Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016 20:43

Ένα καταφύγιο λιτότητας για τους πρόσφυγες

Ο Joseph Grim Feinberg είναι πολιτιστικός ανθρωπολόγος και κοινωνικός θεωρητικός στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Τσεχικής Ακαδημίας Επιστημών και στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας της Σλοβακικής Ακαδημίας Επιστημών. Έχει γράψει σχετικά με την έννοια της κοινωνίας των πολιτών, την πολιτική του πολιτισμού, και το μέλλον της αριστεράς.

 

 

 

Joseph Grim Feinberg

Ένα καταφύγιο λιτότητας για τους πρόσφυγες

 

«Τα έθνη στη βάρβαρη κατάσταση τους είναι αδιαπέραστα· θα πρέπει να διαρραγούν...»

Vico, Η Νέα Επιστήμη, Βιβλίο Ι, Αξίωμα CII, υπόθεση 303.

 

Στις 6 Φεβρουαρίου, η Ευρώπη έγινε μάρτυρας του τι θα μπορούσε να είναι η πιο θρασεία μέχρι σήμερα προσπάθεια1 κινητοποίησης των μαζών της ηπείρου εναντίον της μετανάστευσης και του Ισλάμ. Ένα διεθνές κίνημα που αναδύεται, ενώνει τους Ευρωπαίους πέρα από τα σύνορα, για να απαιτήσουν την ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της ηπείρου. Το κίνημα ξεπερνά το παλιό εθνικό μίσος, αλλά καθοδηγείται από ένα μίσος που είναι διεθνές. Έχει αρχίσει ακόμα να αρθρώνει μια κριτική εναντίον της λιτότητας και υπεράσπισης της κοινωνικής πρόνοιας, για τους Ευρωπαίους, με την προϋπόθεση ότι οι φτωχοί μη Ευρωπαίοι θα κρατούνται μακριά από την απόλαυση (όλο και πιο πενιχρή) της ευτυχίας και της ευημερίας της ηπείρου. Αυτή δεν ήταν η στάση απέναντι στην λιτότητα και τη δυστυχία της γης που πολλοί από εμάς πριν από ένα χρόνο ήλπιζαν και πίστευαν μάλιστα ότι θα κυριαρχεί στις ειδήσεις.

Η χρονιά που πέρασε σημαδεύτηκε από δύο ερωτήσεις και δύο αξιόλογες πολιτικές απαντήσεις: το ζήτημα της λιτότητας, συναντήθηκε με την αποτυχημένη άνοδο της ριζοσπαστικής αριστεράς, και το ζήτημα της μετανάστευσης, συναντήθηκε με την άνοδο της ριζοσπαστικής δεξιάς η οποία συνεχίζει να είναι ανεξέλεγκτη. Η λιτότητα και η μετανάστευση είχαν κεντρική σημασία για την ευρωπαϊκή πολιτική για κάποιο διάστημα, αλλά το 2015 συναντήθηκαν τελικά. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας της ριζοσπαστικής Δεξιάς μπορεί να αποδοθεί στη συνεπή και ολοκληρωμένη απάντηση που προσφέρει και στα δύο αυτά ζητήματα. Το μέλλον της αριστεράς μπορεί επίσης να εξαρτάται από την ικανότητά της να αντιμετωπίσει με συνέπεια και ολοκληρωμένα τη ριζοσπαστική δεξιά. Και καθώς το παραδοσιακό κέντρο χάνει έδαφος και αυξάνονται όλο και περισσότερο οι εξτρεμιστές, πολλά εξαρτώνται από το μέλλον της αριστεράς.

Στις 17 Νοεμβρίου, του 2015, λιγότερο από μία εβδομάδα αφότου το Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη για τη σφαγή των 130 αμάχων στο Παρίσι, ο σημερινός πρόεδρος της Τσεχίας και πρώην Σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Miloš Zeman παραβρέθηκε σε μία συγκέντρωση στην Πράγα. Κάλεσε τους συμπολίτες του να αντισταθούν στις προσπάθειες των μέσων μαζικής ενημέρωσης να μας κάνουν πλύση εγκεφάλου ανεκτικότητας προς τους μουσουλμάνους, και υπερασπίστηκε αντίθετα την ανεκτικότητα απέναντι «σε εκείνους που έχουν άλλες απόψεις». Στη συνέχεια έδωσε το μικρόφωνο σε μερικούς από εκείνους με τις «άλλες» απόψεις, μεταξύ των οποίων ήταν ο Martin Konvička, ηγέτης του «Συνασπισμού εναντίον του Ισλάμ», ο οποίος τάσσεται υπέρ του εγκλεισμού των μουσουλμάνων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, του περιορισμού των πολιτικών δικαιωμάτων αυτών που υπερασπίζονται τους μουσουλμάνους, και της θανατικής καταδίκης των ιδεολογικών του αντιπάλων. Υπέρμαχοι της λευκής υπεροχής και συνομωσιολόγοι, αλλά και εκατοντάδες ευυπόληπτοι κατά τα άλλα πολίτες, επευφημούσαν ανάμεσα στο πλήθος. Επισήμως, η αφορμή ήταν η Ημέρα του Αγώνα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία, μια εθνική εορτή προς τιμή των θυμάτων της ναζιστικής βίας κατά τη διάρκεια των φοιτητικών διαδηλώσεων στις 17 Νοεμβρίου του 1939 και της έναρξης των μαζικών διαδηλώσεων υπέρ της δημοκρατίας την ίδια ημερομηνία το 1989. Φαίνεται όμως ότι στην Ευρώπη σήμερα σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει ένα πρόσχημα για παθιασμένη ρητορική ενάντια στην τυραννία της πολυπολιτισμικότητας και των μουσουλμάνων (των οποίωνοι παγωμένες, άοπλες λεγεώνες προσφύγων τοποθετούνται, σε αυτή την περίπτωση, στο ρόλο των ναζιστών και των σοβιετικών κατακτητών).

Φυσικά, αντιμεταναστευτικές ομάδες έχουν δραστηριοποιηθεί στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες, αλλά έχουν γενικά αποκτήσει ευρεία δημοτικότητα μόνο στις χώρες της Δύσης που έχουν πραγματικά σημαντικό αριθμό μεταναστών. Και μέχρι πρόσφατα μόνο η ακροδεξιά έχει αναπτύξει την ξενοφοβία σε μια σφαιρική κοσμοθεωρία. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι ότι σήμερα κινήσεις όπως αυτή του Miloš Zeman μπορεί πλέον να αναμένονται ακόμη και από δήθεν αντιπροσώπους του κέντρου και της αριστεράς, ακόμα και σε χώρες με ελάχιστη εμπειρία μαζικής μετανάστευσης. Το φιλελεύθερο-συντηρητικό-σοσιαλδημοκρατικό κέντρο, του οποίου η ηγεμονία μέχρι πρόσφατα υπήρξε σχεδόν αδιαφιλονίκητη στην Ευρώπη, βρίσκεται σήμερα σε αποσύνθεση από μέσα και απειλούμενο από έξω. Όπου η ριζοσπαστική αριστερά υπήρξε αδύναμη, η ριζοσπαστική δεξιά έχει ενισχυθεί, και τα κόμματα που κάποτε θεωρούνταν εξτρεμιστικά στρέφονται προς το επίσημο πολιτικό ρεύμα, αναδιατυπώνοντας τις παραδοσιακές εξτρεμιστικές θέσεις σε πιο εύληπτα σχήματα για το κοινό. Αλλά και παραδοσιακά κόμματα επιχειρούν επίσης να υιοθετήσουν ή φλερτάρουν με -ή ακόμα και διασπώνται από- το μήνυμα αυτού του νέου δεξιού ριζοσπαστισμού.

