Δευτέρα, 07 Αυγούστου 2023 13:57

Η επείγουσα ανάγκη κατάργησης της αστυνομίας και ένα σχόλιο για τον ηθικό αντιρατσισμό

 

 

Acácio Augusto[1]

 

Η επείγουσα ανάγκη κατάργησης της αστυνομίας και ένα σχόλιο για τον ηθικό αντιρατσισμό

 

 

Lá vêm os ratos

Sujos e nojentos

Lá vêm os ratos

Acabar com o sossego

Com motivo e com razão

Temos ódio no coração

Restos de Nada, 1979[2]

 

 

Ήταν στις 25 Μαΐου 2020 στις ΗΠΑ, και με τις μολύνσεις COVID-19 στην αρχική τους κορύφωση σε παγκόσμιο επίπεδο, όταν ένα περιστατικό αστυνομικής βίας προκάλεσε μια σημαντική αλλαγή στον αγώνα ενάντια στους μηχανισμούς [dispositifs][3] ασφαλείας. Ένας μαύρος άνδρας, ο Τζορτζ Φλόιντ, δολοφονήθηκε από έναν λευκό αστυνομικό, ο οποίος τον καθήλωσε και του έβαλε τα γόνατα στο λαιμό για πάνω από εννέα λεπτά. Όπως είχε συμβεί και τα προηγούμενα χρόνια με παρόμοιες αστυνομικές δολοφονίες, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από πολλούς τομείς του μαύρου κινήματος, με διαμαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν γύρω από το σύνθημα που έγινε κίνημα: Οι Ζωές των Μαύρων Μετράνε. Όμως η αλλαγή έγινε με την εμφάνιση, μέσα από τις διαμαρτυρίες, ενός απτού, συγκεκριμένου και άμεσου αιτήματος: Κατάργηση της αστυνομίας.[4]

Από τη μία πλευρά, αυτό δεν ήταν ένα πολύ δημοφιλές αίτημα στο κίνημα στο σύνολό του, με την έννοια ότι υπήρχαν πιο μεταρρυθμιστικά αιτήματα που είχαν μεγαλύτερη απήχηση. Από την άλλη πλευρά, αυτό το ανανεωμένο αίτημα για την κατάργηση της αστυνομίας κατάφερε να ξεπεράσει την εξάρτηση από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης για την υπόθεση του Τζορτζ Φλόιντ. Αυτή η νέα κατάσταση προκάλεσε ταραχές που επέσπευσαν την πυρπόληση του Τρίτου Τμήματος στη Μινεάπολη και διέδωσαν το αίτημα για την κατάργηση της αστυνομίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Η παγκόσμια εμβέλεια του αιτήματος για την κατάργηση της αστυνομίας έγινε εμφανής όταν, περίπου ένα μήνα μετά την πυρπόληση του Τρίτου Τμήματος, το τεύχος Ιουνίου του γαλλικού περιοδικού LundiMatin δημοσίευσε το Manifeste Pour La Suppression Générale De La Police Nationale, ένα μανιφέστο για την κατάργηση της αστυνομίας που αναφερόταν άμεσα στις διαδηλώσεις στις ΗΠΑ. Αυτό το μανιφέστο ήταν επίσης μια αντίδραση στη συνεχή βία κατά των διαδηλωτών των Κίτρινων Γιλέκων[5] και στη βία της αστυνομίας στα banlieues του Παρισιού εναντίον των φυλετικοποιημένων ανθρώπων.

Αυτές οι συζητήσεις του 8 To Abolition[6] έφτασαν εδώ στη Βραζιλία, όπου η πρόταση είχε ήδη συζητηθεί σε ορισμένους κύκλους κινημάτων κατάργησης των ποινών και σε πανεπιστημιακές ερευνητικές ομάδες. Η εκστρατεία της Πρωτοβουλίας για το Δικαίωμα στη Μνήμη και τη Φυλετική Δικαιοσύνη (IDMJR / Direito à Memória e Justiça Racial), για την οποία προορίζεται αυτό το σύντομο κείμενο, τονίζει την επείγουσα ανάγκη κατάργησης της αστυνομίας στη Βραζιλία. Αυτή η επείγουσα ανάγκη είναι αδιαμφισβήτητη, δεδομένου ότι η χώρα διαθέτει μια από τις πιο βίαιες αστυνομικές δυνάμεις στον πλανήτη και είναι οι αστυνομικοί που σκοτώνουν και σκοτώνονται σε μεγαλύτερους αριθμούς στον κόσμο. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να αναδείξει κάποια πρώτα σημεία για το πώς μπορούμε να αναλύσουμε την αστυνομία χωρίς να πέσουμε στην παγίδα των μεταρρυθμίσεων που αποκαθιστούν κάθε φορά τις λειτουργίες και την ύπαρξη των αστυνομικών.

Για να το κάνουμε αυτό, προτείνουμε, δανειζόμενοι από το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ, Ασφάλεια, Επικράτεια, Πληθυσμός. Διαλέξεις στο Collège de France 1977-78, ότι πρέπει να κατανοήσουμε ότι η αστυνομία είναι κάτι περισσότερο από ένας θεσμός. Η αστυνομία είναι, πρώτα και κύρια, μια τεχνολογία διακυβέρνησης. Ως τέτοια, η ιστορία της αστυνομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαμόρφωση του σύγχρονου κράτους και των μέσων για τη διοίκηση και τον έλεγχο του πληθυσμού. Πρέπει επίσης να ρίξουμε φως στο γεγονός ότι οι μέσοι αστυνομικοί στα συνήθη καθήκοντά τους είναι επαγγελματίες της βίας και γραφειοκράτες με όπλα.[7] Αν το σημείο εκκίνησής μας είναι η αστυνομία ως τεχνολογία διακυβέρνησης, είμαστε σε θέση να διευρύνουμε τη σφαίρα δράσης μας και να συμπεριλάβουμε την κατάργησή της. Γιατί; Επειδή αυτή η προοπτική περιλαμβάνει την αστυνομία όχι μόνο ως τεχνολογία ελέγχου, αλλά και ως μέρος της υποκειμενικής κατασκευής της σύγχρονης ιδιότητας του πολίτη, με άλλα λόγια, των τρόπων κατασκευής, σκέψης και φαντασίας του υποκειμένου της σημερινής δημοκρατίας της ασφάλειας[8]: του πολίτη-αστυνομικού[9].

