Πέμπτη, 03 Νοεμβρίου 2022 10:30

Η ιρανική επανάσταση στο λυκόφως των εργατικών συμβουλίων

Το πρωτοσέλιδο που κρατάει ο διαδηλωτής γράφει: «Σαχ ραφτ», «Ο σάχης έφυγε».

 

 

Arya Zahedi

 

Η ιρανική επανάσταση στο λυκόφως των εργατικών συμβουλίων

 

 

Μια σύντομη ιστορία και ανάλυση της Ιρανικής Επανάστασης με έμφαση στο ρόλο της εργατικής τάξης και την άνοδο και την πτώση των εργατικών συμβουλίων σόρα.

 

Πριν από σαράντα χρόνια, η Ιρανική Επανάσταση ανέτρεψε τη μοναρχία του Σάχη Μοχάμμεντ Ρεζά Παχλαβί, ανοίγοντας το δρόμο για την εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ενώ η επανάσταση του 1979 ένωσε μια σειρά κοινωνικών ομάδων σε μια εξέγερση κατά του δεσποτισμού και της ξένης κυριαρχίας, δεν άργησαν να αναδυθούν οι συγκρούσεις που κρύβονταν κάτω από αυτή την ενότητα. Σύντομα την «Άνοιξη της Ελευθερίας», παγιδευμένη στη τανάλια της κρίσης των ομήρων στο Ιράν και του πολέμου Ιράκ-Ιράν, ακολούθησε το καυτό καλοκαίρι της ισλαμικής αντεπανάστασης.

Δεν υπάρχει τίποτα το μοναδικό σε μια μαζική λαϊκή εξέγερση που φέρνει στην εξουσία ένα αυταρχικό κράτος, δυστυχώς. Αλλά ο θρησκευτικός χαρακτήρας της Ιρανικής Επανάστασης έχει κάνει δύσκολο να κατανοήσουμε ποια είναι τα κοινά σημεία της με άλλες ιστορίες επανάστασης και αντεπανάστασης. Δεν είναι εύκολο να δει κανείς μέσα από τις τέσσερις δεκαετίες πολέμου στην περιοχή –άμεσα και έμμεσα αποτέλεσμα των προσπαθειών των ΗΠΑ να περικυκλώσουν τη Σοβιετική Ένωση και να εξασφαλίσουν πρόσβαση στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής– και να θυμηθεί την αρχική χειραφετητική υπόσχεση της εξέγερσης του 1979, η οποία ακολούθησε ένα επαναστατικό σενάριο που περιλάμβανε μαζικές απεργίες και συμβούλια που μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με τη ρωσική και τη γερμανική επανάσταση στις αρχές του αιώνα.

Πράγματι, η δύναμη του ιρανικού εργατικού κινήματος μπορεί να αναχθεί άμεσα στο παγκόσμιο 1917. Προς το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, καθώς ο παγκόσμιος καπιταλισμός άρχισε τη στροφή του προς μια θαυμαστή νέα πηγή ενέργειας –το πετρέλαιο, πιο πυκνό σε ενέργεια και πιο εύκολα μεταφερόμενο από τον άνθρακα– χιλιάδες Ιρανοί εργάτες άρχισαν να μεταναστεύουν στην πόλη Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, που τότε ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία, για να εργαστούν στις ακμάζουσες πετρελαιοπηγές. Εδώ, ήρθαν σε επαφή με τους ριζοσπάστες και ετερόδοξους αγωνιστές του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο σύντομα θα διασπαστεί σε μπολσεβίκικη και μενσεβίκικη φράξια. Μια γενική απεργία σε όλη την πόλη στο Μπακού το 1904 είχε προετοιμάσει το έδαφος για την πρώτη Ρωσική Επανάσταση του 1905. Ο απόηχος αυτού του επαναστατικού κύματος σύντομα μεταδόθηκε στην Τεχεράνη, με την αναταραχή να πιέζει τον σάχη να εγκρίνει ένα σύνταγμα, αναθέτοντας την εξουσία σε ένα νεοσύστατο κοινοβούλιο. Η αναταραχή στο Ιράν διαλύθηκε μόνο με την εισβολή των ρωσικών δυνάμεων το 1911.

Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε, διαδραματίστηκαν σε ολόκληρη την Ευρασία, από την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη μέχρι την Κίνα. Με την ανατροπή του τσάρου, η επανάσταση αφαίρεσε τον κύριο υποστηρικτή των Χαζάρων, της δυναστείας που κυβερνούσε το Ιράν. Το 1920, εν μέσω εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, οι Σοβιετικοί προσέφεραν την υποστήριξή τους στη βραχύβια Περσική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, που σχηματίστηκε στην επαρχία Γκιλάν της Κασπίας Θάλασσας, η οποία συνορεύει με το Αζερμπαϊτζάν. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό μια προσπάθεια να ενισχύσουν τη νότια πλευρά τους, όπου οι Ρώσοι αντεπαναστάτες προσπαθούσαν να συγκεντρώσουν εκ νέου τις δυνάμεις τους. Ο στρατηγός Ντενίκιν, αρχηγός του αντιδραστικού Λευκού Στρατού, είχε καταφύγει στην πόλη-λιμάνι του Γκιλάν, το Ενζελί, με βρετανική βοήθεια. Ο σοβιετικός στόλος της Κασπίας έδιωξε τελικά τις λευκές και βρετανικές δυνάμεις, προσφέροντας την υποστήριξή του στον Μιρζά Κουτσίκ Χαν, έναν επαναστάτη εθνικιστή, ο οποίος ηγήθηκε ενός αντάρτικου στρατού με βάση τους αγρότες που ονομαζόταν κίνημα Τζανγκάλ, ή «ζούγκλα», με επιθέσεις εναντίον των Βρετανών και των λευκών. Οι Σοβιετικοί σφυρηλάτησαν μια σύνδεση μεταξύ του κινήματος Τζανγκάλ και του νεοσύστατου Ιρανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο σχηματίστηκε από μια ομάδα του Μπακού. Ο Κουτσίκ Χαν, ωστόσο, απέτυχε να προβεί ακόμη και στις πιο ελάχιστες αναδιανεμητικές κινήσεις, όπως η μεταρρύθμιση της γης, και οι εντάσεις στο εσωτερικό του κόμματός του επέτρεψαν στους κομμουνιστές να καταλάβουν για λίγο την εξουσία. Η κατάσταση όμως άλλαξε γρήγορα και το 1921 ο Ρεζά Χαν κατέλαβε την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα, στέφθηκε τελικά σάχης και εγκαινίασε τη δυναστεία των Παχλαβί. Οι Σοβιετικοί, που αγωνιούσαν να θωρακίσουν τα σύνορά τους, συμφώνησαν να αποσυρθούν, εγκαταλείποντας το αναδυόμενο κομμουνιστικό κίνημα, μια πρώτη γεύση από το είδος της οπορτουνιστικής ρεάλπολιτικ που θα τους χαρακτήριζε.