Το 2015 είδαμε τα ποσοστά του Κόμματος για την Ελευθερία του Geert Wilders να εκτινάσσονται στις εκλογές στην Ολλανδία κερδίζοντας ένα τεράστιο προβάδισμα έναντι του πλησιέστερου αντιπάλου του. Στην Αυστρία, το Κόμμα της Ελευθερίας προηγείται επίσης πλέον σε εθνικές δημοσκοπήσεις, και στη Γαλλία το Εθνικό Μέτωπο έχει αρκετές πιθανότητες να κερδίσει τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Στη Φινλανδία, το ξενοφοβικό Κόμμα Φινλανδών προσχώρησε σε μια κυβέρνηση συνασπισμού τον Μάιο. Η νέα φιλελεύθερη κυβέρνηση της Δανίας έχει στραφεί αποφασιστικά κατά των μεταναστών κάτω από την πίεση του ξενοφοβικού Δανικού Λαϊκού Κόμματος και στη Σουηδία το αντιμεταναστευτικό (και αντιδημοκρατικό) κόμμα Σουηδοί Δημοκράτες βρίσκεται σε άνοδο. Οι Βρετανοί Συντηρητικοί εμφανίζονται αποφασισμένοι να κλέψουν τις ιδέες του UKIP, υιοθετώντας ένα μεγάλο μέρος του προγράμματος και της ρητορικής του (παίρνοντας ακόμη και μέτρα κατά των μεταναστών που προέρχονται από άλλες χώρες της ΕΕ). Η Ουγγαρία έχει κυβερνηθεί για πολλά χρόνια από ένα μισαλλόδοξο καθεστώς, αλλά το 2015 έφερε τον Πρωθυπουργό Viktor Orbán στο διεθνές προσκήνιο, καθώς ο ίδιος ανέλαβε ευχαρίστως το ρόλο του υπερασπιστή της Ευρώπης εναντίον των ορδών των μεταναστών. Τον Οκτώβριο, οι Πολωνοί ψηφοφόροι έδωσαν μια σαρωτική νίκη σε ένα κόμμα που θαυμάζει ανοιχτά και προσπαθεί να μιμηθεί το καθεστώς του Orbán (και για πρώτη φορά στην μετα-διχοτομική εκλογική ιστορία της Πολωνίας, κανένα αριστερό κόμμα δεν ψηφίστηκε στο Sejm). Στην Τσεχική Δημοκρατία και στη Σλοβακία, οι κατ’ όνομα κεντροαριστερές κυβερνήσεις έχουν υιοθετήσει τη ρητορική της ξενοφοβικής δεξιάς, κάπως δειλά στην Τσεχική περίπτωση (όπου η κυβέρνηση εμφανίζεται μετριοπαθής δίπλα στον κραυγάζοντα αλλά βασικά ανίσχυρο πρόεδρο), και με μεγάλο ενθουσιασμό στη Σλοβακία. Πιο ανατολικά, οι νεο-φασίστες παίζουν σημαντικό ρόλο και στις δύο πλευρές του εμφυλίου πολέμου στην Ουκρανία, ενώ ακροδεξιοί διαφόρων αποχρώσεων παραμένουν περισσότερο ισχυροί από ποτέ στη Ρωσία, τόσο εντός όσο και εκτός εξουσίας. Η Νότια Ευρώπη μπορεί να έχει μέχρι στιγμής γλιτώσει κάποιες από τις εξελίξεις της υπόλοιπης ηπείρου, αλλά η Liga Nord αυξάνεται στην Ιταλία, ενώ το νεο-φασιστικό Εθνικό Κίνημα συγκεντρώνει 10 με15% στην Τουρκία, όπου το κυβερνόν Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξη είναι μεταξύ των πιο καταπιεστικών -αν και προφανώς δεν είναι το πιο αντι-μουσουλμανικό- μέσα (και δίπλα) στην ήπειρο. Και το πιο τρομακτικό μεγάλο κόμμα στην Ευρώπη είναι κατά πάσα πιθανότητα η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, αν και το Jobbik της Ουγγαρίας ακολουθεί από κοντά δεύτερο και είναι πολύ πιο ισχυρό. Είναι ίσως ένα δυσοίωνο σημάδι ότι οι εθνικιστικές αρχηγοί των πρώην γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών, μερικοί απ' αυτούς επικεφαλής κομμάτων που διαδέχτηκαν τα πολιτικά κόμματα των γενοκτονιών της δεκαετίας του 1990, εμφανίζονται μετριοπαθείς και συνετοί σε σύγκριση με τους ομολόγους τους σε άλλα μέρη.

Πιθανώς για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είναι μόνο η εξεγερμένη νεολαία, οι βεβιασμένες κοινωνικές κριτικές, και οι πολεμικοί ανταποκριτές στις ανατολικές και νοτιοανατολικές άκρες της ηπείρου που μιλούν για την επιστροφή του φασισμού. Οι απόηχοι της δεκαετίας του 1930 και του ‘40 διαποτίζουν τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και οι φόβους της επανάληψης του παλιού κύκλου εισέρχονται στις καθώς πρέπει συνομιλίες. Οι παραλληλισμοί έχουν γίνει πολύ εντυπωσιακοί για να αγνοηθούν: Για άλλη μια φορά, μια ομάδα ανθρώπων, διακρινόμενη από τη θρησκεία και τη φυλή, η οποία είναι εξαθλιωμένη αλλά κατηγορείται για πλούτο και επιρροή, γίνεται το αντικείμενο της καταγγελίας και του μίσους. Στις οι μάζες των προσφύγων, που προσπαθούν να ξεφύγουν από την καταπίεση και τον πόλεμο, τους αρνούνται ασφαλές καταφύγιο, απελαύνονται ή κλείνονται σε άθλια στρατόπεδα και υφίστανται παρενοχλήσεις από την αστυνομία και επιδρομές. Εκείνοι που βρίσκουν αξιοπρεπή στέγη ζουν με το φόβο των επιθέσεων αυτόκλητων τιμωρών. Μία χώρα, η οποία έχει επαινεθεί για την υπεράσπιση των Εβραίων κάτω από τη ναζιστική κατοχή, τώρα αρχίζει να κατάσχει την περιουσία των προσφύγων. Μια άλλη χώρα προτείνει την αφαίρεση ιδιότητας του πολίτη από τους τρομοκράτες. Μας λένε για μια σύγκρουση ασύμμετρων πολιτισμών (που με κάποιο τρόπο έχουν ζήσει μαζί για αιώνες). Μας λένε για ξένα στοιχεία που μολύνουν την εθνική καθαρότητα στο εσωτερικό, ενώ ψάχνουμε Χριστιανούς να ταυτιστούμε μαζί τους στη Μέση Ανατολή, με τον τρόπο σχεδόν που οι προστάτες της Γερμανίας κάποτε αναζήτησαν συμπατριώτες στις απομακρυσμένες κοιλάδες των Καρπαθίων ή κατά μήκος των ακτών του Βόλγα. Οι πολιτικές ελευθερίες περιορίστηκαν προς το συμφέρον της ασφάλειας. Τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα υψώθηκαν γύρω μας παντού (αυτή τη φορά, όμως, με κάποια τεχνολογική βοήθεια από το κράτος του Ισραήλ). (Και αφήνω στην άκρη την πιθανότητα μιας εισβολής του Πούτιν στο στυλ του Χίτλερ, ένας ευρύτατα διαδεδομένος φόβος ένα ή δύο χρόνια πριν, που τώρα σε μεγάλο βαθμό έχει ξεχαστεί και κατά τη γνώμη μου πολύ λιγότερο πιθανός από ό,τι η ανάπτυξη κάποιου νέου Χίτλερ στην καρδιά της ηπείρου.)

