Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017 16:43

Ένας αγνοημένος φιλέλληνας Κύριο

Εισαγωγή

Ο Μάριος Χάκκας είναι ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της Μεταπολεμικής περιόδου, παρ’ όλο που το συγγραφικό του έργο είναι πολύ μικρό: (τρεις συλλογές διηγημάτων, μία ποιητική συλλογή και κάποια μονόπρακτα)1.

Γεννήθηκε το 1931 και πέθανε εξαιρετικά πρόωρα το 1972. Η ζωή του και το έργο του σημαδεύτηκαν από την ιστορία εκείνης της περιόδου, από την ήττα του λαϊκού κινήματος και από τις προσπάθειες ανασυγκρότησης της αριστεράς. Σε ηλικία 23 ετών (το 1954) ο Μάριος Χάκκας συνελήφθη επειδή ήταν αριστερός και φυλακίστηκε τέσσερα χρόνια. Όταν αποφυλακίστηκε επιστρατεύτηκε ως στρατιώτης Γ΄ κατηγορίας (λόγω «κοινωνικών φρονημάτων») και υπηρέτησε ως μουλαράς (ημιονηγός). Μετά το απριλιανό πραξικόπημα συνελήφθη και πάλι και πέρασε δυο μήνες στη φυλακή.

Συμμετείχε από την αρχή στις προσπάθειες ανασυγκρότησης της αριστεράς με την ΕΔΑ, αλλά στη συνέχεια διαφώνησε και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ένας «αιρετικός» αγωνιστής.

Το έργο του αποτελεί μια βιωματική και ταυτόχρονα κριτική καταγραφή αυτής της περιόδου. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων (Τουφεκιοφόρος του εχθρού, 1966 – απ’ όπου και το διήγημα που αναδημοσιεύουμε) χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες (Του στρατού - Της φυλακής - Της ζωής - Τ’ ανάποδα), στην κάθε μία απ’ τις οποίες εστιάζει σε διαφορετικά πεδία της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας της περιόδου αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου.

Το υλικό της πρώτης ενότητας, στην οποία ανήκει και το διήγημα «Ένας αγνοημένος φιλέλληνας», διαμορφώνεται από τις σκληρές προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα απ’ τον στρατό. Στο κάθε διήγημα περιγράφονται οι ιδιαίτερες μορφές που παίρνει ο απάνθρωπος μηχανισμός καταστολής και καταπίεσης -και φρονηματισμού ταυτόχρονα- που συγκροτήθηκε για να συντρίψει το λαϊκό κίνημα. Τα θύματα αυτής της καταπίεσης είναι οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων: αριστεροί φαντάροι, φτωχοί/περιθωριοποιημένοι, εθνικά καταπιεσμένοι, αλλά ακόμα και τα ζώα (τα μουλάρια). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το θέμα αυτών των διηγημάτων είναι η αντίσταση στην καταπίεση. Λέγοντας όμως αντίσταση -κι εδώ έγκειται η σημασία της προσφοράς του Μάριου Χάκκα σε μια μια λογοτεχνία αντίστασης- δεν θα πρέπει να εννοούμε μια επική καταγραφή ενός «έπους» αντίστασης. Η λογοτεχνική γραφή του Χάκκα αποφεύγει μια τέτοιου είδους ρητορεία. Οι ήρωές του δεν θέλουν να κάνουν αντίσταση, δεν είναι αντιστασιακοί, αντίθετα, ακόμα και οι αριστεροί, προσπαθούν μάλλον να συμβιβαστούν με τον απάνθρωπο μηχανισμό που τους συντρίβει. Η αντίσταση στον Χάκκα προκύπτει ως συνέπεια του ίδιου του μηχανισμού, των ρηγμάτων του που προκαλούνται από την άκαμπτη σκληρότητά του και τον συνδυασμό σαδιστικού αυταρχισμού και απίστευτης ηλιθιότητας.

