Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2022 23:40

Η νέα φάση του πολέμου στην Ουκρανία, η διεθνής κατάσταση και οι επαναστατικές προοπτικές - του Χρήστου Κεφαλή*

Γράφτηκε από

Η νέα φάση του πολέμου στην Ουκρανία, η διεθνής κατάσταση και οι επαναστατικές προοπτικές

του Χρήστου Κεφαλή*

Τους τελευταίους μήνες οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία αναπτύχθηκαν περαιτέρω, καθώς ο ίδιος ο πόλεμος αλλά και ο ευρύτερος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πέρασαν σε νέα φάση. Από τη μια μεριά, η σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τους Δυτικούς μεταφράστηκε σε μια γενικευμένη ενεργειακή κρίση στην ΕΕ, που ενόψει του επερχόμενου χειμώνα ανησυχεί βαθιά τις ευρωπαϊκές ελίτ κυοφορώντας μεγάλες κοινωνικές αναταράξεις. Από την άλλη, οι πρόσφατες ήττες της Ρωσίας στα μέτωπα της Ουκρανία φανέρωσαν την εσωτερική αστάθεια και σαθρότητα του καθεστώτος Πούτιν. Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο γενικότερα βρισκόμαστε σε μια φάση εντεινόμενων κλυδωνισμών του καπιταλισμού, οι οποίες παράγουν μια νέα παγκόσμια κρίση και, με τη μια ή την άλλη αφορμή, προκαλούν ήδη εξεγέρσεις σε αρκετές χώρες. Μόνο στη διάρκεια του 2022 είχαμε τις συνεχιζόμενες μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν, με αφορμή τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί, και λαϊκές εισβολές σε κοινοβούλια στο Ιράκ, τη Λιβύη, τη Σρι Λάνκα, κ.ά.

Οι εξελίξεις αυτές θέτουν σε δοκιμασία τις εκτιμήσεις για τον ουκρανικό πόλεμο στο χώρο της επαναστατικής, κομμουνιστικής αριστεράς. Τι επιβεβαιώθηκε και τι διαψεύστηκε από τις αρχικές αναλύσεις; Και τι υπάρχει μπροστά από δω και πέρα μέσα στις διεθνείς εξελίξεις που πυροδοτεί ο πόλεμος; Στα ερωτήματα αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ένα στοιχειώδες επίπεδο στο παρόν άρθρο.

Εκτιμήσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία

Όπως είναι γνωστό, τρεις βασικές θέσεις έχουν διατυπωθεί αναφορικά με τον ουκρανικό πόλεμο από τις εγχώριες κομμουνιστικές ομάδες και ρεύματα.

Η πρώτη καλεί σε συστράτευση με τη Ρωσία, επειδή υπονομεύει την κυριαρχία των Δυτικών που στην παρούσα φάση είναι, υποστηρίζεται, ο κύριος εχθρός. Με την άποψη αυτή, πέρα από ομάδες που έχουν περάσει στο χώρο του εθνικισμού και της ακροδεξιάς, όπως η Ίσκρα του Λαφαζάνη, συντάσσονται η ΛΑΕ, το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο και μεμονωμένοι διανοούμενοι στο στιλ των Λ. Βατικιώτη, Β. Λιόση, Δ. Πατέλη, κ.ά.

Η δεύτερη θέση χαρακτηρίζει τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και από τις δυο μεριές, μια σύγκρουση ανάμεσα στο ρωσικό και το νατοϊκό ιμπεριαλισμό, του οποίου πιόνι αποτελεί η Ουκρανία, και καλεί σε επαναστατικό αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Υποστηρίζεται πιο ισχυρά από το ΚΚΕ και το ΝΑΡ. Την υιοθετούν ακόμη αρκετές ομάδες του τροτσκιστικού χώρου, όπως οι ΟΚΔΕ, ΟΚΔΕ Σπάρτακος, ΣΕΚ, Κόκκινο Νήμα και ΔΕΑ και μεμονωμένοι διανοούμενοι όπως ο Δ. Καλτσώνης. Με αυτή τη γραμμή εν μέρει συμβαδίζουν και οργανώσεις όπως το Ξεκίνημα και η Κομμουνιστική Τάση, που όμως συζητούν πιο ανοικτά το θέμα.

Η τρίτη άποψη θεωρεί τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό μόνο από τη μεριά της Ρωσίας· η Ουκρανία, ανεξάρτητα από τους δεσμούς με τη Δύση, υπερασπίζει σε αυτό τον πόλεμο την εθνική της ύπαρξη. Αυτή η θέση υποστηρίζεται διεθνώς από αρκετές ομάδες σε διάφορες χώρες και διανοούμενους όπως ο Τσόμσκι. Στην Ελλάδα είναι αρκετά μειοψηφική, υποστηριζόμενη από την elaliberta, το Διεθνές Βήμα, καθώς και από τον γράφοντα· το ΜΕΡΑ25 στον ευρύτερο αριστερό ριζοσπαστικό χώρο στέκει επίσης σε μια παρόμοια θέση.

Τέλος, κάποιες ομάδες, όπως η ΚΟΕ και το ΕΕΚ κράτησαν μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη άποψη, καταδικάζοντας γενικά τους ιμπεριαλιστές, αλλά πιο ισχυρά τις ΗΠΑ από τη Ρωσία.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των γεγονότων της τρέχουσας περιόδου και η ευρύτερη εικόνα δεν εξαντλείται σε αυτόν. Είναι όμως ένας ζωτικός κρίκος, ώστε η εκτίμηση για τον ουκρανικό πόλεμο θέτει καίρια θεωρητικά προβλήματα που άπτονται του μαρξιστικού ή μη χαρακτήρα των προσεγγίσεων για τον ιμπεριαλισμό και τις οξυνόμενες αντιθέσεις του. Τελικό κριτήριο για την ορθότητα της μιας ή της άλλης άποψης δεν μπορεί παρά να είναι η ίδια η ιστορική πράξη· αυτό όμως περιλαμβάνει μια νηφάλια, χωρίς αγκυλώσεις και επαναστατικές φρασεολογίες, αποτίμησή της.

Σε μια φάση συνεχιζόμενης κρίσης και αποσύνθεσης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος πρέπει να ξεκινάμε από την αφετηρία ότι οι προσφερόμενες απαντήσεις δεν ανταποκρίνονται κατά κανόνα στις μαρξιστικές αξιώσεις που τις συνοδεύουν.

Η αναπτυσσόμενη κρίση στη Ρωσία

Στην παλιότερη αρθρογραφία μας στο σάιτ του Ξεκινήματος και το elaliberta είχαμε επισημάνει την αναλογία ανάμεσα στον πόλεμο στην Ουκρανία και το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905. Σε εκείνο τον πόλεμο, επιχειρηματολογούσαμε, η ήττα της τσαρικής Ρωσίας ενίσχυε την αναπτυσσόμενη ρωσική επανάσταση και γι’ αυτό την υποστήριζαν ο Λένιν και οι πρωτοπόροι σοσιαλιστές της εποχής. Εντελώς παρόμοια, η ήττα της Ρωσίας στον τωρινό ουκρανικό πόλεμο θα αποκαλύψει τη σήψη της βοναπαρτιστικής δικτατορίας του Πούτιν, πυροδοτώντας εξελίξεις που μπορεί να οδηγήσουν στην ανατροπή της μέσα από μια δημοκρατική λαϊκή επανάσταση· μια νίκη της Ρωσίας, αντίθετα, δεν θα είχε κανένα θετικό αντίκτυπο στην Ευρώπη ή αλλού [i].

Η πρόσφατη στροφή στον ουκρανικό πόλεμο, με τις εντυπωσιακές στρατιωτικές ήττες της Ρωσίας στο μέτωπο του Χαρκόβου και την ηχηρή αποτυχία της επιστράτευσης του Πούτιν, έρχονται να επιβεβαιώσουν εκείνες τις εκτιμήσεις. Τα γεγονότα αυτά φέρνουν σε φως την εσωτερική κρίση, τη διαφθορά και τη φαυλότητα του καθεστώτος Πούτιν, σε βαθμό μάλιστα μεγαλύτερο από όσο θα ανέμενε κανείς με μια τυποποιημένη εξέταση.

Το ότι μια ισχυρή ουκρανική αντεπίθεση άρκεσε για να ανατραπεί χωρίς σχεδόν καμιά δυσκολία ή αντίσταση το ρωσικό μέτωπο είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να προσπεραστεί. Ακόμη περισσότερο, οι ίδιοι οι επίσημοι σχολιαστές του Πούτιν διαβλέπουν σήμερα μια κατάσταση στη Ρωσία που θυμίζει έντονα εκείνη μετά τις ρωσικές ήττες στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο το 1905 ή πριν το Φλεβάρη του 1917.

Διαφωτιστικές από αυτή την άποψη είναι οι παρατιθέμενες σε ένα άρθρο στο in.gr κρίσεις του Α. Κοτς, Ρώσου πολεμικού ανταποκριτή για την Κομσομόλσκαγια Πράβντα:

«Ο Ρώσος πολεμικός ανταποκριτής Αλεξάντερ Κοτς συνέκρινε τη σημερινή κατάσταση με την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 που ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β΄ και άνοιξε το δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές. Η Ρωσική Αυτοκρατορία έχασε “έναν πόλεμο νεύρων” επειδή “στα μετόπισθεν υπήρχαν δισταγμοί, κατάθλιψη, αναζήτηση εσωτερικών εχθρών”, έγραψε ο δημοσιογράφος της Komsomolskaya Pravda στο Telegram τη Δευτέρα. “Το χρειαζόμαστε 100 χρόνια αργότερα;”, ρώτησε» [ii] .

Ο Κοτς είναι ένας βραβευμένος από το καθεστώς Πούτιν πολεμικός ανταποκριτής, που έχει καλύψει κρίσιμες ρωσικές επιχειρήσεις στο παρελθόν, μεταξύ άλλων στη Λιβύη (όπου κατηγορήθηκε για πράκτορας του Καντάφι), τη Συρία, τη Γεωργία και τώρα στην Ουκρανία. [iii]  Φυσικά, όπως όλοι οι συστημικοί γεωπολιτικοί αναλυτές, βλέπει μόνο την εξωτερική όψη των γεγονότων. Ως αποτέλεσμα οι ήττες της τσαρικής Ρωσίας στον πόλεμο και η επαναστάσεις που ακολούθησαν το 1905 και το 1917 του φαίνονται σαν προϊόν κάποιων τυχαίων δισταγμών και έλλειψης αποφασιστικότητας από τη μεριά του τσάρου· το ότι το τσαρικό καθεστώς δεν είχε τις βάσεις και την πραγματική ισχύ ώστε η αποφασιστικότητα των τσάρων (που σίγουρα δεν έλειπε) να φέρει ιστορικό αποτέλεσμα διαφεύγει πλήρως από το οπτικό του πεδίο. Αλλά το γεγονός ότι ένας τέτοιος παρατηρητής συγκρίνει την κατάσταση στη Ρωσία με εκείνη πριν από τις επαναστάσεις του 1905 και του Φλεβάρη του 1917 έχει από μόνο του βαρύνουσα σημασία, εκθέτοντας το βάθος της κρίσης και την έλλειψη προοπτικών του καθεστώτος.

Ο Κοτς δεν είναι ο μόνος σχολιαστής που προβαίνει σε τέτοιες εκτιμήσεις. Στο ίδιο άρθρο παρατίθενται οι ταυτόσημες απόψεις του Ν. Μιτρόκιν, Ρώσου προοδευτικού πανεπιστημιακού στη Βρέμη. Ο Μιτρόκιν περιγράφει το κλίμα της αποθάρρυνσης και των αμοιβαίων κατηγοριών στα ανώτατα κλιμάκια της ρωσικής ηγεσίας, διαβλέποντας μια επικείμενη επέκταση της αμφισβήτησης στο πρόσωπο του ίδιου του Πούτιν ως προοίμιο για μια επαναστατική εξέλιξη:

«Παρατηρητές συμφωνούν μαζί του [με τον Κοτς]. “Η διάθεση μεταξύ των Ρώσων στρατιωτών μοιάζει με τον πανικό που ακολούθησε τις απώλειες της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου”, δήλωσε ο Μιτρόκιν του Πανεπιστημίου της Βρέμης. “Απογοήτευση στα ανώτατα κλιμάκια, άμεσες κατηγορίες για προδοσία, λεκτικές επιθέσεις σε διοικητές – αυτό είναι το πρώτο στάδιο”, είπε. “Αυτό που ακολουθεί είναι η απογοήτευση από τον αρχιστράτηγο, ο οποίος δεν μπορεί να βελτιώσει τίποτα”, τόνισε. “Το τρίτο στάδιο είναι επαναστατικό με τον ήδη χαμένο πόλεμο στο παρασκήνιο”. “Δεν είναι μακριά” οι δηλώσεις ενάντια στον Πούτιν»[iv] .

