Κυριακή, 02 Ιουνίου 2024 21:04

Τζουζέπε Γκαριμπάλντι ένας περήφανος διεθνιστής

Φωτογραφία του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι το 1866 ή 1867. Wikimedia Commons

 

 

Jacopo Custodi

 

Τζουζέπε Γκαριμπάλντι ένας περήφανος διεθνιστής

 

 

Σαν σήμερα το 1882, ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι πέθανε μετά από αγώνες μιας ολόκληρης ζωής για μια ενωμένη Ιταλία. Συνδύασε τον πατριωτισμό του με έναν περήφανο διεθνισμό – και μια δίψα για ελευθερία που ενέπνευσε τους αγώνες της εργατικής τάξης σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα.

 

 

Η 2α Ιουνίου σηματοδοτεί την επέτειο της Ιταλικής Δημοκρατίας. Εκείνη την ημέρα το 1946, ένα χρόνο μετά την ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι, διεξήχθη συνταγματικό δημοψήφισμα μαζί με τις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση. Ήταν επίσης η πρώτη φορά που οι γυναίκες ψήφισαν σε εθνικές εκλογές, όπως μας υπενθύμισε η πρόσφατη ταινία της Paola Cortellesi C’è ancora domani. Οι περισσότεροι Ιταλοί ψήφισαν υπέρ της δημοκρατίας, γεγονός που οδήγησε στην εξορία του βασιλιά Ουμπέρτο Β΄ στην Πορτογαλία, που τότε κυβερνούσε ο δικτάτορας Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ. Για πρώτη φορά μετά την εθνική ενοποίηση, η Ιταλία έγινε δημοκρατία.

Η 2α Ιουνίου είναι όμως και μια άλλη επέτειος στην ιταλική ιστορία: είναι η ημέρα που πέθανε ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι, το 1882. Είχε ονειρευτεί με πάθος αυτή τη δημοκρατία, αλλά μάταια, καθώς στα τελευταία χρόνια της ζωής του αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με μια ιταλική ενοποίηση υπό τη μοναρχία.

Σχεδόν 150 χρόνια αργότερα, το όνομα «Γκαριμπάλντι» εξακολουθεί να είναι οικείο σε εκατομμύρια ανθρώπους. Το όνομά του εμφανίζεται σε ολόκληρη την Ιταλία: δεν υπάρχει πόλη που να μην έχει τουλάχιστον έναν δρόμο αφιερωμένο σε αυτόν, εκτός από αρκετές εκατοντάδες αγάλματα σε ολόκληρη τη χώρα. Αλλά δεν είναι μόνο στην Ιταλία: πλατείες, δρόμοι, αγάλματα, σταθμοί και πλάκες αφιερωμένες σε αυτόν βρίσκονται σε αμέτρητες πόλεις σε όλο τον κόσμο, από το Μοντεβιδέο μέχρι το Ταγκανρόγκ, από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Αβάνα. Η Κούβα έχει αφιερώσει ακόμη και αναμνηστικό νόμισμα στον Γκαριμπάλντι, el héroe de dos mundos.

