Τρίτη, 04 Αυγούστου 2026 22:48

Τι μας έμαθε ο Ραούλ Βανεγκέμ; γράφει ο Τάσος Σαγρής

Τι μας έμαθε ο Ραούλ Βανεγκέμ;

Τάσος Σαγρής ***

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝepohi.gr

Ο Ραουλ Βανεϊγκέμ είναι ο στοχαστής που επανέφερε την καθημερινή ζωή στο κέντρο της επαναστατικής σκέψης. Βασικό χαρακτηριστικό του ήταν ότι δεν έκανε ποτέ ούτε ομιλίες, ούτε διαλέξεις. Προτιμούσε τις φιλικές συναντήσεις, τα συμπόσια, τις πολύωρες συζητήσεις γύρω από ένα τραπέζι. Ήταν σαν να θεωρούσε ότι η ίδια η ανθρώπινη συνεύρεση ήταν ήδη ένα πολιτικό γεγονός.

Η παρουσία του στην Αθήνα, η συνάντηση μας και η έμπρακτη στήριξή του στο κοινωνικό κέντρο Νοσότρος, στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός, το Αυτόνομο Στέκι, στο Μικρόπολις στην Θεσσαλονίκη, τη Ρόζα Νέρα στα Χανιά και σε άλλα κοινωνικά εγχειρήματα εκείνης της περιόδου έδωσε σε πολλούς από εμάς, που ήμασταν τότε πολύ νεότεροι, έμπνευση και δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα απέναντι στην κρατική καταστολή αλλά και στη γενικευμένη κοινωνική αποβλάκωση. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ως αυθεντία, πάντα ήρθε σαν σύντροφος.

Με τον θάνατό του σε ηλικία 92 ετών τον Ιούλιο του 2026, στην Βαρκελώνη των ονείρων και των επαναστάσεων, δεν χάνεται μόνο ένας από τους τελευταίους πρωταγωνιστές της Καταστασιακής Διεθνούς. Χάνεται ένας άνθρωπος που πέρασε σχεδόν επτά δεκαετίες γράφοντας αδιάκοπα για την ελευθερία, την αυτονομία, την επιθυμία, την ποίηση και την εξεγερμένη καθημερινή ζωή. Η πολιτική του σκέψη δεν έμεινε κλεισμένη στα γεγονότα του Μάη του ’68. Συνέχισε να εξελίσσεται μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του, παραμένοντας αταλάντευτα ελευθεριακή και βαθιά ανθρώπινη.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τί υπήρξε ο Ραούλ Βανεϊγκέμ για την ιστορία της Καταστασιακής Διεθνούς και των επαναστατικών κινημάτων της εποχής μας. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι: Τι μας έμαθε ο Ραούλ Βανεγκέμ;

Αν έπρεπε να συνοψίσει κανείς τη συμβολή του σε μία μόνο πρόταση, θα μπορούσε να πει το εξής: μας έμαθε ότι η επανάσταση δεν αφορά μόνο την εξουσία αλλά τον τρόπο που ζούμε. Ότι η αναρχία δεν είναι απλώς η κατάργηση του κράτους αλλά η κατάργηση κάθε σχέσης που μετατρέπει τη ζωή σε επιβίωση. Ότι η κοινωνική απελευθέρωση δεν αρχίζει την επόμενη μέρα της εξέγερσης- αρχίζει από τη στιγμή που οι άνθρωποι αρνούνται να θυσιάσουν την επιθυμία, τη δημιουργικότητα και τη χαρά στον βωμό της εξουσίας, της εργασίας και του εμπορεύματος.

Η επανάσταση αρχίζει από την καθημερινή ζωή

Ο Ραούλ Βανεγκέμ, υποστήριξε ότι η επανάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί στην κατάληψη της εξουσίας ούτε στην αλλαγή των πολιτικών θεσμών. Αν η εξουσία συνεχίζει να κατοικεί μέσα στις σχέσεις μας, στον τρόπο που εργαζόμαστε, που ερωτευόμαστε, που καταναλώνουμε, που φοβόμαστε και που ονειρευόμαστε, τότε η επανάσταση έχει ήδη ηττηθεί πριν ακόμη ξεσπάσει.

