Η σύγχρονη κοινωνία σύμφωνα με τον Γιάννη Βαρουφάκη
«Τεχνοφεουδαρχία» του Γιάννη Βαρουφάκη: Μια κριτική από τον Μπόρις Καγκαρλίτσκι
Του Μπόρις Καγκαρλίτσκι
ΠΗΓΗ: links.org.au, 22 Ιουνίου 2026
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:elaliberta.gr
Τα βιβλία που φτάνουν στα χέρια ενός φυλακισμένου είναι πάντα σημαντικά. Διαβάζονται με προσοχή, χωρίς να παραλείπονται λεπτομέρειες που, στον έξω κόσμο, πιθανότατα θα μας διέφευγαν. Ωστόσο, πιστεύω ότι το βιβλίο του Έλληνα οικονομολόγου και αριστερού πολιτικού Γιάννη Βαρουφάκη, «Τεχνοφεουδαρχία», το οποίο μου στάλθηκε πριν από κάποιο καιρό, αξίζει την προσοχή μας ανεξάρτητα από τις συνθήκες υπό τις οποίες το διαβάζουμε.
Μαζί με τα έργα «Platform Capitalism» του Nick Srnicek και «The Age of Surveillance Capitalism» της Shoshana Zuboff, αυτό το έργο αποτελεί μια προσπάθεια να δοθεί μια ευρεία εικόνα των μετασχηματισμών που έχουν ήδη συντελεστεί στην οικονομία και την κοινωνία ως αποτέλεσμα των νέων τεχνολογιών: του διαδικτύου, της τεχνητής νοημοσύνης, της αποθήκευσης δεδομένων στο cloud, των εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, των κοινωνικών δικτύων κ.λπ.
Ο Βαρουφάκης έχει ένα σαφές πλεονέκτημα σε αυτό το σημείο. Πρώτον, το βιβλίο του είναι εξαιρετικά γραμμένο και, πρέπει να προστεθεί, έχει μεταφραστεί άριστα στα ρωσικά από τον Α. Σνεγκίροφ, υπό την επιμέλεια των Α. Κβάτσκο και Α. Παβλόφ, οι οποίοι συνέβαλαν επίσης με ένα επίλογο. Δεύτερον, αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην τεχνολογία, ο Βαρουφάκης καταδεικνύει πώς αυτές οι νέες οικονομικές πρακτικές συνδέονται με την κρίση του 2008-10, γνωστή ως η Μεγάλη Ύφεση.
Όταν ξέσπασε η κρίση σε όλο τον κόσμο το 2008 (έχοντας ήδη πλήξει την αγορά ακινήτων και τον τραπεζικό τομέα των ΗΠΑ το 2007), οι περισσότεροι αναλυτές, συμπεριλαμβανομένων πολλών φιλελεύθερων, συμφώνησαν ότι ήταν αναπόφευκτες σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες έμοιαζαν με προτάσεις που υποστηρίζονταν εδώ και καιρό από την αριστερά. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Η κρίση «κατασβέστηκε» απλώς με την πλημμύρα της οικονομίας με χρήματα.
Αυτό συνέβη παντού, αν και σε διαφορετικές κλίμακες, με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Σε πολλές χώρες — συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, όπου ο Βαρουφάκης, αφού δίδαξε σε αμερικανικό πανεπιστήμιο, διετέλεσε για σύντομο χρονικό διάστημα υπουργός Οικονομικών — η κρίση του ιδιωτικού χρέους μετατράπηκε σε κρίση των δημόσιων οικονομικών. Οι κυβερνήσεις, προσπαθώντας να διασώσουν τις τράπεζες, οδηγήθηκαν στα όρια της χρεοκοπίας. Ωστόσο, τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος φαινόταν να παραμένουν αμετάβλητα. Όλα φαινόταν να συνεχίζονται όπως πριν.
Τουλάχιστον, αυτό πιστεύαμε. Ο Βαρουφάκης υποστηρίζει ότι η κατάσταση ήταν μάλλον διαφορετική.
Το καθοριστικό χαρακτηριστικό των πολιτικών για την αντιμετώπιση της κρίσης της περιόδου 2008-2010 ήταν ότι η γενναιόδωρη οικονομική στήριξη προς τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις συνοδεύτηκε από μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν στους απλούς πολίτες. Ως αποτέλεσμα, οι εταιρείες που διασώθηκαν και ο χρηματοπιστωτικός τομέας στο σύνολό του βρέθηκαν να διαθέτουν τεράστια χρηματικά ποσά, χωρίς να έχουν κάποιο παραγωγικό πεδίο για να τα επενδύσουν. Τα φτωχοποιημένα νοικοκυριά και οι κυβερνήσεις, που ήταν απορροφημένες από τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, δεν δημιουργούσαν πλέον επαρκή ζήτηση για αγαθά. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια κλασική περίπτωση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, όπως την είχε ήδη περιγράψει η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Τέτοιες κρίσεις υπερσυσσώρευσης συνήθως οδηγούν, με την πάροδο του χρόνου, σε ανακατανομή των πόρων μεταξύ των κλάδων και των χωρών. Και αυτή η περίπτωση δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Κεφάλαια που, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να είχαν κατευθυνθεί προς τη βιομηχανία, τη γεωργία ή τις κοινωνικές υποδομές, κατέληξαν αντίθετα σε εταιρείες που αναπτύσσουν και εφαρμόζουν νέες τεχνολογίες. Ένα κοινωνικό δίκτυο, για παράδειγμα, απαιτεί σχετικά μικρή επένδυση σε σύγκριση με την κατασκευή νέων εργοστασίων, ενώ φαίνεται εντελώς δωρεάν για τους χρήστες που έχουν ήδη πληγεί από την κρίση. Ωστόσο, αυτοί οι ίδιοι χρήστες παράγουν περιεχόμενο και πληροφορίες που αυξάνουν την αγοραία αξία του ιδιοκτήτη της πλατφόρμας. Γύρω από αυτά τα δίκτυα αναδύονται πλατφόρμες για αγγελίες, διαφημιστικές υπηρεσίες, συντονισμό ταξί και αμέτρητες άλλες δραστηριότητες. Όλα αυτά αποφέρουν έσοδα.