Τι συνέβη;

 

Υλιστικός Ταυτοτισμός

Να πούμε την αλήθεια, τα πραγματικά γεγονότα δεν συμβαίνουν δεύτερη φορά σε αυτόν τον κόσμο, αλλά αυτό προσφέρει μικρή παρηγοριά. Η νέα ριζοσπαστική δεξιά δεν θα φέρει πίσω το 1930, αλλά αυτό που φέρνει είναι αρκετά ανησυχητικό. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν δικαιολογημένα επικεντρωθεί στη σχέση μεταξύ των σημερινών ξενοφοβικών ομάδων και της άκρας δεξιάς του παρελθόντος. Αυτές οι συνδέσεις είναι πραγματικές. Οι ξενόφοβοι σήμερα έχουν ανασυσκευάσει το πρόγραμμα των παραδοσιακών εξτρεμιστών, δίνοντάς του νέα νομιμότητα στον εθνοτικό εθνικισμό, στον κωδικοποιημένο (και μερικές φορές λιγότερο κωδικοποιημένο) ρατσισμό, και στο αυξανόμενο αστυνομικό κράτος. Μερικά από τα ανερχόμενα κόμματα της δεξιάς, όπως το Jobbik και η Χρυσή Αυγή, προσφέρουν ακόμη και ρομαντικά οράματα εθνικής ανανέωσης που στηρίζονται στην προηγούμενη δόξα, στο ζωντανό αίμα και στο γόνιμο έδαφος, τίποτα από τα οποία δεν ήταν άγνωστα στα καθεστώτα της εποχής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα οποία θαυμάζουν ανοιχτά. Αλλά ένα μεγαλύτερο μέρος του ξενοφοβικού κινήματος είναι πιο ταπεινό στους στόχους του και χαμηλών τόνων στα αιτήματά του. Αρνούμενο οποιαδήποτε συμπάθεια προς τον φασισμό, υποστηρίζει το μονότονο ιδανικό της απλής ζωής που προηγήθηκε της εισροής των μεταναστών και της επιρροής του Ισλάμ. Και μερικές ξενοφοβικές δυνάμεις -αυτές που είναι περισσότερο επιτυχημένες πολιτικά- είναι αρκετά υλιστικές στις προγραμματικές τους διεκδικήσεις: θέλουν να διατηρήσουν τον πλούτο και την ευημερία της Ευρώπης για τους ίδιους τους Ευρωπαίους.

Όταν ο Douglas Holmes ανέλυσε το 2000 την άνοδο της ριζοσπαστικής δεξιάς στο βιβλίο του, Integral Europe, τόνισε τις πνευματικές διαστάσεις της εξέγερσης κατά της μετανάστευσης, του κοσμοπολιτισμού, και της «ταχείας» παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού. Αυτή η πνευματική διάσταση δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά δεν βρίσκεται πλέον τόσο πολύ στο επίκεντρο της σχετικά ενιαίας τάσης γεφύρωσης του εθνικιστικού άκρου και του πραγματιστικού κέντρου που κινείται όλο και περισσότερο με το όνομα της «νέας δεξιάς». Ο Ναζισμός και οι ιδεολογικοί του γείτονες μπορεί να ήταν μικροαστοί σε τελική ανάλυση, αλλά ήταν αντι-αστικοί στο στυλ και στην αυτοαντίληψη. Η νέα δεξιά είναι περήφανα μικροαστική και αστική πέρα για πέρα. Ενδιαφέρεται λιγότερο για τα σκληρά χέρια των αγροτών από ό,τι γι’ αυτή καθαυτή και καθώς πρέπει μεσαία τάξη. Στο δημόσιο λόγο της, ο «λαός» εμφανίζεται πολύ λιγότερο συχνά από ό,τι η «ελευθερία». Ασχολείται λιγότερο με την αποκατάσταση του χαμένου μεγαλείου σε σχέση με τη διατήρηση των σημερινών προνομίων μέσα σε έναν όλο και πιο αλληλοεξαρτώμενο κόσμο. Η κυρίαρχη τάση αυτής της νέας δεξιάς δεν καλεί τους οπαδούς της για να νικήσουν τους εχθρούς τους στο δρόμο -οι συμπαθούντες της στις ριζοσπαστικές της παρυφές το κάνουν, αλλά όχι οι ηγέτες τους- το μόνο που ζητάει είναι να μην αφήσει τον εχθρό να κυριαρχήσει στους δρόμους, έτσι ώστε να αποτρέψει την αντιπαράθεση εκ των προτέρων. Η απειλή της μαζικής μετανάστευσης από ένα αληθοφανώς ξένο στοιχείο προσφέρει στη νέα δεξιά την τέλεια αντίθεση. Δεν είναι απαραίτητο να παροτρύνει τις ευκατάστατες μάζες σε πογκρόμ. Το κοινό χρειάζεται μόνο να ενωθεί μαζί της, λέγοντας: «Οι δυστυχίες των άλλων δεν με αφορούν. Να φύγουν».

Αυτή η νέα δεξιά βρισκόταν εδώ και καιρό υπό διαμόρφωση. Η παγκόσμια αγορά έχει από καιρό σβήσει ή εμπορευματοποιήσει τις πολιτιστικές διαφορές, και καθώς η πολιτική σφαίρα κινητοποιείται σε απάντηση, η διαφοροποίηση και η υπεράσπιση του πολιτισμού γίνεται κατά μήκος των πολιτικών συνόρων που έχουν καθιερωθεί. Το έθνος, η ήπειρος και ο πολιτισμός έχουν ήδη προετοιμαστεί εναντίον αυτού που τους έρχεται από ένα φανταστικό εξωτερικό. Αλλά η πολιτιστική διαφορά δεν είναι το μόνο ζήτημα. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό σύμφωνο, από τότε που έγινε αποδεκτό από τους χριστιανοδημοκράτες, τους φιλελεύθερους, καθώς και τους σοσιαλδημοκράτες, έχει σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί και η κοινωνική πρόνοια έχει μεταμορφωθεί από ένα σημείο σύγκλισης σε ένα σπάνιο αγαθό, ένα αντικείμενο ανταγωνιστικής πάλης. Όταν το ευρωπαϊκό πολιτικό κατεστημένο επέλεξε για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους κατά μήκος της περιμέτρου της Ευρώπης να μετατρέψει ολόκληρα έθνη σε πιστωτές των γειτόνων τους, ο ανταγωνισμός για τον πλούτο της ηπείρου εντάθηκε ακόμα περισσότερο. Και καθώς τα εθνικά κράτη γίνονται όλο και λιγότερο αξιόπιστοι εγγυητές της κοινωνικής πρόνοιας και οι εσωτερικές δημοκρατικές διαδικασίες τους υπονομεύονται από τη διακρατική γραφειοκρατία, η εμπιστοσύνη στον παραδοσιακό κοινοβουλευτισμό μειώνεται. Τα παραδοσιακά κόμματα του νότου τιμωρούνται από τους ψηφοφόρους για το ξεπούλημα των χωρών τους στους πιστωτές, ενώ τα παραδοσιακά κόμματα της ευημερούσας κεντρικής και βορειοδυτικής Ευρώπης τιμωρούνται επειδή μοιράζονται πάρα πολλά με τον σπάταλο νότο.