 

Τα σόρα1 και η Δυαδική Εξουσία

Επομένως, η ιρανική εργατική τάξη είχε μια μακρόχρονη και πλουσιότερη επαναστατική παράδοση για να αξιοποιήσει από ό,τι πολλοί σύγχρονοί της αλλού στη Μέση Ανατολή, μέσω της άμεσης επαφής με την καρδιά του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Στην επίσημη αφήγηση της επανάστασης του 1979, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, η ιρανική εργατική τάξη αποτελεί το πολύ-πολύ το σκηνικό ενός δραματικού παιχνιδιού μεταξύ προσωπικοτήτων: η αναχώρηση του απεχθέστατου σάχη∙ η θριαμβευτική επιστροφή του ενάρετου κληρικού, Αγιατολάχ Χομεϊνί, από την εξορία, τον οποίο υποδέχονται, όπως τον Λένιν που φτάνει στον σταθμό της Φινλανδίας, ως ήρωα της επανάστασης τα πλήθη των αισιόδοξων.

Αλλά πίσω από κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα βρισκόταν ο συντονισμένος αγώνας της εργατικής τάξης από ένα από τα πιο ανεπτυγμένα κέντρα εργατικής αντίστασης στη Μέση Ανατολή. Ένα απεργιακό κύμα αναπτύχθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1978 και στα αποφασιστικά γεγονότα του 1979, μετά από μια βαθιά επιδείνωση της οικονομίας, καθώς η σπασμωδική άνθηση της εποχής της πετρελαϊκής έκρηξης του ΟΠΕΚ άρχισε να υποχωρεί. Η άντληση πετροδολαρίων στην οικονομία είχε οδηγήσει σε πληθωρισμό –μια παγκόσμια τάση στα τέλη της δεκαετίας του 1970– και οι εργαζόμενοι είδαν τους μισθούς τους να εξανεμίζονται από την αύξηση των ενοικίων και άλλες αυξήσεις κόστους. Ο σάχης προσπάθησε να κατηγορήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο την παραδοσιακή τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών –τους μπαζααρί– υπονοώντας ότι η κερδοσκοπία, η διαφθορά και η σπατάλη ευθύνονταν για τον πληθωρισμό. Οι μπαζααρί αποτελούσαν επί μακρόν εμπόδιο για τους επίδοξους καπιταλιστές εκσυγχρονιστές, αλλά αποτελούσαν ένα ισχυρό στρώμα, που ήλεγχε την οικονομία μέσω των τοπικών πιστωτικών συστημάτων και του εμπορίου στη γειτονιά. Βρίσκονταν φυσικά στα παζάρια, κοντά στα τζαμιά, και έτσι είχαν βαθιές οικογενειακές και γειτονικές σχέσεις με τον κλήρο. Η προσπάθεια του σάχη να κάμψει τη δύναμη αυτού του στρώματος στο πλαίσιο της εκστρατείας εκσυγχρονισμού του οδήγησε σε εκτεταμένη δυσαρέσκεια.

Οι εργάτες προσχώρησαν λοιπόν το 1978 σε ένα κίνημα που είχε ήδη κινητοποιήσει πολλά άλλα στρώματα της ιρανικής κοινωνίας. Τα πανεπιστήμια είχαν κλείσει από τις αρχές του προηγούμενου έτους, όταν οι διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος κατέληξαν σε σφαγές από τις δυνάμεις του καθεστώτος, μια παλιά ιστορία. Οι εργάτες ίσως έφτασαν αργά, αλλά η παρέμβασή τους ήταν καθοριστική. Το εξελισσόμενο κύμα μαζικών απεργιών κορυφώθηκε με μια γενική απεργία τον Νοέμβριο του 1978, κλείνοντας ακόμη και τα διυλιστήρια πετρελαίου, τον άξονα της ιρανικής οικονομίας. Μόλις τα διυλιστήρια κατέρρευσαν, κατέρρευσε και ο σάχης, αρχικά προσφέροντας τη συνήθη γκάμα συνταγματικών παραχωρήσεων, εκλογών και άλλων επί χρόνια αναβαλλόμενων αστικών ευεργεσιών, και στη συνέχεια αποχωρώντας εντελώς από τη σκηνή. Ο διορισμένος τού, πρώην ηγέτης της αντιπολίτευσης Σαπούρ Μπαχτιάρ, αποκηρύχθηκε αμέσως από την πλειοψηφία του κόμματός του, του Εθνικού Μετώπου, που αντί γι’ αυτό αγκάλιασε τον ριζοσπάστη κληρικό Χομεϊνί. Ο Χομεϊνί συγκρότησε γρήγορα μια προσωρινή κυβέρνηση, κηρύσσοντας τον Μπαχτιάρ παράνομο και καλώντας σε ειρηνική μετάβαση. Οι μάζες, ωστόσο, δεν ήταν έτοιμες να ακούσουν αυτές τις εκκλήσεις για σύνεση, ακόμη και από κάποιον που είχαν επιλέξει ως ηγέτη τους.