Αλλά ποιος ήταν πραγματικά ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι; Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα. Λίγοι σήμερα θα γνώριζαν πολλά πέρα από τον κοινότοπο χαρακτηρισμό του Γκαριμπάλντι ως βασικής μορφής της ιταλικής ενοποίησης. Όπως είπε πρόσφατα ο Αμερικανός κοινωνιολόγος και μελετητής της συλλογικής μνήμης Jeffrey K. Olick, μισοαστειευόμενος, ο καλύτερος τρόπος για να ξεχάσεις κάποιον ή κάτι είναι να τον μετατρέψεις σε μνημείο.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να «απομνημιοποιήσουμε» τον Γκαριμπάλντι με μερικά στοιχεία για τη ζωή του. Έχοντας εκπαιδευτεί ως ναυτικός, ο Γκαριμπάλντι πέρασε πολλά χρόνια ως νέος εργαζόμενος στη θάλασσα, αλλά ήταν επίσης δάσκαλος ξένων γλωσσών στην Κωνσταντινούπολη, έμπορος μακαρονιών στη Βραζιλία, κουρσάρος στον Νότιο Ατλαντικό (επιτιθέμενος σε εμπορικά πλοία και απελευθερώνοντας μαύρους σκλάβους στα πλοία), καθηγητής μαθηματικών στην Ουρουγουάη και εργάτης εργοστασίου στη Νέα Υόρκη. Ο Γκαριμπάλντι πολέμησε σε επτά διαφορετικούς επίσημους στρατούς: στη Δημοκρατία του Ρίο Γκράντε, στην Ουρουγουάη, στην Προσωρινή Κυβέρνηση της Λομβαρδίας, στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Σαρδηνίας, στο Βασίλειο της Ιταλίας και στη Γαλλία. Συνελήφθη, και σε ορισμένες περιπτώσεις βασανίστηκε, από τη ρωσική αστυνομία, αλλά και από τους Γάλλους, τον στρατό της Αργεντινής, την αστυνομία της Ουρουγουάης, το Βασίλειο της Σαρδηνίας (το οποίο επίσης τον καταδίκασε σε θάνατο), και στη συνέχεια αρκετές φορές από την ιταλική αστυνομία μετά την εθνική ενοποίηση. Υπήρξε επίσης μέλος του κοινοβουλίου σε πέντε διαφορετικά κράτη.

Εδώ δεν θα εμβαθύνουμε σε όλη την πολυπλοκότητα μιας τεράστιας και γεμάτης γεγονότα βιογραφίας που δύσκολα μπορεί να συνοψιστεί σε ένα άρθρο. Αλλά αυτά τα γεγονότα μας δείχνουν αμέσως ένα κρίσιμο σημείο: θα κάναμε λάθος αν περιορίζαμε τον Γκαριμπάλντι αποκλειστικά στον ρόλο του Ιταλού πατριώτη.

 

Πατριώτης και διεθνιστής

Οι πρώτες επαναστατικές προσπάθειες του Γκαριμπάλντι ήταν στην πραγματικότητα στη Λατινική Αμερική. Είχε καταφύγει εκεί μετά τη θανατική καταδίκη που εκκρεμούσε πάνω από το κεφάλι του στο Πιεμόντε λόγω μιας αποτυχημένης επαναστατικής απόπειρας κατά της μοναρχίας της Σαβοΐας. Αλλά η πρώτη του επαφή με την πολιτική ήταν ακόμη νωρίτερα: ο πνευματικός του «κεραυνός» χτύπησε σε ηλικία είκοσι έξι ετών, όταν στο πλοίο στο οποίο εργαζόταν επιβιβάστηκαν εξόριστοι Σαινσιμονιστές (οπαδοί του Ανρί ντε Σεν Σιμόν, του Γάλλου ελευθεριακού σοσιαλιστή), οι οποίοι γοήτευσαν βαθιά τον Γκαριμπάλντι. Όπως θυμάται στα απομνημονεύματά του, έμαθε από αυτούς ότι «ο άνθρωπος που, αφού γίνει κοσμοπολίτης, υιοθετεί την ανθρωπότητα ως πατρίδα του και πηγαίνει να προσφέρει το σπαθί του και το αίμα του σε κάθε λαό που μάχεται κατά της τυραννίας, είναι κάτι περισσότερο από στρατιώτης: είναι ήρωας». Αυτό ήταν το βασικό ιδεώδες που τον οδήγησε να συμμετάσχει στις εξεγέρσεις της Λατινικής Αμερικής.

Ο Γκαριμπάλντι θα επέστρεφε στην Ιταλία μόνο το 1848, για να συμμετάσχει στις λαϊκές εξεγέρσεις που ξέσπασαν εκείνη τη χρονιά σε ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο. Μαζί του πήγε και ο Αντρές Αγκουγιάρ, ένας πρώην μαύρος σκλάβος που είχε πολεμήσει με τον Γκαριμπάλντι στην Ουρουγουάη και αποφάσισε να τον ακολουθήσει για να συνεχίσει τον επαναστατικό αγώνα για ελευθερία και στην Ιταλία. Η Άνα Μαρία ντε Ζέσους Ριμπέιρο, γνωστή ως «Ανίτα», η Βραζιλιάνα σύντροφος του Γκαριμπάλντι και συναγωνίστρια του κατά τη διάρκεια της επανάστασης της Φαρουπίλια, στην οποία είχαν συμμετάσχει και οι δύο, είχε επίσης φθάσει λίγο νωρίτερα.