Αυτή ήταν η μεγάλη του ρήξη με τον επαναστατικό λόγο του εικοστού αιώνα. Δεν αμφισβήτησε μόνο τον καπιταλισμό, αμφισβήτησε την ίδια την ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορούν να απελευθερωθούν αύριο συνεχίζοντας να ζουν σήμερα σαν υπάκουοι υπήκοοι. Για τον Βανεγκέμ, η ελευθερία δεν είναι ένας ιστορικός προορισμός. Είναι ένας τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.

Γι’ αυτό και το μεγάλο του έργο ονομάστηκε στα Ελληνικά και στα Αγγλικά Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής και ο πραγματικός Γαλλικός τίτλος ήταν Πραγματεία Σαβουάρ-Βίβρ για τις επερχόμενες γενιές, δηλαδή,τρόποι καλής επαναστατικής συμπεριφοράς ενάντια σε έναν κόσμο που σκοτώνει κάθε απόλαυση της ζωής, μια πολιτική διακήρυξη. Εκεί όπου ο μαρξισμός έβλεπε κυρίως την παραγωγή, εκείνος έβλεπε τη ζωή. Εκεί όπου άλλοι αναζητούσαν το επαναστατικό υποκείμενο, εκείνος αναζητούσε τον ελεύθερο άνθρωπο. Εκεί όπου πολλοί μιλούσαν για την Ιστορία, εκείνος μιλούσε για το πρωινό ξύπνημα και τον εκβιασμό της εργασίας, για τη φιλία και τον έρωτα, το φλερτ και το παιχνίδι, για την πλήξη, τις βαρετές, αδιάφορες ώρες σε χώρους που καθυποτάσσουν το συναίσθημα, για όλες εκείνες τις στιγμές όπου ο καπιταλισμός εγκαθίσταται αθόρυβα μέσα μας.

Ίσως γι’ αυτό το έργο του εξακολουθεί να μοιάζει τόσο σύγχρονο. Ζούμε σε μια εποχή όπου η εκμετάλλευση δεν περιορίζεται στον χώρο εργασίας. Η αγορά αγοράζει τον χρόνο μας, την προσοχή μας, τις επιθυμίες μας, ακόμη και την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ο καπιταλισμός δεν πουλάει μόνο εμπορεύματα. Πουλάει τρόπους ζωής. Και η μεγαλύτερη επιτυχία του είναι ότι μας κάνει να θεωρούμε φυσικό φαινόμενο τον αποικισμό της ύπαρξης.

Ο Βανεγκέμ μας καλεί να ξεκινήσουμε από το αντίθετο σημείο, να οργανώσουμε την αντιστροφή της προοπτικής. Να ξανακάνουμε τη ζωή πεδίο σύγκρουσης, να διεκδικήσουμε ελεύθερο χρόνο αντί για καριέρα, σχέσεις αντί για ανταγωνισμό, φροντίδα αντί για πόλεμο, δημιουργία αντί για κατανάλωση- επειδή εκεί γεννιέται κάθε πραγματική κοινωνική αλλαγή.

Γι’ αυτό και δεν πίστεψε ποτέ ότι οι καταλήψεις, τα κοινωνικά κέντρα ή οι κοινότητες αυτοδιαχείρισης είναι απλώς μορφές αγώνα. Είναι πειράματα, προεικονίσεις μιας άλλης κοινωνίας, τόποι όπου η επανάσταση δοκιμάζει ήδη να ζήσει πριν ακόμη νικήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν βρέθηκε στην Αθήνα δεν ενδιαφέρθηκε να μιλήσει σε πανεπιστήμια και αμφιθέατρα. Προτίμησε να συναντήσει ανθρώπους μέσα σε χώρους που επιχειρούσαν να κάνουν πράξη αυτή τη διαφορετική καθημερινότητα. Ήξερε ότι η θεωρία αποκτά αλήθεια μόνο όταν γίνεται τρόπος ζωής. Στον πυρήνα αυτής της σκέψης βρίσκεται μια απλή αλλά ανατρεπτική ιδέα: η ελευθερία δεν είναι το έπαθλο της επανάστασης. Είναι η πρωταρχική καύσιμη ύλη της. Αν δεν μάθουμε να ζούμε ελεύθερα μεταξύ μας, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να οικοδομήσουμε μια ελεύθερη κοινωνία.