Η μοίρα των επαναστάσεων εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, από τη διάθεση του στρατού. Εδώ, ο έλεγχος του Σάχη επί των τακτικών μονάδων του ιρανικού στρατού ήταν σαθρός και η δυσαρέσκεια ήταν διάχυτη. Στις 9 Φεβρουαρίου 1979, μετά την ανταρσία μιας ομάδας τεχνικών που ήταν υπέρ του Χομεϊνί στην κύρια αεροπορική βάση έξω από την Τεχεράνη, οι επίλεκτες μονάδες υπέρ του Σάχη, που ονομάζονταν «Αθάνατοι», επιτέθηκαν στη βάση. Τα ρήγματα στο κράτος φάνηκαν έντονα, είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή. Τα νέα διαδόθηκαν σε όλη την πόλη. Στήθηκαν οδοφράγματα. Ομάδες ακροαριστερών ανταρτών έσπευσαν στην πόλη για να αντιμετωπίσουν τα στρατεύματα κρούσης. Αστυνομικά τμήματα και στρατώνες καταλήφθηκαν. Σε ένα εργοστάσιο όπλων έγινε επιδρομή και πάνω από πενήντα χιλιάδες όπλα απαλλοτριώθηκαν και διανεμήθηκαν στους αντάρτες. Οι φυλακές ανατινάχτηκαν. Καταλήφθηκαν κυβερνητικά κτίρια. Στις 11 Φεβρουαρίου, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί ανακήρυξαν τη νίκη της επανάστασης.

Στο επίκεντρο της κινητοποίησης βρίσκονταν οι επιτροπές της εργατικής τάξης –σόρα οι οποίες είχαν εξελιχθεί από τις απεργιακές επιτροπές του Νοεμβρίου του προηγούμενου έτους. Στο πλαίσιο της εξέγερσης, οι επιτροπές αυτές άνθισαν. Τα σόρα αναπτύχθηκαν από τις πραγματικές ανάγκες των εργατών μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του σάχη. Πολλοί ιδιοκτήτες και διευθυντές, ιδίως των κρατικών επιχειρήσεων που βρίσκονταν κοντά στο καθεστώς, είχαν διαφύγει. Οι εργάτες ανέλαβαν τα εργοστάσια και τα διηύθυναν μέσω των συμβουλίων τους. Αυτή η γιορτή της εργατικής αυτοοργάνωσης ήταν σύντομη, ωστόσο, καθώς ο Χομεϊνί και οι δυνάμεις εντός του Ισλαμικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (ΙΡΚ) που είχαν σχηματιστεί γύρω του άρχισαν αμέσως να υπονομεύουν τη δύναμη των σόρα ως ανεξάρτητης βάσης για τη δράση της εργατικής τάξης. Για πολλούς, όμως, αυτή η σύντομη αναλαμπή ήταν αρκετή. Ένας νέος ορίζοντας εργατικής χειραφέτησης είχε ανοίξει. Όπως το έθεσε ένας εργάτης μετάλλου, που αναφέρεται σε ένα άρθρο για το θέμα: «Μετά την επανάσταση, οι εργάτες διαπίστωσαν ότι η χώρα τους ανήκε». Τα αιτήματα των εργατών ήταν ποικίλα, τόσο ειδικά όσο και γενικά, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνονταν να απέχουν από τις εκκλήσεις για το τέλος του καπιταλισμού.

Ο χαρακτήρας και η σύνθεση των σόρα διέφεραν σε κάθε χώρο εργασίας και έγιναν πραγματικά υπολογίσιμη δύναμη μόνο όταν άρχισε το δύσκολο έργο της επανεκκίνησης της παραγωγής. Η κατάσταση της δυαδικής εξουσίας ήταν πολύπλοκη και περιλάμβανε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της προσωρινής κυβέρνησης και των διαφόρων δυνάμεων που κινητοποιήθηκαν τόσο υπέρ όσο και εναντίον της. Παράλληλα με τα σόρα, οι κομιτέχ2 (ένοπλες ομάδες ασφαλείας) περιπολούσαν στις γειτονιές για να κρατούν μακριά τους κακοποιούς του καθεστώτος, και άλλα συμβούλια, τα σόρα-γιε μαχαλλάτ, εμφανίστηκαν στις φτωχές γειτονιές, λειτουργώντας ως ενώσεις ανέργων. Ακόμα και με τις επιτροπές των εργατών να επανεκκινούν την παραγωγή, η ιρανική οικονομία λειτουργούσε πολύ κάτω από το προηγούμενο επίπεδό της και στις φτωχότερες περιοχές η ανάγκη ήταν μεγάλη.

Η τάξη δεν ήθελε να παραιτηθεί από την εξουσία και αντί για κατά μέτωπο επίθεση, ο Χομεϊνί ακολούθησε μια πορεία εξισλαμισμού των συμβουλίων, η οποία με την πάροδο του χρόνου είχε ως αποτέλεσμα την επαναφορά της μονοπρόσωπης διοίκησης και του επίσημου καταμερισμού εργασίας. Τα σόρα δεν θα είχαν πλέον κανένα λόγο για τα ζητήματα της ίδιας της παραγωγής και, αντίθετα, θα περιορίζονταν στη σφαίρα των μισθών.