Τόσο ο Αγκουγιάρ όσο και η Ανίτα επρόκειτο να πεθάνουν στα ταραχώδη γεγονότα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας του 1849, η οποία ύψωσε για πρώτη φορά την τρίχρωμη σημαία στη Ρώμη και η οποία στους λίγους μήνες της ύπαρξής της διακρίθηκε για τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της τόσο από δημοκρατική όσο και από κοινωνική άποψη (ο Valerio Evangelisti έχει γράψει ένα ωραίο ιστορικό μυθιστόρημα για το γεγονός αυτό). Ο Γκαριμπάλντι και ο Αγκουγιάρ υπερασπίστηκαν στρατιωτικά τη Δημοκρατία, αλλά ο τελευταίος σκοτώθηκε από χειροβομβίδα του γαλλικού στρατού που έσπευσε να επαναφέρει τον Πάπα στην εξουσία. (Καθώς ήταν μαύρος, ο Αγκουγιάρ είναι ο μόνος μεγάλος πατριώτης του Ριζορτζιμέντο, στον οποίο η Ιταλία δεν έχει αφιερώσει άγαλμα στον λόφο Τζανίκουλουμ της Ρώμης, αν και φαίνεται ότι θα στηθεί τελικά φέτος). Κατά τη διάρκεια της δραματικής διαφυγής που ακολούθησε την πτώση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, η Ανίτα πέθανε επίσης. Αν και ήταν άρρωστη, θέλησε να μείνει με τους επαναστάτες μέχρι τέλους, ώσπου, ενώ τους κυνηγούσαν σε μια λιμνοθάλασσα κοντά στη Ραβέννα, έχασε τις αισθήσεις της και στη συνέχεια τη ζωή της. Ήταν μόλις είκοσι οκτώ ετών.

 

Ένας επαναστάτης χωρίς αγάπη για την επανάσταση

Η διεθνής διάσταση της μορφής του Γκαριμπάλντι επιβεβαιώνεται επίσης από πολυάριθμα γεγονότα που διασταυρώνονται με την ιστορία του δημοκρατικού, του εργατικού και του σοσιαλιστικού κινήματος. Το 1860, ο Γκαριμπάλντι οργάνωσε την περίφημη Αποστολή των Χιλίων, στην οποία έσπευσε μαζί με χίλιους εθελοντές να υποστηρίξει τη λαϊκή εξέγερση κατά των Βουρβόνων στη Σικελία. Εκείνη την εποχή, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ο πατέρας του αναρχισμού και μετέπειτα φίλος του Γκαριμπάλντι, ήταν εξόριστος στη Σιβηρία. Στα απομνημονεύματά του αφηγείται:

«Βρισκόμουν στην πρωτεύουσα της ανατολικής Σιβηρίας, στο Ιρκούτσκ, την εποχή της αξέχαστης εκστρατείας του Γκαριμπάλντι στη Σικελία και τη Νάπολη. Λοιπόν, μπορώ να πω ότι όλοι οι κάτοικοι του Ιρκούτσκ [πήραν] με πάθος το μέρος του απελευθερωτή εναντίον του βασιλιά των Δύο Σικελιών, πιστού συμμάχου του Τσάρου! ... Στα χρόνια 1860-63, όταν ο ρωσικός αγροτικός κόσμος βρισκόταν σε βαθιά αναταραχή, οι αγρότες της Μεγάλης και της Μικρής Ρωσίας περίμεναν την άφιξη του Γκαριμπάλντοφ, και αν τους ρωτούσαν ποιος ήταν, απαντούσαν: “Είναι ένας μεγάλος ηγέτης, ο φίλος των φτωχών ανθρώπων, και θα έρθει να μας απελευθερώσει”».