 

Η αστυνομία ως τεχνολογία διακυβέρνησης

Πρέπει να εξετάσουμε την αστυνομία πέρα από τον θεσμό και τη στολή. Πρώτον, επειδή τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η βιομηχανία του θεάματος κατασκευάζουν έναν ιδιαίτερο λόγο για την αστυνομία και τις λειτουργίες της. Πρόκειται για έναν λόγο που περιγράφει πάντα τους αστυνομικούς ως άτομα ικανά για τις πιο εξαιρετικές πράξεις και μπλεγμένα σε ηθικά διλήμματα καθήκοντος και νόμου. Για τον λόγο αυτό, όταν ασκείται κριτική στον θεσμό της αστυνομίας, υπάρχει πάντα η παγίδα να εστιάζουμε στις υπερβολές της ως εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, στην ταινία Οι Επίλεκτοι [Elite Squad], ο Αρχηγός Νασιμέντο είναι ένας αστυνομικός γεμάτος προσωπικά διλήμματα∙ είναι εξαιρετικά βίαιος, αλλά με συνείδηση που θέλει να επανέρθει, και με μια αίσθηση δικαιοσύνης που, αν και αποδοκιμαστέα, του χαρίζει λίγη «ανθρωπιά».

Έτσι, οι υπερβολές ορισμένων αστυνομικών ή μιας ομάδας που θεωρείται «κακή φουρνιά» επικρίνονται, αλλά στο όνομα της επιδίωξης μιας έντιμης, δημοκρατικής αστυνομίας που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν πρέπει να διαπράττει βιαιότητες. Ο μεταρρυθμιστικός λόγος ανανεώνεται από αναπαραστάσεις των αστυνομικών –και της αστυνομίας– που είναι τραβηγμένες από τα μαλλιά ή απλώς προβάλλουν ένα μεταρρυθμιστικό ιδεώδες που είναι ανέφικτο. Αυτό το «μεταρρυθμιστικό πακέτο», και αυτή η εικόνα της αστυνομίας, αγνοεί –ή προσπαθεί να αποκρύψει– ότι η βασική δραστηριότητα της αστυνομίας είναι η ασύμμετρη, άνιση και νομιμοποιημένη ανάπτυξη βίας σε όλο το κοινωνικό σώμα, και ιδιαίτερα εναντίον εκείνων που θεωρούνται επικίνδυνοι.

Μια κριτική της αστυνομίας που προσπαθεί να διαφοροποιήσει τον καλό αστυνομικό από τον κακό αναπαράγει την κανονική λογική της αστυνόμευσης. Αυτή η λογική διαδίδεται από τη βιομηχανία ψυχαγωγίας μέσω αστυνομικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών που βασίζονται στον ρηχό δυαδισμό καλός αστυνομικός εναντίον κακού αστυνομικού. Όπως και στις ταινίες, αυτές οι εικόνες του καλού και του κακού είναι συμπληρωματικές και υπάρχουν για τη διαιώνιση της αστυνομίας ως θεσμού και ως κυρίαρχης πολιτικής μορφής πειθούς.

Η αστυνομία είναι μια συγκυρία πρακτικών και τεχνολογιών διοίκησης, ελέγχου και καταστολής του πληθυσμού. Η πολυτιμότερη τεχνολογία των σύγχρονων τεχνών διακυβέρνησης, είναι ικανή να είναι ταυτόχρονα εξατομικευμένη και ολοκληρωτική, συστημική και εντοπισμένη, φτάνοντας σε κάθε άτομο. Η εμφάνισή της σχετίζεται με τη διαμόρφωση της κρατικής κυριαρχίας, ως εργαλείο του Raison d’État. Αργότερα, η αστυνομία εξελίχθηκε σε ένα εσωτερικό μηχανισμό [dispositif] ασφάλειας της φιλελεύθερης κυβερνησιμότητας, ο οποίος αποσκοπεί στη διασφάλιση της καλής διακυβέρνησης των υποθέσεων και των ανθρώπων υπέρ της διατήρησης και της επέκτασης της κρατικής διακυβέρνησης.

Με αυτή την εξέλιξη αναδύθηκαν οι σημερινές αστυνομικές πρακτικές ως μέσο ενίσχυσης της ασφάλειας υπέρ της παραγωγής μιας άνισης και ασύμμετρης τάξης στις καπιταλιστικές κοινωνίες που βασίζεται στην προστασία της ιδιωτικής ή/και κρατικής ιδιοκτησίας. Οι πρακτικές αυτές περιλαμβάνουν ένα πολύ σύνθετο και ετερογενές σύνολο στρατηγικών που αρθρώνουν τρόπους ενίσχυσης της δημόσιας υγείας (κοινωνική ιατρική), παρεμβάσεις σε αστικές μεταρρυθμίσεις (πολεοδομία) και εργαλεία για την πειθάρχηση του εργατικού δυναμικού (μορφές ελέγχου και διοίκησης των εργαζομένων, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας).

Ως εκ τούτου, η ιστορία της αστυνομίας είναι η ιστορία των τεχνολογιών διακυβέρνησης που υπερβαίνει κατά πολύ τη σύγχρονη μορφή τους∙ μια μορφή που συνήθως αναγνωρίζεται μόνο από τον ρόλο της αστυνομίας ως κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού, την εικόνα του ένοπλου άνδρα με στολή στους δρόμους ή μιας αστυνομικής ομάδας που καταστέλλει μια διαμαρτυρία. Στην πραγματικότητα, η ιστορία της αστυνομίας είναι συνυφασμένη με γνωστικά πεδία όπως η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη και η πολιτική οικονομία.

