Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2021 17:31

Η Κομμούνα του Μαρξ: Μια εκτίμηση και μια κριτική

Παριζιάνοι φωτογραφίζονται πάνω από τη γκρεμισμένη στήλη Vendôme

 

 

Dan La Botz

 

Η Κομμούνα του Μαρξ: Μια εκτίμηση και μια κριτική

 

 

Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 διήρκεσε μόνο από τις 18 Μαρτίου έως τις 28 Μαΐου, δηλαδή μόλις 72 ημέρες, αλλά αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα γεγονότα της σοσιαλιστικής ιστορίας.1 Είναι ένας θρύλος. Αλλά, τι ήταν; Και τι σημαίνει για εμάς σήμερα; Ένα πρότυπο για τους σοσιαλιστές; Μια ηρωική αποτυχία; Μια άρνηση του κράτους; Ή η πρώτη εργατική κυβέρνηση;

Ο Καρλ Μαρξ, τότε μέλος του ηγετικού συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (ή Πρώτης Διεθνούς), έδωσε στην Κομμούνα την ολόθερμη και παθιασμένη υποστήριξή του. Έγραψε επίσης την πιο διάσημη σύγχρονη περιγραφή της Κομμούνας, το θαυμάσιο δοκίμιό του Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία. Παρόλο που η Κομμούνα δεν είχε οργανωθεί και δεν καθοδηγούνταν από τη Διεθνή, παρόλο που η ηγεσία της βρισκόταν σε μεγάλο βαθμό στα χέρια ιδεολογικών αντιπάλων, των μπλανκιστών και των προυντονικών, παρόλο που η εργατική κυβέρνηση απέτυχε να αναλάβει την αποφασιστική δράση που θεωρούσε απαραίτητη για να νικήσει την καπιταλιστική τάξη, και παρόλο που αναγνώρισε από νωρίς ότι η Κομμούνα ήταν καταδικασμένη σε ήττα, ο Μαρξ δεν δίστασε να της δώσει την πλήρη υποστήριξή του, να τη δικαιώσει και να επιμείνει να την υποστηρίξει η Διεθνής. Μετά τη συντριβή της, δεν έπαψε να υπερασπίζεται τη φήμη της και να την μνημονεύει. Το έκανε αυτό απλά και μόνο επειδή πίστευε ότι η Παρισινή Κομμούνα αντιπροσώπευε μια δημοκρατική εργατική κυβέρνηση, την πρώτη τέτοια κυβέρνηση που υπήρξε ποτέ. Είχε απόλυτο δίκιο να το κάνει αυτό. Ωστόσο, όπως θα δούμε, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα σοβαρά προβλήματα της Κομμούνας. Ποια ζητήματα αρνήθηκε να σχολιάσει; Και γιατί τα απέφυγε;

Ο Μαρξ γράφει στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία, την κύρια ερμηνεία του για την Κομμούνα,

«Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους, που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ήταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελείτο φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα.»2

Στην εισαγωγή του Φρίντριχ Ένγκελς στο δοκίμιο του Μαρξ, που γράφτηκε για την εικοστή επέτειο της Κομμούνας, σημειώνει ότι ήταν «το πραγματικά δημοκρατικό κράτος».3

Ο Μαρξ επαινεί τα προοδευτικά μέτρα της Κομμούνας: την κατάργηση της επιστράτευσης και του μόνιμου στρατού, την Εθνική Φρουρά που αποτελούνταν από τους οπλισμένους πολίτες, την αναγνώριση των αλλοδαπών που εκλέγονταν στην Κομμούνα, την εκλογή αντιπροσώπων και το δικαίωμα των ψηφοφόρων να τους ανακαλέσουν, την καταβολή μισθού εργατών στους αξιωματούχους της Κομμούνας, τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας, τον τερματισμό των επιδοτήσεων προς την εκκλησία και την εθνικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αναφέρει επίσης την καταστροφή της στήλης Βαντόμ, του μνημείου που είχε ανεγερθεί από τον Ναπολέοντα Α΄ και θεωρήθηκε ευρέως ως σύμβολο σοβινισμού και μιλιταρισμού.4 Και απαρίθμησε επίσης όλα τα εργασιακά μέτρα, από την κατάργηση της νυχτερινής εργασίας για τους αρτοποιούς μέχρι τον τερματισμό των προστίμων και της παρακράτησης μισθών, καθώς και την παραχώρηση των κλειστών εργοστασίων στους ίδιους τους εργάτες.5

Ενώ όλα αυτά ήταν σημαντικά, γράφει ο Μαρξ, «το πραγματικό μυστικό της ήταν ότι ήταν ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην τάξη των σφετεριστών, η ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση».6 Είναι αυτή η φράση που έχει αιχμαλωτίσει τη φαντασία όλων των επόμενων ερμηνευτών του γεγονότος: η ιδέα μιας εργατικής κυβέρνησης που θα μπορούσε να χειραφετήσει την εργατική τάξη. Όπως γράφει σε άλλο σημείο: «Το μεγάλο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας ήταν η ίδια της η ύπαρξη, η εργασία της. Τα ειδικά μέτρα της μπορούσαν μόνο να υποδείξουν την κατεύθυνση προς την οποία κινείται μια κυβέρνηση του λαού από τον ίδιο το λαό».7 Για τον Μαρξ, η Κομμούνα αντιπροσώπευε σαφώς ένα παράδειγμα μιας βαθιά δημοκρατικής εργατικής κυβέρνησης.

 

B 1 Barricade à langle des boulevard Voltaire et Richard Lenoirjpg

Οδόφραγμα στη γωνία Boulevard Voltaire και Richard-Lenoir.

 

Ο Μαρξ προσπερνά ορισμένα από τα προβλήματα της Κομμούνας

Γράφοντας για την Κομμούνα, ο Μαρξ βρισκόταν κάτω από ορισμένους περιορισμούς που έθεταν όρια στην ανάλυσή του. Πρώτον, έγραφε ως μέλος του ηγετικού συμβουλίου της Πρώτης Διεθνούς- κατά συνέπεια, έπρεπε να γράψει με βάση τις θέσεις που συμφωνήθηκαν πρόσφατα στο τελευταίο συνέδριο της Διεθνούς, θέσεις που αντανακλούσαν τη συναίνεση μεταξύ των οπαδών του Ζοζέφ-Πιέρ Προυντόν, των Βρετανών συνδικαλιστών και των οπαδών του ίδιου του Μαρξ στην οργάνωση. Έτσι, έγραφε όχι ως Μαρξ αλλά ως εκπρόσωπος της Διεθνούς.

Δεύτερον, ενώ ο Μαρξ είχε απόλυτο δίκιο να υπερασπίζεται τη δημοκρατική δομή της Κομμούνας, επέλεξε να μη συζητήσει ορισμένες από τις σημαντικές αδυναμίες της. Μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε γιατί μπορεί να το έκανε αυτό. Πρώτον, αν και δεν δημοσιεύτηκε μέχρι τον Ιούνιο του 1871, ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία γράφτηκε τον Απρίλιο και τον Μάιο, πριν η Κομμούνα συντριβεί από τον στρατό των Βερσαλλιών που έστειλε ο Άντολφ Τιερ [Adolphe Thiers, στ.εξ. Θιέρσος]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μαρξ επικεντρώθηκε στην υπεράσπιση της Κομμούνας επειδή γνώριζε ότι θα αντιμετώπιζε μια άγρια επίθεση από την κυβέρνηση των Βερσαλλιών και επειδή πίστευε ότι κατά πάσα πιθανότητα θα ηττηθεί. Ο Μαρξ ασχολήθηκε, φυσικά, με τα στρατηγικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η Κομμούνα, τα οποία μπορεί να πίστευε ότι υπερίσχυαν, στη δεδομένη στιγμή, έναντι των ζητημάτων αρχής. Σε κάθε περίπτωση, διαβάζοντας την αφήγηση του Μαρξ, είναι σαφές ότι αποφεύγει ορισμένα ζητήματα για τα οποία είχε από καιρό σταθερές απόψεις.