Την ίδια στιγμή στη Γλασκώβη της Σκωτίας, οι εργάτες αποφάσισαν να δουλέψουν επιπλέον βάρδιες για να αγοράσουν και να στείλουν πυρομαχικά και ιατρικό υλικό στις δυνάμεις του Γκαριμπάλντι.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1861, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Αβραάμ Λίνκολν πρότεινε στον Γκαριμπάλντι να συμμετάσχει στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο, ζητώντας δημοσίως «από τον ήρωα της ελευθερίας να δανείσει τη δύναμη του ονόματός του, την ιδιοφυΐα του και το σπαθί του στον αγώνα του Βορρά». Μετά από μια στιγμή σκέψης, ωστόσο, ο Γκαριμπάλντι αρνήθηκε λόγω της διστακτικότητας του Βορρά να επικεντρώσει τον πόλεμο στην κατάργηση της δουλείας. Απαίτησε την άμεση και πλήρη κατάργηση της δουλείας ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή του.

Αλλά ας στραφούμε στις πιο σοσιαλιστικές πτυχές του Γκαριμπάλντι, αυτές που έχουν σε μεγάλο βαθμό αποκρυφτεί από την εγκωμιαστική ιταλική ιστοριογραφία. Ο Γκαριμπάλντι τάχθηκε δημοσίως στο πλευρό της Πρώτης Διεθνούς- ήταν αυτός που της έδωσε το όνομα «ο ήλιος του μέλλοντος», το οποίο στην Ιταλία έγινε σύντομα ένα από τα πιο διάσημα συνθήματα του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Ο Γκαριμπάλντι υποστήριξε επίσης την Παρισινή Κομμούνα, η οποία μάλιστα τον εξέλεξε στρατιωτικό της ηγέτη, ρόλο που ο στρατηγός δεν μπορούσε να αποδεχτεί, καθώς μόλις είχε επιστρέψει στην Καπρέρα, αφού είχε πολεμήσει στη Γαλλία στον γαλλοπρωσικό πόλεμο και ήταν πλέον γέρος και άρρωστος. Στα οδοφράγματα της Παρισινής Κομμούνας, ωστόσο, υπήρχαν πολλοί Γκαριμπαλντιανοί, ντυμένοι με το γνωστό σε όλους κόκκινο πουκάμισο. Διακρίθηκαν κατά την υπεράσπισή της, καθώς ήταν από τους λίγους «επαγγελματίες» επαναστάτες με στρατιωτική εκπαίδευση.

Παρ’ όλ’ αυτά, ο Γκαριμπάλντι δεν ήταν εξτρεμιστής. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι ήταν ένας επαναστάτης που δεν είχε μεγάλη αγάπη για την επαναστατική αναταραχή. Στην πραγματικότητα, η προσήλωσή του στο σοσιαλισμό και η σταθερή υποστήριξή του στο πρωτοεμφανιζόμενο εργατικό κίνημα συνοδεύονταν από μια δυσπιστία απέναντι στις πιο ριζοσπαστικές περιθωριακές πλευρές, τις οποίες ο Γκαριμπάλντι επέκρινε επανειλημμένα ως επιζήμιες για την υπόθεση των εργατών. Επιπλέον, στην πολιτική συγκυρία του Ριζορτζιμέντο, ο Γκαριμπάλντι επέδειξε επανειλημμένα μια πραγματιστική στάση. Πασίγνωστα παραδείγματα είναι η αποδοχή της μοναρχικής διακυβέρνησης στη συνάντηση του Τεάνο το 1860, κατά την οποία ο Γκαριμπάλντι, πεπεισμένος δημοκρατικός, παρέδωσε την εξουσία στην απελευθερωμένη νότια Ιταλία στον μονάρχη της Σαβοΐας∙ και το τηλεγράφημα «υπακούω» του 1866, στο οποίο, κατόπιν εντολής του βασιλιά, συμφώνησε να σταματήσει την προέλασή του προς το Τρέντο, και συνεπώς τον αγώνα κατά της αυστριακής κατοχής.