Τέλος, στοιχεία της ρωσικής αστικής αντιπολίτευσης, όπως ο επιχειρηματίας Γκ. Γκουντκόφ, συμμερίζονται τις ίδιες προβλέψεις:

«Ένας εξόριστος ηγέτης της αντιπολίτευσης», διαβάζουμε παραπέρα, «πιστεύει ότι το κύμα της κριτικής θα στραφεί σύντομα κατά του Πούτιν. “Περιμέναμε εδώ και καιρό να αρχίσει η εσωτερική διαμάχη και άρχισε”, δήλωσε ο Γκενάντι Γκουντκόφ στο Al Jazeera. “Δεν υπάρχουν ακόμη δηλώσεις κατά του Πούτιν, αλλά δεν είναι μακριά”, δήλωσε ο αξιωματούχος που εκδιώχθηκε από την Κρατική Δούμα, την κάτω βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου, για την κριτική του στις πολιτικές του Πούτιν. “Οι πρώτες πέτρες ρίχνονται, αλλά όχι κατά του Πούτιν, αλλά μόνο κατά της κουστωδίας του”, σημείωσε. Μάλιστα, προέβλεψε εκκαθαρίσεις ορισμένων από τους στρατηγούς που πολεμούν στην Ουκρανία. “Μέχρι στιγμής, είναι οι Καντίροφ, Πριγκόζιν που εκφράζουν την ευθύνη, αλλά σύντομα, θα πρέπει να πουν ποιος θα ‘διοριστεί’ αποδιοπομπαίος τράγος”, δήλωσε ο Γκουντκόφ. Συνέκρινε την κατάσταση με τον καταστροφικό ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905, όταν οι στρατοί του τσάρου υπέστησαν μια καταστροφική ήττα. “Η Ιαπωνία θεωρήθηκε ως ένας αδύναμος αντίπαλος, ένας αδύναμος εχθρός”, δήλωσε ο Γκουντκόφ. “Ο πόλεμος ήταν απαραίτητος για να επιστρέψει η δημόσια εμπιστοσύνη, τα ποσοστά αποδοχής, το φθίνον μεγαλείο της αυτοκρατορίας”, πρόσθεσε. Ο πόλεμος πυροδότησε την πρώτη ρωσική επανάσταση του 1905, η οποία οδήγησε στην επανάσταση του 1917, με ό, τι κι αν σημαίνει αυτό»[v] .

Είναι σαφές ότι σοβαροί αναλυτές από όλο το ρωσικό πολιτικό φάσμα, απολογητές του Πούτιν, αστοί πολιτικοί και προοδευτικοί διανοούμενοι, διαβλέπουν, ως αποτέλεσμα των ρωσικών ηττών, την ανάπτυξη ήδη μιας κατάστασης που θα κυοφορεί επαναστατικές δυνατότητες, μιας κατάστασης ανάλογης με εκείνη που γνώρισε η Ρωσία στις παραμονές των επαναστάσεων του 1905 και του 1917. Για κάθε έντιμο κομμουνιστή ακτιβιστή, που θέλει να στέκει στο έδαφος του μαρξισμού, αυτό δεν μπορεί παρά να έχει δυο σοβαρές συνέπειες. Η πρώτη αφορά στο επιθυμητό της ήττας της Ρωσίας στο συγκεκριμένο πόλεμο, την αναγνώριση ότι η ήττα του Πούτιν είναι η έκβαση που συμφέρει το κομμουνιστικό κίνημα. Και η δεύτερη αφορά στον αποστατικό ρόλο όσων μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα υποστηρίζουν τη Ρωσία.

Για την υποστήριξη της Ρωσίας

Στην παρούσα περίοδο η υποστήριξη της Ρωσίας στον πόλεμο με την Ουκρανία είναι μια φόρμουλα αποστασίας, ανοικτού περάσματος στην αντίδραση –και μάλιστα στην άκρα αντίδραση– κινηματικών ομάδων και ατόμων που απέτυχαν να σταθούν πραγματικά σαν μαρξιστές και κομμουνιστές στα προηγούμενα στάδια, ακόμη και αν εξακολουθούν σε κάποιες περιπτώσεις να το φτιασιδώνουν με επικλήσεις του αριστερού και κομμουνιστικού τους παρελθόντος. Ακόμη περισσότερο, όσοι διανοούμενοι, πολιτικοί, κοκ, από τον ευρύ κομμουνιστικό χώρο παίρνουν το μέρος της Ρωσίας στην πραγματικότητα εργάζονται σήμερα για την αντίδραση και το φασισμό.

Πάνω σε αυτό το κρίσιμο σημείο, αντί για οποιαδήποτε ανάλυση, θα παραθέσουμε το εξαιρετικό, πραγματικά υποδειγματικό και καταλυτικό σχόλιο ενός απλού ακτιβιστή σε προφίλ στο facebook:

«Η στράτευση ενός τμήματος της κομμουνιστικής αριστεράς με τη Ρωσία, με τη Κίνα, τη Βόρεια Κορέα και τα λοιπά (ή ακόμα χειρότερα, με τον ελληνικό εθνικισμό), η εκ μέρους τους αντικατάσταση της πολιτικής και της ταξικής πάλης με τη γεωπολιτική ανάλυση, τα έθνη και τις κρατικές διαμάχες/συγκρούσεις, και φυσικά η ελπίδα για τη πιθανότητα ενός νέου πολέμου, ουσιαστικά η ηδονή της Δυστοπίας, της ολοκληρωτικής καταστροφής και της μηδενιστικής εξαφάνισης (''κιμ πάτα το'' κλπ) δεν είναι τίποτα άλλο από έκφραση και σύμπτωμα της έλλειψης πίστης στη δυνατότητα της ιστορικής και πραγματικής ανθρώπινης χειραφέτησης,

Όταν βαθιά μέσα σου δε πιστεύεις πια στη δυνατότητα της ανθρωπότητας να χειραφετηθεί, στο σοσιαλισμό και στο κομμουνισμό, σου μένουν τρεις επιλογές: Να αλλάξεις στρατόπεδο, να αποσυρθείς στη μελαγχολία και την ιδιώτευση, ή να αντικαταστήσεις το όραμα με κάτι άλλο, πιο στέριο και κοντινό, πιο πρακτικό.

Και αυτό βλέπουμε στη περίπτωση τους: Εφόσον δεν υπάρχει πλέον Ε.Σ.Σ.Δ/Κίνα/Αλβανία ή όποιο άλλο Κέντρο-Πατριάρχης, προτιμούν να ορκιστούν πίστη στις ερζάτς εκδοχές τους παρά να αντικρίσουν το επικίνδυνο φως του αυτεξούσιου και αυτόνομου.

Και εφόσον βαθιά μέσα τους θεωρούν πως πλέον δεν υπάρχει πραγματικά περίπτωση να νικήσουν (και πώς να νικήσουν όταν μόνοι τους έχουν παράξει τις προϋποθέσεις της αποτυχίας τους), προτιμούν να καταστραφεί ο ίδιος ο κόσμος παρά να αντιμετωπίσουν τη ματαίωση.

Ψυχολογικά μιλώντας τους καταλαβαίνω και τους αναγνωρίζω γιατί βρίσκονται στη θέση αυτή. Πολιτικά όμως όχι απλά τους απεχθάνομαι, αλλά τους θεωρώ και το μεγαλύτερο κίνδυνο εντός του σώματος του ανταγωνιστικού κινήματος.

Γιατί αν ήταν απλά ζήτημα γραφικότητας και κατάντιας πάει και έρχεται, απλά θα τους οικτιρούσα. Όμως η ζημιά που κάνουν είναι πολύ μεγαλύτερη από μια ας πούμε απλή πολιτική διαφωνία και διαφορά γραμμής. Θα επιμείνω μόνο σε μία –κατά τη γνώμη μου τη σημαντικότερη– εκ των επιπτώσεων της στάσης τους:

To Φασισμό.

Ναι, είπα τη λέξη που δε πρέπει να σχετικοποιούμε, και την είπα με πλήρη γνώση της βαρύτητας της. Αυτή η “αριστερά” θα αποτελέσει ένα από τα δημιουργά και συστατικά στοιχεία του σύγχρονου φασισμού που ξανά έρχεται, όπως στο Μεσοπόλεμο οι απογοητευμένοι σοσιαλιστές, οι εθνικοί συνδικαλιστές και οι σοσιαλσοβινιστές που διάλεξαν στρατόπεδα στον Α΄ Π.Π. αποτέλεσαν το πρόπλασμα και τους προπομπούς του τότε νεόδμητου φασισμού, αν όχι πολλές φορές και τους ηγέτες του.

Οπότε ναι, η διολίσθηση στον εθνικισμό, τη κρατική σκέψη και τη (κακώς εννοούμενη) γεωπολιτική, στον αποκαλυπτικό μηδενισμό, μπορεί να είναι εξηγήσιμα φαινόμενα ως ψυχικές αναπληρώσεις, αλλά πρέπει να είναι και αντιμετωπίσιμα ως τα πολιτικά καρκινώματα που είναι. Και ήδη έχουμε αργήσει».

Όσοι στον ουκρανικό πόλεμο παίρνουν το μέρος της Ρωσίας, Λαφαζάνης, στελέχη της ΛΑΕ, παραστρατημένοι διανοούμενοι α λα Βατικιώτη, Λιόση, κ.ά., αντικειμενικά είναι υποχείρια της αντίδρασης και του φασισμού. Το ότι ορισμένοι υιοθετούν και εκπληρώνουν ενεργητικά αυτό το ρόλο (π.χ., ο Λαφαζάνης, στο σάιτ του οποίου, την Ίσκρα, παρελαύνουν κάθε λογής φασιστοειδή τύπου Γκρίφιν και Ντούγκιν, πογκρομιστικά τσιράκια του Πούτιν, εγχώριοι εθνικιστές και αντιδραστικοί, κοκ, επίσης οι Λιόσης, Πατέλης) ενώ κάποιοι άλλοι παθητικά (π.χ., ορισμένα στελέχη της ΛΑΕ, που στηρίζουν μηχανικά τη Ρωσία για να κρύβουν την απαξία που επέδειξαν μη εναντιούμενοι στις κατευθύνσεις του Λαφαζάνη και επιτρέποντάς του να τους εκμηδενίσει σαν κόμμα, επίσης ο Βατικιώτης, κ.ά.) δεν κάνει καμιά αντικειμενική διαφορά. Η σημασία του είναι το πολύ υποκειμενική. Συνίσταται στο γεγονός ότι άνθρωποι όπως ο Λαφαζάνης δεν έχουν πια καμιά δυνατότητα να ανακρούσουν πρύμνα, ενώ μερικά στελέχη της ΛΑΕ μπορεί να έχουν ακόμη ένα μικρό τελευταίο περιθώριο να προβούν σε μια έντιμη αυτοκριτική. Και, όπως σωστά συμπεραίνει ο παραπάνω ακτιβιστής, δεν υπάρχει τίποτε πιο επείγον, τίποτε πιο επιτακτικό σήμερα από το να εκθέσουμε και να ξεριζώσουμε αυτά τα καρκινώματα.

Η καταγγελία του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού από το ΚΚΕ

Από τις θέσεις, γενικά πανομοιότυπες, κομμάτων και ομάδων που χαρακτηρίζουν τον πόλεμο στην Ουκρανία ιμπεριαλιστικό, θα σταθούμε σε εκείνες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Ο λόγος είναι ότι το ΚΚΕ είναι η πιο ισχυρή δύναμη, με τη μεγαλύτερη πολιτική επίδραση τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας, ώστε να μπορεί κανείς να διακρίνει ευκολότερα το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της θέσης, φέροντας μια σύνδεση με την ευρύτερη πορεία του.

