Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2026 17:56

Η διάλυση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) – Τι σημαίνει για τους Κούρδους, τη νέα Συρία και την περιοχή

 

 

Michael Karadjis

 

Η διάλυση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) – Τι σημαίνει για τους Κούρδους, τη νέα Συρία και την περιοχή

 

 

Στις 25 Αυγούστου, ο διοικητής των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) Μαζλούμ Αμπντί ανακοίνωσε την επίσημη διάλυση των SDF και της, υπό κουρδική ηγεσία, Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (AANES), καθώς και την πλήρη ενσωμάτωσή τους στις πολιτικές και στρατιωτικές δομές του συριακού κράτους. Πρόκειται για το αποκορύφωμα της διαδικασίας ενσωμάτωσης που είχαν ανακοινώσει ο Αμπντί και ο πρόεδρος της Συρίας Αχμέτ αλ-Σαράα τον Μάρτιο του 2025.

Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένα σημαντικά ζητήματα που εκκρεμούν, οι ηγέτες των SDF δήλωσαν πρόσφατα ότι το «99%» της διαδικασίας ενσωμάτωσης έχει ολοκληρωθεί. Το Κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης (PYD, το συριακό τμήμα του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος PKK με έδρα την Τουρκία), το οποίο ηγούνταν πολιτικά των SDF, χαιρέτισε την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενσωμάτωσης, τονίζοντας παράλληλα ότι τα δικαιώματα των Κούρδων πρέπει να κατοχυρωθούν στο σύνταγμα.

Ο Αμπντί δήλωσε: «Θα κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των μαρτύρων μας και θα τιμούμε τις θυσίες τους στις καρδιές μας, καθώς δεν παλέψαν για τον πόλεμο, αλλά για την ειρήνη. Θα έρθει μια μέρα που οι Σύρiοι δεν θα χρειαστεί πλέον να πολεμούν. Θέλουμε αυτή η μέρα να σηματοδοτήσει την αρχή μιας πραγματικής μετάβασης από τα πεδία μάχης στα εργοτάξια, από μια εποχή όπλων σε μια εποχή ειρήνης, και από το στάδιο της υπεράσπισης της Συρίας στο στάδιο της οικοδόμησης της Συρίας».

Η ανακοίνωση ακολουθήθηκε από τον διορισμό του Αμπντί από τον Σαράα ως ειδικού συμβούλου του προέδρου για κουρδικά ζητήματα, καθώς και της συμπροέδρου της AANES, Ιλχάν Άχμεντ, σε ειδική έδρα στη Λαϊκή Συνέλευση, με εστίαση στην ανάπτυξη του συντάγματος, γεγονός που θα της δώσει καθοριστική συμβολή στις φιλοκουρδικές (και άλλες) συνταγματικές αλλαγές που επιθυμού οι SDF.

Η νέα θέση της Άχμεντ στο κοινοβούλιο την τοποθετεί στη θέση του πρώην διορισμένου από τον Σαράα, Μουντάρ Χαμντάν, ο οποίος βρίσκεται υπό έρευνα για δεσμούς με το πρώην καθεστώς Άσαντ. Αυτό έγινε έπειτα από μια αναφορά που υπογράφηκε από εκατοντάδες φοιτητές και αποφοίτους του Πανεπιστημίου της Δαμασκού, οι οποίοι αποκάλυψαν τον προηγούμενο ρόλο του Χαμντάν.

Παρότι υπάρχουν πολλές βάσιμες κριτικές για τα περιορισμένα αποτελέσματα, ειδικά από Κούρδους που είχαν συνηθίσει την πιο σαφή αυτονομία που είχαν επιτύχει τα τελευταία 12 χρόνια, ενώ βρίσκονταν εκτός των δομών του υπερ-καταπιεστικού και αραβο-σοβινιστικού καθεστώτος του Άσαντ, η ηγεσία των SDF είχε δηλώσει την πρόθεσή της να ενταχθεί στη νέα Συρία μετά την ανατροπή του Άσαντ. Ήταν σαφές για αυτούς ότι δεν υπήρχαν επαρκείς βάσεις για τη διατήρηση ενός ξεχωριστού κράτους, μόλις τελείωναν οι έκτακτες συνθήκες. Σε αντίθεση με τα γειτονικά κράτη, ο όρος «Κούρδοι» δεν αναφέρεται σε μια συμπαγή γεωγραφική περιοχή στη Συρία. Όπως το έθεσε ο διοικητής των SDF στο Κομπάνι, Μαχμούντ Μπαρχαντιάν, «το να υπονοεί κανείς, για παράδειγμα, ότι το Κομπάνι θα γινόταν ανεξάρτητο κράτος είναι καθαρή τρέλα που αψηφά τη λογική».

Ο παρακάτω χάρτης καταδεικνύει τη διαφορά μεταξύ των δημογραφικών και γεωγραφικών πραγματικοτήτων στη Συρία και το Ιράκ – με το πράσινο χρώμα υποδεικνύονται οι κουρδικοί πληθυσμοί, οι οποίοι στο Ιράκ σχηματίζουν μια συμπαγή γεωγραφική περιοχή, που αποτελεί τη βάση του αυτόνομου κουρδικού κρατιδίου εκεί, ενώ στη Συρία έχουμε διάσπαρτους, αποσυνδεδεμένους μικρούς θύλακες:

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι SDF, καθώς και η ηγεσία του PYD, δεν υποστήριξαν ποτέ την κουρδική ανεξαρτησία, ενώ η αντίληψή τους για την αυτονομία ήταν επίσημα δημοκρατική και πολυεθνική και όχι κουρδική (παρά την ανεπίλυτη αντίφαση του γεγονότος ότι η διοίκησή τους ασκείται από κουρδικό κόμμα), κάτι που ονομάζεται «δημοκρατικός συνομοσπονδισμός». Ως εκ τούτου, κάποιο είδος διαπραγματευόμενης ένταξης σε μια Συρία μετά τον Άσαντ απορρέει σχεδόν αναπόφευκτα από το πρόγραμμά τους.

Ειρωνικά, ενώ ο κύριος κουρδικός αντίπαλος των SDF –τα κόμματα που συγκροτούν το Κουρδικό Εθνικό Συμβούλιο (KNC / Kurdish National Council)– ήταν παραδοσιακά πιο κοντά στην αντι-Άσαντ αντιπολίτευση από ό,τι οι SDF, η πιο καθαρά «κουρδική» αντίληψή τους για την αυτονομία θα είχε καταστήσει τη συμφωνία ενσωμάτωσης πιο δύσκολη.

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι τον Ιανουάριο σημειώθηκε μια σύντομη στρατιωτική σύγκρουση, πριν από την επίτευξη συμφωνίας για αυτή τη διαδικασία ενσωμάτωσης στις 30 Ιανουαρίου, και οι δύο πλευρές φέρουν κάποια ευθύνη. Το βασικό πρόβλημα ήταν η βραδύτητα (ή η απροθυμία) των SDF να αποχωρήσουν από τις επαρχίες της Ράκκα και του Ντέιρ εζ-Ζορ, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Αράβες, και όπου οι κάτοικοι δεν αισθάνονταν μέρος της «δημοκρατικής συνομοσπονδίας», αλλά μάλλον Αράβες δεύτερης κατηγορίας υπό την ανεπιθύμητη κουρδική κυριαρχία. Καθώς ο συριακός στρατός άρχισε να προχωράει, οι αραβικές μάζες απλώς αγνόησαν την κυριαρχία των SDF. Η προέλαση των συριακών δυνάμεων σταμάτησε έξω από τις κύριες περιοχές συγκέντρωσης του κουρδικού πληθυσμού στη βορειοανατολική περιοχή της Χάσακα και στο Κομπάνι, όπου οι SDF και η AANES συνέχισαν να κυβερνούν μέχρι σήμερα.

Αν και σημειώθηκαν παραβιάσεις και από τις δύο πλευρές, αν αγνοήσουμε τον τεράστιο όγκο των ψευδών ειδήσεων που δημιουργήθηκαν, αυτές ήταν σχετικά ελάχιστες και έρχονταν σε πολύ έντονη αντίθεση με τις φρικτές σφαγές των Αλαουιτών τον Μάρτιο του 2025 και των Δρούζων τον Ιούλιο, από τις οποίες το νέο συριακό πολιτικό σύστημα δεν έχει ακόμη ανακάμψει και είναι απίθανο να ανακάμψει χωρίς ριζικές αλλαγές στο εγγύς μέλλον.

Η κυριαρχία των SDF στις μη κουρδικές περιοχές –περίπου τα δύο τρίτα της έκτασης του προηγούμενου «κρατιδίου» της AANES, της «Ροτζάβα»– ήταν αποτέλεσμα της πρόσφατης πολεμικής ιστορίας. Η Ράκκα είχε γίνει η πρωτεύουσα του τερατώδους «χαλιφάτου» του ISIS, και οι SDF είχαν αναδειχθεί ως ο εδαφικός εταίρος της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στον πόλεμο της εναντίον του ISIS· μαζί, η συμμαχία ΗΠΑ-SDF συνέτριψε το ISIS στη Συρία (προσπαθήστε να αγνοήσετε τους γελοία αντίθετους προς τα γεγονότα ισχυρισμούς ότι το καθεστώς Άσαντ και οι σύμμαχοί του νίκησαν το ISIS). Ενώ οι αντάρτες κατά του Άσαντ, καθώς και η σύγκρουση μεταξύ Άσαντ και ανταρτών, συγκεντρώνονταν στη πιο πυκνοκατοικημένη δυτική Συρία (από όπου οι αντάρτες είχαν εκδιώξει το ISIS ριζικά το 2014 χωρίς καμία βοήθεια από αεροπορία), στη βορειοανατολική περιοχή, αντίθετα, οι απελευθερωτές των SDF που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ αποτελούσαν τη μόνη περιφερειακή εναλλακτική λύση έναντι της βαρβαρότητας του ISIS ή της εξίσου φρικτής επιστροφής του καθεστώτος «Σεντάγια» του Άσαντ. Η επιλογή των SDF ήταν επομένως αυτονόητη για τις αραβικές μάζες, αλλά αυτή η συμφωνία άλλαξε τη στιγμή που ο Άσαντ έφυγε.