Μάριος Χάκκας

Ένας αγνοημένος φιλέλληνας

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ήταν ένας απλός ταγματάρχης. Περιοδεύοντας από τάγμα σε τάγμα, τον παραστέκανε δυο νεαροί λοχαγοί, πλαισιωμένοι κι αυτοί, δεξιά από τον κάθε φορά αλφαδύο αξιωματικό της μονάδας, αριστερά από το βοηθό υπαξιωματικό του ίδιου γραφείου. Και οι πέντε μαζί αποτελούσαν την επιτροπή ηθικής αγωγής, ένα ανώτερο δικαστήριο ψυχών, πενταμελές εφετείο με κατασταλαγμένες απόψεις, τελεσίδικες σκέψεις για το τι είναι εθνικώς επιζήμιο.

Για αίθουσα δικαστηρίου χρησίμευε το καψιμί, ένα λαμαρινένιο τούνελ που ανεμπόδιστα το διαπερνούσε ο βαρδάρης, απ’ όλες τις μπάντες, συμβάλλοντας σ’ εκείνη την παγωμένη ατμόσφαιρα που ταιριάζει σε τέτοιους επίσημους χώρους. Στην απαιτούμενη επισημότητα συνέτεινε και η γύμνια του καψιμί. Όλα τα ψυχαγωγικά όργανα, τράπουλες ξεμερντισμένα ποδοσφαιράκια και τάβλι, είχαν εξαφανιστεί μαζί με τα λιγοστά τραπεζάκια και τις σαραβαλιασμένες καρέκλες, αφήνοντας ελεύθερο χώρο για μια διμοιρία εφ’ ενός ζυγού. – «Κλίνατ’-επί-δεξιάααα» - πρόσωπο προς το πιτσικαρισμένο πιγκ πογκ, όπου ήταν η έδρα της επιτροπής ηθικής αγωγής μ’ απλωμένα όλα τα σχετικά έγγραφά της.

― «Ημι-ανάπαυση», κι οι φαντάροι βλέποντας κατευθείαν εμπρός πάνω στα τσίγκια, ακριβώς πίσω από του ταγματάρχη την πλάτη, ξεχώριζαν κρεμασμένη μια ζωγραφιά, κάτι σαν εικόνισμα του Αϊ-Γιώργη, ένα παράξενο κατακόκκινο τέρας με πολλές κεφαλές, κι άλλους τόσους πλοκάμους, ανάμεσα χταπόδι και φίδι. Ένας στρατιώτης με επίσημη σιδερωμένη στολή, στρογγυλά ροδοκόκκινα μάγουλα και τρισευτυχισμένο γελάκι, λόγχιζε το απαίσιο τέρας. Κι από κάτω ένα σύνθημα: «Χτυπάτε τον κομμουνισμό, όπου τον βρείτε».

Η επιτροπή είχε κάνει συστηματικά τη δουλειά της. Έγκαιρα είχε στείλει τις ερωτοαποκρίσεις για να γίνει διδασκαλία μέσα στις μονάδες. Το ερωτηματολόγιο ήταν απλό και οι απαντήσεις απλούστερες, τις περισσότερες φορές μόνο μία λέξη. Παραδείγματος χάριν: Κεφάλαιο πρώτο: Αρχαία Ελληνική Ιστορία. Ερώτηση πρώτη: Ήταν Έλληνας ή Βούλγαρος ο Μέγας Αλέξανδρος; Και δίπλα η απάντηση: Έλληνας.

Ένα μήνα πιο πριν όλα τα θεωρητικά μαθήματα (τι είναι στρατός, τι πειθαρχία, εκμάθηση προσοχής, εκμάθηση όρκου) σταμάτησαν και στη θέση τους μπήκε το ερωτηματολόγιο ηθικής αγωγής, έτσι που να ξεσκονιστεί και να μπορεί ο κάθε στρατιώτης ν’ απαντήσει σωστά.

