Μαζικές εξώσεις εσωτερικών μεταναστών εργατών στο Πεκίνο τον Νοέμβρη του 2017.
Au Loong-Yu
Η φούσκα, το κράτος και «ο μοναχός με το στραβό στόμα»: η κινεζική κρίση των ακινήτων και οι υπεύθυνοι της
Στο πρόσφατο δελτίο τύπου του, το ΔΝΤ αναβάθμισε ελαφρώς τη δυσοίωνη πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της Κίνας το επόμενο έτος από 4,2% σε 4,6%, αλλά προειδοποίησε για τη συνεχιζόμενη «αδυναμία στον τομέα των ακινήτων». Σύμφωνα με το Bloomberg, μεταξύ 2013 και 2022, οι τιμές των νέων κατοικιών που πωλούνται σε 300 πόλεις της ηπειρωτικής Κίνας τριπλασιάστηκαν. Η μακροχρόνια έκρηξη στην αγορά ακινήτων προώθησε τελικά μια μεγάλη φούσκα που άρχισε να σκάει το 2021. Έκτοτε οι τιμές μειώνονται δραστικά και οι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην αποπληρωμή των δανείων τους.
Έχουμε ήδη δει την Evergrande, τη μεγαλύτερη κατασκευάστρια εταιρεία, να προσφεύγει και πάλι στο δικαστήριο στο Χονγκ Κονγκ στα τέλη Οκτωβρίου, αφού οι πιστωτές της κατέθεσαν αίτηση εκκαθάρισης λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των δανείων της. Ο γίγαντας των ακινήτων ξεκίνησε την αργή κατάρρευσή του το 2021, όταν δεν μπόρεσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις του ύψους 2,43 τρισεκατομμυρίων RMB (340 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ). Ακολούθησε ένας άλλος γίγαντας, η Country Garden, που επίσης αγωνίζεται τώρα να πληρώσει τα χρέη της και να πάρει νέα δάνεια μόνο και μόνο για να ολοκληρώσει τα έργα της. Και πολλά νοικοκυριά έχουν ήδη καταβάλει προκαταβολές και δόσεις για τα έργα αυτά.
Σύμφωνα με τον Economist, οι εισηγμένοι στο χρηματιστήριο κατασκευαστές χρωστούν σήμερα στους πολίτες 960 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ για μη κατασκευασμένα σπίτια, τα οποία αποτελούν περίπου το 40% του συνόλου των αγορασμένων αλλά μη ολοκληρωμένων κατοικιών. Από το 2021, πολλοί εργολάβοι δεν έχουν πλέον τα χρήματα για να συνεχίσουν τα κατασκευαστικά τους έργα, επειδή οι πωλήσεις τους έχουν πέσει κατακόρυφα. Σύμφωνα με την South China Morning Post, οι 100 μεγαλύτεροι κατασκευαστές στην ηπειρωτική Κίνα είδαν τις πωλήσεις τους να μειώνονται κατά 41,3% το 2022 (σε εθνικό επίπεδο μειώθηκαν κατά 26%). Τον Ιούλιο του 2023 μειώθηκαν περαιτέρω κατά 33,1% σε ετήσια βάση.
Το Bloomberg μας έδωσε μια γεύση από τις πιθανές επιπτώσεις της κρίσης, όταν ανέφερε ότι «μια ανάλυση των 186 εισηγμένων στο χρηματιστήριο εργολάβων της Κίνας δείχνει ότι περίπου το 48% του συνολικού δανεισμού κατέχεται από εταιρείες που είτε έχουν ήδη αθετήσει την πληρωμή δημόσιων ομολόγων... είτε διατρέχουν “σημαντικό” κίνδυνο να μην μπορέσουν να αποπληρώσουν». Αυτό ισοδυναμεί με 13,6 τρισεκατομμύρια γουάν χρέους που κινδυνεύει με αθέτηση, ή 12% του ΑΕΠ της Κίνας.
Το διακύβευμα είναι πολύ υψηλό. Σύμφωνα με μια έκθεση του Project Syndicate, «η αξία της αγοράς κατοικίας της Κίνας είναι τέσσερις φορές το ΑΕΠ της χώρας, σε σύγκριση με 1,6 στις ΗΠΑ και 2,1 στην Ιαπωνία. Αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα τέταρτο του συνόλου της οικονομικής δραστηριότητας και τα δύο τρίτα του πλούτου των νοικοκυριών». Θα ήταν καταστροφικό αν η κρίση δεν περιοριστεί εγκαίρως, όχι μόνο για την Κίνα αλλά και για την παγκόσμια οικονομία.
Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση έχει προσέξει να μην αντλήσει πολλά ξένα δάνεια και οι επίσημες στατιστικές δείχνουν χαμηλό επίπεδο εξωτερικού χρέους. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι υπάρχουν πολλά κρυφά ξένα χρέη – οι τοπικές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις έχουν δανειστεί πολλά από ξένες τράπεζες ή εκδίδοντας ομόλογα. Οι Financial Times μας λένε ότι μόνο η Evergrande εκτιμάται ότι είχε 19 δισεκατομμύρια δολάρια σε οφειλές στο εξωτερικό. Κανείς δεν γνωρίζει τον πραγματικό αριθμό του εξωτερικού χρέους της Κίνας, αλλά η χρεοκοπία της Evergrande είναι αρκετή για να επιφέρει ένα ακόμη πλήγμα στην ήδη εξασθενημένη εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών στην αγορά της Κίνας.
Υπάρχουν πολλαπλοί παράγοντες πίσω από την πτώση των τιμών και των πωλήσεων, αλλά η βασική κινητήρια δύναμη είναι η υπερβολική προσφορά και η υπερβολική επέκταση της αγοράς. Το ποσοστό των κενών κατοικιών ανέρχεται στο 25%. Από το 2009, έχουν κατασκευαστεί τόσα πολλά νέα διαμερίσματα που αρκούν για να στεγάσουν 250 εκατομμύρια κατοίκους, σε μια χώρα όπου 600 εκατομμύρια ζουν με μηνιαίο εισόδημα 1.000 RMB (140 δολάρια ΗΠΑ). Δεν είναι περίεργο ότι, «το 70% των κατοικιών που πωλήθηκαν από το 2018 αγοράστηκαν από ανθρώπους που ήδη είχαν ένα σπίτι». Ο Σι Τζινπίνγκ είχε σίγουρα δίκιο όταν είπε ότι «τα σπίτια είναι για να ζεις σε αυτά, όχι για κερδοσκοπία». Απέδειξε και πάλι ότι είναι καλός στα συνθήματα, αλλά μόνο στα συνθήματα.
Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι;
Ποιος είναι υπεύθυνος για την κρίση των ακινήτων; Ο Michael Roberts, ένας αριστερός οικονομολόγος, διέψευσε το αφήγημα του δυτικού κυρίαρχου ρεύματος (για παράδειγμα, των Financial Times). Σ' αυτό, κατηγορείται η κυβέρνηση για τις σκληρές ή ακατάλληλες ρυθμίσεις της και για την αποτυχία της να αυξήσει το επίπεδο της κατανάλωσης που είναι πολύ χαμηλό. Το άρθρο του υποστήριξε ότι φταίει η καπιταλιστική αγορά και ο ιδιωτικός τομέας και ότι περισσότερη κινεζική κρατική ιδιοκτησία και κρατική παρέμβαση θα ήταν μια θεραπεία για το χάος της αγοράς.
Δεν έχω καμία συμπάθεια για τις συνταγές των Financial Times, αλλά νομίζω ότι η θέση του Roberts είναι τουλάχιστον ελλιπώς τεκμηριωμένη. Το γεγονός ότι σε γενικές γραμμές είναι οι καπιταλιστικές δυνάμεις που δημιούργησαν αυτή την κρίση δεν πρέπει να μας τυφλώνει για την άλλη πλευρά του νομίσματος –ήταν πάντα το κράτος που πίεζε για περισσότερο καπιταλισμό, με κινεζικά χαρακτηριστικά– έναν διαπλεκόμενο, κρατικά καθοδηγούμενο καπιταλισμό. Το αρπακτικό της κορυφαίας βαθμίδας αυτού του συστήματος Πόντσι[1] δεν είναι άλλο από την κεντρική κυβέρνηση, ακολουθούμενη από τη συμπαιγνία μεταξύ της τοπικής αυτοδιοίκησης και των εργολάβων (γνωστή ως τα «λευκά γάντια» των τοπικών αξιωματούχων). Οι τρεις τους σχημάτισαν μια ανίερη συμμαχία συστήματος Πόντσι, η οποία τελικά οδήγησε στην πτώση της αγοράς ακινήτων.
