Πέμπτη, 04 Ιουνίου 2015 19:10

Οι φάσεις ανάπτυξης του φασισμού στην Ελλάδα και τα μικροαστικά στρώματα

Γράφτηκε από

Κώστας Κούσιαντας

 

Ο Τρότσκι στις σημειώσεις για ένα άρθρο που δεν πρόλαβε να γράψει, περιγράφει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης και νίκης ενός φασιστικού κόμματος:

«Τόσο η θεωρητική ανάλυση, όσο και η πλούσια ιστορική εμπειρία [...] έχουν αποδείξει με την ίδια βεβαιότητα ότι ο φασισμός είναι κάθε φορά ο τελευταίος κρίκος ενός συγκεκριμένου πολιτικού κύκλου που αποτελείται από τα εξής: [α] η σοβαρότερη κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας· [β] η αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης· [γ] η αύξηση της συμπάθειας προς την εργατική τάξη και μια δίψα για αλλαγή από την πλευρά των μικροαστών της υπαίθρου και της πόλης· [δ] η ακραία σύγχυση της μεγαλοαστικής τάξης· [ε] οι δειλοί και ύπουλοι ελιγμοί της με στόχο την αποφυγή της επαναστατικής κορύφωσης· [στ] η εξάντληση του προλεταριάτου, αυξανόμενη σύγχυση και αδιαφορία· [ζ] η επιδείνωση της κοινωνικής κρίσης· [η] η απογοήτευση της μικροαστικής τάξης, της λαχτάρας για αλλαγή, η συλλογική νεύρωση της μικροαστικής τάξης, η προθυμία της να πιστεύει στα θαύματα· [θ] η προθυμία της για βίαια μέτρα· [ι] η αύξηση της εχθρότητας προς το προλεταριάτο το οποίο έχει προδώσει τις προσδοκίες της. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για τη γρήγορη δημιουργία ενός φασιστικού κόμματος και την νίκη του.» (Τρότσκι, «Φασισμός, Βοναπαρτισμός και πόλεμος»).

Οι περισσότερες μαρξιστικές αναλύσεις του μεσοπολέμου για το φασισμό, επιμένουν σε ένα σημείο: ο φασισμός προκύπτει ως συνέπεια της υποκειμενικής αδυναμίας του εργατικού κινήματος να καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις και να επιλύσει το πρόβλημα της κρίσης από τη σκοπιά των συμφερόντων των υποτελών τάξεων, ύστερα από μία περίοδο όπου αντικειμενικά έχει υπάρξει αυτή η δυνατότητα (εκτός από τον Τρότσκι και οι: Κλάρα Τσέτκιν, Γκράμσι, Ταλχάιμερ, αλλά και η ανάλυση του Πουλαντζά στα τέλη της δεκαετίας του '60). Εάν η ανάλυση αυτή είναι σωστή, τότε το πρόβλημα της ανάπτυξης του φασισμού σήμερα, αποτελεί μία αντεστραμμένη ένδειξη, ότι ανάλογες κοινωνικές δυναμικές αναπτύχθηκαν και για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα στην αμέσως προηγούμενη περίοδο. Στην πραγματικότητα, μόνο θέτοντας και εξετάζοντας το πρόβλημα με αυτούς τους όρους, μπορούμε να κατανοήσουμε τους πραγματικούς κοινωνικούς λόγους της ανάπτυξης του φασισμού στην Ελλάδα.

Θα πρέπει εξ' αρχής να απορρίψουμε ως μηχανιστική και ανεπαρκή, μία αρκετά διαδεδομένη παραδοχή της αυτόματης διασύνδεσης του φασισμού με την οικονομική κρίση: τα μεσοστρώματα και τα τμήματα της κονιορτοποιημένης εργατικής τάξης, απελπίζονται και πηγαίνουν προς το φασισμό, τον οποίο η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί για να επιβάλει την πολιτική της. Οπωσδήποτε, σε κάθε οικονομική κρίση τμήματα αυτών των στρωμάτων ωθούνται στο οικονομικό και πολιτικό περιθώριο και ως εκ τούτου καθίστανται δεκτικά στην φασιστική προπαγάνδα. Αλλά αυτό από μόνο του θα οδηγούσε απλώς σε μία αύξηση των μελών των περιθωριακών ακροδεξιών – φασιστικών οργανώσεων. Δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους γύρω από μία φασιστική πολιτική προοπτική συγκροτείται ένα πολιτικό κίνημα, το οποίο διεκδικεί την εξουσία. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση της άρχουσας τάξης με το φασισμό σε περίοδο οικονομικής κρίσης. Θα αναφερθούμε στο παράδειγμα του μεσοπολέμου: οι επιλογές των αρχουσών τάξεων για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης αυτή την περίοδο έχουν μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα, επειδή καθορίζονται από μία σειρά παραγόντων, που διαμορφώνονται από τις ιδιαίτερες συνθήκες του εκάστοτε κοινωνικού σχηματισμού (ταξικός συσχετισμός, οικονομική δυναμική, διεθνείς σχέσεις, πολιτικές και κοινωνικές παραδόσεις κτλ).

Η προσπάθεια περιγραφής της διαδικασίας ανάπτυξης του φασισμού στην Ελλάδα σήμερα, πιστεύουμε ότι αναδεικνύει την περιπλοκότητα αυτής της αιτιακής σχέσης της οικονομικής κρίσης με το φασισμό και εξηγεί γιατί ο φασισμός παρουσιάστηκε εδώ και τώρα και όχι σε κάποια άλλη χώρα ή σε κάποια άλλη περίοδο.