― Προσέξτε, έλεγε ο δόκιμος της διμοιρίας ημιονηγών. Έχει σημασία. Όποιος ερωτηθεί ν’ απαντήσει με μια μόνο λέξη. «Έλληνας ή Βούλγαρος;», η απάντηση «Έλληνας», έχει σημασία. Αν πάλι η ερώτηση γίνει ανάποδα, πράγμα κάπως αδύνατον, «Βούλγαρος ή Έλληνας;», εσείς δε θα πείτε το πρώτο. Έχει σημασία. Θα πείτε το δεύτερο: «Έλληνας». Προσέξτε, αν κάνετε λάθος, τότε θα κακοβαθμολογήσουν το τάγμα, ο διοικητής θα κατσαδιάσει το λοχαγό και κείνος πάλι θα ξεσπάσει επάνω σας. Έχει σημασία. Θα σας κόψει τις άδειες. Ξέρετε πόσο καλός είναι ο λοχαγός. Αλλά αν κάποιος ημιονηγός τον εκθέσει με μια λαθεμένη απάντηση, τότε όλα στη διμοιρία θ’ αλλάξουνε. Θα σας φλομώσει στο πειθαρχείο, κακόμοιρα.

― Προσέξτε. Κεφάλαιο τέταρτο. Θεωρητικός τομέας. Ερώτηση πρώτη: «Ποιοι είναι οι σύμμαχοι των Βουλγάρων;» Απάντηση: «Οι κομμουνισταί». Εδώ, αν κάποιος κομπιάσει ή ξεχάσει, να πεταχτεί κάποιος άλλος αμέσως. Κι εκείνος που θα κομπιάσει, ακούγοντάς το από τον άλλο, να το επαναλάβει αμέσως. Έχει σημασία. Εξηγούμεθα, για να μην παρεξηγούμεθα· έτσι;

Όσο κι αν για το δόκιμο το «έχει σημασία» ήταν ένα είδος λάιτ μοτίβ για να γλιστράει η κουβέντα του, για τον Πολυχρόνη είχε την εννοιολογική σημασία του. Καταλάβαινε πως αφού εδώ κι ένα μήνα δίνονταν συνεχώς εξηγήσεις, δε θα ήταν εύκολο να γλιτώσει τις παρεξηγήσεις όταν θα ρχονταν η κρίσιμη ώρα, αυτός ο Πολυχρόνης που ήταν τρίτης κατηγορίας στρατιώτης, μουλαράς λόγω πολιτικών φρονημάτων κι όχι λόγω πολιτικού επαγγέλματος.

Το πρωί της κρίσιμης μέρας πάσχισε να μπει σταβλοφύλακας, αλλά εκείνος που φύλαγε νούμερο ούτε με μια κούτα τσιγάρα δεν άλλαζε την κοπριά με το καψό της μονάδας.

― Δεν τρέχει τίποτα μάγκα, του είπε κι έκλεισε με σημασία το μάτι.

Πήγε για θαλαμοφύλακας. Κι εκεί συνάντησε άρνηση. Είπε να πλύνει τ’ αποχωρητήρια. Πρόλαβαν άλλοι. Συνεργείο από πέντε φαντάρους ασβέστωνε μέσα κι έξω τα πάντα.

― Στρίβε, κάποιος του είπε· είμαστε πολλοί εδώ. Έπρεπε το πρωί να βγει στο γιατρό. Ίσως να την σκαπούλερνε. Απογοητευμένος μπήκε στη γραμμή και ξεκίνησε.

― «Τα ρόδα», πρόσταξε ο δόκιμος. Άρχισαν παράφωνα όλοι μαζί:

Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα

της άνοιξης καμάρι

χάνουν την ομορφάδα τους

στη σκλαβωμένη γη.

Κι έτσι γραμμή μπήκαν στο καψιμί κάνοντας ένα ημικύκλιο φάτσα στην επιτροπή μπροστά στο πιγκ πογκ.

Προαισθάνθηκε ότι αυτή τη φορά δεν τη γλίτωνε. Κι ήταν η σειρά του στη διμοιρία να πάρει την άδεια. Μόλις γυρίζαν οι άλλοι, θα έβγαινε στην αναφορά να ζητήσει κανονική εικοσαήμερη άδεια, αυτή την άδεια που σκεφτότανε μόλις πάτησε στο στρατώνα το πόδι του, αυτή που ονειρευόταν στο κρεβάτι το βράδυ, στη σκοπιά και στο στάβλο 2-4 νούμερο.