Η κεντρική κυβέρνηση έθεσε τα θεμέλια για αυτό το σύστημα ιδιοκτησίας Πόντσι από την αρχή του οικονομικού προγράμματος «μεταρρύθμιση και άνοιγμα». Το σύνταγμα του 1982 όριζε ότι η αστική γη ανήκει στο κράτος και απαγόρευε ρητά την πώλησή της. Αυτό αναθεωρήθηκε σύντομα το 1988 για να επιτρέψει την πώληση δικαιώματος χρήσης γης για ορισμένο χρονικό διάστημα (50-70 χρόνια). Αυτό ακολούθησε φανερά το παράδειγμα της πρακτικής του αποικιοκρατούμενου Χονγκ Κονγκ για τη δημοπράτηση της γης, εν μέσω της έκκλησης του κόμματος «να μάθουμε από το Χονγκ Κονγκ»! (για να πλουτίσουμε).
Οι τοπικές κυβερνήσεις και ακόμη και οι μικρές πόλεις σύντομα θα έκαναν μαζικά quandi (圈地, περιφραγμένη περιοχή) για kaifaqu (開發區, περιοχές ανάπτυξης), από θεματικά πάρκα μέχρι ακίνητα. Πολλές από αυτές τελικά χρεοκόπησαν. Αυτό θα επεκτεινόταν περαιτέρω και στην αγροτική γη – με μια απλή υπογραφή οι τοπικοί αξιωματούχοι θα μπορούσαν πάντα να μετατρέψουν τη «γεωργική γη» σε «μη γεωργική γη».
Σε απάντηση, η κεντρική κυβέρνηση σκλήρυνε και πάλι τον έλεγχο – για λίγο. Αλλά η θεμελιώδης πολιτική της να επιτρέπει την εμπορευματοποίηση και την κερδοσκοπία της κρατικής γης δεν άλλαξε ποτέ εντελώς, ανοίγοντας το δρόμο για περισσότερους γύρους περιφράξεων και οικοδομικών εκρήξεων σε μεταγενέστερες περιόδους. Η φορολογική μεταρρύθμιση του 1994 έδωσε στην τοπική αυτοδιοίκηση μια δεύτερη ευκαιρία να προωθήσει έναν ακόμη γύρο έκρηξης των ακινήτων.
Ακολούθησε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-9, η οποία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για ένα τρίτο κύμα οικοδομικής έκρηξης: η κεντρική κυβέρνηση χορήγησε ισόποσα κονδύλια ύψους 30% στους τοπικούς δήμους για την κατασκευή περισσότερων υποδομών, ώστε να ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση και να σωθεί η οικονομία. Οι δήμοι συγκέντρωσαν τα υπόλοιπα χρήματα από τα LGFVs (Local Government Financial Vehicles / Οικονομικά οχήματα της τοπικής αυτοδιοίκησης), δανειζόμενοι από τις τράπεζες ή εκδίδοντας ομόλογα για να χρηματοδοτήσουν αυτά τα έργα. Αυτές οι τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές συνήθως συνοδεύονταν από σχέδια ανάπτυξης οικιστικών περιοχών ή βιομηχανικών πάρκων/εμπορικών κέντρων κ.λπ. Μέχρι τότε, οι τοπικοί δήμοι είχαν εξαρτηθεί όλο και περισσότερο από τις πωλήσεις γης και την αγορά ακινήτων – που τελικά αποτελούσαν το ένα τρίτο των εσόδων τους.
Το τέταρτο κύμα προήλθε και πάλι από την κεντρική κυβέρνηση, όταν το 2013 παρουσίασε την πολιτική της για το «νέο μοντέλο αστικοποίησης». Αυτό εκτίναξε περαιτέρω τις τιμές των κατοικιών, χωρίς να ληφθεί υπόψη η φούσκα που είχε ήδη σχηματιστεί. Κάποιες από αυτές θα γίνονταν τελικά «πόλεις φαντάσματα» ή lanweilou (爛尾樓, ημιτελή κτίρια).