 

B 2 Commune de Paris barricade rue Saint Sébastien

Οδόφραγμα της Κομμούνας του Παρισιού στην οδό Saint-Sébastien

 

Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών

Πρώτον, ο Μαρξ, ο οποίος είχε γενικά προοδευτικές θέσεις για τα δικαιώματα των γυναικών, παρέλειψε να αναφέρει ότι το «καθολικό δικαίωμα ψήφου» της Κομμούνας ήταν στην πραγματικότητα το καθολικό δικαίωμα ψήφου των ανδρών. Ο μισός ενήλικος πληθυσμός αποκλείστηκε από την ψήφο: οι γυναίκες. Επίσης, δεδομένου ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την Εθνική Φρουρά, τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη οργάνωση της Κομμούνας, δεν μπορούσαν να ψηφίσουν ούτε στην Ομοσπονδία της Φρουράς. Κατά την περίοδο της Κομμούνας, οι γυναίκες δεν εξέφρασαν την επιθυμία τους για ψήφο, αλλά γνωρίζουμε ότι ορισμένες γυναίκες είχαν ζητήσει την ψήφο στις Γαλλικές Επαναστάσεις του 1789 και πολύ περισσότερες το 1848· και γνωρίζουμε, φυσικά, ότι η πλήρης πολιτική συμμετοχή των γυναικών είναι απαραίτητη για κάθε πραγματικά δημοκρατική σοσιαλιστική κοινωνία, όπως συμφωνούσε και ο Μαρξ. Διότι, παρόλο που ο Μαρξ δεν ανέφερε τη γυναικεία ψήφο, ήταν ήδη υπέρμαχος της πολιτικής συμμετοχής των γυναικών. Και δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ήταν, αφού για χρόνια αποτελούσε μείζον ζήτημα.

Η πολιτική ισότητα των γυναικών δεν ήταν, φυσικά, ένα καινούργιο ζήτημα. Η «Διακήρυξη των δικαιωμάτων της γυναίκας και της γυναίκας πολίτη» της Ολυμπίας ντε Γκούζ [Olympe de Gouge] είχε δημοσιευθεί το 1791 στη Γαλλία κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ενώ το «Η διεκδίκηση των δικαιωμάτων της γυναίκας» [«A Vindication of the Rights of Woman»] της Μαίρης Γουόλστονκραφτ [Mary Wollstonecraft] είχε δημοσιευθεί στην Αγγλία το 1792· και οι δύο είχαν ζητήσει την πολιτική ισότητα και το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1848, οι Γαλλίδες είχαν απαιτήσει το δικαίωμα ψήφου και το προσπάθησαν. Τον Μάιο του 1867, ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ εκφώνησε την ομιλία του “On the Admission of Women to the Electoral Franchise” [«Για την πρόσβαση των γυναικών στο εκλογικό δικαίωμα»] στη Βουλή των Κοινοτήτων του βρετανικού κοινοβουλίου, τις συζητήσεις του οποίου παρακολουθούσε στενά ο Μαρξ.

Στη δεκαετία του 1860, ο Μαρξ είχε ήδη υποστηρίξει την ισότητα των γυναικών στη Διεθνή Ένωση Εργατών, η οποία δέχτηκε γυναίκες μέλη. Ο ίδιος ο Μαρξ έκανε την πρόταση για τη δημιουργία γυναικείων παραρτημάτων.8 Η Ελιζάμπετ Ντιμιτρίεφ [Elisabeth Dmitrieff], η οποία έφυγε από το Λονδίνο για το Παρίσι για να ενταχθεί στην Κομμούνα και να οργανώσει την Ένωση Γυναικών, είχε στην πραγματικότητα σταλεί ως εκπρόσωπος της Διεθνούς. Γνωρίζουμε από τις επιστολές του ότι ο Μαρξ πίστευε ήδη στην πολιτική ισότητα των γυναικών. Για παράδειγμα, σε μια επιστολή του στις 12 Δεκεμβρίου 1868 προς τον σύντροφό του, Δρ. Λούις Κούγκελμαν, ο Μαρξ έγραφε:

«Πείτε στη σύζυγό σας ότι ποτέ δεν υποπτεύθηκα ότι είναι μία από τις υφισταμένες της Στρατηγίνας [sic] Γκεκ. Η ερώτησή μου ήταν μόνο για να αστειευτώ. Σε κάθε περίπτωση οι κυρίες δεν μπορούν να παραπονεθούν για τη Διεθνή, διότι έχει εκλέξει μια κυρία, την κυρία Λόου, ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου.9

Πέρα από τα αστεία, μεγάλη πρόοδος φάνηκε στο τελευταίο συνέδριο της αμερικανικής “Εργατικής Ένωσης”, καθώς, μεταξύ άλλων, αντιμετώπισε τις εργαζόμενες γυναίκες με πλήρη ισότητα. Ενώ από αυτή την άποψη οι Άγγλοι, και ακόμη περισσότερο οι γενναίοι Γάλλοι, βαρύνονται από ένα πνεύμα στενοκεφαλιάς. Όποιος γνωρίζει κάτι από την ιστορία ξέρει ότι οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές είναι αδύνατες χωρίς τη γυναικεία ζύμωση. Η κοινωνική πρόοδος μπορεί να μετρηθεί ακριβώς από την κοινωνική θέση του ωραίου φύλου (συμπεριλαμβανομένων και των άσχημων).»10

Βλέπουμε ότι ο Μαρξ, παρά το κακόγουστο αστείο του, πίστευε στην «πλήρη ισότητα» των γυναικών πολύ πριν από την Κομμούνα.

Λίγο καιρό μετά την Κομμούνα, ο Ένγκελς έγραψε στη φίλη του Ίντα Πάουλι:

«Όταν φτάσουμε στο τιμόνι, οι γυναίκες όχι μόνο θα ψηφίζουν, αλλά και θα εκλέγονται και θα εκφωνούν ομιλίες. Το τελευταίο συμβαίνει ήδη εδώ στη διοίκηση του σχολείου, και τον περασμένο Νοέμβριο έδωσα και τις επτά ψήφους μου σε μια κυρία... Αυτό που κάνει τις κυρίες στα τοπικά σχολικά συμβούλια να ξεχωρίζουν είναι το γεγονός ότι μιλούν πολύ λίγο και εργάζονται πολύ, κατά μέσο όρο η καθεμία όσο τρεις άνδρες.»11

Γνωρίζοντας τις απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς εκείνη την περίοδο για το ζήτημα της πολιτικής ισότητας των γυναικών, πρέπει να υποθέσουμε ότι οι δύο τους πήραν συνειδητή απόφαση στα σύγχρονα, αλλά και στα μεταγενέστερα γραπτά τους για την Κομμούνα να μην αναφερθούν στο ζήτημα της έλλειψης του δικαιώματος ψήφου των γυναικών στην Κομμούνα. Ωστόσο, πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι ακριβώς σε μια στιγμή τόσο ριζοσπαστικών αλλαγών στο Παρίσι ήταν δυνατό να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα, και ότι αν οι γυναίκες είχαν κερδίσει την ψήφο, αυτό θα μπορούσε να είχε κάνει το κίνημα πιο δημοκρατικό και ίσως πιο ριζοσπαστικό. Και αφού η Κομμούνα είχε ηττηθεί, δεν υπήρχε λόγος να μην επιστρέψει και να μην επισημάνει ότι είχε αποτύχει να δώσει το δικαίωμα ψήφου στον μισό ενήλικο πληθυσμό.