Στο μάθημά του 1977-78, ο Φουκώ μας λέει ότι «από τον 17ο αιώνα, η “αστυνομία” αρχίζει να αναφέρεται στο σύνολο των μέσων με τα οποία οι δυνάμεις του κράτους μπορούν να αυξηθούν, διατηρώντας παράλληλα την τάξη του κράτους. Με άλλα λόγια, η αστυνομία θα είναι ο σχεδιασμός και η τεχνική που θα καταστήσει δυνατή την εγκαθίδρυση μιας ευκίνητης, αλλά σταθερής και ελεγχόμενης σχέσης μεταξύ της εσωτερικής τάξης του κράτους και της ανάπτυξης των δυνάμεών του».[10] Με λίγα λόγια, η αστυνομία, η οποία αναδύεται στην Ευρώπη συνδεδεμένη με το κυρίαρχο κράτος, θα έχει ως πρωταρχικό στόχο την καλή χρήση των κρατικών δυνάμεων στο εσωτερικό της επικράτειάς του για την πραγματοποίηση του μεγαλείου του κράτους.

Η αστυνομία είναι το άμεσο όργανο του Raison d’État. Το επιχειρησιακό του εργαλείο είναι η στατιστική: η γνώση του κράτους για τον εαυτό του. Αλλά αυτή η ανάδυση της αστυνομικής μορφής ή των τεχνικών της κυρίαρχης αστυνομίας θα μεταλλαχθεί, με ιδιαιτερότητες και διαφορετικές γνώσεις που συναντώνται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Παρ’ όλα αυτά, όλες αυτές οι ιδιαιτερότητες θα αποτελέσουν τη μορφή και τις λειτουργίες της σύγχρονης αστυνομίας ή τις συναφείς μορφές κρατικής παρέμβασης στις κοινωνίες, όπως αυτές που έχουμε σήμερα. Στα εδάφη που αποικίστηκαν από τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη, η ιδιαιτερότητα της αστυνομίας θα συνδεθεί, συμπληρωματικά, με τη μαστίγωση, τη βαρβαρότητα και τις μαζικές δολοφονίες, για το μεγαλείο του αποικιακού κράτους.

Ακολουθώντας τη γενεαλογία του κράτους του Φουκώ στην ίδια σειρά διαλέξεων, εφιστώντας την προσοχή στην αστυνομία ως το αποφασιστικό στοιχείο στη λειτουργία των σύγχρονων κυβερνητικών πρακτικών, θα παρατηρήσουμε ότι η διαμόρφωση των αστυνομικών τεχνολογιών θα φέρει μαζί συγκεκριμένες γνώσεις και διάφορες θεσμικές πρακτικές. Ο Φουκώ δείχνει ότι στη Γερμανία, την εποχή που δεν αποτελούσε ακόμη ενιαία επικράτεια, η αστυνομία ήταν δημιούργημα του πανεπιστημίου, ο τόπος [locus] μιας αστυνομικής επιστήμης.

Ο Φουκώ εντοπίζει, στα γραπτά του που είναι αφιερωμένα στις μορφές διακυβέρνησης, κάτι που στα γερμανικά ονομάστηκε «Polizeiwissenschaft, η επιστήμη της αστυνομίας, η οποία από τα μέσα ή το τέλος του 17ου αιώνα έως το τέλος του 18ου αιώνα είναι μια απολύτως γερμανική ειδικότητα που εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και ασκεί καθοριστική επιρροή».[11] Παράλληλα με αυτή τη θεωρία της αστυνομίας ως πολιτικής επιστήμης που παράγεται στη Γερμανία, στη Γαλλία –που ήταν ήδη ένα συγκεντρωτικό διοικητικό κράτος με οριοθετημένη επικράτεια– η αστυνομία εκείνη την εποχή σχεδιάστηκε και λειτούργησε από την αναδυόμενη κρατική γραφειοκρατία. Η αστυνομία θα λειτουργούσε μέσω διαταγμάτων και κανονισμών που είχαν ως στόχο τον έλεγχο και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στις αναδυόμενες πόλεις. Αν στη Γερμανία η αστυνομία ήταν δημιούργημα του πανεπιστημίου, στη Γαλλία ήταν δημιούργημα της κρατικής γραφειοκρατίας με σκοπό τη ρύθμιση των αγαθών, των ανθρώπων και του πλούτου.

Αυτό που είναι ουσιαστικό από αυτές τις αναφορές που συγκέντρωσε ο Φουκώ δεν είναι η συλλογή γεγονότων που συνθέτουν την ιστορία της σύγχρονης αστυνομίας. Ο λόγος που συγκεντρώνονται αυτές οι αναφορές είναι για να κατανοήσουμε, γενεαλογικά, πώς η διαμόρφωση της αστυνομίας προέρχεται μέσα από τις σχέσεις γνώσης-εξουσίας που διαμόρφωσαν τη νεωτερικότητα: πώς η αστυνομία σχετίζεται με την τέχνη της διακυβέρνησης, δηλαδή με τα μέσα γνώσης και ελέγχου των υποκειμένων, τα οποία δεν περιορίζονται σε ένα όργανο της δικαιοσύνης ή σε ένα σύνολο κρατικών μηχανισμών. Αυτή η γενεαλογία δείχνει τη θετικότητα της αστυνομικής μορφής στη διαμόρφωση του σύγχρονου κράτους. Η αστυνομία είναι ένας μηχανισμός [dispositif] με συγκεκριμένες λειτουργίες, αντικείμενα και σαφώς καθορισμένους στόχους για την παραγωγή μιας τάξης, τη ρύθμιση του εμπορίου, τη διοίκηση των πόλεων και την πειθάρχηση των υποκειμένων.