«Τώρα βρήκαν να ρθούνε. Θα με κουρελιάσουν, οι πούστηδες», σκέφτηκε. Έπειτα τού ρθε θαμπά η φιγούρα του αδερφού του πίσω απ τα σίδερα, όπως τον είδε την τελευταία φορά στο επισκεπτήριο πριν φύγει φαντάρος. «Θα με κάνουν ρεζίλι, οι κερατάδες», ξανασκέφτηκε έντονα. «Δεν πρέπει να πω ό,τι διατάζουν αυτοί. Αλλά πάλι να χάσω την άδεια. Είκοσι μέρες μακριά από την κοπριά και το στάβλο».

Ένιωσε στα πόδια του μια τρεμούλα ασταμάτητη καθώς ξεχώρισε το χέρι του ταγματάρχη να δείχνει προς τα δική του κατεύθυνση.

― Εσύ, είπε κι έδειχνε το διπλανό του. Ποιοι είναι οι σύμμαχοι των Βουλγάρων;

― «Τι στο διάβολο τρέμουν τα πόδια μου; Με λυμένα τα γόνατα πώς να σταθώ; Πρέπει να σταματήσει αυτή η τρεμούλα. Θα το καταλάβουν και θα πέσουν επάνω μου σαν τα κοράκια. Πώς να δείχνει η όψη μου;»

― Έλληνας ή Βούλγαρος; Από πολύ μακριά άκουσε τη φωνή. Από βαθιά, σα μέσα στον ύπνο του, ήρθε η απόκριση:

― Έλληνας!

Ένα κύμα τρεμούλας ανέβαινε πόντο πόντο το στήθος του. Για μια στιγμή ένιωσε να φουντώνει ως το λαιμό του. Αστραπιαία μυρμήγκιασε η πλάτη του.

― Έλληνας, μόλις σαν ψίθυρος άκουσε νά ρχεται από το βάθος της αίθουσας πάλι.

― «Να μην πέσω, να μη σωριαστώ τουλάχιστον μπρος στα πόδια τους πριν καν μου υποβάλουν ερώτηση».

Το καψιμί έφερνε βόλτα μπροστά του. Ο ίδιος ένα σκουπίδι που το σήκωνε ξαφνικά ο Βαρδάρης και το πηγαινόφερνε σε όλο το τωλ. Ένα μπαλάκι πιγκ πογκ που το χτυπάνε από τη μια μπάντα στην άλλη που το σφεντονίζουν στέλνοντας πάσα πριν προλάβει να πέσει.

Είπε να στυλώσει κάπου το βλέμμα, να κρατηθεί από κάπου, κάτι στέρεο, τις λαμαρίνες, τα τσίγκια, κι έπεσε η ματιά του στην εικόνα απέναντι, στο φαντάρο που λόγχιζε, στο φαντάρο που θέριευε με προτεταμένη τη λόγχη κατευθείαν το στήθος του, μ εκείνο το μικρό ύπουλο γέλιο του, που φάρδαινε ολοένα σε ακράτητο σαρδόνιο γέλιο κι ακούγονταν τώρα να σέρνεται πνιχτά μέσα στο τωλ.

― Λέγε, λοιπόν, άκουσε καθαρά τη φωνή του ταγματάρχη κι είδε το χέρι του στραμμένο επάνω του να τον δείχνει εκεί περίπου στο στήθος.

Ένα χάχανο ξεκινούσε μέσα στο τωλ.

― Εσύ, εσύ, δεν ακούς τόσην ώρα; Μαρμάρωσες;

― Έλληνας, είπε με κόπο, χωρίς να σκεφθεί.

Τα χάχανα αξιωματικών και φαντάρων ξεσπάσανε σ επίμονο γέλιο.

― Μήπως θέλεις να πεις φιλέλληνας, παιδί μου; ρώτησε καλοσυνάτα ο ταγματάρχης.

― Έλληνας, Έλληνας, επέμενε ο Πολυχρόνης στην τύχη.

― Μα ο Χίτλερ δεν ήταν Έλληνας, είπε διδακτικά ο ταγματάρχης. Ετίμησε βέβαια τον Ελληνικό στρατό στο πρόσωπο των αξιωματικών του, αφήνοντάς τους να κατέβουν από το μέτωπο στα σπίτια τους με τον ατομικό οπλισμό τους. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως ήταν Έλληνας· ίσως φιλέλληνας.

