Andy Durgan
Η Κοινωνική Επανάσταση Ενάντια στον Φασισμό στην Ισπανία
Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος συχνά παρουσιάζεται σαν μια πάλη μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Ισπανίας της δεκαετίας του 1930. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική πόλωση στην Ισπανία τα χρόνια που προηγήθηκαν του εμφυλίου πολέμου, σε συνδυασμό με την επακόλουθη αποτυχία μιας αστικής-ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας [bourgeois-democratic republic] (1931–36), οδήγησαν στο ξέσπασμα τόσο του πολέμου όσο και της επανάστασης.
Ο εκλογικός θρίαμβος του Λαϊκού Μετώπου τον Φεβρουάριο του 1936, αντί να εγκαινιάσει μια νέα εποχή κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αποκάλυψε την αδυναμία της δημοκρατίας των Ρεπουμπλικάνων να αντιμετωπίσει μια άρχουσα τάξη αποφασισμένη να αποτρέψει οποιαδήποτε αμφισβήτηση της εξουσίας της. Η νίκη του Λαϊκού Μετώπου πυροδότησε ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων των εργατικών μαζών, τόσο των αστικών όσο και των αγροτικών, τις οποίες η δημοκρατική κυβέρνηση προσπάθησε να καταστείλει, όπως είχε κάνει και το 1931. Η Δεξιά, από την πλευρά της, εγκατέλειψε κάθε ελπίδα να διαλύσει τη δημοκρατία από μέσα και επέλεξε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα.
Το Εργατικό Κίνημα
Το μέλλον της δημοκρατίας εξαρτιόταν όχι μόνο από τους δεξιούς εχθρούς της, αλλά και από το εργατικό κίνημα. Στην περίπτωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE), η «επαναστατική» αριστερή πτέρυγα, με ηγέτη τον Φρανθίσκο Λάργκο Καμπαγιέρο, αρνήθηκε να επαναλάβει την εμπειρία της Ρεπουμπλικανικής-Σοσιαλιστικής κυβέρνησης του 1931–33 και επέμεινε ότι οι Σοσιαλιστές (PSOE) δεν έπρεπε να συμμετάσχουν στη νέα κυβέρνηση, αφήνοντας στους Ρεπουμπλικάνους να «ολοκληρώσουν την αστική επανάσταση». Αυτή η απλοϊκή αντίληψη του μαρξισμού σήμαινε ότι ο Λάργκο Καμπαγιέρο και οι οπαδοί του δεν είχαν καμία στρατηγική για την κατάληψη της εξουσίας· αντίθετα, έπρεπε να περιμένουν παθητικά τους Ρεπουμπλικάνους να ανοίξουν το δρόμο για μια σοσιαλιστική κυβέρνηση.
Αντίθετα, η πιο σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα υπό την ηγεσία του Ινταλέθιο Πριέτο, με την υποστήριξη του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCE), υποστήριζε την ανάγκη επιστροφής σε μια κυβέρνηση συνασπισμού για την ολοκλήρωση του ρεπουμπλικανικού ρεφορμιστικού προγράμματος. Η τελευταία αυτή θέση ήταν εκείνη που θα υιοθετούσε το Σοσιαλιστικό κίνημα εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου. Η αριστερή πτέρυγα, έχοντας χάσει μέρος της βάσης της προς όφελος του σταλινισμού, ιδίως τη Σοσιαλιστική Νεολαία (FJS), η οποία θα συγχωνευόταν με τους Νέους Κομμουνιστές για να σχηματίσει την JSU (Juventud Socialista Unificada), ξεπεράστηκε από τα γεγονότα και τελικά αποδέχτηκε την ίδια θέση με τους σοσιαλδημοκράτες αντιπάλους της.