Ο λόγος περί «προδοσίας των ΗΠΑ» έναντι των SDF υπονοεί ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να είχαν παρέμβει στρατιωτικά για να διατηρήσουν με τη βία την κυριαρχία των SDF, υπό κουρδική ηγεσία, επάνω σε περισσότερους από δύο εκατομμύρια Άραβες. Μια προδοσία θα σήμαινε ότι οι ΗΠΑ θα έδιναν το πράσινο φως στο συριακό καθεστώς να εισβάλει στις κουρδικές περιοχές της βόρειας Χάσακα και του Κομπάνι, αλλά υπήρξε μόνο ένα αυστηρό κόκκινο φως από τις ΗΠΑ, ένας από τους βασικούς παράγοντες που το απέτρεψαν· οι άλλοι δύο ήταν η περιφερειακή και παγκόσμια κινητοποίηση των Κούρδων για την υπεράσπιση της περιοχής τους, καθώς και η πιθανότητα ότι το μάλλον πραγματιστικό καθεστώς του Σαράα δεν είχε ούτως ή άλλως καμία πρόθεση να το κάνει.

Όσον αφορά την τρέχουσα κατάσταση, ένα κύριο άρθρο στην φιλο-SDF εφημερίδα The Amargi ανέφερε:

«Η επίσημη διάλυση των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) δεν σηματοδοτεί απαραίτητα το τέλος της κουρδικής αυτοδιοίκησης στη Συρία. Σηματοδοτεί το τέλος μιας συγκεκριμένης μορφής της: μιας αυτόνομης, βαριά οπλισμένης, υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ πολιτικής και στρατιωτικής τάξης που προέκυψε από τον συριακό εμφύλιο πόλεμο. Το τι θα ακολουθήσει είναι πιο ασαφές. Η κουρδική εξουσία ενσωματώνεται εκ νέου στο συριακό κράτος, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Το βασικό ερώτημα είναι αν οι Κούρδοι μπορούν να μετατρέψουν τη στρατιωτική επιρροή που συγκέντρωσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου σε διαρκή πολιτική, συνταγματική και τοπική εξουσία.»

Επιπλέον, δεδομένου του ριζοσπαστικού δημοκρατικού προγράμματος των SDF –ανεξάρτητα από την εκτίμηση του καθενός για το πώς αυτό λειτούργησε στην πράξη– και ιδίως του εξαιρετικά προοδευτικού προγράμματός τους για την χειραφέτηση των γυναικών, αυτή η ένταξη μπορεί να προσθέσει ένα σημαντικό δημοκρατικό προοδευτικό μπλοκ στο συριακό πολιτικό σύστημα, καθώς αυτό προχωρά προς ένα νέο σύνταγμα και, τελικά, προς εκλογές. Όπως το έθεσε ο Σύριος συγγραφέας και πολιτικός Γασάν Μιφλέχ: «Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε αφορούν όλους μας ως Σύριους. Χωρίς ένα δημοκρατικό σύστημα, η Συρία δεν θα επιβιώσει. Αυτό απαιτεί να ενωθούν όλες οι δυνάμεις για να σχηματίσουν ένα ιστορικό μπλοκ ικανό να ασκήσει πίεση σε όλα τα κόμματα, ώστε να δημιουργηθεί ένα κράτος που θα διέπεται από το κράτος δικαίου, ένα δημοκρατικό σύστημα, ένας νόμος για τα πολιτικά κόμματα και συνταγματικά θεμέλια για τις δημόσιες και ατομικές ελευθερίες», εκτιμώντας ότι «οι SDF και αυτό που εκπροσωπούν είναι εξαιρετικά σημαντικά για τη δημιουργία του κράτους το οποίο επιδιώκουμε».

Όπως θα δούμε παρακάτω, ωστόσο, παραμένουν ορισμένα ανεπίλυτα ζητήματα, και το σημαντικότερο από αυτά –αυτό του δικαιώματος στην εκπαίδευση στη κουρδική γλώσσα (σε αντίθεση με τα απλά μαθήματα κουρδικής γλώσσας)– απειλεί να ανατρέψει τη διαδικασία αν αντιμετωπιστεί λανθασμένα.

Τέλος, αυτή η σχετικά επιτυχημένη διαδικασία ένταξης –που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την απαράδεκτη προσέγγιση της κυβέρνησης πέρυσι σε τέτοια ζητήματα στη Σουουέιντα, όπου η πλειοψηφία είναι Δρούζοι– τερματίζοντας την κατανομή 70/30 της Συρίας, αποτελεί στρατηγικό πλήγμα για τη στρατηγική του Ισραήλ να διαιρέσει τη Συρία.

 

Νέα Συρία: Η πινακίδα της Διεύθυνσης Εσωτερικής Ασφάλειας στην περιοχή του Καμίσλο, στα κουρδικά και στα αραβικά

 

Τα δικαιώματα και η εξουσία των Κούρδων στη Συρία σήμερα: Μια τεράστια διαφορά σε σύγκριση με τον εφιάλτη της εποχής του Μπάαθ

Μετά τη συμφωνία της 29ης Ιανουαρίου μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και των SDF, καθώς και το προεδρικό διάταγμα του Σαράα της 16ης Ιανουαρίου σχετικά με τα δικαιώματα των Κούρδων – το οποίο ανακήρυξε τους Κούρδους «ουσιώδες συστατικό» της Συρίας –, η κατάσταση όσον αφορά τα δικαιώματα και την ενδυνάμωση των Κούρδων στη Συρία είναι ιστορικά άνευ προηγουμένου στο πλαίσιο μιας ενωμένης Συρίας, παρά το γεγονός ότι αποτελεί υποχώρηση σε σύγκριση με την περίπτωση όπου οι Κούρδοι θα διοικούσαν το δικό τους μικρό κράτος. Κάτω από το καθεστώς του Μπάαθ, οι Κούρδοι δεν αναγνωρίζονταν, χιλιάδες στερήθηκαν την ιθαγένειά τους, ενώ τα γλωσσικά και πολιτιστικά τους δικαιώματα καταστέλλονταν. Ακολουθούν οι βασικές πτυχές της νέας πραγματικότητας:

Σχηματίστηκαν τέσσερις νέες κουρδικές ταξιαρχίες, υπό την ηγεσία πρώην διοικητών των SDF – τρεις από τις οποίες αποτελούν τη 60η Μεραρχία στην επαρχία Χάσακα, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος των Κούρδων στη Συρία, και μία άλλη στο Κομπάνι, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι κουρδική, η οποία συνδέεται με τη στρατιωτική μεραρχία που εδρεύει στο Χαλέπι. Έτσι, οι SDF «παραμένουν στη θέση τους», λίγο πολύ, στις κουρδικές περιοχές. Εξετάζεται επίσης η πιθανότητα συγκρότησης μιας πέμπτης ταξιαρχίας στο Αφρίν, περιοχή με κουρδική πλειοψηφία στα βορειοδυτικά. Ο διοικητής των SDF, Σιπάν Χέμο, ισχυρίστηκε ότι «τα πάντα –από τη δομή διοίκησης έως τα κέντρα ανάπτυξης– έχουν καθοριστεί από εμάς».

Οι κουρδικές δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας «Ασαγίς» έχουν επίσης ενταχθεί στις δυνάμεις Δημόσιας Ασφάλειας της Συρίας υπό το Υπουργείο Εσωτερικών και συνεχίζουν να περιπολούν στο Κομπάνι και στις κουρδικές περιοχές της Χάσακα. Επίσης, διεξάγονται συζητήσεις σχετικά με την πρόσληψη ντόπιων Κούρδων (δηλαδή πρώην μελών της «Ασαγίς») από το Αφρίν, το Χαλέπι (δηλαδή το Σέιχ Μακσούντ) και την αλ-Σάχμπα (βόρεια ύπαιθρος του Χαλεπιού) στις δυνάμεις Δημόσιας Ασφάλειας σε αυτές τις περιοχές. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για να αισθάνονται οι άνθρωποι ασφαλείς – κάτι που λείπει δυστυχώς, για παράδειγμα, στις αλαουιτικές περιοχές της ακτής.

Ο διορισμός από τις SDF του επί χρόνια ηγέτη των SDF και της AANES, Νουρ αλ-Ντιν Άχμαντ, έγινε αποδεκτός από τη συριακή κυβέρνηση για τη θέση του κυβερνήτη της επαρχίας Χάσακα, παρά το γεγονός ότι το 30% μόνο του πληθυσμού της Χάσακα είναι Κούρδοι. Ενώ ο επικεφαλής της ασφάλειας στη Χάσακα (ο οποίος, όπως φαίνεται, έχει επίσης εν μέρει κουρδική καταγωγή) διορίστηκε από τις τάξεις των πρώην Σύριων ανταρτών, ο αναπληρωτής επικεφαλής της ασφάλειας διορίστηκε επίσης από τις SDF.

Επίσης, η κυβέρνηση αποδέχτηκε την πρόταση των SDF για τον διορισμό του Σιπάν Χάμο, επό χρόνια διοικητή των SDF και του PKK, ως βοηθού του Υπουργού Άμυνας για την ανατολική περιοχή, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τις περιοχές όπου κυριαρχούν οι Κούρδοι, αλλά και ολόκληρη την περιοχή που προηγουμένως διοικούσαν οι SDF.

Αυτοί οι διορισμοί προστίθενται στους διορισμούς υψηλού επιπέδου του Μαζλούμ Αμπντί και της Ιλχάμ Άχμεντ που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Υπάρχουν πλέον 13 έδρες στην προσωρινή Λαϊκή Συνέλευση που κατέχουν Κούρδοι – κυρίως μέλη και υποστηρικτές του Κουρδικού Εθνικού Συμβουλίου (KNC) και όχι των SDF, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 6,2% των εδρών της Συνέλευσης. Αν και ιστορικά πρωτοφανές για τη Συρία, το ποσοστό αυτό εξακολουθεί να υπολείπεται του 10% που αντιπροσωπεύουν οι Κούρδοι στον πληθυσμό.

