Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017 17:47

«Πριν»: Αφιέρωμα στη συνολική αντιδραστική εκπαιδευτική αναδιάρθρωση

Κατηγορία Πολιτική

Αφιέρωμα στη συνολική αντιδραστική εκπαιδευτική αναδιάρθρωση

Το Πριν συνθέτει το παζλ των αλλαγών που προωθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και αποκαλύπτει πως κινούνται σύμφωνα με τις οδηγίες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Για μια εκπαίδευση στην υπηρεσία της αγοράς, με σχολεία και σχολές σούπερ μάρκετ υπηρεσιών, με κυρίαρχο στοιχείο το σφαγιασμό των μορφωτικών και εργασιακών δικαιωμάτων των νέων, την εμπορευματοποίηση, την οικονομική ασφυξία, τους ταξικούς φραγμούς και την επιχειρηματική λογική.

Όλα όσα συμβαίνουν σε δημοτικά, γυμνάσια – λύκεια και πανεπιστήμια.

Αιμιλία Τσαγκαράτου

Συνολική αντιπαράθεση στη συνολική αποδιάρθρωση της εκπαίδευσης 

Είναι ανάγκη να βρούμε εκείνους τους δρόμους που θα μετατρέψουν τον θυμό, την αναμονή, την απογοήτευση, την αποσπασματική διεκδίκηση, όλα αυτά που αυτή την περίοδο συνθέτουν την εικόνα της κατάστασης του εκπαιδευτικού κινήματος, σε γενικευμένη και συνολική αντιπαράθεση για να ραγίσει η βιτρίνα της «ομαλότητας» και της «εξόδου από την κρίση», να μπουν φραγμοί στη μνημονιακή βαρβαρότητα, να ηττηθεί η πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ.

Έχουν περάσει ήδη τρεις εβδομάδες από την έναρξη της σχολικής χρονιάς κι ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα «θριάμβου» για τον «ομαλό» τρόπο με τον οποίο αυτή έγινε, η πραγματικότητα τη διαψεύδει οικτρά. Σχολεία που υπολειτουργούν λόγων των χιλιάδων κενών που υπάρχουν ακόμα, που δυσκολεύονται να καλύψουν τις λειτουργικές τους ανάγκες λόγω της χρόνιας υποχρηματοδότησης, ολοήμερα τμήματα δημοτικών σχολείων που δεν λειτουργούν καθόλου, ολιγομελή τμήματα ΕΠΑΛ που έχουν κλείσει, γονείς που βάζουν το χέρι στην τσέπη ακόμα και για φωτοτυπικό χαρτί, είναι μερικές από τις πλευρές της πραγματικής εικόνας που βιώνουμε αυτή τη στιγμή στην εκπαίδευση.

Αποφασίσαμε να κάνουμε το παρόν αφιέρωμα στην εκπαίδευση όχι εθιμοτυπικά, επειδή βρισκόμαστε ουσιαστικά στην αρχή της σχολικής και ακαδημαϊκής χρονιάς. Η εκπαίδευση σε όλες της τις βαθμίδες απασχολεί κάθε εργατική και λαϊκή οικογένεια, οι συντηρητικές αναδιαρθρώσεις και τομές που γίνονται σε αυτήν έχουν άμεσο αντίκτυπο στις ανάγκες των μαθητών και το νέων και στο δικαίωμά τους για ολόπλευρη και ουσιαστική μόρφωση. Προσθέτουν έναν ακόμα βραχνά στην ήδη καθημαγμένη από την οικονομική κρίση και τις μνημονιακές επιταγές εργαζόμενη πλειοψηφία: από το γονιό που έχει παιδί που χρειάζεται ειδικό παιδαγωγό και τον πληρώνει από την τσέπη του γιατί οι προσλήψεις στο δημόσιο σχολείο δεν επαρκούν, μέχρι τον φοιτητή που βλέπει το πτυχίο του να κουρελιάζεται κάτω από τον οδοστρωτήρα των κύκλων σπουδών του νόμου για τα ΑΕΙ. Από τον μαθητή του ΕΠΑΛ που αναγκάζεται να μετακινηθεί μακριά από το σπίτι του για να φοιτήσει στην ειδικότητά του, μέχρι τον αναπληρωτή εκπαιδευτικό που διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του για να βρει στέγη στον τόπο πρόσληψής του, αν δεν αναγκαστεί τελικά σε παραίτηση όπως έγινε σε κάποιες περιπτώσεις. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και όλο το αστικό μνημονιακό μπλοκ, χέρι-χέρι με τους εκπροσώπους της ολιγαρχίας του πλούτου, όπως ο ΣΕΒ, που το τελευταίο διάστημα παρεμβαίνουν όλο και πιο επίμονα, σε πλήρη συνεργασία με τα επιτελεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ, επιδιώκουν την πλήρη αλλαγή του χαρακτήρα της δημόσιας εκπαίδευσης. Αυτό εξάλλου είναι και το πραγματικό νόημα του συνθήματος της εξουσίας και των εκπροσώπων της «η εκπαίδευση θα μας βγάλει από την κρίση»: είναι η ανάγκη του συστήματος να την προσδέσει ακόμα πιο αποτελεσματικά στις ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Είναι γεγονός ότι μπροστά σε μια τέτοια επίθεση σε βάθος και σε έκταση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η κατάσταση του κινήματος δεν είναι η καλύτερη, παρόλο που πλευρές των αναδιαρθρώσεων δεν έχουν υλοποιηθεί, τουλάχιστον με τον τρόπο που θα ήθελε η κυβέρνηση, χάρη στην παρέμβαση του εκπαιδευτικού κινήματος. Το τελευταίο διάστημα αυξάνουν οι κινητοποιήσεις σε διευθύνσεις εκπαίδευσης και περιφερειακές διευθύνσεις, που αναδεικνύουν τα θέματα των ελλείψεων σε προσωπικό στη γενική εκπαίδευση και στην ειδική αγωγή, των προβλημάτων των ελαστικά εργαζόμενων εκπαιδευτικών και την ανάγκη των μόνιμων διορισμών, του κλεισίματος των ολιγομελών τμημάτων των ΕΠΑΛ, των συμπτύξεων τμημάτων, των αναγκών των σχολείων. Στις 29 Σεπτέμβρη, πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση στο Υπουργείο Παιδείας από τα πρωτοβάθμια σωματεία των εκπαιδευτικών, ενώ αντίστοιχη κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε και στη Θεσσαλονίκη στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης. Το επόμενο διάστημα πραγματοποιούνται Γενικές Συνελεύσεις των εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ για τις 5 Οκτώβρη, παγκόσμια μέρα του εκπαιδευτικού, έχει αποφασιστεί από τις Ομοσπονδίες πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο.

Φυσικά τα παραπάνω δεν αντιστοιχούν στο μέγεθος της επίθεσης που δέχεται η δημόσια εκπαίδευση. Είναι ανάγκη να ξαναπιάσουμε το νήμα της ανυπακοής και του αποφασιστικού αγώνα όχι μόνο για την υπεράσπιση των κατακτήσεών μας αλλά και για τη διεύρυνση των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών και των φοιτητών, σύμφωνα με τις δυνατότητες της εποχής μας. Είναι ανάγκη να βρούμε εκείνους τους δρόμους που θα μετατρέψουν τον θυμό, την αναμονή, την απογοήτευση, την αποσπασματική διεκδίκηση, όλα αυτά που αυτή την περίοδο συνθέτουν την εικόνα της κατάστασης του εκπαιδευτικού κινήματος, σε γενικευμένη και συνολική αντιπαράθεση για να ραγίσει η βιτρίνα της «ομαλότητας» και της «εξόδου από την κρίση», να μπουν φραγμοί στη μνημονιακή βαρβαρότητα, να ηττηθεί η πολιτική της κυβέρνησης και της ΕΕ.

Στάθης Στεφανής, Ευγενία Παπαδάκη

Πανεπιστήμιο – σούπερ μάρκετ υπηρεσιών 

Με βάση το νόμο Γαβρόγλου για τα πανεπιστήμια, που ψηφίστηκε, ως συνήθως, Αύγουστο, θα ανθίσει η επιχειρηματική λειτουργία των πανεπιστημίων, με περαιτέρω εμπορευματοποίηση εκπαίδευσης και έρευνας. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση μετατρέπεται σε έναν καμβά διάφορων μορφών εκπαίδευσης και κατάρτισης επί πληρωμή. Η κρατική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων περιορίζεται όλο και περισσότερο.

Βασικός άξονας του νόμου Γαβρόγλου για τα ΑΕΙ είναι η «οικονομική ανεξαρτησία των ιδρυμάτων», δηλαδή η καθιέρωση διδάκτρων και η απόκτηση πόρων μέσω της πώλησης υπηρεσιών

Η νέα ακαδημαϊκή χρονιά αρχίζει κι αν κάτι απειλεί περισσότερο το μέλλον του πανεπιστημίου και των φοιτητών είναι ο νόμος Γαβρόγλου για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς αυτή αποτελεί στρατηγικής σημασίας παράγοντα για το κεφάλαιο στην προσπάθεια να ξεπεράσει την κρίση του. Ένας νόμος που ψηφίστηκε μια Αυγουστιάτικη νύχτα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ και ήρθε να εξειδικεύσει τις πάγιες κατευθύνσεις της διαδικασίας της Μπολόνια της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και του ΙΟΒΕ για «εξορθολογισμό» και οικονομική αποκέντρωση των πανεπιστημίων. Αποτελεί συνέχεια προηγούμενων νομοσχεδίων και έχει ως στόχο να ολοκληρώσει το πλαίσιο πάνω στο οποίο θα ανθίσει η επιχειρηματική λειτουργία των πανεπιστημίων. Βασικοί άξονες του νόμου είναι η «οικονομική ανεξαρτησία των ιδρυμάτων», δηλαδή η καθιέρωση διδάκτρων και η απόκτηση πόρων μέσω της πώλησης υπηρεσιών με περαιτέρω εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης και της έρευνας, καθώς και η μεγαλύτερη σύνδεση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων με επιχειρήσεις. Με την καθιέρωση των κύκλων σπουδών της Μπολόνια, τα πτυχία του πρώτου κύκλου ισοτιμούνται με τα bachelor των τριετών σπουδών άλλων χωρών. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση μετατρέπεται σε έναν καμβά διάφορων μορφών εκπαίδευσης και κατάρτισης επί πληρωμή και εναρμονίζει τη λειτουργία της με βάση τα επιχειρηματικά πρότυπα.