 

Μαρξ, Ένγκελς και Γκαριμπάλντι

Ο πολιτικός πραγματισμός του Γκαριμπάλντι, σε συνδυασμό με έναν ζωηρό ιδεαλισμό που δεν ήταν πάντα διαποτισμένος με θεωρητικό βάθος, οδήγησε τον Καρλ Μαρξ να κάνει μερικές φορές υποτιμητικά σχόλια για τον Γκαριμπάλντι, χαρακτηρίζοντάς τον, σε κάποιες ιδιωτικές επιστολές, αφελή και «γάιδαρο». Θα ήταν όμως λάθος να συμπεράνουμε ότι ο Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς αντιτάσσονταν στον στρατηγό. Όχι μόνο επειδή και οι δύο τους, ως μελετητές της στρατιωτικής τακτικής, γοητεύτηκαν από τις εξαιρετικές στρατιωτικές ικανότητες του Γκαριμπάλντι (και οι δύο παρακολουθούσαν την Αποστολή των Χιλίων του 1860 με καθημερινό ενδιαφέρον και μεγάλη εκτίμηση). Αλλά κυρίως επειδή η αλληλογραφία τους συχνά περιέχει και πολύ θετικές πολιτικές κρίσεις, ιδίως από την πλευρά του Ένγκελς, ο οποίος επικροτούσε την υποστήριξη του Γκαριμπάλντι προς τη Διεθνή, χαρακτηρίζοντάς την «άπειρης αξίας». Ολοένα και περισσότερο δημιουργούσε επαφές και δεσμούς με τους οπαδούς του Γκαριμπάλντι, ξεκινώντας από τον γιο του Γκαριμπάλντι, τον Ριτσιότι, τον οποίο προσκάλεσαν στο σπίτι του Μαρξ το 1871.

Το όνομα του Γκαριμπάλντι επανερχόταν επίσης συχνά στην πολεμική μεταξύ μαρξιστών και αναρχικών στο πλαίσιο του νεοεμφανιζόμενου ιταλικού σοσιαλιστικού κινήματος (το οποίο με τη σειρά του προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από τους κύκλους του Γκαριμπάλντι). Σε αυτές τις πρώιμες πολεμικές, ο στρατηγός συχνά «επιστρατεύτηκε» και διεκδικήθηκε από καθένα από τα δύο ρεύματα. Ως εκ τούτου, ο Μπακούνιν επαίνεσε τον Γκαριμπάλντι, ταυτίζοντάς τον με τη δική του πλευρά – έγραψε με ενθουσιασμό ότι «ο Γκαριμπάλντι παρασύρεται όλο και περισσότερο από εκείνη τη νεολαία που φέρει το όνομά του, αλλά πηγαίνει, πράγματι, απείρως πιο μακριά από αυτόν». Αλλά ο Ένγκελς εξέφρασε τη χαρά του που ο Γκαριμπάλντι, ενώ διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους Ιταλούς αναρχικούς, θεωρούσε λανθασμένη τη ριζική απόρριψη κάθε αρχής εξουσίας από αυτούς. Έτσι ο Ένγκελς συμπέρανε:

«Ο παλιός αγωνιστής της ελευθερίας, που έκανε περισσότερα μόνο το 1860 απ’ όσα όλοι οι αναρχικοί μπορούν να επιχειρήσουν να κάνουν στη διάρκεια της ζωής τους, εκτιμά την πειθαρχία, πολύ περισσότερο αφού έπρεπε να πειθαρχεί διαρκώς τις ένοπλες δυνάμεις του∙ και δεν το έκανε όπως οι επίσημοι στρατιωτικοί κύκλοι, μέσω της στρατιωτικής πειθαρχίας και της διαρκούς απειλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, αλλά μάλλον με το να στέκεται μπροστά στον εχθρό.»

Στον πρόλογο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Ένγκελς έφτασε στο σημείο να περιγράψει τον Γκαριμπάλντι ως χαρακτήρα «απαράμιλλης κλασικής τελειότητας».

 

Ο Γκαριμπάλντι μετά τον Γκαριμπάλντι

Ενώ η Ιταλία μετά την επανένωση τιμούσε τον Γκαριμπάλντι ως έναν από τους μεγάλους ήρωες που είχαν ενώσει τη χώρα, προσπάθησε επίσης με κάθε τρόπο να εκτονώσει το επαναστατικό του φορτίο. Επιδίωξε να τον περιθωριοποιήσει, φρενάροντας τις όποιες περαιτέρω ανατρεπτικές φιλοδοξίες του. Ο Γκαριμπάλντι όχι μόνο απομονώθηκε επανειλημμένα σε ανεπίσημο εγκλεισμό στο νησί Καπρέρα, όπου είχε αποσυρθεί για να εργαστεί ως αγρότης, αφού ποτέ δεν ήθελε να κερδίσει κάτι από τα στρατιωτικά του κατορθώματα, αλλά συνελήφθη και από τον ιταλικό στρατό. Κατά την περίφημη «Ημέρα του Ασπρομόντε» το 1862, έφτασε μάλιστα στο σημείο να τον πυροβολήσουν, αφήνοντάς τον τραυματισμένο.