Boccioni._Charge_of_the_Lancers_1915.jpg

Εντοπίζουμε λοιπόν τις εξής φάσεις στην εξέλιξη του φασιστικού φαινομένου:

Φάση 1η: Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης τμήματα και άτομα από όλο το φάσμα του δικτατορικού κρατικού μηχανισμού προσπαθούν να συγκροτηθούν γύρω από διάφορες και αντιφατικές πολιτικές τακτικές (τυφλές τρομοκρατικές ενέργειες, συμμετοχή στις εκλογές, ιδεολογικές παρεμβάσεις), σε μία όμως συνεχώς φθίνουσα πορεία. Το σύνολο αυτών των πρακτικών αποτυγχάνει να οδηγήσει σε πολιτική ανάκαμψη τον ακροδεξιό χώρο. Μεγάλο τμήμα του απορροφάται από την ΝΔ ενώ μια μικρή μειοψηφία του συσπειρώνεται γύρω από δύο περιθωριακές οργανώσεις: το Εθνικό Μέτωπο και τη Χρυσή Αυγή.

Φάση 2η: Οι σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται από τις αρχές της δεκαετίας του '90, δημιουργούν τις προϋποθέσεις ανάκαμψης του ακροδεξιού πολιτικού χώρου και ανεξάρτητης πολιτικής παρέμβασης. Οι βασικότεροι παράγοντες είναι οι εξής: ο ακραίος σοβινισμός, ο οποίος αναδεικνύεται σε κυρίαρχο πολιτικό λόγο την περίοδο του Μακεδονικού και με τον οποίο εκφράζονται οι αναβαθμισμένες ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και οι αναγκαίες για το σκοπό αυτό μετατοπίσεις του πολιτικού συστήματος προς πιο αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Η έλευση των μεταναστών και η ανάγκη του ελληνικού καπιταλισμού να διαχειριστεί το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό με μεθόδους που θα εμπόδιζαν τους μετανάστες να συνδεθούν με το εργατικό κίνημα και να διεκδικήσουν κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Η χρησιμοποίηση του ρατσισμού, για την δημιουργία “αποδιοπομπαίων τράγων” για την ανεργία, την υποβάθμιση του κράτους πρόνοιας κτλ. Η ιδεολογική και πολιτική συντριβή της αριστεράς, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '90. Αυτή τη δεκαετία λοιπόν, η ακροδεξιά αρχίζει να ανακάμπτει ιδεολογικά και πολιτικά και η ανάκαμψή της ολοκληρώνεται με την ίδρυση του ΛΑΟΣ, ενός κόμματος το οποίο καταφέρνει να τραβήξει από τις περιθωριακές ακροδεξιές/φασιστικές οργανώσεις αλλά και από τη δεξιά πτέρυγα της ΝΔ ένα ετερόκλιτο πλήθος από φιλοχουντικούς, φιλοβασιλικούς, νεοναζί, αλλά και κάποιους πρώην αριστερούς οι οποίοι άρχισαν να βλέπουν το φως της αλήθειας στην ελληνική εκδοχή των δογμάτων της νέας δεξιάς.

Για πρώτη φορά μετά την πτώση της χούντας ο ακροδεξιός χώρος καταφέρνει να αποκτήσει μία αναγνωρίσιμη και σχετικά ομοιογενή πολιτική ταυτότητα και να εισάγει στην κεντρική πολιτική σκηνή και στον επίσημο πολιτικό λόγο ιδεολογικοπολιτικά στοιχεία που μέχρι τότε βρίσκονταν στο περιθώριο της πολιτικής. Από κοινωνική άποψη, η ανάκαμψη της ακροδεξιάς ενισχύθηκε και εξέφρασε ένα σύνολο αντιλήψεων και διαμαρτυριών από δύο διαφορετικά κοινωνικά πεδία: το ένα ήταν αυτό που διαμορφώνονταν από τις συνέπειες της εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού. Τμήματα των μεσαίων κυρίως στρωμάτων, των οποίων οι οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές δεν μπορούσαν να εκφραστούν ούτε μέσα από τα δόγματα και τις εφαρμογές του νεοφιλελευθερισμού, αλλά ούτε και από την απόρριψή τους. Το δεύτερο ήταν εκείνο το πεδίο το οποίο συγκροτούσε η αντίσταση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού στην πολιτική του “εκσυγχρονισμού”, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, με έκδηλα χαρακτηριστικά της, την “ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης” και τον αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής, κυρίως σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά. Η ακροδεξιά εξέφρασε τη δυσαρέσκεια των ατόμων που στελέχωναν εκείνους τους μηχανισμούς ή τμήματά τους, τους οποίους αυτές ο “εκσυγχρονισμός” οδηγούσε σε υποβάθμιση.

Μέσα, δίπλα και σε αντιπαράθεση με την οργανωμένη σε κόμμα ακροδεξιά συνέχιζε να επιβιώνει η περιθωριακή φασιστική οργάνωση της ΧΑ, βρίσκοντας όμως ένα όλο και μεγαλύτερο ακροατήριο διάδοσης των καθαρά φασιστικών της ιδεών, μεταξύ αυτών που δυσαρεστούνταν από τις αναγκαστικές προσαρμογές της πολιτικής του ΛΑΟΣ στους κανόνες της κοινοβουλευτικής ευπρέπειας.

Ως εδώ, η ιστορία της εξέλιξης του φασιστικού φαινομένου, κοινή για όλες σχεδόν τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, είναι μάλλον μια προϊστορία του φασισμού, δηλαδή δεν συνιστά μία πορεία αυτόνομη και ανεξάρτητη από το σύνολο της ακροδεξιάς. Η πραγματική ιστορία του φασισμού αρχίζει από την επόμενη φάση.