Οι πολιτικοί θεσμοί της AANES ενσωματώνονται επίσης στους συριακούς θεσμούς και, αν και δεν είναι ακόμη σαφές τι σημαίνει αυτό μακροπρόθεσμα (βλ. παρακάτω), σε αυτό το στάδιο όλοι οι υπάλληλοι έχουν διατηρήσει τις θέσεις τους στη διοίκηση. Το πολιτικό εκτελεστικό γραφείο που διόρισε η κυβέρνηση στη Χάσακα έχει «αναλογία περίπου 6:4 υπέρ των διορισμένων που συνδέονται με τις SDF έναντι των διορισμένων από τη Δαμασκό».

Όλα τα πτυχία σχολείων, πανεπιστημίων και ιδρυμάτων που εκδόθηκαν από την AANES (στο πλαίσιο του πλήρως κουρδικού εκπαιδευτικού της συστήματος) έχουν αναγνωριστεί, ενώ η συμφωνία της 30ής Ιανουαρίου ανέφερε επίσης ότι η AANES «συνεργάζεται με το Υπουργείο Παιδείας για να συζητήσει την εκπαιδευτική πορεία της κουρδικής κοινότητας και να λάβει υπόψη τις εκπαιδευτικές ιδιαιτερότητες». Το προεδρικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου ανακήρυξε, για πρώτη φορά στην ιστορία, τα κουρδικά ως «εθνική γλώσσα» που μπορεί να διδάσκεται σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία όπου οι Κούρδοι αποτελούν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. Ωστόσο, το τι σημαίνει αυτό στην πράξη παραμένει ένα κρίσιμο ανεπίλυτο ζήτημα (βλ. παρακάτω).

Η συμφωνία της 30ής Ιανουαρίου προέβλεπε επίσης την «αδειοδότηση όλων των τοπικών και πολιτιστικών οργανώσεων και των μέσων ενημέρωσης» της AANES.

Το προεδρικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου ακύρωσε τα αποτελέσματα της αποτυχημένης απογραφής του 1962, η οποία είχε στερήσει περίπου το 20% των Σύριων Κούρδων από την ιθαγένειά τους, αφήνοντάς τους σε αυτή την κατάσταση αβεβαιότητας για τα επόμενα 60 χρόνια· ως εκ τούτου, εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι απέκτησαν άμεσα ιθαγένεια.

Το προεδρικό διάταγμα της 16ης Ιανουαρίου καθιέρωσε την κουρδική γιορτή Νεβρόζ ως εθνική εορτή.

Στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Δαμασκού, που πραγματοποιήθηκε από τις 5 έως τις 16 Φεβρουαρίου, διατέθηκαν για πρώτη φορά κουρδικά βιβλία (όπως φαίνεται και σε σύντομο βίντεο). Πολλοί Κουρδοί συγγραφείς ήταν παρόντες για πρώτη φορά, όπως για παράδειγμα ο γνωστός Σύριος Κουρδός μυθιστοριογράφος Ζαν Ντοστ, ο οποίος επέστρεψε στη Συρία για την εκδήλωση για πρώτη φορά μετά από 26 χρόνια.

Η συμφωνία προέβλεπε την επιστροφή των εκτοπισμένων Κούρδων στο Αφρίν και στο Σερέ Κανίγιε (Ρας αλ-Άιν), περιοχές που προηγουμένως τελούσαν υπό τον έλεγχο αναδιοργανωμένων ταξιαρχιών του πρώην Συριακού Εθνικού Στρατού (SNA) –υποστηριζόμενου από την Τουρκία– οι οποίες είχαν συμμετάσχει στις τουρκικές εισβολές του 2018 και του 2019 αντίστοιχα (όταν εκδιώχθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι). Η κατάσταση στο Αφρίν είχε ήδη βελτιωθεί σημαντικά από τη στιγμή που η νέα κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία και άρχισε να απομακρύνει αυτές τις ταξιαρχίες και να επιστρέφει τις περιουσίες των Κούρδων· περίπου 70.000 Κούρδοι επέστρεψαν στο Αφρίν τους πρώτους μήνες μετά την επανάσταση. Οι πρώτες 400 οικογένειες Κούρδων που είχαν εκτοπιστεί στη βορειοανατολική Συρία άρχισαν να επιστρέφουν στο Αφρίν τον Μάρτιο, και στις 16 Ιουλίου επέστρεψε η ένατη και τελευταία αυτοκινητοπομπή, μετά την οποία το Συμβούλιο Εσωτερικά Εκτοπισμένων του Αφρίν ανακοίνωσε τη διάλυσή του, αφού επέστρεψαν 11.000 οικογένειες (δηλαδή δεκάδες χιλιάδες άτομα). Σε αντίθεση με το Αφρίν, η επιστροφή των Κούρδων στο Σερέ Κανίγιε (Ρας αλ-Άιν) έχει καθυστερήσει, και η πρώτη πρόσφατη απόπειρα επιστροφής ορισμένων Κούρδων αντιμετωπίστηκε με βία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, επέστρεψαν οι πρώτες 1.000 οικογένειες· θα ακολουθήσουν άλλες 12.000 οικογένειες.

Και οι τρεις θέσεις του Λαϊκού Συμβουλίου στο Αφρίν καταλήφθηκαν από Κούρδους, ενώ στις 13 Φεβρουαρίου η περιφερειακή κυβέρνηση του Αφρίν ανακοίνωσε τον διορισμό 19 δημάρχων για τις κύριες πόλεις της περιοχής, και «οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, από αυτούς τους διορισθέντες είναι ντόπιοι Κούρδοι».

Το Υπουργείο Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Περιβάλλοντος εξέδωσε στις 15 Φεβρουαρίου διάταγμα με το οποίο επισημοποιήθηκε η διοικητική αποκέντρωση στη Συρία βάσει του προϋπάρχοντος Νόμου 107, αναθέτοντας σημαντικές αρμοδιότητες και υπουργικές εξουσίες στους κυβερνήτες και επιπλέον εξουσίες στους δημάρχους. Ο Σαράα είχε δηλώσει επανειλημμένα ότι οι εκκλήσεις για αποκέντρωση ή ομοσπονδιακό σύστημα «ουσιαστικά δεν διαφέρουν από το πλαίσιο τοπικής διοίκησης που ισχύει στη Συρία, ιδίως τον Νόμο αριθ. 107 που εκδόθηκε πριν από περισσότερα από δέκα χρόνια, ο οποίος στην πράξη ενσωματώνει ήδη πολλές από τις έννοιες που προτείνονται σήμερα, με τη δυνατότητα να εισαχθούν τροποποιήσεις σε αυτόν». Αυτό φαίνεται να αποτελεί ένα θετικό βήμα σε σχέση με τις προσπάθειες των SDF και των Κούρδων να διατηρήσουν στοιχεία αυτοδιοίκησης εντός του ενοποιημένου πλαισίου. Στις 17 Φεβρουαρίου, ο Αμπντί δήλωσε ότι «το κύριο αίτημα των Κούρδων στη βορειοανατολική Συρία είναι η “αποκεντρωμένη τοπική διακυβέρνηση, υπό οποιαδήποτε ονομασία” και, ως εκ τούτου, η διαφωνία με τη συριακή κυβέρνηση έχει απλώς να κάνει με την ορολογία· ο στόχος είναι να δοθεί η δυνατότητα στους κατοίκους της περιοχής να διαχειρίζονται τις δικές τους υποθέσεις διοίκησης, παροχής υπηρεσιών και ασφάλειας, με τρόπο που να προστατεύει τις εθνοτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες της περιοχής».

Συνολικά, όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που είναι τόσο ολοκληρωτικά ανώτερη από οτιδήποτε συνέβη κατά τη διάρκεια της 60ετούς δικτατορίας του Μπάαθ ή πριν από αυτήν όσον αφορά το ζήτημα των Σύριων Κούρδων, που η διαφορά είναι απλά σαν τη μέρα με τη νύχτα. Αυτό τουλάχιστον θα πρέπει να το παραδεχτούν οι επικριτές πριν προχωρήσουν· το να φτάσουμε μέχρι εδώ αποτελεί ένα επίτευγμα που θα ήταν αδύνατο χωρίς τη συριακή επανάσταση, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Ενώ ορισμένοι Κούρδοι πολιτικοί αντίπαλοι του PKK/PYD κατηγορούν με ενθουσιασμό τον Αμπντί και την ηγεσία των SDF για «προδοσία» και παρόμοια, μια ρεαλιστική αξιολόγηση πρέπει να λάβει υπόψη αυτή την τεράστια πρόοδο, συνεχίζοντας παράλληλα τον αγώνα για κάτι καλύτερο. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα ήταν ποτέ δυνατό υπό μια ολοκληρωτική δικτατορία, πόσο μάλλον υπό ένα καθεστώς ιδεολογικά προσηλωμένο σε ένα εσωτερικό καθεστώς αραβικής υπεροχής (παρά τις αποτυχίες ή τις προδοσίες του συριακού Μπάαθ έναντι του αραβικού εθνικισμού σε περιφερειακό επίπεδο).

Ο Μαζλούμ Αμπντί αναφέρθηκε στο παρελθόν του: «Φανταστείτε ότι, υπό το καθεστώς του Άσαντ, όταν ήμουν ακόμα μικρό αγόρι που πήγαινε στο γυμνάσιο, φυλακίστηκα από το καθεστώς επειδή μετέφερα ένα βιβλίο στη κουρδική γλώσσα. Η σημερινή Συρία δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που υπήρχε πριν από το 2011. Το πνεύμα μας παραμένει αδάμαστο. Η ειρηνική επίτευξη συναίνεσης, μέσω του διαλόγου, χωρίς να θέτουμε σε κίνδυνο την αξιοπρέπειά μας, τη διακριτή κουρδική ταυτότητά μας – αυτός είναι ο δρόμος μας. Οι Κούρδοι της Συρίας αποτελούν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί».

