εργάτες που αντιδρούσαν στην στρατηγική του ΚΚΠ να διαβρώσει τα επίσημα συνδικάτα. Έχουν εργατική βάση κυρίως στην υφαντουργία. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος του συνδικάτου υφαντουργών είναι μελή του ΜΕS. Είχε επιρροή στην απεργία της ΤΑΡ το 1973, και σαν αποτέλεσμα κράτησε για λίγο την προεδρία και την αντιπροεδρία στο συνδικάτο εργατών μετάλλου.

γ) Ομάδα από Μαρξιστές διανοουμένους, που τώρα έχουν φύγει και έχουν σχηματίσει την «Εx–ΜΕS» ομάδα. Μερικά από τα μελή τους πήραν μέρος στις προσωρινές κυβερνήσεις και χαρακτηρίστηκαν «άκρα αριστερά» αυτών των κυβερνήσεων. Στο επίπεδο της βάσης οι αγωνιστές του ΜΕS ευθυγραμμίζονται με την επαναστατική αριστερά, αλλά σε εθνικό επίπεδο, έχουν την τάση να δρουν σαν ομάδα πίεσης πάνω στο ΚΚΠ και όχι σαν επαναστατική οργάνωση με σκοπό να το αντικαταστήσει. Το ΚΚΠ συχνά έχει καλωσορίσει την παρουσία του ΜΕS επειδή του δίνει την δυνατότητα να παίρνει ένα ελαφρά «αριστερό» χρώμα.

 

FSΡ

Δημιουργήθηκε γύρω από τον ηγέτη του, Μανουέλ Σέρα, ένα ριζοσπαστικοποιημένο καθολικό εργάτη που μπαινόβγαινε στις φυλακές. Είχε μια ομάδα τριγύρω του, το ΜSΡ (Λαϊκή Σοσιαλιστική Κίνηση) που αμέσως μετά την αλλαγή της 25ης Απριλίου, ενώθηκε με το ΣΚ. Μετά το συνέδριο του ΣΚ τον Δεκέμβρη του 1974, οπού έβαλαν ένα ξεχωριστό ψηφοδέλτιο και έχασαν, ο Σέρα κατηγόρησε τον Σοάρες για σκηνοθέτηση των εκλογών και για στροφή προς τα δεξιά. Έφυγε παίρνοντας μαζί του και μεγάλο μέρος του αρχικού ΜSΡ και σχημάτισε το FSΡ. Το FSΡ πάντα αρνιόταν να συμμετέχει στην κυβέρνηση, αλλά ήταν πολύ κοντά στο ΚΚΠ και χρησιμοποιήθηκε από αυτό για επιθέσεις κατά του ΣΚ σε περιπτώσεις που το ΚΚΠ δεν ήθελε επίσημα να τις κάνει μονό του. Οργανωτικά είναι χαλαρό και έχει μικρή βάση.

 

3. Τα δύο αποτυχημένα πραξικοπήματα της Δεξιάς

Το ανέβασμα του μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης, καθώς και ο χαρακτήρας και το πλάτεμα αυτού του κινήματος, επηρεάστηκαν παρά πολύ από τις επιθέσεις της δεξιάς. Καιρό πριν, ο Μαρξ έλεγε ότι η επανάσταση κατά καιρούς χρειάζεται το βούρδουλα της αντεπανάστασης.

Οι δυο απόπειρες πραξικοπήματος από τη δεξιά –στις 28 του Σεπτέμβρη 1974 και στις 11 του Μάρτη 1975– έδωσαν τεραστία ώθηση στην επανάσταση.

 

Το πραξικόπημα της 28ης του Σεπτέμβρη 1974

Ένα από τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής διαδικασίας είναι ότι η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων αλλάζει πολύ γρήγορα και απρόβλεπτα, δημιουργώντας κλίμα αστάθειας. Ο μονός τρόπος να δει κανείς το πραγματικό δυναμικό των δυνάμεων που συμπλέκονται, είναι να τις εξετάσει στη δράση. Έτσι η αστική τάξη επανειλημμένα δεν άντεξε στον πειρασμό να κάνει αναμέτρηση δυνάμεων.

Στους μήνες που ακολούθησαν την πτώση της δικτατορικές, παρ όλη την υποστήριξη των αρχηγών του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλιστικού Κόμματος και τη μεσοβέζικη στάση του ΚΕΔ, η Πορτογαλική αστική τάξη απέτυχε στη προσπάθεια της να συγκρατήσει το εργατικό κίνημα. Μετά από μια ανάπαυλα στα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου, ξέσπασε ένα νέο κύμα απεργιών και καταλήψεων. Απεργίες στα εργοστάσια υφαντουργίας, στους εργάτες γης, στα ναυπηγεία, στην ΤΑΡ (Πορτ. Αερογραμμές) και στη καθημερινή εφημερίδα Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο. Στη περιοχή της Λισσαβόνα τουλάχιστον, αυτές οι απεργίες ήταν πιο πολιτικοποιημένες από προηγουμένως. Οι εργάτες

του Λισνάβε διοργάνωσαν διαδήλωση για τη κάθαρση της διοίκησης από τα φασιστικά στοιχεία. Μερικά από τα συνθήματα τους ήταν: «Είμαστε εναντία στον εργατικό νόμο, συμπαράσταση στον αγώνα των εργατών της ΤΑΡ, του Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο, της χαλυβουργίας, και υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων όσο αυτές υποστηρίζουν τον αγώνα των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων τάξεων εναντία στις καταπιεστικές εκμεταλλεύτριες τάξεις».

Από μονή της μια τέτοια εξέλιξη ήταν αρκετή για να ανησυχήσει την αστική τάξη. Πλην όμως υπήρχαν ακόμη και άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στο να μετατρέψουν αυτή την ανησυχία σε τρόμο και πανικό μέσα στους κύκλους των μεγαλοβιομηχάνων και σε ορισμένους στρατηγούς.

Ο ένας παράγοντας ήταν η παντελής αποτυχία των κεντρώων να αναπτυχθούν σαν πολιτική δύναμη ικανή να ανακόψει την ανάπτυξη της δύναμης των εργατικών οργανώσεων.

Το ΚΚΠ δεν μπόρεσε να αποτρέψει την ανάπτυξη ανεξάρτητης εργατικής δράσης από τα αριστερά του. Αλλά υπερτερούσε σε πολλές περιοχές της χωράς σε σύγκριση με τα πολιτικά κόμματα που βρίσκονταν πιο δεξιά από αυτό. Οι μεγαλοβιομήχανοι άρχισαν να αισθάνονται ότι το μονό δυνατό αντίβαρο θα βρίσκονταν μόνο σε κείνες τις πολιτικές δυνάμεις που αυτοί οι ίδιοι είχαν πάψει πριν πέντε μήνες – τα μέλη του πολιτικού μηχανισμού του δικτάτορα Καετάνο. Και τέλος, υπήρχε το άλυτο πρόβλημα των αποικιών στην Αφρική. Η παράδοση της εξουσίας στο FRELIMO έκανε την άρχουσα τάξη να φοβάται ότι η κυβέρνηση θα άφηνε την πολύ πλούσια Αγκόλα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χεριά τους.

Αυτοί οι βιομήχανοι, όπως η οικογένεια Καμπαλιμάουντ που υποδέχτηκε το πραξικόπημα του Απρίλη με ευχαρίστηση, τώρα άρχισαν να καταγγέλλουν την προσωρινή κυβέρνηση με τα χειρότερα λογία. Οι κραυγές και οι καταγγελίες τους δεν απείχαν πολύ από την οργανωμένη αντίδραση. Ο Σπινόλα έκφρασε αυτή την αλλαγή την διαθέσεων της άρχουσας τάξης. Επέτρεψε τη συμμετοχή των Κομμουνιστών στην κυβέρνηση του τον Μάη για να ελέγξει καλύτερα το λαϊκό κίνημα. Σε λίγο όμως, εξαπέλυε αγρία κριτική στους αντιπροσώπους των αριστερών κομμάτων μέσα στο συμβούλιο του κράτους, ενώ δημοσία κατάγγελνε τις «πολιτικές δυνάμεις» χωρίς να τις κατονομάζει ειδικότερα. Χρησιμοποιώντας τη πρόφαση ότι αυτός ήταν αντίθετος με τη παράδοση της Μοζαμβίκης στο FRELIMO, ζήτησε από τη «σιωπηλή πλειοψηφία» που αντιτάσσονταν στην «αναρχία», να δράση.

Η οργάνωση των πραξικοπηματιών που έμελλε να καταλήξει στο αποτυχημένο πραξικόπημα, ήταν πρωτόγονη. Εξέχοντες μεγαλοβιομήχανοι, όπως οι αντιπρόσωποι των Καμπαλιμάουντ, οι αντιπρόσωποι της Τράπεζας Σπίριτο Σάντο και της Μαμπόρ, συναντήθηκαν μαζί με μερικούς στρατηγούς στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν τουλάχιστον τρεις που ήταν στη χούντα, γνωστοί πρώην υποστηριχτές του Καετάνο. Ο Σπινόλα έβγαλε ένα λόγο καλώντας τη «σιωπηλή πλειοψηφία» να κατεβεί σε διαδήλωση, ενώ οι βιομήχανοι και οι πολιτικοί της δεξιάς προσπάθησαν να βοηθήσουν να κινητοποιηθεί κόσμος και να καταλάβει τους δρόμους. Σε ομάδες φασιστών δόθηκαν όπλα. Σκοπός τους ήταν, να δώσουν την εντύπωση μιας μαζικής, λαϊκής αντίθεσης προς την αριστερά. Το αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας θα ήταν μια διαδήλωση υπέρ του Σπινόλα που υπολόγιζαν ότι θα είχε περίπου 300.000 κόσμο. Τα όπλα που δόθηκαν δεν σήμαινε ότι οι φασίστες θα τα χρησιμοποιούσαν για να πάρουν την εξουσία, αλλά για να δημιουργήσουν με προβοκάτσιες τέτοια αναταραχή ώστε να υπάρχουν τα προσχήματα για να επέμβουν οι στρατηγοί, να χτυπήσουν την αριστερά και να ξαναεπιβάλουν την «τάξη».

Παρ’ όλη την προχειρότητα του σχεδίου, η δεξιά παρά λίγο θα πετύχαινε το σκοπό της. Η διαδήλωση ήταν να γίνει το Σάββατο στις 28 του Σεπτέμβρη. Όλο το πρωινό κείνης της μέρας, οι αρχηγοί του ΚΕΔ παρακαλούσαν τον Σπινόλα να τη σταματήσει. Τους αγνόησε και τους είχε σχεδόν υπό κράτηση, περιορισμένους στο προεδρικό μέγαρο. Από εκεί δεν μπορούσαν να κινήσουν τις μονάδες του στρατού εναντία στη δεξιά. Για αρκετές κρίσιμες ώρες η ΚΟΠΚΟΝ είχε παραλύσει. Στο μεταξύ, δυνάμεις που βρίσκονταν κάτω από τις διαταγές υποστηριχτών του Σπινόλα είχαν αρχίσει δράση. Τα δυο υπουργεία, κάτω από τον άμεσο έλεγχο των σπινολικών αξιωματικών, το υπουργείο αμύνης και το υπουργείο επικοινωνιών, εμπόδισαν την κυκλοφορία όλων των εφημερίδων και τοποθέτησαν ένοπλες φρουρές στους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Πάντως, ο παράγοντας που έλειπε από τους υπολογισμούς των στρατηγών ήταν η αντίδραση της μάζας της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι στρατηγοί ήταν καθησυχασμένοι ζώντας μέσα στην αυταπάτη της ασφαλείας, αυταπάτη που γεννιόνταν από την επιθυμία των κυριότερων εργατικών κομμάτων να θυσιαστούν χωρίς να δώσουν μάχη. Αλλά αυτή τη φορά κρίνονταν το μέλλον των ίδιων των αριστερών κομμάτων και ήξεραν από τα προηγούμενα ξεσπάσματα του Σπινόλα μέσα στο Συμβούλιο του Κράτους τι είχε στο μυαλό του.

Το βραδύ πριν από τη μέρα της διαδήλωσης, ένας αριθμός σωματείων έβγαλαν ανακοινώσεις εναντία στη διαδήλωση. Η Ιντερσίντικαλ που ελέγχεται από τους Κομμουνιστές, καλέστε το λαό να «επαγρυπνεί».

Το σωματείο των σιδηροδρομικών προχώρησε περισσότερο και έδωσε εντολή στα μελή του να αρνηθούν να επανδρώσουν τα ειδικά τραίνα που θα μετέφεραν τους δεξιούς στη Λισσαβόνα και να ψάχνουν στα αλλά τραίνα επίσης να δουν μήπως υπάρχουν δεξιοί που πήγαιναν στη Λισσαβόνα για τη διαδήλωση. Το ίδιο σωματείο κάλεσε το σωματείο οδηγών υπεραστικών λεωφορείων να κάνουν το ίδιο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μονό δυο λεωφορεία με διαδηλωτές κατάφεραν να φτάσουν στη Λισσαβόνα.

Η αριστερά άρχισε να στήνει οδοφράγματα σ’ ολόκληρη τη χωρά. Την ίδια στιγμή, αντιπρόσωποι από ένα αριθμό οργανώσεων της Επαναστατικής Αριστεράς, συναντήθηκαν και αποφασίστηκε να βοηθήσουν στην οργάνωση των οδοφραγμάτων και χαρακωμάτων και να καλέσουν για αντιδιαδήλωση στο κέντρο της Λισσαβόνας για να έρθουν σε σύγκρουση με τους δεξιούς. Αντιπροσωπείες εργατών από τις πιο μαχητικές βιομηχανικές μονάδες στη Λισσαβόνα όπως η ΤΑΡ,

LISNAVE, CTT, (Ταχυδρομικοί), Στάνταρντ Ελέκτρικ, Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο, είχαν ήδη αποφασίσει πάνω στο ίδιο σχέδιο, και έτσι οι δυο διαδηλώσεις συνενώθηκαν. Αυτό που άρχισε σαν διαδήλωση των 10.000, γρήγορα μεγάλωσε και έφθασε να είναι τουλάχιστον 40.000.

Και μιας και το ’φερε ο λόγος –και είναι ένα παρά πολύ σημαντικό σημείο αυτό– οι πρώτοι εργάτες που βγήκαν στους δρόμους να διαδηλώσουν ήταν εκείνοι, που ο αγώνας τους είχε κριτικαριστεί άγρια από το ΚΚΠ και είχαν δεχτεί την επίθεση του στρατού μόλις πριν από μερικές βδομάδες: οι εργάτες των ναυπηγείων Λισνάβε, το προσωπικό συντήρησης της Αερ. εταιρείας ΤΑΡ, οι εργάτες του Τζουρνάλ ντο Κομέρσιο, και αυτοί :ακόμα οι ίδιοι οι ταχυδρομικοί που μερικές βδομάδες πριν τάχα μου καθοδηγόντουσαν από «αντιδραστικούς».