Αυτό οδήγησε σε αυτό που ο Βαρουφάκης, κατ’ αναλογία με την αποθήκευση δεδομένων στο Cloud, αποκαλεί «Κεφάλαιο Cloud». Η ευημερία του δεν εξαρτάται πλέον κυρίως από τα κέρδη που προέρχονται από την πώληση αγαθών, αλλά από το εισόδημα που αντλείται από άλλες επιχειρήσεις που πωλούν προϊόντα και επικοινωνούν με τους πελάτες μέσω της πλατφόρμας. Ο Βαρουφάκης δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό το σημείο, υποστηρίζοντας ότι το εισόδημα αυτό έχει επικρατήσει έναντι του κέρδους. Ταυτόχρονα, η μάζα των χρηστών που απολαμβάνουν δωρεάν πρόσβαση σε αυτά τα δίκτυα τα γεμίζει συνεχώς με περιεχόμενο και δεδομένα, πολύτιμα ή μη, τα οποία με τη σειρά τους τροφοδοτούν την περαιτέρω επέκταση των επιχειρήσεων. Οι εταιρείες που πωλούν αγαθά μέσω των δικτύων δεν μπορούν πλέον να τα εγκαταλείψουν χωρίς να διακινδυνεύσουν την απώλεια πελατών.
Όσον αφορά την ανακατανομή της επιρροής μεταξύ χωρών και περιοχών, ο Βαρουφάκης επισημαίνει τη σχετική παρακμή της Ευρώπης. Η Ευρώπη στερείται δικών της γιγάντων συγκρίσιμων με την Amazon, την Google ή τη Meta, ενώ οι σαφείς νικητές είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα, με την τελευταία να έχει δημιουργήσει τα δικά της ψηφιακά δίκτυα τα οποία, από ορισμένες απόψεις, είναι ακόμη πιο ισχυρά από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ. Θα προσθέσω ότι, σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία φαίνεται επίσης σχετικά επιτυχημένη χάρη στη δημιουργία πλατφορμών όπως η Yandex. Το αν αυτές οι πλατφόρμες είναι πραγματικά «δικές μας» είναι ένα άλλο θέμα. Ο Βαρουφάκης αποκαλεί την Κίνα και τις ΗΠΑ «φέουδα του cloud», προβλέποντας μια διαμάχη μεταξύ τους για την παγκόσμια κυριαρχία.
Μέχρι εδώ, διαπίστωσα ότι συμφωνούσα με σχεδόν κάθε πρόταση που έγραψε ο Βαρουφάκης. Στη συνέχεια, άρχισαν τα προβλήματα.
Φεουδαρχία;
Αν ο Βαρουφάκης είχε χρησιμοποιήσει τον όρο «τεχνοφεουδαρχία» απλώς ως μεταφορά, δεν θα υπήρχε λόγος για αντιπαράθεση. Δυστυχώς, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην απόδειξη της πολιτικοοικονομικής και κοινωνιολογικής εγκυρότητας του όρου. Όπως θα δούμε, από αυτό το πλαίσιο προκύπτουν αρκετά άλλα προβλήματα. Πρόκειται για σοβαρά προβλήματα, όχι μόνο από τη σκοπιά της θεωρητικής ανάλυσης, αλλά και από την άποψη της πολιτικής στρατηγικής.
Για τον Βαρουφάκη, ο φεουδαρχισμός είναι ουσιαστικά μια οικονομία που βασίζεται στο ενοίκιο. Δυστυχώς, η ιστορία παρουσιάζει μια αρκετά διαφορετική εικόνα [βλ. «Πρόσθετες παρατηρήσεις» παρακάτω]. Οι σχέσεις ενοικιαστών-ιδιοκτητών τείνουν να αναπτύσσονται ακριβώς όταν η αστική τάξη αρχίζει να υπονομεύει και να εκτοπίζει επιτυχώς τις φεουδαρχικές δομές.
Στην κλασική φεουδαρχία, το σύστημα βασίζεται στην άμεση είσπραξη από τους άρχοντες των γεωργικών προϊόντων που παράγουν οι αγρότες, είτε μέσω υποχρεωτικής εργασίας (corvée) είτε μέσω πληρωμών σε είδος. Δεύτερον, δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία γης με τη σύγχρονη έννοια. Το φέουδο δεν αποτελεί ιδιοκτησία του άρχοντα, αλλά μάλλον κτήμα του. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι η γη μπορεί να κατασχεθεί εάν ο υποτελής παραλείψει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, όπως συνέβη όταν οι Γάλλοι βασιλείς κατέλαβαν την Ακουιτανία από τους Άγγλους συγγενείς τους. Το πιο σημαντικό είναι ότι η ίδια γη μπορούσε ταυτόχρονα να ανήκει, από διαφορετικές πλευρές, στον βασιλιά, στον άρχοντα και στην κοινότητα του χωριού. Ο καθένας κατείχε ορισμένα δικαιώματα επ’ αυτής, και η ισορροπία μεταξύ αυτών των δικαιωμάτων κατέστησε δυνατή την αναπαραγωγή τόσο των κοινωνικών όσο και των παραγωγικών σχέσεων.