 

Εκκρεμή ζητήματα

Υπάρχουν ορισμένα σημαντικά ζητήματα που είτε έχουν επιλυθεί εν μέρει, είτε παραμένουν ανεπίλυτα, είτε εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρά εμπόδια για την επιτυχία της ένταξης, εφόσον αυτή πρόκειται να βασιστεί στις αρχές της ισότητας και της αυτοδιάθεσης. Ενώ όλα τα παραπάνω μπορούν γενικά να συνδεθούν με τη δυναμική χειραφέτησης της συριακής επανάστασης, τα ανεπίλυτα ζητήματα που αναφέρονται παρακάτω, αντίθετα, αναδεικνύουν τις συντηρητικές και συγκεντρωτικές τάσεις της κυβέρνησης Σαράα. Παρ’ όλα αυτά, αυτός ο αγώνας συνεχίζεται ανοιχτά, πολιτικά, χωρίς όσοι αντιστέκονται σε αυτές τις τάσεις να καταλήγουν σε στρατόπεδα θανάτου, και αυτό οφείλεται στη συνεχιζόμενη πολιτική ανοικτότητα της μετα-Άσαντ πολιτικής τάξης.

Το πρώτο ζήτημα αφορά τις YPJ, τις Μονάδες Προστασίας των Γυναικών, οι οποίες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον πόλεμο κατά του ISIS. Στόχος τους ήταν να ενταχθούν, μαζί με τους συντρόφους τους της YPG, στον Συριακό Στρατό, ίσως με μια δική τους ταξιαρχία· όμως η συριακή κυβέρνηση παραμένει προσκολλημένη σε μια πολύ συντηρητική αντίληψη για έναν στρατό αποκλειστικά ανδρικό, κάτι που είναι συνηθισμένο στην περιοχή, αν και ακόμη και για τα δεδομένα της περιοχής είναι κάπως ενοχλητικό το γεγονός ότι στα ακραία αντιδραστικά αλλά «κοσμικά» Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, περίπου το 2-4% των ατόμων που ασκούν μάχιμα καθήκοντα στο στρατό είναι γυναίκες, και ακόμη και στη Σαουδική Αραβία επιτρέπεται πλέον στις γυναίκες να καταταγούν, αν και, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα κράτη της περιοχής, οι αριθμοί τους είναι συμβολικοί (1-2%), και στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν ασκούν μάχιμα καθήκοντα. Με το να μην επιτρέπει την παρουσία γυναικών στο στρατό, η νέα Συρία βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο μόνο με το Ιράν σε αυτό το ζήτημα.

Ωστόσο, η κυβέρνηση πρότεινε αντ’ αυτού την ενσωμάτωση των YPJ στις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, μαζί με τις γυναίκες συντρόφους τους από την Asayish, προβλέποντας αρχικά διοικητικά και ανάλογα καθήκοντα. Οι YPJ παρέμειναν σταθερές στη θέση τους και επέμειναν ότι, εάν πρόκειται να ενταχθούν στις δυνάμεις ασφαλείας, θα το πράξουν αναλαμβάνοντας μάχιμα καθήκοντα ως «ξεχωριστή και οργανωμένη» αντιτρομοκρατική δύναμη· και φαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει αποδεχτεί αυτό το αποτέλεσμα. Εάν είναι έτσι, αυτό θα αποτελούσε ένα σχετικά θετικό αποτέλεσμα υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεδομένης της ιστορίας και της εμπειρίας των YPJ.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο, αλλά και ενδεχομένως το πιο διχαστικό ζήτημα είναι αυτό της εκπαίδευσης στην κουρδική γλώσσα. Αν και το προεδρικό διάταγμα που ανακήρυξε την κουρδική ως «εθνική γλώσσα» αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα προόδου σε σύγκριση με το μπααθικό παρελθόν, η κουρδική δεν αποτελεί «επίσημη» γλώσσα, και αυτή η διαφορά γίνεται αισθητή σε αυτόν τον τομέα. Το διάταγμα επιτρέπει τη διδασκαλία της κουρδικής γλώσσας στα σχολεία σε περιοχές με σημαντικό κουρδικό πληθυσμό, αλλά αυτό δεν επιλύει το ζήτημα της διδασκαλίας στην κουρδική γλώσσα· υπό το καθεστώς του Μπάαθ, η κουρδική γλώσσα δεν διδασκόταν στα σχολεία, ενώ υπό την AANES, η κουρδική γλώσσα ήταν η γλώσσα διδασκαλίας. Οι ηγέτες των SDF εδώ και μήνες έχουν δώσει προτεραιότητα σε αυτό το ζήτημα και είχαν δηλώσει ότι οι Σύριοι ηγέτες τους ακούνε. Στην ανακοίνωσή του για τη διάλυση των SDF, ο Αμπντί δήλωσε: «Το δικαίωμα στην εκπαίδευση στην κουρδική γλώσσα είναι ένα από τα σημαντικότερα δικαιώματα που ο κουρδικός λαός μας διεκδικεί εδώ και δεκαετίες. Ο Πρόεδρος έχει δηλώσει επανειλημμένα τη δέσμευσή του να υπερασπιστεί αυτό το δικαίωμα. Έχουμε επίσης διαπιστώσει την ανοιχτή στάση του όσον αφορά το δικαίωμα στην εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα και την περαιτέρω εξέλιξη της παρούσας απόφασης στο μέλλον. Θα εργαστούμε για την εφαρμογή αυτής της απόφασης εντός του έτους, ώστε να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τα αποτελέσματα στο εγγύς μέλλον».

Ωστόσο, μόλις δύο ημέρες αργότερα, το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε το διάταγμά του για τη διδασκαλία της κουρδικής γλώσσας στα σχολεία, κάτι που αποτέλεσε ένα τεράστιο χαστούκι. Το διάταγμα ορίζει τρεις ώρες μαθήματος κουρδικής γλώσσας την εβδομάδα, «σε όλα τα επίπεδα σπουδών», σε περιοχές με σημαντικό κουρδικό πληθυσμό (επιπλέον της αραβικής και της αγγλικής), καθώς και μια επιπλέον ώρα «δραστηριοτήτων» σχετικών με την κουρδική γλώσσα· επιπλέον, οι μαθητές μπορούν να παρακολουθήσουν μαθήματα κοινωνικών επιστημών, ιστορίας, γεωγραφίας ή φιλοσοφίας στα κουρδικά, αλλά μόνο για το επόμενο έτος ως «μεταβατικό» μέτρο. Αυτό καταργεί τα κουρδικά ως γλώσσα διδασκαλίας για τα περισσότερα μαθήματα και συνεπάγεται την κατάργησή του από όλα τα μαθήματα μετά από ένα έτος, εκτός από τα ίδια τα μαθήματα κουρδικής γλώσσας. Αυτό προκάλεσε αμέσως διαμαρτυρίες από εκπαιδευτικούς, φοιτητές, κοινότητες και πανεπιστήμια σε ολόκληρη την Χάσακα, οι οποίες επεκτάθηκαν στο Κομπάνι και έφτασαν μέχρι το κοινοβούλιο. Ελπίζουμε ότι θα προκύψει κάποια θετική λύση από αυτό – όλες οι δηλώσεις διαμαρτυρίας αναγνωρίζουν το τεράστιο βήμα προόδου που αντιπροσωπεύει η παρουσία της κουρδικής γλώσσας στα σχολεία σε σύγκριση με το μπααθιστικό παρελθόν, αλλά τονίζουν ότι τα 12 χρόνια διδασκαλίας στα κουρδικά υπό την AANES καθιστούν το ζήτημα αυτό πολύ ουσιαστικό, αποτελώντας μια σοβαρή οπισθοδρόμηση.

Για άλλη μια φορά, όπως και στην περίπτωση των YPJ, αυτό σχετίζεται με τους περιορισμούς των αστικών αντιλήψεων της κυβέρνησης του Σαράα για τη δημοκρατία και την εθνοτική ισότητα – την ιδέα ότι η ένταξη στο κράτος με ίσα δικαιώματα επιλύει το ζήτημα· η διδασκαλία στη μητρική γλώσσα στα σχολεία μοιάζει υπερβολικά με «αυτονομισμό» σε αυτή τη στενή νοοτροπία.

 

image 870x 6a98194392d8b

image 870x 6a9543ddc3153

Μερικές μόνο από τις αμέτρητες διαμαρτυρίες των Κούρδων που υπερασπίζονται τη διδασκαλία της κουρδικής γλώσσας στα σχολεία.

 

Το τρίτο ανεπίλυτο ζήτημα είναι τι σημαίνει η ένταξη γενικότερα στην πράξη όσον αφορά την πρώην αυτόνομη διοίκηση, όπου η πρακτική της διέφερε από εκείνη του συριακού κράτους, και όχι συγκεκριμένα σε θέματα που αφορούν τους Κούρδους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε ζητήματα όπως η θέση των γυναικών, οι νόμοι όπως ο αστικός γάμος και άλλα παρόμοια. Οι αναφορές στην «προστασία του ιδιαίτερου χαρακτήρα των κουρδικών περιοχών» σε προηγούμενες συμφωνίες υποδείκνυαν ότι ο βαθμός της αποτελεσματικής τοπικής λήψης αποφάσεων σε τέτοια ζητήματα θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα ερμηνείας και διαπραγμάτευσης. Ο Αμπντί, για παράδειγμα, ισχυρίστηκε ότι «οι θεσμοί που διαχειριζόταν η Αυτόνομη Διοίκηση θα παραμείνουν ως έχουν», ενώ η Άχμεντ υπονόησε ότι το σύστημα των ανδρών και γυναικών «συμπροέδρων» σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης θα διατηρηθεί. Αυτό μένει να φανεί. Ωστόσο, κυβερνητικές πολιτικές όπως το προαναφερθέν διάταγμα που επισημοποιεί τη διοικητική αποκέντρωση, το γεγονός ότι οι Κούρδοι των SDF κυριαρχούν στον πολιτικό κρατικό μηχανισμό, καθώς και το ότι όλοι οι υπάλληλοι της διοίκησης διατήρησαν τις θέσεις εργασίας τους, υποδηλώνουν ότι υπάρχουν πιθανότητες να διατηρηθεί στην πράξη μεγάλο μέρος του προηγούμενου συστήματος.