 

B 3 Barricade du Boulevard Puebla hauteurs de Ménilmontant

Οδόφραγμα στη λεωφόρο Puebla, ύψος Ménilmontant. 18 Μαρτίου 1871.

 

Άλλα δημοκρατικά ζητήματα

Ενώ η Κομμούνα ήταν μια κυβέρνηση του εργαζόμενου λαού, είχε και κάποιους άλλους σοβαρούς περιορισμούς που ο Μαρξ δεν συζήτησε. Για παράδειγμα, το ζήτημα των συνεδριάσεων της Κομμούνας, οι οποίες διεξάγονταν μυστικά. Η δικαιολογία γι’ αυτό ήταν, όπως το έθεσε ο κομμουνιστής Πασάλ Γκρουσέ [Paschal Grousset], ότι ήταν «ένα συμβούλιο πολέμου». Αρκετοί Κομμουνάροι, ωστόσο, επέκριναν αυτή τη μυστική πρακτική και απαίτησαν, χωρίς αποτέλεσμα, οι συνεδριάσεις να είναι δημόσιες. Μόνο μετά τις 18 Απριλίου τα πρακτικά των συνεδριάσεων δημοσιεύτηκαν στην Journal officiel.12 Ο Μαρξ επαίνεσε την Κομμούνα για τη δημοσίευση των πρακτικών των δραστηριοτήτων της,13 αλλά σίγουρα η δημοσίευσή τους δεν υποκαθιστούσε τις ανοιχτές συνεδριάσεις που μπορούσαν να παρακολουθηθούν και να γίνουν αντικείμενο λαϊκού ελέγχου. Όπως γράφει ο ιστορικός Jacques Rougerie, «Η μυστικότητα που περιέβαλλε τις διαβουλεύσεις της Κομμούνας δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τον παρισινό λαό που απαιτούσε την “άμεση” δημοκρατία και τον έλεγχο των εκλεγμένων από εκείνους που τους εξέλεξαν».14

Οι πληροφορημένοι παραπονέθηκαν επίσης ότι η Κομμούνα επιδιδόταν σε ατελείωτες και άσκοπες συζητήσεις, στις οποίες τα μέλη της βρίσκονταν τόσο συχνά σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, ώστε δεν μπορούσαν να διεξαχθούν οι εργασίες. Για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα, η Κομμούνα εξέλεξε μια νέα Εκτελεστική Επιτροπή αποτελούμενη από τους επικεφαλής των διαφόρων επιτροπών, αλλά αυτό σήμαινε ότι οι αποφάσεις εξακολουθούσαν να λαμβάνονται σε κλειστές συνεδριάσεις, απλώς από έναν ακόμη μικρότερο αριθμό ατόμων.15

Ένα άλλο θέμα είναι το ζήτημα της καταστολής των πολιτικών δικαιωμάτων. Όπως παρατηρεί ο Rougerie, «η Κομμούνα γνώρισε μια πραγματική διολίσθηση προς την καταστολή και αυτή είναι σίγουρα η λιγότερο συμπαθής πλευρά αυτής της λαϊκής περιπέτειας».16 Ο Ραούλ Ριγκό [Raoul Rigault] και άλλοι μπλανκιστές ανέλαβαν τη διοίκηση της αστυνομικής δύναμης της Κομμούνας. Ο Μπλανκί είπε ότι ο Ριγκό είχε «την ψυχή ενός αστυνομικού». Ο Ριγκό και οι άνδρες του αντιμετώπιζαν τους πάντες με καχυποψία και έπιασαν αιχμάλωτους τον αρχιεπίσκοπο, τον δικαστή του Εφετείου, αρκετούς ιερείς και άλλους. Να σημειωθεί ότι απλώς τους κρατούσαν ομήρους, αντί να τους απαγγείλουν κατηγορίες και να τους κρατήσουν για δίκη. Η αστυνομία λεηλάτησε επίσης εκκλησίες και τα σπίτια ορισμένων πλούσιων ανθρώπων. Όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου, η αστυνομία του Ριγκό έκλεισε τριάντα εφημερίδες, οι περισσότερες συντηρητικές, αλλά και την εφημερίδα Η Κομμούνα, την οποία εξέδιδε ο Ζαν-Μπατίστ Μιλλιέρ [Jean-Baptiste Millière], ένας αριστερός επικριτής των λαθών της Κομμούνας.17 Ο Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ [Prosper Olivier Lissagaray] άσκησε μια κάπως διαφορετική κριτική στην μπλανκιστική αστυνομία, κατηγορώντας την για αναποτελεσματικότητα: «εγκληματική απροσεξία, την οποία ο λαός πλήρωσε με το αίμα του, ήταν η σωτηρία των εγκληματιών».18

Η Κομμούνα φιλοδοξούσε να είναι μια ηθική επανάσταση και η αστυνομία του Ριγκό τοποθέτησε αμέσως πινακίδες που έγραφαν «Θάνατος στους κλέφτες». Συνέλαβαν ανθρώπους για μέθη δημοσίως, σταμάτησαν τον δημόσιο τζόγο, έκλεισαν οίκους πορνείας, και όταν αυτές οι γυναίκες στράφηκαν στη συνέχεια στο πεζοδρόμιο, συνέλαβαν 270 από αυτές μέσα σε ένα μήνα.19 Είναι σαφές ότι οι περισσότεροι από τους συλληφθέντες θα ήταν άνθρωποι της εργατικής τάξης και φτωχοί. Η χειρότερη ενέργεια της αστυνομικής δύναμης υπό την ηγεσία των μπλανκιστών ήταν η άσκοπη σφαγή των ομήρων τους κατά τις τελευταίες ημέρες της Κομμούνας, η οποία μιμήθηκε αντί να υπερβεί το ολέθριο παράδειγμα των Βερσαλλιών.

Ένα άλλο παράδειγμα αυτής της διολίσθησης προς ένα αστυνομικό κράτος ήταν ο σχηματισμός, τον Μάιο του 1871, της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας. Πήρε το όνομά της, φυσικά, από την αρχική Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας που ιδρύθηκε το 1793 κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης και ήταν υπεύθυνη για την εποπτεία της Τρομοκρατίας, κατά τη διάρκεια της οποίας τριακόσιες χιλιάδες συνελήφθησαν, δεκαεπτά χιλιάδες εκτελέστηκαν επίσημα και άλλες δέκα χιλιάδες σκοτώθηκαν ανεπίσημα ή χάθηκαν στη φυλακή. Η πρόταση για τη δημιουργία μιας Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας χώρισε την Κομμούνα σε μια πλειοψηφία από Μπλανκιστές, Γιακωβίνους και Προυντονικούς, που ήταν υπέρ, και σε μια μειοψηφία, αποτελούμενη κυρίως από διεθνιστές, που ήταν κατά. Ο Γκυστάβ Λεφρανσέ [Gustave Lefrançais], μέλος της μειοψηφίας, έγραψε για τη συζήτηση της Κομμούνας σχετικά με την Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας ότι διαιρέθηκε σε:

«ένα καθαρά επαναστατικό κόμμα, αποτελούμενο από Γιακωβίνους και Μπλανκιστές, που διαφοροποιούνταν μόνο από το γεγονός ότι οι πρώτοι ήθελαν τη δικτατορία μιας ομάδας, ενώ η δεύτερη ομάδα ήθελε τη δικτατορία ενός ατόμου, για να καθαρίσει το έδαφος πριν προχωρήσει στην ανασυγκρότηση μιας νέας τάξης πραγμάτων... οι σοσιαλιστές [από την άλλη πλευρά] ήταν απόλυτοι πολέμιοι της έννοιας μιας αυταρχικής κυβέρνησης· ήταν πεπεισμένοι ότι η κοινωνική επανάσταση δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέχρι οι υπάρχοντες πολιτικοί θεσμοί να δώσουν τη θέση τους σε νέους θεσμούς που θα είχαν ως θεμέλιο την κοινοτική αυτονομία.»20

Η τελική ψηφοφορία για τη σύσταση της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας στις αρχές Μαΐου ήταν 45 έναντι 23 ψήφων. Η μειοψηφία αποτελούνταν, λέει ο Rougerie, από τους «αυθεντικούς σοσιαλιστές», κυρίως μέλη της Διεθνούς. Η μειοψηφία εξέδωσε μια δήλωση που έλεγε:

«Με μια ειδική και συγκεκριμένη ψηφοφορία, η Κομμούνα του Παρισιού, παραιτήθηκε από την εξουσία της, μεταφέροντάς την στα χέρια μιας δικτατορίας που την ονόμασε Δημόσια Ασφάλεια...