Εν ολίγοις, η θετικότητα της αστυνομίας, μέχρι τις απαρχές αυτού που θα γινόταν η σύγχρονη αστυνομία, είναι η παραγωγή της αστικής κοινωνίας με την ιστορική έννοια του όρου. Αυτή είναι η θετικότητα της νεογέννητης αστυνομίας: η παραγωγή της αστικής τάξης που εδράζεται στην ιδιοκτησία. Παράλληλα με αυτές τις πρακτικές, στις ευρωπαϊκές αποικίες, αυτή η τέχνη της διακυβέρνησης και της παραγωγής τάξης θα είχε περισσότερες λειτουργίες, δηλαδή την καταδίωξη των μη υποκειμένων: των άγριων της γης και των ανθρώπων που μεταφέρθηκαν εκεί ως σκλάβοι.

Όπως συνοψίζει ο Φουκώ, η αστυνομία θα έχει μια ιδιαιτερότητα λειτουργιών αποκομμένη από το νόμο: η αστυνομία ασχολείται με τα συνηθισμένα, τα μικροσκοπικά, ενώ ο νόμος πρέπει να ασχολείται με τα σημαντικά καθήκοντα του κράτους. «Με άλλα λόγια, η αστυνομία είναι η άμεση κυβερνητικότητα[12] του κυρίαρχου ως κυρίαρχου. Ή, πάλι, ας πούμε ότι η αστυνομία είναι το διαρκές πραξικόπημα [coup d’État]. Είναι το διαρκές πραξικόπημα [coup d’État] που ασκείται και λειτουργεί στο όνομα και με βάση τις αρχές της δικής του ορθολογικότητας, χωρίς να χρειάζεται να σχηματοποιείται ή να διαμορφώνεται με βάση τους κατά τα άλλα δεδομένους κανόνες της δικαιοσύνης»[13].

Αυτός ο ορισμός είναι σημαντικός σήμερα για την ανάλυση της αστυνομίας ως τεχνολογίας διακυβέρνησης. Ακόμη και αν αυτή η κυρίαρχη μορφή της αστυνομίας άλλαξε στους αιώνες που ακολούθησαν για να γίνει αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως κατασταλτική αστυνομία, αυτή η ανεξαρτησία ή η αυτονομία από τον νόμο θα διατηρηθεί. Αυτή η αντοχή δικαιολογείται από την αναγκαιότητα της αστυνομίας ως μορφής παρέμβασης για την αντιμετώπιση ενός συνόλου επειγόντων ζητημάτων που ο νόμος είναι ανίκανος να προβλέψει. Η συνέπεια είναι ότι οι αστυνομικοί θεωρούν τους εαυτούς τους ως πολίτες μιας διαφορετικής κατηγορίας, απαλλαγμένους από την τήρηση του νόμου, υποκείμενους σε ειδικούς κανόνες και ρυθμίσεις που δεν ισχύουν για τους άλλους πολίτες. Μπροστά στην ακαμψία του νόμου, ο αστυνομικός έλεγχος παραμένει ευέλικτος.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή η μορφή της κυρίαρχης αστυνομίας δέχθηκε κριτική στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, η οποία άλλαξε τη μορφή της, αποσυναρμολογώντας τις λειτουργίες της σε άλλα πεδία δράσης. Η κριτική αυτή προήλθε από μια αναδυόμενη γνώση που αντιτάχθηκε στην τεχνητή φύση της κυρίαρχης παρέμβασης μέσω του αστυνομικού μηχανισμοί [dispositif]. Η προοπτική αυτή υποστήριζε ένα «φυσικό περιβάλλον» επιδεκτικό σε ρύθμιση και αντιτίθετο σε ένα αστυνομικό κράτος (Polizeistaat).

Μια ομάδα που σχετίζεται με αυτή την αναδυόμενη γνώση ήταν υπεύθυνη για την άσκηση αυτής της κριτικής – μια ομάδα που, όπως είπε ο Φουκώ, είναι σχεδόν μια αίρεση: οι οικονομολόγοι. Αυτή η γνώση, η Πολιτική Οικονομία, θα απευθυνόταν σε ένα αντικείμενο της διακυβέρνησης που δεν θα ήταν πλέον μια ομάδα ετερογενών υποκειμένων, αλλά ένα κοινό πεδίο, σχεδόν ένα φυσικό περιβάλλον, που θα γινόταν κοινωνία, ή αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοινωνία των πολιτών – σε αντίθεση με μια πολιτική κοινωνία (το κράτος). Η διαίρεση αυτή κατέστη δυνατή με την εμφάνιση ενός μετρήσιμου πεδίου παρέμβασης, το οποίο παράγεται από τη στατιστική γνώση του κράτους. Αυτό το πεδίο παρέμβασης θα ήταν ο ίδιος ο πληθυσμός, ένα πεδίο που κατέστη δυνατό από τη στατιστική γνώση και από μια πολιτική οικονομία που ασχολείται με την κοινωνία ως πληθυσμό, ένα «είδος-σώμα», ικανό να υποταχθεί σε βιοπολιτικό έλεγχο και διοίκηση.

Επομένως, μέσω της συνάρθρωσης των γνώσεων της πολιτικής οικονομίας και των πρακτικών διαχείρισης του πληθυσμού θα αναπτυχθεί μια δυναμική σχέση στο πλαίσιο των μηχανισμών ασφαλείας. Αυτή η συνάρθρωση θα παρήγαγε τον σύγχρονο ορισμό της ελευθερίας, θέτοντας τη μετάβαση από μια κυρίαρχη κυβερνητικότητα, μέσω της κυρίαρχης αστυνομίας, σε μια φιλελεύθερη κυβερνητικότητα που θα διαμόρφωνε τη σύγχρονη αστυνομία.