Ακόμη και ένα μεγάλο φέουδο δεν μπορούσε να παράγει όλα όσα χρειαζόταν. Ως αποτέλεσμα, μέρος του πλεονάσματος πωλούνταν στην αγορά για την απόκτηση αγαθών που δεν μπορούσαν να παραχθούν τοπικά: μέταλλα, αλάτι, είδη πολυτελείας για το νοικοκυριό του άρχοντα και ούτω καθεξής. Υπό αυτή την έννοια, ο Fernand Braudel είχε απόλυτο δίκιο όταν υποστήριζε ότι δεν υπήρξε ποτέ μια καθαρά αυτάρκης φυσική οικονομία. Το εμπόριο και οι ανταλλαγές ήταν πάντα παρόντα. Ωστόσο, οι νομισματικές σχέσεις παρέμεναν περιθωριακές σε σχέση με τη φεουδαρχική οικονομία στο σύνολό της.
Γύρω στον 11ο αιώνα (λίγο νωρίτερα σε ορισμένες περιοχές, λίγο αργότερα σε άλλες), οι εξελίξεις στην τεχνολογία της λιθοδομής επέτρεψαν στους φεουδάρχες να χτίσουν κάστρα (castellations) και, ως εκ τούτου, να εντείνουν την εκμετάλλευση των αγροτών. Γύρω από τα βασιλικά κάστρα άρχισαν σταδιακά να αναδύονται πόλεις.
Είναι σε αυτές τις πόλεις, γνωστές ως «burgs» στα γερμανικά και «bourgs» στα γαλλικά, που άρχισαν να αναπτύσσονται το χρηματικό εμπόριο και οι αστικές κοινωνικές σχέσεις. Καθώς άνοιγαν νέες ευκαιρίες, αυξάνονταν και οι ανάγκες των φεουδαρχών. Ωστόσο, η ίδια η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αποτέλεσε εμπόδιο. Όχι μόνο δεν ήταν δυνατό να αποσπαστούν πολλά χρήματα από τους αγρότες, αλλά ούτε και οι υποτελείς παρήγαγαν χρηματικό εισόδημα, καθώς εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους μέσω της στρατιωτικής θητείας ή διαφόρων μορφών εργασίας και υποχρεώσεων σε είδος. Μπορούσαν, για παράδειγμα, να συντηρούν έναν δρόμο ή μια γέφυρα, ενώ ακόμη και σήμερα οι διοικητές του New College εξακολουθούν να υποχρεούνται να επιβλέπουν τη συντήρηση των τειχών της Οξφόρδης.
Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν έσοδα σε μετρητά, οι βασιλείς επέβαλαν όλο και περισσότερους φόρους, ενώ οι φεουδάρχες, που δεν διέθεταν τέτοιες εξουσίες, προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τις υποχρεώσεις εργασίας και τις πληρωμές σε είδος με χρηματικές εισφορές. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν ήταν καθόλου απλή. Τα εμπόδια δεν περιλάμβαναν μόνο την αντίσταση των αγροτών, αλλά και την απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης. Η γη δεν μπορούσε ούτε να διαχωριστεί ελεύθερα ούτε να πωληθεί, ούτε να «αναδιαμορφωθεί», για παράδειγμα από την καλλιέργεια σιτηρών σε πιο κερδοφόρες εμπορικές καλλιέργειες. Μετά την κρίση του 14ου αιώνα, η οποία αποσταθεροποίησε πλήρως τη μεσαιωνική οικονομία, άρχισε σταδιακά να επικρατεί μια νέα κοινωνική τάξη: οι αστικές σχέσεις.
Οι γαιοκτήμονες είτε άρχισαν να παράγουν οι ίδιοι εμπορεύματα για την αγορά, καθιστάμενοι αυτό που ο Ρίτσαρντ Λάχμαν αποκάλεσε «καπιταλιστές παρά τη θέλησή τους», είτε εκμίσθωναν τη γη τους σε επιχειρηματίες αγρότες που επίσης παρήγαγαν προς πώληση. Οι κοινόχρηστες εκτάσεις περιφράχθηκαν και οι άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τα παραδοσιακά τους σπίτια. Πρόκειται για το περίφημο αγγλικό Κίνημα των Περιφράξεων, το οποίο δεν έλαβε χώρα τον 18ο αιώνα, όπως υπονοεί ο Βαρουφάκης, αλλά περίπου δύο αιώνες νωρίτερα. Βεβαίως, η Σκωτία βίωσε το δικό της κύμα εκκαθαρίσεων σε σχέση με την ένταξή της στη Βρετανία στα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά αυτό ήταν ένα φαινόμενο πολύ πιο περιορισμένο, το οποίο δεν επηρέασε καν το μεγαλύτερο μέρος των Σκωτσέζικων Πεδιάδων.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, παράλληλα με την εξάπλωση των καπιταλιστικών σχέσεων, η Ανατολική Ευρώπη βίωσε τη «δεύτερη δουλοπαροικία»[1], ενώ στην Αμερικανική Ήπειρο παρατηρήθηκε η επέκταση της δουλείας στις φυτείες. Ο καταναγκαστικός χαρακτήρας αυτών των κοινωνικών σχέσεων έγκειται στο γεγονός ότι οι δουλοπάροικοι και οι σκλάβοι, σε αντίθεση με τους αγρότες υπό τον κλασικό φεουδαρχισμό, παρήγαγαν εμπορεύματα για την αγορά. Η ίδια η χρήση της καταναγκαστικής εργασίας αποτέλεσε ανταγωνιστικό οικονομικό πλεονέκτημα, όπως είχαν υποστηρίξει εδώ και καιρό τόσο η Ρόζα Λούξεμπουργκ όσο και ο Μιχαήλ Ποκρόφσκι[2]. Ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε σταδιακά τα επιζώντα φεουδαρχικά στοιχεία στη δική του δομή και τα προσάρμοσε στις ανάγκες του, όπως συνέβη στην Αγγλία, αλλιώς τα κατέστρεψε με τη βία, όπως συνέβη στη Γαλλία.