Τέλος, όπως έχουν υποστηρίξει οι ηγέτες των SDF και του PYD καθώς και πολλοί Κούρδοι, αυτά τα δικαιώματα των Κούρδων που θεσπίστηκαν με προεδρικό διάταγμα, καθώς και η θέση των Κούρδων ως «ουσιώδους συστατικού» της Συρίας, πρέπει να κατοχυρωθούν στο Σύνταγμα· διαφορετικά, πολλοί φοβούνται ότι θα μπορούσαν να αφαιρεθούν στο μέλλον. Ο Σαράα έχει τονίσει τη δέσμευσή του να εγγυηθεί τα δικαιώματα των Κούρδων στο πλαίσιο του Συντάγματος. Πρόκειται όμως για μια διαδικασία – το σύνταγμα είναι κάτι που θα διαμορφωθεί στα επόμενα χρόνια. Οι σημαντικές θέσεις που κατέχουν πολλοί Κούρδοι –τόσο στο SDF όσο και στο KNC– στο νέο συριακό κράτος και στον κυβερνητικό μηχανισμό τους τοποθετούν, κατά πάσα πιθανότητα, σε ευνοϊκή θέση ώστε να επηρεάσουν θετικά αυτή τη διαδικασία.

Επιπλέον, πρώην ηγέτες των SDF εμφανίζονται ως υποστηρικτές ενός συντάγματος που δεν ωφελεί μόνο τους Κούρδους, αλλά όλα τα συστατικά στοιχεία της συριακής κοινωνίας. Για παράδειγμα, ο Μαχμούντ Μπαρχαντιάν, διοικητής της Ταξιαρχίας Κομπάνι των SDF, ενώ δήλωσε ότι «θα χτίσουμε τη νέα Συρία χέρι-χέρι, στο πλαίσιο ενός στρατού, ενός κράτους, μιας σημαίας και μιας κοινής πατρίδας», ήταν σαφής ως προς το ποια Συρία πρέπει να είναι αυτή: «Αυτό δεν είναι θέμα που αφορά μόνο τους Κούρδους. Ένα εθνικό πλαίσιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους Τουρκομάνους, τους Άραβες, τους Ασσύριους, τους Γιαζίντι, τους Αρμένιους, τους Δρούζους και τους Αλαουίτες. Η εποχή του Μπάαθ έχει τελειώσει, και η νοοτροπία του πρέπει να εξαλειφθεί τελείως».

 

Ένα μοντέλο για την ακτή και τη Σουουέιντα;

Αυτό είναι κρίσιμο. Η σχετική επιτυχία, η σχετικά «δημοκρατική» διαδικασία της ενσωμάτωσης της συριακής συνιστώσας των SDF/AANES/Κούρδων έρχεται σε τόσο έντονη αντίθεση με την κατάσταση στην ακτή, όπου κυριαρχεί η αλαουιτική πλειοψηφία, και στη Σουουέιντα, όπου κυριαρχεί η δρουζική πλειοψηφία, που είναι δύσκολο να αναγνωριστεί ότι συμβαίνουν στο ίδιο κράτος. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των Σύριων – τόσο των σουνιτών Αράβων όσο και των σουνιτών Κούρδων, καθώς και των χριστιανών και των μικρότερων μειονοτήτων – η κατάσταση στη νέα Συρία είναι τόσο ασύγκριτα καλύτερη από το καθεστώς του Μπάαθ, που είναι παράλογο να σκεφτεί κανείς το αντίθετο· ωστόσο, για την πλειοψηφία των Αλαουιτών και των Δρούζων, η δική τους εμπειρία είναι το ακριβώς αντίθετο (και στην περίπτωση των Δρούζων, αυτό είναι ειρωνικό, δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους Αλαουίτες, οι περισσότεροι Δρούζοι τάχθηκαν με την επανάσταση).

Αυτές οι δύο καταστροφές –τα γεγονότα στην ακτή και στη Σουουέιντα τον Μάρτιο και τον Ιούλιο του 2025– διέφεραν σημαντικά από πολλές απόψεις, τις οποίες μπορούμε να αναλύσουμε εδώ μόνο πολύ συνοπτικά. Η κρίση στην ακτή πυροδοτήθηκε από μια αντεπαναστατική ένοπλη εξέγερση των υποστηρικτών του Άσαντ στις 6 Μαρτίου, όταν περίπου 250 μέλη των συριακών δυνάμεων δημόσιας ασφάλειας (μαζί με δεκάδες σουνίτες πολίτες) έπεσαν σε ενέδρα και σφαγιάστηκαν, ενώ καταλήφθηκαν εκτεταμένα τμήματα της ακτής στο Ταρτούς και τη Λατάκια. Η νέα συριακή κυβέρνηση έπρεπε φυσικά να αντιμετωπίσει αυτή τη δολοφονική εξέγερση και έστειλε τον πρόχειρο, πρόσφατα συγκροτημένο «στρατό» της, ενώ χιλιάδες οπλισμένοι πολίτες επιτέθηκαν και αυτοί στην ακτή. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένες στρατιωτικές ταξιαρχίες και ένοπλες ομάδες πολιτών «ξεπέρασαν τα όρια» και επιδόθηκαν σε μια φρικτή σφαγή των Αλαουιτών πολιτών που διήρκεσε αρκετές ημέρες, είτε υποκινουμένες από παράλογη συλλογική «εκδίκηση», θρησκευτικό μίσος είτε από καθαρή εγκληματικότητα. Η κυβέρνηση απέμακρυνε το μεγαλύτερο μέρος του απείθαρχου όχλου από την περιοχή μέσα σε δύο ημέρες, και σήμερα έχει απαγγείλει κατηγορίες σε 295 άτομα, κυρίως μέλη του στρατού ή των δυνάμεων ασφαλείας.

Αντίθετα, αν και είναι αμφίβολο ότι η συριακή κυβέρνηση σχεδίασε μια σφαγή στη Σουουέιντα, φέρει πιο άμεση ευθύνη για αυτό το αποτέλεσμα απ’ ό,τι στην ακτή. Εκτός από τις SDF, η πολιτοφυλακή των Δρούζων –η οποία είχε διαδραματίσει ρόλο ανεξάρτητο τόσο από το καθεστώς Άσαντ όσο και από τους αντάρτες κατά του Άσαντ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, υπερασπιζόμενη ουσιαστικά τη Σουουέιντα, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Δρούζοι– ήταν η μόνη άλλη ένοπλη δύναμη που παρέμεινε ανεξάρτητη από τον στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας του νέου συριακού καθεστώτος. Όπως και οι SDF και πολλοί Κούρδοι στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, οι Δρούζοι επιδίωκαν να ενταχθούν στη νέα Συρία, αλλά με υψηλό βαθμό αυτονομίας, ειδικά όσον αφορά τις δυνάμεις ασφαλείας τους. Ορισμένοι ηγέτες των Δρούζων ήταν πιο διαλλακτικοί απέναντι στη Δαμασκό, ενώ άλλοι ήταν πιο αδιάλλακτοι και εξέφραζαν ενδιαφέρον για τη ρητορική του Ισραήλ σχετικά με την «προστασία» τους. Ωστόσο, η κυβέρνηση διατηρούσε επίσης μια σχετικά αδιάλλακτη, συγκεντρωτική στάση, και οι διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν μήνες είχαν φτάσει σε αδιέξοδο – αν και απέχουν πολύ από το να έχουν εξαντληθεί. Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση Σαράα αποφάσισε να εκμεταλλευτεί μια τοπική σύγκρουση μεταξύ της πλειοψηφούσας κοινότητας των Δρούζων και της μειοψηφούσας κοινότητας των Βεδουίνων στη Σουουέιντα για να εισέλθει στην επαρχία, φαινομενικά με σκοπό να διαχωρίσει τις δυνάμεις, αλλά στην πραγματικότητα για να χρησιμοποιήσει τους αγανακτισμένους Βεδουίνους ως εργαλείο με το οποίο θα επιχειρούσε να επιβάλει μια «στρατιωτική λύση» στο πολιτικό πρόβλημα. Οι επακόλουθες ημέρες παρόμοιας φρικτής σφαγής, και στη συνέχεια οι ισραηλινές βομβαρδιστικές επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων του καθεστώτος και της Δαμασκού, έχουν αφήσει τη Σουουέιντα ουσιαστικά εκτός του συριακού πολιτικού συστήματος.

Παρά τις διαφορές τους, το κοινό στοιχείο είναι ότι αυτές οι δύο συριακές ομάδες, οι Αλαουίτες και οι Δρούζοι, είναι εντελώς αποξενωμένες από τη νέα Συρία. Η πιο αισιόδοξη πρόβλεψη θα ήταν ότι η τρέχουσα ένταξη της κουρδικής ομάδας θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για καλύτερες πολιτικές όσον αφορά τη μελλοντική ένταξη και αυτών των ομάδων – αν και θα πρέπει να συνδυαστεί με μια πολύ σοβαρή προσέγγιση όσον αφορά τη λογοδοσία όσων στο στρατό διέπραξαν εγκλήματα πολέμου. Χωρίς αυτό, η νέα Συρία δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ. Η δήλωση του Μπαρχαντιάν εκφράζει την ελπίδα για μια καλύτερη Συρία μέσω αυτής της τρέχουσας ένταξης.

 

Η απόσυρση της Τουρκίας και η απομάκρυνση διοικητών του SNA

Η ενσωμάτωση των SDF στον συριακό στρατό και οι διορισμοί ηγετικών στελεχών όπως ο Σιπάν Χέμο συνέπεσαν με τη σταδιακή απόσυρση των τακτικών τουρκικών δυνάμεων από τις περιοχές της βόρειας Συρίας που είχαν καταλάβει, και, ακόμη πιο σημαντικό, με την έγκαιρη απομάκρυνση ορισμένων ισχυρών πρώην διοικητών του SNA που υποστηρίζονταν από την Τουρκία και είχαν αίμα στα χέρια τους.