Εμείς, όπως και η πλειοψηφία, επιθυμούμε να πραγματοποιήσουμε τις πολιτικές και κοινωνικές αναδιαρθρώσεις, αλλά σε αντίθεση με τον τρόπο σκέψης τους, διατυπώνουμε τα αιτήματά μας στο όνομα των ψηφοφόρων τους οποίους εκπροσωπούμε, με το δικαίωμα να λογοδοτήσουμε μόνοι μας για τις πράξεις μας ενώπιον των ψηφοφόρων, χωρίς να έχουμε ανάμεσά μας την εξουσία μιας ανώτατης δικτατορίας, την οποία η εντολή μας δεν μας επιτρέπει ούτε να αποδεχτούμε ούτε να αναγνωρίσουμε.»21

Οι δημοκράτες σοσιαλιστές της Διεθνούς απέρριψαν και αποκήρυξαν τον αυταρχισμό της πλειοψηφίας της Κομμούνας. Οι διεθνιστές, πιστεύοντας στο σοσιαλισμό από τα κάτω, αρνήθηκαν να δεχτούν την ιδέα μιας νέας κοινωνίας που θα πατρωνάρεται από τα πάνω.22

Μετά την αναδιοργάνωσή της στις 10-11 Μαΐου 1871, η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας της Κομμούνας αποτελούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από Γιακωβίνους και Μπλανκιστές. Στις 15 Μαΐου, η πλειοψηφία της ηγεσίας της Κομμούνας ανακήρυξε τον εαυτό της ως «επαναστατική παράταξη» και προχώρησε στην εκκαθάριση της μειοψηφίας. Δηλαδή, οι αυταρχικοί εκκαθάρισαν τους δημοκρατικούς σοσιαλιστές. Ο συνδυασμός της νοσταλγίας των Γιακωβίνων για τη μεγάλη αιματοχυσία της δεκαετίας του 1790 και της προτίμησης των Μπλανκιστών για την αστυνομική δραστηριότητα δεν προχώρησε ποτέ, αφού όλη η προσοχή έπρεπε να στραφεί στη στρατιωτική υπεράσπιση του Παρισιού έναντι των Βερσαλλιών.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία, ο ίδιος ο Μαρξ δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «δικτατορία του προλεταριάτου». Τον χρησιμοποίησε μόνο για να περιγράψει την Κομμούνα στην εκδήλωση του Οκτωβρίου για την έβδομη επέτειο της ίδρυσης της Διεθνούς Ένωσης Εργατών. Ο μελετητής-ακτιβιστής Hal Draper υποστηρίζει ότι χρησιμοποιώντας τον όρο ως περιγραφικό στοιχείο της Κομμούνας, ο Μαρξ δεν εννοούσε ποτέ τη χρήση ειδικών δικτατορικών εξουσιών, αλλά απλώς τους δημοκρατικούς θεσμούς των εργαζομένων.23

Στο βιβλίο Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, που γράφτηκε όταν το Παρίσι βρισκόταν υπό επίθεση, ο Μαρξ δεν συζητά αυτές τις διαφορές μεταξύ της αυταρχικής πλειοψηφίας και της δημοκρατικής-σοσιαλιστικής μειοψηφίας, αν και σίγουρα τις γνώριζε καλά, καθώς βρισκόταν σε τακτική επαφή με διάφορους εκπροσώπους της Διεθνούς στο Παρίσι.24 Κατά τη διάρκεια μιας στιγμής που ήταν αναμφίβολα ευάλωτη, δεν ήθελε να συζητήσει τις εσωτερικές διαιρέσεις της Κομμούνας. Σήμερα, δεν έχουμε κανένα λόγο να τις παραβλέψουμε. Θα πρέπει, πιστεύω, να τοποθετηθούμε στο πλευρό της μειοψηφίας που αντιτάχθηκε στη δημιουργία μιας δικτατορίας πάνω στους εκλεγμένους αντιπροσώπους της Κομμούνας.

 

B 4 Barricade sur la rue Royale au bord de la place de la Concorde Photo dAuguste Hippolyte Collard

Οδόφραγμα στην rue Royale, στην άκρη της Place de la Concorde. Φωτογραφία: Auguste-Hippolyte Collard

 

Θα μπορούσε να είχε σωθεί η Κομμούνα;

Η εντονότερη κριτική του Μαρξ για την Κομμούνα, στην πραγματικότητα, αφορά μια στιγμή που προηγήθηκε της επίσημης ανακήρυξής της: την αποτυχία της Κεντρικής Επιτροπής των Είκοσι Περιφερειών να επιτεθεί στις Βερσαλλίες πριν ο Θιέρσος συγκεντρώσει εκεί τις στρατιωτικές του δυνάμεις. Ο Μαρξ γράφει:

«Στην επίμονη απροθυμία της να συνεχίσει τον εμφύλιο πόλεμο που τον είχε αρχίσει ο Θιέρσος με τη νυχτερινή επιδρομή στη Μονμάρτη, η Κεντρική Επιτροπή έκανε ένα αποφασιστικό λάθος, ότι δεν βάδισε αμέσως ενάντια στις τότε ολότελα ανυπεράσπιστες Βερσαλλίες και δεν έβαλε έτσι τελεία και παύλα στις συνωμοσίες του Θιέρσου και των γαιοχτημόνων του.»25

Ο Μαρξ θεωρεί ότι αυτή η αποτυχία να χτυπήσει την κατάλληλη στιγμή επέτρεψε στον Θιέρσο να ενισχύσει τις δυνάμεις του και να ξεκινήσει μια νέα εκστρατεία κατά του Παρισιού τον Απρίλιο. Στην πραγματικότητα, οι Μπλανκιστές είχαν καταθέσει πρόταση για επίθεση στις Βερσαλλίες, η οποία όμως απορρίφθηκε από την πλειοψηφία της επιτροπής.