Στην πραγματικότητα, η αναδυόμενη κυβερνητικότητα στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα θα διαλύσει τις κυριαρχικές λειτουργίες της αστυνομίας. Από τη μία πλευρά, η διαχείριση του πληθυσμού θα ασκούνταν μέσω της πολιτικής για τις πόλεις και της κοινωνικής ιατρικής, ενώ από την άλλη, θα εμφανίζονταν μορφές άμεσης επέμβασης και καταστολής για την αποτροπή της αταξίας: η κατασταλτική αστυνομία που γνωρίζουμε σήμερα[14]. «Οικονομική πρακτική, διαχείριση του πληθυσμού, ένας δημόσιος νόμος που οικοδομείται πάνω στον σεβασμό της ελευθερίας και των ελευθεριών, και μια αστυνομία με κατασταλτική λειτουργία: μπορείτε να δείτε ότι το παλιό σχέδιο της αστυνομίας, όπως εμφανίστηκε σε συσχετισμό με το raison d’État, διαλύεται ή μάλλον διασπάται σε τέσσερα στοιχεία –οικονομική πρακτική, διαχείριση του πληθυσμού, νόμος και σεβασμός των ελευθεριών, αστυνομία– τα οποία προστίθενται στον μεγάλο διπλωματικό-στρατιωτικό μηχανισμό (dispositif) που ελάχιστα έχει αλλάξει από τον δέκατο όγδοο αιώνα.»[15] Έτσι έχουμε, εν συντομία, το εύρος των λειτουργιών του σύγχρονου κράτους μέσω πολιτικών τεχνολογιών που λειτουργούν πολύ πέρα από την άμεση κρατική παρέμβαση.

Γι’ αυτό –όταν απαιτούμε την κατάργηση της αστυνομίας– πρέπει να την κατανοήσουμε πέρα από τον θεσμό, πέρα από τη στολή και τα άτομα που την φορούν. Για να κατανοήσουμε την αστυνομία ως τεχνολογία διακυβέρνησης και να παρακολουθήσουμε τις αλλαγές της μέσα στην ιστορία, πρέπει να έχουμε επίγνωση των μεταρρυθμιστικών λόγων και των επικριτών ορισμένων μόνο αστυνομικών συμπεριφορών που θεωρούνται υπερβολικές ή καταχρηστικές. Το μόνο που κάνουν είναι να υποστηρίζουν τη δημιουργία μιας νέας αστυνομίας και την ανανέωση της διοίκησης και του ελέγχου.

Αυτή η κριτική διαιωνίζει το παιχνίδι πρακτικών και αντιπρακτικών που μετέτρεψε την κυρίαρχη αστυνομία σε ένα σύνολο πρακτικών της βιοπολιτικής διακυβέρνησης, με την κατασταλτική αστυνομία ως μηχανισμοί [dispositifs] ασφαλείας για τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης. Η κατάργηση της αστυνομίας πρέπει να είναι ένας αγώνας ενάντια στην κυβερνητική λογική, ενάντια στο κράτος ως τρόπο δράσης και σκέψης, το κράτος ως κατηγορία ανάγνωσης της πραγματικότητας. Το αντι-αστυνομικό κίνημα πρέπει επίσης να είναι αντι-πολιτικό, κατανοώντας την πολιτική ως ένα σύνολο τεχνικών διακυβέρνησης κάποιων έναντι άλλων. Διαφορετικά, οποιαδήποτε κριτική της αστυνομίας θα είναι μόνο η ανακοίνωση μιας νέας αστυνομίας ή η αποσυναρμολόγηση των πρακτικών περιορισμού με διαφορετικά ονόματα.

 

Ο σύγχρονος αστυνομικός και ένα σύντομο σχόλιο για τον ηθικό αντιρατσισμό

Κάνοντας ένα άλμα στο χρόνο και στο χώρο, ας επικεντρωθούμε στη μορφή του αστυνομικού σήμερα. Κάθε φορά που γράφεται ή λέγεται κάτι για την αστυνομία, λαμβάνονται υπόψη μόνο οι νομικές λειτουργίες της αστυνομίας, όπως ορίζονται από το νόμο. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιρροή του λόγου των μέσων ενημέρωσης και στις παραποιήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η αστυνομία, ως θεσμός, ως λειτουργία ή ακόμη και ως μορφή συμπεριφοράς, έχει πολλαπλασιαστεί με τρόπους που δεν είχαμε φανταστεί ποτέ στο παρελθόν. Δεν υπάρχει τόπος όπου να μην υπάρχει κάποια μορφή αστυνομίας ή αστυνομικής συμπεριφοράς των πιο ποικίλων ειδών. Ταυτόχρονα, η αστυνομική νοοτροπία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη που η πρώτη λύση που μπορούμε να σκεφτούμε μπροστά σε ένα νέο πρόβλημα είναι να δημιουργήσουμε μια νέα αστυνομία, ακόμη και αν το πρόβλημα είναι η ίδια η αστυνομία. Έτσι, σήμερα έχουμε ακόμη και μια «αστυνομία» για την αστυνομία.

Ας καταδείξουμε τη μεγάλη παρουσία της αστυνομίας στη ζωή κάθε πολίτη στη Βραζιλία. Στο Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας, το άρθρο 144, από το κεφάλαιο ΙΙΙ, ασχολείται με τη δημόσια ασφάλεια, τα περιβάλλοντα και τις λειτουργίες της. Στο άρθρο αυτό, υπάρχει ένας κατάλογος διαφορετικών ειδών αστυνομίας: «I – ομοσπονδιακή αστυνομία· II – ομοσπονδιακή αστυνομία αυτοκινητοδρόμων· III – ομοσπονδιακή αστυνομία σιδηροδρόμων· IV – πολιτική αστυνομία· V – στρατιωτική αστυνομία και στρατιωτικές πυροσβεστικές δυνάμεις». Πολλοί κανονισμοί, λειτουργίες, πρωτόκολλα, συστάσεις, κώδικες δεοντολογίας και συμπεριφοράς απορρέουν από αυτό το άρθρο του Συντάγματος.