Ένα τέτοιο εργατικό κίνημα δεν άργησε να διεισδύσει μέσα στα στρατόπεδα. Εκείνοι οι αξιωματικοί που υποστήριζαν δεξιές γραμμές απομονώθηκαν αμέσως. Οι φαντάροι άρχισαν να ενώνονται με τους πολίτες στα οδοφράγματα παρ’ όλες τις διαταγές που έδιναν οι σπινολικοί από τα ραδιόφωνα να τα καταστρέφουν και να ελευθερώσουν τους δρόμους.

Η μαζική κινητοποίηση στους δρόμους άλλαξε το ζύγι μέσα στο Επιτελείο Στρατού και η ζυγαριά αλάφρυνε απ τη μεριά των σπινολικών κι άρχισε να γέρνει απ τη μεριά του ΚΕΔ. Ο Σπινόλα τότε έκαμε μια απεγνωσμένη τελευταία έκκληση στο Συμβούλιο του κράτους να του παραχωρηθούν εξουσίες δικτάτορα και μετά θα ανακαλούσε τη διαδήλωση. Οι δυνάμεις του ΚΕΔ όμως άρχισαν να κινητοποιούνται επιτελούς, κατέλαβαν τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και άρχισαν να ψάχνουν ολόκληρη την πόλη για όποιους τυχόν είχαν σχέση με τα σχεδία των πραξικοπηματιών. (C. Harman, in International Socialism, October 1974).

Στις 30 του Σεπτέμβρη, ο στρατηγός Σπινόλα μαζί με δυο υπουργούς, τρία μέλη του Συμβουλίου του κράτους και η στρατιωτική χούντα παραιτήθηκαν. 200 άτομα που ανακατώθηκαν στη συνωμοσία συνελήφθησαν.

 

Νεοαποικιακή λύση

Ένας από τους κυριότερους λογούς που οδήγησαν το στρατηγό Σπινόλα να ξεκινήσει το πραξικόπημα ήταν η πολιτική της Πορτογαλίας σε σχέση με τις αποικίες. Φοβόταν ότι η Πορτογαλέζικη επανάσταση θα υπέσκαπτε εντελώς την νεοαποικιοκρατική του «λύση» για τους πολέμους στην Αφρική. Στο βιβλίο του Σπινόλα, Η Πορτογαλία και το μέλλον, προβάλλονταν καθαρά η θέση για κοινοπολιτεία στην οποία αποικίες θα απολάμβαναν το δικαίωμα μιας δικιάς τους κυβέρνησης κάτω από τον έλεγχο της Πορτογαλίας. Παίρνοντας την εξουσία ο Σπινόλα ήταν πάντοτε πολύ προσεχτικός στο να διαχωρίζει τη λύση της «αυτοδιάθεσης» (την οποία και υποστήριζε) από την λύση της «ανεξαρτησίας» την οποία απέρριπτε μιας και «δεν ήταν προετοιμασμένοι» οι λαοί των αποικιών της Αφρικής «να είναι σε θέση επί του παρόντος να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους και για το μέλλον τους» (Le Monde, 2 May, 1974)

Στις αρχές του Μάη 1974, ο στρατηγός Κόστα Γκόμεζ στάλθηκε στην Αγκόλα και Μοζαμβίκη. Ενώ βρισκόταν στη Λουάντα, έδωσε τελεσίγραφο σ’ όλα τα απελευθερωτικά κινήματα: θα έπρεπε να αρχίσουν συνομιλίες για την «κατάπαυση του πυρός» αμέσως, ειδάλλως ο αποικιακός πόλεμος θα εξακολουθούσε. Και δήλωσε: «ο ένοπλος αγώνας θα συνεχιστεί εναντία στους αντάρτες, όσο αυτοί αρνούνται μια διπλωματική λύση στο πρόβλημα. Προτιθέμεθα να συνεχίσουμε τον αγώνα. Είμαι πεπεισμένος ότι η Αγκόλα θα αποφασίσει να παραμείνει Πορτογαλική. Πρέπει να συσφίξει τις σχέσεις της με τη Νότιο Αφρικανική Ένωση και τη Ροδεσία». (Le Monde, 7 May, 1974)

Πάνω απ’ όλα ο Σπινόλα και η κλίκα του ήταν ανήσυχοι για την παραμονή τους στην Αγκόλα.

Η Αγκόλα ήταν η πιο πλούσια αποικία της Πορτογαλίας. Είναι η δεύτερη χώρα στην Αφρική μετά τη Νιγηρία στην παραγωγή πετρελαίου. Έτσι η Αγκόλα με το να είναι πλούσια σε πρώτες ύλες, τράβηξε τις πολυεθνικές εταιρείες, που έχουν καλύψει τώρα τους ζωτικότερους τομείς της οικονομίας της. Εκτός από την Γκολφ Όιλ στην Καμπίντα, Πορτογαλέζικα, Βελγικά και Νοτιοαφρικανικά κεφάλαια έχουν ριχτεί στη βιομηχανία διαμαντιών, Πορτογαλέζικα και Βελγικά κεφάλαια στα ορυχεία σιδήρου, και Πορτογαλέζικα, Βελγικά, Νοτιοαφρικανικά, Γαλλικά και Αμερικανικά κεφάλαια στην πετρελαιοπαραγωγή. Η Ν. Αφρική έχει ρίξει πολλά κεφάλαια στη κατασκευή του φράγματος του ποταμού Κουνίν στη Νότιο Αγκόλα, καθώς και σε ένα μεγάλο αριθμό άλλων έργων που ετοιμάζονται σε συνεργασία με τους Πορτογάλους.

Η Αγκόλα ξεπέρασε κατά πολύ τις άλλες δυο Πορτογαλικές αποικίες, την Μοζαμβίκη και την Γουινέα Μπισάο. Η Γουινέα Μπισάο είχε ελαχίστη οικονομική σημασία για την Πορτογαλία και η Μοζαμβίκη δεχόταν όλο και πιο πολύ την οικονομική διείσδυση της Ν. Αφρικής, δίνοντας τους το δικαίωμα να χρησιμοποιούν το λιμάνι του Λορέντζο Μάρκεζ (τώρα λέγεται Καμ Φούμο) και προμηθεύοντας τεράστιο αριθμό φτηνής εργατικής δύναμη στα ορυχεία χρυσού του Ραντ. Ο φυσικός πλούτος της Αγκόλας και η βιομηχανική της ανάπτυξη την κάνουν μια από τις πλουσιότερες χώρες της Αφρικής.

Υπάρχει άλλη μια διαφορά ανάμεσα στην Αγκόλα από τη μια, και τη Μοζαμβίκη και τη Γουινέα Μπισάο από την άλλη. Στη Μοζαμβίκη και στη Γουινέα Μπισάο υπήρχε μόνο ένα απελευθερωτικό κίνημα. Στη Μοζαμβίκη το FRELIMO, και στη Γουινέα Μπισάο το ΡΑΙGC. Στην Αγκόλα υπάρχουν τρεις οργανώσεις που αντιμάχονταν, καμιά τους αρκετά δυνατή, αλλά και καμιά τους αρκετά αδύνατη για να αγνοηθεί. Το ΜΡLΑ, το FΝLΑ και η UΝΙΤΑ.

Το ΜΡLΑ από τον χρόνο της ίδρυσης του, το Δεκέμβρη του 1956, ξεκίνησε και αναπτύχθηκε μέσα στους μαύρους της εργατικής τάξης στη Λουάντα και στ’ αλλά αστικά κέντρα, χώνοντας τις ρίζες του βαθιά μέσα στις μάζες των πόλεων, αναπτύσσοντας δεσμούς που ακόμη και σήμερα συνεχίζονται.

Το FΝLΑ είναι κίνημα φυλετικό, αρχηγός του είναι ο Χόλντεν Ρομπέρτο, ο γαμπρός του Προέδρου Μομπούτου του Ζαΐρ (πρώην Κογκό). Το καθεστώς του Μομπούτου είναι ένας από τους καλύτερους φίλους των ΗΠΑ στην Αφρική από παλιά. Οι Αμερικανικές εταιρείες λύνουν και δένουν στο Ζαΐρ, και υπάρχουν 5.000 κυβερνητικό προσωπικό των ΗΠΑ στη χωρά, πολίτες και στρατιωτικοί. Το Ζαΐρ έπεσε στην επιρροή των Αμερικανών μερικά χρονιά πριν όταν το 1960 η χωρά ανακηρύχτηκε «ανεξάρτητη» και αποσπάστηκε από το Βέλγιο. Η ΣΙΑ επενέβη τότε δυναμικά για να σταθεροποιήσει την κατάσταση προς όφελος του ξένου κεφαλαίου, οργανώνοντας την ανατροπή και τη δολοφονία του φιλελεύθερου πρωθυπουργού Πατρίς Λουμούμπα.

Για το FΝLA κυκλοφορεί η φήμη για μια συμφωνία που χρονολογείται εδώ και μερικά χρονιά, ανάμεσα στο Ζαΐρ, το FNLΑ και την Γκολφ Όιλ σύμφωνα με την οποία οι δυνάμεις του Ρομπέρτο δεν θα πειράζουν την Καμπίντα. Είναι απόλυτα αληθινό ότι οι μονές επιθέσεις εναντία στη Καμπίντα προέρχονται από το ΜΡLΑ που κρατάει θέσεις στα βορειοανατολικά στο Κονγκό–Μπραζαβίλ, παρά από το FNLA από το Ζαΐρ στο νότο*.

Η τρίτη δύναμη, η UΝΙΤΑ, προέρχεται από μια διάσπαση του FNLΑ, είναι σε μεγάλο βαθμό φυλετική – υποστηρίζεται από τους Οβιμπούντου του Νότου. Όταν έγινε η αλλαγή στις 25 του Απρίλη στην Πορτογαλία, η UΝΙΤΑ ήταν καθαρά η πιο μικρή και αδύνατη οργάνωση από τις τρεις.

Ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας έχασε τη δύναμη του εξ αίτιας της μεγάλης διαμάχης μέσα στους κόλπους του κινήματος στην Αγκόλα και εξ αίτιας του μεγάλου αριθμού των λευκών αποίκων, 400.000 στον αριθμό.

Παρ όλα αυτά, τα θεμέλια της πολιτικής του Σπινόλα και των ομοίων του που σκόπευαν προς μια νεοαποικιοκρατική «λύση», υποσκάπτονταν συνεχώς από τον ασταμάτητο αγώνα και τις νίκες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Και πάνω απ όλα τις νίκες στη Γουινέα Μπισάο και στη Μοζαμβίκη. Στις 24 Ιουνίου η σιδηροδρομική γραμμή από τη Μπέιρα στο Τετ, σημαντική γραμμή ανεφοδιασμού για το φράγμα της Καμπίρα Μπάσα, τινάχτηκε στον αέρα ταυτόχρονα σε 28 σημεία. Στις νότιες επαρχίες (Μόνικα ανς Σόφολα) ένας αριθμός φυλακίων και αποθήκες πυρομαχικών δέχτηκαν επιθέσεις. Στις 15 του Ιούλη η στρατηγικής σημασίας πόλη Μορουμπούλα έπεσε τελικά στα χεριά μονάδων του FRELIMO.

Ο Σπινόλα όμως συνέχισε να δίνει σκληρές μάχες για να περάσει τη νεοαποικιοκρατική πολιτική του. Στις 13 του Ιούλη 1974, σε μια περίοδο οπού η αποτυχία της κοινοπολιτείας σαν λύση είχε ήδη γίνει ολοφάνερη μέσα από τις άκαρπες διαπραγματεύσεις με το ΦΡΕΛΙΜΟ, το ΜΡLΑ και το ΡΑΙGC, ο Σπινόλα υπερασπίστηκε την «αποαποικιακή στρατηγική» σε μια συνέντευξη τύπου στη Λισσαβόνα. Η στρατηγική της αποαποικιοποίησης απέβλεπε βασικά σε τέσσερις αμέσους στόχους:

1. Συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός με τα απελευθερωτικά κινήματα.

2. Ανάπτυξη της βιομηχανίας και της διοίκησης στις αποικίες.

3. Δημιουργία δημοκρατικών θεσμών στη χωρά.

4. Δημοψήφισμα στις αποικίες, όπου οι έχοντες δικαίωμα ψήφου θα διάλεγαν ανάμεσα σε τρεις λύσεις:

α) Ένα ισχυρό κοινοπολιτιακό κράτος μεταξύ της μητρόπολης και των αποικιών.

β) Ένα χαλαρό κοινοπολιτιακό κράτος σ’ όλη την επικράτεια.

γ) Τέλεια ανεξαρτησία.

Φυσικά, άφηνε να εννοηθεί ότι απέρριπτε τη λύση γ) σαν «μη ρεαλιστική και πρόωρη» και ότι η στρατηγική του στην Αφρική ήταν δεμένη με την ιδέα του Δημοψηφίσματος, που θα τους επέτρεπε να παρατείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη παρουσία των Πορτογαλικών στρατιωτικών μονάδων καθώς και την πολιτική διοίκηση στην Αφρική. Οι ελπίδες της Πορτογαλικής αστικής τάξης ότι οι λαοί της Αφρικής δεν θα αντιλαμβάνονταν τη παγίδα, αποδείχτηκαν μόνον όνειρα καλοκαιρινής νύχτας. (A. Munster, Portugal, Jahr 1 der Revolution, Berlin 1975,p64).

Πάνω στο πρόβλημα για το ποια πολιτική να τραβήξουν ως προς τις αποικίες, ο Σπινόλα τώρα απομονώνονταν όλο και περισσότερο από το ΚΕΔ.

Στις 10 του Ιούλη το Πορτογαλικό Σύνταγμα άλλαζε ουσιαστικά εξ αίτιας του νόμου που ψηφίστηκε και που αναγνώριζε το δικαίωμα της ανεξαρτησίας στις αποικίες. Στις 4 Αυγούστου, η προσωρινή κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσημα ότι αναγνωρίζει τη δημοκρατία της Γουινέας Μπισάο και ότι υποστήριζε τη συμμετοχή της στον ΟΗΕ σαν ένα ανεξάρτητο κράτος.

Ο Σπινόλα έλπιζε ακόμα ότι θα μπορέσει να αλλάξει τη πορεία των γεγονότων. Στο λόγο του στις 10 του Σεπτέμβρη, απευθυνόμενος, στη «σιωπηλή πλειοψηφία», προειδοποιούσε για την «εγκατάλειψη των κατοίκων της Αφρικής (των αποικιών) στο έλεος νέων δικτατορικών καθεστώτων» (Le Monde, 12 Sept. 1974).

Έτσι η νεοαποικιοκρατική πολιτική του Σπινόλα κατέρρευσε. Γκρεμίστηκε βασικά από το μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης στη Πορτογαλία σε συνδυασμό με το βάθεμα και το ξάπλωμα των κινημάτων στην Αφρική.