Η κρατική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων περιορίζεται όλο και περισσότερο, εωσότου αντικατασταθεί πλήρως, από δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, πόρους από ερευνητικά προγράμματα ευρωπαϊκών ή άλλων διεθνών οργανισμών, καθώς και τα έσοδα από τους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ). Όσον αφορά τους τελευταίους, αυτοί λειτουργούν πλέον σαν αυτόνομο όργανο επιχειρηματικής διαχείρισης με βάση το ιδιωτικό δίκαιο (αποκτούν ΑΦΜ). Αυτό συνεπάγεται τη διαχείριση της περιουσίας που προκύπτει από τα έργα του ΕΛΚΕ καθώς και των εργαζομένων που εμπλέκονται σε αυτά. Οι ΕΛΚΕ αποκτούν βασικό και κυρίαρχο ρόλο διαχείρισης της οικονομικής λειτουργίας του Πανεπιστημίου και κομμάτι των ταμειακών τους διαθεσιμοτήτων μεταφέρονται στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου μαζί με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους διαχειρίζονται αυτά τα αποθεματικά. Καταλαβαίνουμε, δηλαδή, ότι τα αποθεματικά συνδέονται, πλέον, άμεσα με τη χρεομηχανή.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η δυνατότητα τους να εμπορεύονται την ερευνητική δραστηριότητα των ιδρυμάτων με αξιοποίηση πατέντων ή συμμετέχοντας στην διαχείριση των διαφόρων τύπων επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως οι εταιρείες spin off. Όλα τα παραπάνω έρχονται να ικανοποιήσουν τις επιταγές της ΕΕ για άμεση σύνδεση του πανεπιστημίου με την αγορά. Κατά αυτό τον τρόπο. θα ενισχύονται τα κερδοφόρα για το κεφάλαιο προγράμματα και θα απονεκρώνονται όσα δεν συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή. Ταυτόχρονα, με το νέο νόμο ορίζεται ότι τα εργαστήρια μίας σχολής μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του υπουργείου Παιδείας. Οποιοσδήποτε ιδιώτης δηλαδή θα μπορεί, αντί να ξοδέψει χρήματα για δικό του εξοπλισμό και έρευνα, να απευθύνεται στα εργαστήρια μίας σχολής και να εκμεταλλεύεται τον έτοιμο εξοπλισμό, αλλά και τους εργαζόμενους σε αυτά σαν φτηνό ή και απλήρωτο εργατικό δυναμικό. Έτσι, η μετατροπή των πανεπιστημίων σε ερευνητικά κέντρα για επιχειρήσεις θα γίνει πραγματικότητα, σε βάρος και του προϋπολογισμού, ο οποίος με τη δικαιολογία των χορηγιών και των ενοικιάσεων εργαστηρίων και εξοπλισμού θα μειώνεται. Αλλά και σε βάρος των σπουδών μας, καθώς ακόμα περισσότερο από σήμερα θα θεωρείται πάρεργο η εκπαιδευτική διαδικασία, για χάρη των ερευνητικών προγραμμάτων.

Παράλληλα με όλη αυτή τη διαδικασία, εισάγονται δίδακτρα στα μεταπτυχιακά, ανοίγοντας το δρόμο της συνολικής επιβολής τους, τα οποία μάλιστα θα χρησιμεύουν για τη μισθοδοσία των διδασκόντων. Παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης για την ύπαρξη κοινωνικών κριτηρίων που θα επιτρέπουν και στα πιο πληττόμενα στρώματα να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, ουσιαστικά αυτά τα κριτήρια αφορούν ελάχιστους φοιτητές, καθώς απαιτείται για μια οικογένεια με δύο προστατευόμενα μέλη το οικογενειακό τους εισόδημα να είναι 980 ευρώ. Εξάλλου τα κριτήρια αυτά μπορούν να τροποποιούνται κάθε φορά προ το χειρότερο. Αυτό έρχεται να εντείνει περαιτέρω τους ταξικούς φραγμούς στο πανεπιστήμιο, καθώς το κόστος σπουδών αποκόπτεται από την κρατική χρηματοδότηση και πέφτει πλέον στις πλάτες των φοιτητών.

Την πλήρη επιχειρηματικοποίηση της λειτουργίας των πανεπιστημίων έρχεται να ολοκληρώσει η δημιουργία των Α.Σ.Α.Ε.Ε (Ακαδημαϊκά Συμβούλια Ανώτατης Έρευνας και Εκπαίδευσης), που έρχονται να αντικαταστήσουν τα Συμβούλια Ιδρύματος και να ενισχύσουν την σύνδεση των ιδρυμάτων με την τοπική οικονομία, επιχειρήσεις κλπ. Το τοπικό κράτος, πλέον, παίζει κομβικό ρόλο στην εφαρμογή των κατευθύνσεων της ΕΕ με διάφορα μέσα (διαχείριση ΕΣΠΑ, προσέλκυση επενδύσεων). Επίσης, θα συμβάλλει στην ανάδειξη επιστημονικών πεδίων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις στο περιφερειακό επίπεδο. Την ίδια στιγμή, αυτό το όργανο συμβαδίζει με την εθνική πολιτική στην Έρευνα, την τεχνολογία και την Ανάπτυξη της Καινοτομίας και τη λειτουργία των Περιφερειακών Συμβουλίων. Η κυβέρνηση προάγει την ανάπτυξη της έρευνας και της εκπαίδευσης σε ζωτικό τομέα εθνικού ενδιαφέροντος. Η γνώση και η έρευνα θα συμβαδίζει πλέον με την εθνική στρατηγική και θα υπόκειται στα συμφέροντα και τις ανάγκες των τοπικών αγορών και, προφανώς, καμία σχέση δε θα έχουν με αυτές της κοινωνίας.

Κυνήγι προσόντων με αγορά πτυχίων

ΠΑΓΙΔΑ «ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ»

Από αυτή την κατάσταση δεν ξεφεύγουν βέβαια ούτε τα προγράμματα σπουδών. Η χρόνια προσπάθεια πρόσδεσης των Ελληνικών Πανεπιστημίων στη διαδικασία της Μπολόνια και του Κοινού Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης (KEXAE) ευοδώνεται τώρα με το νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Επιδιώκουν να «σπάσουν» τα πτυχία όχι μόνο στο αντικείμενο, αλλά και στη διάρκεια: οι σχολές να δίνουν πτυχίο στα δύο ή τρία χρόνια και τα τελευταία δύο χρόνια να αποτελούν (προαιρετικό και με δίδακτρα φυσικά) μεταπτυχιακό. Βγάζοντας με αυτόν τον τρόπο πτυχιούχους χωρίς πλήρη γνώση του αντικειμένου τους, ώστε να αναλαμβάνουν οι ίδιοι το κόστος της εκπαίδευσης που θα έπρεπε να τους παρέχει το κράτος.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι πιστωτικές μονάδες που ο λόγος ύπαρξής τους είναι να μειώνουν το χρόνο σπουδών μέσω της εντατικοποίησης και να αντικαθιστούν τα ενιαία πτυχία με ατομικούς φακέλους προσόντων. Με οδηγό τις πιστωτικές μονάδες και το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων, ο νόμος Γαβρόγλου έρχεται να κατηγοριοποιήσει περαιτέρω τις «παραδοσιακές» μορφές εκπαίδευσης (προπτυχιακές, μεταπτυχιακές, διδακτορικές σπουδές) αλλά και να ιδρύσει νέες. Ταυτόχρονα τα δια βίου προγράμματα μάθησης περνούν πλήρως στην αρμοδιότητα των πανεπιστημίων μέσω των Κέντρων Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ). Σε αυτά θα παρέχονται προγράμματα επί πληρωμή, όπως τα διετή προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης για αποφοίτους ΕΠΑΛ. Χαρακτηριστική είναι και η δυνατότητα που δίνει το νομοσχέδιο στους φοιτητές να σπουδάσουν το 25% των μαθημάτων τους σε άλλες σχολές, γεγονός που προωθεί την κινητικότητα, ήδη από τη φάση της εκπαίδευσης. Βλέπουμε ότι με το κυνήγι συνεχών επανακαταρτίσεων και με τον ατομικό φάκελο προσόντων, οι φοιτητές με τη λειψή γνώση που τους παρέχεται, αντί να πατούν γερά στα πόδια τους στο αντικείμενο και στο χώρο εργασίας τους, θα μπορούν να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον κάθε εργοδότη.

Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εξαπολύει την πιο σφοδρή επίθεση σε κάθε πτυχή της ζωής των φοιτητών και των εργαζόμενων εντός και εκτός πανεπιστημίου, επιλέγει να ανοίξει το ζήτημα της συμμετοχής των φοιτητών στη διοίκηση του πανεπιστημίου. Πρόκειται για μια κίνηση αποπροσανατολισμού του φοιτητικού κινήματος, «κατ’ επίφαση» δημοκρατικότητας και επιδίωξης συναίνεσης από το κίνημα. Μια κίνηση που συνδυάζεται με την επαναφορά του ακαδημαϊκού ασύλου της πρότασης Γιαννάκου, μακριά από τη θεσμοθέτηση του πάγιου αιτήματος φοιτητικού και πανεπιστημιακού κινήματος για πολιτικό άσυλο για όλο το λαό.

Η επιχειρούμενη αντιδραστική αναδιάρθρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χρειάζεται πειθαρχημένους φοιτητές, ξεδοντιασμένους φοιτητικούς συλλόγους και κάθε μορφής συλλογικότητας, αστυνόμευση των σχολών και ιδιαίτερα των διαδικασιών έρευνας (λόγω του ειδικού τους βάρους στην επιχειρηματική κερδοφορία), αλλά και μονολιθική σκέψη, ιδεολογική χειραγώγηση, ατομισμό και ανταγωνιστικό αλληλοφάγωμα. Γι αυτό είναι βαθιά αντιδημοκρατική και ανελεύθερη και επιβάλλεται με την οικονομική ανέχεια και την επιχειρηματική αξιολόγηση.

Δεν θα τσιμπήσουμε, δεν θα υποταχθούμε, θα αντεπιτεθούμε!

Γιώτα Ιωαννίδου, Γιώργος Καλημερίδης

Για το σχολείο των αναγκών και των δικαιωμάτων μας 

Αφετηριακό σημείο της συζήτησης για το σχολείο των αναγκών και των δικαιωμάτων μας είναι ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα αντίστασης και ανατροπής που βασίζεται στη γνώση και τη διεκδίκηση των πρωτόγνωρων απελευθερωτικών δυνατοτήτων για τη σημερινή κοινωνία, που γεννά η εργασία και η επιστήμη, σε αντιπαράθεση με την ιδιοποίηση, την καταστροφή και την κατάπνιξή τους από τον καπιταλισμό. Ο αγώνας για μια απελευθερωτική παιδεία συνδυάζεται με την πάλη για τη χειραφετημένη και χωρίς εκμετάλλευση εργασία. Ένας τέτοιος αγώνας διεκδικεί να κυριαρχούν οι ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας στο τι, πώς, με ποιο τρόπο και για ποιο σκοπό μαθαίνουμε καθώς και στο τι, πώς, για ποιο σκοπό και με ποιο τρόπο παράγουμε και συμμετέχουμε ταυτόχρονα στη συλλογική κοινωνική και πολιτική ζωή. Το ζήτημα της μόρφωσης είναι άμεσα συνδεδεμένο με το ζήτημα της δημοκρατίας και της εργασίας, αλλά και της ελεύθερης, αξιοβίωτης ζωής.

Παρά τη ρητορική για τη σημασία της γνώσης και της εκπαίδευσης στο σύγχρονο κόσμο, στην πράξη ο καπιταλισμός της κρίσης και της κανιβαλικής προσπάθειας υπέρβασής της προς όφελος του κεφαλαίου, οδηγεί στην καταστροφή του δικαιώματος στη μόρφωση για ένα πλειοψηφικό κομμάτι της νέας γενιάς. Από τα προγράμματα κουπονιών στη Χιλή, μέχρι τις τυποποιημένες εξετάσεις στις ΗΠΑ, οι οποίες οδηγούν στο κλείσιμο πολλών σχολείων στις κοινωνικά υποβαθμισμένες περιοχές, και από εκεί στην αδυναμία των σπουδαστών σε πολλές καπιταλιστικές χώρες να ολοκληρώσουν τις πανεπιστημιακές σπουδές τους, λόγω διδάκτρων, υπερχρέωσης στις τράπεζες ή απλά αδυναμίας των οικογενειών τους να χρηματοδοτήσουν τις σπουδές τους, η εικόνα που αποτυπώνεται, είναι μια εικόνα μορφωτικής καταστροφής. Μια μορφωτική καταστροφή αφενός με την έννοια ότι ένας μεγάλος αριθμός μαθητών αποκλείεται από το σχολείο και, αφετέρου, με την έννοια ότι η εκπαίδευση ταυτίζεται πλήρως με την επιχειρηματικότητα, την πρόσκτηση μετρήσιμων εργασιακών δεξιοτήτων και την ικανότητα διαρκούς επανακατάρτισης με βάση την αρχή της απασχολησιμότητας.

Ασκώντας κριτική στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα που βρίσκεται μακριά από τις ανάγκες της νεολαίας διατυπώνουμε μια συνολική εκπαιδευτική πρόταση. Για μια αποκλειστικά δημόσια, δωρεάν, δημοκρατική εκπαίδευση όλων των παιδιών, με δίχρονη προσχολική αγωγή και ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο. Για πραγματική δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης σε μια ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση αλλά και τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στο δημόσιο, δωρεάν, σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης μετά το δωδεκάχρονο σχολείο, για όσα επαγγέλματα δεν απαιτείται πανεπιστημιακή μόρφωση. Για μια κοινωνία που η μόρφωση θα αναδύεται από όλους τους αρμούς της και θα εξασφαλίζει όλους τους υλικούς πόρους, ώστε καθεμία και καθένας να έχει πρόσβαση σε όποιο κομμάτι της εκπαίδευσης επιθυμεί, όποτε το επιλέξει.

Αγωνιζόμαστε για το ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν, δωδεκάχρονο σχολείο

Η διάρκεια της εκπαίδευσης πρέπει να ανταποκρίνεται στον πλούτο των γνώσεων, των τεχνολογικών και επιστημονικών ανακαλύψεων, των πολιτιστικών επιτευγμάτων που έχει συσσωρεύσει η ανθρώπινη δραστηριότητα, καθώς και στην αναγκαιότητα οι νέοι άνθρωποι να γίνουν κοινωνοί και υποκείμενα της συνέχισής της. Το ενιαίο σχολείο θα έχει ενιαία δωδεκάχρονη δομή.

Είμαστε αντίθετοι με τον κατακερματισμό μεταξύ των βαθμίδων της εκπαίδευσης και των διακριτών εκπαιδευτικών δικτύων (π.χ. γενική – τεχνική εκπαίδευση) που λειτουργούν στην κατεύθυνση της μορφωτικής επιλογής προς όφελος των ανώτερων κοινωνικών ομάδων. Η ενιαία δομή επιτρέπει το συλλογικό σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πράξης προς όφελος των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων, τον περιορισμό του ανταγωνισμού και την εξάλειψη των εξεταστικών φραγμών. Ένα ενιαίο σχολείο δεν μπορεί να βάζει κανένα εμπόδιο στη συνεχή και απρόσκοπτη διαδικασία φοίτησης του μαθητή σε αυτό. Δεν μπορεί να έχει εξετάσεις κατάταξης, απόρριψης, ή βαθμολογία ως εργαλεία εσωτερίκευσης της αποτυχίας του. Στόχος του ενιαίου σχολείου θα είναι «να μαθαίνουν» όλα τα παιδιά κι όχι να πιστοποιήσει ποια δεν μπορούν να μάθουν ώστε να τα αποκλείσει. Γι’ αυτό θα ασχολείται με την εξεύρεση τρόπων, μεθόδων και εργαλείων για το πρώτο κι όχι για το δεύτερο.

Η ενιαία δομή υπηρετεί μια διαφορετική εκπαιδευτική φιλοσοφία που βασίζεται στο συλλογικό προγραμματισμό της παιδαγωγικής πράξης, κατανοώντας τη μόρφωση ως μια συλλογική υπόθεση και όχι ως ένα αγχωτικό, ανταγωνιστικό παιχνίδι με νικητές και χαμένους. Με αυτό τον τρόπο προωθεί μια διαφορετική συνολικά αντίληψη για την κοινωνία, όπου αυτό που κρίνεται ως σημαντικό δεν είναι η ιεραρχική ταξινόμηση των ανθρώπων και η ατομική πάλη για επιβίωση εις βάρος των υπολοίπων αλλά η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη· όπου η αξία του κάθε μεμονωμένου υποκειμένου και η ικανοποίηση των ατομικών του κλίσεων αναδύεται μέσα από τη συλλογική συνύπαρξη και αμοιβαιότητα.

Μιλάμε για δωρεάν και δημόσιο χαρακτήρα του σχολείου και όλης της εκπαίδευσης. Με την πλήρη κατάργηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης και με αυξημένες κοινωνικά παροχές για τα παιδιά της εργατικής τάξης και τις κυριαρχούμενες κοινωνικές ομάδες. Σίτιση, στέγαση, μεταφορά, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ταυτόχρονα το σύνολο των πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων στις οποίες εμπλέκονται τα παιδιά και είναι αναγκαίες για την ισόρροπη και ολοκληρωμένη ανάπτυξη τους, πρέπει να παρέχονται στο δημόσιο σχολείο. Αντιλαμβανόμαστε το δημόσιο δωρεάν σχολείο ως ένα ευρύτερο μορφωτικό κέντρο για τις εργατικές και αγροτικές περιοχές, ένα κέντρο πολιτισμού και για τη νέα γενιά και για τους γονείς τους, ένα συλλογικό κοινωνικό αγαθό που ανήκει στην ίδια την εργαζόμενη πλειοψηφία.