Αν και η κριτική του Μαρξ είναι σωστή, πρέπει να αναρωτηθεί κανείς: Τι θα είχε συμβεί τότε αν η Παρισινή Κομμούνα είχε μεταφέρει την επανάσταση στις Βερσαλλίες; Αν το είχε κάνει, το Παρίσι θα είχε γλιτώσει την άμεση επίθεση από τις Βερσαλλίες, αλλά σίγουρα η αστική τάξη θα είχε οργανωθεί, είτε υπό τον Θιέρσο είτε υπό άλλη κυβέρνηση και στρατό, για να αναλάβει τη συντριβή του ένοπλου εργατικού λαού του Παρισιού. Η αστική κυβέρνηση θα είχε προσπαθήσει να έρθει σε συνεννόηση με τον Γερμανό καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ και θα προσπαθούσε ξανά να τον πείσει να εισβάλει στο Παρίσι. Η δημιουργία ενός άλλου στρατού θα απαιτούσε τη συνέχιση της καταστολής των κομμούνων που ξεπηδούσαν σε άλλες πόλεις και να αποσπάσει τον αγροτικό πληθυσμό από την συνεχή υποστήριξης προς την κυβέρνηση του Θιέρσου. Έτσι, αυτό το ζήτημα μας οδηγεί σε ένα άλλο, αυτό της αγροτιάς που αποτελούσε τα δύο τρίτα του γαλλικού πληθυσμού. Θα μπορούσε η Κομμούνα να επιβιώσει κερδίζοντας την αγροτιά;

Ο Μαρξ, στο δοκίμιό του του 1852, Η δέκατη όγδοη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, είχε αναφερθεί, σε ένα απόσπασμα που έγινε πολύ διάσημο, στη γαλλική αγροτιά όπως ήταν εκείνη την εποχή:

«Οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες αποτελούν μια τεράστια μάζα, τα μέλη της οποίας ζουν σε παρόμοιες συνθήκες αλλά χωρίς να συνάπτουν πολύπλευρες σχέσεις μεταξύ τους. Ο τρόπος παραγωγής τους, τους απομονώνει τον έναν από τον άλλο αντί να τους φέρνει σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση ενισχύεται από τα φτωχά μέσα επικοινωνίας της Γαλλίας και τη φτώχεια των αγροτών. Το πεδίο παραγωγής τους, η μικρή εκμετάλλευση, δεν επιτρέπει τον καταμερισμό της εργασίας στην καλλιέργειά της, δεν επιτρέπει την εφαρμογή της επιστήμης, και επομένως δεν επιτρέπει την πολυμορφία της ανάπτυξης, την ποικιλία των ταλέντων, τον πλούτο των κοινωνικών σχέσεων. Κάθε μεμονωμένη αγροτική οικογένεια είναι σχεδόν αυτάρκης, παράγει άμεσα το μεγαλύτερο μέρος αυτών που έχει ανάγκη να καταναλώσει, και έτσι αποκτά τα μέσα επιβίωσής της περισσότερο μέσω μιας ανταλλαγής με τη φύση παρά μέσω της επαφής με την κοινωνία. Μια μικρή εκμετάλλευση, ο αγρότης και η οικογένειά του· δίπλα της μια άλλη μικρή εκμετάλλευση, ένας άλλος αγρότης και μια άλλη οικογένεια. Μερικές δεκάδες από αυτές συνιστούν ένα χωριό, και μερικές δεκάδες χωριά συνιστούν ένα διαμέρισμα. Έτσι, η μεγάλη μάζα του γαλλικού έθνους σχηματίζεται από την απλή πρόσθεση ομοειδών μεγεθών, όπως οι πατάτες σε ένα τσουβάλι σχηματίζουν ένα τσουβάλι πατάτες.»26

Και ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος; Τις επισημαίνει:

«Στο βαθμό που εκατομμύρια οικογένειες ζουν κάτω από συνθήκες ύπαρξης που διαχωρίζουν τον τρόπο ζωής τους, τα συμφέροντά τους και την κουλτούρα τους από εκείνες των άλλων τάξεων και τις θέτουν σε εχθρική αντιπαράθεση με τις τελευταίες, αποτελούν μια τάξη. Στο βαθμό που υπάρχει απλώς μια τοπική διασύνδεση μεταξύ αυτών των μικροϊδιοκτητών αγροτών και η ταυτότητα των συμφερόντων τους δεν σχηματίζει καμία κοινότητα, κανέναν εθνικό δεσμό και καμία πολιτική οργάνωση μεταξύ τους, δεν αποτελούν τάξη. Επομένως, δεν είναι σε θέση να διεκδικήσουν τα ταξικά τους συμφέροντα στο όνομά τους, είτε μέσω ενός κοινοβουλίου είτε μέσω μιας συμβατικής συνέλευσης. Δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους· πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Ο αντιπρόσωπός τους πρέπει ταυτόχρονα να εμφανίζεται ως κύριός τους, ως μια εξουσία πάνω απ’ αυτούς, μια απεριόριστη κυβερνητική εξουσία που τους προστατεύει από τις άλλες τάξεις και τους στέλνει τη βροχή και τον ήλιο από ψηλά. Η πολιτική επιρροή των μικροϊδιοκτητών αγροτών, επομένως, βρίσκει την τελική της έκφραση στην εκτελεστική εξουσία στην οποία υποτάσσεται η κοινωνία.»27

Αυτή ήταν η βάση της πολιτικής εξουσίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα Βοναπάρτη (Ναπολέων Γ΄): οι αγρότες είχαν παραλάβει τη γη τους από τη Γαλλική Επανάσταση, την οποία ταύτισαν με τον θείο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη (Ναπολέων Α’), και ως εκ τούτου του μετέφεραν την πίστη τους.

Είχε αλλάξει η αγροτιά αρκετά μέχρι το 1870 ώστε να μπορεί να κερδηθεί από την ηγεσία της εργατικής τάξης, από ένα εργατικό κόμμα, από βαθύτερες μεταρρυθμίσεις και ενδεχομένως από μια νέα επανάσταση;

Τα πράγματα είχαν αλλάξει κάπως. Η Γαλλία κατασκεύαζε σιδηροδρόμους από το 1852 και το 1870 το βασικό πλαίσιο του εθνικού σιδηροδρομικού συστήματος είχε ήδη δημιουργηθεί. Οι σιδηρόδρομοι κατέστησαν δυνατή την εμπορευματοποίηση των καλλιεργειών των αγροτών, τείνοντας να δημιουργήσουν μεγαλύτερη ανισότητα στην ύπαιθρο, αύξηση του αριθμού των μεγαλοαγροτών, υποβάθμιση ορισμένων αγροτών σε γεωργικούς εργάτες και μετανάστευση ορισμένων εργατών στις πόλεις. Οι μεγαλύτεροι αγρότες έτειναν να ηγούνται των μικρότερων, ενώ η Καθολική Εκκλησία παρείχε την πολιτιστική κόλλα που κρατούσε την αγροτιά ενωμένη ως μπλοκ.28 Το ερώτημα είναι, θα μπορούσε η Κομμούνα να προσεγγίσει αυτούς τους αγρότες και να τους κερδίσει για να υποστηρίξουν τη δημοκρατική, κοινωνική Δημοκρατία [Republic];

Ο Μαρξ υποστήριξε στο βιβλίο του Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία ότι η Κομμούνα θα μπορούσε πράγματι να κερδίσει τους αγρότες με θεμελιώδη οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με τους φόρους και τη δεκάτη. Γράφει:

«… η Κομμούνα σε μια από τις πρώτες της διακηρύξεις δήλωσε, ότι τα έξοδα του πολέμου θα έπρεπε να τα πληρώσουν οι πραγματικοί του αίτιοι. Η Κομμούνα θα απάλλασσε το χωρικό από το φόρο του αίματος – θα του έδινε μια φτηνή κυβέρνηση και θα μετέτρεπε τις τωρινές βδέλλες, το συμβολαιογράφο, το δικηγόρο, το δικαστικό κλητήρα και τους άλλους δικαστικούς βρικόλακές του σε μισθωτούς κοινοτικούς υπαλλήλους που θα τους εξέλεγε ο ίδιος και που θα ήταν υπεύθυνοι απέναντί του. Θα τον απελευθέρωνε από την αυθαιρεσία του αγροφύλακα (garde champêtre), του χωροφύλακα και του νομάρχη. Θα είχε αντικαταστήσει την αποβλάκωσή του από τον παπά με το διαφωτισμό του από το δάσκαλο.»29