 

Το πραξικόπημα του Μάρτη

Οι καπιταλίστες ποτέ δεν παραδέχτηκαν την ήττα του πραξικοπήματος της 28ης του Σεπτέμβρη σαν τελική ήττα. Έχοντας χάσει τη πρώτη μάχη, οι δυνάμεις της αντίδρασης ήταν αποφασισμένες περισσότερο παρά ποτέ να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους για μια πιο αγρία επίθεση εναντία στην εργατική τάξη. Γύρω στο Γενάρη και το Φλεβάρη του 1975, γίνονταν όλο και πιο φανερό ότι η κυβέρνηση έχανε τον έλεγχο της κατάστασης από τα χεριά της. Ούτε το ΚΚΠ ούτε το ΚΕΔ ήταν σε θέση να χαλιναγωγήσουν το κίνημα στο ψηλό επίπεδο αγωνιστικότητας που είχε φτάσει. Το κύμα της αγωνιστικότητας ξεχύθηκε από τα εργοστάσια και αγκάλιασε μάζες ολόκληρες του λαού. Οι μαθητές σ’ ολόκληρη τη χώρα βρίσκονταν σε απεργία. Κτίρια καταλαμβάνονταν από τον κόσμο που ζούσε στις φτωχογειτονιές γύρω από κάθε μεγάλη πόλη. Εργάτες κάνανε καταλήψεις στα χωράφια. Συγκεντρώσεις δεξιών κομμάτων διαλύονταν, όπως του CDS και του ΡΡD, των πιο δυνατών δεξιών κομμάτων. Πρώτος στο κατάλογο αυτού του μαζικού κινήματος ήταν ο αγώνας εναντία στις απολύσεις καθώς, και εναντία στο κλείσιμο των εργοστασίων, αγώνας που ήταν γερά δεμένος με το αίτημα του saneamento (κάθαρση, αποχουντοποίηση). Αυτός ο αγώνας, καθώς γενικεύονταν, έπαιρνε τις διαστάσεις μιας τεράστιας εργατικής επίθεσης ενάντια στο κεφάλαιο. Κάθε καινούργια σύγκρουση μπορούσε να εξελιχτεί σε άμεση πολιτική πρόκληση εναντία στην άρχουσα τάξη της οποίας το «Απριλιάτικο όνειρο» γρήγορα μετασχηματίζονταν σε ένα ατελείωτο εφιάλτη.

Στις 11 Μαρτίου 1975, ένα μονάχα μήνα πριν από την ημερομηνία των εκλογών, ένα καινούργιο σχέδιο που θα ξανάδινε στη δεξιά την εξουσία, άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή. Οργανώθηκε από μια ομάδα δεξιών αξιωματικών που ήταν γύρω από το Σπινόλα που ζούσε στην εξοχή, λίγο έξω από τη Λισσαβόνα, από τότε που το αποτυχημένο πραξικόπημα της 28ης του Σεπτέμβρη τον ανάγκασε να χάσει τη θέση του σαν πρωθυπουργός.

Το επιτελικό κέντρο των πραξικοπηματιών ήταν η βάση Αεροπορίας του Τάνκος 100 μίλια βορειοανατολικά της Λισσαβόνας. Το σχέδιο θα περιλάμβανε το ταυτόχρονο ξεσήκωμα στρατιωτικών μονάδων μέσα και έξω από τη Λισσαβόνα.

Το σχέδιο ήταν μια αποτυχία, ασυγχρόνιστο, χωρίς να έχουν ιδωθεί όλοι οι παράγοντες, και ουσιαστικά χωρίς την υποστήριξη καμιάς άλλης μονάδας δυο καταδιωκτικά ΦΙΑΤ Τ–6 και δυο ελικόπτερα βομβάρδισαν τους στρατώνες της ΚΑL 1 (Ιο Σύνταγμα Ελαφρού Πυροβολικού) δίπλα στη Λισσαβόνα, και υποστηρίζονταν, μόνο από μια μονάδα αλεξιπτωτιστών.

Δυο ώρες αργότερα και η δεύτερη προσπάθεια από τις 25 του Απρίλη του περασμένου χρόνου, είχε αποτύχει. Και ενώ οι σαστισμένοι αλεξιπτωτιστές συναδελφώνονταν με τους φαντάρους του Συντάγματος πυροβολικού εξηγώντας, «Δεν είμαστε φασίστες – είμαστε δικοί σας, σύντροφοι», ο Σπινόλα το έσκαγε για την Ισπανία και οι υπόλοιποι από τους συνωμότες συλλαμβάνονταν.

Το πραξικόπημα δεν εξέπληξε κανένα. Ψιθυρίζονταν ότι θα γίνει κάτι τέτοιο τουλάχιστον μια βδομάδα πιο μπροστά. Ο Οτέλο ντε Καρβάλιο, διοικητής της ΚΟΠΚΟΝ, καθώς και στρατιωτικός διοικητής της Λισσαβόνας, είχε ήδη αποκλείσει τον ανεφοδιασμό σε καύσιμα της στρατιωτικής περιοχής γύρων από τη βάση του Τάνκος. Αλλά, όπως στις 28 του Σεπτέμβρη, ήταν οι εργάτες, ο λαός της Λισσαβόνας και ολόκληρης της χωράς που έδρασαν αμέσως και αποφασιστικά εναντία στη δεξιά, και μάλιστα πιο μπροστά από τους στρατιωτικούς. Δεν είχαν καν περάσει δυο ώρες από τη στιγμή που δέχτηκε την επίθεση η RAL 1, και οδοφράγματα είχαν στηθεί γύρω από τη Λισσαβόνα κλείνοντας έτσι τους κυριότερους δρόμους. Τα οδοφράγματα φυλάγονταν από τους εργάτες των γειτονικών εργοστασίων. Πολλοί από αυτούς ήταν οπλισμένοι, χρησιμοποιούσαν οτιδήποτε μπορούσαν για να ενισχύσουν τα οδοφράγματα – μπουλντόζες, φορτηγά, τσιμέντο που παίρναν από τις αυλές των εργοστασίων. Οι εργάτες γης οπλίστηκαν με φτυάρια και τσάπες. Οι τράπεζες καταλήφθηκαν, κλειδώθηκαν και έκαναν αλυσίδα γύρω από τα κτίρια – το ίδιο έγινε και με τα εργοστάσια και τα σχολεία. Τα γραφεία και τα καταστήματα έκλεισαν. Οι εργάτες έδιναν συνεχώς δελτία ειδήσεων στον τύπο και το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες έβγαζαν έκτακτα παραρτήματα και χρησιμοποιούσαν φορτηγά για να τις μοιράσουν στους εργάτες και στα οδοφράγματα. Τα εργατικά σωματεία και οι εργατικές επιτροπές σε ολόκληρη τη χωρά έβγαλαν προκηρύξεις. Η προκήρυξη του Σωματείου των ιδιωτικών υπαλλήλων στην περιοχή του Οπόρτο έγραφε: «Σύντροφοι, για να υπερασπίσουμε τη δημοκρατία, σταματήστε τη δουλειά αμέσως και σχηματίστε αλυσίδα γύρω από κάθε τόπο δουλείας, πάρτε τον έλεγχο των τηλεπικοινωνιών των κτιρίων στα χεριά σας... και εκείνοι που δεν χρειάζονται για τη φύλαξη των κτιρίων, βγείτε στους δρόμους να ξεκινήσει διαδήλωση...» (J. Rollo, International Socialism, April 1975).

Στο Μπερέιρο, ένα βιομηχανικό κέντρο στα νοτιά της Λισσαβόνας, οι σειρήνες των εργοστασίων και των πυροσβεστικών αντλιών σφύριζαν ασταμάτητα, οι εργάτες έφτιαχναν αλυσίδες και οδοφράγματα και σταματούσαν όλα τα αυτοκίνητα και τα έλεγχαν. Στο Σακαβέμ, που είναι κοντά στο στρατόπεδο που βομβαρδίστηκε, οι εργάτες έφτιαξαν ένα πάρα πολύ γερο οδόφραγμα απ’ άκρη σ’ άκρη του δρόμου που ενισχύθηκε επιπλέον με τόνους τσιμέντο και τέσσερις μπουλντόζες.

Ένας αντιπρόσωπος από την επιτροπή οικοδομών της περιοχής, πήγε στο στρατόπεδο και ζήτησε να δοθούν όπλα στους εργάτες για να βοηθήσουν στον αγώνα. Στο Καρτάξο, το οδόφραγμα φτιάχτηκε με φορτηγά που πήραν οι εργάτες από το εργοστάσιο μπύρας της SCC που είχε καταληφθεί. Πολύ γρήγορα εκατοντάδες εργάτες από αλλά εργοστάσια ενώθηκαν μαζί τους. Ήταν οπλισμένοι με ξύλα, φτυάρια και ότι άλλο πρόχειρο έπεφτε στα χεριά τους.

Οι Επαναστατικές οργανώσεις μπήκαν στον αγώνα. Έφτιαξαν χαρακώματα στην Αλγουεϊτάο Μαρτίνς, επετέθηκαν σε ένα φυλάκιο «εθνοφρουρών» και τους εξανάγκασαν να μπουν και αυτοί μέσα στα χαρακώματα,

Στη Μπάιζα ντε Μπανέιρα άρπαξαν όλα τα όπλα τα όπλα των εθνοφρουρών, στη Μόιτα πήραν τα όπλα της αστυνομίας. Κατέλαβαν τη γέφυρα και έλεγχαν τα φέρι μπόουτ που συνδέουν τη Λισσαβόνα με τις βιομηχανικές περιοχές στο νότιο μέρος της και έψαχναν τα αυτοκίνητα που υπήρχε η υποψία ότι μεταφέρουν όπλα μέσα στη πόλη.

Στα ναυπηγεία του Λισνάβε, οι εργάτες σταμάτησαν τη δουλεία και ενώθηκαν με τους άλλους στα χαρακώματα αφού έστειλαν μερικούς να φυλάνε τα παιδιά του δημοτικού σχολείου της περιοχής.

Στα σύνορα, οι δρόμοι προς την Ισπανία ήταν όλοι κομμένοι και σε όλη τη χωρά οι δρόμοι φυλάγονταν από ομάδες πολιτών.

Στη Κόιμπρα, τη τρίτη κατά σειρά μεγάλη πόλη της Πορτογαλίας, έβαλαν αυτοκίνητα πάνω στο διάδρομο προσγειώσεως του αεροδρομίου όταν είδαν ένα αεροπλάνο να πετά πολύ χαμηλά πάνω από την πόλη.

Τεράστιες διαδηλώσεις μπλοκάριζαν επί ώρες τους δρόμους της Λισσαβόνας, του Οπόρτο και των άλλων μεγάλων πόλεων. Οι εφημερίδες είχαν ξεπουληθεί όλες. Μερικές έβγαλαν παραρτήματα και άλλες κυκλοφόρησαν μπροσούρες, αντιγράφοντας τη μεγάλης κυκλοφορίας καθημερινή εφημερίδα Ο Σεκούλο που συντάσσονταν από επιτροπή εργατών.

Χιλιάδες προκηρύξεις μοιράστηκαν από τα σωματεία και τις εργατικές επιτροπές που κατήγγελναν την απόπειρα πραξικοπήματος. (Sosialisti Worker March 22, 1975).

Ο ρόλος της Επαναστατικής Αριστεράς αυτή τη φορά ήταν πολύ μεγαλύτερος από ο,τι κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Σεπτέμβρη. Στα οδοφράγματα ενώθηκαν επαναστάτες των οργανώσεων της Επαναστατικής Αριστεράς με εργάτες και αγωνιστές του ΚΚΠ.

Κατέλαβαν τη γέφυρα της 25ης του Απρίλη (πρώην Σαλαζάρ), η οποία ενώνει τις δυο όχθες του ποταμού Τάγου, καθώς και τα φέρι μπόουτ που πηγαινοέρχονται ανάμεσα στη Λισσαβόνα και στη Κασίλιας. Παρ’ όλο που το ΚΚΠ και η Ιντερσίντικαλ (ΓΣΕΕ) είχαν πάρει επίσης μέρος, ο ρόλος τους και η επιρροή τους φαίνονταν καθαρά ότι ήταν αρκετά μικρότερος σε σχέση με αυτόν του Σεπτέμβρη.

Δυο βδομάδες πριν από το πραξικόπημα, τα αποτελέσματα των εκλογών στην αεροπορία, το στρατό και το Ναυτικό των συμβουλίων της Συνέλευσης του ΚΕΔ, εμφάνισαν μια ουσιαστική στροφή προς τα δεξιά μέσα στο σώμα των κατωτέρων αξιωματικών. Σημαντικά μελή της Συντονιστικής Επιτροπής, γνωστά αστέρια του ΚΕΔ όπως ο διοικητής της ΚΟΠΚΟΝ Οτέλο ντε Καρβάλιο, έχασαν τις θέσεις τους. Αυτοί οι άνδρες δεν ήταν εξτρεμιστές. Ο ίδιος ο Καρβάλιο φλερτάριζε με το κέντρο μέσα στο σώμα των αξιωματικών. Τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών πιθανόν να οδήγησαν την άρχουσα τάξη και τους στρατηγούς να μαζευτούν γύρω από τον Σπινόλα και να αποφασίσουν ότι είχε έλθει η κατάλληλη στιγμή που περίμεναν για να χτυπήσουν. Θα έπρεπε να πίστευαν ότι το κύμα αντίδρασης μέσα στους κατωτέρους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων ήταν αρκετά δυνατό για να ξαναφέρει πάλι τη δεξιά στην εξουσία. Οι δεξιές τάσεις όμως μέσα στους αξιωματικούς δεν συγκεντρώθηκαν σε μία συμπαγή δύναμη. Οι αξιωματικοί αυτοί, δεν ήταν σίγουροι ότι μπορούσαν να αλλάξουν την ηγεσία του ΚΕΔ από τη μια μεριά, και από την άλλη, δεν ήταν σίγουροι αν θα μπορούσαν να ασκήσουν έλεγχο πάνω στους φαντάρους.

Σε πολλές μονάδες οι φαντάροι αρνιόντουσαν να εκτελέσουν τις διαταγές των αξιωματικών που ήξεραν ότι είναι δεξιοί. Και στις μονάδες που οι αξιωματικοί ήταν πιστοί στην ηγεσία του ΚΕΔ, οι φαντάροι ξεπερνούσαν τις διαταγές. Οι φαντάροι αδελφώνονταν ανοιχτά με τους εργάτες που φύλαγαν στα οδοφράγματα πολλοί φαντάροι έδιναν τα όπλα που τους ζητούσαν οι εργάτες, και, για πρώτη φορά άρχισαν να γίνονται συνελεύσεις οπού παίρνανε μέρος αξιωματικοί και φαντάροι.

Μέσα στους στρατώνες της RAL 1, από μια τέτοια συγκέντρωση, πέρασε ομόφωνα το παρακάτω ψήφισμα:

«Η δεύτερη ανακοίνωση των φαντάρων και των αξιωματικών της RAL 1:

Προς όλους τους φαντάρους, ναύτες, εργάτες και αγρότες, προς όλους τους αντιφασίστες και δημοκρατικούς αξιωματικούς:

Σύντροφοι, όσο συνεχίζονται οι αβρότητες στους χαφιέδες της ΡΙDΕ, όσο τα φασιστικά κόμματα συνεχίζουν να υπάρχουν νόμιμα, όσο ο κόσμος συνεχίζει να σκοτώνεται στη Σετουμπάλ, όσο οι φαντάροι και οι αξιωματικοί που παλεύουν εναντία στη φασιστική καταπίεση μέσα στα στρατόπεδα, φυλακίζονται, τόσο η καταπίεση και η εκμετάλλευση του λαού θα συνεχίζεται πιο άγρια.