Την παραμονή του εμφυλίου πολέμου, η αναρχοσυνδικαλιστική Confederación Nacional del Trabajo (CNT) εξακολουθούσε να ασκεί σημαντική επιρροή στο πλαίσιο του σημαντικότερου εργατικού κινήματος του ισπανικού κράτους, στην Καταλονία, και διατηρούσε πολύ ισχυρή παρουσία στην Ανδαλουσία, την Αραγονία και τη Βαλένθια. Επιπλέον, στις Αστούριες και τη Μαδρίτη, όπου οι Σοσιαλιστές αποτελούσαν ιστορικά την κυρίαρχη δύναμη μεταξύ των οργανωμένων εργαζομένων, η CNT απολάμβανε σημαντική υποστήριξη από τη μειοψηφία.
Εντός της CNT, οι ακτιβιστές και οι συνδικαλιστικοί ηγέτες ήταν διαιρεμένοι μεταξύ αναρχοσυνδικαλιστών και διαφόρων ριζοσπαστικών αναρχικών παρατάξεων, η σημαντικότερη εκ των οποίων ήταν η Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία (FAI). Ένα κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των φραξιών ήταν ο αποπολιτικισμός τους. Ωστόσο, αποδυναμωμένη από την καταστολή και ιδεολογικά διχασμένη, η CNT θα υιοθετούσε μια λιγότερο αδιάλλακτη στάση στις σχέσεις της με την Αριστερά κατά τους πρώτους μήνες του 1936, μια κίνηση που αποδείχθηκε προοίμιο της άμεσης συμμετοχής της στην κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Κατά τις εκλογές του Φεβρουαρίου 1936, προκειμένου να εξασφαλίσει την απελευθέρωση των χιλιάδων φυλακισμένων μελών της, η CNT δεν οργάνωσε εκστρατεία αποχής, όπως είχε κάνει το 1933, και αυτή η de facto πρόσκληση για ψήφο συνέβαλε στη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Τον Μάιο του 1936, η CNT πραγματοποίησε το τέταρτο συνέδριό της στη Σαραγόσα. Το συνέδριο αυτό αποδείχθηκε ένα ορόσημο στην ιστορία του συνδικάτου.
Έχοντας βρεθεί αντιμέτωποι με την αιματηρή καταστολή της Κομμούνας της Αστούριας τον Οκτώβριο του 1934, οι σύνεδροι ζήτησαν μια επαναστατική συμμαχία με τη Σοσιαλιστική Unión General de los Trabajadores (UGT) ως πρώτο βήμα προς την κοινωνική επανάσταση. Ωστόσο, το συνέδριο ανέδειξε επίσης τα όρια της στροφής της CNT πέρα από τον απολιτικό σεκταρισμό της. Ενώ διεξήχθη μια μακρά και αφηρημένη συζήτηση σχετικά με τη φύση του ελευθεριακού κομμουνισμού, δεν υπήρξε καμία συζήτηση για την πολιτική κατάσταση, ειδικά για την απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος.
Το νεοσύστατο Partido Obrero de Unificación Marxista (POUM) υπερασπίστηκε επίσης την ενότητα των εργατών, αλλά μέσω της αναδιοργάνωσης των Εργατικών Συμμαχιών, οι οποίες είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο επαναστατικό κίνημα του 1934. Το POUM αντιπαρέθεσε την Εργατική Συμμαχία –η οποία θεωρούνταν απαραίτητη για την ανατροπή του καπιταλισμού– στο Λαϊκό Μέτωπο, μια εκλογική συμμαχία υποταγμένη στον μικροαστικό ρεπουμπλικανισμό.
Ταυτόχρονα, αναγνώριζε ότι η απουσία ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος ήταν καθοριστική για την ήττα του επαναστατικού κινήματος το 1934. Το POUM ήλπιζε να κερδίσει στο πλευρό του τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα των Σοσιαλιστών, ειδικά τη νεολαία. Η υποταγή της FJS στη σταλινική επιρροή την άνοιξη του 1936 θα έδινε ένα μοιραίο πλήγμα σε αυτές τις ελπίδες.