Αυτή ήταν η κατάσταση στην οποία οι μετανάστες είχαν την ατυχία να μπουν το 2015. Μια ήπειρος, ήδη κατακερματισμένη από τον εσωτερικό ανταγωνισμό, που είδε σ’ αυτούς ακόμη μια άλλη ομάδα που αναζητάει το μερίδιό της. Τα έθνη ήδη αγχωμένα για την απώλεια αυτοδιάθεσης πρόβαλαν τους φόβους για την ξένη δύναμη πάνω σε μια ομάδα που δεν είχε σχεδόν καμία εξουσία πάνω τους. Εκλογικά σώματα συγχυσμένα από τις δικές τους αποσυντεθειμένες δημοκρατίες είδαν «κύματα» και «πλημμύρες» μεταναστών και θυμήθηκαν το δικό τους εσωτερικό χάος. Οι άνθρωποι που έχουν ήδη αποπροσανατολιστεί από τις επιπτώσεις της ομογενοποίησης του παγκόσμιου καπιταλισμού είδαν τους μετανάστες ως προσωποποίηση των δυνάμεων της αγοράς – η οποία ήταν, σε τελική ανάλυση, τουλάχιστον εν μέρει υπεύθυνη για τις υφέσεις, την πείνα και τους πολέμους, για να μην αναφέρουμε την ιστορία της αποικιοκρατίας, που τους οδήγησε στην μετανάστευση. Καθώς οι μετανάστες άρχισαν όλο και περισσότερο να χαρακτηρίζονται ως μουσουλμάνοι, το «Ισλάμ» έγινε ένα αντικείμενο φόβου, που γίνεται όλο και πιο ισχυρός από την ασάφεια και το μυστήριό του -ένα κυμαινόμενο σημαίνον ικανό να κεντράρει και να ενοποιήσει ολόκληρο το ασυνάρτητο σύστημα της νέας δεξιάς.

Η ρητορική εναντίον του Ισλάμ τοποθετεί το πρόγραμμα της νέας δεξιάς εντός της σύγκρουσης των πολιτισμών ή των πολιτιστικών πόλεμων. Αλλά ποιο είναι το είδος της κουλτούρας και του πολιτισμού που συζητείται; Η λυτρωτική δύναμη της κοινής πολιτιστικής έκφρασης, τόσο σημαντικό μέρος των παλαιότερων εθνικισμών, παίζει μόνο δευτερεύοντα ρόλο για τη νέα δεξιά σήμερα. Το θετικό απέναντι στον «ισλαμικό πολιτισμό» δεν είναι η κουλτούρα του Γκαίτε και του Βάγκνερ, αλλά ο πολιτισμός των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και οι ασφαλείς, ήσυχοι δρόμοι. Ο πολιτισμός που συγκρούεται δήθεν με το «Ισλάμ» δεν είναι ο πολιτισμός της όπερας της Βιέννης και των παριζιάνικων καφέ, αλλά ο πολιτισμός του νόμου και της τάξης και των ελευθεριών της σκληρά εργαζόμενης μεσαίας τάξης. Επίσης, είναι ένας πολιτισμός που σε μεγάλο βαθμό αντικαθιστά παλαιότερες εθνικές διακρίσεις, και ο οποίος περιπλέκει τις προσπάθειες ολοκλήρωσης της ΕΕ με βάση την ιδέα της «Ευρώπης» ως ανεκτικής, πολυπολιτισμικής, εναλλακτικής λύσης για τις κατακερματισμένες εθνικές ταυτότητες. Παρ’ όλο το μίσος της νέας δεξιάς για την Ευρωπαϊκή Ένωση, προβάλει ωστόσο μια εξιδανικευμένη Ευρώπη για τα πετυχημένα άτομα που την αξίζουν και που βασανίζονται από τους εισβολείς από το εξωτερικό (παρά το γεγονός ότι πολλοί αιτούντες άσυλο είναι στην πραγματικότητα Ευρωπαίοι, από χώρες όπως το Κόσοβο και η Ουκρανία). Μακροχρόνιοι εθνικοί εχθροί στο εσωτερικό της Ευρώπης βρίσκουν τώρα κοινό έδαφος στο φόβο για τους μουσουλμάνους και τους πρόσφυγες (τα αισθήματα αλληλεγγύης μεταξύ των εθνικιστών της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης ίσως ποτέ δεν ήταν τόσο ισχυρά, όσο οι διαχυτικοί έπαινοι μεταξύ των ηγετών της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας, της Πολωνίας και της Τσεχίας για τις σκληροπυρηνικές θέσεις τους).

Ακόμη και εάν η νέα δεξιά επικρίνει την πολυπολιτισμικότητα, πολλοί από τους εκπροσώπους της μιλάνε υπέρ της πολυφωνίας και της πολιτισμικής διαφοράς (η πνευματική τάση «Ταυτοτικό Κίνημα» ιδιαίτερα έχει οικειοποιηθεί την μεταμοντέρνα ορολογία). Αλλά η δικιά τους είναι ένα συγκεκριμένο είδος πολυφωνίας, και η αντίληψη τους για την πολιτιστική διαφορά στηρίζεται σε μια εξαιρετικά οικονομιστική γεωγραφία του πολιτισμού. Η νέα δεξιά δεν αντιτίθεται στην ύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών που υφίστανται πλάι-πλάι. Αντιθέτως, θέτει τον «δικό» της πολιτισμό ως έναν από εκείνους των οποίων η διαφορά χρειάζεται υπεράσπιση. Αλλά βλέπει τον πλουραλισμό ως βιώσιμο μόνο μέσω της αποφυγής υπερβολικής διαπολιτισμικής επαφής (και, ως εκ τούτου, στρέφει την μεταμοντέρνα κριτική της αποικιοκρατίας ενάντια στις ίδιες τις αποικίες,). Και αν κοιτάξουμε προσεκτικά θα δούμε ότι μερικοί πολιτισμοί θα πρέπει να αποφεύγονται περισσότερο από άλλους, και ειδικότερα, αυτό συμβαίνει με τις κουλτούρες των φτωχών του κόσμου, οι οποίοι απειλούν να γκρεμίσουν τους πολιτισμούς των πλουσίων (και των οποίων ο ρόλος στην παραγωγή του ευρωπαϊκού πλούτου, φυσικά, παραβλέπεται). Αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι «το Ισλάμ», την ίδια στιγμή, συνδέεται με τον υπέρμετρο πλούτο του πετρελαίου, δεδομένου ότι αυτός ο πλούτος γίνεται κατανοητός ως αποκτημένος άδικα, μια απροσδόκητη ευκαιρία που ενισχύει μόνο την εικόνα εκείνων που συνδέονται με αυτό ως ανάξιων για ό,τι έχουν και για κάθε άλλη βοήθεια.

Καθώς παραδοσιακές μορφές εργασιακής και εθνικής αλληλεγγύης κατέρρευσαν, η νέα δεξιά τονίζει την αλληλεγγύη της μεσαίας τάξης ενάντια στους αποκλεισμένους και τους κατώτερους. Σε αντίθεση προς την υποτιθέμενη υποταγή των γυναικών και των απίστων από τους Μουσουλμάνους, η νέα δεξιά μιλάει για τη Δυτικής ισονομία· αλλά καθορίζει αυστηρά την εμβέλεια της ισότητας, αποκλείοντας τους αλλοδαπούς, καθώς και τους δήθεν μη παραγωγικούς στο εσωτερικό της χώρας (τους Ρομά, τους ανέργους, τους παρακμιακούς διανοούμενους). Σε αντίθεση προς τις μομφές της σαρία, η νέα δεξιά μιλάει για την ελευθερία αλλά η ελευθερία για την οποία ενδιαφέρεται περισσότερο είναι η ελευθερία των επιτυχημένων ατόμων να απολαμβάνουν τους καρπούς του πλούτου τους, ενώ η νέα δεξιά είναι ασυνεπής ή εχθρική προς άλλα είδη χειραφέτησης, όπως η σεξουαλική ελευθερία. Η νέα δεξιά δείχνει σχετικά μικρή συμπάθεια για το κλασικό φασιστικό κίνημα που θυσιάζει την ατομικότητά για χάρη της συναισθηματικής ενότητας με μεγάλους ηγέτες, μάλλον, προωθεί την δουλοπρέπεια προς την επιτυχία, ενώ τάσσεται υπέρ της εξέγερσης ενάντια σε εκείνους που θα πάρουν τον πλούτο μας και θα τον δώσουν στους ανάξιους φτωχούς.