Μία από τις πιο δύσκολες πτυχές της «νέας τάξης πραγμάτων στη Συρία» για τις SDF και τους Κούρδους γενικότερα –και μάλιστα για όσους υποστηρίζουν το πνεύμα μιας επανάστασης για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια– ήταν η παρουσία τριών πολέμαρχων του SNA σε θέσεις εξουσίας: του διοικητή της 62ης Μεραρχίας Μουχάμμαντ αλ-Τζάσιμ (γνωστού και ως Αμπού ‘Άμσα, πρώην αρχηγού της Ταξιαρχίας Σουλτάν Σουλεϊμάν Σαχ)· ο διοικητής της 76ης Μεραρχίας, ταξίαρχος Σαΐφ αλ-Ντιν Πολάτ (γνωστός και ως Σαΐφ Αμπού Μπακρ, πρώην αρχηγός της Ταξιαρχίας Χάμζα)· και ο διοικητής της 86ης Μεραρχίας, Άχμαντ αλ-Χάγες (γνωστός και ως Αμπού Χάτιμ Σάκρα, πρώην μέλος της Ταξιαρχίας Αχράρ αλ-Σαρκίγια). Και οι τρεις υπόκεινται σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ για φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν εναντίον Κούρδων κατά τη διάρκεια ή μετά τις εισβολές της Τουρκίας στο Αφρίν και τη βορειοανατολική Συρία το 2018-19, ενώ και οι τρεις ταξιαρχίες συγκαταλέγονταν μεταξύ εκείνων που κατονομάζονταν συχνότερα ως υπεύθυνες για μαζικές δολοφονίες Αλαουιτών αμάχων, ενώ η κυβέρνηση προσπαθούσε να καταστείλει την εξέγερση των υποστηρικτών του Άσαντ τον Μάρτιο του 2025.

Ο διορισμός τους ως διοικητών ταξιαρχιών στη «νέα Συρία» ήταν, επομένως, απαράδεκτος, και ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι συνέχισαν να κατέχουν αυτές τις θέσεις μετά τη σφαγή στην ακτή. Ήταν σχεδόν σίγουρα θέμα σκοπιμότητας εκείνη την εποχή – παρά το γεγονός ότι ο Σαράα διέθετε απείρως μεγαλύτερη δημοτικότητα και εξουσία από οποιονδήποτε από αυτούς τους ηγέτες, η δική του στρατιωτική βάση μεταξύ των πρώην μελών της HTS δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει αυτούς τους εδραιωμένους πολέμαρχους σε μια εποχή που ο νέος στρατός μόλις συγκροτούνταν· κάτι τέτοιο πιθανότατα θα είχε οδηγήσει σε περαιτέρω βίαιο κατακερματισμό της Συρίας. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, η απομάκρυνσή τους τώρα έγινε μετά από αίτημα των SDF.

Στις 25 Ιουλίου, ο Χάγες απομακρύνθηκε από τη θέση του διοικητή της 86ης Μεραρχίας και μετατέθηκε σε διοικητική θέση στο Πρώτο Σώμα Στρατού, ενώ η 86η Μεραρχία ενσωματώθηκε στην 72η Μεραρχία, την οποία διοικεί πλέον ένας πρώην υποστηρικτής της HTS. Το 2021, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, επιβάλλοντας κυρώσεις, «αναφέρθηκε στην εποπτεία του επί ενός κέντρου κράτησης όπου φέρεται να πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες συνοπτικές εκτελέσεις, καθώς και σε κατηγορίες για εμπορία ανθρώπων που αφορούσαν γυναίκες και παιδιά της κοινότητας των Γιαζίντι και για τη στρατολόγηση πρώην μελών του ISIS». Επιπλέον, επισήμανε τη συμμετοχή της φατρίας του στη δολοφονία, στο δρόμο, της Κούρδισας πολιτικού Χεβρίν Χαλάφ, επικεφαλής του Κουρδικού Κόμματος του Μέλλοντος, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας το 2019. Το γεγονός ότι εξακολουθεί να κατέχει οποιαδήποτε θέση και να μην είναι στη φυλακή, είναι φυσικά επαίσχυντο, αλλά αυτό εντάσσεται στο ευρύτερο πρόβλημα της εξαιρετικά αργής πορείας της μεταβατικής δικαιοσύνης στη Συρία, όπου σχεδόν κανείς, ακόμη και από το προηγούμενο καθεστώς, δεν έχει ακόμη λογοδοτήσει ενώπιον της δικαιοσύνης. Η υποβάθμισή του είναι, επομένως, ευπρόσδεκτη.

Στη συνέχεια, στις αρχές Αυγούστου, ο Σαΐφ Αμπού Μπακρ απομακρύνθηκε από τη θέση του διοικητή της 76ης Μεραρχίας, αλλά στη συνέχεια παραιτήθηκε, αρνούμενος να αναλάβει διοικητικό ρόλο. Εν τω μεταξύ, ο Μουχάμμαντ αλ-Τζάσιμ απομακρύνθηκε επίσης από τη θέση του διοικητή της 62ης Μεραρχίας, αλλά, παραδόξως, του ανατέθηκε ο ρόλος του αναπληρωτή διοικητή του Κεντρικού Σώματος του στρατού. Ωστόσο, όπως επισήμανε ο ερευνητής για τη Συρία Αλεξάντερ ΜακΚίβερ, «ενώ αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ως προαγωγή… η κίνηση αυτή απομακρύνει τον αλ-Τζάσιμ από ό,τι έχει απομείνει από τις πρώην φατρίες του, μειώνοντας την ανεξάρτητη βάση εξουσίας του στην ύπαιθρο της Χάμα». Και οι δύο ταξιαρχίες έχουν μακρόχρονο ιστορικό εγκλημάτων πολέμου και άλλων παραβιάσεων, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών, εκβιασμών, βασανιστηρίων, βιασμών και δολοφονιών, ειδικά στο Αφρίν, όπου ο αλ-Χάμζα διοικούσε ένα παράνομο κέντρο κράτησης γυναικών.

Πολύ νωρίτερα από όλα αυτά, είχε ξεκινήσει η διαδικασία της απομάκρυνσης των τακτικών ταξιαρχιών του SNA από το Αφρίν. Μετά την πρώτη συμφωνία ενοποίησης Σαράα-Αμπντί τον Μάρτιο του 2025, τα περισσότερα σημεία ελέγχου του SNA καταργήθηκαν στο Αφρίν, αντικαταστάθηκαν από τις συριακές δυνάμεις δημόσιας ασφάλειας, και οι ταξιαρχίες του SNA άρχισαν να αποσύρονται. Μέχρι τις 30 Απριλίου, «το 70 ή 80% των φατριών του SNA είχαν εγκαταλείψει το Αφρίν», σύμφωνα με τον Άχμαντ Μίστο, έναν Κούρδο ακτιβιστή από το Αφρίν, όπως αναφέρει το Syria Direct.

Μέχρι τα μέσα του 2026, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί από την κύρια βάση τους στο χωριό Μαστούμα του Ίντλιμπ. Η εφημερίδα Al-Araby Al-Jadeed ανέφερε ότι αυτό αποτελούσε «μέρος μιας ευρύτερης σειράς ενεργειών που περιελάμβανε την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων από τις περισσότερες βάσεις και στρατιωτικά φυλάκια που ήταν διάσπαρτα σε ολόκληρη την περιοχή Τζάμπαλ αλ-Ζαουίγια στη νότια επαρχία του Ίντλιμπ, καθώς και από άλλες τοποθεσίες στο Τζάμπαλ Σασάμπο, στις γύρω περιοχές του Σαράκιμπ και στους δυτικούς λόφους με θέα προς το Μααρέτ αλ-Νουμάν, με κατεύθυνση προς περιοχές της βόρειας Συρίας». Στη συνέχεια, τον Ιούλιο, ο τουρκικός στρατός αποσύρθηκε από μια σειρά χωριών του Αφρίν, όπως το Τσιγέ/αλ-Τζαμπαλίγια και το Μπασίλε/Μπασιλχάγια, επιτρέποντας σε αυτές τις περιπτώσεις στους Κούρδους κατοίκους να επιστρέψουν για πρώτη φορά από το 2018, αν και βρίσκονται ακόμη σε ορισμένες άλλες περιοχές. Οι Τούρκοι διοικητικοί υπάλληλοι έχουν επίσης αρχίσει να αποχωρούν από το Σερέ Κανίγιε, ένα τουρκικό κέντρο συντονισμού στην πόλη έχει κλείσει, και ορισμένες στρατιωτικές παρατάξεις του Εθνικού Συριακού Στρατού (SNA) έχουν αρχίσει να αποσύρονται από την περιοχή.

Παρεμπιπτόντως, ενώ αυτές οι αποχωρήσεις των Τούρκων και του SNA (καθώς και η απομάκρυνση των εγκληματιών πολέμου) υπήρξαν σημαντικές για τους Κούρδους, αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την τουρκομάνικη μειονότητα στη Συρία. Ενώ οι Τουρκομάνοι έχουν συνδεθεί στενά με τον κυρίαρχο σουνιτικό αραβικό πληθυσμό και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κινήματος κατά του Άσαντ, η απομάκρυνση του Άσαντ και η διάλυση τόσο του SNA όσο και των SDF έχουν τείνει να φέρουν κοντά τις κουρδικές και τις τουρκομανικές μειονότητες, δεδομένων των παρόμοιων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Τον Ιούνιο του 2026, η Συριακή Συνέλευση των Τουρκομάνων συγκέντρωσε εκπροσώπους των κουρδικών, συριακών, ασσυριακών, τσερκέζικων, ισμαηλιτικών και χριστιανικών κοινοτήτων σε μια διάσκεψη στη Δαμασκό για να συζητήσουν τα δικαιώματα των μειονοτήτων· οι Κούρδοι εκπρόσωποι προέρχονταν τόσο από το KNC όσο και από το PYD. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο οι εκπρόσωποι των Τουρκομάνων όσο και των Ασσυρίων έχουν επισημάνει ότι δεν διαθέτουν το ίδιο «καταστατικό δικαιωμάτων» που παραχώρησε ο Σαράα στους Κούρδους.