Επανάσταση
Η επανάσταση που ξέσπασε ως αντίδραση στη στρατιωτική ανταρσία του Ιουλίου του 1936 σηματοδότησε το τέλος του ευρωπαϊκού επαναστατικού κύκλου που είχε ξεκινήσει με τη νίκη των Μπολσεβίκων το 1917. Μέσα σε λίγες μέρες, όπως θα επέμενε ο ηγέτης του POUM, Αντρέου Νιν, τον Σεπτέμβριο του 1936, η εργατική τάξη, με τα όπλα στα χέρια, είχε επιλύσει τα «θεμελιώδη προβλήματα» της δημοκρατικής επανάστασης που η «φιλελεύθερη αστική τάξη» δεν είχε καταφέρει να επιλύσει σε πέντε χρόνια. Η κατάφωρη ανισότητα στην ιδιοκτησία της γης είχε εξαλειφθεί με την κολεκτιβοποίηση ή την αναδιανομή· η εξουσία της εκκλησίας και του στρατού είχε κατερρεύσει, και η Καταλονία είχε πάψει να υπάγεται σε ένα συγκεντρωτικό κράτος. Όμως η εργατική τάξη, ισχυριζόταν ο Νιν, δεν αγωνιζόταν για μια δημοκρατική δημοκρατία [democratic republic], αλλά για τον σοσιαλισμό.
Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της επανάστασης ήταν ένα μοναδικό πείραμα εργατικής αυτοδιαχείρισης με τη κολεκτιβοποίηση της βιομηχανίας και της γης. Σε πολλές περιπτώσεις, η κατάληψη επιχειρήσεων ή γης ήταν μια αυθόρμητη διαδικασία και υποστηρίχθηκε μόνο εκ των υστέρων από τις εργατικές οργανώσεις. Η κολεκτιβοποίηση στις πόλεις προχώρησε περισσότερο στην Καταλονία, όπου συγκεντρωνόταν τότε το ήμισυ της ισπανικής βιομηχανίας. Στην περιοχή της Βαλένθια, η κολεκτιβοποίηση ήταν επίσης ευρέως διαδεδομένη, ειδικά στον αγροτικό τομέα.
Οι πιο γνωστές αγροτικές κολεκτίβες ήταν εκείνες που οργανώθηκαν από αναρχικούς στην ανατολική Αραγονία. Και παρόλο που η παρουσία των πολιτοφυλακών της CNT στην περιοχή επηρέασε την εξέλιξή τους, η πρωτοβουλία ήταν συχνά τοπική, ειδικά σε πόλεις όπου ο ελευθεριακός κομμουνισμός είχε καθιερωθεί για σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της αναρχικής εξέγερσης του Δεκέμβρη του 1933. Η αγροτική κολεκτιβοποίηση ήταν επίσης παρούσα στην Ανδαλουσία και στη Νέα Καστίλη. Αλλού, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της Χώρας των Βάσκων, η εργατική τάξη διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην οικονομία μέσω διαφόρων μορφών εργατικού ελέγχου και της απαλλοτρίωσης χώρων εργασίας και αγροκτημάτων που είχαν εγκαταλειφθεί από υποστηρικτές των στασιαστών.
Η επανάσταση σήμανε επίσης την εκτεταμένη κατάληψη του αστικού χώρου, με κτίρια να καταλαμβάνονται και να μετατρέπονται σε σχολεία, νοσοκομεία, λαϊκά εστιατόρια και έδρες αντιφασιστικών οργανώσεων. Όπως έχει υποστηρίξει η Μέρι Νας, η επανάσταση και ο πόλεμος αντιπροσώπευαν για πολλές γυναίκες «την κατάρρευση του παραδοσιακού περιορισμού των γυναικών στο σπίτι και τους έδωσαν δημόσια προβολή». Μπήκαν για πρώτη φορά στην πολιτική ζωή, προσχωρώντας μαζικά σε αντιφασιστικές γυναικείες οργανώσεις, εργαζόμενες σε εργοστάσια και, σε λίγες περιπτώσεις, συμμετέχοντας στον ένοπλο αγώνα.