Παρ’ όλα αυτά, σε αυτή την άνοιξη του ιρανικού εργατικού κινήματος, αναδύθηκαν νέες δυνατότητες, τις οποίες οι αντιμαχόμενες παρατάξεις της ιρανικής αριστεράς θα έπρεπε να διαχειριστούν. Μια άποψη υποστηρίζει ότι τα στρατηγικά λάθη της αριστεράς έγκεινται στην αδυναμία των κομμουνιστών, που συνέβαλαν καθοριστικά στην πρώιμη άνθηση των συμβουλίων, να διαμορφώσουν οποιοδήποτε είδος κοινού προγράμματος σχετικά με το ΙΡΚ που πλαισίωνε τον Χομεϊνί. Το βασικό κομμουνιστικό κόμμα, το Τουντέχ, που κάποτε βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάληψης της εξουσίας τη δεκαετία του 1950, κληρονόμησε από τον Στάλιν την προοπτική της εθνικής απελευθέρωσης ως προθάλαμο της ενδεχόμενης κοινωνικής επανάστασης και διατύπωσε τη θέση ότι ο κλήρος ήταν μια «προοδευτική αστική τάξη» ικανή να προετοιμάσει το έδαφος για τον ενδεχόμενο σοσιαλισμό στο Ιράν μέσω του εκσυγχρονισμού. Η ιρανική Νέα Αριστερά, που σχηματίστηκε από ένα μείγμα μαρξιστικής-λενινιστικής και τριτοκοσμικής θεωρίας σε συνδυασμό με νέα στελέχη του ριζοσπαστικού Ισλάμ, μοιράστηκε με τους σταλινικούς ένα αναπτυξιακό όραμα που έδινε κύρια έμφαση στον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα, ένα πεδίο που ο κλήρος και οι συμμάχοι του, οι μπαζαάρι, θα καταλάμβαναν εύκολα.

Αν και τα μέλη του Τουντέχ βρέθηκαν να εμπλέκονται στις shoras, ως κόμμα τάχθηκαν υπέρ της δημιουργίας ενός εθνικού συμβουλίου συνδικάτων, όπως η CGT στη Γαλλία. Οι νεότερες αριστερές ομάδες, ωστόσο, ήταν λιγότερο διστακτικές όσον αφορά τη συμμετοχή των σόρα στην επανάσταση. Μεταξύ αυτών των ομάδων της Νέας Αριστεράς, οι Φενταγίν ήταν η μεγαλύτερη μαρξιστική-λενινιστική οργάνωση και είχε κεντρική θέση στις κλιμακούμενες φάσεις της εξέγερσης στις πόλεις. Έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία αγροτικών σόρα, όπως το Συμβούλιο Αγροτών της Τουρκμενικής Σάχρα, που σχηματίστηκε όταν μισθωτοί εργάτες μιας μεγάλης αγροτικής επιχείρησης στο βορειοανατολικό Ιράν την ανέλαβαν μετά την αποχώρηση των ιδιοκτητών στις αρχές του 1979. Η νέα κυβέρνηση επιτέθηκε στο συμβούλιο αγροτών και οι Φενταγίν ενεπλάκησαν στη σύγκρουση στο πλευρό των αγροτών, αναγκάζοντας ορισμένους εντός της οργάνωσης να έρθουν σε ρήξη με την κυβέρνηση.

Από τις πρώτες ημέρες της επανάστασης, το τζαμί ήταν το κέντρο της οργάνωσης των γειτονιών, η οποία είχε σε μεγάλο βαθμό κατασταλεί παντού αλλού. Αυτό έδωσε το πλεονέκτημα σε εκείνους που έλεγχαν το δίκτυο των τζαμιών – δηλαδή στις κομιτέχ. Σιγά σιγά, οι κομιτέχ έγιναν οι βάσεις για το κίνημα των Χομεϊνιστών. Τα επαναστατικά δικαστήρια των κομιτέχ απέδιδαν ταχεία δικαιοσύνη, αλλά όσο εκτελούσαν μέλη του παλαιού καθεστώτος και της μυστικής του αστυνομίας, κανείς δεν παραπονιόταν. Σύντομα όμως συνέλαβαν μαρξιστές και άλλους «αντεπαναστάτες», αναγκάζοντας μια μειοψηφία εντός της Φενταγίν να αποσχιστεί από την ομάδα και να ενταχθεί σε μικρότερες αριστερές ομάδες, όπως οι ριζοσπάστες ισλαμιστές Μοτζαχεντίν, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στη νέα κυβέρνηση του Χομεϊνί. Αλλά αυτό ήταν πολύ λίγο και πολύ αργά – η αποφασιστική στιγμή της ευκαιρίας για τα συμβούλια είχε παρέλθει.

 

Ο αντιιμπεριαλισμός

Όλες τις ομάδες τις ένωνε η αντίθεση στο καθεστώς του σάχη και, ειδικότερα, στην εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών πάνω στις ιρανικές υποθέσεις. Ο σάχης είχε τοποθετηθεί μετά τη συμμαχική εισβολή στο Ιράν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια επανήλθε στην εξουσία με πραξικόπημα το 1953, μια θρασύτατη επίδειξη των νέων κρατικών εξουσιών της CIA. Αυτό είχε γίνει όχι μόνο για να υπονομευθεί η εθνικιστική κυβέρνηση του Μοχάμεντ Μοσαντέγ, ο οποίος είχε εθνικοποιήσει την Αγγλο-Περσική Εταιρεία Πετρελαίου, αλλά και για να προλάβει την πιθανότητα να αναλάβει την εξουσία το σταλινικό κόμμα Τουντέχ.