Αξίζει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι, ενώ οι Κούρδοι διαμαρτύρονται (δικαίως) για τον περιορισμό των μαθημάτων κουρδικής γλώσσας σε τρεις ώρες την εβδομάδα, η κυβέρνηση Σαράα κατάργησε τα προαιρετικά μαθήματα τουρκμενικής γλώσσας – τα οποία προηγουμένως υπήρχαν ως δεύτερη γλώσσα στα σχολεία υπό τη διοίκηση της Προσωρινής Συριακής Κυβέρνησης των ανταρτών στο βορρά – αντικαθιστώντας τα με… γαλλικά, γεγονός που προκάλεσε διαμαρτυρίες από οργανώσεις των Τουρκμενών. Αυτό αποτελεί μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης να ενσωματώσει πλήρως τις πρώην περιοχές που ελέγχονταν από τον Εθνικό Στρατό της Συρίας (SNA), επιβάλλοντας, ωστόσο, μια προσέγγιση «από πάνω προς τα κάτω».

 

Το πλαίσιο της εμβάθυνσης της συμμαχίας με την Τουρκία, της παράλληλης διαδικασίας Τουρκίας-PKK και της εντατικοποίησης της ισραηλινής επιθετικότητας

Παρά αυτές τις αποχωρήσεις των τουρκικών δυνάμεων και του SNA, έχει επίσης αναφερθεί ότι οι τουρκικές δυνάμεις έχουν παραμείνει ή ακόμη και έχουν ενισχύσει την παρουσία τους σε θέσεις όπως οι αεροπορικές βάσεις Ταφτάναζ και Μενάγ στη βόρεια περιοχή του Χαλεπιού. Αυτό υποδηλώνει ότι η διαδικασία ενσωμάτωσης των SDF στο συριακό κράτος, η αναγνώριση των Κούρδων ως γνήσιου συστατικού στοιχείου της Συρίας και το «νομοσχέδιο για τα δικαιώματα των Κούρδων» του Σαράα, οι αποσύρσεις των Τούρκων από ορισμένες περιοχές για να διευκολυνθεί η επιστροφή των Κούρδων, και ειδικά η απομάκρυνση των πρώην διοικητών του SNA που υποστηρίζονταν από την Τουρκία και έχουν φρικτό ιστορικό, δεν υποδηλώνουν ρήξη μεταξύ της συριακής και της τουρκικής κυβέρνησης· αντίθετα, ενώ η συμμαχία τους δεν είναι απαλλαγμένη από προβλήματα, οι ευρύτερες γεωπολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες, αν μη τι άλλο, τις φέρνουν πιο κοντά.

Άλλωστε, η διαδικασία στη Συρία εξελίσσεται παράλληλα με την ανανεωμένη διαδικασία συμφιλίωσης εντός της ίδιας της Τουρκίας, μεταξύ της κυβέρνησης Ερντογάν και του PKK, η οποία υπογραμμίστηκε από την απόφαση του PKK τον Μάιο του 2025 να αυτοδιαλυθεί μετά από 43 χρόνια ύπαρξης, δηλώνοντας ότι ο συνεχιζόμενος αγώνας για τα δικαιώματα των Κούρδων θα διεξαχθεί αυστηρά ως ειρηνικός πολιτικός αγώνας. Επιπλέον, ο ίδιος ο Οτζαλάν όχι μόνο διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διαδικασία στην Τουρκία – ο ίδιος είχε ζητήσει αυτόν τον αφοπλισμό τον Φεβρουάριο του 2025 – αλλά άσκησε επίσης ισχυρή επιρροή στην ηγεσία του PYD/SDF, και ειδικότερα στον Μαζλούμ Αμπντί, για την προώθηση της συμφωνίας ενοποίησης στη Συρία.

Ταυτόχρονα, τα όρια της διαδικασίας φαίνονται πιο περιορισμένα στην Τουρκία· μέχρι σήμερα, φαίνεται απίθανο οι Κούρδοι και/ή το πρώην PKK να αποκτήσουν αυτή την επιρροή που έχουν σήμερα στη Συρία. Υπάρχουν δεκαετίες πολέμου μεταξύ του τουρκικού κράτους και του PKK, κάτι που μέχρι στιγμής είναι πολύ πιο δύσκολο να ξεπεραστεί. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 ετών του καθεστώτος του AKP του Ερντογάν, με ήπιο ισλαμιστικό χαρακτήρα (2003-2015), στους Κούρδους παραχωρήθηκε αναγνώριση και σημαντικά δικαιώματα τα οποία, αν και περιορισμένα, αποτελούσαν τεράστια πρόοδο σε σύγκριση με τα προηγούμενα 80 χρόνια υπό τα τουρκο-εθνικιστικά κεμαλικά καθεστώτα που ελέγχονταν από το στρατό. Όπως και με το καθεστώς του Σαράα στη Συρία, οι ισλαμιστικές ιδεολογίες μπορούν να ανταποκριθούν ευκολότερα στις εθνοτικές διαφορές (ειδικά δεδομένου ότι οι Τούρκοι, οι Άραβες και οι Κούρδοι είναι όλοι σε μεγάλο βαθμό μουσουλμάνοι) από ό,τι οι ιδεολογίες αποκλεισμού και εθνοτικής υπεροχής, όπως ο κεμαλισμός και ο μπααθισμός.

Ωστόσο, είναι επίσης εύκολο για τέτοιες «ισλαμιστικές» ηγεσίες να επιστρέψουν σε μια βολική «θρησκευτικο-εθνικιστική σύνθεση» όταν αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Η κατάρρευση της προσέγγισης του Ερντογάν προς το PKK το 2015 συνέπεσε με την εκλογική ήττα του AKP, αναγκάζοντάς το να σχηματίσει συνασπισμό με το ακροδεξιό τουρκο-εθνικιστικό MHP, το οποίο μέχρι τότε είχε καταδικάσει το AKP για την πολιτική του απέναντι στους Κούρδους· για την επόμενη δεκαετία, η αντικουρδική πολιτική του Ερντογάν ήταν αδιακρίτως όμοια με εκείνη που είχε αντικαταστήσει. Η νέα προσέγγιση των τελευταίων δύο ετών – η οποία, κατά ειρωνικό τρόπο, ξεκίνησε από τον ηγέτη του MHP Μπαχτσελί με τη χειραψία του τον Οκτώβριο του 2024 με βουλευτές του DEM στο κοινοβούλιο – έχει ερμηνευθεί κυρίως ως μια προσπάθεια να ανακτηθούν οι χαμένες κουρδικές ψήφοι εν όψει των επόμενων εκλογών· πριν από το 2015, οι Κούρδοι αποτελούσαν ένα σημαντικό εκλογικό μπλοκ για το AKP.

Αν και αυτό είναι αναμφίβολα αλήθεια, υπάρχει επίσης μια ευρύτερη γεωπολιτική πτυχή – η ολοένα και πιο επιθετική στάση του Ισραήλ τόσο απέναντι στην Τουρκία όσο και στη νέα Συρία. Η επίμονη εχθρότητα του Ισραήλ απέναντι στη Νέα Συρία – το οποίο εξαπέλυσε μαζική επίθεση για να καταστρέψει σχεδόν το σύνολο του στρατηγικού οπλισμού της Συρίας από το πρωί που ανατράπηκε ο ηγέτης που προτιμούσε, τον Δεκέμβριο του 2024, και από τότε συνεχίζει να εξαπολύει επιθέσεις και να καταλαμβάνει τη νότια περιοχή – έχει επίσης εντείνει την εχθρότητά του απέναντι στην Τουρκία, τον κύριο υποστηρικτή της Νέας Συρίας. Κατά την ίδια περίοδο, η Τουρκία διέκοψε κάθε εμπορική συναλλαγή με το Ισραήλ λόγω της γενοκτονίας στη Γάζα.

Σε ένα συνέδριο για την ασφάλεια στις αρχές του 2025, οι Ισραηλινοί ηγέτες κατηγόρησαν την Τουρκία για «νεο-οθωμανισμό», υποστηρίζοντας ότι μια Συρία υπό την ηγεσία σουνιτών ισλαμιστών, συμμάχων του Ερντογάν, θα μπορούσε να αποτελέσει μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ισραήλ από τον άξονα του Ιράν, και προειδοποιώντας ότι το Ισραήλ πρέπει να προετοιμαστεί για πόλεμο με την Τουρκία. Το Ισραήλ δήλωσε επίσης ότι επιθυμεί να διαμελίσει τη Συρία σε καντόνια, με μικρά κρατίδια των Δρούζων, των Κούρδων και των Αλαουιτών. Ο υπουργός Οικονομικών και φασίστας Σμότριτς δήλωσε ότι η σύγκρουση με τη Συρία θα τελειώσει μόνο όταν η Συρία «διαμελιστεί». Ακριβώς όταν ο Άσαντ έπεφτε, ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκιντεόν Σαάρ δήλωσε ότι το Ισραήλ πρέπει να «εξερευνήσει τρόπους για την ενίσχυση της συνεργασίας» με τους Κούρδους, «πρέπει να επικεντρωθούμε στα συμφέροντά τους». Αυτό δεν οφείλεται στο ότι το Ισραήλ νοιάζεται για τις μειονότητες, αλλά στο ότι το Ισραήλ βλέπει τις περιφερειακές μειονότητες ως γεωπολιτική ευκαιρία για να διατηρήσει τη Συρία αδύναμη και διχασμένη· τον Οκτώβριο πραγματοποιήθηκε στο Ισραήλ συνάντηση μειονοτήτων από την περιοχή.