Η άλλη πλευρά της ιστορίας ήταν ότι πολλοί άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους εν μέσω της μαζικής αρπαγής γης σε όλη τη χώρα και σε όλη την αγροτική και αστική γη. Υπήρξε επίσης ισχυρή αντίσταση, η πιο γνωστή από την οποία ήταν ο αγώνας του Γουκάν.
Ηπειρωτική χώρα και Χονγκ Κονγκ – μια σύγκριση
Αυτό μας οδηγεί στο θέμα της διαφθοράς με κινεζικά χαρακτηριστικά. Γιατί κατέστη δυνατή η δημιουργία πόλεων-φαντασμάτων; Οι τοπικές κυβερνήσεις και οι κατασκευαστές δεν μελέτησαν τη σκοπιμότητα των έργων πριν τα δρομολογήσουν; Γιατί επιτρεπόταν στους εργολάβους να πωλούν ακίνητα εκτός σχεδίου (ακίνητα που δεν είχαν ακόμη κατασκευαστεί) όταν η Κίνα απείχε ακόμη πολύ από το να είναι μια πλούσια χώρα και όταν ακόμη και ο Σι Τζινπίνγκ αναγνώριζε τη σοβαρότητα της διαφθοράς στην Κίνα; Ενώ η κυβέρνηση είναι τόσο μανιακή με τον έλεγχο όσον αφορά τον λαό, γιατί δεν μπορούσε να επιβάλει εξίσου αποτελεσματικό έλεγχο στους εργολάβους και στην τρελή χρηματιστηριακή εκμετάλλευση της αγοράς ακινήτων; Ειδικά όταν η αστική γη είναι κρατική (πράγμα που σημαίνει ότι η κυβέρνηση μπορεί πάντα να θέτει μονομερώς τους όρους);
Στο αποικιακό Χονγκ Κονγκ, το σύνολο της μη αξιοποιημένης γης βρισκόταν επίσης υπό κρατική ιδιοκτησία, γνωστή ως «γη του στέμματος». Ενώ η αποικιακή κυβέρνηση επέτρεψε στους εργολάβους να πλουτίσουν άδικα, πάρα πολύ, από τη δεκαετία του 1970 ήταν επίσης σε θέση να παρέχει προσιτή δημόσια στέγαση στο μισό πληθυσμό εκεί. Αντίθετα, η τεράστια φούσκα των ακινήτων στην ηπειρωτική χώρα ήταν δυνατή μόνο αφότου το κόμμα απέρριψε τελικά επίσημα την απλή διανομή κατοικιών στους εργαζόμενους σε κρατικές ή συλλογικές επιχειρήσεις (από τις οποίες οι περισσότερες μικρές και μεσαίες ιδιωτικοποιήθηκαν) στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Κοιτάζοντας πίσω σε όλη την περίοδο της «μεταρρύθμισης και του ανοίγματος», είναι σαφές ότι το ΚΚΚ είχε από την αρχή γείρει προς τον πλουτισμό των τοπικών αξιωματούχων, των εργολάβων και της ανώτερης μεσαίας τάξης, εις βάρος της κατώτερης μεσαίας τάξης και των φτωχών.
Υπάρχουν βέβαια κάθε είδους στεγαστικά έργα για να βοηθηθούν οι φτωχοί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υλοποιούνται είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα και επίσης ένα προσεκτικά φυλασσόμενο μυστικό, για να μην αναφέρουμε ότι η κλίμακα τους είναι μικρή. Σε ένα κράτος όπου οι αξιωματούχοι είναι εντελώς απαλλαγμένοι από κάθε είδους έλεγχο από τον λαό, μπορούν πάντα να κάνουν τις πολιτικές να λειτουργούν προς όφελος του δικού τους πλουτισμού. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που οι εκθέσεις για τη δημόσια στέγαση ή την προσβάσιμη στέγαση για τους φτωχούς καταλήγουν συχνά στα χέρια των τοπικών αξιωματούχων. Η Εθνική Ελεγκτική Υπηρεσία διαπίστωσε ότι το 30% των 290.000 ενοικιαζόμενων δημόσιων διαμερισμάτων «παραβιάζει τους κανόνες» και «χρησιμοποιείται καταχρηστικά». Κατά την «παλιά» περίοδο του Χονγκ Κονγκ, όταν ακόμη απολάμβανε αυτονομία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσής του έκαναν συχνά τέτοιες αναφορές. Ένας μόνο αντιπρόεδρος γραμματέας του κόμματος της πόλης θα μπορούσε να κατέχει 192 μονάδες κατοικίας. Δεν είναι σαφές πόσες ήταν δημόσιες ή ιδιωτικές κατοικίες, αλλά ο αριθμός είναι συγκλονιστικός.