― Έλληνας, ξαναφώναξε ο Πολυχρόνης με πείσμα. ΕΛ – ΛΗ – ΝΑΣ, ξεσπώντας, μ ένα γέλιο ακράτητο, ενώ στο τωλ απλωνόταν τώρα παγερή σιωπή. Έλληνας, βροντοφώναξε, χωρίς να νοιάζεται πως είναι φαντάρος, ούτε πως βρίσκεται μπροστά στην επιτροπή ηθικής αγωγής, στο διοικητή που θα του έδινε άδεια, στο λοχαγό του που έτριζε τα δόντια, μπροστά στον αξιωματικό αλφαδύο, που έσφιχνε νευρικά τις γροθιές του.

― Έλληνας! ξαναούρλιαξε. Ήμουνα παιδί τότε. Θυμάμαι τον αδερφό μου πρησμένο.

― Σταματήστε τον, διέταξε ο ταγματάρχης.

― Τρώγαμε κάθε βράδυ ένα φλυτζάνι σταφίδα και κοιμόμασταν.

― Σταματήστε τον, βγάλτε τον έξω, βρυχήθηκε ο ταγματάρχης.

Δυο αλφαμίτες χύθηκαν πάνω του και τον τραβούσανε καροτσάκι στην έξοδο. Ο Πολυχρόνης σέρνονταν πάνω στο τσιμέντο και φώναζε:

― Τη μέρα τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε. Κουκουτσάλευρο, χαρουπάλευρο, θαλασσοβρεγμένο. Τριάντα δράμια μπομπότα μέρα παρά μέρα, μισή μέρα ουρά κι ένα τάγμα ψείρες.

Έφαγε μια γερή στ αχαμνά του και τού ρθε ζαλάδα. Έπειτα μια σπρωξιά και βρέθηκε ο μισός έξω απ΄ την πόρτα. Έγειρε το κεφάλι και θολά είδε τον ταγματάρχη. Πρόλαβε και του πέταξε πριν κλείσει η πόρτα:

― Έλληνας σαν και σας, όχι φιλέλληνας.

Μάριος Χάκκα, Άπαντα, σσ. 41-47. Από τη συλλογή, Τυφεκιοφόρος του εχθρού, Κέδρος Αθήνα 1966. Ηλεκτρονική αναδημοσίευση: Οι σελίδες του Νίκου Σαραντάκου.

στη φωτογραφία, ο Μάριος Χάκκας στρατιώτης

Σημείωση

1 Το συγγραφικό έργο του Μάριου Χάκκα:

Όμορφο καλοκαίρι, Αθήνα 1965. - Ποιητική συλλογή.

Τυφεκιοφόρος του εχθρού, Κέδρος, Αθήνα 1966. – Συλλογή διηγημάτων (Β΄ έκδοση συμπληρωμένη, Κέδρος, Αθήνα 1972).

Ο μπιντές και άλλες ιστορίες, Κέδρος, Αθήνα 1970. – Συλλογή διηγημάτων.

Το κοινόβιο, Κέδρος, Αθήνα 1972. – Συλλογή διηγημάτων.

Ενοχή, Αθήνα, Κέδρος, 1971. - Μονόπρακτα.

Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 2008 [β΄ έκδοση].

Ενδιαφέρουσες μελέτες για τον Μάριο Χάκκα στο διαδίκτυο:

Παπαδημητρίου Χριστίνα Δ., Μάριος Χάκκας: η ζωή και το έργο του, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Σέρρες 1998. https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/11222

Ρεπούσης Γιώργος Χ., Ο Μάριος Χάκκας και η εποχή του. Αυτοβιογραφία και δημιουργική πεζογραφία, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2012. https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/31715http://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/5502/1/%CE%94.%CE%94.-%CE%A1%CE%95%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%A3%CE%97%CE%A3%20%CE%93%CE%95%CE%A9%CE%A1%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A3.pdf

Τσαρουχά Ολυμπία Θεοδοσίου, Το ουτοπικό σύμπαν του Μάριου Χάκκα, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2007. http://ikee.lib.auth.gr/record/80000

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 03 Σεπτεμβρίου 2017 10:59

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.