Πράγματι, ο Μαρξ φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι «τρεις μήνες ελεύθερης επικοινωνίας της παρισινής Κομμούνας με τις επαρχίες, θα οδηγούσε μια γενική αγροτική εξέγερση».30

Η άποψη του Μαρξ ότι η αγροτιά θα μπορούσε να αποσπαστεί από τα συντηρητικά πολιτικά κόμματα (βοναπαρτιστικά, βασιλικά και φιλελεύθερα) μέσα σε λίγους μήνες προπαγάνδας της Κομμούνας φαίνεται υπερβολικά αισιόδοξη. Οι νέοι πλούσιοι αγρότες της υπαίθρου, η αστική τάξη και οι αξιωματούχοι της, αν και μειοψηφία, θα είχαν διεξάγει τον δικό τους προπαγανδιστικό πόλεμο για να στρέψουν την αγροτιά εναντίον των τοκογλύφων τραπεζιτών, των γαιοκτημόνων και άλλων ελίτ του Παρισιού και κυρίως εναντίον των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών που ήθελαν να κοινωνικοποιήσουν την ιδιοκτησία και να αναδιανείμουν τον πλούτο, συμπεριλαμβανομένης της γης των αγροτών. Η αστική τάξη θα καταφερόταν εναντίον των άθεων, οι οποίοι ήθελαν να καταστρέψουν την εκκλησία. Φαίνεται υπερβολικό να πιστεύει κανείς ότι σε λίγους μήνες, ή ακόμη και σε ένα ή δύο χρόνια, η Κομμούνα θα μπορούσε να ηγηθεί μιας εθνικής εξέγερσης των αγροτών σε μια χώρα όπου οι αγρότες κατείχαν ήδη τη δική τους γη – για τρεις ή τέσσερις γενιές, μάλιστα. Επιπλέον, τα εισοδήματα των αγροτών –είτε των γαιοκτημόνων, είτε των ενοικιαστών, είτε των εργατών– είχαν βελτιωθεί κάπως κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Οι υψηλές σοδειές και η ενσωμάτωση στην εθνική οικονομία, χάρη στους σιδηροδρόμους, είχαν οδηγήσει σε μια γενική ευημερία- και ενώ ορισμένοι ήταν ακόμη αρκετά φτωχοί, σε γενικές γραμμές οι αγρότες είχαν γίνει «ένα είδος μεσαίας τάξης».31 Θα μπορούσε αυτή η νέα «μεσαία τάξη» αγροτών να κερδηθεί από μια επανάσταση υπό την ηγεσία των εργατών;

Αν ο Μαρξ είχε δίκιο για τη δυνατότητα της Κομμούνας να ηγηθεί των αγροτών, και αν μπορούσε να εγκαθιδρυθεί μια νέα επαναστατική κυβέρνηση, τότε η επόμενη μάχη θα ήταν με τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, οι οποίες, όπως ακριβώς έκαναν τη δεκαετία του 1790, θα ενώνονταν για να συντρίψουν τους παρισινούς εργάτες. Η Πρωσία βρισκόταν ήδη στις πύλες της πόλης. Η Αγγλία θα μπορούσε να αποβιβάσει δυνάμεις στη Δουνκέρκη. Οι Κάτω Χώρες θα μπορούσαν να εισβάλουν από το βορρά. Θα μπορούσε να επιβιώσει η Κομμούνα, τώρα ένα εθνικό κίνημα εργατών και αγροτών; Θα υπήρχε η απαραίτητη διεθνής αλληλεγγύη; Θα σάρωνε ένα διεθνές επαναστατικό κύμα την ήπειρο, όπως είχε συμβεί το 1848 και θα συνέβαινε ξανά το 1918; Οι πιθανότητες φαίνονται μακρινές, δεδομένου ότι μεταξύ 1848 και 1918, η Παρισινή Κομμούνα ήταν το μόνο μεγάλο επαναστατικό εργατικό κίνημα στην Ευρώπη. Μόνο την περίοδο από το 1905 έως το 1910 βλέπουμε πανευρωπαϊκά ριζοσπαστικά δημοκρατικά και σοσιαλιστικά κινήματα. Όλα αυτά είναι φυσικά πολύ υποθετικά και δεν μειώνουν την ανάλυση του Μαρξ, αλλά μας οδηγούν στο να αναρωτηθούμε αν η Κομμούνα, ακόμη και αν είχε επιτεθεί στις Βερσαλλίες, όπως ο Μαρξ θεωρούσε απαραίτητο, θα μπορούσε να είχε σωθεί και να είχε επιτύχει μακροπρόθεσμα.

 

B 5 Barricade place Vendome Commune Paris 1871

Οδόφραγμα στην Place Vendome κατά την Κομμούνα του Παρισιού 1871

 

Συντρίβοντας το κράτος

Ο Μαρξ πίστευε ότι η εμπειρία της Κομμούνας δίδαξε στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα πολλά πράγματα, αλλά το πιο σημαντικό ήταν η ιδέα ότι οι εργάτες δεν μπορούσαν να καταλάβουν και να χρησιμοποιήσουν το καπιταλιστικό κράτος, αλλά ότι το κράτος έπρεπε να συντριβεί και στη θέση του να δημιουργηθεί ένα νέο δημοκρατικό εργατικό κράτος. Τον Απρίλιο του 1871, ο Μαρξ έγραψε στον Λούις Κούγκελμαν:

«Αν κοιτάξετε το τελευταίο κεφάλαιο της 18ης Μπρυμαίρ μου, θα δείτε ότι λέω ότι η επόμενη προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δεν θα είναι πλέον, όπως πριν, να μεταφέρει τη γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο, αλλά να τη συντρίψει, και αυτό είναι απαραίτητο για κάθε πραγματική λαϊκή επανάσταση στην Ήπειρο. Και αυτό είναι που επιχειρούν οι ηρωικοί κομματικοί μας σύντροφοι στο Παρίσι.»32

Ποια ήταν η κατάσταση στην οποία αναφερόταν ο Μαρξ; Ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του, «η συγκεντρωτική κρατική εξουσία, με τα πανταχού παρόντα όργανα του μόνιμου στρατού, της αστυνομίας, της γραφειοκρατίας, του κλήρου και της δικαιοσύνης».33 Σε άλλα σημεία, ο Μαρξ αναφέρεται σε αυτό ως το «κράτος-παράσιτο», το οποίο ζει από την κοινωνία που καταπιέζει.

Όπως γνωρίζουμε, οι Παριζιάνοι εργάτες δεν χρειάστηκε στην πραγματικότητα να συντρίψουν αυτό το κράτος, επειδή μεγάλο μέρος της κρατικής γραφειοκρατίας και του στρατού είχε μεταφερθεί στις Βερσαλλίες. Η παλιά αστυνομία είχε μείνει πίσω για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, αλλά με το Παρίσι σε εξέγερση, έγινε γρήγορα σαφές ότι δεν μπορούσε να το κάνει. Όπως έγραψε ο Rougerie, μέχρι τον Φεβρουάριο, «κάθε εξουσία στο Παρίσι διαλυόταν σταδιακά». Αυτή η κατάρρευση του κράτους στο Παρίσι ήταν που επέτρεψε στους Παριζιάνους εργάτες να δημιουργήσουν τους δικούς τους δημοκρατικούς κρατικούς θεσμούς, όπως η Κεντρική Επιτροπή των Περιφερειών, η Ομοσπονδία της Εθνικής Φρουράς και στη συνέχεια η Κομμούνα, καθώς και μια νέα αστυνομική δύναμη.