Ο σάχης συνδύασε τις χειρότερες υπερβολές της μισητής μοναρχικής εξουσίας με τον πελατειακό καπιταλισμό, συναινώντας στον έλεγχο των ΗΠΑ και της Βρετανίας στην ιρανική πετρελαϊκή βιομηχανία και προχωρώντας σε μια διαδικασία εκσυγχρονισμού με έντονα αμερικανικό χαρακτήρα. Αυτό σήμαινε ότι η επανάσταση, όταν συνέβαινε, θα στρεφόταν όλο και περισσότερο σε αυτά τα ζητήματα δυτικοποίησης και γεωπολιτικής ισχύος, πεδίο πάνω στο οποίο τα αιτήματα της εργατικής τάξης στα συμβούλια υποχωρούσαν στο περιθώριο. Αυτή ήταν η βάση της ευθυγράμμισης του Τουντέχ και της Πλειοψηφίας των Φενταγίν με το ΙΡΚ, του οποίου την επαναστατική αυθεντικότητα εγγυόταν η αντίθεσή του στις ΗΠΑ. Σήμερα, καθώς ένας νέος, χοντροκομμένος αντιιμπεριαλισμός προσπαθεί ξεκάθαρα να χωρίσει τα έθνη του κόσμου σε στρατόπεδα, διεκδικώντας τις εργαζόμενες μάζες τους για τη δική του χοντροκομμένη, μηχανιστική άποψη του σοσιαλισμού, θα ήταν καλό να λάβουμε υπόψη μας αυτή την ιστορία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δήλωση του Χομεϊνί στις 7 Μαρτίου ότι οι γυναίκες πρέπει να φορούν ισλαμική ενδυμασία όταν εισέρχονται σε κυβερνητικά κτίρια περιπλέχτηκε με ερωτήματα σχετικά με τη σχέση της ιρανικής οικονομίας με τη Δύση. Έτυχε, την επόμενη ημέρα, στις 8 Μαρτίου, να είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και πολλές γυναίκες βγήκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν κατά του μέτρου. Οι γυναίκες συμμετείχαν σε όλα τα επίπεδα των επαναστατικών κινητοποιήσεων της περιόδου, σε ομάδες αντάρτικου, συμβούλια και απεργιακές επιτροπές, και ένα μεγάλο μέρος της επαναστατικής οργάνωσης, ιδίως γύρω από τις καθημερινές ανάγκες, πραγματοποιήθηκε μέσω των γυναικείων δικτύων. Η προτροπή του Χομεϊνί προς τις γυναίκες ήταν μια επίκληση της δύναμής τους ως επαναστάτριες, όχι μια έκκληση να παραμείνουν παθητικές, και περιέγραψε το χιτζάμπ ως μέρος μιας εξέγερσης ενάντια στην κοινωνία του σάχη και σε ό,τι αυτή αντιπροσώπευε. Τα κόμματα Τούντεχ και Φενταγιάν δίσταζαν να αμφισβητήσουν αυτό που θεωρούσαν ότι ήταν μια σταθερά δημοφιλής περιγραφή.

Είχαν σοβαρούς λόγους. Ο λαός ψήφισε με συντριπτική πλειοψηφία σε δημοψήφισμα τον Απρίλιο του 1979 υπέρ της εγκαθίδρυσης μιας «Ισλαμικής Δημοκρατίας», αλλά ο ίδιος ο όρος ήταν διφορούμενος και σήμαινε διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Δεν την αντιλαμβάνονταν όλοι ως την κυριαρχία του κλήρου και την επιβολή μιας αυστηρής ερμηνείας του ισλαμικού νόμου. Για ορισμένους, σήμαινε μια φιλελεύθερη δημοκρατική κυβέρνηση όπου το Ισλάμ ήταν η κατευθυντήρια πολιτιστική αρχή. Για άλλους, σήμαινε μια ριζοσπαστική σύγκλιση του Ισλάμ και του σοσιαλισμού.

Αυτές οι αποκλίνουσες αντιλήψεις για το ρόλο του Ισλάμ πρέπει να γίνουν κατανοητές στο πλαίσιο της ιστορίας της επανάστασης, και ιδίως των απαρχών της από τη λεγόμενη «Λευκή Επανάσταση» του Σάχη, μια σειρά μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούσαν στον εκσυγχρονισμό της ιρανικής κοινωνίας και στον περιορισμό της εξουσίας του κλήρου και των μεγαλογαιοκτημόνων. Αυτές περιλάμβαναν σχέδια για ταχεία εκβιομηχάνιση και αγροτική μεταρρύθμιση, αλλά και προγράμματα αλφαβητισμού, επέκταση του εκλογικού δικαιώματος στις γυναίκες και ένα σχέδιο καταμερισμού των κερδών για τους εργάτες. Το σχέδιο του Σάχη για τον εκσυγχρονισμό της χώρας ήταν από ορισμένες απόψεις αξιοσημείωτα επιτυχές και, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το Ιράν βρισκόταν σε μια θέση που θα ήταν αδιανόητη δύο δεκαετίες νωρίτερα. Η άνθηση του πετρελαίου είχε διογκώσει τα κρατικά ταμεία, επιτρέποντάς του να χρηματοδοτεί εύκολα τα δικά του σχέδια. Αλλά η ανάπτυξη δεν έρχεται ποτέ χωρίς αντιφάσεις. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν εκατομμύρια άστεγους, εργάτες πλέον, να κατακλύσουν τις πόλεις, ιδίως την Τεχεράνη, διογκώνοντας τις παραγκουπόλεις τους.

Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις είχαν ριζικές, απρόβλεπτες επιπτώσεις στην ιρανική κοινωνία. Ο κύριος σκοπός της αγροτικής μεταρρύθμισης ήταν να επεκτείνει τις καπιταλιστικές σχέσεις στην ύπαιθρο, δημιουργώντας τίτλους ιδιοκτησίας για γη στην οποία οι αγρότες είχαν συχνά μόνο παραδοσιακά δικαιώματα. Αλλά η γεωργική επανάσταση δεν προϋπέθετε απλώς μια αλλαγή στη δομή της ιδιοκτησίας. Έπρεπε να εισαχθούν νέες, πιο παραγωγικές τεχνικές, εκτοπίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους. Κάποιοι εισήλθαν στον τομέα της μεταποίησης και της βιομηχανίας, αλλά πολλοί περισσότεροι, όταν μπορούσαν να βρουν οποιαδήποτε απασχόληση, εργάζονταν ως χειρώνακτες στην ολοένα και επεκτεινόμενη κατασκευαστική βιομηχανία, χτίζοντας ουρανοξύστες και πολυκατοικίες για τους πλούσιους, ή στον τομέα των υπηρεσιών. Μέχρι το 1971, εκατομμύρια νέοι κάτοικοι είχαν εισέλθει στην Τεχεράνη. Αποκομμένοι από τα παραδοσιακά δίκτυα, πολλοί από αυτούς τους νέους εργάτες συνδέονταν μεταξύ τους μέσω του τζαμιού.