Η επιθυμία απέναντι στην ιδεολογία της θυσίας

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που έκανε τον Βανεγκέμ να ξεχωρίζει ακόμη και μέσα στην Καταστασιακή Διεθνή. Δεν αρκέστηκε να ασκήσει κριτική στον καπιταλισμό. Άσκησε κριτική και σε μια ολόκληρη επαναστατική παράδοση που είχε μετατρέψει τη θυσία σε πολιτική αρετή.

Ο εικοστός αιώνας γέννησε αμέτρητους ήρωες. Ανθρώπους που θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία. Γέννησε όμως και μια επικίνδυνη ιδέα: ότι η επανάσταση απαιτεί να αναβάλεις τη ζωή μέχρι να έρθει η μεγάλη ημέρα της δικαίωσης. Ότι πρώτα πρέπει να πειθαρχήσεις, να υπομείνεις, να υποφέρεις, να υπακούσεις στην αναγκαιότητα της Ιστορίας και μόνο κάποτε, στο απροσδιόριστο μέλλον, θα έχεις δικαίωμα στην ευτυχία.

Απέναντι σε αυτή την ασκητική ηθική ο Βανεγκέμ αντέταξε μια σχεδόν αιρετική θέση: η απελευθερωμένη επιθυμία δεν είναι εχθρός της επανάστασης. Είναι η κινητήρια δύναμή της.

Δεν υπάρχει ελεύθερη κοινωνία που να οικοδομείται από ανθρώπους εκπαιδευμένους να περιφρονούν τη ζωή τους. Δεν υπάρχει χειραφέτηση όταν η χαρά θεωρείται ύποπτη, όταν ο έρωτας αντιμετωπίζεται σαν παρέκκλιση, όταν το παιχνίδι χαρακτηρίζεται επιπολαιότητα και η ποίηση πολυτέλεια. Ο άνθρωπος που έχει μάθει να θυσιάζει καθημερινά τον εαυτό του γίνεται εύκολα υπήκοος οποιασδήποτε εξουσίας, ακόμη κι αν αυτή μιλά στο όνομα της επανάστασης.

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο αναρχική διάσταση της σκέψης του. Η επιθυμία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι πολιτική δύναμη. Κάθε φορά που οι προλετάριοι αρνούνται να ζήσουν ως μηχανές παραγωγής, κάθε φορά που δημιουργούν σχέσεις αλληλεγγύης αντί ανταγωνισμού, κάθε φορά που διεκδικούν χρόνο για τη φιλία, τον έρωτα, την απόλαυση, την δημιουργία και τη χαρά, υπονομεύουν στην πράξη την κυριαρχία του εμπορεύματος. Γι’ αυτό, ο Ραούλ Βανεγκέμ δεν έγραψε ποτέ ένα βιβλίο για την κατάκτηση της εξουσίας. Έγραψε πολλά βιβλία για την ανάκτηση της ζωής, για την εορταστική μέθη των οδοφραγμάτων, για ατελείωτες πολιτικές συζητήσεις σε κλαμπ, κατειλημμένα εργοστάσια και πλατείες, για νυχτερινές συνελεύσεις, άγριες απεργίες και ερωτευμένους αρνητές της εργασίας .