Η ανάπτυξη του φασισμού, ως αυτόνομου πολιτικού φαινομένου που επιδρά στην εξέλιξη της ταξικής πάλης, συμπίπτει και συνδέεται με την περίοδο όξυνσης της ταξικής πάλης που αρχίζει από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και κορυφώνεται με το κίνημα των πλατειών, την 48ωρη απεργία στις 10, 20 Οκτώβρη 2011 και την 12 Φεβρουαρίου 2012. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και αμέσως μετά από αυτήν διαμορφώνονται οι επόμενες τρεις φάσεις ανάπτυξης του φασισμού:

Max_Beckmann_Hell_of_the_Birds_detail1938.jpg

Φάση 3η. Ανάκαμψη του εργατικού κινήματος, φοιτητικό και εκπαιδευτικό κίνημα, εξέγερση του Δεκέμβρη, κινήματα μεταναστών. Η αστική τάξη και η κυβέρνηση της ΝΔ βρίσκονται αντιμέτωπες με την εκδήλωση μαζικών κινημάτων, στην έναρξη μιας περιόδου οικονομικής κρίσης, για την αντιμετώπιση της οποίας είναι σαφές ότι απαιτούνται ριζικές αλλαγές στον ταξικό συσχετισμό. Για την αστική τάξη και τους μηχανισμούς της, υπάρχει η ανάγκη: α) διάδοσης μιας ιδεολογίας που θα αποπροσανατολίζει τις μάζες και θα διασπά την δυνατότητα ενότητας, δημιουργώντας αποδιοπομπαίους τράγους (μετανάστες, αλλά και δημόσιους υπαλλήλους, συνδικαλιστικό κίνημα κτλ) και β) συγκρότησης μηχανισμών καταστολής, οι οποίοι θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του ριζοσπαστικού νεολαιίστικου κινήματος και εναντίον των μεταναστών (τόσο για την “πειθάρχηση” και τον εκφοβισμό του μεταναστευτικού πληθυσμού, όσο και για την καταστολή των μεταναστευτικών κινημάτων). Η κατάληψη του Αγίου Παντελεήμονα από τη Χρυσή Αυγή, δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί, εάν δεν υπήρχε η απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ (την οποία υιοθέτησε και η επόμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ) να αφήσει να συγκροτηθεί, με την υποστήριξη της αστυνομίας, ένας “παρακρατικός” μηχανισμός εκφοβισμού των μεταναστών και καταστολής των νεολαιίστικων κινημάτων.

Ο όρος παρακρατικός μηχανισμός δεν προσδιορίζει την πραγματική λειτουργία της ΧΑ και τις σχέσεις της με τους “κανονικούς” κρατικούς μηχανισμούς, ακόμα και σε αυτή την πρώιμη περίοδο ανάπτυξης του φασισμού. Γιατί μπορεί η ΧΑ να υποστηρίχθηκε από τις δυνάμεις καταστολής, έτσι ώστε να κάνει τη “βρόμικη δουλειά”, αλλά από πολιτική άποψη η ΧΑ πολύ γρήγορα άρχισε να κινείται σαν αυτόνομη πολιτική δύναμη. Μετέτρεψε την περιοχή σε κέντρο συγκρότησης της πολιτικής της επιρροής και αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να καταγράψει την πρώτη της πολιτική επιτυχία: την είσοδό της στο δημοτικό συμβούλιο του δήμου της Αθήνας. Η επιτυχία αυτή είχε πολύ μεγάλες συνέπειες, όχι μόνο γιατί οι ψήφοι που πήρε, μόνο στο δήμο Αθήνας, ήταν περισσότερες από τις μισές ψήφους που είχε πάρει λίγους μήνες πριν στις ευρωεκλογές σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά γιατί η είσοδος των φασιστών στο δημοτικό συμβούλιο “έσπαγε” ένα συμβολικό φράγμα ανάμεσα στους φασίστες και τους θεσμούς του κοινοβουλευτικού κράτους. Και επί πλέον, επειδή αυτή η εκλογική επιτυχία, ερχόταν ως επιβράβευση της πολιτικής των πογκρόμ που εφάρμοζε στον Άγιο Παντελεήμονα. Γι' αυτό και λίγους μήνες αργότερα, εξαπέλυσε ένα αιματηρό πογκρόμ - και πάλι με την κάλυψη της αστυνομίας - σε ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας, στις γειτονιές των μεταναστών. Η φασιστική οργάνωση, για πρώτη φορά μπορούσε να παίζει κάποιο πολιτικό ρόλο (έστω και σε εξαιρετικά περιορισμένη κλίμακα). Όμως αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να εξηγήσει την εκτίναξη των εκλογικών της ποσοστών από το 0,29% στο 6,97%, μέσα σε μερικούς μόνο μήνες. Η μετατροπή του φασισμού σε μαζικό κόμμα και σε εν δυνάμει κίνημα, μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την κάμψη του εργατικού κινήματος.