Από αυτή την άποψη, η νέα σχολική δομή απαιτεί γενναία δημόσια χρηματοδότηση, με μείωση των μαθητών ανά τμήμα, με σύγχρονη υλικοτεχνική υποδομή, με βιβλιοθήκες, εργαστήρια, χώρους άθλησης και πολιτισμού, με πολλαπλές αντισταθμιστικές εκπαιδευτικές δομές και κοινωνικές υπηρεσίες τόσο για τους πιο αδύναμους κοινωνικά μαθητές, για τα παιδιά με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, όσο και για τα παιδιά των μεταναστών.

Ασφαλώς και δεν θεωρούμε το ζήτημα της μόρφωσης αποκλειστικά και μόνο ζήτημα σχολείου. Αντίθετα ο στόχος του ενιαίου, δωδεκάχρονου, δημόσιου, δωρεάν σχολείου πρέπει να συμπληρώνεται από μια ευρύτερη μορφωτική πολιτική, η οποία θα στοχεύει σε μια κοινωνία όπου η μόρφωση και ο πολιτισμός θα αναδύονται από όλους τους πόρους της. Από τις πολιτιστικές ομάδες στις εργατικές συνοικίες, μέχρι την επίσημη τέχνη και το πρόγραμμα των ραδιοτηλεοπτικών μέσων επικοινωνίας. Μορφωτική πολιτική δεν ασκεί μόνο το σχολείο αλλά ένα μεγάλο δίκτυο ιδεολογικών πολιτιστικών μηχανισμών, που στη σημερινή περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, απλά περιορίζεται στην εμπορευματοποίηση, στην ευτέλεια, στο σεξισμό και στη ναρκισσιστική κουλτούρα. Το ενιαίο σχολείο μπορεί να συμβάλλει σε μια ριζικά διαφορετικά μορφωτική πορεία, αλλά έχει την ανάγκη να θεμελιωθεί σε μια νέα λαϊκότητα, σε μια ριζικά διαφορετική κουλτούρα, η οποία, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, θα ανοίγει νέους δρόμους. Με αυτό τον τρόπο, κατανοούμε και την «ανοικτότητα» του σχολείου, σε πλήρη αντιπαράθεση με τον αγοραίο καταναλωτισμό, τη σχολική αυτονομία και τη φιλανθρωπία των ποικίλων χορηγών.

Είναι προφανές ότι ένα σχολείο που θέλει να «διδάσκει» και να διαπαιδαγωγεί στην ελευθερία και τη δημοκρατία, δεν μπορεί παρά να τις αποτυπώνει και στη συλλογική διοίκησή του. Θα ήταν ανεδαφικό να ισχυριστούμε ότι το σχολείο μπορεί να αποτελέσει νησίδα δημοκρατίας μέσα στο αυταρχικό, εκμεταλλευτικό περιβάλλον της καπιταλιστικής κρίσης. Αντίθετα, λαϊκά συλλογικά όργανα εξουσίας και επιβολής της λαϊκής θέλησης σε κοινωνικό και τοπικό επίπεδο θα πρέπει να «συναντιούνται» με αντίστοιχα όργανα στο επίπεδο κάθε εκπαιδευτικού ιδρύματος στη διαδικασία, με την οποία θα συντελείται η αντικαπιταλιστική ανατροπή της σημερινής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Σε μια τέτοια κατεύθυνση, η Γενική Συνέλευση του σχολείου (με τη συμμετοχή όλων των εργαζομένων του καθώς και μαθητικών αντιπροσώπων) πρέπει να είναι το αποφασιστικό όργανο της λειτουργίας του, με δυνατότητα εκλογής διοικητικών οργάνων άμεσα ανακλητών από την ίδια. Χρειάζεται να υπάρχει συλλογικός σχεδιασμός και συζήτηση επί της εκπαιδευτικής διαδικασίας με δυνατότητα λήψης αποφάσεων. Και φυσικά η κατάργηση προσευχών, εκκλησιασμών, παρελάσεων, θρησκευτικών συμβόλων και οποιασδήποτε μορφής ιδεολογικών καταναγκασμών είναι αναγκαίες προϋποθέσεις του εκδημοκρατισμού του δημόσιου σχολείου.

Σχολείο με σκοπό τον άνθρωπο και εκπαιδευτικούς διανοούμενους της κοινωνικής αλλαγής

Το δωδεκάχρονο ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν σχολείο οφείλει να αναπροσαρμόσει και τους παιδαγωγικούς σκοπούς του. Το σημερινό σχολείο κυριαρχείται από τον ανταγωνισμό και από την επιδίωξη της εργασιακής ευελιξίας – κινητικότητας, με μια ρηχή και υποκριτική αναφορά στην αναγνώριση της διαφορετικότητας και γενικόλογων ανθρωπιστικών αξιών, σε έναν κόσμο ωστόσο όπου κυριαρχεί η επιχειρηματικότητα, η εκμετάλλευση και ο ρατσισμός. Σε αυτή τη βάση, η παιδαγωγική πράξη οργανώνεται από λίστες τυποποιημένων και τεχνοκρατικών στόχων μάθησης, ενώ η όποια οικειοποίηση θεματικών της προοδευτικής εκπαίδευσης (π.χ. μέθοδος project) από τον επίσημο παιδαγωγικό λόγο αναφέρεται στην οικονομίστικη επιδίωξη της ανάπτυξης πολυλειτουργικών εργαζομένων στα πλαίσια των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων. Αντίθετα, το σχολείο της χειραφετητικής παιδείας ξεκινάει από διαφορετικές παραδοχές για τους παιδαγωγικούς στόχους του σχολείου και σε αυτή τη βάση καθορίζει το περιεχόμενο του, τις διαδικασίες μάθησης και το ρόλο των εκπαιδευτικών.

Κεντρικός παιδαγωγικός σκοπός είναι η διαμόρφωση ανθρώπων με ισόρροπη σωματική, γνωστική, ηθική και καλλιτεχνική ανάπτυξη. Ανθρώπων που καλλιεργούν τη σωματική τους ευεξία, κατακτούν ακαδημαϊκές και τεχνικές γνώσεις και ικανότητες που αναφέρονται στους βασικούς κλάδους της παραγωγής, δηλαδή πολυτεχνική μόρφωση. Ανθρώπων που προσπαθούν συστηματικά να προσεγγίσουν ιδανικά όπως η συντροφικότητα, η αυτοθυσία για το δημόσιο συμφέρον και η γενναιότητα της υπέρβασης του ατομικισμού, που εκτιμούν και απολαμβάνουν τις καλλιτεχνικές μορφές έκφρασης (Γρόλλιος Γ. 2016).

Αυτός ο παιδαγωγικός σκοπός και ευρύτερα το ενιαίο 12χρονο δωρεάν δημόσιο σχολείο προϋποθέτει και μια διαφορετική αντίληψη για τον εκπαιδευτικό και το ρόλο του. Στον κυρίαρχο εκπαιδευτικό λόγο, ο εκπαιδευτικός, αν δεν είναι πλήρως απαξιωμένος και δυσφημισμένος, όπως όλοι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο, οφείλει να λειτουργεί απλώς ως αποτελεσματικός τεχνικός συγκεκριμένων διδακτικών αντικειμένων για την επίτευξη μετρήσιμων αποτελεσμάτων, χωρίς να θέτει ενοχλητικά ερωτήματα γύρω από τη φύση του αναλυτικού προγράμματος, το κοινωνικά καθορισμένο περιεχόμενο της σχολικής γνώσης και τον προσανατολισμό της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής. Οφείλει να επιδεικνύει όλα εκείνα τα επιθυμητά γνωρίσματα που τυποποιούν οι λίστες αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου, να ανταγωνίζεται τους συναδέλφους του και την ίδια στιγμή να αποδέχεται ως κάτι αυτονόητο τον διοικητισμό και την εκπαιδευτική ιεραρχία. Οφείλει, επομένως, να είναι μόνιμα υπό καθεστώς φόβου και να λειτουργεί ως απλός υπάλληλος και διεκπεραιωτής ενός παιδαγωγικού σχεδίου που έχει διαμορφωθεί από το κράτος και τους διανοούμενούς του.

Σε αυτή την οπτική, η χειραφετητική παιδεία και το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο αντιπαραθέτουν την αντίληψη για το ρόλο του εκπαιδευτικού ως διανοούμενου της κοινωνικής αλλαγής, που είναι καθοδηγητής των μαθητών του στον δύσκολο δρόμο της μόρφωσης και του αγώνα για την κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση αλλά και τους βοηθά να αναμετρηθούν με τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και να αλλάξουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Σε αυτή την κατεύθυνση, είναι αυτονόητο ότι η αναγνώριση του επιστημονικού και κοινωνικού ρόλου του εκπαιδευτικού δεν μπορεί να συνυπάρχει με την έλλειψη μόνιμων διορισμών, τις ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, τον διοικητισμό, την αξιολόγηση, την περιπλάνηση σε πολλές σχολικές μονάδες και τη διαρκή απειλή των απολύσεων και μετατάξεων. Προϋποθέτει ανθρώπους ελεύθερους, σε διαδικασία διαρκούς επιστημονικής επιμόρφωσης και αυτομόρφωσης, με αναγνώριση της παιδαγωγικής τους συμβολής σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και ισότητας, όπου θα μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια με το μισθό τους, για να μπορούν να συμβάλλουν, με τη σειρά τους, στη μορφωτική ενδυνάμωση και χειραφέτηση της νέας γενιάς.