Σήμερα, αυτή η θέση ακούγεται ίσως ακόμη πιο επίκαιρη απ’ ό,τι το 1967. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν μας ζητά μόνο να εργαζόμαστε. Μας ζητά να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι, διαρκώς παραγωγικοί, διαρκώς ανταγωνιστικοί, ακόμη και στον ελεύθερο χρόνο μας. Ο νέος διάχυτος κομφορμισμός έχει μετατρέψει την ίδια την προσωπικότητα σε εμπόρευμα και την ευτυχία σε προϊόν προς κατανάλωση. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η υπεράσπιση της επιθυμίας δεν είναι ψυχολογική συμβουλή ή διαφημιστική εξαπάτηση, είναι πράξη αντίστασης. Η επανάσταση δεν ζητά ανθρώπους που ξέρουν να πεθαίνουν για έναν σκοπό. Ζητά ανθρώπους που ξέρουν να ζουν χωρίς αφέντες.

Η ποίηση ως πολιτική πράξη

Υπάρχει μια ακόμη πλευρά του Βανεγκέμ που συχνά παραγνωρίζεται. Τον θυμούνται ως θεωρητικό της Καταστασιακής Διεθνούς, ως συγγραφέα της Επανάστασης της Καθημερινής Ζωής και της Βίβλου των Ηδονών, ως συνομιλητή του Ντεμπόρ. Ο Βανεγκέμ όμως υπήρξε, πάνω απ’ όλα, ένας ποιητής της ελευθερίας.

Ποιητής, όχι επειδή έγραφε λυρικά, αλλά επειδή πίστευε ότι η ποίηση είναι ένας τρόπος να κατοικείς τον κόσμο χωρίς να τον μετατρέπεις σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η ποίηση, γι’ αυτόν, δεν ήταν ένα λογοτεχνικό είδος, μια άσκηση ύφους, ήταν μια στάση απέναντι στη ζωή. Η άρνηση να δεχτείς ότι ο κόσμος εξαντλείται στη χρησιμότητα, στην παραγωγικότητα και στην ανταλλαγή.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νήμα που ενώνει τον ντανταϊσμό, τον υπερρεαλισμό, τους καταστασιακούς και την αναρχία. Η υπεράσπιση του δικαιώματος να φανταστούμε, να οργανώσουμε και να υπερασπιστούμε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει, η συγκρότηση των κοινοτήτων που θα ζήσουν ελεύθερες από κάθε καταναγκασμό και θα υπερασπιστούν την ελευθερία τους ενάντια σε κάθε καταπιεστή και κάθε μορφή καταπίεσης.

Οι εξουσίες φοβούνται την ποίηση όχι επειδή γράφει όμορφες λέξεις αλλά επειδή διαρρηγνύει την ψευδαίσθηση ότι η υπάρχουσα πραγματικότητα είναι η μόνη υπαρκτή πραγματικότητα. Κάθε αυθεντικό ποίημα είναι μια μικρή εξέγερση απέναντι στο αναπόφευκτο. Κάθε πράξη δημιουργίας ανοίγει ένα ρήγμα μέσα στον κόσμο του εμπορεύματος. Κάθε εξεγερμένο ον είναι μια απόδειξη ότι καμιά εξουσία δεν θα κυριαρχήσει για πάντα.

Γι’ αυτό και ο Βανεγκέμ δεν αντιμετώπισε ποτέ την τέχνη σαν διακόσμηση της πολιτικής. Δεν ζητούσε από τους καλλιτέχνες να υπηρετήσουν μια ιδεολογία. Ζητούσε να καταργηθεί ο ίδιος ο διαχωρισμός ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Η δημιουργία δεν ανήκει στους ποιητές, ούτε στους ζωγράφους. Ανήκει σε κάθε άνθρωπο που αρνείται να ζήσει σύμφωνα με τους ρόλους που του επιβάλλονται.