Ενώ ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας αντιτάχθηκε στις μεταρρυθμίσεις του Σάχη –τμήματα του κλήρου και οι γαιοκτήμονες ειδικότερα, που είχαν να χάσουν τα περισσότερα– ο Χομεϊνί τοποθετήθηκε στην πρώτη γραμμή της αντίστασης. Ο Χομεϊνί, ένας ευρέως σεβαστός κληρικός, είχε αναρριχηθεί σε εξέχουσα θέση εντός του κλήρου ως μάρτζα’ (θέση εξουσίας, αλλά κυριολεκτικά «πρότυπο προς μίμηση»). Τότε ήταν που ο Χομεϊνί πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή ως αντιπολιτευτική φυσιογνωμία. Χρησιμοποιούσε τα κηρύγματά του για να επιτεθεί στο καθεστώς. Ήταν ιδιαίτερα δυναμικός σχετικά με την παρουσία των Αμερικανών στρατιωτικών και συμβούλων, στους οποίους πρόσφατα χορηγήθηκε διπλωματική ασυλία, και πράγματι το παράδειγμά του βρήκε μιμητές. Τον Ιούνιο του 1963, μετά τη σύλληψη του Χομεϊνί ξέσπασαν μαζικές ταραχές στη θρησκευτική πρωτεύουσα, την Κομ, που διήρκεσαν για μέρες. Η κυβερνητική καταστολή ήταν σκληρή, με εκατοντάδες νεκρούς.

Πολλές από τις ιρανικές δυνάμεις της Νέας Αριστεράς εμφανίστηκαν την περίοδο που ακολούθησε αυτά τα γεγονότα. Εμπνευσμένη από τα αντιιμπεριαλιστικά αντάρτικα κινήματα στην Κούβα, το Βιετνάμ και την Αλγερία, αυτή η γενιά είδε τον ένοπλο αγώνα ως το κύριο όχημα για την επανάσταση. Ιδιαίτερα σημαντικοί εδώ, μαζί με τους Φενταγίν, ήταν οι αριστεροϊσλαμιστές Μουτζαχεντίν-ε Χαλκ, των οποίων η ιδεολογία ήταν μια σύνθεση του μαρξιστικού τριτοκοσμικού κινήματος και μιας ριζοσπαστικής ερμηνείας του Ισλάμ. Ο κύριος ιδεολόγος των Μουτζαχεντίν ήταν ο θεωρητικός Άλι Σαριάτι, υπεύθυνος για τη μετάφραση του έργου του Φραντς Φανόν στα περσικά.

Δεδομένων των απαιτήσεων της παράνομης δραστηριότητας, οι αντάρτες δεν ήταν σε θέση να οικοδομήσουν μια κοινωνική βάση στους χώρους εργασίας, ακόμη και αν ορισμένα μέλη εργάζονταν σε εργοστάσια. Αντ’ αυτού, η αστική τους βάση προερχόταν σε μεγάλο βαθμό από το φοιτητικό περιβάλλον και τη μεσαία τάξη. Κάτω από τις συνθήκες ακραίας καταστολής που επικρατούσαν στο Ιράν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, θεώρησαν σε μεγάλο βαθμό αδύνατη την αυτενέργεια της εργατικής τάξης, και επικεντρώθηκαν αντίθετα σχεδόν αποκλειστικά σε αντάρτικες δράσεις κατά του κράτους. Σύμφωνα με τα λόγια του Αμίρ Παρβίζ Πουγιάν, ενός σημαντικού θεωρητικού του αντάρτικου κινήματος, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την «απόλυτη δύναμη του κράτους και την απόλυτη αδυναμία της εργατικής τάξης». Το αντάρτικο κατέληξε να εγκλωβιστεί σε μια μάχη «αντίστοιχων αντιποίνων» με το κράτος.

Οι φοιτητές αποτέλεσαν ουσιαστικό μέρος της επανάστασης. Στη δεκαετία του ’60 και του ’70, οι Ιρανοί φοιτητές πήγαιναν όλο και περισσότερο στο εξωτερικό για τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενθαρρυνόμενοι από το καθεστώς του Σάχη να αποκτήσουν την τεχνική κατάρτιση που θεωρούνταν απαραίτητη για την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό αποτέλεσε τη βάση για ένα ισχυρό και μαχητικό φοιτητικό κίνημα, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας. Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν, φυσικά, μια περίοδος έντονων συγκρούσεων και αναταραχών σε όλα τα πανεπιστήμια της Δύσης, και οι ριζοσπάστες Ιρανοί φοιτητές γρήγορα συμμετείχαν στην οργάνωση. Η Συνομοσπονδία Ιρανών Φοιτητών στο Εξωτερικό έγινε μια σημαντική βάση για την αντιπολίτευση στο καθεστώς, ενώ το ενημερωτικό της δελτίο κυκλοφορούσε πληροφορίες για απεργίες και ανταρτοπόλεμο. Η Συνομοσπονδία συμμετείχε επίσης στα μαχητικά φοιτητικά κινήματα των χωρών υποδοχής των ξένων φοιτητών, υποστηρίζοντας διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ και άλλων ιμπεριαλιστικών επιθέσεων. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η Συνομοσπονδία κυριαρχούνταν τόσο πολύ από κομμουνιστικές οργανώσεις, ώστε πολλά από τα σημαντικά ισλαμιστικά μέλη της αποχώρησαν και δημιούργησαν την Ένωση Μουσουλμάνων Φοιτητών. Και οι δύο χρησίμευσαν ως πηγές πληροφόρησης για τους αντίστοιχους ομολόγους τους στην πατρίδα.