Πράγματι, είναι ακριβώς το ζήτημα της συσσώρευσης κεφαλαίου —το οποίο είναι τόσο θεμελιώδες για την κατανόηση της αστικής τάξης και των προοπτικών της— που ο Βαρουφάκης παραμελεί σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η παράλειψη έχει σημαντικές συνέπειες για την επακόλουθη ανάλυσή του. Αλλά θα επανέλθουμε σε αυτό αργότερα.
Δουλοπάροικοι;
Ο Βαρουφάκης χωρίζει τα άτομα και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κόσμο του «Κεφαλαίου του cloud» σε τρεις κατηγορίες: τους «προλετάριους του cloud», τους «δουλοπάροικους του cloud» και τους «υποτελείς». Η περίπτωση των προλετάριων είναι σχετικά απλή. Οι εταιρείες που περιγράφει ως «υποτελείς» γίνονται, πράγματι, εξαρτημένες από τους ιδιοκτήτες των πλατφορμών, αν και η φύση αυτής της εξάρτησης διαφέρει σημαντικά από τις φεουδαρχικές σχέσεις. Στην ουσία, είναι ενοικιαστές που νοικιάζουν τμήματα εικονικού χώρου και υποχρεώνονται να παραχωρούν ένα μέρος των κερδών τους, όπως ακριβώς οι επιχειρήσεις πληρώνουν ενοίκιο στους ιδιοκτήτες γης ή εμπορικών χώρων όταν δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία οι ίδιες. Η έννοια των «δουλοπάροικων του cloud», ωστόσο, απαιτεί πιο προσεκτική εξέταση.
Από τη μία πλευρά, γεμίζοντας τα ψηφιακά δίκτυα με πληροφορίες και διεκπεραιώνοντας τις υποθέσεις μας μέσω αυτών, παρέχουμε πολύτιμη εργασία στους ιδιοκτήτες των πλατφορμών χωρίς άμεση αμοιβή. Οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών, από την άλλη, μας παρέχουν δωρεάν πρόσβαση. Κανείς δεν αναγκάζει καμία από τις δύο πλευρές να συμμετάσχει, αν και οι κοινωνικές συνθήκες ασκούν αναμφίβολα μια μορφή αντικειμενικής πίεσης, απαιτώντας από εμάς να ζούμε σύμφωνα με ορισμένους καθιερωμένους κανόνες. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί, ο Βαρουφάκης παραθέτει εύστοχα τον Καρλ Μαρξ. Ωστόσο, παραμένει μια τεράστια διαφορά μεταξύ ενός αγρότη που εκτελεί υποχρεωτική εργασία στο κτήμα ενός γαιοκτήμονα και ενός σύγχρονου χρήστη των κοινωνικών μέσων που ανεβάζει φωτογραφίες μιας γάτας ή δημοσιεύει ιστορίες για τις πρόσφατες διακοπές του.
Είμαι πρόθυμος να πιστέψω ότι ένας αγρότης μπορεί να ένιωθε μια ορισμένη ικανοποίηση όταν κοίταζε ένα καλά οργωμένο χωράφι. Οι σύγχρονοι χρήστες, ωστόσο, συχνά αντλούν πραγματική απόλαυση από ό,τι κάνουν στο διαδίκτυο. Και το πιο σημαντικό, αποφασίζουν οι ίδιοι τι θα δημοσιεύσουν, ποιες πληροφορίες θα αναζητήσουν και πώς θα αλληλεπιδράσουν. Όποιος έχει γνώσεις ψυχολογίας μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει τη χειραγώγηση, τα κίνητρα και τους λεπτούς μηχανισμούς που ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με συγκεκριμένους τρόπους. Σίγουρα δεν υπάρχει εδώ καμία ελευθερία σε κάποιο βαθύ υπαρξιακό επίπεδο. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία για τη συζήτησή μας είναι η απουσία άμεσου καταναγκασμού.
Συνεχίζοντας τη σύγκριση με τη δουλοπαροικία, πρέπει να σημειωθεί ότι οι χρήστες διατηρούν τη δυνατότητα να μετακινούνται από τη μία πλατφόρμα στην άλλη. Στη ρωσική ιστορία, η δουλοπαροικία επικράτησε πλήρως μόνο μετά την κατάργηση της «Ημέρας του Γιούριεφ», η οποία επέτρεπε στους αγρότες να μετακινούνται από το ένα κτήμα στο άλλο.[3] Οι ίδιοι οι γαιοκτήμονες εκμεταλλεύονταν μερικές φορές αυτή την κινητικότητα, απολύοντας τους μη ικανοποιητικούς εργάτες ή προσελκύοντας αγρότες από γειτονικά κτήματα. Για τους χρήστες των ψηφιακών πλατφορμών, ωστόσο, κανείς δεν έχει καταργήσει ακόμη το αντίστοιχο της Ημέρας του Γιούριεφ. Βεβαίως, στην Κίνα καταβάλλονται σημαντικές προσπάθειες για να δεσμευτούν οι χρήστες πιο στενά σε οικοσυστήματα όπως το WeChat· εν τω μεταξύ, οι ρωσικές αρχές φαίνονται πρόθυμες να μιμηθούν ορισμένα στοιχεία αυτού του μοντέλου. Ναι, η κατάσταση στη Δύση παραμένει διαφορετική. Πράγματι, μπορούμε να παρατηρήσουμε σε πραγματικό χρόνο πώς οι χρήστες απομακρύνονται από το X (πρώην Twitter) μετά την αλλαγή των κανόνων του από τον Έλον Μασκ και τη δραματική μείωση του προσωπικού.