 

Εξτρεμιστικός φιλελευθερισμός

Για τους σωστά, δεξιά σκεπτόμενους Ευρωπαίους που βλέπουν τις πρόσφατες εξελίξεις με τρόμο, είναι βολικό να θεωρούν την άνοδο της ξενοφοβίας ως κάτι ριζικά εξωτερικό προς την καθιερωμένη φιλελεύθερη δημοκρατική συναίνεση. Στα δυτικά και στα βόρεια, για την άνοδο της νέας δεξιάς μπορεί κανείς να ρίξει τις ευθύνες στα υπολειμματικά φασιστικά στοιχεία που δεν είχαν ποτέ εξαλειφθεί από την πολιτική σκηνή. Στα ανατολικά, μπορεί κανείς να ρίξει τις ευθύνες στην περιορισμένη εμπειρία των πληθυσμών από τη δημοκρατία και την πολυπολιτισμικότητα και την αποτυχία τους να εσωτερικεύσουν τις φιλελεύθερες αξίες στα χρόνια μετά την κυριαρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Είναι κάτι περισσότερο από αστεία ειρωνεία ότι η ξενοφοβία γίνεται έτσι αντιληπτή ως ένα ξένο στοιχείο που μας επιτίθεται από το εξωτερικό· αν αντικαταστήσουμε την «ξενοφοβία» με το «Ισλάμ» θα βρούμε έναν από τους θεμελιώδεις άξονες του προγράμματος της νέας δεξιάς. Επειδή και η νέα δεξιά αντιλαμβάνεται τις δημοκρατικές αξίες ως αυτόχθονες προς τη Δύση, και υποστηρίζει ότι η δυτική δημοκρατία πρέπει να αμυνθεί απέναντι στις εξωτερικές απειλές.

Η γεωγραφία της αύξησης της ξενοφοβίας δείχνει πολύ μικρή συσχέτιση με την απουσία των φιλελεύθερων αξιών στον πολιτικό λόγο. Παρά την εντυπωσιακή κάλυψη που δόθηκε από τον τύπο στην διασπορά φόβου από τους ηγέτες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, η ξενοφοβία φαίνεται να είναι μόνο ελαφρώς πιο εξασθενημένη στις μακροχρόνιες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Δύσης και του Βορρά, και αυτό μπορεί να αλλάξει σύντομα. Ο χάρτης της υποστήριξης της νέας δεξιάς δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ένας χάρτη των λαών που διατηρούν παλιές, προ-δημοκρατικές παραδόσεις (και δεν έχω ακούσει κανέναν να αποδίδει την ευθύνη για την ξενοφοβία των δυτικών χωρών στην αποδοχή απ' αυτές τέτοιων αναχρονιστικών εθνικών παραδόσεων όπως η βασιλεία, η οποία έχει καταργηθεί παντού στην ανατολή). Είναι επίσης εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα σχεδόν καμία συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της ξενοφοβίας και των πραγματικών επίπεδων της μετανάστευσης, που είναι ελάχιστα στο μεγαλύτερο μέρος της μετα-κομμουνιστικής Ευρώπης, και θα ήταν επίσης ελάχιστα στην Ουγγαρία αν το ουγγρικό κράτος δεν εμπόδιζε την ελεύθερη διέλευση τόσων πολλών μεταναστών στον προβλεπόμενο προορισμό τους δυτικότερα. Ούτε μπορούμε να δούμε την ξενοφοβία ως άμεση αντίδραση στην οικονομική δυσπραγία και στον ανταγωνισμό για τις θέσεις εργασίας. Αντίθετα, ο πιο προφανής παράγοντας που είναι κοινός για χώρες με αυξανόμενο αντι-μεταναστευτικό συναίσθημα είναι η σχετική ευημερία τους στα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μια πιο προσεκτική εξέταση αποκαλύπτει τη σημασία εδώ της λέξης «σχετική».

Η ξενοφοβία δεν χρησιμεύει ως ιδεολογία για τους πιο επιτυχημένους. Φαίνεται καταλληλότερη και είναι περισσότερο αποδεκτή μεταξύ εκείνων που είναι σχετικά εύποροι, αλλά ανησυχούν περισσότερο ότι θα χάσουν αυτά που έχουν. Έτσι βλέπουμε στις παραμεθόριες περιοχές όπως η βόρεια Ιταλία, όπου η Λίγκα του Βορρά τρέφεται από τις ανησυχίες για την εγγύτητα της περιοχής με τις φτωχότερες νότιες περιοχές της χώρας. Η Γαλλία, αν και σε οικονομικά δύσκολη κατάσταση η ίδια, είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ό, τι η γειτονική της Ισπανία, και το Εθνικό Μέτωπο επενδύει στους φόβους για την επισφαλή ευημερία της χώρας. Σε χώρες με μακρόχρονα γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας και ιστορικά ισχυρή προστασία της εργασίας, η νέα δεξιά βρίσκει άφθονη υποστήριξη σε μια ντόπια εργατική τάξη αβέβαιη για το μέλλον της. Και στην μετα-κομμουνιστική Κεντρική Ευρώπη, η νέα δεξιά αυξάνεται σε μια στιγμή που η περιοχή έχει μόλις αναδυθεί από τη μεγάλη ύφεση που κατ' ευφημισμόν αναφέρεται ως η «μετάβαση σε μια οικονομία της αγοράς» μετά το 1989. Η άνοδος της νέας δεξιάς έχει πολύ λιγότερο να κάνει με τον αταβισμό και την ιστορική οπισθοδρόμηση από ό,τι με τα σύγχρονα οικονομικά προνόμια που θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο. Η νέα δεξιά προσφέρει τις ιδέες της στις μεσαίες τάξεις που φοβούνται ότι θα χάσουν αυτό που όπως πιστεύουν εργάστηκαν τόσο σκληρά για να κερδίσουν και που οι επικρατούντες οικονομικοί δείκτες και θεωρία τους λένε ότι δεν χρειάζεται να το μοιραστούν. Και φιλελεύθερες αξίες έχουν διαδραματίσει έναν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη αυτών των ιδεών.