Σύντροφοι, οι φαντάροι και όλοι οι αξιωματικοί της RAL 1 που μέχρι τώρα πάλεψαν εναντία στο φασισμό και στους συνεργούς του, θα συνεχίσουν και θα εντείνουν αυτόν τον αγώνα εναντία στους εκμεταλλευτές και τους καταπιεστές.

Απαιτούμε την άμεση εκτέλεση των φασιστών και των συνεργών τους, είτε είναι αξιωματικοί, είτε στρατηγοί.

– Θάνατος στο Φασισμό, Λαϊκά δικαστήρια.

– Έξω οι Ιμπεριαλιστές από την Πορτογαλία.

– Άμεση εκτέλεση των φασιστών

– Οι φαντάροι είναι τα παιδιά του λαού.» (J. Rollo, International Socialism, April 1975).

Το πραξικόπημα της δεξιάς κατέρρευσε όταν οι αλεξιπτωτιστές ενώθηκαν με τους άνδρες του

Συντάγματος ελαφρού πυροβολικού εναντία στους οποίους υποτίθετο ότι είχαν έλθει να επιτεθούν.

Οι δεξιοί στρατηγοί που προσπάθησαν να κρυφτούν στο επιτελείο της εθνοφρουράς συνελήφθησαν. Ανάμεσα στους συνωμότες που πιάστηκαν, ήταν και οι διευθυντές μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες και ένα από τα μεγαλύτερα μονοπώλια, η CUF και Τσαμπαλιμάουντ.

Στις πέντε το απόγευμα, το ΚΕΔ έλεγχε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και καλούσε το λαό να εγκαταλείψει τα οδοφράγματα για να τα αναλάβει τώρα ο στρατός, αλλά να παραμείνουν άγρυπνοι και ενωμένοι. Αλλά αυτό με κανένα τρόπο δεν ήταν το τέλος της λαϊκής κινητοποίησης. Αυτό το ίδιο απόγευμα, αριστεροί διαδηλωτές μπήκαν στο επιτελείο της εθνοφρουράς, στο σπίτι του Σπινόλα και στα γραφεία των κομμάτων της άκρας δεξιάς και τα λεηλάτησαν. Οι εργάτες που φύλαγαν τα ταχυδρομεία, τις τηλεπικοινωνίες, τα κυβερνητικά κτίρια, παρέμειναν στις θέσεις τους κόβοντας έτσι, κάθε μέσο επικοινωνίας στους δεξιούς. Οι δρόμοι στη κεντρική και νοτιά Πορτογαλία συνέχιζαν να είναι μπλοκαρισμένοι, στα οδοφράγματα εργάτες του ΚΚΠ και της Επαναστατικής Αριστεράς που φορούσαν κόκκινα περιβραχιόνια και οπλισμένοι με πιστολιά, σταματούσαν τα αυτοκίνητα και τα έψαχναν. (Sosialisti Worker March, 22, 1975).

 

Οι εργάτες μαθαίνουν μέσα στον αγώνα

Αμέσως μετά το πραξικόπημα, εκατοντάδες χιλιάδες Πορτογάλοι εργάτες οργάνωσαν μαζικές κινητοποιήσεις ζητώντας να συνεχιστεί ο αγώνας και να προχωρήσει πιο πέρα η επανάσταση. Να και μερικά παραδείγματα από τα ψηφίσματα που πέρασαν.

Το Σωματείο Σχεδιαστών έλεγε ότι η αντίδραση ήταν σε θέση να δράσει «σε μεγάλο βαθμό εξ αίτιας της απροθυμίας της προσωρινής κυβέρνησης να αναλάβει επαναστατική δράση».

Στη τεραστία συγκέντρωση εργατών της Πορτογαλικής Αεροπορικής Εταιρίας ΤΑΡ, το ψήφισμα που πέρασε έλεγε: «θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε το ΚΕΔ όσο αυτό είναι με τη μεριά των εργατών».

Η ηγεσία του Σωματείου των ηλεκτρολόγων στο νότο: «Ένα πράγμα πρέπει να μάθουμε καλά, ήταν η διστακτικότητα των οργάνων εκείνων που είχαν τη δύναμη στα χεριά τους, που έδωσε την ευκαιρία στους φασίστες να οργανωθούν».

Από το Σωματείο των Ταχυδρομικών: «Η απόπειρα των αντιδραστικών έγινε δυνατή, επειδή η διαδικασία της κάθαρσης δεν αποτελειώθηκε, και έτσι, πολλοί χαφιέδες της ΡΙDΕ, λεγεωνάριοι και άλλοι αντιδραστικοί παρέμειναν όχι μονό στα ταχυδρομεία, αλλά και σε παρά πολλές άλλες υπηρεσίες και βιομηχανίες. Και όλα αυτά με τις ευλογιές της κυβέρνησης, και εναντία στις τόσες εργατικές απεργίες και διαδηλώσεις που έγιναν και που σκοπό είχαν να πετάξουν από τους τόπους δουλείας τα άτομα που είχαν σχέση με τους φασίστες».

Τα πιο σημαντικά ψηφίσματα όμως προέρχονται από το στρατό. Για πρώτη φορά γίνονται μαζικές συνελεύσεις των φαντάρων. Η μονάδα που δέχτηκε την επίθεση, έβγαλε μια ανακοίνωση από όλους τους φαντάρους, λοχίες και αξιωματικούς: «Γιατί έγινε η επίθεση εναντία στο Σύνταγμα Ελαφρού Πυροβολικού; Γιατί οι φαντάροι του Συντάγματος Ελαφρού Πυροβολικού ξέρουν καλά ότι οι εχθροί μας είναι οι καπιταλίστες και οι φασίστες που μας καταπίεζαν, και ότι ο ρόλος που πρέπει να παίξουμε, είτε αρέσει στους στρατηγούς, είτε όχι, είναι: να προστατέψουμε τους εργάτες και να παλέψουμε εναντία στην αντίδραση. Για κείνους που προσπάθησαν να μας ματοκυλίσουν, το μονό πράγμα που απομένει είναι να ζητήσουμε την άμεση εκτέλεση τους.

Σύντροφοι, λαός οπλισμένος, ποτέ νικημένος.

– θάνατος στο φασισμό.

– θάνατος στο καπιταλισμό». (Sosialisti Worker March, 22, 1975).

Η αποτυχία των δυο πραξικοπημάτων της 28ης του Σεπτέμβρη και της 11ης του Μάρτη, δείχνει καθαρά τη δύναμη της εργατικής τάξης. Αυτό δεν θα έπρεπε με κανένα τρόπο όμως να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τελειώσαμε με την αντεπανάσταση. Αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ, ότι στη Χιλή η δεξιά προσπάθησε να ανατρέψει την κυβέρνηση τρεις φορές μέχρις ότου τελικά το πετύχει. Στη Πορτογαλία, η αποδέσμευση των ενόπλων δυνάμεων από τους φασίστες αξιωματικούς και η ζωντανή ανάμνηση του φασισμού στη συνείδηση του λαού, θα κάνει πιο δύσκολη τη πραγματοποίηση των σχεδίων της. Μπορεί όμως τελικά να πετύχει και στην Πορτογαλία, αν δεν αναπτύξει η εργατική τάξη τους δικούς της αυτόνομους φορείς οργάνωσης που θα καθοδηγούνται από μια συμπαγή επαναστατική ηγεσία.

 

4. Ο Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων

 

Η επανάσταση και ο στρατός

Το κίνημα των ενόπλων δυνάμεων (ΚΕΔ) είναι ένα μοναδικό φαινόμενο. Καμία επανάσταση δεν έχει δει τίποτα παρόμοιο εκτός από την Πορτογαλική.

Ας αρχίσουμε με την εμπειρία που μας δίνει η ιστορία για το ρολό των ενόπλων δυνάμεων σε επαναστατικές περιόδους.

Αποτέλεσμα όλων των προηγουμένων επαναστάσεων ήταν η αποσύνθεση και διάλυση του στρατού που υπήρχε. «Σίγουρα, το γεγονός είναι φανερό», έγραφε ο Ενγκελς στο Μαρξ στις 26 του Σεπτέμβρη 1851, «ότι ένας αποδιοργανωμένος στρατός και το ολοκληρωτικό σπάσιμο της πειθαρχίας είναι το χαρακτηριστικό καθώς και το αποτέλεσμα κάθε πετυχημένης επανάστασης».

Ας δούμε την εμπειρία της Ρωσίας το 1917. Τους μήνες πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη 1917, η πειθαρχία μέσα στον Τσαρικό στρατό έσπαζε συνεχεία. Η επανάσταση του Φλεβάρη επιτάχυνε αυτή την διαδικασία. Στο κάτω–κάτω, η επανάσταση έγινε όχι μοναχά χωρίς τους αξιωματικούς, αλλά και εναντίον τους. Μια, δυο μέρες μετά την επανάσταση, πολλοί από τους αξιωματικούς βιάστηκαν να φορέσουν τα κόκκινα περιβραχιόνια. Αλλά μπορούσαν οι φαντάροι να τους εμπιστευθούν;

Ο Β. Στάνκεβιτς, ένας αξιωματικός που πέρασε με τη μεριά των επαναστατών «πέντε λεπτά αφού άρχισε η επανάσταση», και έγινε ηγέτης μέσα στο στρατό στο διάστημα μεταξύ των επαναστάσεων του Φλεβάρη και του Οκτώβρη, σημείωσε πολύ καθαρά ποια ήταν τα πραγματικά συναισθήματα μεταξύ των αξιωματικών και των φαντάρων τις πρώτες μέρες μετά την επανάσταση του Φλεβάρη.

«Το γεγονός ήταν πως οι φαντάροι εγκατέλειψαν τους στρατώνες σπάζοντας την πειθαρχία, όχι απλώς χωρίς τους αξιωματικούς, αλλά και εναντίον της θέλησης των αξιωματικών, και σε πολλές περιπτώσεις εγκατέλειψαν τους στρατώνες σκοτώνοντας τους αξιωματικούς που προσπάθησαν να τους εμποδίσουν κάνοντας το καθήκον τους. Και τώρα, με τη γενική, λαϊκή αλλά και επίσημη επιδοκιμασία που δέσμευε και τους ίδιους τους αξιωματικούς, οι φαντάροι υποτίθεται πραγματοποίησαν με αυτό το τρόπο τη πράξη της χειραφέτησης τους. Αν αυτό ήταν πραγματικά ένα ηρωικό επίτευγμα, και αν οι ίδιοι οι αξιωματικοί τώρα το διακηρύχνουν, τότε γιατί δεν οδήγησαν οι ίδιοι τους φαντάρους στους δρόμους – γιατί βλέπεις αυτό θα ήταν ευκολότερο και λιγότερο επικίνδυνο γι αυτούς απ’ ότι ήταν για τους φαντάρους. Τώρα, μετά τη νίκη, ενώνονται με τους δημιουργούς του ηρωικού κατορθώματος. Αλλά ποσό ειλικρινής είναι αυτή η συνένωση και για ποσό καιρό; Στην αρχή βλέπεις, ήταν ανήσυχοι, κρυβόντουσαν, άλλαξαν τις στολές τους με ρούχα πολιτικά... Έστω και αν όλοι τους επέστρεψαν την επομένη μέρα. Έστω και αν μερικοί από αυτούς γύρισαν πίσω τρέχοντας και ενώθηκαν με τους φαντάρους πέντε λεπτά αφού οι τελευταίοι βγήκαν έξω. Το γεγονός ήταν ότι οι φαντάροι οδηγούσαν τους αξιωματικούς και όχι οι αξιωματικοί τους φαντάρους.

Και αυτά τα πέντε λεπτά ήταν που άνοιξαν ένα αδιάβατο χάσμα, ξεκόβοντας τους φαντάρους από τις πιο βαθιές και βασικές προϋποθέσεις της ύπαρξης του παλιού στρατού». (Β. Στάνκεβιτς, Vospominia, 1914–19, Βερολίνο 1920, σελ.72)

«Οι αξιωματικοί επίσημα γιόρτασαν την επανάσταση, έπλεξαν το εγκώμιο της, φώναξαν “ζήτω” στους αγωνιστές της ελευθερίας στολίστηκαν με κόκκινα χρώματα και βάδισαν κάτω από κόκκινες σημαίες. Ο καθένας τους έλεγε “εμείς”, η επανάσταση “μας”, η νίκη “μας” και η ελευθερία “μας”. Όμως στο βάθος της καρδίας τους ήταν τρομοκρατημένοι, έτρεμαν, αισθανόντουσαν αιχμάλωτοι κάποιας εχθρικής γι’ αυτούς δύναμης που βάδιζε σε άγνωστο δρόμο». (Στο ίδιο βιβλίο, σελ.77).

Ο ανοικτός ανταγωνισμός ανάμεσα στους φαντάρους και τους αξιωματικούς, ανάγκασε ακόμα και τους δεξιούς ηγέτες του εργατικού κινήματος –τους Μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες της εποχής– να παραδεχτούν την ανάγκη για επιτροπές των στρατιωτών ώστε να ελέγχονται οι αξιωματικοί.

Η επαναστατική διάθεση ανάμεσα στους φαντάρους ήταν τέτοια, ώστε οι συμβιβαστές το βρήκαν αδύνατο να διατηρήσουν την παλιά μορφή της πειθαρχίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα συμβιβαστικό «Διάταγμα Νο 1» που βγήκε από το σοβιέτ της Πετρούπολης την 1η του Μάρτη:

«Σε όλους τους λόχους, στα τάγματα, στα συντάγματα, στις πυροβολαρχίες, στις ίλες ιππικού, στις ειδικές υπηρεσίες των διαφορών διοικήσεων του στρατού και στα σκάφη του ναυτικού, πρέπει να γίνουν αμέσως επιτροπές από εκλεγμένους αντιπροσώπους των κατωτέρων βαθμίδων των προαναφερθέντων, στρατιωτικών μονάδων.

Για την πολιτική του δράση το στρατιωτικό τμήμα βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο των αντιπροσώπων του σοβιέτ των εργατών και των φαντάρων, αλλά και κάτω από τον έλεγχο των δικών του επιτρόπων.

Οι διαταγές της Στρατιωτικής Επιτροπής της Κυβέρνησης θα εκτελούνται μόνο στις περιπτώσεις που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις εντολές και τις αποφάσεις του σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των φαντάρων.

Όπλα κάθε είδους όπως τουφεκιά, πολυβόλα, τεθωρακισμένα οχήματα, κλπ, πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή και κάτω από τον έλεγχο των επιτροπών των λόχων και των ταγμάτων, και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δοθούν στους αξιωματικούς έστω και αν το ζητήσουν.

Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας στο στρατό, οι φαντάροι πρέπει να δείχνουν αυστηρή πειθαρχία, αλλά έξω από το στράτευμα, στην πολιτική και ιδιωτική τους ζωή, επ’ ουδενί λόγω δεν στερούνται τα δικαιώματα που έχουν όλοι οι πολίτες. Ειδικότερα, καταργείται το να στέκονται προσοχή και να χαιρετούν στρατιωτικά όταν δεν βρίσκονται σε υπηρεσία.