Στο επίκεντρο της αντίστασης στους στρατιωτικούς στασιαστές βρίσκονταν οι εργατικές οργανώσεις, και όχι μόνο στις περιοχές όπου η κοινωνική επανάσταση ήταν ισχυρότερη. Σε ολόκληρη την περιοχή που θα γινόταν η Δημοκρατική Ζώνη, τα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα οργάνωσαν γρήγορα πολιτοφυλακές για να πολεμήσουν τους στασιαστές. Μέχρι το καλοκαίρι του 1936, υπήρχαν ήδη περίπου 150.000 μέλη πολιτοφυλακών (και μια μειοψηφία γυναικών) που πολεμούσαν σε διάφορα μέτωπα.
Το Λαϊκό Μέτωπο
Αντιμέτωπα με τη στρατιωτική υπεροχή των στασιαστών, οι οποίοι εφοδιάζονταν σε μεγάλο βαθμό από τις φασιστικές δυνάμεις, τα κύρια κόμματα του Λαϊκού Μετώπου (Ρεπουμπλικανοί, Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές) υποστήριξαν ότι ήταν απαραίτητο να παρουσιάσουν τον πόλεμο ως υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας, προκειμένου να διατηρήσουν την υποστήριξη των μεσαίων τάξεων και να εξασφαλίσουν στρατιωτική βοήθεια από τις δυτικές δημοκρατίες. Αυτή η στάση σήμαινε την καταστολή, ή τουλάχιστον την συγκάλυψη, της κοινωνικής επανάστασης που βρισκόταν σε εξέλιξη σε μεγάλο μέρος της δημοκρατικής ζώνης.
Τόσο στην ιστοριογραφία όσο και την εποχή εκείνη, τα αριστερά ρεπουμπλικανικά κόμματα θεωρούνταν ότι εκπροσωπούσαν τις «μεσαίες τάξεις» ή τουλάχιστον ένα τμήμα τους. Το γεγονός ότι τα κόμματα αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στις ρεπουμπλικανικές κυβερνήσεις του 1931 και του 1936 ενίσχυσε την αντίληψη για την πολιτική τους σημασία. Ωστόσο, η κοινωνική και εκλογική τους βάση ήταν περιορισμένη. Εκτός της Καταλονίας, του μοναδικού τόπου όπου ο αριστερός ρεπουμπλικανισμός απολάμβανε μαζική υποστήριξη (μέσω της Esquerra Republicana de Catalunya), διέθετε στενή κοινωνική βάση, αποτελούμενη κυρίως από την μικροαστική τάξη των πόλεων και πολύ συγκεκριμένους τομείς, όπως οι δάσκαλοι.
Τα εκλογικά αποτελέσματα των Αριστερών Ρεπουμπλικάνων καταδεικνύουν σαφώς τα όρια της υποστήριξής τους. Το 1931, εξαιρουμένης της Καταλονίας, εκλέχθηκαν 111 βουλευτές των Αριστερών Ρεπουμπλικάνων σε συνασπισμό με το PSOE και το μετριοπαθές ρεπουμπλικανικό Ριζοσπαστικό Κόμμα, ενώ το 1936 εκλέχθηκαν 129 ως μέλη του Λαϊκού Μετώπου. Το 1933, χωρίς να συμμετέχουν σε εθνικό συνασπισμό, οι Αριστεροί Ρεπουμπλικανοί κέρδισαν μόνο δεκατέσσερις έδρες (σε σύγκριση με τις είκοσι μία στην Καταλονία), εννέα από τις οποίες χάρη σε τοπικές συμφωνίες με τους Ριζοσπάστες και πέντε χάρη στην τοπική υποστήριξη από το PSOE.