Ο συνδυασμός της εθελοντικής συμπεριφοράς των χρηστών, των έμμεσων πιέσεων και των συχνά ατελών μορφών χειραγώγησης δημιουργεί το ετερογενές και αντιφατικό περιβάλλον της σύγχρονης ψηφιακής ζωής. Ορισμένες κοινωνικές αντιφάσεις απλώς αναπαράγονται στο διαδίκτυο· άλλες προκύπτουν από την ίδια τη φύση των σύγχρονων τεχνολογιών της πληροφορίας. Αυτό φέρνει στο νου μια μακροχρόνια συζήτηση μεταξύ των μαρξιστών: ο προσωπικός υπολογιστής αποτελεί μέσο παραγωγής ή καταναλωτικό αγαθό;
Στην πραγματικότητα, είναι και τα δύο ταυτόχρονα. Ως αποτέλεσμα, το όριο μεταξύ χρόνου εργασίας και ελεύθερου χρόνου, που ήταν τόσο κεντρικό για τη βιομηχανική εποχή, γίνεται όλο και πιο ασαφές. Αυτή η διάκριση ήταν θεμελιώδης για τη βιομηχανική κοινωνία, αλλά πολύ λιγότερο προφανής σε πολλές προβιομηχανικές κοινωνικές δομές.
Το ζήτημα εκτείνεται πολύ πέρα από τους υπαλλήλους γραφείου που παίζουν Tetris ή σκοτώνουν εικονικά τέρατα κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας και στη συνέχεια ασχολούνται με επαγγελματικά θέματα από το σπίτι τους αφού φύγουν από το γραφείο. Πιο ουσιαστικά, γινόμαστε μάρτυρες μιας στροφής από την εκμετάλλευση απλώς της εργατικής δύναμης, δηλαδή της ικανότητας για εργασία, προς την εκμετάλλευση ολόκληρης της προσωπικότητας, συμπεριλαμβανομένων των πνευματικών και δημιουργικών ικανοτήτων της. Οι σοβιετικοί μελετητές Μαράτ Τσέσκοφ και Βίκτορ Κρύλοφ υποστήριξαν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ότι οι αναδυόμενες μορφές παραγωγής αντλούν όλο και περισσότερο από διαστάσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας που δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν σε ξεχωριστές κατηγορίες εργασίας και αναψυχής. Το αντικείμενο της εκμετάλλευσης δεν είναι πλέον απλώς η εργατική δύναμη, αλλά η ευρύτερη ανθρώπινη ικανότητα για επικοινωνία, δημιουργικότητα, γνώση και αυτοέκφραση. Επιφανειακά, η εργασία φαίνεται λιγότερο αλλοτριωμένη. Ωστόσο, στην ουσία, η αλλοτρίωση φτάνει σε ένα νέο και βαθύτερο επίπεδο.
Ουτοπία;
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Βαρουφάκη, με τίτλο «Απόδραση από τον τεχνοφεουδαρχισμό», είναι μια εξαιρετικά ευχάριστη ανάγνωση. Ωστόσο, αφήνει αναπάντητο το ίδιο το ερώτημα που θέτει ο τίτλος του: πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από την παρούσα κατάστασή μας και να προχωρήσουμε προς μια διαφορετική κοινωνική τάξη;
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου έχει τη μορφή διαλόγου με τον αποθανόντα πατέρα του συγγραφέα. Διαβάζοντας προσεκτικά αυτά τα αποσπάσματα, βρήκα τον εαυτό μου να αναπολεί ακούσια τη σχέση μου με τους γονείς μου, η οποία από πολλές απόψεις έμοιαζε με αυτή που περιγράφει ο Βαρουφάκης. Προς το τέλος, ωστόσο, μια άλλη φιγούρα από το παρελθόν εισέρχεται στην αφήγηση: ένας συντηρητικός εκκεντρικός Λονδρέζος που απαιτεί από τον έξυπνο Έλληνα να εξηγήσει πώς θα λειτουργούσε στην πράξη ο σοσιαλισμός.
Μια παμπ του Λονδίνου δεν είναι ακριβώς ο ιδανικός χώρος για τέτοιες συζητήσεις, και ο συγγραφέας παραδέχεται ειλικρινά ότι πιάστηκε απροετοίμαστος και δεν μπόρεσε να δώσει ικανοποιητική απάντηση. Αργότερα, προσπαθώντας να αναπληρώσει αυτή την χαμένη ευκαιρία, αναλαμβάνει να περιγράψει τη ζωή σε μια μελλοντική κοινωνία. Δυστυχώς, ο μεθυσμένος σκεπτικιστής του Λονδίνου είναι απίθανο να διαβάσει κάποτε το «Technofeudalism» και, ίσως, είναι απίθανο να διαβάσει οποιοδήποτε βιβλίο. Κατά συνέπεια, η ιστορία απευθύνεται για άλλη μια φορά κυρίως στον πατέρα του συγγραφέα.
Το όραμα που προκύπτει είναι αναμφισβήτητα ελκυστικό. Το ψηφιακό χρήμα μας απελευθερώνει από την εξάρτηση από τις τράπεζες, καθώς όλες οι συναλλαγές διεκπεραιώνονται μέσω ενός κοινού συστήματος εκκαθάρισης. Οι πληροφορίες είναι προσβάσιμες από όλους. Οι εικονικές πλατφόρμες ανήκουν σε τοπικές κοινότητες. Οι εταιρείες οργανώνονται με βάση την αυτοδιαχείριση των εργαζομένων. Παρόμοιες «teal οργανώσεις» υπάρχουν ήδη στον σημερινό κόσμο, αν και παραμένουν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Στην ουτοπία του Βαρουφάκη, μετατρέπονται σε συνεταιριστικούς και κοινωνικούς φορείς.