Mε βάση το συγκεκριμένο προσανατολισμό των παιδαγωγικών στόχων και το σύστοιχο ρόλο των εκπαιδευτικών στο ενιαίο σχολείο πρέπει να οργανώνεται και το περιεχόμενο των σπουδών και η διδακτική πράξη. Απέναντι στην αποσπασματική γνώση, τη «γνώση ίσον άθροισμα πληροφοριών», διεκδικούμε την ενιαία πολύμορφη γνώση που επιστρέφει και βασίζεται στα ιστορικά διαμορφωμένα θεμέλια των επιστημών και συμβάλλει ώστε όλα τα παιδιά να διεισδύουν στους νόμους κίνησης της φύσης και της κοινωνίας σε αντίθεση με τον τεχνοκρατισμό και τη δήθεν ουδετερότητα της επιστήμης. Προωθεί το δέσιμο της θεωρίας με την πράξη, τη μελέτη των διαφόρων επιστημών σε σύνδεση με τις εφαρμογές τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Ένα περιεχόμενο σπουδών που αναφέρεται όχι στην εργασιακή ευελιξία αλλά στην πολυμέρεια του συνολικού ανθρώπου.

Διεκδικούμε επομένως ριζική αλλαγή στα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία, καθορισμό με παιδαγωγικούς όρους ενιαίου ωρολογίου προγράμματος για όλα τα παιδιά. Για τα παιδιά των προσφύγων – μεταναστών μέσα σε αυτό το πρόγραμμα πρέπει να εξασφαλίζεται η γνώση της γλώσσας και της ιστορίας της χώρας τους. Ο τίτλος που θα δίνεται στο τέλος του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου θα σημαίνει ότι ο απόφοιτός του έχει αποκτήσει εκείνες τις γνώσεις που προβλέπει το πρόγραμμά του και δεν θα χρειάζεται καμιά επιπλέον πιστοποίηση.

Οι αρχές που διέπουν το ενιαίο 12χρονο, υποχρεωτικό, δημόσιο και δωρεάν σχολείο δεν μπορεί παρά να προβάλλονται ενιαία και αδιαπραγμάτευτα, ώστε να μην επιτρέπεται η ουσιαστική ακύρωση του περιεχομένου του από την επιλεκτική, φραστική υιοθέτηση πλευρών του, με στόχο να συγκαλυφθεί ο νεοφιλελεύθερος αντιδραστικός χαρακτήρας της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής, κατά τη συνήθη τακτική των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, και ιδιαίτερα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, στη βάση των κατευθύνσεων της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.

Η εκπαιδευτική μας πρόταση συνέχεται από κοινά χαρακτηριστικά στην ανάπτυξή της, βλέποντας το κάθε παιδί και νέα/νέο ως συνολικό, συλλογικό υποκείμενο επίδρασης επί του κόσμου κι αλλαγής του κι όχι ως κατακερματισμένο αντικείμενο υποταγής της ζωής του στην αναπαραγωγή και κυριαρχία του κεφαλαίου. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ρόλος του εκπαιδευτικού αλλά και η παρέμβαση όλου του κόσμου της εργασίας είναι καθοριστικής σημασίας. Στηρίζεται και ξεδιπλώνει τον άγνωστο στο σήμερα δυναμισμό των ανθρώπινων δυνατοτήτων όταν διεκδικούν και ορίζουν τη ζωή και το μέλλον τους.

Η παραπάνω εκπαιδευτική πρόταση συγκρούεται με την καθημερινή μας πραγματικότητα, όχι τυχαία, αλλά από πρόθεση. Γιατί θέλει να την ανατρέψει κι όχι να τη διαχειριστεί. Γι’ αυτό είναι μια μάχιμη πρόταση κι όχι μια υπόθεση εργασίας. Γιατί η αντιμετώπιση του σήμερα και η αναζήτηση του αύριο του σχολείου, δεν είναι δυο διαδοχικές διαδικασίες, ούτε παράλληλες. Βαδίζουν αγκαλιά, αλληλοδιαπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Η μια αναζητά εύφλεκτο υλικό στην άλλη, για να κτίσουν από κοινού τη νέα κοινωνική και εκπαιδευτική απελευθερωτική «ουτοπία» απέναντι στην καπιταλιστική «δυστοπία».

Αιμιλία Τσαγκαράτου, Γιώργος Καλημερίδης

Εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, μορφωτική καταβαράθρωση 

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προωθεί και κλιμακώνει ένα συνολικό σχέδιο αντιδραστικής αναδιάρθρωσης όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, που είναι στενά συνδεμένο με το κτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων. Θεμελιακό στοιχείο του αποτελεί η καταβαράθρωση των μορφωτικών δικαιωμάτων της νεολαίας με την αποθέωση της δεξιότητας και των προγραμμάτων των αποσπασματικών πληροφοριών.

Τα κομμάτια ενός αντιδραστικού παζλ

Την περσινή αντίστοιχη περίοδο ο υπουργός Παιδείας Ν. Φίλης μιλούσε για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Ο Κ. Γαβρόγλου με την έναρξη της φετινής σχολικής χρονιάς θεωρεί ότι το πρώτο σχολικό κουδούνι είναι «κουδούνι θριάμβου» της λειτουργίας των σχολείων τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ ο πρωθυπουργός δηλώνει σε συνέντευξή του ότι βλέπει παντού «χαμογελαστά πρόσωπα».

Αυτές τις μέρες, μαζί με το επικοινωνιακό παραμύθι της ανάπτυξης και της χώρας που βγαίνει από την κρίση και την επιτροπεία το 2018, έχουμε την αφήγηση μιας εικονικής πραγματικότητας και για την εκπαίδευση. Με όσα «φτιασιδώματα» όμως κι αν παρουσιάζουν την κατάσταση στην εκπαίδευση, είναι πολύ δύσκολο να κρυφτεί η σκληρή πραγματικότητα της καπιταλιστικής κρίσης, οι σωρευτικές επιπτώσεις της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών και των συντηρητικών αναδιαρθρώσεων σε όλες τις βαθμίδες της και οι τομές που επιχειρούνται με πιστό οδηγό το τριετές σχέδιο της κυβέρνησης για την εκπαίδευση. Υπό το άγρυπνο βλέμμα της ΕΕ και του ΟΟΣΑ και πιστούς συμμάχους όλο το αστικό μνημονιακό μπλοκ, μέσω των πολιτικών και οικονομικών εκπροσώπων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση προχωρά στην υλοποίηση των δεσμεύσεών της και με βάση το τρίτο μνημόνιο με σχετικά γοργούς ρυθμούς και σε γενικές γραμμές μέσα στα χρονοδιαγράμματα. Όπως είναι αλήθεια ότι σε πολύ κρίσιμα ζητήματα και ακρογωνιαίους λίθους της συντηρητικής αναδιάρθρωσης, όπως η αξιολόγηση, δυσκολεύεται προς το παρόν να τα προχωρήσει με τον τρόπο που θα ήθελε. Γιατί ξέρει ότι δεν είναι πολύ εύκολο, ακόμα και στην περίοδο της κάμψης του κινήματος, να ανοίξει μέτωπα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το φιτίλι που θα μετατρέψουν την οργή και την απογοήτευση σε αντίσταση και σοβαρή σύγκρουση. Έτσι τα μέτρα που παίρνει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης έχουν μια κοινή λογική: κινούνται στην κατεύθυνση μιας συνολικής αναδιάρθρωσης, με στόχο την αλλαγή του DNA της δημόσιας εκπαίδευσης, ώστε να εξυπηρετεί την μεγαλύτερη πρόσδεση της εκπαίδευσης στις ανάγκες της αγοράς και της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Κάτω από αυτό το πρίσμα είναι ανάγκη να βλέπουμε και τις αλλαγές. Με τρόπο συνολικό, έτσι ώστε να μπορούμε να κατανοούμε τα επιμέρους μέτρα και νομοθετικές ρυθμίσεις όχι αποσπασματικά και σε παράθεση, αλλά ως κομμάτια ενός συνολικού σχεδίου αναδιάρθρωσης, που δένει και έχει σχέση το ένα με το άλλο.

Οι μηδενικοί διορισμοί, η επέκταση της ελαστικής εργασίας και οι δραματικές οικονομικές περικοπές δημιουργούν ένα πλαίσιο τρομακτικής ασφυξίας στη λειτουργία των σχολείων και των σχολών.

