Με την παρούσα Κατεπείγουσα Έκκληση, καλούμε την ελληνική κυβέρνηση και κάθε δημόσια αρχή και φορέα της Ελληνικής Δημοκρατίας να προχωρήσουν αποφασιστικά στις παραπάνω ενέργειες, ως αποτέλεσμα των αυξημένων νομικών υποχρεώσεων που υπέχουν τα τρίτα κράτη εξαιτίας της εφαρμογής του ισραηλινού σχεδίου «Starve or surrender» και να παύσουν την οποιαδήποτε συνεργασία με το Ισραήλ κατά την διάπραξη των εγκλημάτων γενοκτονίας, εθνοκάθαρσης και άλλων εγκληματικών ενεργειών. Απευθυνόμαστε περαιτέρω στον δικηγορικό και νομικό κόσμο της χώρας, στους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε κάθε πολιτικό, κοινωνικό και συνδικαλιστικό φορέα και συλλογικότητα, σε κάθε δημοκρατικό πολίτη, με σκοπό την ένταση της δημόσιας πίεσης προς τις ελληνικές αρχές για να σταματήσουν κάθε συνέργειά τους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις γενοκτονίας στη Γάζα.
Ο αντιφασισμός δεν είναι μεγάλα λόγια, βερμπαλισμός και αντιπαραθέσεις εσωτερικής κατανάλωσης για να δικαιολογούνται οι ανύπαρκτες πολιτικές αντιθέσεις μεταξύ των δύο διεκδικητών της δημοτικής εξουσίας. Είναι καθημερινός αγώνας στους θεσμούς και κύρια στην κοινωνία όχι μόνο στον φασισμό αλλά και στις αιτίες που τον γεννούν και στις πολιτικές που τον εκτρέφουν : Την φτώχεια, την εκμετάλλευση, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τους πολέμους, την καταπίεση, τον σεξισμό,την καταστολή.Και εξακολουθεί να είναι πάντα αγώνας μέσα και έξω από τα δικαστήρια για να οριστικοποιηθεί η ανατροπή της ατιμωρησίας της φασιστικής βίας.
Ο Ι. Μεταξάς ήταν αντικομμουνιστής, εθνικιστής και φασίστας, αλλά δεν καλλιέργησε τον αντισημιτισμό (όπως ακριβώς και ο Μουσολίνι). Αυτό που τον οδήγησε στο «ΟΧΙ» της 28.10.1940 δεν ήταν η αντίθεση στο Χιτλερικό καθεστώς, με το οποίο άλλωστε είχαν αυξηθεί θεαματικά οι εμπορικές συναλλαγές στην περίοδο της διακυβέρνησής του, μία από τις πρώτες πρωτοβουλίες της οποίας ήταν η επίσκεψη του Υπουργού Προπαγάνδας Γκαίμπελς στην Αθήνα στις 1.9.1936, αλλά η προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των αστικών συμφερόντων που ταυτίζονταν με τα αντίστοιχα Αγγλικά, κυρίως του εφοπλιστικού κεφαλαίου.
Η λέξη «μεταπολίτευση» προφέρεται και γράφεται με μεγάλη πολιτική απαξία από τους κονδυλοφόρους και τους εκφωνητές των Μ.Μ.Ε. της άρχουσας τάξης. Ο λόγος για τον οποίο την μισούν είναι γιατί είναι συνδεδεμένη με μία περίοδο κατακτήσεων της εργατικής τάξης και του λαού, τόσο στο επίπεδο της οικονομικής βάσης (μισθοί, συντάξεις, υλικοί όροι ζωής), όσο και στο επίπεδο του εποικοδομήματος (δικαιώματα, ελευθερίες). Και επειδή εύχονται και προσπαθούν για την κατάργηση και την συρρίκνωση τους εδώ και χρόνια, επιδιώκουν να επιμηκύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα χρονικά και ιστορικά όρια της περιόδου αυτής, για να δίνουν επικοινωνιακά την εντύπωση ότι πρόκειται για μια μακρά περίοδο κατακτήσεων του “λαϊκισμού”, η οποία διαρκεί ακόμα και θα πρέπει να αντιστραφεί.