Το Ισραήλ δικαιολόγησε την επίθεσή του στα τέλη Ιουλίου κατά της πρώην αεροπορικής βάσης Αμπού Αλ-Ντουχούρ στη βόρεια Συρία, κοντά στα τουρκικά σύνορα, ισχυριζόμενο ότι τουρκικές δυνάμεις είχαν εγκατασταθεί εκεί και σχεδίαζαν να εγκαταστήσουν τουρκικό εξοπλισμό αεροπορικής άμυνας – κάτι που αρνήθηκαν τόσο η τουρκική όσο και η συριακή κυβέρνηση, οι οποίες ισχυρίστηκαν ότι ο ρόλος των τουρκικών δυνάμεων ήταν η εκπαίδευση του συριακού στρατού. Ωστόσο, ενώ το Ισραήλ έχει θέσει μία κόκκινη γραμμή για οποιαδήποτε τουρκική οπλική ικανότητα αεροπορικής άμυνας στη Συρία (π.χ., το Ισραήλ βομβάρδισε την αεροπορική βάση Τ4 στην κεντρική Συρία τον Μάρτιο του 2025 για να αποτρέψει την εγκατάσταση τουρκικών ραντάρ και εξοπλισμού μη επανδρωμένων αεροσκαφών), η εκπαίδευση του συριακού στρατού μπορεί να είναι εξίσου ανεπιθύμητη, καθώς το Ισραήλ δεν επιθυμεί έναν ισχυρό, ενωμένο συριακό στρατό.

Η ισραηλινή ειδησεογραφική ιστοσελίδα Walla ανέφερε πρόσφατα ότι ένας ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος ασφαλείας χαρακτήρισε τον αλ-Σαράα «επικίνδυνη προσωπικότητα και τον κατηγόρησε ότι διατηρεί εχθρική ιδεολογική στάση απέναντι στο Ισραήλ, παρά τη διπλωματική του συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες», υποστηρίζοντας επίσης ότι ο Σαράα προσπαθεί να «ανασυγκροτήσει έναν τακτικό συριακό στρατό με τη βοήθεια διαφόρων κρατών, ιδίως της Τουρκίας», και ότι αυτό «θα μπορούσε να περιορίσει τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις». Στις 19 Αυγούστου, η εφημερίδα Jerusalem Post ανέφερε επίσης τον Τζόναθαν Χέσεν, ανώτερο ερευνητή στο Ινστιτούτο Στρατηγικής και Ασφάλειας της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η απειλή από τη Συρία δεν περιοριζόταν μόνο στην παρουσία της Άγκυρας. Ο Χέσεν υποστήριξε ότι ήταν παράξενο για ένα τόσο νεοσύστατο καθεστώς να είναι «οπλισμένο μέχρι τα δόντια» και να έχει ενισχύσει τον στρατό του τόσο γρήγορα. «Επενδύει μαζικά στην ενίσχυση του στρατού του, παρά το γεγονός ότι πολλοί εντός του στρατού του διατηρούν σαφώς το τζιχαντιστικό τους παρελθόν, τόσο με δηλώσεις όσο και με την επίδειξη της ανυπακοής τους σε περιοχές όπου υπάρχουν τριβές με μειονότητες και σε άλλα θέματα», ανέφερε.

Στο πλαίσιο αυτό, η αποτροπή του Ισραήλ από το να χρησιμοποιήσει το «κουρδικό χαρτί» του αποτέλεσε σημαντικό ζήτημα για την Άγκυρα, η οποία βρήκε έναν πρόθυμο συνεργάτη στον Οτζαλάν. Ενώ η σύνδεση του Ισραήλ με τους Κούρδους παραδοσιακά ήταν η ηγεσία του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) του Μπαρζανί στο ιρακινό Κουρδιστάν και όχι το PKK, τα τελευταία χρόνια ορισμένες φωνές από τον κόσμο του PKK, είτε στο ιρακινό αρχηγείο του Κάντιλ, είτε στο ιρανικό Κουρδιστάν, είτε εντός των SDF στη Συρία, είχαν εκφράσει κάποια αποδοχή προς το Ισραήλ. Ο Οτζαλάν, ωστόσο, παρέμεινε σταθερά προσηλωμένος στην ιστορική αντιιμπεριαλιστική παράδοση του PKK. Στην έκκλησή του προς το PKK τον Φεβρουάριο του 2025 να διαλυθεί, ο Οτζαλάν δήλωσε ότι οι Τούρκοι και οι Κούρδοι πρέπει να «παραμείνουν σε αυτή την εθελοντική συμμαχία για να διατηρήσουν την ύπαρξή τους και να επιβιώσουν ενάντια στις ηγεμονικές δυνάμεις», προφανώς αναφερόμενος στο Ισραήλ.

Ο Οτζαλάν υποστηρίζει ότι «το Ισραήλ σήμερα χρειάζεται ένα κουρδικό κράτος ως γεωπολιτικό στυλοβάτη για διαρκή κυριαρχία στη Μέση Ανατολή», αλλά θεωρεί ότι το μέλλον των Κούρδων είναι συνδεδεμένο με τους λαούς που τους περιβάλλουν· τον Ιούνιο του 2025, απορρίπτοντας την ισραηλινή κυριαρχία μέσω των Κούρδων, ισχυρίστηκε ότι είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να αποτρέψει τις SDF από το να βρεθούν υπό ισραηλινή επιρροή· τα μηνύματά του προς τις SDF ήταν έντονα υπέρ της ένταξης. Ο πρώην ηγέτης των SDF και νυν αναπληρωτής υπουργός Άμυνας της Συρίας, Σιπάν Χέμο, προειδοποίησε επίσης ότι «ορισμένοι περιφερειακοί παράγοντες», αναφέροντας ρητά το Ισραήλ, στοχεύουν να υπονομεύσουν το νέο πολιτικό περιβάλλον και να προκαλέσουν νέες διαιρέσεις. Συνέδεσε την επιτυχία στην αντιμετώπιση τέτοιων απειλών με την ικανότητα να οικοδομηθεί ένα κοινό μέλλον για τη Συρία, επαινώντας τόσο τη Δαμασκό όσο και την Άγκυρα για την προσέγγιση της ενοποίησης με «θάρρος και ειλικρίνεια». Η τουρκική κυβέρνηση αφαίρεσε το όνομα του Χέμο από τη «κόκκινη λίστα» τρομοκρατών.

Ενώ η καταστροφική και αιματηρή επέμβαση της κυβέρνησης Σαράα στη Σουουέιντα ωφέλησε απόλυτα το Ισραήλ, επιτρέποντάς του να βομβαρδίσει τη Συρία και να αποκτήσει μια σταθερή βάση υποστήριξης μεταξύ των Δρούζων της Σουουέιντα (η κύρια ηγεσία της Σουουέιντα, με επικεφαλής τον Σεΐχ Χικμέτ αλ-Χίτζρι, αποκαλεί πλέον την περιοχή «Μπασάν», υιοθετώντας μια ιδιόμορφη σιωνιστική ορολογία, και πρόσφατα ανακήρυξε τη Σουουέιντα «αναπόσπαστο τμήμα του Ισραήλ»), η Σουέιντα είναι μικρή, και οι Δρούζοι αποτελούν μόνο το 2% περίπου του συριακού πληθυσμού. Ο πραγματικός διαχωρισμός που το Ισραήλ ήλπιζε να διατηρήσει και να ενισχύσει ήταν φυσικά η κατάσταση κατά την οποία το 30% της Συρίας ελέγχονταν από τις SDF. Η εντελώς αντίθετη προσέγγιση που υιοθέτησε η κυβέρνηση απέναντι στους Κούρδους και τη βορειοανατολική περιοχή, καθώς και η σχετικά δημοκρατική διαδικασία ενσωμάτωσης που επακολούθησε, αντιπροσωπεύουν επομένως μια στρατηγική ήττα για το Ισραήλ.

 

Επίλογος

Αν και αυτή είναι η συνολική μου εκτίμηση αυτή τη στιγμή, ο στόχος μου εδώ δεν είναι να προβλέψω το μέλλον, ούτε να δημιουργήσω ψευδαισθήσεις. Μου φαίνεται ότι στο συγκεκριμένο πλαίσιο – τις τραγικές συνθήκες για τον συριακό λαό στο σύνολό του, δεδομένης της καταστροφικής κατάστασης της χώρας που κληρονομήθηκε από την αποκαλυπτική διακυβέρνηση του προηγούμενου καθεστώτος, το δημοκρατικό πνεύμα της επανάστασης, την εθνική σημασία της απομάκρυνσης των αμερικανικών και άλλων ξένων στρατιωτικών δυνάμεων –υπήρχαν 10 αμερικανικές βάσεις στις 24 Δεκεμβρίου, ενώ τώρα δεν υπάρχει καμία, ένα σημαντικό επίτευγμα της επανάστασης– παρά το επίπεδο προστασίας που παρείχαν στην (υπερβολικά διογκωμένη) οντότητα υπό κουρδική ηγεσία, τη νηφάλια εκτίμηση της ηγεσίας των Κούρδων/SDF ότι κάποιας μορφής ενσωμάτωση στη νέα Συρία ήταν η μόνη ρεαλιστική πορεία, τη διαδικασία στην Τουρκία και τον ρόλο του Οτζαλάν, καθώς και την αδιάκοπη απειλή από το «Μεγάλο Ισραήλ» – η τρέχουσα διαδικασία ενσωμάτωσης που περιλαμβάνει τους Κούρδους, τις SDF/AANES και το βορειοανατολικό τμήμα της χώρας πρέπει να κριθεί ως σχετική επιτυχία, σε αυτό το στάδιο.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Michael Karadjis, “The dissolution of the Syrian Democratic Forces (SDF) – What it means for the Kurds, for new Syria, and for the region”, Their Anti-imperialism and Ours, 13 Σεπτεμβρίου 2026, https://theirantiimperialismandours.com/2026/09/13/the-dissolution-of-the-syrian-democratic-forces-sdf-what-it-means-for-the-kurds-for-new-syria-and-for-the-region/.

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.