Τον Μάη του 2017 η κυβέρνηση δημοσιοποίησε το τριετές σχέδιό της για την εκπαίδευση, για όλες τις βαθμίδες. Βασικοί άξονες του σχεδίου αυτού αποτελούν η σύνταξη της νέας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση που θα αντικαταστήσει εκείνη του 2011, η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, η παιδαγωγική και διοικητική αυτονομία των σχολικών μονάδων, ο εξορθολογισμός της διαχείρισης του εκπαιδευτικού προσωπικού, η εφαρμογή νέας δομής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, η νέα μέθοδος εισαγωγής στα ΑΕΙ-ΤΕΙ και ο νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Από αυτά, είτε έχουν υλοποιηθεί είτε βρίσκονται στην τελική φάση της υλοποίησής τους η σύνταξη της ενδιάμεσης έκθεσης του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση, της οποίας βασικές κατευθύνσεις η κυβέρνηση ήδη υλοποιεί ή προετοιμάζει την υλοποίησή τους, η νομοθετική προετοιμασία από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής για την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας και την αξιολόγηση σε πρώτη φάση των στελεχών της εκπαίδευσης, η ενοποίηση συναφών τομέων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στα πλαίσια του στόχου για εξορθολογισμό της διαχείρισης του διδακτικού προσωπικού, η ανακοίνωση των βασικών πλευρών για τη συνολική αναδιάρθρωση του Λυκείου και των εισαγωγικών εξετάσεων και ο νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Φυσικά στα παραπάνω, πρέπει να προσθέσουμε τις βασικές πλευρές της εκπαιδευτικής πολιτικής που εφαρμόζονται τα χρόνια της κρίσης και που έχουν άμεση σχέση με τη λειτουργία των σχολείων και των σχολών, όπως οι μηδενικοί διορισμοί, η επέκταση της ελαστικής εργασίας και οι δραματικές οικονομικές περικοπές, που λειτουργώντας πια συσσωρευτικά τα τελευταία χρόνια δημιουργούν ένα πλαίσιο τρομακτικής ασφυξίας στη λειτουργία των σχολείων και των ΑΕΙ-ΤΕΙ, διευκολύνοντας παράλληλα με αυτόν τον τρόπο το πέρασμα αλλά και την αποδοχή συντηρητικών αναδιαρθρώσεων στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η απουσία μόνιμων διορισμών εδώ και εφτά χρόνια και η επέκταση της ελαστικής εργασίας με την αύξηση των αναπληρωτών πλήρους και μειωμένου ωραρίου θεωρείται πια ως «κανονικότητα». Εκτός από το πρόβλημα της λειτουργίας των σχολείων, είναι πολύ σοβαρό το γεγονός ότι εμπεδώνεται ως λογική ο ευέλικτος εργασιακά και αναλώσιμος εκπαιδευτικός, ο οποίος μάλιστα σύμφωνα με τις νεοσυντηρητικές απόψεις που κυκλοφορούν στην «πιάτσα» της εκπαιδευτικής πολιτικής, είναι πιο αποδοτικός και αποτελεσματικός, γραμμή που μια χαρά υλοποιεί η κυβέρνηση με την πολιτική της. Η υπογράμμιση από τους υπερεθνικούς οργανισμούς ότι το 80% των δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση αντιστοιχεί στη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών δείχνει μια σαφή κατεύθυνση όσον αφορά και στον «εξορθολογισμό» των οικονομικών της εκπαίδευσης και της διαχείρισης του προσωπικού τους: είναι ένα «βάρος» από το οποίο το δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί.

Η καταβαράθρωση των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών και των φοιτητών με την αποθέωση της δεξιότητας και των προγραμμάτων των αποσπασματικών πληροφοριών είναι πιθανά η πιο σημαντική πλευρά της επιχειρούμενης συντηρητικής αναδιάρθρωσης σε όλες τις βαθμίδες. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι περσινές υπουργικές αποφάσεις Φίλη για το νηπιαγωγείο και το δημοτικό έχουν μετατρέψει το μεν πρώτο σε παιδοφυλακτήριο, ενώ οδηγούν το δημοτικό να λειτουργεί με πρόγραμμα – «χυλό» (όπως έχει χαρακτηριστεί εύστοχα), αφού η διαμόρφωση του προγράμματός τους εξαρτάται από το κάθε φορά διαθέσιμο προσωπικό.

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχουμε στο γυμνάσιο περικοπή επιστημονικών αντικειμένων και αντικατάστασή τους με θεματικές εβδομάδες, όπου με διαδικασίες fast track ξεμπερδεύουμε με ολόκληρα μαθήματα και αντικείμενα. Όσον αφορά στο Γενικό Λύκειο, σύμφωνα με αυτά που έχουν εξαγγελθεί και έχουν δει το φως της δημοσιότητας, μιλάμε για μια βαθμίδα σαφώς υποβαθμισμένη μορφωτικά, με δραστική μείωση των μαθημάτων άρα και των επιστημονικών αντικειμένων με τα οποία θα έρχονται σε επαφή οι μαθητές, στο όνομα της προετοιμασίας για τις εισαγωγικές για τα Πανεπιστήμια.

Τέλος, ο πρώτος κύκλος σπουδών στα Πανεπιστήμια με πτυχίο χωρίς αντίκρισμα σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη υποβάθμιση των σχολών και των περιεχομένων τους, με ολόκληρους τομείς που δεν έχουν σχέση στενά με την αγορά να εξοβελίζονται. Μιλάμε λοιπόν για μορφωτική υποβάθμιση σε βάθος και έκταση, που θα διαμορφώνει πια γενιές που θα απαξιώνουν τη γενική και σε βάθος γνώση και κριτική σκέψη, «καταναλωτές» αποσπασματικών γνώσεων και πληροφοριών, όσες κάθε φορά το σύστημα επιτρέπει και όσες θεωρεί ότι είναι χρήσιμες για την εξασφάλιση μιας προσωρινής, κακοπληρωμένης θέσης εργασίας. Η κατάκτηση της γνώσης μετατρέπεται από συλλογική υπόθεση σε ατομική διαδρομή, όπου ο καθένας μέσω πιστοποιήσεων, σεμιναρίων, μαθητείας, πιστωτικών μονάδων θα προσπαθεί να επιβιώνει στην αρένα της μορφωτικής και εργασιακής περιπλάνησης.

Άλλο ένα μεγάλο μέτωπο, που αποτελεί και βασικό πυλώνα της συντηρητικής αναδιάρθρωσης, είναι φυσικά εκείνο της αξιολόγησης, σχολείων, σχολών, εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του Υπουργείου Παιδείας, η αρχή θα γίνει με την αυτοαξιολόγηση των σχολείων και την αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης, ενώ ήδη έχει αναβαθμιστεί θεσμικά με νόμο η Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΑΔΙΠΠΔΕ). Η αυτοαξιολόγηση πηγαίνει χέρι –χέρι με την αυτονομία της σχολικής μονάδας και τη λογοδοσία των φορέων της εκπαίδευσης, βασικό νεοσυντηρητικό ιδεολόγημα, με το οποίο οι ευθύνες για την «αποτελεσματική» ή όχι λειτουργία της εκπαίδευσης μεταφέρεται κατά κύριο λόγο στους εκπαιδευτικούς. Με την περίφημη αξιολόγηση των στελεχών, η κυβέρνηση θέλει να δείξει επικοινωνιακά ότι δεν θέλει να αξιολογήσει αρχικά τον μάχιμο εκπαιδευτικό. Όμως όταν μιλάμε για 20.000 εκπαιδευτικούς, ανάμεσα στους οποίους εννοεί ακόμα και τους υποδιευθυντές των σχολείων ή και τις προϊσταμένες των νηπιαγωγείων(!) καταλαβαίνουμε πολύ καλά ότι ανοίγει η κερκόπορτα της ατομικής αξιολόγησης, που είναι η βασική στόχευση.

Μια άλλη παράμετρος είναι η αξιολόγηση των μαθητών. Σύμφωνα με την επιτροπή που συγκροτήθηκε από τον Γαβρόγλου μετά τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού PISA, (βασικού εργαλείου του ΟΟΣΑ για το πέρασμα των πολιτικών του στην εκπαίδευση) και που στοιχεία του πορίσματός της είδαν πριν από μερικές μέρες το φως της δημοσιότητας, «δεν είναι αποτελεσματική η αξιολόγηση των μαθητών, αφού γίνεται μηχανιστικά και διεκπεραιωτικά». Να θυμίσουμε εδώ ότι οι επιδόσεις των μαθητών αποτελούν βασικό δείκτη της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού.

Τέλος, σοβαρή πλευρά είναι η οικονομική ασφυξία των σχολείων που έχει επιβάλλει η μνημονιακή λιτότητα. Πολλά σχολεία με δυσκολία καλύπτουν τις καθημερινές λειτουργικές τους ανάγκες. Το κενό έρχονται να καλύψουν τα πλήθος προγράμματα και χορηγίες, τα οποία κατακλύζουν στην κυριολεξία τα σχολεία, στο όνομα της καινοτομίας. Με μεμονωμένες χρηματοδοτήσεις, με αντάλλαγμα κάποια αναλώσιμα ή κάποια μικρή βελτίωση των κτιριακών υποδομών, επιχειρηματικοί όμιλοι όπως του Λάτση και του Νιάρχου έχουν βάλει για τα καλά πόδι στα σχολεία. Για τη φετινή σχολική χρονιά έμφαση δίνεται από το ίδρυμα Λάτση σε προγράμματα που θα προωθούν την επιχειρηματικότητα των μαθητών, που σύμφωνα με την ΕΕ η Ελλάδα έχει μείνει πίσω στην προώθησή της στην εκπαίδευση. Οι μαθητές καλούνται να φτιάχνουν business plan, να εξοικειώνονται με έννοιες της οικονομίας, της καπιταλιστικής φυσικά, και να «συνδέουν τη σχολική ζωή με πραγματικές καταστάσεις της ζωής μέσω βιωματικών δράσεων». Όσο για το ίδρυμα Νιάρχου, αλωνίζει στην κυριολεξία τα σχολεία, ειδικά του κέντρου της Αθήνας, με προγράμματα σίτισης για τα παιδιά που είναι χτυπημένα από την οικονομική κρίση.

Συναίνεση του αστικού μπλοκ, παρά τις κορώνες

ΟΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΕ ΚΑΙ ΟΟΣΑ ΚΟΙΝΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΝΔ ΚΑΙ ΣΥΡΙΖΑ

Όπως συνολικά στην υλοποίηση μιας βαθιά αντιλαϊκής, αντεργατικής πολιτικής, έτσι και για την εκπαίδευση η κυβέρνηση αναζητά κοινωνικούς συμμάχους και συναίνεση από το αστικό πολιτικό μπλοκ. Ακόμα και με συμβολικό τρόπο, με τα κοινά τραπέζια στα οποία συμμετέχει όλο το πολιτικό προσωπικό, πρώην και νυν, που έχει συνδέσει το όνομά του με τις συντηρητικές αναδιαρθρώσεις στην παιδεία. Όσο αντιπολιτευτικές και αν φαίνονται οι κορώνες κυρίως του Κ. Μητσοτάκη και των στελεχών του υπόλοιπου αστικού μνημονιακού μπλοκ, ουσιαστικά διευκολύνουν την κυβέρνηση στην εμπέδωση όλων εκείνων των νεοσυντηρητικών προταγμάτων και ιδεολογημάτων για την εκπαίδευση όπως εκπορεύονται από τη συνολική γραμμή για την αναδιάρθρωσή της.