Η ηγεσία Κουτσούμπα πήρε στον πόλεμο της Ουκρανίας μια θέση καταδίκης όλων των ιμπεριαλιστών η οποία –και αυτό την καθιστά επικίνδυνη– φαινομενικά αναπαράγει τη διεθνιστική στάση των Μπολσεβίκων στον πόλεμο του 1914-18: καταδίκη του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού και από τις δυο πλευρές, έκκληση στους λαούς να κινητοποιηθούν ενάντια στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο, κοκ. Η αναλογία, ωστόσο, είναι μόνο φαινομενική. Παραβλέπει ότι σήμερα δεν έχουμε φτάσει ακόμη σε μια κατάσταση όπως εκείνη στα 1914, όπου οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές έχουν γίνει τόσο οξείς και καθολικοί, ώστε κάθε επιμέρους γεγονός να εντάσσεται σε αυτούς, ως μέρος ενός ήδη διεξαγόμενου γενικού πολέμου τους.

Στην Ουκρανία δεν έχουμε ακόμη ένα γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αλλά έναν τοπικό πόλεμο, ανάμεσα σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη, τη Ρωσία, και μια μη ιμπεριαλιστική χώρα, την Ουκρανία. Η τελευταία, όταν δέχτηκε την επίθεση και ακόμη σήμερα, δεν ήταν μέλος του ΝΑΤΟ ούτε της ΕΕ, ώστε η παρουσίασή της ως πιονιού των Δυτικών για να στηριχτεί η εκτίμηση περί ιμπεριαλιστικού πολέμου διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Επιπλέον, πέρα από τους ιμπεριαλιστές, στην Ουκρανία υπάρχει και ο ουκρανικός λαός, ένα πλειοψηφικό μέρος του οποίου κινητοποιήθηκε ενάντια στους εισβολείς.

Η εκτίμηση της ηγεσίας Κουτσούμπα περί ιμπεριαλιστικού πολέμου ομογενοποιεί έτσι τεχνητά μια διεθνή και εσωτερική ουκρανική πραγματικότητα η οποία είναι αρκετά διαφοροποιημένη. Αυτή η ομογενοποίηση εμπλέκει τουλάχιστον τρεις κρίσιμες διαστρεβλώσεις της κατάστασης. Κατά πρώτο λόγο, παραβλέπει πλήρως την ύπαρξη του ουκρανικού λαού και την αντίστασή του στην εισβολή. Κατά δεύτερο, εμφανίζει την έκβαση του πολέμου ως κάτι αδιάφορο, ενώ, όπως εκτέθηκε, οι συνέπειες σε περίπτωση νίκης της Ρωσίας ή της Ουκρανίας θα είναι αρκετά διαφορετικές. Και κατά τρίτο, παραβλέπει τη διαφορά ανάμεσα στις μερίδες της αστικής τάξης που κυριαρχούν στη Ρωσία και την ΕΕ, ότι το καθεστώς Πούτιν είναι μια παραλλαγή του λεπενισμού, ένας ιμπεριαλιστικός βοναπαρτισμός, ενώ στην ΕΕ κυριαρχεί ακόμη η παραδοσιακή, φιλελεύθερη αστική πτέρυγα.

Από αυτή την τελευταία άποψη, η νίκη της Ρωσίας ή και η παράταση του πολέμου μπορεί να έχει μόνο ένα αποτέλεσμα: να δώσει ώθηση στις ακροδεξιές δυνάμεις στην Ευρώπη. Σήμερα διαγράφεται ήδη μια τέτοια τάση, με τους ακροδεξιούς να ενισχύονται στις πρόσφατες εκλογές σε Σουηδία και Ιταλία, εν μέρει στη Γαλλία, τη Βουλγαρία, κ.λπ., ώστε η διαφορά ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα να μην είναι αδιάφορη για το κομμουνιστικό κίνημα. Ακόμη και αν η αναπτυσσόμενη πολύπλευρη κρίση θα πυροδοτήσει οπωσδήποτε ριζοσπαστικά κινήματα ευρείας κλίμακας στα αμέσως επόμενα χρόνια, συνιστά τυχοδιωκτισμό να παραβλέπονται τέτοιες αντιθέσεις και κίνδυνοι όσο τα κινήματα δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί.

Ιστορικά, οι τεχνητές ομογενοποιήσεις της πραγματικότητας ήταν το σήμα κατατεθέν του δογματισμού, ιδιαίτερα του σταλινισμού, αλλά και διαφόρων αριστερίστικων ομάδων. Στην περίπτωση του ΚΚΕ λειτουργεί, όπως γινόταν και στο παρελθόν, σαν ένα ξόρκισμα για την από μέρους του αποκήρυξη των μεγάλων σύγχρονων κινημάτων του 2011-12 (Πλατείες, αραβικές εξεγέρσεις) και για την αναπαραγωγή της ίδιας στάσης στο σήμερα. Η θέση που πήραν απέναντι στη λαϊκή εξέγερση στο Ιράν, παρέχει το πιο πρόσφατο δείγμα αυτής της αποστασίας. Σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ καταδίκασαν μεν το ιρανικό καθεστώς αλλά αρνήθηκαν να εκφράσουν οποιαδήποτε αλληλεγγύη στο κίνημα και να θέσουν ζήτημα ανατροπής της δικτατορίας των μουλάδων, ενώ η ειδησεογραφία του Ριζοσπάστη κινήθηκε σε ένα επίπεδο ουδετερότητας εμφανίζοντας σε κάμποσες ανταποκρίσεις ως διαφιλονικούμενο αν η Αμινί δολοφονήθηκε και παραθέτοντας όλες τις αιτιάσεις του καθεστώτος περί «ξένων δακτύλων», κοκ [vi] .

Για να δώσουμε ένα δείγμα της υποκείμενης συμβιβασμένης λογικής πίσω από την αντιιμπεριαλιστική ρητορική, ο Δ. Καλτσώνης, ένας πανεπιστημιακός από το χώρο του ΚΚΕ που ποτέ δεν διαφοροποιήθηκε από το σταλινισμό, σε άρθρο του για τον πόλεμο στην Ουκρανία αρνείται ότι ο ουκρανικός λαός μπορεί σε αυτό τον πόλεμο να υπερασπίσει την ανεξαρτησία της χώρας του. «Ο πόλεμος στην Ουκρανία», εκτιμά, «δεν έχει σχέση με το εθνικό ζήτημα, την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, ή τα δικαιώματα των ρωσόφωνων του Ντονμπάς. Αυτά απλώς χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Το κυρίαρχο στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι η γεωστρατηγική αντιπαράθεση των δυο πυρηνικών γιγάντων». Ο ίδιος όμως αναγνωρίζει από την άλλη ένα γνήσιο αντιιμπεριαλισμό στα καθεστώτα του Μιλόσεβιτς και του Άσαντ: «Μπορεί», εκτιμά παραπέρα, «να υπάρχουν δίκαιοι εθνικοανεξαρτησιακοί ή εθνικοαπελευθερωτικοί πόλεμοι. Τέτοιοι ήταν… οι πόλεμοι της Σερβίας (1999) ή της Συρίας ενάντια στις ΗΠΑ… της Συρίας ή της Σερβίας που δέχτηκαν την επίθεση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ» [vii] .

Συνάγεται ότι, κατά τον Καλτσώνη, η συριακή δικτατορία –ένα αιμοσταγές καθεστώς που έπνιξε στο αίμα την εξέγερση του συριακού λαού από το 2011, δολοφονώντας εκατοντάδες χιλιάδες Σύριους και προκαλώντας πάνω από 10 εκατομμύρια εσωτερικούς και εξωτερικούς πρόσφυγες, και είχε και έχει την υποστήριξη όλων των νεοφασιστών της Ευρώπης– μπορεί να διεξάγει έναν αντιιμπεριαλιστικό εθνικό αγώνα. Ο ουκρανικός λαός όμως δεν μπορεί να κάνει εθνικό πόλεμο υπό μια κυβέρνηση που, ό,τι και αν της καταλογίσει κανείς, τουλάχιστον δεν έχει καταστείλει αιματηρά τους Ουκρανούς· αν προβάλλει αντίσταση στη ρωσική εισβολή ενεργεί σαν πιόνι των Αμερικάνων.

Εδώ ακριβώς γίνεται έκδηλο ότι στην περίπτωση των σταλινικών κομμάτων και παραγόντων η καταδίκη του πολέμου στην Ουκρανία ως ιμπεριαλιστικού είναι μια παραλλαγή της ίδιας «ερζάτς λογικής», που απεμπολώντας εκ προοιμίου το κίνημα συντάσσεται με τη μια ή την άλλη εκδοχή της αντίδρασης. Απλά, πρόκειται για μια πιο ευέλικτη εκδοχή: αντί να ταυτίζονται άμεσα με τον ένα ιμπεριαλισμό, το ρωσικό, καταδικάζουν συνθηματολογικά όλους τους ιμπεριαλιστές, για να ταυτιστούν στην επόμενη στιγμή με τους Άσαντ. Αυτό ισχύει απόλυτα και στην περίπτωση του ΚΚΕ, που έχει υπογράψει στο παρελθόν πολλές κοινές διακηρύξεις με τα συριακά και άλλα ευρωπαϊκά ΚΚ, στις οποίες συντάσσονταν με τον «αντιιμπεριαλισμό» του Άσαντ, καταδικάζοντας την εξέγερση στη Συρία ως ιμπεριαλιστική προβοκάτσια. Φυσικά, στην περίπτωση του ΚΚΕ, το κύριο υποκατάστατο που προσφέρουν για την απόσπασή τους από τα κινήματα και τη ζωή, είναι η επιστροφή στον Στάλιν.

Στις υπόλοιπες ομάδες, στον τροτσκιστικό χώρο, κοκ, που υποστηρίζουν γενικά τα κινήματα, η καταδίκη του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού δεν έχει φυσικά την ίδια ερζάτς έννοια. Οι ομάδες αυτές όμως πρέπει να προβληματιστούν για την ταύτισή τους σε ένα τόσο καίριο θέμα με τις επαναστατικές φράσεις (η ιστορία έχει δείξει αμέτρητες φορές ότι πρόκειται μόνο για φράσεις χωρίς ουσία) του σταλινισμού. Μπορεί ποτέ ξαφνικά οι ηγεσίες του ΚΚΕ, που επί δεκαετίες προωθούν τη σταλινική αναπαλαίωση, να θυμήθηκαν τον μπολσεβίκικο διεθνισμό; Μπορεί ποτέ οι ίδιοι οι αστοί σχολιαστές να λένε ότι οι ήττες της Ρωσίας δημιουργούν επαναστατική κατάσταση και όσοι μιλούν στο όνομα της επανάστασης να το προσπερνούν αυτό και να αρκούνται στο «Κάτω ο πόλεμος» και «Κάτω ο ιμπεριαλισμός»;

Η στάση ομάδων όπως η ΟΚΔΕ, η ΟΚΔΕ Σπάρτακος, κοκ, υποκρύβει το λιγότερο ένα στοιχείο πασιφισμού και αφηρημένου διεθνισμού. Υποκαθιστά τη γενική καταδίκη του πολέμου, που δεν είναι φυσικά μια μαρξιστική στάση, με την καταδίκη του ιμπεριαλιστικού πολέμου, παίρνοντας ως εκ των προτέρων δεδομένο ότι ο δοσμένος πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και ότι αυτό εξαντλεί το θέμα.

Επαναστατημένες Βίρνες

Ένας τρόπος να διαπιστώνουμε αν η μια ή η άλλη θέση έχει αντικειμενική θεμελίωση είναι να ελέγχουμε τις επιχειρηματολογίες των υποστηρικτών τους, να βλέπουμε πού, πλάι σε ενδεχόμενα λάθη, υπάρχει η στοιχειώδης σοβαρότητα και πού υπάρχει μόνο απάτη. Ο καθένας που θα μελετήσει τη φιλολογία για την Ουκρανία, δεν θα αποτύχει να δει ότι η σοβαρότητα διακρίνει τις αναλύσεις όσων υποστηρίζουν την υπεράσπιση της ουκρανικής ανεξαρτησίας· στους οπαδούς της άποψης ότι πρέπει να συνταχτούμε με τη Ρωσία, αντίθετα, βασιλεύει η καθαρή απάτη και στους οπαδούς της θέσης περί ιμπεριαλιστικού πολέμου, όσο πιο κατηγορηματικά διατυπώνεται, η σύγχυση.