Δεν αρνούμαι ότι η ζωή σε μια τέτοια κοινωνία θα ήταν ευχάριστη. Αυτό που ξεχωρίζει αμέσως, ωστόσο, είναι η απουσία οποιασδήποτε συζήτησης σχετικά με τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, τις επενδύσεις, το ποιος αποφασίζει για τις προτεραιότητες ή τον τρόπο κατανομής των πόρων. Ο «σοσιαλισμός της αγοράς» του Βαρουφάκη αποδεικνύεται υπερβολικά προσανατολισμένος προς την αγορά, ενώ η δημοκρατία του παραμένει περιορισμένη σε μεγάλο βαθμό στη σφαίρα της παραγωγής. Οι αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις αλληλεπιδρούν κυρίως μέσω των αγορών.
Τι γίνεται όμως με το δημόσιο συμφέρον; Το άθροισμα των ιδιωτικών και ομαδικών συμφερόντων δεν ισοδυναμεί ποτέ με το συλλογικό συμφέρον της κοινωνίας. Η ιστορία του καπιταλισμού το αποδεικνύει περίτρανα.
Αν, κατά την περιγραφή της σύγχρονης τάξης πραγμάτων και της εξουσίας της ολιγαρχίας του «cloud» (την οποία, κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας αποκαλεί λανθασμένα «τεχνοφεουδάρχες»), ο Βαρουφάκης δίνει ελάχιστη προσοχή στη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου που στηρίζει την αναπαραγωγή του συστήματος, τότε, όταν στρέφεται προς τον σοσιαλισμό, παραμελεί ομοίως τους μηχανισμούς ανάπτυξης. Η εικόνα που προκύπτει είναι εντελώς στατική, όπως συμβαίνει συχνά με τα ουτοπικά οράματα. Το πρόβλημα είναι ότι, πρώτον, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι αδύνατος χωρίς δημοκρατικό σχεδιασμό· και, δεύτερον, ότι η ανάγκη για σχεδιασμό και συντονισμό των αναπτυξιακών προγραμμάτων προκύπτει από τις ίδιες τις συνθήκες της σημερινής παγκόσμιας κρίσης αναπαραγωγής, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές μας πεποιθήσεις.
Φοβάμαι ότι αν ο Βαρουφάκης επέστρεφε σε εκείνη την παμπ του Λονδίνου και συναντούσε ξανά τον μισομεθυσμένο συνομιλητή του, θα αποτύγχανε και πάλι να τον πείσει. Αναπόφευκτα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ερώτηση: «Όλα αυτά ακούγονται υπέροχα. Αλλά πώς θα φτάσουμε εκεί;» Πώς θα μετασχηματίσουμε τις υπάρχουσες εταιρείες και πλατφόρμες, αντί για τις φανταστικές; Πώς θα κοινωνικοποιήσουμε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις χρηματοπιστωτικές διαδικασίες; Η συζήτηση οδηγεί αναπόφευκτα πίσω στην πολιτική: στην επαναφορά της οικονομικής εξουσίας στους δημοκρατικούς θεσμούς και στη δημιουργία ενός γνήσιου δημόσιου τομέα στο πλαίσιο της παραγωγής.
Τέτοιου είδους ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν απλώς με τη δημιουργία ελκυστικών ουτοπιών, αν και πολλές αξιόλογες ιδέες προκύπτουν με αυτόν τον τρόπο. Μπορούν να απαντηθούν μόνο μέσω της πράξης. Και, δυστυχώς, η πολιτική πράξη της σύγχρονης αριστεράς παραμένει αδύναμη. Κατά συνέπεια, η θέση της σε τέτοιες συζητήσεις είναι επίσης αδύναμη.
Κάθε φορά που αντιμετωπίζω τέτοιου είδους ερωτήματα, υιοθετώ μια προσέγγιση σχεδόν αντίθετη από εκείνη που υιοθέτησε ο συγγραφέας του «Technofeudalism». Αντί να ξεκινώ από ένα όραμα για το μέλλον, προτείνω να συζητήσουμε τα τρέχοντα προβλήματα. Λαμβάνοντας μέτρα που μετασχηματίζουν την πραγματικότητα σήμερα, διαμορφώνουμε ταυτόχρονα τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας του αύριο. Για να αναφέρω ένα δυσάρεστο παράδειγμα, τα μέτρα που ελήφθησαν για την οργάνωση του μηχανισμού ασφαλείας της Τσέκα[4] κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου επηρέασαν την επακόλουθη εξέλιξη της σοβιετικής κοινωνίας πολύ περισσότερο από τις ιδέες του Λένιν σχετικά με τον ένοπλο λαό και την αυτοκυβέρνηση, όπως αυτές εκφράζονται στο έργο «Κράτος και Επανάσταση».
Γι’ αυτό, κάθε φορά που κάποιος με ρωτάει: «Μα πώς θα μοιάζει στην πραγματικότητα;», συνήθως προτείνω να διατυπώσουν πέντε ή έξι ζητήματα που τους απασχολούν πραγματικά και παραμένουν ανεπίλυτα στη σύγχρονη κοινωνία. Ο κατάλογος μπορεί να κυμαίνεται από την κλιματική αλλαγή και τη μετανάστευση έως την ακαδημαϊκή ελευθερία και την πρόσβαση στις ψηφιακές πλατφόρμες. Στη συνέχεια, εξηγώ, ένα προς ένα, πώς προτείνει η Αριστερά να αντιμετωπιστούν αυτά τα συγκεκριμένα προβλήματα. Αν οι απαντήσεις μου φαίνονται λογικές, ελκυστικές και, πάνω απ’ όλα, πειστικές, απλά λέω: «Τώρα βάλτε όλα αυτά μαζί». Η εικόνα που προκύπτει είναι η εικόνα μιας νέας κοινωνίας. Πιστεύω ότι ο πατέρας του Βαρουφάκη θα είχε εγκρίνει αυτή την προσέγγιση. Τουλάχιστον, ο δικός μου πατέρας με έμαθε να σκέφτομαι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο.