Από τα πορίσματα του Λιάκου και του Γαβρόγλου, από τον ΟΟΣΑ και το ΣΕΒ , από το Μητσοτάκη μέχρι τη Διαμαντοπούλου, αλλά και τα ινστιτούτα του κυβερνητικού συνδικαλισμού όπως το ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ, όλοι ομνύουν στις ίδιες «αξίες». Οι ομοιότητες φυσικά δεν είναι συμπτωματικές, αφού όλοι ξεσηκώνουν τα ίδια «σκονάκια», εν προκειμένω τις εκθέσεις της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Η πραγματικότητα του νέου αστικού διπολισμού από αυτή την άποψη είναι σε μεγάλο βαθμό τραγελαφική, ενδεικτική του μνημονιακού κρετινισμού κυβέρνησης και ΝΔ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ εφαρμόζει το μανιφέστο ΟΟΣΑ και συντάσσει το τριετές εκπαιδευτικό της πρόγραμμα με βάση την εργαλειοθήκη και τις πολιτικές στοχεύσεις των υπερεθνικών οργανισμών. Η ΝΔ προσπαθεί να κατασκευάσει το αφήγημα μιας εθνικής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας πέρα από τις απαιτήσεις των Μνημονίων, αναπαράγοντας ωστόσο πλήρως την πολιτική των μνημονιακών προαπαιτούμενων στο διηνεκές.

Ταυτόχρονα, όλοι αναζητούν με αγωνία τη συναίνεση και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο Γαβρόγλου ξεκίνησε τις βόλτες στα σχολεία για να μιλήσει με τους μαθητές των Λυκείων, μετά από «δική τους επιθυμία» βεβαίως, για τη «μεταρρύθμιση» στη δευτεροβάθμια, ο Μητσοτάκης επισκέπτεται τα δημοτικά σχολεία του Αγίου Δημητρίου. Ακόμα και το κλιμάκιο του ΟΟΣΑ που επισκέφτηκε την εβδομάδα που μας πέρασε την Αθήνα στα πλαίσια της σύνταξης της τελικής του έκθεσης για την εκπαίδευση στη χώρα μας, ζήτησε συνάντηση με τις Ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών, για να ακούσουν το «όραμά τους για την εκπαίδευση»!

ΤΟ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ» ΤΟΥ ΟΟΣΑ

Χρηματοδότηση με όρους αγοράς

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

Το υπουργείο Παιδείας ήδη από τον Φεβρουάριο του 2017 έχει στα χέρια του την ενδιάμεση έκθεση του ΟΟΣΑ για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η έκθεση, αν και δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ, κατά ένα παράξενο τρόπο παρέμεινε κρυφή από την ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα, τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης, όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση την απέκρυψε διότι δεν ήθελε και δεν θέλει να αποκαλύψει στον κόσμο της εκπαίδευσης τις σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. Η ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη δεν αναφέρεται σε αυτήν διότι όλο το δήθεν καινοτόμο και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της στην εκπαίδευση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απλή αναπαραγωγή της ενδιάμεσης έκθεσης ΟΟΣΑ. Μάλιστα στα πλαίσια της αντιπαράθεσης του νέου μνημονιακού διπολισμού, η ΝΔ ιδεολογικοποιεί την έκθεση ΟΟΣΑ με αναφορές στον κοινωνικό δαρβινισμό, ενώ η κυβέρνηση καταγγέλλει ό,τι έχει συνυπογράψει ως αναγκαίο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του ελληνικού σχολείου.

Να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Ο ΟΟΣΑ επικεντρώνει τις προτάσεις του γύρω από το γενικό σχήμα «αποκέντρωση με λογοδοσία». Από αυτή την άποψη, η μακροπρόθεσμη στρατηγική είναι η ριζική αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος στους δήμους και η λειτουργία των σχολικών μονάδων με όρους επιχειρήσεων. Σε αυτή τη βάση προτείνεται η υιοθέτηση φόρμουλας διαφοροποιημένης χρηματοδότησης κατά το πρότυπο των χιλιανών κουπονιών, όπου οι γονείς μπορούν να επιλέξουν διαφορετικούς τύπους σχολείων, συμπεριλαμβανομένων και των «αυτόνομων» ιδιωτικών σχολείων. Αντίστοιχα, το εκπαιδευτικό προσωπικό θα πρέπει να προσλαμβάνεται ανά σχολική μονάδα στα πλαίσια της επιχειρηματικής της λειτουργίας.

Η αποκέντρωση και «αυτονομία» των σχολείων συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση των σχολείων και των εκπαιδευτικών με βάση τις μαθητικές επιδόσεις των μαθητών τους. Η συλλογή δεδομένων για τις επιδόσεις των μαθητών και των σχολείων κι ο καθορισμός κεντρικών επιπέδων (standards) από ανεξάρτητη αρχή αξιολόγησης είναι για τον ΟΟΣΑ αποφασιστικοί παράγοντες για τη σχολική επιτυχία. Για αυτό το λόγο θεωρείται αναγκαία η καλύτερη αξιοποίηση των πληροφοριακών δεδομένων του myschool, οι πανεθνικές εξετάσεις και η επαναφορά της αυτοαξιολόγησης κατά τα πρότυπα του νέου δημόσιου μάνατζμεντ.

Τέλος, βασική προτροπή του ΟΟΣΑ είναι η σύνδεση της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Ο ΟΟΣΑ προτείνει να συνδέεται άμεσα η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τον χρόνο ολοκλήρωσης των σπουδών των φοιτητών. Αντίστοιχα, επισημαίνει την ανάγκη ανάπτυξης της μαθητείας ως βασικής διάστασης και εκπαιδευτικής επιλογής όλης της μετα-υποχρεωτικής εκπαίδευσης και την αντίστοιχη συγκρότηση μηχανισμών λογοδοσίας κι ανταγωνιστικής χρηματοδότησης, όπου η χρηματοδότηση θα βασίζεται σε συγκεκριμένα στάνταρτς άμεσα συνδεόμενα με τις ανάγκες του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας.

Γιώργος Κρεασίδης

Φροντιστήριο δεξιοτήτων το «νέο λύκειο»

Εξεταστικοί κόφτες, ώθηση στην τεχνική κατάρτιση

Οι κυβερνητικές εξαγγελίες και οι υπουργικές συνεντεύξεις ανέδειξαν τον αντιδραστικό χαρακτήρα του «Νέου Λυκείου». Εξεταστικοί κόφτες, μετατροπή του Γενικού Λυκείου σε φροντιστήριο δεξιοτήτων, έτσι ώστε να προχωρούν λίγοι προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η πλειοψηφία ωθείται προς μια υποβαθμισμένη τεχνική εκπαίδευση, με το Επαγγελματικό Λύκειο (ΕΠΑΛ) να συρρικνώνεται και το Σεπτέμβρη να είναι μήνας μάχης για να μην κλείσουν ολιγομελή τμήματα, ειδικότητες και τομείς. Η τεχνική εκπαίδευση αναδομείται σαν φτηνή κατάρτιση και μαθητεία προσαρμοσμένη στις εργοδοτικές ανάγκες και τις δυνατότητες του ιδιωτικού πλέγματος κατάρτισης.

Η αντιδραστική κατεύθυνση επιβεβαιώνεται από το τριετές σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας (19/05/2017), τα πορίσματα του περσινού δήθεν «διαλόγου», μελέτες ΣΕΒ και ΙΟΒΕ, τα προαπαιτούμενα και παραδοτέα του μνημονίου, αλλά και την «Ενδιάμεση Έκθεση του ΟΟΣΑ, 2017», που ανέδειξε το περιοδικό Σελιδοδείκτης .

Το Γενικό Λύκειο των εξαγγελιών είναι μορφωτικά και επιστημονικά υποβαθμισμένο, χάριν των δεξιοτήτων, του θρησκευτικού δογματισμού και της σκλήρυνσης των εξεταστικών διαδικασιών του. Η Γ’ Λυκείου μετατρέπεται σε τάξη «προετοιμασίας» για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, φροντιστηριοποιείται. Αυτό δε βοηθάει τα παιδιά που δεν έχουν να πληρώσουν, όπως ισχυρίστηκε ο Τσίπρας στη ΔΕΘ, όταν στην τάξη στοιβάζονται 28 και 30 μαθητές. Η δραστική μείωση των μαθημάτων στο Λύκειο και η συνεπακόλουθη μείωση των ειδικοτήτων των εκπαιδευτικών, θα γίνουν μέσα από περικοπή αντικειμένων από τα υποχρεωτικά μαθήματα, το πέρασμα στα μαθήματα επιλογής ή και τη συγχώνευσή τους. Έτσι Χημεία και Βιολογία γίνονται ένα μάθημα! Είναι η λογική των δεξιοτήτων που ζητά η αγορά αντί των γνωστικών αντικειμένων (οι οκτώ δεξιότητες κατά ΕΕ και ΟΟΣΑ). Σύμφωνα με αυτή π.χ. δε χρειάζεται η γλώσσα σαν τρόπος συγκρότησης της σκέψης, αλλά σαν μέσο απλής επικοινωνίας. Για αυτή την αντιδραστική λογική δεν χρειάζεται η διδασκαλία επιστημονικών αντικειμένων, αλλά η εξοικείωση με κάποια πορίσματά τους και μερικές κοινωνικές δεξιότητες. Άρα βάση της εκπαίδευσης πρέπει να είναι τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα (εκροές), τι μπορεί να εφαρμοστεί κι όχι οι εισροές, δηλαδή τι και πώς πρέπει να διδαχθεί. Αυτό αποκτά πιο σκοταδιστικά χαρακτηριστικά, καθώς συμπληρώνεται με τη θρησκευτική κατήχηση. Αντί να αντιμετωπιστεί η απαξίωση του σχολείου και η ανάγκη αποφόρτισης του σχολικού χρόνου, οδηγούμαστε σε μορφωτική λοβοτομή.