Φάση 4η. Η περίοδος 2010 - 2012 ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την ανάπτυξη του φασισμού, καθώς σε αυτή συμπυκνώνονται όλες οι προϋποθέσεις που αναγνωρίζει ο Τρότσκι στο κείμενο που προαναφέραμε: Μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις που εκδηλώθηκε σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας: οικονομική κρίση και ανικανότητα της αστικής τάξης να βγει από αυτήν. Πολιτική κρίση καθώς καμιά από τις παραδοσιακές πολιτικές της δυνάμεις δεν μπορεί να εφαρμόσει ένα ρεαλιστικό πολιτικό σχέδιο με το οποίο να επιβάλει στην κοινωνία την αστική πολιτική. Η εργατική τάξη αρχίζει να εγκαταλείπει τη σοσιαλδημοκρατία και τα μικρομεσαία στρώματα χάνουν την εμπιστοσύνη τους στα κόμματά τους και στο πολιτικό σύστημα. Για μια περίοδο μεγάλων εργατικών κινητοποιήσεων μεγάλα τμήματα της μικροαστικής τάξης κινητοποιούνται μαζί με την εργατική τάξη. Η διαδικασία αυτή κορυφώνεται στο κίνημα των πλατειών. Είναι κυρίως σε αυτό το κίνημα που εκφράστηκε αυτό που περιγράφει ο Τρότσκι ως “αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης και “αύξηση της συμπάθειας προς την εργατική τάξη και μια δίψα για αλλαγή από την πλευρά των μικροαστών της υπαίθρου και της πόλης”. Η κατάσταση αυτή διαμόρφωνε συνθήκες πολιτικής κρίσης και κρίσης στο επίπεδο της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού κράτους και των μηχανισμών του και έδινε την ευκαιρία στην εργατική τάξη να θέσει και να αγωνιστεί για πολιτικούς στόχους που θα μετατόπιζαν ριζικά τον ταξικό συσχετισμό υπέρ των συμφερόντων των εργαζόμενων μαζών.

Και εδώ θα πρέπει να γίνει μία απαραίτητη διευκρίνηση. Οι μικροαστικές μάζες οι οποίες άρχισαν να απομακρύνονται από την επιρροή των αστικών κομμάτων και τμήματά τους να έλκονται από τον αγώνα της εργατικής τάξης, δεν μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε συνειδητές αντικαπιταλιστικές εφεδρείες. Άνθρωποι και κοινωνικές ομάδες που εξοργίστηκαν από την επίθεση που δέχονταν από την αστική τάξη, άρχισαν να αντιδρούν μετακινούμενες προς εκείνη τη δύναμη που τη δεδομένη χρονική στιγμή φαινόταν ικανή να αντιμετωπίσει τον κοινό εχθρό, δηλαδή προς το εργατικό κίνημα. Η μετακίνηση όμως αυτή δεν συντελέστηκε εγκαταλείποντας τις προκαταλήψεις, τις αυταπάτες και τις αντιδραστικές τους νοοτροπίες. Κουβάλησαν αυτές τις νοοτροπίες στους δρόμους, τις πλατείες και τις γειτονιές όπου κατέβηκαν για να αγωνιστούν. Δεν εγκατέλειψαν καν την δυσπιστία ή ακόμα και εχθρότητα για την εργατική τάξη και τις ταξικές της πρακτικές, παρ' όλο που συντάχθηκαν μαζί της. Προσπάθησαν μάλιστα ως ένα βαθμό να επιβάλουν στην εργατική τάξη αυτές τις νοοτροπίες, ως γενικούς και κοινά αποδεκτούς στόχους και συνθήματα. Οι γαλανόλευκες της πλατείας Συντάγματος ήταν το πιο ορατό δείγμα αυτής της ασυνείδητης πάλης για την ηγεμονία του κινήματος μεταξύ εργατικής τάξης και μικροαστικών στρωμάτων. Αλλά αυτό που περιγράφουμε δεν αποτελεί μία ιδιομορφία του κινήματος στην Ελλάδα (ή ακόμα και κάποια καθυστερημένα χαρακτηριστικά του), αντίθετα, αποτελεί την κλασσική και την μόνη μορφή που μπορεί να πάρει οποιαδήποτε κοινωνική κατάσταση η οποία αρχίζει να αποκτά εξεγερσιακά ή ακόμα και προεπαναστατικά χαρακτηριστικά.

Η μαζική εξέγερση, η προεπαναστατική και η επαναστατική κατάσταση, προϋποθέτουν την κινητοποίηση όλων των υποτελών τάξεων, οι οποίες μέχρι χτες αποτελούσαν τα κοινωνικά και πολιτικά στηρίγματα της αστικής τάξης. Όμως οι μάζες αυτές, οι οποίες επιθυμούν την κοινωνική αλλαγή, δεν μπορούν να την αντιληφθούν με άλλο τρόπο, παρά μόνο μέσα από ιδεολογικά σχήματα και στερεότυπα τα οποία έχουν οικοδομηθεί κάτω από την μακροχρόνια υποταγή στην κυρίαρχη ιδεολογία. Οι μάζες αυτές δεν αμφισβητούν την κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά τα επίσημα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτήν. Αμφισβητούν μια συγκεκριμένη ερμηνεία της που γινόταν από τους οργανισμούς του πολιτικού συστήματος. Θα αγωνιστούν μαζί με την εργατική τάξη και θα αγωνιστούν να επιβάλουν στην εργατική τάξη αυτά τα ιδεολογικά στερεότυπα. Θα επιτύχουν ή θα αποτύχουν, ανάλογα με την ικανότητα της εργατικής τάξης να καταστήσει ορατή και ρεαλιστική μία αντικαπιταλιστική προοπτική, γύρω από την οποία θα συγκλίνουν οι επιθυμίες των μικροαστικών στρωμάτων για κοινωνική αλλαγή. Αυτή όμως η προοπτική δεν διαμορφώνεται αυτόματα, αλλά αποτελεί προϊόν επεξεργασίας της συνολικής εμπειρία της ταξικής πάλης, η οποία επεξεργασία μπορεί να γίνει μόνο μέσα στις και από τις πιο μαχητικές και πρωτοποριακές μορφές οργάνωσης του κινήματος: επιτροπές αγώνα, μαχητικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, διάφορες μορφές αυτοοργάνωσης, κόμματα της πρωτοπορίας.