Ας προσθέσουμε σε αυτόν τον κατάλογο την ιδιωτική αστυνομία, τις εταιρείες ασφαλείας και την εξωδικαστική αστυνομία. Μπορούμε επίσης να αναφέρουμε τις παράνομες επιχειρήσεις για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας που αποτελούν μέρος αυτού του καθεστώτος παρανομίας, τις λεγόμενες πολιτοφυλακές ή εγκληματικές οργανώσεις. Υπάρχει μια άπειρη ποικιλία αστυνομιών, και ακόμη και έτσι, κανείς δεν είναι ασφαλής∙ το αντίθετο μάλιστα, κάθε άνθρωπος είναι ύποπτος και όλοι καλούμαστε να αστυνομεύσουμε τη συμπεριφορά των άλλων και του εαυτού μας. Έτσι, εξαπλώνεται ο πολίτης-αστυνομικός, με τη μορφή της πολιτικής του ύπαρξης και της δημόσιας ζωής να συνδέεται με τις αστυνομικές πρακτικές και τον έλεγχο. Και ακόμη και με τόση αστυνομία, τα λεγόμενα «εγκλήματα» ή οι «συγκρούσεις με το νόμο» συνεχίζουν να συμβαίνουν συχνά. Αλλά όχι μόνο αυτό, αυτές οι ποικιλίες της αστυνομίας προστατεύουν τους φορείς της θανατηφόρας βίας. Όταν αυτή η βία γίνεται μη διαχειρίσιμη, η πρώτη λύση είναι η δημιουργία της αστυνομίας για την αστυνομία ή άλλες μορφές δικαστικοποίησης της συμπεριφοράς και της ζωής.

Τέλος, υπάρχουν επίσης θεσμοί, ΜΚΟ, ερευνητικές ομάδες, ακόμη και κινήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα που, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την αστυνομική βία, όχι μόνο αρνούνται τη βία αυτή ως εγγενή στην αστυνομία, αλλά δημιουργούν ακόμη και τρόπους καταπολέμησης αυτής της βίας που μιμούνται τις αστυνομικές τεχνολογίες: σχέδια δράσης, κανονισμούς και πρακτικές επιτήρησης.

Πρόκειται για ενέργειες που όχι μόνο ανανεώνουν την πίστη στον αστυνομικό έλεγχο, αλλά γίνονται δόγμα για την επέκταση της αστυνομίας και του μηχανισμού [dispositif] ασφάλειας[16]. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να θέσουμε το ζήτημα της κατάργησης της αστυνομίας και να αρνηθούμε τις σταδιακές ή μεταρρυθμιστικές λύσεις. Δεν πρόκειται για ένα απλό ζήτημα πολιτικής ή ιδεολογικής τοποθέτησης, αλλά για μια απόφαση τακτικής που καταδεικνύει την αποφασιστικότητά μας να δούμε ένα οριστικό τέλος στην αστυνομική βία. Η επιλογή του μικρότερου κακού έγινε η προϋπόθεση της διατήρησης και της επέκτασης του μηχανισμού [dispositif] ασφάλειας και της συνέχειας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

Μένει ένα ερώτημα: πώς αυτό το τεχνολογικό σύνολο διοίκησης, ελέγχου και καταστολής παράγει τόσο πολύ θάνατο; Είναι το ερώτημα που έθεσε ο Φουκώ όταν ασχολήθηκε με τη βιο-εξουσία ως τεχνολογία που «κάνει τη ζωή και επιτρέπει το θάνατο». Η απάντηση είναι απερίφραστα η ίδια: αυτό που επιτρέπει σε μια εξουσία που κάνει ζωή να παράγει θάνατο είναι ο κρατικός ρατσισμός. Ο τελευταίος παράγει τα υποκείμενα που, στο όνομα της ζωής και της παραγωγής της τάξης, πρέπει να εξαλειφθούν ή να σκοτωθούν σιγά σιγά, καθώς βρίσκονται πάντα σε σύγκρουση με αυτή την καθιερωμένη τάξη. Με αυτή την έννοια, δεν είναι τυχαίο ότι, για παράδειγμα, η εκστρατεία 8 To Abolition έγινε τόσο σημαντική μετά τις κινητοποιήσεις για τον Τζορτζ Φλόιντ. Η αστυνομία είναι ο άμεσος χειριστής αυτού του μηχανισμού [dispositif] της μοιραίας παρέμβασης πάνω σε ρατσιστικούς στόχους.

Δεν πρόκειται για παράπτωμα ή υπερβολική χρήση βίας, αλλά για τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού [dispositif]. Κάθε αντιρατσιστικός λόγος που αγνοεί αυτό το γεγονός είναι μια απλή ηθική αντίρρηση που περιγράφει τον ρατσισμό ως ένα είδος ηθικού παραπτώματος που μπορεί να διορθωθεί από ένα ηθικό ιδεώδες που καταδικάζει τον ρατσισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η στάση αναφέρεται συνήθως στη ρατσιστική συμπεριφορά ως κάποια προκατάληψη που πρέπει να διορθωθεί με κάποιο είδος ηθικοποιητικής ευαισθητοποίησης ή κύρωσης (ποινικής ή κοινωνικής).