Η Κεντρική Επιτροπή και η Κομμούνα εξέδωσαν ψηφίσματα που καταργούσαν τον μόνιμο στρατό και αναδιοργάνωναν την παλιά αστυνομία, και δημιούργησαν νέες επιτροπές για να αντικαταστήσουν την παλιά γραφειοκρατία, αλλά δεν συνέτριψαν το κράτος- στο Παρίσι, μέχρι τότε, δεν υπήρχε πολύ κράτος για να συντριβεί, επειδή είχε καταφύγει στις Βερσαλλίες. Όπως γνωρίζουμε, το κράτος επέστρεψε στη συνέχεια στο Παρίσι για να ανακτήσει την εξουσία.

 

B 6 La Commune barricade rue de Charonne

Κομμούνα, οδόφραγμα στην οδό Charonne.

 

Θα μπορούσε η Κομμούνα να οδηγήσει στον σοσιαλισμό;

Ο Μαρξ υποστήριξε ότι η Κομμούνα «σκόπευε να καταργήσει την ταξική ιδιοκτησία», την αιτία της εκμετάλλευσης. Ρώτησε τους αστούς επικριτές της Κομμούνας, οι οποίοι υποστήριζαν ότι ο κομμουνισμός ήταν ακατόρθωτος: «Τι άλλο θα ήταν αυτό, κύριοί μου, εκτός από κομμουνισμός, “κατορθωτός” κομμουνισμός;».34 Ο Ένγκελς στην εισαγωγή του 1891 στο βιβλίο, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, αναπτύσσει περαιτέρω, γράφοντας:

«Στα 1871 η μεγάλη βιομηχανία, ακόμα και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση που το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε την οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που όπως λέει ο Μαρξ στον “Εμφύλιο πόλεμο”, τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό.»35

Φαίνεται πράγματι πιθανό ότι η Κομμούνα θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στον κομμουνισμό; Στην πραγματικότητα, μεγάλης κλίμακας βιομηχανία δεν υπήρχε στο Παρίσι εκείνη την εποχή, παρά μόνο σε μια χούφτα επιχειρήσεων –τα συνδικάτα δεν κατάφεραν, εκείνη την εποχή, να επιτύχουν τη δημιουργία μιας «μεγάλης ένωσης»– και, δεν είναι καθόλου σαφές ότι υπήρχε η δυναμική για την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας που θα κατέληγε στον κομμουνισμό.36

Ενώ ο Μαρξ και ο Ένγκελς μπορεί να πίστευαν ότι η ώθηση της Κομμούνας θα οδηγούσε στον κομμουνισμό, αν τους πίεζαν, θα έπρεπε να παραδεχτούν ότι, στην πραγματικότητα, δεν είχε καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και είχε καταλάβει μόνο μερικές εθνικές επιχειρήσεις, όπως ο καπνός, και ότι μόνο λίγοι εργασιακοί χώροι είχαν εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες τους. Μπορεί να έχει δίκιο ότι, αν η Κομμούνα είχε περισσότερο χρόνο και αν είχε γίνει ένα επιτυχημένο εθνικό κίνημα, θα είχε εγκαθιδρύσει μια σοσιαλιστική κοινωνία, έναν «πιθανό κομμουνισμό». Δεν φαίνεται, ωστόσο, ότι αυτό ήταν εφικτό. Αυτό που υποδηλώνουν τόσο η μελέτη της ιστορίας της Κομμούνας όσο και η ανασκόπηση της ανάλυσης του Μαρξ είναι ότι τα μεγάλα επιτεύγματα της Κομμούνας ήταν θεμελιωδώς δημοκρατικά και όχι σοσιαλιστικά.

Ο ίδιος ο Μαρξ δεν ήταν στην πραγματικότητα ούτε κατά διάνοια τόσο αισιόδοξος όσο ο Ένγκελς. Σε μια επιστολή του Φεβρουαρίου του 1881 προς τον Ολλανδό σοσιαλιστή Φέρντιναντ Ντόμελα Νιοϋφένιους [Ferdinand Domela Nieuwenhuis] σχετικά με τις λαϊκιστικές κυβερνήσεις, ο Μαρξ αναφέρει:

«Ίσως με παραπέμψετε στην Κομμούνα του Παρισιού, αλλά πέρα από το γεγονός ότι επρόκειτο απλώς για την εξέγερση μιας πόλης υπό εξαιρετικές συνθήκες, η πλειοψηφία της Κομμούνας δεν ήταν σε καμία περίπτωση σοσιαλιστική, ούτε θα μπορούσε να είναι. Με ένα ελάχιστο ίχνος κοινής λογικής, ωστόσο, θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε έναν συμβιβασμό με τις Βερσαλλίες χρήσιμο για το σύνολο του λαού· το μόνο πράγμα που μπορούσε να επιτευχθεί εκείνη την εποχή. Η κατάληψη της Τράπεζας της Γαλλίας από μόνη της θα ήταν αρκετή για να βάλει τέλος με τον τρόμο στον κομπασμό των Βερσαλλιών κ.λπ. κ.λπ.»37

Ο Μαρξ, προς τιμήν του, είχε υπερασπιστεί τους επαναστάτες εργάτες του Παρισιού όταν ξεσηκώθηκαν ενάντια στην αστική κυβέρνηση του Θιέρσου, αλλά όταν το ξανασκέφτηκε σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, δεν έβλεπε καμία πιθανότητα σοσιαλισμού ή νίκης. Η κατάληψη της Τράπεζας της Γαλλίας θα έδινε στην Κομμούνα ένα διαπραγματευτικό χαρτί με το οποίο θα μπορούσε να επιτύχει μια ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης, σώζοντας χιλιάδες ζωές και επιτρέποντας στους Παριζιάνους να αγωνιστούν μια άλλη μέρα για την κοινωνική τους δημοκρατία, για την Κομμούνα τους. Ο πολιτικός θεωρητικός Στάθης Κουβελάκης υποστηρίζει ότι αυτό αντιπροσώπευε μέρος μιας γενικότερης απόρριψης της έννοιας της ένοπλης επανάστασης υπέρ ενός κοινοβουλευτικού αγώνα για την εξουσία σε δημοκρατίες όπως η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία, επιφυλάσσοντας τη βία για τον αγώνα για τη δημοκρατία και τον σοσιαλισμό υπό αυταρχικές κυβερνήσεις.38

Οι σοσιαλιστές σήμερα θα πρέπει να διδαχθούν τόσο από τις επιτυχίες όσο και από τις αποτυχίες της Κομμούνας. Θα πρέπει να μιμηθούμε τα δημοκρατικά επιτεύγματα, τη δημιουργία οργανώσεων εργαζομένων που θα αναλάβουν και θα διοικήσουν θεσμούς, και θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αναπαράγουμε και να επεκτείνουμε αυτού του είδους τα δημοκρατικά επιτεύγματα. Η Κομμούνα δημιούργησε μια εργατική διοίκηση, αλλά ένα πραγματικό εργατικό κράτος δεν αναδύθηκε ποτέ πλήρως. Η Κομμούνα –σε αντίθεση με τη Ρωσική Επανάσταση του Οκτωβρίου 1917– δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να αντιμετωπίσει τις πιο δύσκολες προκλήσεις της εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού κολεκτιβιστικού κράτους και μιας κοινωνίας που θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για τον κομμουνισμό.

Ίσως ο Μαρξ, ως εκπρόσωπος της Διεθνούς, δεν μπορούσε να μιλήσει με τη δική του φωνή. Και αναμφίβολα φρόντιζε επίσης να μην ασκήσει κριτική στην Κομμούνα, ενώ αυτή βρισκόταν υπό επίθεση και, όπως φοβόταν, επρόκειτο να συντριβεί. Έτσι, δίστασε να συζητήσει ορισμένα από τα προβληματικά ζητήματα της Κομμούνας. Σήμερα, 150 χρόνια αργότερα, δεν έχουμε κανένα λόγο να μην τα συζητήσουμε· στην πραγματικότητα, έχουμε την ευθύνη να το κάνουμε.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Dan La Botz, “Marx’s Commune: An Appreciation and a Critique”, New Politics, Καλοκαίρι 2021, τόμος xviii, τεύχος 3, https://newpol.org/issue_post/marxs-commune/. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 18 Νοεμβρίου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7400.