Για να αρκεστούμε σε ένα-δυο παραδείγματα, σε ένα από τα ρηξικέλευθα άρθρα του, σε ένα μέρος τιτλοφορούμενο μάλιστα «Πώς να χρησιμοποιούμε τους κλασικούς του μαρξισμού», ο Λιόσης παραθέτει τις επισημάνσεις του Λένιν πάνω στο ότι ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν συνολικά ιμπεριαλιστικός, η Σερβία έκανε έναν εθνικό, δίκαιο πόλεμο. Και από αυτή και άλλες παρόμοιες αναφορές συνάγει το σούπερ επαναστατικό συμπέρασμα ότι η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική δύναμη (η Ρωσία που το 2020 είχε περίπου τόσους δισεκατομμυριούχους όσους και η Γερμανία και είναι η δεύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο!) και ότι αποκλείεται να κάνει ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Η Ρωσία δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις… η Ρωσία εξαναγκάστηκε να μπει σε αυτό τον πόλεμο και η τακτική του ΝΑΤΟ λειτούργησε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία… ο πόλεμος έχει αμυντικό και δίκαιο χαρακτήρα από την πλευρά της Ρωσίας»[viii] .

Συνάγεται ότι σύμφωνα με τον Λιόση η ορθή χρησιμοποίηση της θέσης του Λένιν για τη Σερβία είναι να πούμε ότι στον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία η Ρωσία παίζει το ρόλο της Σερβίας, αμυνόμενη ενάντια στη Δύση, και η Ουκρανία το ρόλο της Αυστροουγγαρίας. Αυτό είναι περίπου σαν να συγκρίναμε την Ουκρανία με τον Γολιάθ και τη Ρωσία με τον Δαβίδ. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια πιο μνημειώδη ανοησία. Και είναι πραγματικά να θαυμάζει κανείς: οι ίδιοι οι απολογητές του Πούτιν και αστοί σχολιαστές στη Ρωσία εκτιμούν πως οι ρωσικές ήττες δημιουργούν μια επαναστατική κατάσταση παρόμοια με το 1905 και το 1917 και ο Λιόσης, ο μπαρουτοκαπνισμένος λενινιστής και πιστός ερμηνευτής των κλασικών, που κατατροπώνει όλους τους οπορτουνιστές, όχι μόνο αποτυχαίνει ακόμη και να το διακρίνει αυτό, αλλά μας καλεί και να αγωνιστούμε για τη νίκη του Πούτιν (ενός δικτάτορα που δεν θα διστάσει να αιματοκυλήσει όλη τη χώρα προκειμένου να μην αφήσει τη σκηνή, όπως έκανε στη Συρία ο Άσαντ)!

Ο Λιόσης δημοσίευσε το 2020 και ένα βιβλίο για το ναζισμό, που περιέχει τουλάχιστον 50 τέτοιες μνημειώδεις ανοησίες και περί τα 1000 το λιγότερο λάθη σε χρονολογίες, αναφορές ονομάτων, μεταφράσεις, κοκ, συκοφαντώντας τους κορυφαίους μαρξιστές αναλυτές του φασισμού όπως ο Τρότσκι και ο Γκράμσι και διασύροντας εφ’ όλης της ύλης το μαρξισμό [ix] .

Ο Καλτσώνης, από τη μεριά του, που όπως είδαμε υποστηρίζει τη θέση του ΚΚΕ περί ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν υστερεί σε παρανοήσεις. Στο άρθρο του από το οποίο ήδη παραθέσαμε, αναφέρεται και αυτός στην εκτίμηση του Λένιν ότι η περίπτωση της Σερβίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορούσε να είναι καθοριστική –«ο πόλεμος “απελευθέρωσης” του Βελγίου ή της Σερβίας στον πρώτο παγκόσμιο ήταν ενταγμένος στα ιμπεριαλιστικά σχέδια», σημειώνει– για να στηρίξει τη θέση του ότι και ο τωρινός πόλεμος δεν μπορεί να έχει εθνικά χαρακτηριστικά από τη μεριά της Ουκρανίας.

Η μικρή λεπτομέρεια που διαφεύγει από τον Καλτσώνη είναι ότι ο πόλεμος της Σερβίας το 1914 ήταν το 1/100 (Λένιν) του ευρύτερου, ιμπεριαλιστικού πολέμου, ενώ σήμερα δεν έχει ξεσπάσει ακόμη ένας γενικευμένος ιμπεριαλιστικός πόλεμος· ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι όλος ο πόλεμος. Ο εθνικός χαρακτήρας του πολέμου από τη μεριά της Σερβίας δεν άλλαζε λοιπόν το γενικό χαρακτήρα του πολέμου για τον ίδιο λόγο που αν ένα μήλο είναι σάπιο κατά 99% είναι συνολικά σάπιο, ακόμη και αν έχει ένα γερό κομματάκι στην άκρη. Στον αντίποδα, αν ο πόλεμος είναι εθνικός σήμερα από τη μεριά της Ουκρανίας, αυτό σημαίνει ότι το μισό, και όχι το 1% του μήλου, είναι κατ’ αρχήν καλό, και αυτό κάνει ήδη μια πολύ σημαντική διαφορά.

Το ερώτημα για τους μαρξιστές σήμερα είναι: υπερασπίζουμε την εθνική ανεξαρτησία της Ουκρανίας; Αν πούμε ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και από τη μεριά της Ουκρανίας, τότε πρέπει να καλέσουμε σε μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο όπως οι Μπολσεβίκοι το 1914· το να το συνδυάζουμε αυτό με καταδίκη της παραβίασης της ακεραιότητας της Ουκρανίας είναι εκλεκτικισμός. Ο Καλτσώνης ξεφεύγει από το πρόβλημα με το να ανάγει άμεσα το συγκεκριμένο πόλεμο στον ευρύτερο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, με μια τέτοια σχολαστική, ακαδημαϊκή λογική όμως θα μπορούσε κανείς να αποδείξει ότι κάθε πόλεμος στην εποχή μας είναι ιμπεριαλιστικός. Και το να το διορθώνει αυτό λέγοντας ότι οι πόλεμοι του Άσαντ και του Μιλόσεβιτς είναι εθνικοί χειροτερεύει μόνο τα πράγματα γιατί αναγνωρίζει έτσι προοδευτικά χαρακτηριστικά σε αντιδραστικούς πολέμους (ο Καλτσώνης, μαζί με την Κανέλλη, και άλλα στελέχη του ΚΚΕ, Αλυσσανδράκη, Κόρακα, Κακουλίδη, κ.ά., συμμετείχε και συμμετέχει ακόμη στη Διεθνή Επιτροπή Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, μαζί με καμιά 30αριά νεοφασίστες και ακροδεξιούς από τη Ρωσία και τη Σερβία).

Στον αντίποδα, μια ματιά στη φιλολογία που υποστηρίζει την ουκρανική ανεξαρτησία, την οποία μπορεί να βρει κανείς στο Εlaliberta, δείχνει ότι ποτέ δεν ξεπέφτει κάτω από το επίπεδο της στοιχειώδους σοβαρότητας. Στη φιλολογία αυτή μπορεί φυσικά να βρει κανείς ανακρίβειες και συζητήσιμες απόψεις. Κατά τη γνώμη μας, μια τέτοια περίπτωση είναι η έκκληση που απεύθυναν στην αρχή του πολέμου ορισμένοι ακτιβιστές από τον τροτσκιστικό χώρο προς τις αστικές κυβερνήσεις για ενίσχυση της Ουκρανίας με όπλα. Η έκκληση αυτή παραβλέπει το κρίσιμο στοιχείο της δυσπιστίας προς την αστική κυβέρνηση ακόμη και όταν υποστηρίζεται μια επιλογή της από τους κομμουνιστές, που τονίζει στο παραπάνω απόσπασμα ο Τρότσκι. Τα όπλα που στέλνουν οι αστικές κυβερνήσεις μπορεί να καταλήξουν στο Τάγμα Αζόφ, σε λαθρέμπορους σε άλλες χώρες, κοκ. Το να κάνει κανείς έκκληση στην αστική κυβέρνηση για αποστολή τους είναι σαν να εκφράζει εμπιστοσύνη ότι δεν θα πάνε εκεί και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να διασφαλιστεί· η σωστή κομμουνιστική στάση θα ήταν μια δήλωση ότι δεν εναντιωνόμαστε στην αποστολή όπλων στην Ουκρανία, με επιμονή ταυτόχρονα να επιβαρύνει τις ΗΠΑ και τις ηγετικές δυνάμεις της ΕΕ.

Είναι σαφές ότι ανακρίβειες αυτού του είδους δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μπουν στο ίδιο επίπεδο με τα φληναφήματα του Λιόση και των ομοίων του. Τέτοια λάθη μπορεί να διορθώνονται μέσα από μια εποικοδομητική, συντροφική συζήτηση, με την οποία θα διαπιστώνονται αμοιβαία τα κενά και οι ελλείψεις στις αναλύσεις όλων μας, θα εμπλουτίζονται συλλογικά οι επεξεργασίες, κοκ. Και η συζήτηση αυτών και άλλων παρόμοιων προβλημάτων σε μια περίοδο σύγχυσης όπως η τωρινή είναι απολύτως αναγκαία, ιδιαίτερα για τη συσπείρωση των υγιών ομάδων του κινήματος, αλλά και για το παραμέρισμα στρεβλών ή καθυστερημένων λογικών που συχνά παρασέρνουν έντιμους ακτιβιστές.

Μια εποικοδομητική στάση όμως είναι αδύνατη απέναντι σε θεωρητικούς όπως οι Λιόσης, Καλτσώνης και σία γιατί δεν υπάρχει σε αυτούς κάτι εποικοδομητικό. Οι θεωρητικοί αυτοί για να συμμετάσχουν σε μια σοβαρή συζήτηση θα πρέπει πρώτα να παραδεχτούν ότι έχουν πέσει τελείως έξω στις εκτιμήσεις τους. Για την ώρα, και όσο συνεχίζουν ακάθεκτοι στον ίδιο δρόμο, μπορούμε μόνο να τους αφιερώσουμε τον ακόλουθο αποσιωπημένο διάλογο ανάμεσα στη Βίρνα και τον Γιάγκο από τη «Λάμψη» του Φώσκολου:

«- Γιάγκο, έχω κάτι σημαντικό να σου πω. Στον πόλεμο στην Ουκρανία η Ρωσία παίζει το ρόλο της Σερβίας και η Ουκρανία το ρόλο της Αυστροουγγαρίας.

- Δηλαδή, Βίρνα, θες να πεις ότι στον πόλεμο στην Ουκρανία η Ρωσία παίζει το ρόλο της Σερβίας και η Ουκρανία το ρόλο της Αυστροουγγαρίας; Είσαι σίγουρη γι’ αυτό;

- Ναι, Γιάγκο, αυτό ακριβώς θέλω να πω. Το λέει ο ανεψιός μου, ο Βασίλης ο Λιόσης που παίζει το ρόλο του Λένιν. Έχει γράψει ένα μνημειώδες βιβλίο για το ναζισμό και το κατέχει το θέμα.

- Ξαναπές το, Βίρνα. Ξαναπές το, γιατί όσο πας το χειροτερεύεις. Εννοείς ότι η Ρωσία παίζει το ρόλο της Σερβίας, η Ουκρανία της Αυστροουγγαρίας και ο Λιόσης το ρόλο του Λένιν;

- Ναι, ρε Γιάγκο, αυτό εννοώ. Με έπρηξες που να σε πάρει!

- Βίρνα, αγάπη μου, σε ικετεύω, σύνελθε! Είναι παλαβά πράγματα αυτά που μου λες.