Η σύνδεση μεταξύ του φιλελευθερισμού και της ξενοφοβίας γίνεται ρητά από κόμματα όπως Κόμμα για την Ελευθερία της Ολλανδία και η Ελευθερία και Αλληλεγγύη της Σλοβακίας, που υποστηρίζουν την ελεύθερη επιχειρηματικότητα, μαζί με τα LGTB δικαιώματα ως σημάδια της ευρωπαϊκής ανωτερότητας. Και θα μπορούσαμε επίσης να θυμηθούμε ότι το Κόμμα της Ελευθερίας της Αυστρίας και το Fidesz στην Ουγγαρία ξεκίνησαν ως φιλελεύθερα κόμματα. Αλλά ακόμα και όταν η νέα δεξιά επιτίθεται σε μερικές φιλελεύθερες αξίες, φαίνεται να έχει εσωτερικεύσει πάρα πολύ καλά άλλες φιλελεύθερες αξίες. Σήμερα οι φιλελεύθερες ελίτ θρηνούν για την σημερινή ανελεύθερη πολιτική στροφή, αλλά δεν εκφράζουν καμιά συναίσθηση της δικής τους συνεισφοράς γι' αυτό. Για χρόνια -και πουθενά με περισσότερο πάθος από ό,τι στην Ανατολική Κεντρική Ευρώπη- οι φιλελεύθεροι κήρυσσαν ένα Ευαγγέλιο της προσωπικής ευθύνης τώρα είναι έκπληκτοι από το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη για τα δεινά των άλλων. Για χρόνια, οι ελίτ προειδοποιούσαν ενάντια στην τεμπελιά και την άγνοια των εξαρτημένων από επιδόματα φτωχών τώρα είναι έκπληκτες από το γεγονός ότι το μίσος για τους φτωχούς εκτείνεται σε μίσος για ολόκληρους λαούς που γίνονται συλλογικά φτωχοί. Για χρόνια εξήραν τις αρετές της ιδιωτικής επιτυχίας τώρα είναι έκπληκτες από το γεγονός ότι τα επιτυχημένα έθνη θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τα έθνη τα βυθισμένα στη φτώχεια. Για χρόνια μιλούσαν για την ανάγκη για θυσίες και λιτότητα για χάρη της μελλοντικής ευημερίας· και τώρα, όταν οι εθνικές οικονομίες τελικά αναπτύσσονται, είναι έκπληκτες από το γεγονός ότι οι άνθρωποι θέλουν να συσσωρεύουν τα νεοαποκτηθέντα κέρδη τους.

Ακόμη κι αν παλεύει ενάντια στο δεξιό εξτρεμισμό, ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός έχει ο ίδιος γίνει εξτρεμιστικός, καθώς τα φιλελεύθερα, τα σοσιαλδημοκρατικά, και φιλελεύθερα-συντηρητικά (χριστιανοδημοκρατικά) κόμματα εγκατέλειψαν τις κοινωνικές δεσμεύσεις τους υπέρ του φονταμενταλισμού της αγοράς και της εξοντωτικής λιτότητας. Ένα αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού αποδέχεται την φιλελεύθερη αιτιολόγηση του οικονομικού διαχωρισμού και της ανισότητας, αλλά δεν βλέπει την ανάγκη να αποδεχθεί το φιλελεύθερο μήνυμα της πολιτιστικής ισότητας και της ένταξης. Ο σύγχρονος (νεο)φιλελευθερισμός έχει εμφυσήσει μέσα σ' αυτό το τμήμα του πληθυσμού μια γεύση οικονομικού μαζοχισμού, και αυτό επεκτείνει αυτόν το μαζοχισμό στην πολιτιστική σφαίρα. Τον Ιούλιο του 2015, αντιμετωπίζοντας την Ελλάδα, οι κυρίαρχες δυνάμεις της Ευρώπης ανάγκασαν ένα κόμμα που προσδιοριζόταν ως ριζοσπαστική αριστερά να εγκαταλείψει τον ριζοσπαστισμό του, γονατίζοντας μπροστά σε ένα αδιάλλακτο, δογματικό κέντρο. Και τώρα το κέντρο κινδυνεύει να επισκιαστεί από μια αυθεντική ριζοσπαστική δεξιά. Τον Ιούλιο, οι κυρίαρχες δυνάμεις δίδασκαν την Ευρώπη να τιμωρεί τον αδύναμο, και τώρα απορούν που η Ευρώπη έμαθε τόσο καλά το μάθημα.

Στην κορύφωση των διαπραγματεύσεων για τη διάσωση της Ελλάδας, ο Πρωθυπουργός της Σλοβακίας Ρόμπερτ Φίτσο εξήγησε τη στήριξή του σε μια σκληρή γραμμή εναντίον της Ελλάδας επικαλούμενος τη δική του εμπειρία από τη λιτότητα της Σλοβακίας: «Οι Έλληνες δεν μπορούν καν να φανταστούν τι έπρεπε να περάσει η Σλοβακία.» Ακολούθησε την παράλογη οικονομική λογική που επαναλήφθηκε ad nauseum από τον Γερμανό υπουργό οικονομικών Σόιμπλε, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα: έχουμε υποφέρει, και θα σας κάνουμε να υποφέρετε κι εσείς.Έχουμε κερδίσει αυτό που έχουμε τώρα, και δεν θα το εγκαταλείψουμε για σας. Μήνες αργότερα, ο Φίτσο ήταν στην πρώτη γραμμή της αντιπολίτευσης ενάντια στην αποδοχή των προσφύγων, και η ρητορική του δεν χρειαζόταν καθόλου να αλλάξει. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κόμμα του Ρόμπερτ Φίτσο, το Smer-SD («Κατεύθυνση-Σοσιαλδημοκρατία») εξελέγη με ένα πρόγραμμα αντι-λιτότητας. Και επιπλέον, έχει σε κάποιο βαθμό εκπληρώσει αυτό το πρόγραμμα -για τους κατάλληλα, σκληρά εργαζόμενους πολίτες της Σλοβακίας. Ταυτόχρονα, ο ίδιος τάσσεται ανοιχτά υπέρ περισσότερων αυστηρών περικοπών του προϋπολογισμού για τους Έλληνες και υπέρ του πλήρους αποκλεισμού των μουσουλμάνων μεταναστών. Έχει επίσης επιβάλει ένα είδος καταναγκαστικής εργασίας για τους ανέργους, στοχεύοντας ειδικά τις κοινότητες των Ρομάκαι η κυβέρνησή του έχει απειλήσει να μειώσει δραστικά τη χρηματοδότηση για την έρευνα στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, με τη λογική ότι αυτές δεν αποτελούν αυτοτροφοδοτούμενους, παραγωγικούς τομείς (υπονοώντας ότι οι ακαδημαϊκοί, όπως οι Ρομά, οι μετανάστες και Έλληνες, είναι τεμπέληδες). Εδώ έγκειται η κρίσιμη διαφορά μεταξύ του φιλελεύθερου κατεστημένου στην Ευρώπη και της νέας δεξιάς (της οποίας το Smer, παρά την επίσημη προσχώρησή του στη σοσιαλδημοκρατία, είναι ένα μέρος): οι φιλελεύθεροι προσφέρουν λιτότητα για όλους, ενώ η νέα δεξιά υπόσχεται ευημερία για εμάς αλλά λιτότητα για αυτούς. Και η διαφορά μεταξύ της νέας δεξιάς και της αριστεράς (η οποία, δυστυχώς, έχει γίνει επίσης αναγκαίο να ξεκαθαρίσει, καθώς τυπικά αριστερά κόμματα όλο και περισσότερο υιοθετούν τις θέσεις της νέας δεξιάς) είναι ότι η αριστερά σημαίνει ευημερία για όλους.