Επίσης, η προσφώνηση των αξιωματικών με τίτλους όπως “η υψηλότης σας” κλπ. καταργείται, και αυτοί οι τίτλοι αντικαθιστούνται με την προσφώνηση “κ. Στρατηγέ” “κ. Συνταγματάρχη” κλπ. Βρισιές εναντία στους οπλίτες οποιουδήποτε βαθμού, και κυρίως η προσφώνηση τους με το “ρε συ”, απαγορεύεται. Οι στρατιώτες καλούνται να καταγγέλλουν στις επιτροπές των λόχων κάθε παράβαση αυτού του νομού, καθώς και όλα τα σημεία διαφωνίας μεταξύ των αξιωματικών και των φαντάρων.

Αυτό το διάταγμα θα διαβαστεί σε όλους τους λόχους, τα τάγματα, τα συντάγματα, τα πληρώματα των πλοίων, τις πυροβολαρχίες, καθώς και σε όλες τις εμπόλεμες και μη διοικήσεις.»

«Σχεδόν αμέσως, οι αξιωματικοί είχαν να αντιμετωπίσουν επιτροπές που έβαζαν αιτήματα, που ζητούσαν εξηγήσεις, που ανακαλούσαν διαταγές και που επέβαλαν έλεγχο πάνω σε όπλα και πυρομαχικά. Συχνά, ζητιόνταν από τους αξιωματικούς να αναγνωρίσουν τη δομή των επιτροπών βγάζοντας ειδικές δηλώσεις. Όλες οι προσπάθειες των αξιωματικών να πείσουν τους φαντάρους ότι το διάταγμα δεν ήταν επίσημο και ότι εν πάσει περιπτώσει, αφορούσε μονό τη Πετρούπολη, πήγαν χαμένες. (Α. Γουάλντμαν, «Η Επανάσταση του Φλεβάρη και ο Ρωσικός στρατός», Σοβιετικές Μελέτες, Ιούλιος 1970).

Εμφανίστηκε λοιπόν μια καθαρή περίπτωση διπλής εξουσίας στο στρατό, όπου σε κάθε μονάδα: Από τη μια μεριά ήταν οι αξιωματικοί με καθόλου σχεδόν πραγματική εξουσία, και από την άλλη μεριά οι επιτροπές των φαντάρων.

Με το στρατό διηρημένο τόσο ξεκάθαρα μεταξύ αξιωματικών και φαντάρων, ήταν πολύ φυσικό οι φαντάροι να ενωθούν μεταξύ τους και να στέλνουν αντιπροσώπους τους στα σοβιέτ που σχηματίστηκαν κάτω από την ονομασία «Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των φαντάρων».

Οι Μπολσεβίκοι που απεχθάνονταν τις μεσοβέζικες καταστάσεις, κάλεσαν για την πλήρη κατάργηση της διπλής εξουσίας στο στρατό, διώχνοντας τους διορισμένους αξιωματικούς.

Έτσι ο Λένιν έβαλε την ερώτηση: «Θα έπρεπε οι αξιωματικοί να εκλέγονται από τους φαντάρους;» Και απαντάει: «Όχι μονό πρέπει να εκλέγονται από τους φαντάρους, αλλά τα βήματα κάθε αξιωματικού και στρατηγού, πρέπει να ελέγχονται από ανθρώπους που θα ’χουν εκλεγεί ειδικά γι αυτό το σκοπό από τους φαντάρους...»

«Είναι επιθυμητό για τους φαντάρους, κατόπιν δικιάς τους απόφασης, να αντικαθιστούνε τους ανωτέρους τους;»

Και απαντάει: «Είναι επιθυμητό και σημαντικό με κάθε τρόπο. Οι φαντάροι θα υπακούουν και θα σέβονται μονό εκλεγμένη εξουσία». (V. I. Lenin, Collected Works, Vol. 34, pp 100–101).

 

Το ΚΕΔ

Στον Πορτογαλικό στρατό δεν έχει γίνει μέχρι τώρα καμιά διαίρεση που να χωρίζει κατακόρυφα φαντάρους και αξιωματικούς. Ούτε καμιά διαίρεση που να χωρίζει οριζόντια την καθαρά επαναστατική μερίδα των αξιωματικών και των φαντάρων από την καθαρά αντιδραστική μερίδα των υπολοίπων αξιωματικών και φαντάρων.

Στο πραξικόπημα της 25ης του Απρίλη 1974, δυο διαφορετικά κομμάτια του στρατού συνεργάστηκαν μεταξύ τους. Από τη μια ένα χουντικό κομμάτι, και από την άλλη το ΚΕΔ.

Οι παλιοί αξιωματικοί που ήταν η ηγεσία της χούντας, είχανε καταλάβει λίγο πολύ τα αξιώματα τους οντάς υπέρ των καθεστώτων του Σαλαζάρ και του Καετάνο. Ο ίδιος ο Σπινόλα είχε ταυτιστεί με το φασιστικό καθεστώς του Σαλαζάρ, πολεμώντας για τον Φράνκο στον Ισπανικό εμφύλιο και για τον Χίτλερ στο Ρωσικό μέτωπο.

Αλλά δεν ήταν το χουντικό κομμάτι που έκανε το πραξικόπημα. Απλώς επωφελήθηκε από αυτό. Η κυρία δύναμη που έκανε το πραξικόπημα ήταν οι μεσαίοι αξιωματικοί του ΚΕΔ, κάπου 400 στον αριθμό. Οι διαθέσεις τους και οι σκοποί τους, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν οι ίδιες με αυτές των στρατηγών.

Ανάμεσα στους νεωτέρους αξιωματικούς, ένας μεγάλος αριθμός ήταν έφεδροι. Στον Πορτογαλικό στρατό οποίος κατατάσσεται αφού τελειώσει το πανεπιστήμιο, γίνεται αξιωματικός, εκτός αν έχει ποινικά η πολιτικά παραπτώματα.

Από το 1962, οι φοιτητές είχαν αναπτύξει αποτελεσματική αντιδικτατορική δράση. Από το 1968, τα πανεπιστήμια ήταν σε αναβρασμό. Δεν υπήρχε φοιτητής που σε κάποια φάση να μην είχε ανακατευτεί με την πολιτική δράση στο πανεπιστήμιο. Έτσι, αυτοί οι έφεδροι αξιωματικοί, πρώην φοιτητές, έφεραν μέσα στο στρατό ένα ποσοστό πολιτικής εμπειρίας που μόνο λίγοι από τους μονίμους την είχαν. Οι πιο πολλοί δεν είχαν καμιά διάθεση να πολεμήσουν για έναν άδικο πόλεμο στην Αφρική, και πολλοί από αυτούς διατηρούσαν ακόμη ένα μέρος της αριστερής ιδεολογίας που είχαν πάρει στο διάστημα που ήταν φοιτητές.

Πιο σημαντικό πάντως ήταν η δυσαρέσκεια που άρχισε να αναπτύσσεται συνέχεια, καθώς ήταν αναγκασμένοι να τρέχουν σε απομακρυσμένες περιοχές των αποικιών, να πολεμούν σε πολέμους που ήταν χαμένοι από τα πριν, και όλα αυτά για χάρη των αποικιοκρατών, που στο κάτω–κάτω της γραφής είχαν πολύ ψηλότερο βιοτικό επίπεδο από αυτούς τους ίδιους. Αυτή η δυσαρέσκεια οδήγησε στο να οργανωθούν εναντίον του καθεστώτος, όταν έγινε καθαρό ότι ο πόλεμος έβαζε σε κίνδυνο την ίδια τους την καριέρα. Το αποφασιστικό σημείο για πολλούς ήταν η πρόταση να αλλαχτεί το πρόγραμμα της εκπαίδευσης των αξιωματικών το 1973, που θεωρήθηκε ότι απειλούσε να διαλύσει τον καθιερωμένο τρόπο ανόδου στην στρατιωτική ιεραρχία.

Οι μεσαίοι αξιωματικοί της Συντονιστικής Επιτροπής του ΚΕΔ, κατάλαβαν ότι το σπάσιμο της παλιάς πολιτικής φρουράς και το τελείωμα των πολέμων στην Αφρική δεν μπορούσε να αφεθεί απλώς στους στρατηγούς της χούντας. Έκαναν τη δίκη τους οργάνωση, τη Συντονιστική Επιτροπή του ΚΕΔ, για να παρακολουθεί και να ελέγχει τη χούντα. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ότι στην Πορτογαλία μετά το πραξικόπημα, υπήρχαν τουλάχιστον τρία κέντρα δύναμης: η χούντα, η προσωρινή κυβέρνηση και η συντονιστική Επιτροπή του ΚΕΔ.

Ο Σπινόλα προσπάθησε να συμβιβάσει αυτές τις διαφορετικές δυνάμεις, φτιάχνοντας ένα καινούργιο όργανο, το Συμβούλιο του Κράτους, οπού υπήρχαν ίσα μελή από τη χούντα, το ΚΕΔ και διάφοροι πολίτες διαλεγμένοι από το Σπινόλα. Αυτό το «Συμβούλιο του Κράτους» είχε τη δύναμη να ελέγχει όλα τα διατάγματα και τους νομούς.

Αυτή όμως η νέα διάταξη δυνάμεων ποτέ δεν δούλεψε τέλεια. Από τις πρώτες κιόλας μέρες μετά το πραξικόπημα της 25ης του Απρίλη, η πίεση από τις μάζες των εργατών επηρέασε το ΚΕΔ. Οι εργάτες αμέσως διεκδίκησαν, με την υποστήριξη κομματιών του ΚΕΔ, και πέτυχαν την άμεση διάλυση της μισητής μυστικής αστυνομίας.

Η προσπάθεια των στρατηγών να εμποδίσουν την εκκαθάριση του παλιού καθεστώτος, οδήγησε σε σύγκρουση με το ΚΕΔ. Σε μια περίπτωση, οι στρατηγοί συνέλαβαν έναν αξιωματικό που αρνήθηκε να σταματήσει την ερευνά μυστικών φακέλλων για τη σχέση της ΡΙDΕ με την ΚΥΠ. Τότε, αντιπρόσωποι του ΚΕΔ πήγαν στον στρατώνα και τον απελευθέρωσαν.

Με τον καταπιεστικό μηχανισμό χτυπημένο, η εργατική τάξη συνέχισε την επίθεση με απεργίες, καταλήψεις και διαδηλώσεις. Διεκδίκησε την άμεση καλυτέρευση του βιοτικού της επίπεδου και τη διεύρυνση των πολιτικών της ελευθερίων. Η ένταση του ταξικού αγώνα αντανακλάστηκε αμέσως στο στρατό και στο ίδιο το ΚΕΔ. Μερικά κομμάτια του τραβήχτηκαν με τη μεριά των αφεντικών και αλλά με τη μεριά των εργατών. Η Συντονιστική Επιτροπή του ΚΕΔ προσπάθησε να διατήρηση εικόνα ενότητας άλλοτε χτυπώντας και άλλοτε υποστηρίζοντας τους εργατικούς αγώνες.

Τον Ιούλιο του 1974 οι αρχηγοί του ΚΕΔ μπήκαν στη κυβέρνηση και ο στρατηγός Βάσκο Γκονσάλβες έγινε πρωθυπουργός. Άλλες σημαντικές θέσεις που κατέλαβε το ΚΕΔ ήταν το υπουργείο Εργασίας (αντικαθιστώντας τον υπουργό Εργασίας του ΚΚΠ της πρώτης προσωρινής κυβέρνησης), καθώς και το Υπουργείο Αμύνης και Οικονομικών. Συνολικά εφτά από τα δεκαέξι υπουργεία.

Μπαίνοντας στην κυβέρνηση, το ΚΕΔ πίστευε πως θα μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση πιο αποτελεσματικά και να εμποδίσει το φούντωμα του ταξικού αγώνα. Αλλά δεν το πέτυχε. Για τους ίδιους λογούς το ΚΕΔ στις 8 Ιουλίου έφτιαξε την ΚΟΠΚΟΝ (Διοίκηση Ηπειρωτικών Επιχειρήσεων). Η ΚΟΠΚΟΝ είναι μια ξεχωριστή στρατιωτική μονάδα που σκοπός της ήταν να επεμβαίνει απευθείας, υποστηρίζοντας τις πολιτικές αρχές, όντας κάτω από τις διαταγές αυτών των αρχών και κάτω από την διοίκηση του στρατηγού Οτέλο ντε Καρβάλιο, που ήταν ο εγκέφαλος της αλλαγής της 25ης του Απρίλη.

Για πολλούς μήνες οι στρατιωτικοί ταλαντεύονταν μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, προσπαθώντας να αποφύγουν μια αποφασιστική στροφή προς τη μια ή την άλλη μεριά.

Το περασμένο καλοκαίρι, χρησιμοποιήθηκε ο στρατός για να σπάσει την απεργία των ταχυδρομικών, για να επιτεθεί στην απεργία της ΤΑΡ και της Τζουρνάλ ντο Κεμέρσιο, και για να διαλύσει τις διαδηλώσεις των εργατών από τα μεγάλα ναυπηγεία στο Λισνάβε.

Η ΚΟΠΚΟΝ υποστήριξε τον νόμο για τις απεργίες το Σεπτέμβρη του 1974, ο οποίος εξάλειψε σχεδόν κάθε νόμιμο δικαίωμα για απεργία και που ήταν μια αποφασιστική απόπειρα για να σπάσει η αυξανομένη αυτόνομη δύναμη της βάσης του εργατικού κινήματος.

Το πραξικόπημα της 28ης του Σεπτέμβρη ήταν μια αποφασιστική καμπή για το ρολό του ΚΕΔ και της ΚΟΠΚΟΝ. Μέχρι τότε, τον Αύγουστο του 1974, το ΚΕΔ γενικά, και ειδικότερα η ΚΟΠΚΟΝ, συμμαχούσαν με την αριστερά εναντίον της δεξιάς.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την απεργία στο ΚΟΡΑΝΕ. Οι 300 εργάτες του εργοστασίου που φτιάχνει μεταλλικά εξαρτήματα για τη βαριά βιομηχανία, αποφάσισαν να κάνουν κατάληψη. Είχαν ψηφίσει ομόφωνα σε συγκέντρωση για την κατάληψη, διότι είχαν αποδείξεις ότι το αφεντικό, ο πρώην αξιωματικός της Αεροπορίας Ντος Σάντος Νογκουέιρα, έκανε συστηματικό σαμποτάζ στη δουλεία.

Ο Σιμόα, ένα μέλος της επιτροπής των εργατών, εξήγησε πώς οργάνωσαν την κατάληψη. «Μετά την απόφαση της συνέλευσης, τηλεφωνήσαμε την επιτροπή των εργαζομένων στην τράπεζα και τους εξηγήσαμε γιατί θέλαμε να παγώσουν τους λογαριασμούς της εταιρίας. Συμφώνησαν να το κάνουν.

Τότε, τηλεφωνήσαμε στην ΚΟΠΚΟΝ και τους είπαμε ότι είχαμε κάνει κατάληψη στο εργοστάσιο, και πως θα κάναμε κατάληψη και της μητρικής εταιρίας SAPREL. Από την ΚΟΠΚΟΝ μας είπαν: “Εντάξει, δικό σας το πρόβλημα – αυτό είναι επαναστατική νομιμότητα”.