Το κράτος ως μέρος του προβλήματος
Δεν έχει καμία σημασία για τους γραφειοκράτες αν οι νεόκτιστες πόλεις δεν ολοκληρωθούν τελικά – οι τοπικοί δήμοι πήραν τα έσοδά τους από τις πωλήσεις γης, οι διεφθαρμένοι υπάλληλοι πήραν την προμήθειά τους ή ένα μερίδιο από τη λεία, οι εργολάβοι έλαβαν έσοδα από την πώληση των διαμερισμάτων και με τη βοήθεια των τοπικών αξιωματούχων επίσης τα δάνειά τους από τις κρατικές τράπεζες.
Αυτό μας οδηγεί σε μια άλλη πτυχή της γραφειοκρατίας – τη δυσλειτουργία της που προκαλείται από τη συνεχή σύγκρουση μεταξύ των επίσημων κανόνων και την τρομερή διαφθορά εντός της ιεραρχίας της γραφειοκρατίας. Η υπόθεση των παράνομων επαύλεων του Τσινλίνγκ μας επιτρέπει να πάρουμε μια γεύση από τη διελκυστίνδα μεταξύ των τοπικών γραφειοκρατών και της κεντρικής κυβέρνησης και με τον... Σι Τζινπίνγκ. Οι τοπικοί γραφειοκράτες παραβίασαν το νόμο για να χτίσουν τις βίλες τους σε μια περιβαλλοντικά προστατευόμενη περιοχή. Όταν αυτό αναφέρθηκε στον Σι, διέταξε την κατεδάφισή τους το 2014. Αλλά οι τοπικοί αξιωματούχοι αντιστάθηκαν πεισματικά για τέσσερα χρόνια, με ψέματα και τεχνάσματα, προτού τελικά εκτελέσουν τη δουλειά τους όταν πιέστηκαν σκληρά. Αλλά ο Σι χρειάστηκε να δώσει έξι εντολές πριν γίνει αυτό.
Πέρα από τον πλήρη εκφυλισμό των κομματικών γραφειοκρατών σε μια καπιταλιστικοποιημένη γραφειοκρατία, υπάρχει και ο παράγοντας της ιδιαίτερης πολιτικής κουλτούρας –ή της έλλειψης αυτής– στο κόμμα. Η πρακτική των diyibashou (第一把手, οι κορυφαίοι κομματικοί ηγέτες ή οι προϊστάμενοι των αντίστοιχων τμημάτων τους) να λαμβάνουν ανεύθυνες αποφάσεις σχετικά με την «οικονομική ανάπτυξη», συχνά σε πείσμα των ειδικών συμβούλων ή των αντιφρονούντων κομματικών ηγετών, είναι έμφυτη στο ΚΚΚ από το 1949. Το πιο φρικτό παράδειγμα είναι το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός.
Όταν αυτοί οι δύο παράγοντες συμπίπτουν, το μέγεθος της διαφθοράς γίνεται αδιανόητο. Το τοξικό περιβάλλον εντός του κομματικού κράτους ωθεί επίσης τους διεφθαρμένους αξιωματούχους να βγάλουν πολλά χρήματα το συντομότερο δυνατό (και πολλοί θα μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό στη συνέχεια), για να μην αλλάξει ξαφνικά η ηγεσία του κόμματος και πάλι πορεία και κλείσει το παράθυρο της δωροδοκίας. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο τραγουδάκι «το κομμουνιστικό κόμμα μοιάζει με το φεγγάρι, του οποίου το σχήμα αλλάζει συνεχώς». Κατά βάση, ο ένοχος αυτής της ανθρωπογενούς κρίσης δεν είναι άλλος από το κομματικό κράτος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο καπιταλιστικός οδοστρωτήρας του Πεκίνου έχει βοηθηθεί από τη Wall Street σε όλη την πορεία του. Χωρίς τη βοήθεια της τελευταίας στην προώθηση των αρχικών δημόσιων προσφορών των κινεζικών εταιρειών στο Χονγκ Κονγκ ή στη Wall Street δεν θα είχαν εξελιχθεί σε τέτοιους γίγαντες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλά η Κίνα δεν είναι μια συνηθισμένη χώρα-μπανανία. Ήταν συνειδητή επιλογή του κόμματος και προς το συμφέρον του ότι μετέτρεψε την Κίνα σε ένα άγρια καπιταλιστικό κράτος σε όλη την πορεία του.