 

Ένας νέος διεθνισμός;

Είναι πλέον δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το 2015 ξεκίνησε με την πρωτοφανή ελπίδα ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να βρει γι' αυτήν ένα νέο, πιο ανθρώπινο δρόμο εξόδου από τις πολιτικές και οικονομικές κρίσεις της. Αυτές οι ελπίδες, που τροφοδοτήθηκαν κυρίως από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιανουαρίου στην Ελλάδα, συντρίφτηκαν κατά τη στιγμή της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στις απαιτήσεις της Ευρωζώνης τον Ιούλιο, και θάφτηκαν κάτω από την πανευρωπαϊκή υστερία εναντίον των προσφύγων. Αν και, για μια στιγμή, η προσφυγική κρίση φάνηκε επίσης να προσφέρει ελπίδα. Ενώ ακόμα πολλοί δήθεν αριστεροί και προοδευτικοί, ιδίως στην Ανατολική Κεντρική Ευρώπη, ξαφνικά ενέδωσαν (ή πραγματιστικά προσποιήθηκαν) στον φόβο των ξένων, πολλοί συντηρητικοί και φιλελεύθεροι εμφανίστηκαν να μετακινούνται μπροστά στο θέαμα του πόνου. Η Άνγκελα Μέρκελ φαίνεται να είδε την ευκαιρία να διορθώσει τη διεθνή εικόνα και τη διαπραγματευτική ισχύ της Γερμανίας, η οποία υπέστη σοβαρή βλάβη κατά τη διάρκεια του εκφοβισμού της Ελλάδα, και έκανε επίδειξη αφήνοντας πίσω τις μακροχρόνιες αντιμεταναστευτικές πολιτικές του κόμματός της. Έχοντας μόλις στερήσει την Ελλάδα από την κληρονομιά της και την αυτοδιάθεσή της, αναδιαμορφώνεται η ίδια τώρα ως προστάτης των απόκληρων. Στην κορύφωση των περικοπών της στήριξης και των μισθών σε εκατομμύρια Έλληνες, με τον κίνδυνο να πεταχτούν έτσι στο δρόμο, η ίδια παρουσιάζεται ως προστάτης των αστέγων και των φτωχών. Αλλά μέχρι το τέλος του έτους ένα μεγάλο μέρος αυτού του είδους των φιλο-μεταναστευτικών συναισθημάτων είχε παγώσει και οι πολιτικοί ηγέτες της ηπείρου ακολουθούσαν το παράδειγμα του Orbán αντί της Μέρκελ -ενώ παρέμειναν σε ομοφωνία στη δέσμευσή τους για την τιμωρία της Ελλάδας.

Παρόλα αυτά, οι αναφορές στον θάνατο της αριστεράς μπορεί να είναι υπερβολικές. Λίγους μόνο μήνες μετά την συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, οι ψηφοφόροι του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος έστρεψαν το κόμμα τους προς τα αριστερά εκλέγοντας αρχηγό του κόμματος τον Τζέρεμι Κόρμπιν. Στις εκλογές του Οκτωβρίου στην Πορτογαλία, δύο ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα πήραν μαζί ένα απροσδόκητο 19% των ψήφων, και οι κεντροαριστεροί Σοσιαλιστές απροσδόκητα στράφηκαν προς αυτούς για υποστήριξη στο σχηματισμό κυβέρνησης. Στην Ισπανία, οι Podemos έχασαν κάποια υποστήριξη μετά την ελληνική καταστροφή, αλλά ακόμα μπόρεσαν να κερδίσουν το 21% των ψήφων, το Δεκέμβριο· και εκεί οι κεντρώοι Σοσιαλιστές φαίνονται αποφασισμένοι να αποκαταστήσουν τουλάχιστον ένα μέρος των αριστερών διαπιστευτηρίων τους, προφανώς με την ελπίδα να αποφύγουν την μοίρα του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα. Στην Τουρκία Το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα υποχώρησε με τη βία από το εκλογικό ποσοστό του 13% στις εκλογές του Ιουνίου, αλλά εξακολούθησε να κερδίζει το 11%, όταν έγιναν εκλογές και πάλι το Νοέμβριο. Και σχετικά ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα διατηρούν μια σταθερή και σημαντική παρουσία σε πολλές άλλες χώρες. Είναι σαφές ότι υπάρχουν τμήματα του κοινού που αναζητούν νέες απαντήσεις στα κεντρικά ζητήματα της ημέρας, και η αριστερά μπορεί να εξακολουθεί να είναι σε θέση να παρέχουν τέτοιες απαντήσεις. Αλλά από το τέλος του 2015 οι επιτυχίες της αριστεράς-ή της κέντροαριστεράς- ωχριούν σε σύγκριση με τις επιτυχίες της ξενοφοβικής δεξιάς. Η αντιπολίτευση στη λιτότητα βρίσκεται πολύ πίσω -ή εκφράζεται ως - αντιπολίτευση στους μετανάστες.

Η κεντροαριστερά στην Ευρώπη έχει παίξει το ρόλο της στη νομιμοποίηση αυτών των φιλελεύθερων αρχών που βρίσκονται τώρα στο επίκεντρο του αντι-μεταναστευτικού λόγου. Συμμετέχοντας ενεργά στην αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, αποδέχεται σιωπηρά και μερικές φορές ρητά την αρχή ότι η τελική και γενική ευημερία απαιτεί μια δόση προσωρινής και κατά τμήματα εξαθλίωσης. Και καθώς η συλλογιστική αυτή γίνεται όλο και λιγότερο πειστική για τους ψηφοφόρους, η κεντροαριστερά έχει αργήσει να την εγκαταλείψει ή,-όπως στην περίπτωση του Smer της Σλοβακίας-, το έκανε μετακινούμενη προς τα δεξιά. Παρά το γεγονός ότι η άκρα δεξιά κάποτε ήταν σταθερά νεοφιλελεύθερη, η νέα δεξιά έχει παρουσιαστεί με επιτυχία σε πολλές χώρες ως η κορυφαία προστάτιδα της κοινωνικής πρόνοιας. Αλλά αντί να εγκαταλείψει τη νεοφιλελεύθερη λογική συνολικά, η νέα δεξιά μεταφράζει τον φιλελεύθερο λογισμό της διαφορικής ευημερίας σε αριθμητική μηδενικού αθροίσματος. Αντί της τελικής ευημερίας για όλους, υπόσχεται ευημερία για εμάς και αντί της προσωρινής εξαθλίωση για όσους θυσιάστηκαν για οικονομικές μεταρρυθμίσεις, υπόσχεται μόνιμο αποκλεισμό για αυτούς. Και αυτή τη στιγμή που η πολιτική συζήτηση ξεκινά υπερασπίζοντας την ευημερία μιας ομάδας εις βάρος μιας άλλης και βάζει σε μειονεκτική θέση άλλες, διασχίζει τη γραμμή από αριστερά προς τα δεξιά.

Η αριστερά βρίσκεται ή ξεπέφτει στην αρχή ότι η ευημερία και η ισχύς ορισμένων δικαιολογείται μόνο από εκείνη όλων των άλλων. Από τη στιγμή που αναρωτιέται αν «εμείς» μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά να προσφέρουμε ευημερία σε «αυτούς», η ευημερία γίνεται ένα προνόμιο, και η υπεράσπιση του προνομίου ήταν ανέκαθεν το πεδίο της δεξιάς. Η δεξιά, στις διάφορες μορφές της, θέτει το μέσο της κοινωνίας εναντίον του πυθμένα και θέτει το ένα κατώτερο μέρος της κοινωνίας εναντίον του άλλου, ενώ η κορυφή της κοινωνίας απολαμβάνει τα καθιερωμένα προνόμια της ανενόχλητη. Η αριστερά είναι η δύναμη που επιδιώκει την πρόοδο και χειραφέτηση για όλους, συνδέοντας τους αγώνες των μη προνομιούχων με τους αγώνες των ελαφρώς πιο προνομιούχων, μετατρέποντας τα πρώην προνόμια σε κοινά αγαθά. Αλλά η αριστερά είναι συνεχώς ηττημένη από τις μερικές νίκες της. Αγωνίζεται για τους αποκλεισμένους και τους εξαθλιωμένους του κόσμου, και επιτυγχάνει την βελτίωση της τύχης συγκεκριμένων ομάδων, οι οποίες στη συνέχεια παύουν να είναι τόσο απόλυτα αποκλεισμένες και φτωχές. Εξακολουθεί να παραμένει αριστερά, μόνο εάν, καθώς υπερασπίζεται αυτό που έχει κερδηθεί, συνεχίζει να συνδέει τη μοίρα της με τη μοίρα εκείνων των οποίων οι νίκες δεν έχουν έρθει ακόμα.