Εδώ οι νόμοι δεν σημαίνουν τίποτα γιατί στην επανάσταση οι μονοί νομοί που ισχύουν είναι αυτοί που φτιάχνονται από την επαναστατική διαδικασία.» (Socialist Worker, May 10, 1975)

Επίσης, όπως είδαμε, στα πραξικοπήματα της 28ης του Σεπτέμβρη και της 11ης του Μάρτη, το ΚΕΔ πέρασε με τη μεριά των εργατών.

Από την 25η του Απρίλη και μετά, τα διαφορά πολιτικά κόμματα προσπάθησαν να ξεπεράσουν το ένα το άλλο με τις διακηρύξεις συμπαράστασης στο ΚΕΔ. Αυτά που λέγανε οι αρχηγοί του ΚΚΠ και του ΣΚ για την ανάγκη «εθνικής ενότητας», «αυτοθυσία και εγκράτεια», ήταν ο απόηχος αυτών που λέγανε οι αρχηγοί του ΚΕΔ και τανάπαλιν.

Δεν χρειάζεται παρά να συγκρίνει κανείς τα λεγόμενα του αρχηγού του ΚΚΠ, Αλβάρο Κουνιάλ, που αναφέραμε παραπάνω, μ’ αυτά του Βάσκο Γκονσάλβες.

Όταν έγινε πρωθυπουργός στη δεύτερη προσωρινή κυβέρνηση στις 18 του Ιούλη του 1974, ο Γκονσάλβες είπε: «Αυτό πρέπει να είναι το σύνθημα για όλους μας. Χωρίς επίπονη δουλεία, χωρίς μια γιγαντιαία προσπάθεια σε όλα τα επίπεδα (κράτος, διαχείριση και εργατική τάξη) για το εθνικό ξανακτίσιμο της Πορτογαλίας, δεν θα σταματήσουμε ποτέ την υποανάπτυξη της χωράς. Συγχρόνως, πρέπει όλοι μας σ’ αυτή τη περίοδο, να ζήσουμε με στερήσεις, ξοδεύοντας όσο γίνεται πιο λίγο σε πράγματα που δεν είναι ανάμεσα στα απαραίτητα και νά αποταμιεύουμε όσο το δυνατό περισσότερα συμμετέχοντας έτσι στη γενική προσπάθεια δημιουργίας κεφαλαίου για επενδύσεις. Κι αυτό επαναλαμβάνω, πρέπει να γίνει φροντίδα όλων μας». (V. Goncalves, Citacoes, Portugal 1975, p. 17).

Μερικές βδομάδες αργότερα, στις 30 του Σεπτέμβρη, έγινε καθαρό από μεριά του Γκονσάλβες ότι στην «εθνική ενότητα» συμπεριλαμβάνονταν όλες οι τάξεις: «Πρέπει να γίνει αντιληπτό, όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε, ότι μια αντιμονοπωλιακή τακτική δεν σημαίνει επίθεση στην ιδιοκτησία». (Από το ίδιο βιβλίο σελ.72)

Και ξανά: «Ο λαός, και μ’ αυτό αναφέρομαι στον πληθυσμό όλης της χωράς, εργάτες, αγρότες, διανοούμενοι, φοιτητές, μικροί επιχειρηματίες, μικροί και μεσαίοι εργοστασιάρχες – όλοι, όλοι μας, πρέπει να αγρυπνούμε για να αντιμετωπίσουμε τους δημαγωγούς και τους αντιδραστικούς.» (Στο ίδιο βιβλίο, σελ 88, οι λόγοι στο Οπόρτο, 5 Οκτ. 1974).

Στο όνομα της «ενότητας του λαού και του ΚΕΔ» είπε: «πρέπει να είστε υπομονετικοί γιατί το να είσαι ανυπόμονος σήμερα, σημαίνει ότι είσαι φασίστας». (Στο ίδιο βιβλίο, σελ.74). Μια θέση που δεν διαφέρει από αυτά που έλεγε το ΚΚΠ από την 25η του Απρίλη και δώθε.

 

Διάσπαση στο Ανώτατο Επαναστατικό Συμβούλιο

Στην αρχή του Αυγούστου, ο ταγματάρχης Μελό Αντούνες, πρώην υπουργός εξωτερικών και ένθερμος υποστηρικτής του ΣΚ, μαζί με αλλά οκτώ μέλη από το Ανώτατο Επαναστατικό Συμβούλιο του ΚΕΔ (σύνολο 28) εξέδωσαν ένα έντυπο με τίτλο: «Έφτασε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων, η ώρα για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους». Με το έντυπο αυτό κηρύχτηκε ο πόλεμος από τη δεξιά του ΚΕΔ.

Το έντυπο του Αντούνες έλεγε πως η εθνικοποίηση είχε προχωρήσει παρά πολύ «με τρομερή ταχύτητα», ότι «μέρα με την ήμερα μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ μιας μικρής μειονότητας (μέρος του προλεταριάτου της Λισσαβόνας και του Νότου) που υποστηρίζουν επαναστατικά σχεδία και του υπολοίπου πληθυσμού της χωράς, που αντιδρά σ’ αυτές τις αλλαγές που η επαναστατική πρωτοπορία προσπαθεί να επιβάλλει χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπ’ όψιν της την πολύπλοκη πραγματικότητα της ιστορικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής του Πορτογαλικού λαού.»

«Βλέπουμε τη σταδιακή διάλυση των δόμων του κράτους. Έχει διαδοθεί και επικρατήσει παντού η εξωπραγματική αναρχική ιδεολογία για την άσκηση της εξουσίας, η οποία έχει διεισδύσει ακόμα και μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις».

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, το έντυπο καλούσε «για διατήρηση δεσμών με την Ευρώπη και δυνάμωμα και βάθεμα των σχέσεων με την ΕΟΚ και ΕFΤΑ (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ελευθέρου Εμπορίου)».

Το έγγραφο του Αντούνες έγινε η αφορμή για μια μεγάλη εκστρατεία εναντία στην αριστερή ηγεσία του ΚΕΔ, που ο Αντούνες τους χαρακτήριζε προπομπούς του ΚΚΠ.

Σε απάντηση των εννέα που υπόγραψαν το έντυπο του Αντούνες, μια ομάδα αξιωματικών της ΚΟΠΚΟΝ δημοσίευε μια άλλη διακήρυξη που υποστήριζε πως η κρίση στην Πορτογαλική κοινωνία ήταν αποτέλεσμα του ότι η χώρα δεν προχωρούσε αρκετά προς την κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού και της καταπολέμησης του ιμπεριαλισμού.

«Η παρακμή της οικονομίας με όλα της τα αποτελέσματα πάνω στην πολιτική και κοινωνική ζωή του λαού, οφείλεται πάνω από όλα στην αδυναμία της κυβέρνησης να χαράξει μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή από την οποία να απορρέει και και το πρόγραμμα της. Είναι μάταιο να πιστεύουμε πως μπορεί να ύπαρξη ένας συνδυασμός από οικονομικά μέτρα που μπορούν να λύσουν το πρόβλημα της παρακμής μέσα στο καπιταλισμό, και συγχρόνως να διατηρούν πλήρη εξάρτηση με τον ιμπεριαλισμό χωρίς να έχουμε σαν συνεπεία το κλείσιμο των εργοστασίων, τη διαφυγή του ξένου συναλλάγματος, την ανεργία και την σκανδαλώδη πολιτική πίεση που δεχόμαστε απ έξω.

Η λύση της σημερινής κατάστασης για την οποία το ΚΕΔ είναι υπεύθυνο, δεν βρίσκεται, στα καταπραϋντικά φάρμακα της δεξιάς, όπως προτείνει το κείμενο του Αντούνες. Η διατήρηση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας σίγουρα δεν μπορεί να οδήγηση στο κτίσιμο του σοσιαλισμού.

Οι προτάσεις που έγιναν, οδήγησαν στην ανασύνταξη και στο προχώρημα της δεξιάς και άνοιξαν το δρόμο για το γκρέμισμα της επανάστασης.

Οι οικονομικές λύσεις που προτάθηκαν με προοπτικές δεσμών με την ΕΟΚ και την ΕFΤΑ, θα ρίξουν ακόμα πιο πολύ τη χωρά στην υποτέλεια και στον εξευτελισμό της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης.

Πώς είναι δυνατόν ένα σχέδιο που θέλει να παρουσιάζεται σαν αριστερό να ξεχνάει εντελώς το ρολό των μαζών και να απορρίπτει τη δράση της πρωτοπορίας τους; Πώς μπορεί να κριτικάρει το “βαθμό” της εθνικοποίησης; Εάν η αστική τάξη κράτηση για τον εαυτό της τα μέσα παραγωγής, τι θα μείνει για το λαό;»

Αυτοί που υπόγραψαν το έντυπο του Αντούνες δεν ήξεραν ή έκρυψαν το γεγονός ότι το «κεντρικό θέμα στη σημερινή πολιτική κατάσταση είναι η αυξανομένη δράση των φασιστών».

Το έντυπο της ΚΟΠΚΟΝ προτείνει έναν αριθμό από μεταρρυθμίσεις όπως, οικονομική και τεχνική βοήθεια στους αγρότες, δημοσία έργα για να δοθεί δουλεία στους ανέργους, ελάττωση των ενοικίων, κοινωνικοποίηση της υγείας, εθνικοποίηση της βιομηχανίας φαρμάκων.

Δυστυχώς το έντυπο της ΚΟΠΚΟΝ είναι κάθε άλλο παρά αρκετό για να βοηθήσει να ξεπεραστεί η κρίση. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει καμιά αναφορά για την ανάγκη απαλλοτρίωσης του ξένου κεφαλαίου που κυριαρχεί σε σημαντικές θέσεις στην οικονομία. Πάνω από όλα, το έντυπο της ΚΟΠΚΟΝ μειονεκτεί πολύ πάνω σε βασικά θέματα–οργανωτικές προτάσεις που αφορούν το στρατό, λένε:

α) Τρόπος οργάνωσης στο στρατό

Οι στρατιωτικοί πρέπει να οργανώνονται σύμφωνα με το βαθμό τους μέσα στη στρατιωτική ιεραρχία, να συζητούν ελευθέρα τα προβλήματα του βαθμού τους και να εκλέγουν δημοκρατικά τους αντιπροσώπους τους στο ΑDU (Συνέλευση αντιπροσώπων σύμφωνα με το βαθμό που κατέχουν στην ιεραρχία), που θα μεταφέρουν τις αποφάσεις που παίρνονται. Οι αποφάσεις που θα παίρνονται από τη γενική συνέλευση της μονάδας και θα αφορούν την γενική ζωή της μονάδας, πρέπει να συζητιούνται στο ΑDU για να κατοχυρωθούν – αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να διατηρηθεί η συνοχή και η πειθαρχία στο στρατό,

β) Κοινωνικά προνόμια

Πρέπει να παρθούν μετρά για την άμεση καλυτέρευση της ζωής των φαντάρων, ειδικότερα, εκμοντερνισμός των εγκαταστάσεων, αύξηση του μισθού, οικονομικά βοηθήματα στις οικογένειες τους κλπ.

γ) Πειθαρχία

Πρέπει να μεγαλώσει το εσωτερικό δυναμικό των μονάδων του στρατού, να γίνονται συζητήσεις και αναλύσεις χωρίς κανένα περιορισμό, εμπεδώνοντας τη συνοχή του στρατού μέσα από εθελοντική πειθαρχία που θα οδηγεί στο ξεκαθάρισμα των ιδεών – μόνον αυτό θα κάνει το στρατό να αφοσιωθεί ολόψυχα στην υπεράσπιση των συμφερόντων του Πορτογαλικού λαού. (Εξπρέσσο, 15 Αύγ. 1975)

Καμιά αναφορά για την πλειοψηφία των αντιπροσώπων των αξιωματικών σε σχέση με τους αντιπροσώπους των φαντάρων στις συνελεύσεις του στρατού, καμιά αναφορά για εκλογή των αξιωματικών από τους φαντάρους, για ίσους μισθούς αξιωματικών και φαντάρων, για την κατάργηση της διαφοράς στο φαγητό.

 

Μεσοαστοί επαναστάτες

Οι αρχηγοί του ΚΕΔ είναι μεσοαστοί. Ένα από τα χαρακτηριστικά της μικροαστικής τάξης είναι η έλλειψη καθαρής πολιτικοκοινωνικής φυσιογνωμίας, καθώς αιωρείται μεταξύ των καπιταλίστων και του προλεταριάτου.

Λίγο ως πολύ, όλοι οι αξιωματικοί του ΚΕΔ προέρχονται από κομμάτια της μεσοαστικήςτάξης. Οι πατεράδες τους είναι μικροεπιχειρηματίες, πλούσιοι αγρότες, δάσκαλοι κλπ.

Οι αξιωματικοί λοιπόν μπορούν να είναι αρκετά εχθρικοί προς τα μεγάλα μονοπώλια, ενώ παράλληλα να υποστηρίζουν τον καπιταλισμό των χιλιάδων μικρών εταιριών και εργοστασίων της Πορτογαλίας

Δεν είχαν καθόλου οφέλη από τους πολέμους στην Αφρική και έτσι ήταν σε αντίθεση με τον Καετάνο και κατόπιν με το Σπινόλα όταν αυτός ο τελευταίος φάνηκε ότι ίσως θα συνέχιζε τους πολέμους. Αλλά επίσης έχουν διαφόρους λογούς να φοβούνται την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και τα αποτελέσματα που μπορεί να φέρει στις μεσαίες τάξεις που έχουν την ιδιοκτησία. Εξ αλλού, οι χαμηλότεροι μισθοί πληρώνονται από τις μικρές φίρμες και όχι από τις μεγάλες. Επίσης, είναι προσκολλημένοι σε ιδέες στρατιωτικής πειθαρχίας που τους δίνουν ιδιαίτερα δικαιώματα. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους το πρώτο οικονομικό σχέδιο των αρχηγών του ΚΕΔ (Φλεβάρης 1975) δεν πρότεινε καμιά απολύτως εθνικοποίηση – αν και πρότεινε οικονομικά σχεδία οπού η μεσολάβηση του κράτους στις σημαντικές βιομηχανίες ήταν πολύ περιορισμένη.

Γενικά, οι αξιωματικοί του στρατού έχουν μια ιεραρχική αντίληψη για την κοινωνία. Μόνο σε πολύ λίγες περιπτώσεις έχουν εκλεγεί αξιωματικοί από φαντάρους. Ένας φαντάρος, τον προηγούμενο Αύγουστο, είπε σε ένα μέλος της οργάνωσης Ιnternational Socialist: «Δεν γίνονται εκλογές στο στρατόπεδο μου. Μπορώ να αναφερθώ μόνο σε περιπτώσεις αριστερών αξιωματικών που ήταν σίγουροι για την υποστήριξη των αντρών τους και που μάλλον για αυτό, κατέβηκαν σε εκλογές πριν δεχτούνε ένα πόστο στο οποίο είχαν ήδη διοριστεί.»