Παράλληλα θα καταστρατηγηθούν και το περιεχόμενο και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών. Εκεί οδηγούν οι συγχωνεύσεις ειδικοτήτων, η μείωση των υποχρεωτικών μαθημάτων. Ενδεικτικά, γράφτηκε ότι στη Γ’ Λυκείου θα είναι υποχρεωτικά μόνο η γλώσσα, τα θρησκευτικά και η γυμναστική. Η μονιμότητα μέσω των οργανικών θέσεων θα βρεθεί στον αέρα, το διδακτικό ωράριο θα γίνει λάστιχο, ενώ συζητιέται αύξηση του εργασιακού ωραρίου ώστε να συντονίζουν τις μαθητικές εργασίες. Ο εκπαιδευτικός από επιστήμονας γίνεται προπονητής δεξιοτήτων και εξετάσεων.

Η διαδικασία αξιολόγησης και ανταγωνισμού των σχολείων που προτείνει ο ΟΟΣΑ μαζί με την αυτονομία τους και τη σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης με τις επιδόσεις των μαθητών, οδηγούν σε κατηγοριοποίηση. Φτωχές γειτονιές, φτωχές επιδόσεις, φτωχά σχολεία. Η πίεση στους εκπαιδευτικούς να ικανοποιούν τους δείκτες, επιβάλλει τυποποίηση με βάση τις εξετάσεις, αλλά και την παραμέληση των φτωχών παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες.

Σε αυτά στοχεύει και η διεύρυνση του εξεταστικού πλέγματος απόρριψης. Η δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των Πανελλαδικών εξετάσεων θα έχει την τύχη της κατάργησης των μνημονίων. Οι νέες «Κεντρικά Οργανωμένες Εξετάσεις», οι ενδιάμεσες του Γενάρη θα εξαρτώνται από εξωσχολικούς παράγοντες (ειδικές επιτροπές θεμάτων, διόρθωση από «σύστημα Η/Υ», εξωτερικοί αξιολογητές). Θεσπίζονται εργασίες –ερευνητικές, δημιουργικές, διπλωματικές- με διόρθωσης επίσης από εξωτερικό αξιολογητή. Για το βαθμό πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα υπερτερεί ο βαθμός των τελικών «Κεντρικά Οργανωμένων Εξετάσεων» σε τέσσερα μαθήματα (νέα ελληνική γλώσσα και γραμματεία, δύο μαθήματα επιλογής, ένα μάθημα ελεύθερης επιλογής ανάλογα με τη Σχολή).

Η περίφημη αναστήλωση του λυκείου προϋπόθετε την απομάκρυνση του από αυτό τον ανταγωνισμό. Στις εξετάσεις δεν εξετάζεται αν υπάρχει ένα επίπεδο γνώσεων, αλλά ποιος είναι «καλύτερος» στην απομνημόνευση.

Ντίνα Ρέππα

Δημοτικά: Σχολεία με ό,τι έχουμε 

Ευελιξία για τις κρατικές υποχρεώσεις

Διανύουμε τη δεύτερη χρονιά εφαρμογής των αναδιαρθρώσεων στο Δημοτικό Σχολείο και τα αποτελέσματα έχουν ήδη φανεί. Η αρχιτεκτονική του νέου ολοήμερου Δημοτικού, του Ν. Φίλη και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υπηρετεί την αντιδραστική ευελιξία (από τα βασικά κριτήρια για τη λειτουργία της εκπαίδευσης που θέτει η ΕΕ και ο ΟΟΣΑ) και τις μνημονιακές περικοπές. Ευελιξία στο πρόγραμμά του, στα διδακτικά αντικείμενα, στο εκπαιδευτικό προσωπικό, στον αριθμό των αναγκαίων εκπαιδευτικών, στις δομές του, ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται εύκολα και γρήγορα στους οικονομικούς δείκτες και τις κάθε φορά στοχεύσεις της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Η σημαντική παρουσία του εκπαιδευτικού κινήματος που μπλόκαρε στην πράξη, μέρος των αναδιαρθρώσεων, οι οξυμένες ανάγκες της λαϊκής οικογένειας, η δυνατότητα του Υπουργείου Παιδείας να απορροφά ΕΣΠΑ, οδήγησαν ώστε να μην έχει ξετυλιχθεί όλο το κουβάρι της αντιδραστικής μεταρρύθμισης. Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή μιας μάχης που δεν έχει κριθεί πλήρως η έκβασή της. Όμως, όπως αποδείχτηκε, μπήκαν οι βάσεις ώστε το σχολείο να λειτουργεί ως κινούμενη άμμος ανάλογα με τις πιστώσεις σε αναπληρωτές, με τα περισσεύματα εκπαιδευτικών και στις δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης, με τις αλλαγές στα διδακτικά αντικείμενα ανάλογα τις επιδιώξεις της αναδιάρθρωσης.

Φτιάχτηκε μια ζώνη του ωρολογίου προγράμματος και των διδακτικών αντικειμένων (περίπου το 30%), όπου το κράτος δεν έχει την υποχρέωση να την καλύψει με συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς. Αυτό αυξάνεται στο 50% αν υπολογιστεί και το ολοήμερο πρόγραμμα. Το κράτος δεν έχει πλέον την υποχρέωση να τοποθετεί συγκεκριμένες ειδικότητες εκπαιδευτικών, ούτε δάσκαλο στο ολοήμερο, αλλά μπορεί να χειρίζεται το εκπαιδευτικό προσωπικό που έχει, κατά το δοκούν και έτσι να γλυτώνει μεγάλο αριθμό προσλήψεων. Οι ώρες των εικαστικών, της μουσικής, της θεατρικής αγωγής, της γυμναστικής, είναι ώρες που δεν καλύπτονται υποχρεωτικά από την αντίστοιχη ειδικότητα. Οι ώρες της ευέλικτης ζώνης δεν καλύπτονται υποχρεωτικά από το δάσκαλο, αλλά από όποιον υπάρχει διαθέσιμος. Ταυτόχρονα, θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα αλλαγής των διδακτικών αντικειμένων στο ωρολόγιο πρόγραμμα λόγω ελλείψεων σε προσωπικό.

Ο στόχος των περικοπών υπηρετείται και από ορισμένες ακόμα αντιεκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Οι υποχρεωτικές μετακινήσεις μαθητών ώστε να γίνεται ευέλικτη διαχείριση του μαθητικού πληθυσμού, που θεσμοθέτησε το ΠΔ 79, καθώς και οι ανατροπές στη νομοθεσία για την ειδική αγωγή, διευκολύνουν την αύξηση των μαθητών στα τμήματα και τη μείωση των τμημάτων σε πανελλαδική κλίμακα. Σ’ αυτό αξίζει να προσθέσουμε και τη μείωση των διδακτικών ωρών των μαθητών, χωρίς αντίστοιχη μείωση του διδακτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών.

Η υπηρέτηση των περικοπών δεν αποτελεί όμως, μοναδικό στόχο της αναδιάρθρωσης. Το σχολείο της δεξιότητας και της πληροφορίας των νέων αναλυτικών προγραμμάτων και νέων βιβλίων επί Γιαννάκου το 2006, που επεκτάθηκε με τα ΕΑΕΠ της Διαμαντοπούλου το 2010, εξελίσσεται αντιδραστικά με το νέο ολοήμερο του Φίλη. Στο σχολείο αυτό, οι εκπαιδευτικοί, δάσκαλοι και ειδικότητες καλούνται να διδάξουν ασύνδετα μεταξύ τους διδακτικά αντικείμενα, κυρίως θραύσματα πληροφοριών και όχι ολόπλευρη γνώση και κριτική σκέψη. Η μαχόμενη εκπαίδευση χρειάζεται να ξαναφέρει στην επιφάνεια όλη την κριτική της για τα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία που είχε αναπτύξει στη μεγάλη απεργία του 2006 γιατί μόνο έτσι θα αντιπαρατεθεί ουσιαστικά στο σχολείο της κατακερματισμένης γνώσης. Άλλωστε, η κατακερματισμένη γνώση δεν είναι αποτέλεσμα του ποιος τη διδάσκει (η τάδε ή η δείνα ειδικότητα) αλλά από το αναλυτικό πρόγραμμα που υπηρετεί.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η αναδιάρθρωση έχει βρει σοβαρά εμπόδια στη δράση του εκπαιδευτικού κινήματος, χωρίς φυσικά να έχει ακυρωθεί. Επιδιώξεις όπως η διάλυση του ολοήμερου, οι μαζικές συμπτύξεις τμημάτων και μετακινήσεις εκπαιδευτικών, ο μνημονιακός υπολογισμός των κενών, καθώς και η αντίληψη ότι όλοι θα τα κάνουν όλα, έχουν μπλοκαριστεί σε σημαντικό βαθμό από τα εκπαιδευτικά σωματεία.

Πηγή: Πριν, 2 Οκτωβρίου 2017 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017 17:56
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.