Ένα σημείο καμπής στην ιστορία;
Παρότι επέκρινα την προσπάθεια του Βαρουφάκη να συγκρίνει την ανάπτυξη του «cloud capital» με τη φεουδαρχία, μου είναι ωστόσο δύσκολο να αντισταθώ στον πειρασμό να επεκτείνω κι εγώ την σύγκριση αυτή, αν και με μια εντελώς διαφορετική έννοια. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο σύγχρονος ύστερος καπιταλισμός αναπαράγει πράγματι πολλές από τις δομές και τις πρακτικές που χαρακτήριζαν τον πρώιμο καπιταλισμό. Αυτό αντανακλά τον μεταβατικό χαρακτήρα της εποχής μας.
Όταν σκέφτομαι την αρχή μιας παρόμοιας μετάβασης κατά τον 15ο αιώνα, μπορώ εύκολα να φανταστώ έναν μορφωμένο Έλληνα να φτάνει από ένα παρακμάζον αλλά εξαιρετικά καλλιεργημένο Βυζάντιο για να διδάξει σε ένα πανεπιστήμιο της Δυτικής Ευρώπης, ίσως όχι ακόμα στο επαρχιακό Λονδίνο, αλλά στη μεγαλοπρεπή Μπολόνια ή ακόμα και στη Ρώμη. Παρατηρώντας τις άνευ προηγουμένου εξελίξεις που ξεδιπλώνονταν μπροστά στα μάτια τους, ίσως να προσπάθησαν να τις κατανοήσουν ανατρέχοντας σε μια ακόμη παλαιότερη ιστορική εμπειρία, δηλαδή την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Αυτό που σήμερα μας φαίνεται ως επιστροφή στη φεουδαρχία, από τη σκοπιά εκείνης της εποχής, μπορεί να έμοιαζε με την αναγέννηση της ρωμαϊκής εμπορικής κοινωνίας. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι οι φεουδαρχικές νόρμες αντικαθίσταντο ολοένα και περισσότερο από συστήματα που προέρχονταν από το ρωμαϊκό δίκαιο.
Αυτή η ιστορία του μορφωμένου Έλληνα δεν είναι εντελώς φανταστική. Η Ιταλία του 15ου αιώνα ήταν γεμάτη από διανοούμενους βυζαντινής καταγωγής, πολλοί από τους οποίους άφησαν πίσω τους μια πλούσια θεωρητική κληρονομιά που, δυστυχώς, έχει σήμερα σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί. Γιατί αναφέρω όλα αυτά; Όχι απλώς για να καταλήξω στην κοινότυπη διαπίστωση ότι «δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο». Μάλλον, για να μας υπενθυμίσω ότι, παρά όλες τις συγκρούσεις, τις κρίσεις και τα δεινά εκείνης της παλαιότερης μεταβατικής εποχής, η ανθρωπότητα τελικά κατέληξε σε μια κοινωνική τάξη που σήμερα επικρίνουμε σφοδρά, η οποία όμως άνοιξε νέες δυνατότητες για ανάπτυξη και ελευθερία. Μπορεί κανείς να ελπίζει ότι το ίδιο θα συμβεί και πάλι.
*****
Πρόσθετες παρατηρήσεις σχετικά με το φεουδαρχικό ενοίκιο
Αυτή είναι η απάντηση του Καγκαρλίτσκι στο αίτημα του Spichka για διευκρίνιση σχετικά με το αν η καταναγκαστική εργασία και το ενοίκιο μπορούν να χαρακτηριστούν ως «φεουδαρχικό ενοίκιο γης», όπως συχνά έκαναν οι σοβιετικοί μαρξιστές.
Η βασική έννοια στο φεουδαρχικό δίκαιο δεν είναι η ιδιοκτησία, αλλά η κατοχή. Παρεμπιπτόντως, η έννοια αυτή υπήρχε και στο προεπαναστατικό ρωσικό δίκαιο. Η κατοχή ήταν υπό όρους και περιορισμένη. Παράλληλα με αυτήν υπήρχε μια άλλη θεμελιώδης έννοια: οι υποχρεώσεις. Τόσο η υποχρεωτική εργασία όσο και το φέουδο αποτελούσαν υποχρεώσεις. Επιπλέον, μπορούσαν να υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη υποχρεώσεων, που επιβάλλονταν σε συγκεκριμένες οικογένειες, κοινότητες ή ομάδες. Ορισμένες από αυτές τις υποχρεώσεις δεν ήταν καθόλου οικονομικές ή, τουλάχιστον, δεν είχαν σχέση με την απόσπαση του πλεονάσματος.