Κώστας Παπαδάκης
Με την κοινωνία στους δρόμους, τα τρακτέρ των αγροτών στις Εθνικές Οδούς, τους φοιτητές και τον εκπαιδευτικό κόσμο να μάχονται ενάντια στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τους εργαζόμενους στα δημόσια νοσοκομεία να αντιπαλεύουν τη διάλυσή τους, τους ΛΟΑΤΚΙ να απαιτούν δίκαια τη νομιμοποίηση του γάμου και της τεκνοθεσίας. τους απεργούς δικηγόρους να αντιπαλεύουν την οικονομική τους εξόντωση μέσω του φορολογικού και τώρα, από θέση αρχής, την καταστολή δικονομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, η κυβέρνηση περιφρονεί τόσο πολύ επιδεικτικά την κοινωνία που αγωνίζεται, ώστε αποτολμά, παρά την κατακραυγή και την αποδοκιμασία, να ανοίξει άλλο ένα μέτωπο που ίσως είναι το χειρότερο απ’ όλα
Κώστας Παπαδάκης
Το δημοκρατικό κίνημα, νομικών και μη, επωμίζεται άλλο ένα βαρύ φορτίο μπροστά του, όπως είναι η αποτροπή ψήφισης και αυτής της δήθεν μεταρρύθμισης. Και αυτό επαυξάνεται από το γεγονός ότι, ιδίως μετά τις τελευταίες βουλευτικές (όχι πάντως και τις δημοτικές) εκλογές, την αποσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ και την ταύτιση των συστημικών κομμάτων με την πολιτική της η κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν αισθάνεται απέναντί της κανέναν αντίπαλο εκτός από τον κόσμο που απεργεί και διαδηλώνει.
Κώστας Παπαδάκης
Η εξαγγελθείσα νομοθετική μεταρρυθμιστική απόπειρα του Υπουργού Δικαιοσύνης αποτελεί την έκτη κατά σειρά μετωπική επιδρομή στο νομοθετικό χώρο του ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου από την κυβέρνηση της Ν.Δ. από το 2019 μέχρι σήμερα: Οι ν. 4637/2019, 4855/2021, 4908/2021, 4947/2022 και 4985/2022, αλλά και άλλοι (ενδεικτικά: ν. 4689/2020, 4703/2020, 4937/2022, 4995/2022), έχουν προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στις θεσμοθετημένες ελευθερίες και δικαιώματα και σοβαρή οπισθοδρόμηση σε κατακτήσεις αγώνων δεκαετιών. Έχω αναφερθεί σε αναλυτική μου αρθρογραφία σε όλα αυτά στον αντίστοιχο χρόνο.
Επιλέχθηκε η συλλογικότητα και η υπέρβαση. Επιλέχθηκε η ενότητα αντί για το σεχταρισμό και την πολυδιάσπαση και η διεκδίκηση αυτών που αντιστοιχεί στις ανάγκες όλων όσων θέλουμε να εκφράσουμε, όχι απλά η διεκδίκηση μιας καταγραφής. Θα τα υπηρετήσω με όλες μου τις δυνάμεις… Προχωράμε και σας καλούμε μαζί μας σε ένα ωραίο προεκλογικό και όχι μόνο αγώνα που μπορεί και πρέπει να στείλει τα αποκαίδια των καπιταλιστικών και ρατσιστικών εγκλημάτων μαζί με τα μπάζα του «μεγάλου περίπατου» στα απορρίμματα της ιστορίας και να αναδείξει κυρίαρχες τις πραγματικές δυνάμεις της εργασίας και της κοινωνίας.
Το φάντασμα της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας πλανάται σε πολλές μετεκλογικές αναλύσεις, που φιλοξενούνται ευχάριστα στα μέσα όσων κολακεύονται να αναδείξουν τα λάθη του λαού για να κρύψουν τα δικά τους. Και μαζί με διάφορες εκτονωτικές πικρίες συμβάλλουν να καταλήγουν σε γνωστά φθέγματα όπως ότι «δεν είμαστε λαός», «οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν» (που επανήλθε προσφάτως με την σχετική αφισοκόλληση), που εκπέμπουν απαξιωτικά μηνύματα για το λαό και αποδοκιμαστικά για όποιον προσπαθεί να αλλάξει τα πράγματα.
Είναι δύσκολη η αποτίμηση αυτού ειδικά του εκλογικού αποτελέσματος μία μόλις μέρα μετά. Αποτελεί καθήκον όμως για όποιον μέχρι την προηγούμενη μέρα έδινε προεκλογικό αγώνα, απευθυνόταν μαζικά, κατέθετε εκτιμήσεις για την κινηματική, κοινωνική και πολιτική συγκυρία...Και κριτήριο για την αποτίμηση από τη δική μας σκοπιά δεν μπορεί να παρά να είναι η απάντηση στα ερωτήματα: Αν η κάλπη έλυσε το ζήτημα πολιτικής διαχείρισης των φορέων οικονομικοκοινωνικής εξουσίας, δηλαδή της εγχώριας και ξένης άρχουσας τάξης, η κατ άλλη διατύπωση των «δυνάμεων της αγοράς» και αν η κάλπη αποτύπωσε τη φωνή των κινηματικών αντιστάσεων και ανέδειξε κινηματική αντιπολίτευση, όπως ήταν ο στόχος μας.