Το κίνημα της περιόδου 2010-1012 διαμόρφωσε εμπειρίες από τις οποίες θα μπορούσε να παραχθεί μια τέτοια πολιτική προοπτική με την οποία η εργατική τάξη θα μπορούσε να προσελκύσει τα τμήματα των μικροαστικών μαζών που απομακρύνονταν από την επιρροή της αστικής πολιτικής. Αυτό όμως δεν έγινε. Η ανυπαρξία πολιτικής προοπτικής με την οποία το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να συνεχίσει να αγωνίζεται, προκάλεσε πρώτα και κύρια μία πολιτική και ιδεολογική κρίση μέσα στην εργατική τάξη, η οποία εκδηλώθηκε με τη μορφή της υποταγής του εργατικού κινήματος σε μια κοινοβουλευτική προοπτική, η οποία αποσυνδέονταν όλο και περισσότερο (ανάλογα με τις πιέσεις και τις επιθέσεις της αστικής τάξης) από τις κινηματικές εμπειρίες και αποκρυσταλλώσεις, και κορυφώθηκε με την ανικανότητα του αριστερού κόμματος γύρω από το οποίο συσπειρώθηκε η εργατική τάξη, να δώσει πειστική απάντηση στα διλήμματα που έθεσε η αστική τάξη (κατάργηση των μνημονίων και του χρέους, δέσμευση για πραγματική βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργαζόμενων μαζών, ευρώ, ευρωπαϊκή ένωση).

Το μπλοκάρισμα του εργατικού κινήματος, η υποχώρηση των αγώνων, οι συνεχείς υποχωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στον οποίο ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης είχε εναποθέσει τις ελπίδες για αλλαγή, κατέστησαν το εργατικό κίνημα ανίκανο να εξακολουθεί να προσελκύει τις μικροαστικές μάζες στην προοπτική της αντιμετώπισης της καπιταλιστικής επίθεσης. Οι μικροαστικές μάζες έπαψαν να εμπιστεύονται το εργατικό κίνημα, αλλά δεν υπήρχαν περιθώρια αποκατάστασης της πίστης των μικροαστών στο πολιτικό σύστημα. Οι μικροαστοί αισθάνθηκαν διπλά προδομένοι. Χρέωσαν στην εργατική τάξη, στις ταξικές πρακτικές της, στην ιδεολογία της και στις οργανώσεις της την αποτυχία αντιμετώπισης της καπιταλιστικής επίθεσης. Χρέωσαν στην αριστερά - όχι εξαιτίας των υποχωρήσεών της και των συμβιβασμών της, αλλά εξαιτίας της υποτιθέμενης αδιαλλαξίας της - την διάψευση της επιθυμίας τους για αλλαγή. Η ίδια όμως η επιθυμία για αλλαγή, η οποία ποτέ άλλωστε δεν διαχωρίστηκε από την επιθυμία για ένα διαφορετικό μέλλον και από την επιθυμία για επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, συνέχισε να επιβιώνει τροφοδοτούμενη από τη συνεχή επιδείνωση των συνθηκών ζωής των μικροαστικών μαζών.

Ταυτόχρονα συνέχισε να επιβιώνει και μία μαχητική διάθεση, η οποία είχε σχηματοποιηθεί μέσα από τις ιδιαίτερες μορφές ταξικής πάλης των πιο μαχητικών τμημάτων των μικροαστικών μαζών. Τα χαρακτηριστικά αυτής της μαχητικής διάθεσης ήταν ότι δεν μπορούσε να πάρει κάποια στοιχειώδη οργανωτική φυσιογνωμία, να αποκτήσει μία σαφή μορφή, τείνοντας να εκφράζεται μέσα από ξεσπάσματα χωρίς καμιά συνέχεια και χωρίς συντονισμό. Τα χαρακτηριστικά αυτά, από τη στιγμή που αυτή η μαχητική διάθεση έπαψε να εκφράζεται μέσα στις συνθήκες αγώνα που διαμόρφωνε πιο πριν το εργατικό κίνημα, άρχισαν αν παίρνουν μια όλο και περισσότερο αυτόνομη μορφή και να αποκτούν τη σημασία μιας πολιτικής αντίληψης, της οποίας ομογενοποιητικό στοιχείο ήταν αφενός η ασάφεια των στόχων και των μορφών δράσης και αφετέρου η αυτονομία της τόσο απέναντι στην εργατική πολιτική όσο και στην αστική πολιτική, καθώς και οι δύο τάξεις είχαν αποτύχει να αναδείξουν μία προοπτική με την οποία θα προσέλκυαν τα μικροαστικά στρώματα. Αυτή η πολιτική αντίληψη συμπυκνώθηκε συχνά στις εναλλακτικές και ταυτόχρονες απαντήσεις του ερωτήματος “ποιος φταίει;” Η απάντηση μπορούσε να είναι: “οι 300 της βουλής”, “οι τραπεζίτες”, “οι δημόσιοι υπάλληλοι”, “η αριστερά που ασχολείται ''μόνο'' με τους μετανάστες” και οι ίδιοι “οι μετανάστες”.

Αυτό όμως το οποίο πρέπει να επισημάνουμε μιλώντας για την αυτονόμηση τμημάτων των μικροαστικών μαζών από την αστική πολιτική, είναι ότι αυτή η αυτονόμηση είναι σχετική. Αφορά επί της ουσίας πάντοτε στις συγκεκριμένες πολιτικές τις οποίες προσπαθούν να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν τα αστικά κόμματα και όχι στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και στην ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης.