Όταν ο Roberts βλέπει το φάρμακο στο κομματικό κράτος, ξεχνά ότι αυτό δεν είναι ποτέ ουδέτερο∙ αντίθετα, οι γραφειοκράτες έχουν από καιρό καταλάβει το κράτος για τα δικά τους υλικά συμφέροντα, και επιδιώκουν συνειδητά περισσότερα, μέσω όλο και μεγαλύτερων δόσεων ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης της χρήσης της γης. Το κομματικό κράτος απέχει πολύ από το να είναι μέρος της θεραπείας, αλλά είναι μεγάλο μέρος του προβλήματος. Ένα άλλο κινεζικό τραγουδάκι (αρκετά δημοφιλές κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μάο) μας δίνει μια πιο ακριβή εικόνα των κομματικών γραφειοκρατών από την αφήγηση του Roberts – waizui heshang nian waijing (歪嘴和尚念歪經, ένας μοναχός με στραβό στόμα ψέλνει τις γραφές στραβά). Ο Βουδισμός μπορεί να είναι η Αλήθεια, αλλά δεν μπορείτε να βασιστείτε σε έναν μοναχό με στραβό στόμα για να ψάλλει τις γραφές του. Η κρατική παρέμβαση μπορεί να είναι χρήσιμη, αλλά δεν μπορείς να βασιστείς σε ένα διεφθαρμένο κόμμα για να εφαρμόσει μια καλή πολιτική. Μπορεί να πετύχεις το αντίθετο από αυτό που επιθυμείς.
Δεκέμβριος 2023
Μετάφραση: elaliberta.gr
Au Loong-Yu, “The bubble, the state, and the crooked-mouthed monk: the Chinese property crisis and its culprits”, International Viewpoint, 17 Ιανουαρίου 2024, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article8384.
Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο νοτιοαφρικανικό περιοδικό Amandla, τεύχος 90-91, Δεκέμβριος 2023, σελ. 43. Για την παρούσα αναδημοσίευση έχει υποστεί ελαφρά επεξεργασία από τον συγγραφέα.
Διαβάστε σχετικά:
Eli Friedman, «Οι εξώσεις των κατώτερων τάξεων στην Κίνα»
Σημειώσεις
[1] [Σ.τ.Μ.:] «Ο όρος “Σχήμα Πόντσι” (Ponzi Scheme) αναφέρεται σε οποιαδήποτε χρηματική απάτη στηρίζεται σε “πυραμίδα” επενδυτών… Το είδος αυτής της απάτης πήρε “τιμητικά” το όνομα του πρώτου διδάξαντος, του Ιταλού Τσαρλς Πόντσι… Ο Πόντσι έπεισε αρκετούς να επενδύσουν ό,τι ποσό ήθελαν σ’ αυτόν, με τη δέσμευση ότι θα είχαν κέρδος 50% επί του ποσού που είχαν επενδύσει κάθε 90 ημέρες. Πλήρωνε τους πρώτους με τα λεφτά που έβαζαν όσοι εισέρχονταν σ’ αυτή την “πυραμίδα”, με αποτέλεσμα να πεισθούν όλοι ότι είναι μια κερδοφόρος επένδυση. Το σχήμα κατέρρευσε τον Αύγουστο του 1920, έπειτα από δημοσίευμα της εφημερίδας The Boston Globe. Μέχρι τότε, ο Πόντσι έπαιρνε περίπου 200.000 δολάρια την ημέρα από “επενδυτές” που προσπαθούσαν να ανέβουν στο “τρένο” των κερδών.» «Σχήμα Πόντσι», Βικιπαίδεια, https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%87%CE%AE%CE%BC%CE%B1_%CE%A0%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%83%CE%B9.