Σε διεθνές επίπεδο, οι φαινομενικά φυσικοί σύμμαχοι της Δημοκρατίας, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του Μεξικού, όχι μόνο εγκατέλειψαν τη νόμιμη κυβέρνηση αρνούμενες να της στείλουν τα απαραίτητα όπλα για την άμυνά της, αλλά προώθησαν και τη φάρσα της πολιτικής «μη παρέμβασης», η οποία θα οδηγούσε στην σχεδόν πλήρη απομόνωση της νομιμόφρονης Ισπανίας (όπως ήταν γνωστή η Δημοκρατία). Η συμμετοχή της Γερμανίας και της Ιταλίας στην επιτροπή μη παρέμβασης θα αποτελούσε το πιο σαφές παράδειγμα του κυνισμού αυτής της διαβόητης συμφωνίας.
Ούτε η Γαλλία ούτε η Μεγάλη Βρετανία είχαν κανένα συμφέρον να υποστηρίξουν μια φαινομενικά αδύναμη κυβέρνηση σε ένα πλαίσιο έντονης πολιτικής και κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Γαλλίας, υπό την πίεση των κυρίαρχων τάξεων, του στρατού και του βρετανικού ιμπεριαλισμού,ανακάλεσε γρήγορα την απόφασή της να στείλει όπλα στη Δημοκρατία. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρούσε τον ηγέτη των Αριστερών Ρεπουμπλικανών, Μανουέλ Αθάνια, τον πρώτο πρωθυπουργό του Λαϊκού Μετώπου, ως τον «Κερένσκι της Ισπανίας». Όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος, πίστευε ότι ο «μπολσεβικισμός» βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάληψης της εξουσίας. Οι δηλώσεις των υπουργών της σχετικά με το ότι ο Φρανθίσκο Φράνκο ήταν η καλύτερη επιλογή για την προστασία των βρετανικών ιμπεριαλιστικών και καπιταλιστικών συμφερόντων ήταν άφθονες.
Σταλινισμός
Με τον εκφυλισμό της Ρωσικής Επανάστασης και την άνοδο του Ιωσήφ Στάλιν στην εξουσία, τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν καταστεί πλήρως υποταγμένα στις πολιτικές ανάγκες της Μόσχας. Η στροφή της Κομιντέρν προς την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου καθοδηγούνταν, πάνω απ’ όλα, από την ανάγκη να περιοριστεί η απειλή που αποτελούσε η ναζιστική Γερμανία για την ίδια την επιβίωση της ΕΣΣΔ. Αυτή η απειλή κατέστησε επείγουσα τη σύναψη, σε διεθνές επίπεδο, μιας συμμαχίας με τις δημοκρατίες, ιδίως τη Γαλλία, ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις. Το Λαϊκό Μέτωπο αποτελούσε, επομένως, την εθνική έκφραση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής, και η ομοιόμορφη υιοθέτηση αυτού του νέου προσανατολισμού από τα κομμουνιστικά κόμματα εκείνη την εποχή δεν βασιζόταν σε καμία ανάλυση της συγκεκριμένης κοινωνικοπολιτικής κατάστασης σε κάθε χώρα.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την προηγούμενη καταστροφική γραμμή που είχε χαρακτηρίσει τα σοσιαλιστικά κόμματα ως «σοσιαλφασίστες» και ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την εργατική τάξη, το Λαϊκό Μέτωπο ανταποκρινόταν στην ανάγκη να αντιμετωπιστεί η απειλή από την ακροδεξιά και είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της κομμουνιστικής επιρροής σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το PCE θα γινόταν το ισχυρότερο πολιτικό κόμμα στη δημοκρατική ζώνη. Μέχρι τα μέσα του 1937, αριθμούσε περίπου 300.000 μέλη, δέκα φορές περισσότερα από ό,τι πριν τον Ιούλιο του 1936, ενώ το καταλανικό του αντίστοιχο, το Partit Socialista Unificat de Catalunya (PSUC), είχε πάνω από 50.000 μέλη και η JSU περίπου 250.000.