Στις επιτροπές του στρατού οι αξιωματικοί έχουν το πάνω χέρι, και τούτο γιατί τα μελή των επιτροπών εκλέγονται σε κάθε βαθμό της ιεραρχίας: οι αξιωματικοί εκλεγούν αξιωματικούς, οι λοχίες λοχίες, και οι υπόλοιποι βαθμοί πάλι μέσα από τους βαθμούς τους.

Στο συμβούλιο του ΚΕΔ που αποτελείται από 240 μελή, υπάρχουν πολλοί λίγοι φαντάροι σε αντίθεση με τους αξιωματικούς και από τα 28 μελή του ανωτάτου Επαναστατικού συμβουλίου ούτε ένας δεν είναι φαντάρος. Επίσης υπάρχει διαφορά και στις υλικές συνθήκες των αξιωματικών και των φαντάρων. Ένας φαντάρος είπε σε δυο μελή του I.S. πως ένας φαντάρος παίρνει 500 εσκούδος το μήνα, ένας λοχίας παίρνει 6.000 – 7.000 εσκούδος το μήνα και ένας λοχαγός 10.000 εσκούδος το μήνα. Όσον αφορά τη διαβίωση είπε: «Οι κοιτώνες που κοιμόμαστε είναι ξεχωριστοί. Κοιμόμαστε 24 σε ένα θάλαμο (200 στη βασική εκπαίδευση) ενώ οι αξιωματικοί κοιμούνται 3–4 σε ένα δωμάτιο (αν και δεν είμαι σίγουρος γιατί ποτέ μου δεν έχω πάει εκεί)».

Το να θεώρησης ότι οι αξιωματικοί έχουν γίνει ίσοι με τους φαντάρους, είναι σαν να αγνοείς την πραγματικότητα μπροστά στα ματιά σου.

Ένας εργάτης από το ΤΑΡ το τοποθέτησε σωστά και ξεκαθάρισε την κατάσταση. «Μου φαίνεται σημαντικό να τονίσουμε το λάθος μας στο να βλέπουμε το ΚΕΔ σαν σύνολο, ενώ είναι σίγουρο πως μέσα στο ίδιο το ΚΕΔ αναπτύσσεται ταξικός αγώνας. Το ΚΕΔ δεν είναι απομονωμένο από το γενικότερο πλαίσιο, από την κοινωνία που ζούμε. Μέσα στο ΚΕΔ υπάρχει ένα κομμάτι μικροαστικής προέλευσης που είναι επαναστάτες, αλλά δεν είναι ικανοί να ηγηθούν της επανάστασης. Αυτό συμβαίνει γιατί η μόνη πραγματικά επαναστατική τάξη είναι η εργατική τάξη και επομένως μπορεί μόνη της να καθοδηγήσει την κατάσταση και να αναλάβει πρωτοβουλίες. Επίσης το ΚΕΔ αντικαθρεφτίζει τις αντιθέσεις των μικροαστών σαν τάξη, καθώς γίνεται καθαρό πως είναι αδύνατο να σπάσει εντελώς τους δεσμούς με τον ιμπεριαλισμό. Σ’ αυτήν την κατάσταση, το ερώτημα που έχει ήδη μπει, το ερώτημα του εργατικού ελέγχου, έχει αποφασιστική σημασία για την πορεία της επανάστασης.» (Εξπρέσσο 23 Αύγ. ).

Το ερώτημα δεν είναι εάν κάποιος θα έπρεπε να εμπιστεύεται τους αξιωματικούς ή όχι. Στην πολιτική η τυφλή ευπιστία είναι βλακεία. Το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ όμως, δεν είναι καλλίτερο. Πρέπει απλώς να μάθει κανείς να συγκρίνει λόγια με πράξεις. Βάζοντας καθαρά αιτήματα στους αξιωματικούς, όταν συγχρόνως διατηρείται η ανεξαρτησία των φαντάρων, μπορούν να τραβηχτούν με το μέρος μας οι τίμιοι, επαναστάτες αξιωματικοί και να ξεσκεπαστούν οι άλλοι.

Απ’ αυτή την άποψη, το πρόγραμμα με τα αιτήματα που έγινε από τη δεύτερη συνδιάσκεψη των ΕΣΕΦΝ, είναι ένα μεγάλο βήμα μπροστά από το τι υπάρχει, χωρίς όμως αυτό να είναι αρκετό.

«Ένοπλες δυνάμεις:

1. Εκλογές αντιπροσώπων της μονάδας σε γενική συνέλευση, αντιπροσώπευση αναλόγως με το βαθμό (φαντάροι, λοχίες, αξιωματικοί) και ανάλογα με την αριθμητική δύναμη της μονάδας.

2. Συχνό κάλεσμα γενικών συνελεύσεων της μονάδας για να συζητούνται πολιτικά και στρατιωτικά προβλήματα.

3. Σύγκλιση συνελεύσεων οπού είναι αποκλειστικά και μόνο φαντάροι χωρίς κανένα λοχία ή αξιωματικό.

4. Σύγκλιση συνελεύσεων μελών των ενόπλων δυνάμεων και εργατών για να συζητιούνται κοινά προβλήματα.

5. Διαχείριση του ανθρωπίνου και τεχνικού δυναμικού για τη καλύτερη εξυπηρέτηση όλων.

6. Κατάργηση των προνομίων και επιχορηγήσεων προς όφελος των λοχιών και αξιωματικών (ξεχωριστές τραπεζαρίες, επιχορήγηση εξόδων, καντίνες κλπ.)

7. Δωρεάν εισιτήρια για τους φαντάρους.

8. Κατώτερο όριο μισθού 1.250 εσκούδος το μήνα για τους φαντάρους.

9. Σύμπτυξη των βαθμίδων της ιεραρχίας στο στρατό.» (Ρεβολουσάο, 22 Απριλίου 1975)

Αλλά το πρόγραμμα δεν προχωράει και πολύ αν το συγκρίνει κανείς με το πρόγραμμα του Λένιν του 1917.

Αναφέρουμε μερικά σημεία: Ο Λένιν απαιτούσε ίσους μισθούς για τους φαντάρους και τους αξιωματικούς. Το πρόγραμμα των ΕΣΕΦΝ (Επαναστατικά Συμβούλια Εργατών, Φαντάρων και Ναυτών), ζητάει 1.250 εσκούδος για τους φαντάρους. Τώρα, οι λοχαγοί παίρνουν 10.000 εσκούδος. Όσο για τους στρατηγούς...

Το πρόγραμμα των ΕΣΕΦΝ δεν λέει ούτε λέξη για την εκλογή των αξιωματικών.

Οι επιτροπές του στρατού θα πρέπει να εκλέγονται ανεξαρτήτως βαθμού, ισχυρίζεται ο Λένιν.

Δεν συμβαίνει το ίδιο στο πρόγραμμα των ΕΣΕΦΝ. Ο ρόλος των επιτροπών του στρατού δεν είναι καθαρός στο πρόγραμμα των ΕΣΕΦΝ. Στο διάταγμα Νο 1 που εκδόθηκε από το σοβιέτ της Πετρούπολης στις 1 Μαρτίου 1917, όπως είδαμε, ήταν καθαρό ότι η επιτροπή του στρατού πρέπει να έχει την μεγαλύτερη πολιτική δύναμη σε κάθε μονάδα, και όλα τα όπλα στην κατοχή της.

Είναι πολύ σπουδαίο ότι οι επιτροπές του στρατού πρέπει να έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να συναντούν αντιπροσώπους των εργατικών επιτροπών, για να οργανώνουν κοινή εκπαίδευση και ομάδες περιπολίας.

Όλες οι επιτροπές των φαντάρων θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να αναπτύσσουν δεσμούς με φαντάρους έξω από τη δίκη τους μονάδα.

Επιπλέον, το πρόγραμμα των ΕΣΕΦΝ απέτυχε στο να απαιτήσει κάτι πολύ σημαντικό, το δικαίωμα όλων των μελών του στρατού να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα. Αυτό είναι πολύ βασικό. Προς το παρόν, κληρονομιά από την εποχή του Σαλαζάρ, τα μελή των ενόπλων δυνάμεων δεν έχουν το δικαίωμα να ανήκουν σε πολιτικά κόμματα. Αυτή η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη για την επανάσταση: εμποδίζει τους επαναστάτες να οργανωθούν ανοιχτά ενώ την ίδια στιγμή, αφήνει τους αντιδραστικούς αξιωματικούς να κρύβουν τις πολιτικές πεποιθήσεις τους... μέχρι τη στιγμή που θα θεωρήσουν ότι μπορούν να εκδηλωθούν. Η επανάσταση χρειάζεται αλήθεια, χρειάζεται να φωτιστούν όλες οι πλευρές της ζωής.

Κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, ημίμετρα, έλλειψη ξεκάθαρης προοπτικής ή διφορούμενα μέτρα και πράξεις, είναι πολύ επικίνδυνα. Τα όπλα του επαναστατικού στρατού –και πάνω από όλα τα πολιτικά του όπλα– πρέπει να είναι άψογα.

 

Λύση αλά Περού

Σε πολύ λίγους αξιωματικούς του ΚΕΔ θα άρεσε μια λύση σαν της Χιλής. Πολλοί θα προτιμούσαν μια λύση σαν του Περού.

Στο Περού, η στρατιωτική κυβέρνηση πήρε ορισμένα μέτρα προς όφελος της ντόπιας αστικής τάξης σπάζοντας απεργίες και σκοτώνοντας συνδικαλιστές. Το καθεστώς είναι εθνικιστικό και μέχρι ενός σημείου έχει λαϊκή βάση.

Αλλά μια λύση αλά Περού είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να δοθεί στην Πορτογαλία. Η εργατική τάξη είναι πολύ δυνατή, πολύ διεκδικητική, έτσι ώστε για να σπάσει, θα πρέπει να παρθούν πολύ βαριά, μέτρα.

Το ότι πολλοί αξιωματικοί στην Πορτογαλία –όχι μέσα στο ΚΕΔ– δεν θα είχαν, αντίρρηση για μια λύση σαν της Χιλής είναι φανερό. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ο πρόεδρος της Πορτογαλίας δεν είναι κανένας άλλος παρά ο Κόστα Γκόμεζ ο οποίος ήταν υπουργός αμύνης επί Σαλαζάρ, διοικητής της εθνοφρουράς (ένα από τα στηρίγματα του καθεστώτος του Σαλαζάρ και του Καετάνο) και αρχιστράτηγος των δυνάμεων του Καετάνο στη Μοζαμβίκη. Η δύναμη του ΚΕΔ οφείλεται κυρίως στις θέσεις κλειδιά που κατέχουν τα μέλη του. Το saneamento (κάθαρση) στο στρατό είχε πολύ μικρή έκταση. Μόνο στο ναυτικό, παραδοσιακά το πιο ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι των ενόπλων δυνάμεων, έγινε κάποια σημαντική κάθαρση. Στις 29 του Απρίλη 1974, σε μια συγκέντρωση από 700 αξιωματικούς του ναυτικού ψηφίστηκε το πρόγραμμα του ΚΕΔ και πέταξαν έξω πάνω από 80 ναυάρχους και υποναυάρχους. Η εκκαθάριση υποστηρίχτηκε από μεγάλες συγκεντρώσεις που έγιναν σε όλο το στόλο και από τότε έχουν σχηματιστεί συμβούλια μονίμων και εφέδρων αξιωματικών σε πολλά πλοία.

Μετά το πραξικόπημα, το ΚΕΔ είχε μια λίστα από 400 τουλάχιστον ανωτέρους αξιωματικούς με φασιστικές τάσεις και συμπάθειες, αλλά μετά από πίεση της δεξιάς, αποφασίστηκε να μη διωχθούν. (Joanna Rollo, Ιnternational Sosialism, Απρίλης 1975)

Η πλειονότητα των 10.000 μονίμων αξιωματικών μπορεί για την ώρα να κάθονται ήσυχα, αλλά αυτή η «σιωπηλή πλειοψηφία» περιμένει την ευκαιρία για να σηκώσει κεφάλι.

Επίσης, υπάρχουν δυο παραστρατιωτικές δυνάμεις της αστυνομίας που παραμένουν έντονα δεξιές: το ΡSΡ (ειδική αστυνομία για την καταστολή διαδηλώσεων) και το GΝR (η εθνοφρουρά).

 

Επανάσταση χωρίς Σοβιέτ;

Η δράση των μελών του στρατού και κυρίως της ΚΟΠΚΟΝ όταν χρειαστεί να βοηθήσουν εργάτες, μαθητές κλπ., είναι ίδια με τη δράση των εργατικών συμβουλίων σε προηγούμενες επαναστάσεις.

Πρώτα απ όλα, ο κεντρικός ρόλος των συμβουλίων σε μια επανάσταση είναι η γενίκευση του αγώνα των εργατών.

Μέσα στον 20ο αιώνα, σε όλες τις περιπτώσεις οπού η εργατική τάξη έχει παίξει πρωτεύοντα ρολό κατά τη διάρκεια επαναστατικών περιόδων, είχαν φτιαχτεί εργατικά συμβούλια.

Στη Ρωσία το 1905–6, τα σοβιέτ εμφανίστηκαν από την πρώτη στιγμή. Το 1917, μετά την ανατροπή του Τσάρου το Φλεβάρη, τα σοβιέτ ξαναεμφανίστηκαν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και αμέσως μετά εμφανίστηκαν σοβιέτ φαντάρων, σοβιέτ αγροτών, και, τα πιο σημαντικά από όλα, σοβιέτ εργατών και φαντάρων. Όπως ξέρουμε, στην Οκτωβριανή επανάσταση κυριαρχούσε το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα σοβιετ».

Αυτά τα σοβιέτ αποτελούνταν από εκλεγμένους αντιπροσώπους από τους τόπους δουλειάς, από τους στρατώνες καθώς επίσης και από αντιπροσώπους εκείνων των πολιτικών κομμάτων που είχαν ρίζες στην εργατική τάξη και στους αγρότες. Αντιπροσώπευαν την ενεργό δύναμη της εργατικής τάξης, και σε μικρότερο βαθμό, των αγροτών. Επειδή ήταν φτιαγμένα από τα κάτω, από εργάτες, φαντάρους και αγρότες, και όχι από τα πάνω μέσω κάποιας γραφειοκρατικής διαδικασίας, ήταν διαφορετικά μεταξύ τους στη σύνθεση και στο σχηματισμό. Ήταν ζωντανές οργανώσεις που άλλαζαν και εξελίσσονταν καθώς συναντούσαν καινούργιες ανάγκες και κάτω από την επήρεια διαφορετικών πολιτικών ιδεών.

Πάντως, δεν ήταν αποτέλεσμα «ιδιαίτερων συνθηκών» της Ρωσίας. Η Γερμανία το 1918 ήταν σχεδόν το άκρο αντίθετο της Ρωσίας σε ορισμένα πράγματα. Ήταν μια βιομηχανοποιημένη χώρα σε αντίθεση με τη Ρωσία που ήταν κυρίως γεωργική. Είχε για πολύ καιρό δυνατό εργατικό κίνημα το οποίο λειτουργούσε νόμιμα, σε αντίθεση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Ρώσοι εργάτες κινιόντουσαν στη Τσαρική Ρωσία. Παρ’ όλα ταύτα, μόλις έσπασε το καθεστώς του Κάιζερ, τα γερμανικά σοβιέτ «Αρμπάιτερ και Σολντατεράτε» (Εργατών και Στρατιωτών), εμφανίστηκαν αμέσως. «Μέσα στις πρώτες μέρες της επανάστασης του Νοέμβρη 1918, εκλέχτηκαν επιτροπές εργατών και στρατιωτών σε όλους τους τόπους δουλείας, στα ορυχεία, στα λιμάνια και στους στρατώνες» εξηγεί μια ιστορία της εποχής. (E. Anderson, Hammer on Anvil, p. 43).