 

 

Σημειώσεις

1 Κατά τη συγγραφή αυτού του δοκιμίου βασίστηκα κυρίως σε τρία βιβλία του Jacques Rougerie: Paris Libre 1871 (Παρίσι: Editions de Seuil, 1971)· La Commune et les Communards (Παρίσι: Editions Gallimard 2018) (Rougerie)· και La commune de 1871, «Que sais-je?», αρ. 581 (Παρίσι: PUF, 2019). Σχετικά με τις γυναίκες στην Κομμούνα, στράφηκα στο Carolyn J. Eichner, Surmounting the Barricades: Women in the Paris Commune (Indiana University Press, 2004). Βλ. επίσης συνέντευξη με τη Mathilde Larrère, “‘They were all the more monstrous because they were women, they transgressed everything’” International Viewpoint, 27 Μαρτίου 2021, και βίντεο συνέντευξης με τη Larrère, 30 Μαρτίου 2021 https://www.youtube.com/watch?v=T_q3T1x_Viw.

2 Karl Marx and Friedrich Engels, Writing on the Paris Commune, Hal Draper, επιμ. (Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1971), 73. (Στο εξής: έκδοση Draper) [Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Στοχαστής, Αθήνα 1976, μετάφραση Επιτροπή Ελλήνων του Εξωτερικού, σελ. 79].

3 Friedrich Engels, “1891 Introduction to The Civil War in France”, online στο Marxist Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/civil-war-france/postscript.htm [Φρίντριχ Έμγκελς, «Εισαγωγή», στο Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος…, ό.π., σελ. 28. Δεν ακολουθούμε την ελληνική μετάφραση].

4 Έκδοση Draper, 73-75 [ Κ. Μαρξ, ό.π. σσ. 89, 90· Φρ. Ένγκελς, ό.π., σελ. 21].

5 Έκδοση Draper, 81 [Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 90].

6 Έκδοση Draper, 76 [Κ. Μαρξ. ό.π. 83].

7 Έκδοση Draper, 81 [Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 90].

8 Hal Draper, “Marx and Engels on Women’s Liberation” στο International Socialism, S1, no.44 (Ιούλιος/Αύγουστος 1970)· Marxist Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/draper/1970/07/women.htm#n62.

9 Η Harriet Law, μαρξίστρια, ήταν υπέρμαχος του δικαιώματος ψήφου των γυναικών.

10 Karl Marx, Letters to Kugelmann (Νέα Υόρκη: International Publishers,1934), 83.

11 Friedrich Engels προς Ida Pauli, 14 Φεβρουαρίου 1877, στο Marx-Engels Werke, τόμος 34 (Dietz Verlag 1973), 253.

12 Rougerie, 37.

13 Έκδοση Draper, 83 [Κ. Μαρξ, ό.π., σελ. 92].

14 Rougerie, 37.

15 Rougerie, 38.

16 Rougerie, 47: «Par ailleurs-la situation l’exigeait-elle à ce point ?-la Commune connut une réelle dérive policière, et c’est la côte assurément le moins sympathique de cette aventure populaire».

17 Rougerie, 47-48.

18 Prosper Olivier Lissagaray, History of the Paris Commune of 1871, μετάφραση Eleanor Marx. Online στο Marxist Internet Archive, https://www.marxists.org/history/france/archive/lissagaray/index.htm. Κεφάλαιο XVIII “The work of the Commune” [Προσπιέρ-Ολιβιέ Λισαγκαρέ, Η Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας, τόμος Α΄, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2005, μετάφραση Χρ Θεοδωροπούλου. Η αγγλική μετάφραση της Ιστορίας του Λισαγκαρέ παρουσιάζει αρκετές διαφορές με το γαλλικό πρωτότυπο, το οποίο ακολουθεί η ελληνική μετάφραση. Στην ελληνική μετάφραση, για την αστυνομία της Κομμούνας, στη σελ. 285. Βλ επίσης: Prosper-Olivier Lissagaray, Histoire de la Commune de 1871, E. Dentu Editeur, Παρίσι 1896, Wikisource La bibliothèque libre, https://fr.wikisource.org/wiki/Histoire_de_la_Commune_de_1871_(Lissagaray)].

19 Rougerie, 48.

20 Gustave Lefrançais, Étude sur le mouvement communalliste à Paris en 1871 (Νεσατέλ, 1871), 189-90, παρατίθεται στο Rougerie, La Commune et les Communards, 255-56, 406n.

21 Rougerie, 287.

22 Σύμφωνα με τον Στάθη Κουβελάκη, ο Μαρξ δεν συμφωνούσε ούτε με την πλειοψηφία ούτε με τη μειοψηφία.

23 Hal Draper, The Dictatorship of the Proletariat from Marx to Lenin (Monthly Review, 1987), 1-41. Διαθέσιμο online στο Marxist Internet Archive, https://www.marxists.org/subject/marxmyths/hal-draper/article2.htm.

24 Stathis Kouvélakis, “On the Commune”, μέρος 1, Verso blog, 29 Μαρτίου 2021, https://www.versobooks.com/blogs/5039-on-the-paris-commune-part-1. Ο Κουβελάκης υποστηρίζει ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, παρόλο που δεν βρίσκονταν στο Παρίσι, θα πρέπει να θεωρηθούν συμμετέχοντες στην Κομμούνα.

25 Έκδοση Draper, 67 [Κ. Μαρξ, Ό.π., σελ. 71.

26 Karl Marx, The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte (1852), online στο Marxist Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1852/18th-brumaire/ [σε διαφορετική μετάφραση: Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983, σελ. 145.].

27 Marx, Eighteenth Brumaire. [σε διαφορετική μετάφραση: Κ. Μαρξ. Ό.π. σσ. 145, 146].

28 Alain Plessis, The Rise and Fall of the Second Empire, 1852-1871 (Κέμπριτζ, Ηνωμένο Βασίλειο: Cambridge University Press, 1988), 108-10.

29 Έκδοση Draper, 79 [Κ. Μαρξ. Ό.π., σελ. 87].

30 Έκδοση Draper, 80 [Κ. Μαρξ, Ό.π., σσ. 88, 89].

31 Plessis, Rise and Fall of the Second Empire, 108-10.

32 Marx, Letters to Louis Kugelmann, σ. 123.

33 Marx, “Third Address”, Μάιος 1871. Marxist Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/civil-war-france/ch05.htm

34 Έκδοση Draper, 76-77 [Κ. Μαρξ, Ό.π., σσ. 84, 85].

35 Έκδοση Draper, 31 [Φρ. Ένγκελς, ό.π., σελ. 25].

36 Rougerie, Paris Libre 1871, 9-13. Τα συνδικάτα έπαιξαν ρόλο, αλλά τα Chambres des Métiers ήταν πιο σημαντικά. Δεν υπήρχε «ένα μεγάλο συνδικάτο».

37 Karl Marx to Ferdinand Domela Nieuwenhuis, 22 Φεβρουαρίου 1881, στο Karl Marx and Friedrich Engels, Selected Correspondence (Μόσχα: Progress Publishers, 1965), 337-39.

38 Stathis Kouvélakis, “On the Paris Commune”, μέρος 3, Verso blog, 3 Απριλίου 2021, https://www.versobooks.com/blogs/5044-on-the-paris-commune-part-3.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2021 18:06

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.