Αυτό για το οποίο μπορούσαν να συμφωνήσουν ήταν η απαράδεκτη ισχύς των ΗΠΑ. Συνέβη, να αναγκαστούν να κινηθούν σε αυτό το πεδίο από τις ενέργειες των Χομεϊνιστών. Στις 4 Νοεμβρίου 1979 η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη καταλήφθηκε από τους «Φοιτητές της Γραμμής του Ιμάμη». Η κρίση ομηρίας τράβηξε την προσοχή της χώρας και του κόσμου και διήρκεσε 444 ημέρες. Το θέαμα της κατάληψης της πρεσβείας και η άστοχη προσπάθεια του προέδρου Κάρτερ να διασώσει τους ομήρους, επέτρεψε στην ισλαμική δεξιά να αναλάβει την πρωτοβουλία, θέτοντας τον εαυτό της ως τη νικηφόρα εμπροσθοφυλακή του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, ενώ ταυτόχρονα παραμέρισε τους φιλελεύθερους. Μπροστά στην κρίση, η προσωρινή κυβέρνηση παραιτήθηκε και επικυρώθηκε ένα νέο σύνταγμα, που ήταν γεμάτο με τριτοκοσμική και αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία, αλλά και βασιζόμενο στην έννοια του Βελαγιάτ-ε φακίχ (κηδεμονία του νομομαθούς) και εγκαθίδρυσε την «αρχή του ηγέτη» στο Ιράν. Σύμφωνα με αυτό το σύνταγμα, ο Χομεϊνί, ως «ανώτατος ηγέτης της επανάστασης», είχε την εξουσία να ασκεί βέτο σε κάθε απόφαση που ήταν αντίθετη με το Ισλάμ. Διεξήχθησαν όμως και προεδρικές εκλογές, με τη συντριπτική πλειοψηφία να ψηφίζει τον Αμπολχασσάν Μπανί-Σαντρ. Αν και ο Μπανί-Σαντρ ήταν επί μακρόν ένας από τους αγαπημένους συμβούλους του Χομεϊνί, εκπροσωπούσε την τεχνοκρατική «φιλελεύθερη ισλαμιστική» πτέρυγα της επανάστασης και αποτελούσε απειλή για την εδραίωση της εξουσίας του ΙΡΚ.

 

Η αντεπανάσταση

Τον Απρίλιο του 1980, η κυβέρνηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, εξουσιοδοτημένη από το νέο της σύνταγμα, εγκαινίασε την Πολιτιστική Επανάσταση, ξεκινώντας τη διαδικασία εξισλαμισμού των πανεπιστημίων, των χώρων εργασίας και των πολιτιστικών ιδρυμάτων. Η Πολιτιστική Επανάσταση είχε ως στόχο να εδραιώσει την εξουσία του κράτους επί της κοινωνίας στα σχολεία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια έκλεισαν για τρία χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η αριστερά εκκαθαρίστηκε εξονυχιστικά από το προσωπικό και εφαρμόστηκαν αυστηροί θρησκευτικοί κώδικες.

Στον χώρο της εργασίας, αυτό που ακολούθησε ήταν μια μάχη μεταξύ της Χομεϊνικής Δεξιάς, οργανωμένης γύρω από το ΙΡΚ, και του Μπανί-Σαντρ. Οι Χομεϊνιστές χρησιμοποιούν τα συμβούλια για να αντιταχθούν στους διορισμένους από το κράτος διευθυντές του Μπανί-Σαντρ, παραμερίζοντας ουσιαστικά τα εργατικά αιτήματα του προηγούμενου έτους και υπονομεύοντας τις ίδιες τα ανεξάρτητα shoras. Επαναστατικές φρουρές πραγματοποιούσαν επιθέσεις στα τελευταία εναπομείναντα ανεξάρτητα συμβούλια.

Ωστόσο, πριν η σύγκρουση αυτή προλάβει να πάρει τον δρόμο της και πριν επιλυθεί η κρίση των ομήρων, το Ιράκ εισέβαλε στο Ιράν στις 22 Σεπτεμβρίου 1980, ελπίζοντας να επωφεληθεί από το χάος. Η κινητοποίηση προσέλκυσε εκατομμύρια ανθρώπους στο πλευρό του καθεστώτος, επιτρέποντάς του να καλυφθεί πίσω από τη γλώσσα του αντιιμπεριαλισμού, διεξάγοντας έναν πόλεμο εναντίον του Ιράκ και των υποστηρικτών του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο στρατιωτικός νόμος και η λιτότητα μιας πολεμικής οικονομίας αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για την αντεπανάσταση. Όλες οι απεργίες και οι διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν από το νέο καθεστώς ως ιμπεριαλιστικό σαμποτάζ, και η Χομεϊνική Δεξιά είχε τη δυνατότητα να επιβάλλει την τάξη στους δρόμους με συμμορίες τραμπούκων.

Το ΙΡΚ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να υποκινήσει μια νέα κινητοποίηση κατά του Μπανί-Σαντρ και των φιλελεύθερων υποστηρικτών του. Με την έγκριση του Χομεϊνί, το κοινοβούλιο του Ιράν, στο οποίο κυριαρχούσε το ΙΡΚ, ψήφισε την παραπομπή του Μπανί-Σαντρ σε δίκη. Σε μια ύστατη προσπάθεια να διασωθεί, ο Μπανί-Σαντρ συμμάχησε με τους Μουτζαχεντίν, των οποίων η αντιπαράθεση με το νέο καθεστώς μετατράπηκε σε ανοιχτή ένοπλη σύγκρουση. Οι Μουτζαχεντίν εξαπέλυσαν εκστρατεία τρόμου κατά του καθεστώτος, σκοτώνοντας δεκάδες αξιωματούχους και υπουργούς του ΙΡΚ. Με τον ιρακινό στρατό να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου, το καθεστώς είχε όλη την κάλυψη που χρειαζόταν για να εξοντώσει τα τελευταία απομεινάρια της αριστεράς, κλείνοντας εφημερίδες, διαλύοντας συλλόγους και συλλαμβάνοντας και εκτελώντας όσοι αντιστέκονταν.