Κρίση λοιπόν της αστικής πολιτικής, κρίση της εργατικής πολιτικής και σχετική αυτονόμηση των μικροαστικών μαζών. Οι μικροαστικές μάζες αναδεικνύονται έτσι ως ο τρίτος πόλος σε μία σύγκρουση η οποία μέχρι τότε ήταν διπολική, εξαιτίας της αδυναμίας του ενός από τους δύο κυρίαρχους μέχρι τότε πόλους να εξασθενίσει τον αντίθετο και να ισχυροποιηθεί ο ίδιος. Αυτό όμως καθιστά αναπόφευκτη μία μετακίνηση των πιο ασταθών στοιχείων των δύο άλλων πόλων προς τον τρίτο πόλο. Και πρώτα απ' όλα εκείνων των στοιχείων, τα οποία εξαιτίας είτε ταξικών συμφερόντων, είτε συνθηκών διαβίωσης βρίσκονται πιο κοντά στον τρίτο πόλο: τμήματα της μεσαίας αστικής τάξης αλλά και του στελεχικού δυναμικού του κρατικού μηχανισμού από την πλευρά του πόλου της αστικής τάξης· άτομα από τα κονιορτοποιημένα τμήματα της εργατικής τάξης, εξατομικοποιημένα τμήματα ανέργων και εργαζομένων από τον άλλο πόλο.

Μέχρι εδώ, ο φασισμός δεν αναφέρθηκε πουθενά. Γιατί δεν είναι αυτονόητο, ότι ακόμα και στις συνθήκες που περιγράψαμε θα εμφανιστεί αυτόματα ένα ακμαίο φασιστικό κίνημα/κόμμα που θα προσελκύσει τις μικροαστικές μάζες και θα τις στρέψει ενάντια στο εργατικό κίνημα. Οι μικροαστικές μάζες μπορεί να συνεχίσουν να παλινδρομούν μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης (αυτή η παλινδρόμηση είναι και η ουσία τής, σχετικής πάντοτε, αυτονομίας της μικροαστικής τάξης) καθορίζοντας με το κοινωνικό τους βάρος την πολιτική πότε της μίας και πότε της άλλης πλευράς. Η περίοδος στην οποία αναφερόμαστε (μετά τη 48ωρη 19, 20 Οκτώβρη και την 24ωρη 12 Φλεβάρη) είχε αυτό το βασικό χαρακτηριστικό. Η πολιτική προοπτική που ακολούθησε η εργατική τάξη μετά την κάμψη του εργατικού κινήματος, καθορίστηκε, όχι από τις αγωνιστικές της εμπειρίες, αλλά από την μικροαστική επιθυμία μίας προοδευτικής πολιτικής αλλαγής, που δεν θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον πυρήνα της αστικής πολιτικής. Αυτό προς τα αριστερά. Προς τα δεξιά, το ειδικό κοινωνικό βάρος μιας σχετικά αυτονομημένης μικροαστικής τάξης, διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τη συγκυβέρνηση της δεξιάς με το κέντρο (το οποίο εξακολουθούσε να αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροαριστερά).

Albrecht_Dürer.jpg

Η μετατόπιση μικροαστικών μαζών προς το φασισμό, έχει πάντοτε ως απαραίτητη προϋπόθεση και έναν άλλο παράγοντα: την ύπαρξη μιας φασιστικής οργάνωσης, ικανής να αναλάβει στη δεδομένη χρονική στιγμή αυτό το ρόλο. Ή για να το πούμε διαφορετικά, προϋποθέτει: α) την ανικανότητα των εργατικών οργανώσεων, να εμποδίσουν τη φασιστική οργάνωση να παίξει αυτό το ρόλο. β) Την ανικανότητα των οργανώσεων της αστικής τάξης, να περιορίσουν τη φασιστική οργάνωση στο ρόλο του “μπράβου των αφεντικών”.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες υπήρξαν στην Ελλάδα την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, διαμορφώνοντας τις συνθήκες ανάπτυξης του φασισμού.

Η ΧΑ έδρασε ανεμπόδιστα και κατάφερε να δώσει συγκεκριμένο και διακριτό πολιτική σχήμα στις πιο καθυστερημένες και αντιδραστικές αντιλήψεις που κουβαλούσαν τμήματα της μικροαστικής τάξης τα οποία απομακρύνθηκαν από την πολιτική επιρροή των αστικών κομμάτων και αισθάνθηκαν προδομένα από το εργατικό κίνημα.

Εντούτοις, οι αντιλήψεις αυτές δεν μεταφέρθηκαν αυτούσιες στο φασιστικό ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο. Μεταπλάστηκαν, συγχωνεύτηκαν με τα ιδιαίτερα δόγματα του φασισμού και ανασυντέθηκαν σε ένα ανώτερο επίπεδο, ώστε να αμβλυνθούν οι αντιθέσεις τους που προκύπτουν από τις ταξικές αντιθέσεις που ενυπάρχουν στο εσωτερικό της μικροαστικής τάξης. Η επιθυμία για αλλαγή (φυγή προς ένα απροσδιόριστο μέλλον ή προς ένα εξιδανικευμένο παρελθόν), η μαχητική διάθεση με τα συγκεκριμένα, μικροαστικά της χαρακτηριστικά, τα οποία ο Τρότσκι περιγράφει ως “προθυμία για βίαια μέτρα”, η μνησικακία για την αστική τάξη και η εχθρότητα προς την εργατική τάξη, διαμορφώθηκαν με ένα τέτοιο τρόπο που να μπορούν να συνθέσουν ένα συνεκτικό και αναγνωρίσιμο πλαίσιο στόχων για τους οποίους να μπορούν να κινητοποιηθούν αυτά τα τμήματα των μικροαστικών μαζών που άρχισαν να ελκύονται από το φασισμό.