Ιστορικά, η αστυνομία είναι μια σύγχρονη πολιτική τεχνολογία που λειτουργεί ταυτόχρονα ως κυρίαρχη εξουσία θανάτωσης και ως βιοπολιτική διαχείριση της ζωής του πληθυσμού και των πολιτών του. Από την εμφάνιση της νεοφιλελεύθερης ορθολογικότητας στη δεκαετία του 1970, το κυρίαρχο της πρόσωπο του θανάτου έχει ενισχυθεί. Αυτό εκδηλώνεται σε διαδικασίες όπως η στρατιωτικοποίηση, η υπερ-φυλακή, η δικαστικοποίηση της ζωής, η ειρήνευση με καταστολή εξαθλιωμένων αστικών περιοχών όπως οι φαβέλες, ή ακόμη και σε ολόκληρες χώρες όπως η Αϊτή και η Συρία. Για άλλη μια φορά, η βιοπολιτική, η διαχείριση της ζωής, οδηγεί στον παροξυσμό της, τον θάνατο σε μεγάλη κλίμακα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα μέσα του εικοστού αιώνα, που είδε τους παροξυσμούς της με τις μορφές αυταρχικών και γενοκτονικών καθεστώτων όπως η ναζιστική Γερμανία και ο ιταλικός φασισμός, σήμερα, η κυρίαρχη εξουσία για να σκοτώνει –μέσω του κρατικού ρατσισμού– έχει μάθει να είναι δημοκρατική. Λειτουργεί, στις δημοκρατίες, μέσω του αστυνομικού μηχανισμού [dispositif] ασφαλείας που έγινε διεθνής με τη συγχώνευσή του με τον στρατιωτικό-διπλωματικό μηχανισμό [dispositif][17]. Αυτή η αποικιοποίηση της πολιτικής από την ασφάλεια –η οποία δεν χρειάζεται να εκδηλώνεται σε μια αυταρχική δικτατορία– είναι παρούσα στις κυβερνήσεις όλου του πλανήτη. Ονομάζουμε αυτή τη διαδικασία δημοκρατία της ασφάλειας.

Έτσι, ως μηχανισμός [dispositif] ασφαλείας στις δημοκρατίες της ασφάλειας, η αστυνομία εφαρμόζει τις πολιτικές ελέγχου και θανάτου της πέρα από το θεσμό και τους αξιωματικούς της. Η αστυνομία παράγει την τάξη ως ασφάλεια των έμβιων όντων στον πλανήτη, μια οικοπολιτική[18]. Τα έμβια όντα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, αλλά κάθε ζωντανό ον που είναι χρήσιμο και παραγωγός υπακοής και τάξης, κάθε τι που μπορεί να θεωρηθεί καλό και ομαλό. Όσο για τα έμβια όντα που δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την ομαλή παραγωγικότητα, ο κρατικός ρατσισμός ενεργεί με τον δολοφονικό του τεμαχισμό και τα σκοτώνει ή τα αφήνει να πεθάνουν.

Στις σημερινές δημοκρατίες, δεν υπάρχει αντιρατσισμός χωρίς την κατάργηση της αστυνομίας. Αυτή είναι η αλλαγή που εκτείνεται σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτή η επιβεβαίωση της απελευθερωμένης ζωής αναδύθηκε στις διαδηλώσεις κατά της εκτέλεσης του Τζορτζ Φλόιντ. Αλλά μια πιο προσεκτική ματιά θα αποκαλύψει ότι σε όλο τον κόσμο, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων μισεί τη δολοφονική αστυνομία. Πέρα από τον κρίσιμο αγώνα που στοχεύει στη διάλυση του μηχανισμού [dispositif] ασφάλειας, του διπλωματικού-αστυνομικού μηχανισμού [dispositif], μένουμε με μια ηθική ρητορική του ρατσισμού ως προκατάληψη και ανάρμοστη συμπεριφορά. Πρέπει να πάμε πέρα από αυτό, αν θέλουμε να σταματήσουμε να μετράμε τα σώματα των φυλετικοποιημένων ανθρώπων, ανεξάρτητα από το πού γίνεται η καταμέτρηση. Από τα γκέτο του Σάο Πάολο, τις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο μέχρι κάπου στους δρόμους του Σοβέτο, στο Γιοχάνεσμπουργκ∙ από τα banlieues του Παρισιού μέχρι τους δρόμους της Μινεάπολης ή της Λωρίδας της Γάζας, στην Παλαιστίνη.

Η επείγουσα ανάγκη για την κατάργηση της αστυνομίας έγκειται στην επείγουσα ανάγκη να είμαστε ζωντανοί! Η επείγουσα ανάγκη της επιβεβαίωσης της ζωής ως αντι-πολιτική στον αγώνα ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική θανάτου του κρατικού ρατσισμού.

Δεν θέλουμε πια την καταραμένη αστυνομία!

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Acácio Augusto, «A Urgência da Abolição da Polícia e Uma Nota Sobre Antirracismo Moral», Iniciativa Direito à Memória e Justiça Racial, 3 Απριλίου 2021, https://dmjracial.com/2021/04/03/a-urgencia-da-abolicao-da-policia-e-uma-nota-sobre-antirracismo-moral/.

Acácio Augusto, “The Urgency of Police Abolition. And a Note on Moral Anti-Racism”, Spectre, 31 Ιουλίου 2023, https://spectrejournal.com/the-urgency-of-police-abolition/ (μετάφραση από τα πορτογαλικά στα αγγλικά Amos Caldeira).

 

 

Σημειώσεις

[1] Καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων του UNIFESP, όπου συντονίζει το LASInTec (Εργαστήριο Ανάλυσης της Διαδραστικής Ασφάλειας των Τεχνολογιών Παρακολούθησης), και στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στη Θεσμική Ψυχολογία του Πανεπιστημίου UFES.

[2] [Σ.τ.Μ.:] «Έρχονται οι αρουραίοι / Βρώμικοι και αηδιαστικοί / Έρχονται οι αρουραίοι / Να σπάσουν την ειρήνη / Με λόγο και αιτία / Έχουμε μίσος στις καρδιές μας». Από το τραγούδι «Ódio» των Restos de Nada. Οι Restos de Nada ήταν το πρώτο punk rock συγκρότημα της Βραζιλίας, που συγκροτήθηκε το 1978 στην πόλη του Σάο Πάολο. Βλ. «Restos de Nada», Wikipédia, https://pt.wikipedia.org/wiki/Restos_de_Nada. Και “Restos De Nada - Ódio (Lp 1987) punk”, https://www.youtube.com/watch?v=8Cy9FpNZjKA&t=1s.