- Όχι, Γιάγκο, δεν θα συνέλθω. Εγώ, η Βίρνα Λιώση-Δράκου ήμουν μέχρι τώρα ένα πιόνι του Ζελένσκι και των νατοϊκών. Τώρα θα κάνω κι εγώ την επανάστασή μου. Θα πάω με τον Πούτιν, τον Λαφαζάνη, τον Λιόση και τον Ντούγκιν, για να συντρίψουμε τους Ουκρανούς νεοναζί και να φέρουμε τη νέα απελευθέρωση στους λαούς».

Τέτοιες «επαναστατημένες Βίρνες» είναι σήμερα οι υποστηρικτές της Ρωσίας, όταν δεν είναι ανοικτά τσιράκια του ρωσικού ιμπεριαλισμού, ενώ και οι φωνακλάδες νεοσταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ δεν πάνε πίσω. Η «επανάστασή» τους είναι ένα φανταχτερό μπαλόνι γεμάτο αέρα κοπανιστό, που πρέπει οπωσδήποτε να σπάσει αν πρόκειται να υπάρξει μια σοβαρή επαναστατική εργασία.

Ιμπεριαλιστικά μπλοκ, μιλιταρισμός και πόλεμος

Η αναλογία του πολέμου στην Ουκρανία με το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905 πάει παραπέρα από μια συμπτωματική σύνδεση. Και τα δυο γεγονότα αποτελούν ορόσημα που προέκυψαν από τις μακροχρόνιες τάσεις και αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, τις οποίες και επιταχύνουν λειτουργώντας ως καταλύτες. Ο πόλεμος του 1905 έδωσε μια ισχυρή ώθηση στο σχηματισμό των δυο βασικών τότε ιμπεριαλιστικών μπλοκ, της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων, και στο μιλιταρισμό που οδήγησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά παρόμοιο τρόπο ο πόλεμος στην Ουκρανία επιταχύνει δραματικά τη συγκρότηση των σύγχρονων ιμπεριαλιστικών μπλοκ –ΗΠΑ, ΕΕ, Βρετανία και Αυστραλία απέναντι σε Κίνα - Ρωσία– οδηγώντας σε έναν οξύ ανταγωνισμό εξοπλισμών στο πέρας του οποίου μπορεί να βρίσκεται μόνο ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος.

Από αυτό το ρόλο του ουκρανικού πολέμου, ακόμη και ξέχωρα από την αναλογία του με τον πόλεμο του 1905, μπορεί εύκολα να συνάγει κανείς πως πρόκειται για έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ο πόλεμος προέκυψε από την ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών – από τη μια η διαρκής επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικά με την ένταξη μιας σειράς χωρών τις πρόσφατες δεκαετίες, από την άλλη η επέκταση της Ρωσίας δυτικά (κατάληψη της Κριμαίας και μέρους του Ντονμπάς). Ο πόλεμος επιτείνει παραπέρα αυτούς τους ανταγωνισμούς, τραβώντας όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και άλλες χώρες που μέχρι τώρα ήταν έξω από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (π.χ. οι σκανδιναβικές χώρες) στο πλαίσιό τους. Άρα ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός.

Ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί να βρεθεί αδιάλειπτα στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη αλλά και σε όλες σχεδόν τις ομάδες του τροτσκιστικού χώρου που εκτιμούν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ιμπεριαλιστικός. Ποιο είναι το λάθος του; Το λάθος του έγκειται στην αγνόηση της αντιφατικότητας του ατομικού γεγονότος και παραπέρα της ιστορικής διαδικασίας ως όλο.

Κάθε πόλεμος και κάθε κάπως σοβαρή διένεξη στην ιστορική περίοδο που διανύουμε ενισχύει μακροχρόνια το μιλιταρισμό, ενισχύει το σχηματισμό των ιμπεριαλιστικών μπλοκ και τις τάσεις που οδηγούν σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Το ερώτημα όμως για κάθε δοσμένο πόλεμο ή διένεξη είναι αν έχει μόνο αυτές ή κυρίως αυτές τις συνέπειες. Από τη στιγμή που σοβαροί σχολιαστές από όλο το πολιτικό φάσμα στη Ρωσία εκτιμούν πως ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιουργεί συνθήκες ανάλογες με εκείνες πριν από τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917, το κύριο για τους κομμουνιστές δεν μπορεί παρά να είναι, σε όλο το παρόν στάδιο και για όσο διαρκούν αυτές οι συνθήκες, οι επαναστατικές δυνατότητες και τα καθήκοντα που απορρέουν. Το να δίνει κανείς κύρια ή και αποκλειστικά έμφαση σε άλλες, πιο μακροχρόνιες συνέπειες, σημαίνει να ομολογεί την αδυναμία του ακόμη και να αντιληφθεί αυτές τις επαναστατικές δυνατότητες, πόσω μάλλον να τις εκφράσει και να συνεισφέρει στην υλοποίησή τους.

Από τα 1900 και δώθε κάθε πολεμική σύγκρουση –ο πόλεμος των Μπόξερς, ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος, οι βαλκανικοί πόλεμοι, οι αποικιακοί πόλεμοι– έφερνε αντικειμενικά πιο κοντά τη μεγάλη παγκόσμια σύρραξη του 1914. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι κάθε πόλεμος της εποχής ήταν ιμπεριαλιστικός ή ότι η έκβασή του ήταν αδιάφορη. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος του 1904-05 ήταν πράγματι ιμπεριαλιστικός, αλλά η ρωσική επανάσταση του 1905 μπορούσε να ωφεληθεί μόνο από τη νίκη της Ιαπωνίας. Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13, όπως τόνισαν ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ, ήταν προοδευτικοί εθνικοί πόλεμοι, καθώς η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο σχηματισμός των εθνών-κρατών στη Βαλκανική, καθήκοντα τα οποία προωθούσαν, αντιπροσώπευαν μια ιστορικά αναγκαία και προοδευτική εξέλιξη.

Στους δογματιστές, αλλά και σε μερικούς καλόπιστους ακτιβιστές, φαίνεται αντιφατική η αναγνώριση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία, ενώ μακροχρόνια ενισχύει τις τάσεις προς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, μπορεί να έχει άμεσα μια εθνική διάσταση από τη μεριά της Ουκρανίας και να δημιουργεί επαναστατικές δυνατότητες στη Ρωσία· φαίνεται γενικότερα «αντιφατικό» να αναγνωρίζουμε αντιφατικές όψεις σε ένα γεγονός. Αυτή η αντιφατικότητα όμως είναι η αντιφατικότητα της ίδιας της ιστορικής διαδικασίας. Όλη η ουσία του μαρξισμού, της μαρξιστικής διαλεκτικής, συνίσταται στην αναγνώριση της αντιφατικότητας των κοινωνικών φαινομένων, συμπεριλαμβανόμενης της κεντρικής σύγκρουσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία αλλά και των παράγωγων, εθνικών και άλλων αντιθέσεων που ενίοτε την προωθούν και ενίοτε τη σκεπάζουν· στην αναγνώριση ιδιαίτερα του ποια όψη της κυριαρχεί σε κάθε δοσμένο στάδιο – ώστε η άρνηση της αντιφατικότητας συνιστά και άρνηση του μαρξισμού.

Στην περίπτωση της ηγεσίας του ΚΚΕ, τόσο επί Παπαρήγα παλιότερα όσο και επί Κουτσούμπα σήμερα, αυτή η άρνηση έχει έναν εντελώς πρωτόγονο, χονδροειδή γραφειοκρατικό χαρακτήρα. Η εκτίμηση περί ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία συνδέεται με την εντελώς εξωπραγματική γραμμή της «αντεπίθεσης για τη λαϊκή εξουσία», που παρανοεί τον αμυντικό χαρακτήρα της περιόδου, αποκηρύσσοντας όλα τα υπαρκτά κινήματα και αποβλέποντας σε ένα τεχνητό κίνημα από τα πάνω με μοχλό το ΠΑΜΕ. Οργανώσεις που υιοθετούν επίσης μια λογική αντεπίθεσης, όπως το ΝΑΡ, η ΟΚΔΕ, η ΟΚΔΕ Σπάρτακος, σε αρκετό βαθμό το ΣΕΚ, αναπαράγουν επί της ουσίας μια σταλινικού τύπου, ακατάλληλη τακτική (με την επουσιώδη διαφορά ότι εμφανίζουν τους εαυτούς τους ως τους ειλικρινείς εκφραστές της, σε αντίθεση με το ΚΚΕ, που δεν την εννοεί αληθινά). Από την άλλη μεριά, σε οργανώσεις που αναγνωρίζουν τον αμυντικό χαρακτήρα της περιόδου, όπως η ΔΕΑ, το Ξεκίνημα, κ.ά., προκύπτει μια αδυναμία τακτικής αποσαφήνισης.

Ο μιλιταρισμός που αναπτύσσεται και οι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί και τα μπλοκ (AUKUS, κ.λπ.) συνιστούν, από κοινού με την άνοδο του νεοφασισμού, τον πιο τεράστιο κίνδυνο της εποχής μας. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να αφυπνίσει και θα αφυπνίσει τους λαούς να αντιδράσουν στην επερχόμενη βαρβαρότητα. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαία μια συστηματική πολεμική στις προσπάθειες των κυρίαρχων τάξεων να εμφανίσουν τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες τους σαν ένα μέσο αποτροπής του πολέμου· είναι αναγκαίο να αποκαλύπτεται διαρκώς και τεκμηριωμένα, όπως έκανε συστηματικά στα 1900-14 η Λούξεμπουργκ, ότι οι εξοπλισμοί και οι συμμαχίες τους είναι ο δρόμος που οδηγεί στον πόλεμο. Αυτό όμως το καθήκον δεν μπορεί να εκπληρωθεί με τη χονδροειδή λογική του «τα βάζουμε όλα στο ίδιο τσουβάλι»· απαιτείται μια λεπτότερη λογική, ικανή να διακρίνει την ιδιομορφία κάθε γεγονότος.

Οι χονδροειδείς, απλοϊκές λογικές και οι τεχνητές ομογενοποιήσεις είναι κατά κανόνα οι λάθος λογικές. Με όποια αμφίεση και από όπου και αν προσφέρονται καταλήγουν στο να αποδίδει κανείς φραστικά και αξιωματικά στον εαυτό του το ρόλο της πρωτοπορίας, τον οποίο δεν είναι ικανός να εκπληρώσει και να δικαιολογήσει στην πράξη.

Μερικά μεθοδολογικά ζητήματα

Με ποια κριτήρια πρέπει να εκτιμάμε σαν μαρξιστές ένα γεγονός όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία; Ένα καίριο σημείο, που τόνισε ιδιαίτερα η Ρόζα Λούξεμπουργκ στις πολεμικές της στους ρεφορμιστές του SPD (Μπερνστάιν, κ.ά.) αφορά στην ανάγκη να στεκόμαστε στις μακροχρόνιες συνέπειες μιας εξέλιξης. Η εστίαση στο άμεσο είναι το σήμα κατατεθέν του οπορτουνισμού, οι μαρξιστές αντίθετα πρέπει να στέκονται στους τελικούς σκοπούς του κινήματος και να τους παίρνουν ως μέτρο για τον καθορισμό της θέσης τους σε κάθε επιμέρους ζήτημα.

Η βάσιμη αυτή αντιπαράθεση, αν νοηθεί στενά και κατά γράμμα, περιέχει τον κίνδυνο μιας απλοποίησης. Σε κάθε ατομικό γεγονός συνυπάρχουν άμεσες και μακροχρόνιες όψεις με τις μακροχρόνιες να προεξάρχουν, αλλά μόνο σε τελική ανάλυση. Οι άμεσες όψεις επεμβαίνουν επίσης ενεργά, καθορίζοντας σε αρκετό βαθμό τη μορφή της ιστορικής διαδικασίας, ώστε η αγνόησή τους ή η υποτίμησή τους σε ένα απλό επιφαινόμενο μπορεί να οδηγήσει, και είναι ένας από τους δρόμους που οδηγούν, σε δογματικές σχηματοποιήσεις.