Θα πρέπει εδώ να γίνει μία επισήμανση, για να αποφύγουμε τις σχηματικές ερμηνείες του φασισμού. Το γεγονός ότι ο φασισμός περιγράφεται πάντοτε σε σχέση με την μικροαστική τάξη (τις συμπεριφορές της και τις πολιτικές της επιλογές) αποτελεί μία, μόνο σε τελική ανάλυση σωστή ερμηνεία. Γιατί στην πραγματικότητα, στην εκάστοτε ιστορική πραγματικότητα ανάπτυξης του φασισμού, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Η ανάπτυξη του φασισμού προϋποθέτει, ότι ταυτόχρονα με τους μικροαστούς, έλκονται από το φασισμό σημαντικά τμήματα της εργατικής και της αστικής τάξης. Η προσέλκυση αυτών των τμημάτων από το φασισμό καθίσταται δυνατή, ακριβώς επειδή οι τάξεις στις οποίες ανήκουν δεν είναι ικανές να τα κρατήσουν πίσω από μία γραμμή υπεράσπισης των ταξικών τους συμφερόντων. Έτσι ο φασισμός μπορεί να εμφανίζεται ως ένα διαταξικό ή υπερταξικό κίνημα, που καταργεί ή υπερβαίνει τις καταστροφικές ταξικές αντιθέσεις, υπέρ μιας εθνικής ή φυλετικής πολιτικής ενότητας. Φυσικά η φασιστική ιδεολογία, όχι μόνο δεν μπορεί να καταργήσει τις ταξικές διαφορές στο εσωτερικό του φασιστικού κινήματος ή κόμματος, αλλά δεν μπορεί ούτε καν να αμβλύνει το ειδικό κοινωνικό βάρος και τον ειδικό ρόλο της κάθε τάξης, της οποίας τμήματα προσελκύει. Έτσι μπορούμε να πούμε, ότι βασικός ο ρόλος της μικροαστικής τάξης στο φασιστικό κίνημα είναι να αμβλύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης, φυσικά προς όφελος της αστικής τάξης. Κι αυτό γίνεται επειδή η αστική τάξη μπορεί και ασκεί μία συνεχή επιρροή επάνω στο φασισμό, οικονομική, πολιτική και ιδεολογική. Τα τμήματα της αστικής τάξης (κατά βάση της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης) που προσελκύει ο φασιμός, τα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας και του κατασταλτικού μηχανισμού, λειτουργούν πάντοτε ως ιμάντες μεταβίβασης της αστικής πολιτικής μέσα στο φασιστικό κίνημα και δεν το αφήνουν ποτέ να “εκτραπεί” σε ένα αμιγώς μικροαστικό κίνημα με στόχους σαφώς μικροαστικούς-αντικαπιταλιστικούς. Αντίθετα, τα τμήματα της εργατικής τάξης που προσελκύονται από τα φασισμό, λειτουργούν ως ιμάντες μεταβίβασης της φασιστικής ιδεολογίας και πολιτικής μέσα στην εργατική τάξη, αποπροσανατολίζοντάς την, αμβλύνοντας τα ταξικά της κριτήρια και την ικανότητά της να αγωνίζεται.

Η επισήμανση αυτή έχει μία σημασία, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την κοινωνική σύνθεση του εκλογικού σώματος της ΧΑ και τις συνέπειές της. Η ΧΑ ψηφίστηκε από ένα μεγάλο τμήμα της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης, αλλά και από ένα, αναλογικά μεγαλύτερο τμήμα της μεσαίας αστικής τάξης και τμημάτων του κατασταλτικού μηχανισμού (αξιωματικοί και αστυνομικοί), αλλά και από ένα μεγάλο αριθμητικά τμήμα της διαλυμένης εργατικής τάξης. Το ειδικό κοινωνικό βάρος αυτών των τμημάτων των τριών τάξεων, καθιστά σαφώς τη ΧΑ ένα αστικό κόμμα.

Θα πρέπει να γίνει ακόμα μία επισήμανση, ιστορικού χαρακτήρα. Ο σύγχρονος φασισμός στην Ελλάδα, παρουσιάζει μία σημαντική διαφορά σε σχέση με τον ιταλικό και γερμανικό φασισμό του μεσοπολέμου. Οι δύο τελευταίοι είχαν καταφέρει να αναπτύξουν ένα μαζικό κίνημα, πριν καταφέρουν να το μετατρέψουν σε μαζική πολιτική επιρροή και να καταγραφεί σε εκλογές. Στην Ελλάδα έχει προηγηθεί μια αλματώδης ανάπτυξη εκλογικών ποσοστών, συνοδευμένη από ανάπτυξη πολιτικής επιρροής, επιτυχίες τις οποίες επιχείρησε και επιχειρεί η ΧΑ να μετατρέψει σε μαζικό κίνημα.

Paul_Klee_1903-_Zwei_Männer_einander_in_höherer_Stellung_vermutend.jpg

Φάση 5η. Αμέσως μετά τις εκλογές η ΧΑ πραγματοποίησε εξορμήσεις σε ολόκληρη τη χώρα (συνήθως με τη μορφή αντιμεταναστευτικών πογκρόμ) για να καταφέρει να μετατρέψει την εκλογική της επιρροή σε οργανωμένη δύναμη αλλά και να τρομοκρατήσει το κίνημα. Επιχείρησε επίσης να συγκροτήσει δομές με τις οποίες φιλοδοξούσε να αποκτήσει τον έλεγχο, όχι μόνο “του δρόμο”, αλλά και ταξικών οργανώσεων (πχ των μικροπωλητών στις λαϊκές), ακόμα και τμημάτων του κρατικού μηχανισμού. Για δύο - τρεις μήνες φαινόταν ότι η φασιστική πολιτική είχε επιτυχία: μεγάλο τμήμα του κινήματος παρέλυσε μπροστά στα εκλογικά ποσοστά της ΧΑ και τις οργανωμένες επιθέσεις, ενώ η νέα κυβέρνηση ήταν απρόθυμη ή και ανίσχυρη να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη επιρροή της ΧΑ στον κρατικό μηχανισμό και στις τάξεις στηρίγματα της δεξιάς. Όμως αρκετά γρήγορα, από το φθινόπωρο του 2012 η κατάσταση άρχισε να αλλάζει, ως αποτέλεσμα του συνδυασμού τριών παραγόντων.