Είναι δελεαστικό να ρίξουμε την ευθύνη εξ ολοκλήρου στον Χομεϊνί και το ΙΡΚ, οι οποίοι σίγουρα ξεπέρασαν τους ομολόγους τους. Αλλά οι συνθήκες στις οποίες έπρεπε να λειτουργήσει η ιρανική αριστερά ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Ενώ τα εργατικά συμβούλια έκαναν μεγάλα βήματα στον εκδημοκρατισμό των χώρων εργασίας, ο ίδιος ο καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας αποτελούσε ένα τεράστιο εμπόδιο στη χειραφετητική ώθηση του προλεταριακού κινήματος. Υπήρχαν βαθιές συγκρούσεις μεταξύ των εργατών όσον αφορά τις δεξιότητες και τη μόρφωση, μεταξύ της παλαιά καταξιωμένης εργατικής τάξης και των νεοεισερχομένων. Το μεγαλύτερο μέρος της ιρανικής παραγωγής παρέμενε οργανωμένο σε εργαστήρια πολύ μικρά για συμβούλια. Παρόλο που τα συμβούλια είχαν εξαπλωθεί σε όλη την κοινωνία, δεν υπήρχε καμία προοπτική οργάνωσής τους σε μια εναλλακτική λύση απέναντι στο κράτος. Η ίδια η κρατική εξουσία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, παρά μόνο οι άνθρωποι που την κατείχαν. Τα συμβούλια θεωρούνταν πρωτίστως, όχι μόνο από την επίσημη αριστερά αλλά και από πολλούς από τους εργάτες που τα στελέχωναν, ως ομάδες πίεσης μέσω των οποίων θα μπορούσαν να επιδράσουν στο κράτος. Ακόμα και τα πιο ριζοσπαστικά αιτήματα που διατύπωναν τα συμβούλια απείχαν από μια ρητή έκκληση για την κατάργηση του καπιταλισμού. Ενώ τα συμβούλια έσπευσαν να καλύψουν το κενό προκειμένου να φροντίσουν για βασικές κοινωνικές λειτουργίες, αυτή ήταν μια εξουσία που οι περισσότεροι εγκατέλειψαν πολύ εύκολα. Τυφλωμένοι από τις δεκαετίες του σταλινισμού, οι περισσότεροι από την υπάρχουσα αριστερά δεν είχαν κανένα όραμα αυτοοργάνωσης, ούτε μια σκέψη για το ποια θα μπορούσε να είναι η οικονομία πέρα από την εθνικοποίηση της βιομηχανίας. Όπου είχε ριζώσει ένα τέτοιο όραμα, ήταν κυρίως πέρα από τον πυρήνα της επανάστασης.

Παρ’ όλα αυτά, η Ιρανική Επανάσταση θα μπορούσε να κερδίσει την αμφίβολη τιμή να είναι η τελευταία φορά που τα εργατικά συμβούλια εμφανίστηκαν στην κλασική τους μορφή. Ή μάλλον, μοιράζεται αυτή την τιμή με την Πολωνία, όπου κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο, το κίνημα Solidarność θα αναδυόταν επίσης με την άνθηση των συμβουλίων σε μια περίοδο πολιτικής και οικονομικής αστάθειας. Αλλά αυτές η όψιμη άνθηση των εργατικών συμβουλίων συμβαίνει σε μια περίοδο υποχώρησης του εργατικού κινήματος, καθώς η αποβιομηχάνιση και μια σειρά νεοφιλελεύθερων σχεδίων ξετυλίγονται σε όλο τον πλανήτη, ισοπεδώνοντας τις περισσότερες αντιστάσεις. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ωστόσο, παρατηρήθηκε μια αναζωπύρωση της διαμαρτυρίας και της εξέγερσης στο Ιράν και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, καθώς και μια νέα εποχή ταξικών συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, οι ΗΠΑ, η Ρωσία και άλλες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως πάντα, στάθηκαν με τα όπλα έτοιμα, πρόθυμες να επέμβουν ανά πάσα στιγμή, αν το απαιτούσαν τα συμφέροντά τους. Σε μια τέτοια κατάσταση, η αναβίωση της ταξικής πάλης στο Ιράν και τους γείτονές του είναι η μόνη ελπίδα για την αποφυγή άλλων σαράντα χρόνων πολέμου.

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Arya Zahedi, “The Iranian Revolution at the Twilight of the Workers’ Council”, Commune, 25 Νοεμβρίου 2019, https://communemag.com/the-iranian-revolution-at-the-twilight-of-the-workers-council/. Αναδημοσίευση: libcom.org, 3 Ιανουαρίου 2020, https://libcom.org/article/iranian-revolution-twilight-workers-council.

 

 

Η Arya Zahedi είναι καθηγήτρια και διδακτορική φοιτήτρια πολιτικής στο New School for Social Research. Ζει στη Βαλτιμόρη του Μέριλαντ.

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Στα περσικά: شورا / σόρα (shora) [θηλ.] σημαίνει συμβούλιο· πληθυντικός: شوراها / σόραχα (shoraha). Αν και συνήθως στη βιβλιογραφία αναφέρονται στον πληθυντικό με την αγγλική μεταγραφή «shoras», επιλέξαμε να το αποδώσουμε στα ελληνικά με τη λέξη που χρησιμοποιείται στα περσικά στον ενικό.

2 [Σ.τ.Μ.:] کمیته / κομιτέχ (komiteh) στα περσικά σημαίνει επιτροπή.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 03 Νοεμβρίου 2022 11:11

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.