Στη συζήτηση για τα συνδικάτα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα το 1920 ο Τρότσκι υποστήριζε την άποψη για τα συνδικάτα ως μοχλό διεύθυνσης και οργάνωσης της σοσιαλιστικής παραγωγής. Ο Λένιν του αντέτεινε ότι στη δοσμένη κατάσταση τα συνδικάτα αποτελούσαν ένα σχολείο εκπαίδευσης της εργατικής μάζας στη σοσιαλιστική διεύθυνση. Η διάλυση της εργατικής τάξης και της παραγωγής από τον εμφύλιο, το χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο των εργατών, η απουσία ακόμη πρότερης συνδικαλιστικής εμπειρίας (τα συνδικάτα ήταν ουσιαστικά παράνομα επί τσαρισμού), σήμαιναν ότι έπρεπε να προηγηθεί ένα στάδιο εκμάθησης πριν τα συνδικάτα γίνουν ικανά να εκπληρώνουν το διευθυντικό ρόλο τους και αυτά τα άμεσα στοιχεία της κατάστασης δεν μπορούσε να αγνοηθούν. Από την άλλη μεριά, η προσπάθεια του Μπουχάριν να τα πάρει υπόψη βεβαιώνοντας ότι τα συνδικάτα ήταν και το ένα και το άλλο, και σχολείο και μηχανισμός διεύθυνσης, ήταν ένας εκλεκτικισμός – έπρεπε να λειτουργήσουν πρώτα σαν σχολείο, ώστε να μπορέσουν να γίνουν στην πορεία ένας αποτελεσματικός μηχανισμός:

«Το λάθος του Τρότσκι», έγραφε ο Λένιν, «είναι η μονομέρεια, η παρόρμηση, η μεγαλοποίηση, το πείσμα. Η πλατφόρμα του Τρότσκι είναι ότι το ποτήρι είναι ένα όργανο για να πίνουμε, τη στιγμή που το δοσμένο ποτήρι αποδείχτηκε να μην έχει πάτο… Σε όλη την μπροσούρα-πλατφόρμα του Τρότσκι, το λάθος βρίσκεται στη μη κατανόηση του ότι τα συνδικάτα είναι σχολείο διοικητικής και τεχνικής διεύθυνσης της παραγωγής. Όχι “από το ένα μέρος σχολείο, από το άλλο κάτι διαφορετικό”, αλλά από όλες τις μεριές στη δοσμένη διένεξη… τα συνδικάτα είναι στην ουσία σχολείο, σχολείο συνένωσης, σχολείο αλληλεγγύης, σχολείο υπεράσπισης των συμφερόντων τους, σχολείο διαχείρισης, σχολείο διεύθυνσης. Αντί να καταλάβει και να διορθώσει το βασικό αυτό λάθος του σ. Τρότσκι, ο σ. Μπουχάριν έδωσε μια γελοία διορθωσούλα: “αφ’ ενός, αφ’ ετέρου”… Το θεωρητικό –στη δοσμένη περίπτωση το γνωσιολογικό– λάθος του Μπουχάριν είναι η υποκατάσταση της διαλεκτικής με τον εκλεκτικισμό» [x] .

Ο ρόλος των συνδικάτων στη σοσιαλιστική μετάβαση ήταν έτσι, σύμφωνα με τον Λένιν, αντιφατικός, περιλαμβάνοντας τις όψεις του σχολείου και της διεύθυνσης. Αλλά στις ιδιαίτερες συνθήκες της ΕΣΣΔ κυριαρχούσε αποφασιστικά η άποψη του σχολείου· στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης αντίθετα όπου υπήρχαν ήδη οι αναγκαίοι πολιτιστικοί όροι θα μπορούσε εξαρχής να κυριαρχεί το στοιχείο της διεύθυνσης.

Ο Τρότσκι από τη μεριά του, που σίγουρα έμαθε μερικά πράγματα από τις κριτικές του Λένιν, τόνισε αργότερα τη σημασία τού να εκτιμάμε τις ποιοτικές αλλαγές στην εξέλιξη, που επιφέρονται από το κάθε μεμονωμένο, σημαντικό ατομικό γεγονός:

«Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο βασικός νόμος της διαλεκτικής είναι ο νόμος της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα, γιατί [μας] δίνει το γενικό τύπο για όλες τις εξελικτικές διαδικασίες – της φύσης, καθώς επίσης και της κοινωνίας… Για να γίνει μια δυνατότητα αναγκαιότητα, πρέπει να υπάρξει μια αντίστοιχη ενδυνάμωση μερικών παραγόντων και εξασθένιση άλλων, μια συγκεκριμένη αλληλοσυσχέτιση αυτών των ενδυναμώσεων και εξασθενίσεων… Ο νόμος της μετατροπής της δυνατότητας σε αναγκαιότητα οδηγεί επομένως –σε τελική ανάλυση– στο νόμο της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα» [xi] .

Με αυτή τη διαλεκτική έννοια, όχι της αγνόησης των άμεσων στοιχείων, αλλά της ένταξής τους στις μακροχρόνιες δυναμικές, μέσα από την ακριβή αναγνώριση των ποιοτικών αλλαγών που τείνουν να επιφέρουν και την αξιολόγησή τους από την άποψη του τελικού σκοπού, η εστίαση στο μακροχρόνιο, τον τελικό σκοπό, στην οποία επέμενε η Λούξεμπουργκ, αποκτά αυθεντικό νόημα και περιεχόμενο. Και σε αυτό το πλαίσιο, το ποιοτικά νέο στον πόλεμο στην Ουκρανία είναι οι επαναστατικές δυνατότητες που ανοίγει η ουκρανική αντίσταση στην ίδια τη Ρωσία (στη Δύση οι ίδιες δυνατότητες παρουσιάζονται πολύ πιο σύνθετα, ως παρεπόμενα των ευρύτερων συνεπειών του πολέμου και με το ενδιάμεσο πρώτα μιας αντιδραστικής, ακροδεξιάς ανόδου).

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας δείκτης της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της κάθε χώρας και των αδιεξόδων και της στασιμότητας του καπιταλισμού. Η σημασία του από αυτή την άποψη έγκειται στο ότι ενισχύει την τάση επέκτασης και γενίκευσης των τοπικών πολέμων και συρράξεων, ως μετάβασης στο γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μια σειρά ακόμη γεγονότα των ημερών, όπως ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, οι εμφύλιοι στη Λιβύη και σε άλλες χώρες της Αφρικής, η συνολική αστάθεια στα Βαλκάνια, οι εξελισσόμενοι εμπορικοί πόλεμοι, ενεργούν στην ίδια κατεύθυνση. Είναι ένας τεράστιος κίνδυνος που δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αν τα κινήματα θα προλάβουν να αναπτυχθούν ώστε να δώσουν έγκαιρα την επαναστατική διέξοδο ή οι αστικές τάξεις θα εκτρέψουν την ιστορική διαδικασία σε αιματηρές, επωφελείς για το σύστημα κατευθύνσεις.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, πλάι στον πόλεμο στην Ουκρανία, ξεχωρίζει σαν μια από τις πιο περίοπτες εστίες έντασης που επαπειλούν με μια παραπέρα επέκταση του πολέμου στην Ευρώπη. Στον ανταγωνισμό αυτό είναι λάθος να υιοθετούμε το αφήγημα της ελληνικής αστικής τάξης, σύμφωνα με το οποίο αποκλειστικά η Τουρκία είναι η επιτιθέμενη πλευρά που αγνοεί και παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, ενώ η Ελλάδα η αμυνόμενη, που στέκει σταθερά στη διεθνή νομιμότητα. Ενώ είναι αλήθεια ότι η τουρκική αστική τάξη επιδεικνύει μεγαλύτερη επιθετικότητα, η ελληνική αστική τάξη εκδηλώνει επίσης εμφανή στοιχεία επιθετικότητας, όπως η προσπάθεια να αποκτηθεί υπεροχή στους εξοπλισμούς.

Χωρίς να επεκταθούμε σε μια συνολική συζήτηση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, θα συζητήσουμε εδώ ένα μερικό ερώτημα: πώς, με βάση τα κριτήρια που θέσαμε, πρέπει να τοποθετηθούμε απέναντι σε δυο σημαντικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, τη Συμφωνία των Πρεσπών και την «Αμυντική συμφωνία» μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, από την άποψη της επίδρασής τους σε μελλοντικούς πολεμικούς κινδύνους;

Αν κανείς τοποθετηθεί απέναντι στις δυο συμφωνίες οπορτουνιστικά, αποκλειστικά και μόνο με κριτήριο το άμεσο, τότε θα πρέπει να υποστηρίξει και τις δυο. Πραγματικά, και οι δυο συμφωνίες απομακρύνουν κάπως το ενδεχόμενο ενός πολέμου στο αμέσως επόμενο διάστημα. Αν όμως ληφθούν υπόψη οι μακροχρόνιες συνέπειες, η κατάσταση παρουσιάζεται διαφορετική.

Η «Αμυντική συμφωνία» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία προσδένει την Ελλάδα, σε μια εντελώς ανισότιμη μάλιστα σχέση, στο άρμα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Με αυτό τον τρόπο, σε συνδυασμό με την ώθηση που δίνει στους εξοπλισμούς, αυξάνει μακροχρόνια τους πολεμικούς κινδύνους. Αν η Τουρκία, η οποία έχει ήδη κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, απεμπλακεί από τη Δύση και συνασπιστεί σε μερικά χρόνια με τη Ρωσία και την Κίνα, τότε η περιοχή, με τους πλούσιους ενεργειακούς πόρους της, θα έχει γίνει διαφιλονικούμενη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ, συμπληρώνοντας έτσι τις προϋποθέσεις για έναν πόλεμο. Και όταν σε εποχές βαθιάς κρίσης συμπληρώνονται οι προϋποθέσεις για έναν πόλεμο, ο πόλεμος ξεσπά· πραγματικά, ενόψει των σφοδρών αντιθέσεων ανάμεσα στις τοπικές αστικές τάξεις και εκείνων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών μπλοκ, θα ήταν ουτοπία να περιμένει κανείς να λυθούν με μια ειρηνική μοιρασιά.

Από εδώ απορρέει ότι οι κομμουνιστές πρέπει να εναντιώνονται κατηγορηματικά στην «Αμυντική συμφωνία» μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας και τα εξοπλιστικά προγράμματα που τη συνοδεύουν.

Διαφορετικά έχουν τα πράγματα με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η Συμφωνία αυτή επιλύει με έναν κάπως αποδεκτό αστικό τρόπο ένα ανοικτό εθνικό πρόβλημα στα Βαλκάνια, αν όχι οριστικά (γιατί ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις θα μπορούσε ενδεχόμενα μελλοντικά να καταγγελθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη) τουλάχιστον περίπου για μια δεκαετία. Υπ’ αυτή την έννοια αφαιρεί ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να αποβεί πηγή γενικότερης αποσταθεροποίησης στην περιοχή, παρέχοντας τη σπίθα για έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ταυτόχρονα, δεν δημιουργεί ως τέτοια κάποιον άλλο ορατό κίνδυνο μελλοντικών πολεμικών απειλών. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να υποστηρίζεται από τους κομμουνιστές, ως μια εξέλιξη που λειαίνει προσωρινά τις εθνικές αντιθέσεις, κερδίζοντας χρόνο για τα αδύναμα ακόμη κινήματα.

Από ορισμένες οργανώσεις, ιδιαίτερα τη ΔΕΑ, έχει υποστηριχτεί ότι η Συμφωνία των Πρεσπών πρέπει να καταδικαστεί γιατί συνδέεται με εξελίξεις που προωθούν τον επεκτατισμό της ελληνικής αστικής τάξης, όπως η ανάληψη από τον ελληνικό στρατό της εκπαίδευσης του στρατού της Βόρειας Μακεδονίας.