Ο πρώτος είναι ότι πολύ γρήγορα αναπτύχθηκε ένα αντιφασιστικό κίνημα με στόχο να μην επιτρέψει στους φασίστες, όχι μόνο να πραγματοποιούν επιθέσεις, αλλά και να έχουν τη δυνατότητα δημόσιας εμφάνισης στις γειτονιές.

Ο δεύτερος είναι, ότι όχι μόνο η τρικομματική κυβέρνηση, αλλά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα άρχισε να κατανοεί την ανάπτυξη της ΧΑ και την αύξηση της επιρροής της, ως ένα αποσταθεροποιητικό παράγοντα, ο οποίος έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Όχι φυσικά για την προστασία αυτών που στοχοποιούνται από τη φασιστική πολιτική, αλλά για να εξαναγκαστεί η ΧΑ να αποδεχτεί εκείνα τα πολιτικά πλαίσια, που θα την καταστήσουν χρήσιμο πολιτικό εργαλείο.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η σταθερότητα του πολιτικού συστήματος που επιτεύχθηκε μετά την συγκρότηση της τρικομματικής κυβέρνησης. Ύστερα από μια περίοδο κινηματικής έξαρσης που οδήγησε σε αποσταθεροποίηση το πολιτικό σύστημα, με αποτέλεσμα μεγάλα τμήματα των μικροαστών να χάνουν την εμπιστοσύνη τους προς αυτό, μετά τις εκλογές φάνηκε ότι έχει δημιουργηθεί μία κυβέρνηση ικανή να αντιμετωπίσει το κίνημα και να επιβάλει με σταθερότητα την πολιτική της. Η δεξιά έγινε και πάλι η παράταξη που μπορεί να προστατέψει τα συμφέροντα των μικροαστών και της μικρής αστικής τάξης, παρά το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες για αυτά τα στρώματα δεν βελτιώθηκαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι καταθέσεις των νοικοκυριών στις τράπεζες (το 56% των ελληνικών νοικοκυριών έχει καταθέσεις), οι οποίες το 2012 είχαν πέσει στα 150,5 δισ. ευρώ, άρχισαν σιγά-σιγά να ανεβαίνουν, φτάνοντας το Φεβρουάριο του 2013 στα 163,9 δισ. ευρώ. Τα κοινωνικά στρώματα που άρχισαν να εμπιστεύονται ξανά το πολιτικό σύστημα και τους παραδοσιακούς διαχειριστές του, δεν μπορούσαν να αποδεχτούν τις μεθόδους του φασιστικού ακτιβισμού, που αποσταθεροποιούσαν μια κυβέρνηση η οποία προστάτευε τα συμφέροντά τους.

Μέσα σ' αυτές της συνθήκες η ΧΑ αναγκάστηκε να περιορίσει την πολιτική των πογκρόμ και των εφόδων για τον έλεγχο των γειτονιών. Αυτό οπωσδήποτε της στέρησε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί την επίδειξη δύναμης ως προπαγανδιστικό εργαλείο, αλλά δεν περιόρισε την εξάπλωση της ιδεολογικής και πολιτικής της επιρροής. Η επιρροή αυτή συνεχίζει να αυξάνεται και να διαβρώνει τμήματα της μικροαστικής τάξης τα οποία αποτελούν τη βάση της παραδοσιακής δεξιάς. Φαίνεται όμως, ότι έχει υπάρξει μία μετατόπιση, όσον αφορά στις προσδοκίες αυτών των στρωμάτων από τη ΧΑ. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της επιρροής δεν φαίνεται πια να είναι η επιθυμία για οργισμένη και βίαιη διαμαρτυρία εναντίον ενός πολιτικού συστήματος το οποίο είναι ανίκανο να αντιμετωπίσει το εργατικό κίνημα και την αριστερά. Είναι μάλλον η επιθυμία σημαντικών τμημάτων της βάσης της παραδοσιακής δεξιάς, να δημιουργηθεί μία κυβέρνηση ολόκληρης της δεξιάς, η δύναμη της οποίας θα πηγάζει από τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ΧΑ μέσα σ' αυτήν.

Και αυτή η φάση που περιγράφουμε, δεν φαίνεται να είναι η τελική στην εξέλιξη του φασισμού στην Ελλάδα. Γιατί εάν το πολιτικό σύστημα μπει πάλι σε μια περίοδο κρίσης, την οποία το εργατικό κίνημα θα αποδειχθεί ανίκανο να εκμεταλλευτεί, τότε θα δημιουργηθούν ξανά οι συνθήκες για να επιχειρήσουν οι φασίστες να δώσουν τη δική τους απάντηση, όχι μόνο στο επίπεδο των κυβερνητικών σεναρίων αλλά και στο επίπεδο του δρόμου. Και αυτή τη στιγμή, φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο μεταίχμιο, με όλες τις πιθανές εξελίξεις δυνατές. Φυσικά, εάν το εργατικό κίνημα καταφέρει να καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις, η δυναμική των φασιστών θα αρχίσει να περιορίζεται. Ωστόσο, μόνο ριζικές αλλαγές στον ταξικό συσχετισμό, θα μπορέσουν να εξαλείψουν το φασιστικό φαινόμενο ολοκληρωτικά. Το βασικό καθήκον του εργατικού κινήματος είναι σε κάθε περίπτωση να μην επιτρέψει να αναδειχτούν οι φασίστες σε ρόλο ρυθμιστή της ταξικής πάλης.

 

Κώστας Κούσιαντας

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπάρτακος, τεύχος, 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού».

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019 17:55

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.