Στον κόσμο του Θεάματος η δημιουργικότητα μετατρέπεται σε επάγγελμα, η φαντασία σε διαφήμιση και η επιθυμία σε εμπόρευμα. Ο Βανεγκέμ μας υπενθυμίζει ότι η ποίηση αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η εμπορευματική λογική. Εκεί όπου οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν τη χαρά να δημιουργούν χωρίς να πουλούν τον εαυτό τους.

Ίσως γι’ αυτό δεν έκανε ποτέ διαλέξεις με την αυστηρή έννοια της λέξης. Δεν τον ενδιέφερε να διδάξει μια θεωρία. Τον ενδιέφερε να δημιουργήσει μια κατάσταση. Να γεννηθεί μια συζήτηση, μια συνάντηση, μια στιγμή όπου η σκέψη θα έπαυε να είναι κατανάλωση ιδεών και θα γινόταν κοινή εμπειρία.

Όταν τον γνωρίσαμε στο Νοσότρος και στο Εμπρός, αυτό ακριβώς συναντήσαμε. Δεν είδαμε έναν διάσημο διανοούμενο να απευθύνεται σε ακροατήρια. Είδαμε έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο που μοιραζόταν τον χρόνο του σαν να ήταν το πιο πολύτιμο αγαθό. Εκείνη η απλότητα δεν ήταν χαρακτήρας ή επιτηδευμένη πόζα. Ήταν η πολιτική του φιλοσοφία σε πράξη.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πιο δύσκολο μάθημα που μας αφήνει φεύγοντας από αυτή την σκοτεινή και παράξενη εποχή που μας έτυχε να ζούμε. Ο Βανεγκέμ δεν μας δίδαξε πώς να κάνουμε μια επανάσταση. Μας έδειξε τους χίλιους λόγους για τους οποίους αξίζει να την οργανώσουμε.

Όχι για να αλλάξει η κυβέρνηση, να αποκτήσουμε τον πλούτο των καθαρμάτων, να ζήσουμε τις ζωές των τυράννων, ούτε για να αλλάξει η διοίκηση της κοινωνίας. Αλλά για να γίνει επιτέλους η ζωή πιο πλούσια από την επιβίωση, η δημιουργία πιο σημαντική από την εργασία, η φιλία πιο ισχυρή από τον ανταγωνισμό και η ελευθερία πιο πραγματική από τον φόβο.

Αυτός είναι ίσως ο λόγος που το έργο του εξακολουθεί να μας αφορά. Επειδή επιμένει να μας θέτει το ίδιο ανυπόφορο ερώτημα: τι νόημα έχει μια επανάσταση αν δεν αλλάζει τον τρόπο που υπάρχουμε;

Η ελευθερία δεν έχει ειδικούς

Ο Ραούλ Βανεγκέμ δεν πίστεψε ποτέ στους επαγγελματίες της επανάστασης. Δεν εμπιστευόταν τους πολιτικούς ηγέτες, αλλά ούτε και τους επαγγελματίες διανοούμενους. Δεν θεωρούσε ότι η κοινωνία θα αλλάξει επειδή κάποιοι γνωρίζουν περισσότερα από τους άλλους. Αντίθετα, πίστευε ότι κάθε μορφή εξουσίας γεννιέται τη στιγμή που οι άνθρωποι παραιτούνται από την ικανότητά τους να δημιουργούν μόνοι τους τη ζωή τους.

Ίσως γι’ αυτό δεν αναζήτησε μαθητές ή ακόλουθους, ούτε οικοδόμησε έναν ιδεολογικό μηχανισμό γύρω από το όνομά του. Συνέχισε να γράφει σαν να συνομιλεί με ίσους με σκοπό να τους ενθαρρύνει να σκεφτούν μόνοι τους. Αυτή η στάση έχει μια βαθιά αναρχική σημασία.

Η ελευθερία δεν μεταβιβάζεται, δεν διδάσκεται από τα πάνω, δεν οργανώνεται από ειδικούς, δεν εφαρμόζεται από κομματικές επιτροπές και νομοθέτες. Η ελευθερία υπάρχει μόνο όταν οι άνθρωποι παύουν να είναι θεατές της ίδιας της ζωής τους.