Υπήρχαν διάφοροι λόγοι για αυτή την αύξηση της επιρροής. Η σθεναρή υπεράσπιση του Λαϊκού Μετώπου από τους Κομμουνιστές προσέλκυσε στο κόμμα άνθρωπους που είχαν πρόσφατα ασχοληθεί με την πολιτική και αντιτάσσονταν στη στρατιωτική ανταρσία και τον φασισμό, συμπεριλαμβανομένων μικροαστικών στρωμάτων που είχαν τρομοκρατηθεί από τις «υπερβολές» της επανάστασης και τις επιθέσεις κατά της ιδιωτικής περιουσίας. Υπερασπίζοντας τη στρατιωτική συγκέντρωση εξουσίας και τη σιδηρά πειθαρχία, οι Κομμουνιστές κέρδισαν επίσης την υποστήριξη πολλών επαγγελματιών αξιωματικών που είχαν παραμείνει πιστοί στη Δημοκρατία. Πάνω απ’ όλα όμως, η στρατιωτική υποστήριξη της ΕΣΣΔ προς τη Δημοκρατία συνέβαλε στην αύξηση του κύρους του PCE.
Ένας παράγοντας που συχνά παραβλέπεται στην εξήγηση της αύξησης της επιρροής των κομμουνιστών στην Ισπανία ήταν η επιμονή της εικόνας τους ως «κόμματος της Ρωσικής Επανάστασης» και η αυτοπροσδιορισμός τους ως επαναστατών. Το γεγονός ότι το PCE, παρά τη δέσμευσή του στην υπεράσπιση της ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας, μιλούσε για την ανάγκη ενός «νέου είδους δημοκρατίας», μιας «λαϊκής επανάστασης» και ενός «εθνικού επαναστατικού πολέμου» αντανακλούσε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το κόμμα στο πλαίσιο των πολιτικών και κοινωνικών πραγματικοτήτων της δημοκρατικής ζώνης.
Η εκτεταμένη χρήση σοβιετικής εικονογραφίας και επαναστατικών μεθόδων για την κινητοποίηση του πληθυσμού της Μαδρίτης τον Νοέμβριο του 1936 αποτέλεσε ένα ακόμη παράδειγμα της φαινομενικά αμφίσημης σχέσης των κομμουνιστών με την αστική δημοκρατία. Από εκεί, δεν ήταν δύσκολο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Λαϊκό Μέτωπο ήταν ένα απαραίτητο τακτικό διάλειμμα, μια προκαταρκτική φάση που οδηγούσε στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Τέτοιες αμφισημίες συμβάλλουν στην εξήγηση της έλξης που ασκούσε ο σταλινισμός σε ένα σημαντικό τμήμα της FJS.
Τελικά, μόνο το PCE (στην Καταλονία, το PSUC), με την πειθαρχία και τη «λενινιστική» δομή του, και όχι οι φιλελεύθερες και ρεφορμιστικές παρατάξεις, ήταν ικανό τόσο να θέσει τέλος στην κοινωνική επανάσταση που βρισκόταν σε εξέλιξη στη Δημοκρατική Ζώνη όσο και να ηγηθεί πολιτικά της πολεμικής προσπάθειας του Λαϊκού Μετώπου.
Ο αναρχισμός και το ζήτημα της εξουσίας
Μετά την καταστολή της στρατιωτικής ανταρσίας στα τα δύο τρίτα σχεδόν της Ισπανίας, την εξουσία ασκούσαν αμέτρητες τοπικές αντιφασιστικές επιτροπές, που αποτελούσανται κυρίως από τα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου, την UGT και την CNT. Στην Καταλονία, οι επιτροπές αντανακλούσαν την επιρροή της επανάστασης και συχνά κυριαρχούνταν από τους αναρχικούς και το POUM. Λίγες από τις επιτροπές είχαν εκλεγεί από τον τοπικό πληθυσμό, αλλά συνήθως αποτελούσανταν από εκπροσώπους που ορίζονταν από τις διάφορες αντιφασιστικές οργανώσεις.