Στον απόηχο της μεταπολεμικής οικονομικής άνθησης, μεγάλα τμήματα της αριστεράς της Δυτικής Ευρώπης έκαναν ακριβώς αυτό, υποστηρίζοντας τους χωρίς χαρτιά μετανάστες, τα θύματα των εθνοτηκών και φυλετικών διακρίσεων, καθώς και τους καταπιεσμένους του Παγκόσμιου Νότου. Καθώς αυτό το τμήμα της αριστεράς έχασε την ελπίδα στην απελευθερωτική προοπτική της σχετικά προνομιούχας ντόπιας εργατικής τάξης, η προσέγγιση της έγινε ευρύτερα κατανοητή ως εγκατάλειψη της ταξικής πολιτικής υπέρ ενός πλήθους «νέων κοινωνικών κινημάτων» που ορίζονται με όρους ταυτότητας και αναγνώρισης εντός της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, τι θα μπορούσε να είναι πιο κεντρικό στην ταξική πολιτική από την αρχή του αποκλεισμού; Τι άλλο είναι τάξη, από τον περιορισμό των μέσων και των προνομίων σε ένα σύνολο ανθρώπων και ο αποκλεισμός ενός άλλου; Και με την αναπτυσσόμενη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την εργατική τάξη, χωρίς την κατανόηση των γεωγραφικών και ταυτοτηκών αποκλεισμών που καθορίζουν ποιος μπορεί να δουλέψει, πού και κάτω από ποιες συνθήκες, και να απολαμβάνει τους καρπούς της εργασίας του;

Δεν είμαστε αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ μιας μεταναστευτικής πολιτικής και μιας ταξικής πολιτικής. Η ταξική και η μεταναστευτική πολιτική είναι πάντα ήδη αδιαχώριστες. Η εργατική τάξη γίνεται όλο και πιο μεταναστευτική, ακόμη κι αν η κίνησή της περιορίζεται νομικά από έναν κόσμο που εξαρτάται από την κινητικότητά του. Και το κεφαλαίο αναπτύσσονται όλο και περισσότερο διεθνώς, ακόμη κι όταν οι καπιταλιστές ανταγωνίζονται για την εξουσία, παίζοντας με τοπικές αντιπαλότητες. Εδώ έγκειται η θεμελιώδης αδυναμία των φιλελεύθερων πολιτικών των δικαιωμάτων των πολιτών στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών: είναι θεμελιωμένη στην αρχή της ιδιότητας του πολίτη. Λίγος από τον πλούτο που καταναλώνεται σε οποιαδήποτε χώρα παράγεται από τους πολίτες αυτής της χώρας. Και η αριστερά πρέπει να ασχολείται με αυτούς που αποκλείονται από τα προνόμια της ιδιότητας του πολίτη.

Αυτό είναι ένα έργο για το οποίο η αριστερά βρίσκεται σήμερα βαθιά απροετοίμαστη. Ηκοινοβουλευτική αριστερά, ιδίως όταν έχει κάποια επιτυχία, εξαρτάται από τους πολίτες που ψηφίζουν σε έναν κόσμο όπου η ιθαγένεια είναι ένας μηχανισμός αποκλεισμού, όπου οι περισσότεροι εκμεταλλευόμενοι εργαζόμενοι στερούνται τα δικαιώματα του πολίτη στις χώρες που ζουν από την εργασία τους. Ο εκλογικισμός αποτελεί βασικό εμπόδιο για τη διεθνή αλληλεγγύη, όχι επειδή η πολιτική εξουσία διαφθείρει έντιμες πολιτικές πολιτικών δικαιωμάτων [civic], αλλά επειδή και η πιο έντιμη πολιτική πολιτικών δικαιωμάτων [civic] εξακολουθεί να φέρνει αντιμέτωπους τους πολίτες με τους μη-πολίτες. Αλλά ακόμα και αριστερά κινήματα στον ίδιο τον παγκόσμιο Νότο έχουν σε μεγάλο βαθμό περιοριστεί από την έκταση των εθνικών ή περιφερειακών τους συνόρων, καθώς υπερασπίζονται τους καταπιεσμένους στο εσωτερικό τους, αλλά όχι τους εργάτες που περιφέρονται. Και ακόμη και η προσανατολισμένη στην αλληλεγγύη αριστερά, η αριστερά που υπερασπίζεται τους μετανάστες και τον Παγκόσμιο Νότο, βρίσκει τον εαυτό της αδύναμο μπροστά στη σημερινή πρόκληση. Έχει αγωνιστεί αξιέπαινα για τους πλέον ευάλωτους, αλλά δεν ήταν σε θέση να ενώσει πολλές καμπάνιες αλληλεγγύης σε ένα ευρύ, παγκόσμιο κίνημα.

Κάποτε υπήρχε ένα τέτοιο κίνημα. Ήταν γνωστό ως «προλεταριακός διεθνισμός». Η διεθνιστική αριστερά ήταν το μόνο μεγάλο ιστορικό κίνημα που προσπάθησε να δώσει οργανωτική μορφή -σε πολλαπλές σοσιαλιστικές Διεθνείς, διεθνή εργατικά συνδικάτα, και δίκτυα αλληλεγγύης- σε ένα μέρος της κοινωνίας του οποίου η καταπίεση και οι ελπίδες για χειραφέτηση ξεπερνούσαν το έθνος-κράτος. Αλλά η μορφή που πήρε ιστορικά ο διεθνισμός -μια διεθνής συνομοσπονδία οργανωμένη σε εθνική βάση- έχει γίνει ξεπερασμένη, ανίκανη να εκπροσωπεί αποτελεσματικά την μεταναστευτική εργατική τάξη σήμερα (καθώς ήταν ήδη ανίκανη να επιβιώσει από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Με μια βαθύτερη έννοια τα χειραφετητικά συμφέροντα του κάθε εθνικού προλεταριάτου μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο σε συνδυασμό με την απελευθέρωση ολόκληρου του κόσμου. Αλλά αυτή η ιδέα μπορεί πιθανώς να γίνει ρεαλιστική μόνο από μια νέα Διεθνή που απελευθερώνεται από τα εθνικά σύνορα και αναδύεται από την οργάνωση των εργατών ως αυτό που πραγματικά είναι: διασκορπισμένοι και περιφερόμενοι σε όλη τη γη. Από αυτή την άποψη οι μετανάστες πετυχαίνοντας τώρα εκεί όπου η οργανωμένη αριστερά έχει αποτύχει: καθώς διασχίζουν τα απαγορευμένα νερά της ηπείρου, καθώς βρίσκουν το δρόμο τους μέσα από τα κενά στις περιφράξεις της ηπείρου, καθώς οι ίδιοι οργανώνονται και καλούν για εκπροσώπηση, αναταράσσουν τον απολιθωμένο εφησυχασμό των εθνικών πολιτικών ιδρυμάτων και γκρεμίζουν τα τείχη της Ευρώπης-φρούριο.

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Πηγή: Joseph Grim Feinberg, «An Austere Place of Refuge», LeftEast, 15 Φεβρουαρίου 2016.

Σημείωση

1 «Anti-Islam movement PEGIDA stages protests across Europe», Reuters, 6 Φεβρουαρίου 2016.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016 09:30
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.