Ίσως γι’ αυτό ο Βανεγκέμ στάθηκε τόσο κοντά στις καταλήψεις, στα κοινωνικά κέντρα, στις αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, στους Ζαπατίστας, στους Κούρδους της Ροζάβα, στα φρικιά των Εξαρχείων, τις γυναίκες του Ιράν και τις τρανς της Χιλής. Όχι επειδή θεωρούσε αυτές τις εξεγερμένες κοινότητες τέλειες. Αλλά επειδή έβλεπε εκεί, ανθρώπους που επιχειρούν να πάρουν στα χέρια τους τον χρόνο, τον χώρο και τις σχέσεις τους χωρίς να περιμένουν άδεια από κανέναν.

Η αυτοδιαχείριση, για τον Βανεγκέμ ήταν μια διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο, δεν ήταν ποτέ μια τεχνική λύση, ένας μηχανισμός οργάνωσης, ένα καλύτερο διοικητικό μοντέλο. Σήμαινε ότι κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος όταν άλλοι αποφασίζουν για λογαριασμό του.

Αλλά σήμαινε και κάτι ακόμη πιο δύσκολο. Ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όταν έχει εσωτερικεύσει την εξουσία. Όταν κουβαλά μέσα του τον αστυνόμο, τον διευθυντή, τον ειδικό, τον αρχηγό, τον παπά, τον ψυχίατρο και τον δικαστή. Η πιο επίμονη μορφή κυριαρχίας δεν είναι αυτή που μας επιβάλλεται. Είναι εκείνη που αναπαράγουμε καθημερινά με τις εμπειρίες μας και τις επιλογές μας, μέσα στις ίδιες μας τις σχέσεις. Γι’ αυτό ο αγώνας για την αυτοδιαχείριση δεν τελειώνει ποτέ με μια πολιτική νίκη αλλά είναι μια διαρκής διαδικασία απελευθέρωσης της ζωής.

Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο που αναθέτει ολοένα περισσότερες αποφάσεις σε αλγορίθμους, ειδικούς, μηχανισμούς ασφαλείας και τεχνοκρατικές ελίτ, αυτή η σκέψη μοιάζει σχεδόν προφητική. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται διαρκώς να εμπιστεύεται συστήματα που γνωρίζουν καλύτερα από τον ίδιο τι χρειάζεται, τι επιθυμεί, τι πρέπει να φοβάται.

Ο Βανεγκέμ μας υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχίζει από τη στιγμή που οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν την εμπιστοσύνη στις ίδιες τους τις δυνατότητες. Και ότι η αναρχία δεν είναι η απουσία οργάνωσης. Είναι η ζωντανή παρουσία ανθρώπων που δεν χρειάζονται αφέντες για να συνυπάρξουν.

«Όποιος μιλάει για επανάσταση και δεν αναφέρεται ρητά στην καθημερινή ζωή έχει ένα κουφάρι στο στόμα του».

Οι επαναστάτες του εικοστού αιώνα μας έμαθαν πώς να γκρεμίζουμε έναν κόσμο. Ο Βανεγκέμ προσπάθησε να μας ωθήσει να σκεφτούμε κάτι πολύ δυσκολότερο: πώς να κατοικήσουμε τους τόπους της επανάστασης, πως να οργανώσουμε τους τρόπους μιας ελεύθερης καθημερινής ζωής.

***Ο Τάσος Σαγρής είναι μέλος της συλλογικότητας Κενό Δίκτυο, ποιητής και θεατρικός σκηνοθέτης. Η επόμενη παράστασή του θα ανέβει από τις 11 Νοεμβρίου στο Θέατρο Olvio με θέμα της το τελευταίο θεατρικό έργο που συνέγραψε η Sarah Kane: Ψύχωση! (4.48 Psychosis).

https://epohi.gr/articles/ti-mas-emathe-o-raoyl-vanegkem/

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 04 Αυγούστου 2026 23:07

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.