Στην Ισπανία, τον Ιούλιο του 1936, σχηματίστηκαν επιτροπές εργατών και αγροτών καθώς οι στρατιωτικές φασιστικές δυνάμεις του Φράνκο προσπάθησαν να ρίξουν την κυβέρνηση λαϊκού μετώπου και να διαλύσουν το κίνημα των εργατών και των αγροτών. «Σε όλες τις πόλεις και σχεδόν σε όλα τα χωριά, λειτουργούσαν παρόμοιες επιτροπές κάτω από διαφορετικά ονόματα. Φτιάχτηκαν με χίλιους δυο τρόπους. Μερικές φορές δεν ήταν εκλεγμένες. Στα χωρία, στα εργοστάσια και στους άλλους τόπους δουλείας, πολλές φόρε αφιερώνονταν χρόνος για να εκλεγούν τα συμβούλια σε γενικές συγκεντρώσεις. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, είχαν φροντίσει έτσι ώστε όλα τα κόμματα και τα συνδικάτα να αντιπροσωπεύονται... γιατί οι επιτροπές αντιπροσώπευαν συγχρόνως τους εργάτες σαν σύνολο, και, το σύνολο των οργανώσεων τους». (P. Broue and E. Temime, The Revolution and the Civil War in the Spain, London 1971, p.127).

Στην Ουγγαρία πάλι, κάτω από άλλες συνθήκες, οι εργατικές επιτροπές παίξανε σημαντικό ρολό στην επανάσταση του 1956. «Από την τρίτη μέρα της επανάστασης, 26 του Οκτώβρη, ο λαός οργανώνονταν παντού στους φορείς που θα έκφραζαν τη νέα του δύναμη. Έφτιαξαν “επαναστατικά συμβούλια” στις πόλεις, στα χωρία, στις συνοικίες, στα γραφεία των εφημερίδων και στα κυβερνητικά υπουργεία, στα σχολεία, στα αγροκτήματα, και, πάνω απ όλα, στα εργοστάσια». (C. Harman, Bureaucracy and Revolution in Eastern Europe, p. 137).

Αυτά τα παραδείγματα, και αλλά πολλά ακόμη, δείχνουν ότι τα εργατικά συμβούλια (καθώς και τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών, εργατών και αγροτών κλπ) φτιάχτηκαν σε μεγάλη ποικιλία περιπτώσεων, που ωστόσο είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό – μια επαναστατική κατάσταση. Είναι φανερό ότι εξυπηρετούν μια ανάγκη στη διάρκεια μιας επαναστατικής διαδικασίας που δεν εξυπηρετείται από τις άλλες μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς πως μια από τις ανάγκες που δημιουργείται είναι να δημιουργηθεί αντιπροσωπία, οργανώσεις που να αντιπροσωπεύουν όλη την τάξη, και να μπορούν μέχρι ενός βαθμού να ενώνουν τους εργάτες στο σύνολο τους και το σύνολο των οργανώσεων τους. Πραγματικά, τα εργατικά συμβούλια μπορούν να ξεπεράσουν την απομόνωση μεταξύ των εργατών στα διαφορετικά μέρη δουλείας, στις διαφορετικές βιομηχανίες, στις διαφορετικές ασχολίες.

Καθώς τα εργατικά συμβούλια έχουν να γενικεύσουν τον αγώνα, και καθώς σε μια επαναστατική κατάσταση οι οικονομικοί αγώνες δεν είναι ξεκομμένοι από τους πολιτικούς, τα εργατικά συμβούλια συμμετέχουν σε κάθε κομμάτι του εργατικού αγώνα, μεγάλου ή μικρού.

Θα δώσουμε δυο μόνο παραδείγματα από τον τρόπο δουλείας του σοβιέτ της Πετρούπολης στην επανάσταση του 1905: Λίγα χρονιά μετά τα γεγονότα, ο τότε πρόεδρός του ο Τρότσκι, έγραφε: «Το σοβιέτ ήταν ο άξονας κάθε γεγονότος, κάθε δρόμος οδηγούσε σ’ αυτό και κάθε κάλεσμα για αγώνα ξεκινούσε από αυτό.» (L. Trotsky, 1905, New York, p. 104).

Το σοβιέτ έδρασε πρώτα απ’ όλα σαν επιτροπή γενικής απεργίας της Πετρούπολης τον Οκτώβρη καθώς και το Δεκέμβρη. Οργάνωσε τον οπλισμό των εργατών. Οργάνωσε τη παροχή τροφών στη πόλη. Οργάνωσε μαζικές διαδηλώσεις. Πρωτοστάτησε στην καμπάνια για την αμνηστία των πολιτικών κρατουμένων. Οργάνωσε καμπάνια για την ελευθεροτυπία του τύπου. Πρωτοστάτησε στον αγώνα για 8ωρη εργάσιμη μέρα. «Έπαιρνε μέρος στις διαφορές μεταξύ μεμονωμένων εργατών και των αφεντικών τους.» (Στο ίδιο βιβλίο, σελ.105–12, 155, 107, 109, 136–7, 124, 125, 140–6, 179–186,252).

Ακόμη και στα πιο μικρά περιστατικά που αφορούσαν τους εργαζομένους, το σοβιέτ έπαιρνε μέρος. «Τα γραφεία του σοβιέτ ήταν πάντοτε γεμάτα από ανθρώπους κάθε είδους που ζητούσαν τη βοήθεια του. Κυρίως εργάτες, υπηρέτες, υπάλληλοι μαγαζιών, αγρότες, στρατιώτες και ναύτες… Ένας γερός Κοζάκος από την επαρχία της Πολτάβα παραπονιόταν για άδικη μεταχείριση από τον πρίγκηπα Ρέπνιν που τον εκμεταλλευόταν για 28 χρονιά και στο τέλος τον έδιωξε δίχως αίτια. Ο γερός Κοζάκος ζητούσε από το σοβιέτ να μεσολαβήσει με τον πρίγκηπα για λογαριασμό του. Ο φάκελλος που περιείχε αυτή την παράξενη παράκληση απευθύνονταν απλώς στην “Κυβέρνηση των εργατών, Πετρούπολη”, μα παρ’ όλα ταύτα, παραδόθηκε κανονικά από το επαναστατικό ταχυδρομείο.» (Στο ίδιο βιβλίο σελ. 222–3)

Είναι φανερό πως η μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης μπορεί μόνο τότε να κερδηθεί στην ιδέα του συμβουλίου, με ένα πολύ πρακτικό τρόπο: το Συμβούλιο πρέπει να ιδωθεί σαν ο βασικός τρόπος με τον οποίο λύνονται τα άμεσα προβλήματα της τάξης καθώς και τα μεγάλα τρέχοντα πολιτικά προβλήματα.

Είναι φανερό πως το ΚΕΔ δεν είναι συνεπές, αποτελεσματικό και ριζωμένο στις μάζες όπως θα ήταν ένα εργατικό η στρατιωτικό συμβούλιο. Αλλά, δρώντας σαν υποκατάστατο, το ΚΕΔ εμπόδισε για αρκετό καιρό τους εργάτες (και τους στρατιώτες) από το να κάνουν την προσπάθεια να κτίσουν πραγματικά συμβούλια.

Μέσα στους τελευταίους 18 μήνες η εργατική τάξη οργανώθηκε γερά τοπικά, με τις εργατικές επιτροπές στα εργοστάσια. Μέχρι τώρα, αυτές οι επιτροπές κατόρθωσαν να κερδίσουν τις πιο πολλές από τις απλές οικονομικές μάχες που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν οι εργάτες, και αυτό γιατί από τη μια τα αφεντικά σε πολλές περιπτώσεις είχαν φύγει από τη χώρα, και από την άλλη, το κράτος, για άλλους λόγους, δεν κατόρθωνε να επεμβαίνει υποστηρίζοντας τα αφεντικά. Με λίγα λόγια οι Πορτογάλοι εργάτες θεώρησαν πως δεν χρειάζονται ακόμη σοβιέτ.

Το γεγονός πως το κράτος, και ιδιαίτερα ο στρατός, δεν είχαν τη δύναμη ώστε να επέμβουν εναντία στους εργάτες χειροτέρεψε το μπέρδεμα. Το κράτος είναι τόσο αδύνατο, ώστε οι εργάτες το έχουν αναγκάσει στην πραγματικότητα να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις. Π.χ. Η ιστορία της Ρεπούμπλικα.

Το γεγονός ότι το ΚΕΔ έχει αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις, έκανε πολλούς εργάτες να πιστέψουν πως κατά κάποιο τρόπο, είναι με το μέρος τους και πως μπορούν να εμπιστεύονται στο στρατό να λύση τα προβλήματα τους, αντί να δουν πως πρέπει να βασίζονται στους εαυτούς τους.

Έτσι, αν και οι Πορτογάλοι εργάτες βλέπουν τους εαυτούς τους σαν τάξη με συμφέροντα που πρέπει να υπερασπίσουν, δεν βλέπουν όλοι τους πως αυτά τα συμφέροντα είναι αρκετά διαφορετικά από αυτά άλλων τάξεων, ώστε να απαιτήσουν το φτιάξιμο δικών τους ταξικών οργάνων.

Ένα παράδειγμα είναι το πραξικόπημα της 11ης του Μάρτη. Όταν τα νέα έφτασαν στα εργοστάσια, οι εργάτες έτρεξαν στους στρατώνες και ζητούσαν όπλα για την υπεράσπιση τους. Πάντως, η προσπάθεια απέτυχε και είναι εύκολο να πιστέψουμε πως υπεύθυνοι για την αποτυχία του πραξικοπήματος ήταν οι αριστεροί αξιωματικοί στο στρατό. Εάν η μάχη είχε κρατήσει λίγες ώρες παραπάνω, τότε οι συνθήκες θα ανάγκαζαν τους εργάτες στη Λισσαβόνα να αρχίσουν να οργανώνονται πάνω σε ταξική βάση.

Επειδή τα θέματα δεν έχουν μπει καθαρά πάνω σε ταξική βάση, πολλοί από τους πιο μαχητικούς εργάτες, προπάντων μελή του ΣΚ και του ΚΚΠ, βλέπουν τα πολιτικά προβλήματα μέσα από το πρίσμα των συμφερόντων των κομμάτων τους, που και τα δυο έχουν κατορθώσει να συνδυάσουν τα συμφέροντα διαφορετικών τάξεων.

Έτσι, μέσα στα συνδικάτα και στα εργοστάσια οι αγωνιστές συζητούν για τα σχετικά προσόντα των κομμάτων αντί να συζητούν για τις ανάγκες της εργατικής τάξης.

Οι επαναστάτες στην Πορτογαλία που βλέπουν την ανάγκη να χτιστούν εμβρυακές οργανώσεις του προλεταριάτου, δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατοί εκεί όπου μετράει –στα εργοστάσια κλειδιά– ώστε να πάρουν την πρωτοβουλία για το χτίσιμο σοβιέτ.

Και στο στρατό επίσης, αν και οι στρατιώτες σε πολλές μονάδες έχουν πολύ δύναμη, οι αριστερές κινήσεις των αξιωματικών, σήμαναν για τους λιγότερο πολιτικοποιημένους στρατιώτες πως οι δημοκρατική εκλογή των αντιπροσώπων τους και των αξιωματικών, δεν είναι απαραίτητη.

 

Δράση υπερφυσικών δυνάμεων;

Ο κεντρικός ρόλος που έπαιξε το ΚΕΔ όλους αυτούς τους μήνες δεν ήταν ένα αναπόφευκτο φαινόμενο που καθορίστηκε από τα πριν από κάποια υπερφυσική δύναμη και έξω από κάθε ιστορικό πλαίσιο.

Ήταν το προϊόν της σχετικής αδυναμίας της εργατικής τάξης να αναπτύξει τη συνειδητοποίηση της και να οργανωθεί. Αλλ’ όμως πάνω απ όλα ήταν το προϊόν της δράσης των ηγετών του ΚΚΠ και του ΣΚ που εμπόδισαν το ανέβασμα ενός αυθεντικού, ανεξάρτητου, προλεταριακού κινήματος.

Η εργατική τάξη στη Πορτογαλία, χωρίς αμφιβολία έχει τη δύναμη να χτίσει ένα μαζικό κίνημα ικανό να ανατρέψει το καπιταλιστικό σύστημα και να βάλει τις βάσεις για το μελλοντικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Οι ηγέτες του ΚΚΠ με την ακτινοβολία που απόχτησαν μέσα από τόσα χρόνια αγώνα, εναντία στο δικτατορικό καθεστώς, πραγματικά είχαν την αναγκαία εμπιστοσύνη από το λαό για να χτίσουν ένα τέτοιο κίνημα αν ήθελαν. Πλην όμως δεν έδειξαν καμιά τέτοια διάθεση. Αντί γι’ αυτό, προσπαθούν να ελέγξουν τις μάζες από τα πάνω, τραυματίζοντας την αυτενέργεια, την ταξική συνείδηση και την αυτοπεποίθηση τους. Οι ηγέτες του ΚΚΠ προτιμούσαν το συνδυασμό: σκληρό βοναπαρτιστικό κόμμα στη κορυφή και χαλαρό μισοεπαναστατικό κόμμα στη βάση.

Ο πρωταρχικός ρόλος που έπαιξε το ΚΕΔ στη πολιτική ζωή της χωράς, δημιούργησε ένα αδιέξοδο μέσα στο οποίο οι πολιτικοί των μεγάλων κομμάτων μπορούσαν και να παίζουν το παιχνίδι τους, αποφεύγοντας τη δοκιμασία της πολιτικής τους στη πράξη και στον αγώνα. Οι μηχανορραφίες και οι ραδιουργίες βγήκαν στο φως. Αυτά όλα άνοιξαν τα ματιά των εργατών και ιδιαίτερα των πιο πρωτοπόρων.

Μια τέτοια κατάσταση βεβαία μπορεί να δυναμώσει τη διάθεση των ηγετών του ΚΕΔ για μια βοναπαρτιστική λύση για το ξεπέρασμα της κρίσης: Να ανεβάσουν δηλαδή τη στρατιωτική ηγεσία πάνω από τα κόμματα για ν αποφύγουν τους πολιτικούς κλυδωνισμούς και να ελέγξουν τη κοινωνία ολόκληρη με τη δύναμη των οπλών. Πάντως, δεν είναι αυτή η ταχτική που μπορεί να σταματήσει τη κοινωνική αναταραχή στη Πορτογαλία στο κοντινό μέλλον.

Η κυβέρνηση της Πορτογαλίας σήμερα είναι τόσο ασταθής όσο και η κυβέρνηση, του Κερένσκι στη Ρωσία του 1917. Όταν