Για παράδειγμα, οι καθηγητές του New College στην Οξφόρδη υποχρεούνται να επιβλέπουν την κατάσταση των τειχών της πόλης. Ο συγγενής και συνάδελφός μου, Αντρέι Ζόριν, παραπονιόταν πικρά γι’ αυτό όσο εργαζόταν εκεί. Έπρεπε να σκαρφαλώνει στα τείχη, να τα επιθεωρεί για τυχόν φθορές, να συντάσσει λεπτομερείς εκθέσεις και ούτω καθεξής. Ωστόσο, τα τείχη παραμένουν όρθια από τον 13ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Οι φεουδάρχες, με τη σειρά τους, είχαν υποχρεώσεις απέναντι στις τοπικές κοινότητες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν ρυθμίσεις για την κοινή χρήση πόρων, κυνηγετικών περιοχών και άλλων κοινών περιουσιακών στοιχείων. Ένας ιππότης, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να οχυρώσει το κάστρο του χωρίς την άδεια του ανώτερου φεουδάρχη του. Χρειαζόταν αυτό που ήταν γνωστό ως «άδεια οχύρωσης».
Από τα τέλη του 12ου αιώνα, ωστόσο, οι φεουδάρχες επιδίωκαν όλο και περισσότερο να μετατρέψουν την κατοχή σε ιδιοκτησία. Με άλλα λόγια, προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις που συνδέονταν με την κατοχή και να ιδιωτικοποιήσουν ουσιαστικά τα περιουσιακά στοιχεία που τους είχαν ανατεθεί. Ταυτόχρονα, οι υποχρεώσεις των αγροτών μετατρέπονταν όλο και περισσότερο σε χρηματικές πληρωμές. Τα παραδοσιακά καθήκοντα σε είδος αντικαταστάθηκαν από χρηματικές πληρωμές. Οι αγρότες αντιστάθηκαν σθεναρά σε αυτή τη διαδικασία, καθώς συχνά δεν είχαν πρόσβαση σε ασημένια νομίσματα. Στην ουσία, ο φεουδάρχης ωθούσε το αγροτικό πληθυσμό στην αγορά, τόσο κυριολεκτικά όσο και οικονομικά. Μέσω αυτής της διαδικασίας, η ύπαιθρος υποτάχθηκε στην πόλη, και οι παραδοσιακές κοινωνικές σχέσεις έδωσαν όλο και περισσότερο τη θέση τους σε σχέσεις της πόλης, αστικές σχέσεις. Οι αγρότες αντιστάθηκαν.
Οι θρύλοι του Ρομπέν των Δασών δεν αφορούν πρωτίστως το να ληστεύει τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς. Περιγράφουν, με μεγάλη λεπτομέρεια, την αντίσταση στον εκχρηματισμό και την ιδιωτικοποίηση. Αυτό περιελάμβανε την αντίσταση στην είσπραξη φόρων σε χρήμα, ένα από τα σημαντικότερα μέσα των μεταρρυθμίσεων με προσανατολισμό στην αγορά που προωθούσε το κράτος. Η χρονολογία των ιστοριών του Ρομπέν των Δασών είναι αποκαλυπτική. Στις παλαιότερες εκδοχές, τα γεγονότα τοποθετούνται στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα. Σε μεταγενέστερες αναδιατυπώσεις, ωστόσο, μεταφέρονται πίσω στο τέλος του 12ου και στις αρχές του 13ου αιώνα. Γιατί; Πιθανώς επειδή, μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα, η αντίσταση στον εκχρηματισμό είχε σε μεγάλο βαθμό κατατροπωθεί, και αυτοί οι αγώνες είχαν ήδη γίνει «ιστορίες ενός μακρινού παρελθόντος».
Ο σοβιετικός μαρξισμός είχε γενικά εξαιρετικά απλουστευμένες —και συχνά ανακριβείς από πλευράς γεγονότων— αντιλήψεις για τη φεουδαρχία. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στις προσπάθειες να παρουσιαστεί η ρωσική δουλοπαροικία του 18ου και 19ου αιώνα ως «υπόλειμμα της φεουδαρχίας» και όχι ως μορφή καταναγκαστικής εργασίας χαρακτηριστική του εμπορικού καπιταλισμού, σύμφωνα με την ερμηνεία του Μιχαήλ Ποκρόφσκι.
Πρώτη Δημοσίευση: Spichka
Σημειώσεις:
[1] Ο όρος «Δεύτερη Δουλοπαροικία» αναφέρεται στην εντατικοποίηση της εργασίας των δουλοπαρόικων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μεταξύ του 16ου και του 19ου αιώνα, σε μια εποχή που η δουλοπαροικία εξασθενούσε ή εξαφανιζόταν σε μεγάλο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Οι ιστορικοί συχνά τη συνδέουν με την επέκταση της γεωργικής παραγωγής με προσανατολισμό στις εξαγωγές.
[2] Ο Μιχαήλ Ποκρόφσκι (1868-1932) ήταν ένας από τους σημαντικότερους σοβιετικούς μαρξιστές ιστορικούς, ο οποίος ερμήνευσε τη ρωσική δουλοπαροικία ως μια μορφή καταναγκαστικής εργασίας που συνδέεται με την ανάπτυξη του εμπορικού καπιταλισμού και όχι απλώς ως κατάλοιπο του μεσαιωνικού φεουδαρχισμού.
[3] Η «Ημέρα του Γιούριεφ» ήταν μια περίοδος στη μεσαιωνική Ρωσία κατά την οποία οι αγρότες είχαν το νόμιμο δικαίωμα να αποχωρήσουν από έναν γαιοκτήμονα και να μεταβούν σε άλλον. Η σταδιακή κατάργηση αυτού του δικαιώματος μεταξύ των τελών του 16ου και του 17ου αιώνα αποτέλεσε ένα καθοριστικό βήμα για την εδραίωση της ρωσικής δουλοπαροικίας.
[4] Η Τσέκα ήταν η πρώτη σοβιετική μυστική αστυνομία και υπηρεσία κρατικής ασφάλειας, η οποία ιδρύθηκε το 1917 κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Οι οργανωτικές δομές και οι μέθοδοί της άσκησαν διαρκή επιρροή στην εξέλιξη του σοβιετικού κράτους.