Μια στείρα, αποπολιτικοποιημένη και θεσμοθετημένη εικόνα του Γκαριμπάλντι διατηρήθηκε έτσι από διάφορες ιταλικές κυβερνήσεις μετά τον θάνατό του. Δημιούργησαν ένα εθνικό πάνθεον που εξίσωνε, και διαστρέβλωνε, βαθιά διαφορετικές πολιτικές προσωπικότητες και μερικές φορές ακόμη και ορκισμένους εχθρούς από την περίοδο της ενοποίησης, όπως ο κόμης Καβούρ, ο Τζουζέπε Ματσίνι και ο Γκαριμπάλντι.

Αντίθετα, η εικόνα του επαναστάτη Γκαριμπάλντι, συνδεδεμένου με το προλεταριάτο (το οποίο όρισε ως «την τάξη στην οποία έχω την τιμή να ανήκω»), διατηρήθηκε για πολύ καιρό στην Αριστερά, στις λαϊκές και εργατικές οργανώσεις που ήταν διάσπαρτες σε όλη την Ιταλία. Σε ανάμνηση του πατριώτη, διεθνιστή και σοσιαλιστή Γκαριμπάλντι οι αντιφασίστες Ιταλοί που πολέμησαν στην Ισπανία το 1936-39 επέλεξαν το όνομα «Battalón Garibaldi», οι κομμουνιστές αντάρτες κατά τη διάρκεια της ιταλικής αντίστασης του 1943-45 αυτοαποκαλούνταν «Ταξιαρχίες Γκαριμπάλντι» και οι Ιταλοί του γιουγκοσλαβικού απελευθερωτικού στρατού του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο πήραν τον τίτλο «Μεραρχία Γκαριμπάλντι».

Και πάλι το 1948, στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές της δημοκρατίας, οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές ενώθηκαν σε ένα εκλογικό μέτωπο με σύμβολο το πρόσωπο του Γκαριμπάλντι πάνω σε ένα αστέρι, με τα χρώματα της ιταλικής σημαίας.

Σήμερα, 142 χρόνια μετά το θάνατο του Γκαριμπάλντι, είναι σημαντικό για την Αριστερά, και όχι μόνο στην Ιταλία, να διατηρήσει ζωντανή την εικόνα του επαναστάτη Γκαριμπάλντι. Αυτό σημαίνει να τον διαφυλάξουμε από μια θεσμική αφήγηση που τον υποβιβάζει σε ένα άγαλμα χωρίς πολιτική αξία. Αλλά σημαίνει επίσης να τον υπερασπιστούμε από κάποιες πρόσφατες προσπάθειες να απαξιωθεί, ανασύροντας την προπαγάνδα των βασιλικών 150 ετών που τον παρουσιάζει ως μισθοφόρο ή κατακτητή. Το οφείλουμε όχι μόνο σε αυτόν, αλλά και σε όλους εκείνους που τον περασμένο αιώνα, εμπνεόμενοι από τον Γκαριμπάλντι, έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία και τον σοσιαλισμό.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Jacopo Custodi, “Giuseppe Garibaldi Was a Proud Internationalist”, Jacobin, 2 Ioyn;ioy 2024, https://jacobin.com/2024/06/giuseppe-garibaldi-internationalism-socialism-slavery.

 

Ο Jacopo Custodi είναι πολιτικός επιστήμονας στη Scuola Normale Superiore και καθηγητής συγκριτικής πολιτικής στο Georgetown University. Μεταξύ των βιβλίων του περιλαμβάνονται τα εξής: Un’idea di Paese. La nazione nel pensiero di sinistra (Castelvecchi, 2023) και Radical Left Parties and National Identity in Spain, Italy and Portugal (Palgrave, 2024).

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 05 Ιουνίου 2024 11:56

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.