Το επιχείρημα αυτό σφάλλει ακριβώς κατά το ότι παραβλέπει το κριτήριο της ποιοτικής αλλαγής που τόνιζε ο Τρότσκι. Η «Αμυντική συμφωνία» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία επιφέρει ξεκάθαρα μια ποιοτική αλλαγή στην κατάσταση, συμπληρώνοντας τις μισές προϋποθέσεις ενός μελλοντικού ελληνοτουρκικού πολέμου, την ίδια ώρα μάλιστα που η στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία συμπληρώνει ένα μέρος από τις υπόλοιπες. Το αν η Ελλάδα όμως αναλαμβάνει ένα ρόλο στην εκπαίδευση του στρατού της Βόρειας Μακεδονίας είναι ένα ποσοτικό στοιχείο, που ως τέτοιο δεν μεταβάλλει ριζικά την κατάσταση. Η εκπαίδευση των στρατών των αστικών χωρών λαβαίνει έτσι κι αλλιώς χώρα επί δεκαετίες και από μόνη της δεν δημιουργεί μια απειλή πολέμου· αν δεν γινόταν από την Ελλάδα θα την αναλάμβανε κάποια άλλη χώρα του ΝΑΤΟ χωρίς αυτό να επιφέρει μια ουσιαστική διαφορά.

Ένα σοβαρό κομμουνιστικό κόμμα θα έπρεπε να καταδικάσει τις αρνητικές πλευρές της Συμφωνίας των Πρεσπών (που περιλαμβάνουν ακόμη την απουσία αναφοράς και μέριμνας για περιουσιακά δικαιώματα Σλαβομακεδόνων που διώχτηκαν από την Ελλάδα και αντίστοιχα Ελλήνων από τη Βόρεια Μακεδονία), αλλά παρ’ όλα αυτά να υπερψηφίσει τη συμφωνία. Για να καταλήξει κανείς στο αντίθετο συμπέρασμα πρέπει να τις διογκώσει, να τους αποδώσει μια δυσανάλογη βαρύτητα, που αντικειμενικά δεν την έχουν.

Το παράδειγμα που φέραμε δείχνει, μεταξύ άλλων, την απουσία στην παρούσα φάση, μιας ομογενοποιημένης κατάστασης και το ασύστατο των υπερεπαναστατικών προσεγγίσεων που τα εντάσσουν όλα στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, στις οποίες εξ ορισμού πρέπει κάθε φορά να λέμε «όχι». Αν η Ελλάδα, που είναι ήδη χώρα του ΝΑΤΟ, προχωρήσει παραπέρα στον εναγκαλισμό με τη Γαλλία και αν προκύψει μια αντίστοιχη συνένωση της Τουρκίας με τη Ρωσία και σε μερικά χρόνια οδηγηθούμε σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, τότε αυτή θα είναι μια κλασική περίπτωση ιμπεριαλιστικού πολέμου. Και οι κομμουνιστές θα πρέπει να επαναλάβουν τότε την έκκληση του Λίμπκνεχτ, «Ο εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας τη χώρα». Αλλά να λέμε ότι η Ουκρανία είναι η ίδια περίπτωση, όταν ολοφάνερα η κίνηση αυτή δεν είχε ακόμη ξετυλιχτεί εκεί είναι μια ανοησία.

Σε ένα ενδιαφέρον κείμενό του στα 1938, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μάθετε να σκέφτεστε», ο Τρότσκι υπογράμμιζε διεισδυτικά ότι οι κομμουνιστές που καθορίζουν τη κάθε φορά τη στάση τους έτσι ώστε να λένε «όχι» σε ό,τι κάνει η αστική τάξη της χώρας τους, είναι πολύ κακοί, αποτυχημένοι κομμουνιστές:

«Στις ενενήντα περιπτώσεις από τις εκατό οι εργάτες βάζουν ένα αρνητικό πρόσημο εκεί όπου η αστική τάξη βάζει ένα θετικό. Στις δέκα περιπτώσεις ωστόσο, είναι υποχρεωμένοι να βάλουν το ίδιο πρόσημο με την αστική τάξη αλλά με τη δική τους σφραγίδα, η οποία εκφράζει τη δυσπιστία τους απέναντι στην αστική τάξη. Η πολιτική του προλεταριάτου δεν απορρέει διόλου αυτόματα από την πολιτική της αστικής τάξης, βάζοντας απλά το αντίθετο πρόσημο – αυτό θα έκανε τον κάθε σεκταριστή μεγάλο στρατηγικό νου. Όχι, το επαναστατικό κόμμα πρέπει κάθε φορά να προσανατολίζει τον εαυτό του ανεξάρτητα στις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες, καταλήγοντας σε αποφάσεις που ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Αυτός ο κανόνας ισχύει τόσο σε περίοδο πολέμου όσο και σε περίοδο ειρήνης»[xii] .

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια κλασική περίπτωση (από τις 2-3 που προέκυψαν στα πρόσφατα χρόνια, η άλλη όντας τα όπλα που αναγκάστηκαν να δώσουν οι Αμερικάνοι στους Κούρδους για να πολεμήσουν τον ISIS) όπου οι κομμουνιστές έπρεπε να υποστηρίξουν μια επιλογή της αστικής τάξης. Η αποτυχία να το διακρίνει κανείς αυτό σημαίνει αδυναμία προσανατολισμού σε άλλες, πιο σύνθετες ή διφορούμενες περιπτώσεις που οπωσδήποτε θα παρουσιαστούν στο μέλλον (όπως ήταν, π.χ., το Σχέδιο Ανάν παλιότερα) οδηγώντας στην πράξη σε τακτική σύγχυση και αποδιοργάνωση.

Η νέα παγκόσμια κρίση και η επαναστατικές προοπτικές

Η κύρια συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία, την οποία θα έπρεπε περισσότερο να συζητάμε αν δεν υπήρχε αυτός ο κατακλυσμός λαθών και ανοησιών, είναι ασφαλώς η επίσπευση της νέας παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού και οι επαναστατικές προοπτικές που ανοίγει. Η κρίση, βέβαια, είχε ήδη δρομολογηθεί από την πανδημία του Covid-19 και θα ξεσπούσε βίαια έτσι κι αλλιώς. Ο πόλεμος στην Ουκρανία όμως δεν την επισπεύδει μόνο αλλά τη βαθαίνει και της προσδίδει πιο οξυμένα, διαπεραστικά χαρακτηριστικά.

Η κύρια συνέπεια του πολέμου, η ενεργειακή κρίση, δεν είχε προβλεφθεί ακόμη και από τα κέντρα της ΕΕ όταν αποφάσιζαν τις κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία, προσδοκώντας ίσως ότι θα έφερναν σχετικά σύντομα αποτέλεσμα. Αυτή η κρίση διαπλέκεται τώρα με μια κρίση τροφίμων και πληθωρισμού, που βρίσκεται μόνο στην αρχή. Επιπρόσθετα, η δειλία και η αναποφασιστικότητα των οργάνων της ΕΕ να παρέμβουν, καθορίζοντας πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου –μια δειλία προερχόμενη από τη δουλικότητα των αστών πολιτικών απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο– επιτείνει τους σπασμούς σε όλα τα επίπεδα. Ήδη διαφαίνεται η πιθανότητα οι εθνικές κυβερνήσεις να μην είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κατάστασης το χειμώνα, διαθέτοντας την απαραίτητη ρευστότητα για να στηρίζουν, με τις καπιταλιστικές νόρμες τους, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, κοκ, ενώ τα επιτόκια δανεισμού εκτοξεύονται εκ νέου σε απαγορευτικά ύψη για τις πιο ασθενείς χώρες και ακόμη και ισχυρές όπως η Ιταλία. Οι απώλειες στα χρηματιστήρια έχουν ξεπεράσει πολλές φορές τις αντίστοιχες του 2007. Οι κλιματολογικές καταστροφές (οι ζημιές μόνο από τον τυφώνα Ίαν στη Φλόριντα και τις γειτονικές πολιτείες ανέρχονται σε πάνω από 100 δις δολάρια) επιτείνουν το χάος.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται περιέχει θετικά και αρνητικά στοιχεία, τα οποία έχει σημασία να εκτιμηθούν επακριβώς, σε αντιστοιχία με το πραγματικό (και μεταβαλλόμενο) ειδικό τους βάρος.

Η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία αναδεικνύει για μια ακόμη φορά με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη διάσταση του καπιταλισμού με τις ανάγκες της ανθρωπότητας, τη διατήρηση και τη βιώσιμη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο καπιταλισμός στις πρόσφατες δεκαετίες δημιούργησε οριστικά μέσα από την παγκοσμιοποίηση μια παγκόσμια οικονομία στην οποία η κάθε χώρα συνδέεται με αμέτρητα νήματα με όλες τις άλλες. Η συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου σε μια χούφτα ολιγαρχών δισεκατομμυριούχων αποδεικνύεται ασύμβατη με την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, μια πηγή κλονισμών και κρίσεων, που μπορεί σε κάθε στιγμή να προκληθούν από τις μεταξύ τους συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που τους εκπροσωπούν συλλογικά. Η παρούσα κρίση δεν μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς μέτρα στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού και αυτή η αντικειμενική ιστορική ώθηση διασφαλίζει σε βάθος χρόνου, όπως συνέβηκε σε ανάλογες στιγμές στο παρελθόν, την ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος και την ευρύτερη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, που θα εκφραστεί αναγκαία σε μια αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.

Σε κοινωνικό επίπεδο η κρίση οδηγεί σε καταστροφή μεσοστρωμάτων, προλεταριοποίηση και χρεοκοπίες μικρών επιχειρήσεων, που θα ενταθούν στο αμέσως επόμενο διάστημα, ολοκληρώνοντας διαδικασίες συνολικά τυπικές για τη νεοφιλελεύθερη εποχή. Πολιτικά αυτό έχει σαν συνέπεια τη συρρίκνωση του κέντρου και της σοσιαλδημοκρατίας που συγκέντρωναν τα μεσοστρώματα στις καλές εποχές του καπιταλισμού, με μια αντίστοιχη άνοδο της ακροδεξιάς, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ (λεπενισμός, τραμπισμός, κ.ά.). Τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά κόμματα, παριστάνοντας ότι πολεμούν τις παραδοσιακές φιλελεύθερες δυνάμεις και την πολιτική ορθότητα, ουσιαστικά διεκδικούν τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου ως καλύτεροι εκπρόσωποι των αναγκών του συστήματος στην ταραγμένη περίοδο της κρίσης. Ταυτόχρονα, με τη δημαγωγία τους επιχειρούν να παρασύρουν τα καταστρεφόμενα καθυστερημένα μεσοστρώματα και τμήματα της εργατικής τάξης σε μια πολιτική θέση και κινητοποίηση που αντιστρατεύεται τα πραγματικά συμφέροντά τους. Επαναλαμβάνεται έτσι σε αρκετό βαθμό η τάση που παρατηρήθηκε κατά το Μεσοπόλεμο, όταν η άνοδος του φασισμού προηγήθηκε χρονικά στην Ιταλία, τη Γερμανία και σε μια σειρά ακόμη χώρες στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, για να ακολουθήσει από το 1935 η άνοδος των κινημάτων με τα λαϊκά μέτωπα.

Μια ιδιομορφία της κατάστασης είναι ότι η εξέλιξη αυτή προχωρά με αρκετά βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι στο Μεσοπόλεμο, όταν οι παραδοσιακοί φιλελεύθεροι και η σοσιαλδημοκρατία σαρώθηκαν από τους φασίστες μέσα σε λίγα χρόνια. Επιπλέον, η φιλελεύθερη πτέρυγα διατηρεί ακόμη τον έλεγχο στα όργανα της ΕΕ. Αυτό έχει ως συνέπεια οι ακροδεξιές δυνάμεις να μην είναι άμεσα σε θέση να επιβάλουν δικτατορικές εκτροπές σε μεμονωμένες χώρες όπως συνέβηκε κατά το Μεσοπόλεμο· στο παρόν στάδιο η επιβολή τέτοιων λύσεων προϋποθέτει τη συνολική ενίσχυσή τους στην ΕΕ ώστε να αναλάβουν την ηγεμονία από τη φιλελεύθερη/σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα ή να φτάσουν σε ένα συγκρίσιμο επίπεδο ισχύος.