[3] [Σ.τ.Μ.:] Στα γαλλικά στο κείμενο (της αγγλικής μετάφρασης). Ο όρος φουκωικός «dispositif» έχει αποδοθεί συχνά ως διάταξη, σύστημα, μηχανισμός (Σωτήρης Σιαμανδούρας, «Dispositif: γενεολογία και μετάφραση», Νέα Εστία, τόμος 169, τεύχος 85, Απρίλιος 2011). Σύμφωνα με τον Φουκώ: το dispositif είναι: «στρατηγικές συσχετισμών δύναμης, οι οποίες υποστηρίζουν είδη γνώσης, αλλά και υποστηρίζονται από αυτά.» (Αναφέρεται στο Σ. Σιαμανδούρας, ό.π.). Επιλέξαμε να αποδώσουμε τον όρο ως μηχανισμός, παραθέτοντας πάντα δίπλα τη γαλλική λέξη μέσα σε αγκύλες. Στο πρωτότυπο στα πορτογαλικά, χρησιμοποιείται ο πορτογαλικός όρος «dispositivo».

[4] Σχετικά με αυτό, βλέπε τα οκτώ σημεία για την κατάργηση, στο https://www.8toabolition.com/.

[5] Το LASInTec μετέφρασε και δημοσίευσε, με ένα εισαγωγικό σημείωμα για τη Βραζιλία, αυτό το μανιφέστο, το οποίο είναι διαθέσιμο εδώ: https://lasintec.milharal.org/files/2020/08/Boletim-AntiSeguran%C3%A7a-n1-1.pdf.

[6] [Σ.τ.Μ.:] «Το 8 to Abolition [8 σημεία για την Κατάργηση της αστυνομίας] είναι μία κίνηση για την κατάργηση της αστυνομίας και των φυλακών που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων Black Lives Matter το 2020 μετά τη δολοφονία του George Floyd. Το 8 to Abolition δημιουργήθηκε ως απάντηση στην καμπάνια 8 Can’t Wait που δημιουργήθηκε από το Campaign Zero. Τα οκτώ σημεία του 8 to Abolition έχουν ως εξής: 1) Αποχρηματοδότηση της αστυνομίας, 2) Αποστρατιωτικοποίηση των κοινοτήτων, 3) Απομάκρυνση της αστυνομίας από τα σχολεία, 4) Απελευθέρωση των ανθρώπων από τις φυλακές και τα κρατητήρια, 5) Κατάργηση των νόμων που ποινικοποιούν την επιβίωση, 6) Επένδυση στην κοινοτική αυτοδιοίκηση, 7) Παροχή ασφαλούς στέγασης για όλους, 8) Επένδυση στην περίθαλψη, όχι στους μπάτσους.» “8 to Abolition”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/8_to_Abolition. Για περισσότερα: #8toAbolition, https://www.8toabolition.com/.

[7] «Ένοπλος γραφειοκράτης» είναι ένας χαρακτηρισμός που επινόησε ο αναρχικός ανθρωπολόγος David Graeber για να αναφερθεί στα συνηθισμένα καθήκοντα ενός αστυνομικού, στο David Graeber, The Utopia of Rules: On Technology, Stupidity, and the Secret Joys of Bureaucracy. Νέα Υόρκη: Melville House, 2015.

[8] Για την έννοια της δημοκρατίας της ασφάλειας, βλέπε Acácio Augusto e Helena Wilke. “Racionalidade neoliberal e segurança: embates entre democracia securitária e anarquia”, στο Margareth Rago e Mauricio Pelegrini, Neoliberalismo, feminismos e contracondutas. Perspectivas fouacultianas, Σάο Πάολο: Intermeios, 2019, σσ. 225-245. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.academia.edu/42444431/Racionalidade_neoliberal_e_seguran%C3%A7a_embates_entre_democracia_securit%C3%A1ria_e_anarquia.

[9] Για την αστυνομία που συνδέεται με τις τεχνολογίες παρακολούθησης και τη συγκρότηση της αστυνομίας των πολιτών, βλέπε Acácio Augusto, Política e polícia: cuidados, controles e penalizações de jovens, Ρίο ντε Τζανέιρο: Lamparina, 2013· και Edson Passetti et. ali. Ecopolitics, Σάο Πάολο: Hedra, 2019.

[10] Foucault, M. et al. (2009), Security, territory, population: lectures at the Collège de France, 1977-78. Μπέισινγκστοκ: Palgrave Macmillan, σελ. 313 [Michel Foucault, Segurança, território, população. Tradução Eduardo Brandão, Σάο Πάολο: Martins Fontes, 2008, σελ. 421].

[11] Ό.π., σελ. 318.

[12] [Σ.τ.Μ.:] Για τον όρο «governmentality» και τις μεταφράσεις του στα ελληνικά: Γιάννης Καραγιάννης, «Η ανάλυση της εξουσίας: Foukault, σύγχρονη καθοδηγητική εξουσία και ερευνητικές προκλήσεις», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τεύχος 43, Δεκέμβριος 2015.

[13] Ό.π., σελ. 339.

[14] Ό.π., σελ. 352.

[15] Foucault, M., Ό.π., σελ. 354.

[16] Για μια εκτενή έκθεση αυτών των αποτελεσμάτων επέκτασης, βλέπε Adalton Marques, Humanizar e expandir: uma genealogia da segurança pública em São Paulo, Διδακτορική διατριβή, Σάο Κάρλος: UFSCar, 2017.

[17] Για τη συγκρότηση του "διπλωματικο-αστυνομικού μηχανισμού", βλ. Edson Passetti et al. Ecopolitics, Σάο Πάολο: Hedra, 2019, σσ. 219-257.

[18] Για τους μετασχηματισμούς της βιοπολιτικής σε οικοπολιτική, βλέπε Edson Passetti et. al. Ecopolitics. Σάο Πάολο: Hedra, 2019.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 08 Αυγούστου 2023 16:08

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.