Πέρα από αυτές τις ιδιομορφίες, η άνοδος και προπόρευση της ακροδεξιάς αντιπροσωπεύει μια από τις κύριες δυσχέρειες της περιόδου για το κομμουνιστικό κίνημα. Η τάση θα συνεχιστεί και θα ενταθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια. Ενώ στη κρίση του 2007 το κεφάλαιο ήταν σε θέση να δώσει μια διέξοδο βασισμένο στις παραδοσιακές πολιτικές και τα κόμματά του, χωρίς να παραβιάσει τα όρια της αστικής νομιμότητας προσφεύγοντας στους φασίστες, στην παρούσα πολύπλευρη κρίση κάτι τέτοιο θα αποδειχτεί αδύνατο. Θα ήταν έτσι σοβαρό λάθος να θεωρείται η αστική δημοκρατία, η οποία έχει έτσι κι αλλιώς υπονομευτεί σημαντικά, ως δεδομένη και να υποτιμηθούν οι κίνδυνοι από τη μεριά της άκρας αντίδρασης.

Μια άλλη πηγή δυσχερειών αφορά στη συνθετότητα της εξέλιξης και τα αυξημένα μέσα παρέμβασης της αστικής τάξης. Ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενεργούσαν κυρίως εξατομικευμένα, σήμερα η ύπαρξη των παγκόσμιων οργανισμών του κεφαλαίου (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΔΝΤ) επιτρέπει μια πιο συντονισμένη παρέμβασή τους στις εξελίξεις. Η πορεία στη Ρωσία δεν εξαρτάται μόνο από τα πάνω και τα κάτω των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία αλλά και από την πολύπλευρη στήριξη που θα έχει το καθεστώς Πούτιν από την Κίνα, η οποία θα φοβάται ένα πιθανό αναπροσανατολισμό της Ρωσίας σε περίπτωση ουσιαστικής καθεστωτικής αλλαγής. Οι κίνδυνοι από τις ρωσικές απειλές για χρήση πυρηνικών όπλων, που δεν πρέπει να υποτιμηθούν, αποτελούν επιπλέον δυσχέρειες. Αυτές οι περιπλοκές μπορεί να καθυστερούν ή και να τροποποιούν ουσιαστικά των ωρίμανση των γεγονότων, απαιτώντας ιδιαίτερα την ύπαρξη μια πειθαρχημένης πρωτοπορίας, ικανής να αναπροσανατολίζει το κίνημα σε κάθε νέα καμπή. Σε τελική ανάλυση όμως δεν μπορεί να αναιρέσουν τις κύριες ιστορικές δυναμικές.

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και θετικά στοιχεία της κατάστασης, που συχνά δεν είναι προφανή αλλά δεν επιτρέπεται να παραβλέπονται. Στον παγκόσμιο πόλεμο του 1914, εν μέρει και στην αρχική φάση του ρωσοϊαπωνικού πολέμου στα 1905, η αστική τάξη μπόρεσε για αρκετό καιρό να μεταδώσει τη σοβινιστική μέθη στους λαούς και να τους κινητοποιήσει αδιαμαρτύρητα και συχνά με ενθουσιασμό για τους σκοπούς της. Η αιτία δεν βρεθεί μόνο στην προδοσία της επίσημης σοσιαλδημοκρατίας, η οποία στην προηγούμενη περίοδο είχε διεξάγει μια ενεργή προπαγάνδα ενάντια στον πόλεμο. Σε αυτό συνέτειναν επίσης το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η έλλειψη ανάλογης εμπειρίας των μαζών, που θα τους επέτρεπε να διακρίνουν εξαρχής τους πραγματικούς σκοπούς του πολέμου. Σήμερα, αντίθετα, βλέπουμε στην περίπτωση της Ρωσίας μια ολιγαρχία να βασίζεται σε καθαρά μισθοφορικό στρατό, μη όντας ικανή να πραγματοποιήσει ούτε μια μερική επιστράτευση και να συσπειρώσει στα επεκτατικά σχέδιά της ένα υπολογίσιμο κομμάτι του λαού. Παρότι το κόμμα του Πούτιν παίρνει στις εκλογές ποσοστά της τάξης του 60%, η προσπάθειά του για επιστράτευση δεν προκαλεί μόνο μαζική φυγή από τη χώρα αλλά και ισχυρές άμεσες διαμαρτυρίες και άρνηση από τη μεριά της νεολαίας να πολεμήσει. Η ιστορική εμπειρία του φασισμού, η μαζική διάδοση της γνώσης, οι αρνητικές εμπειρίες από την ανεμπόδιστη κυριαρχία του καπιταλισμού στα τελευταία 30 χρόνια, μεταφράζονται σε πολιτικές στάσεις ανυπακοής και ανταρσίας που δεν μπορεί να κάμψουν οι κρατούντες. Αυτές οι στάσεις θα πολλαπλασιαστούν όταν ξεσπάσουν τα μεγάλα κινήματα της επερχόμενης περιόδου, που θα είναι σίγουρα πιο ριζοσπαστικά από εκείνα του 2011-12.

Η κύρια δυσκολία της κατάστασης σήμερα εντοπίζεται στην απουσία μιας οργανωμένης και συνειδητής πρωτοπορίας, που θα εκφράσει τα ανατρεπτικά κινήματα και θα τα οδηγήσει στον αγώνα για την εξουσία. Το 1914 κυρίως το κόμμα των Μπολσεβίκων και ακόμη οι σπαρτακιστές στη Γερμανία μπόρεσαν να δώσουν επαναστατική ηγεσία και, χάρη στην προηγούμενη εργασία τους, κέρδισαν την εμπιστοσύνη μεγάλων τμημάτων των μαζών. Σήμερα αντίθετα, με τη συνεχιζόμενη αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος, που ξεκίνησε με την επικράτηση του σταλινισμού και ολοκληρώθηκε με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, δεν διαφαίνεται τίποτε ανάλογο. Η διατήρηση ισχυρών κατάλοιπων του σταλινισμού, όπως το ΚΚΡΟ (που στηρίζει μαχητικά τον πόλεμο του Πούτιν) και το ΚΚΕ στη χώρα μας, αντιπροσωπεύει ένα καίριο πρόβλημα, γιατί τα κόμματα αυτά εμποδίζουν την ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος και στην κρίσιμη στιγμή θα προδώσουν τα ευρύτερα κινήματα, όπως έκανε η ηγεσία του ΚΚΕ το 2011-12. Επιπλέον, το παραμέρισμά τους δεν θα είναι εύκολη υπόθεση, καθώς η συνοχή τους ως κλειστών κύκλων συγκρατείται από τα συμφέροντα, βιοποριστικής φύσης, του γραφειοκρατικού μηχανισμού τους. Από την άλλη μεριά, οι τροτσκιστικές και άλλες ομάδες του κομμουνιστικού χώρου διακρίθηκαν συχνά από διανοουμενίστικες τάσεις, το αποτέλεσμα όντας συνεχείς διασπάσεις και αδυναμία εδραίωσης σταθερών δεσμών με τις μάζες.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο παλιός κύκλος του κομμουνιστικού κινήματος έχει κλείσει. Τα τεράστια καθήκοντα της νέας περιόδου δεν μπορεί να εκπληρωθούν ούτε από τα σταλινικά κατάλοιπα, ούτε από μικρές ομάδες που αυτό-αναγορεύονται σε παγκόσμιες πρωτοπορίες. Οι νέες πρωτοπορίες θα συγκροτηθούν από τη συνένωση κυρίως όσων ομάδων κατανοούν τον αμυντικό ακόμη χαρακτήρα της περιόδου και την ανάγκη στήριξης σε όλη την επαναστατική παράδοση του μαρξισμού –μια παράδοση που μετά το θάνατο του Λένιν περιλαμβάνει κυρίως το έργο των Τρότσκι, Μπουχάριν, Γκράμσι και Λούκατς– σε διαρκή διαπάλη με το δογματισμό και τις ποικίλες σεκταριστικές και αναθεωρητικές τάσεις. Αυτό θα διασφαλίσει παραπέρα το ρίζωμα στην εργατική τάξη, χωρίς το οποίο και την εργατική κομματική πειθαρχία που θα φέρει, δεν μπορεί να νικηθεί το σιδερένιο τέρας του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Στο λίγο χρόνο που απομένει μόνο μια τέτοια εργασία θα μας κάνει ικανούς να συνεισφέρουμε στη νικηφόρα έκβαση των επαναστατικών κινημάτων της εποχής μας.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Οι Πολωνοί Κομμουνιστές Απέναντι στον Στάλιν από τις εκδόσεις Redmarks.

Σημειώσεις

 

[i]   Βλέπε σχετικά Χρ. Κεφαλής, «Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι δημοσιολόγοι του ΝΑΡ», https://xekinima.org/chr-kefalis-o-polemos-stin-oykrania-kai-oi-dimosiologoi-toy-nar/ και Χρ. Κεφαλής, «Και πάλι για τον πόλεμο στην Ουκρανία», https://xekinima.org/chr-kefalis-kai-pali-gia-ton-polemo-stin-oykrania/.

[ii]  Βλέπε «Ρωσία: Πλέον δεν έχει πλήρη έλεγχο σε καμία από τις τέσσερις περιοχές που προσάρτησε», https://www.in.gr/2022/10/04/world/rosia-pleon-den-exei-pliri-elegxo-se-kamia-apo-tis-tesseris-perioxes-pou-prosartise/.

[iii]  Βλέπε «Alexander Kots (journalist)», https://en.wikipedia.org/wiki/Alexander_Kots_(journalist).

[iv]  Βλέπε «Ρωσία: Πλέον δεν έχει πλήρη έλεγχο σε καμία από τις τέσσερις περιοχές που προσάρτησε», ό.π. Ο Μιτρόκιν είναι ένας προοδευτικός σχολιαστής, συγγραφέας αξιόλογων μελετών για το ρωσικό εθνικισμό στα 1950-80 και ιδιαίτερα για τη ρωσική εκκλησία σήμερα, ώστε η ανάλυσή του να είναι από μια άποψη ακόμη πιο σημαντική από του Κοτς. Βλέπε , Mitrokhin, Νικολάι Αλεξάντροβιτς

[v]  Βλέπε «Ρωσία: Πλέον δεν έχει πλήρη έλεγχο σε καμία από τις τέσσερις περιοχές που προσάρτησε», ό.π.

[vi]   Βλέπε «Για την άγρια δολοφονία της 22χρονης Μαχσά Αμινί και τις κινητοποιήσεις στο Ιράν», ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ, https://www.kke.gr/article/Gia-tin-agria-dolofonia-tis-22xronis-Maxsa-Amini-kai-tis-kinitopoiiseis-sto-Iran/· «Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Επαναφέρει θέμα «εγγυήσεων» από τις ΗΠΑ η Τεχεράνη», Ριζοσπάστης, 20.9.2022 και «“Φουντώνουν οι διαδηλώσεις μετά τον θάνατο της Αμινί», Ριζοσπάστης, 22.9.2022.

[vii]  Δ. Καλτσώνης, «Ο Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και η Ουκρανία σήμερα», https://info-war.gr/o-lenin-gia-ton-imperialismo-kai-i-oykra/.

[viii]  Β. Λιόσης, «Το κρίσιμο ερώτημα: έχει σημασία ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας; του Βασίλη Λιόση», https://www.kommon.gr/politiki/dialogos/item/5642-to-krisimo-erotima-exei-simasia-poios-tha-kerdisei-ton-polemo-rosias-oukranias-tou-vasili-liosi.

[ix]  Για μια κριτική, βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Για το περί φασισμού σύγγραμμα του Βασίλη Λιόση», https://marxismos.com/gia-to-peri-fasismou-syggramma-tou-vasili-liosi/.

[x]   Λένιν, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 42, σελ. 296, 292 – οι υπογραμμίσεις του Λένιν.

[xi]  Βλ. Κ. Σκορδούλης, Φιλοσοφία και Επιστήμη στα Κείμενα του Λ. Τρότσκι, εκδ. Ίαμος, Αθήνα 1995, σελ. 71, 74. Στη θεώρηση του Τρότσκι υπάρχει και μια αδυναμία, στο βαθμό που δεν αποδίδει επαρκή προσοχή στο θεμέλιο της διαλεκτικής, τη διαλεκτική αντιφατικότητα, την οποία δεν θα συζητήσουμε εδώ.

[xii]  Λ. Τρότσκι, «Μάθετε να σκέφτεστε», https://www.neaprooptiki.gr/leon-trotski-mathete-na-skefteste/.

και  https://www.elaliberta.gr

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2022 23:53

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.