Για να ξεπεραστεί η έλλειψη συντονισμού και ο κατακερματισμός της εξουσίας κατά τις πρώτες εβδομάδες στη δημοκρατική ζώνη, οργανώθηκαν διάφορα είδη οργάνων σε περιφερειακό και επαρχιακό επίπεδο, τα οποία σχεδόν όλα υποστηρίζονταν από το τοπικό Λαϊκό Μέτωπο, μαζί με την CNT. Η αυτονομία και ο ριζοσπαστισμός τους διέφεραν από τόπο σε τόπο. Το σημαντικότερο από αυτά ήταν η Κεντρική Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών (CCMA) στην Καταλονία, η οποία συγκροτήθηκε στις 21 Ιουλίου.
Παρά την πλειοψηφία του Λαϊκού Μετώπου, οι αποφάσεις της CCMA αντανακλούσαν τη δύναμη της επανάστασης. Εκτός από τη στρατιωτική οργάνωση, η καταλανική επιτροπή έκανε τα πρώτα βήματα για τον έλεγχο της οικονομίας, οργανώνοντας τη διανομή τροφίμων, παγώνοντας τους τραπεζικούς λογαριασμούς όσων είχαν υποστηρίξει την ανταρσία και εφαρμόζοντας μέτρα ώστε οι χώροι εργασίας που είχαν ήδη περάσει στα χέρια των εργαζομένων να συνεχίσουν να καταβάλλουν μισθούς.
Σε μεγάλο μέρος της υπόλοιπης Δημοκρατικής ζώνης, συγκροτήθηκαν επιτροπές που, όπως και η CCMA, ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία κατά τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου. Ο πολιτικός προσανατολισμός των περισσότερων από αυτές τις επιτροπές δεν αντανακλούσε πάντα την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, παρά το γεγονός ότι οι υποστηρικτές του συνήθως αποτελούσαν την πλειοψηφία των αντιπροσώπων. Για παράδειγμα, στην Αραγονία, την Καρταχένα, το Χιχόν, τη Μάλαγα και τη Βαλένθια, οι επιτροπές, στις οποίες κυριαρχούσαν τα συνδικάτα, ενήργησαν με ανοιχτά επαναστατικό τρόπο.
Όμως, λόγω του κατακερματισμού της εξουσίας, η επανάσταση δεν μπόρεσε να θριαμβεύσει πλήρως. Αντιμέτωποι με αυτή την πραγματικότητα, το μέλλον της επανάστασης εξαρτιόταν από την CNT, η δύναμη της οποίας φαινόταν αδιαμφισβήτητη τις πρώτες εβδομάδες του Εμφυλίου Πολέμου και σύντομα θα διπλασίαζε τα μέλη της, φτάνοντας τα 1.500.000 περίπου. Ωστόσο, οι αναρχικοί απέρριπταν κατ’ αρχήν την κατάληψη της εξουσίας.
Για αυτούς, η επανάσταση υπήρχε με την έννοια ότι η εργατική τάξη έλεγχε τους δρόμους, τα εργοστάσια και τη γη. Η «εξουσία» θα ασκούνταν σε κατώτερο επίπεδο, στις τοπικές κοινότητες ή στους χώρους εργασίας. Ωστόσο, οι εργατικές οργανώσεις, για παράδειγμα, δεν έλεγχαν τις επικοινωνίες, το εξωτερικό εμπόριο ή το τραπεζικό σύστημα. Πάνω απ’ όλα, με τη συγκρότηση του Λαϊκού Στρατού της Δημοκρατίας το φθινόπωρο του 1936, έχασαν τον έλεγχο του βασικού στοιχείου του πολέμου και της επανάστασης: των ενόπλων δυνάμεων.
Το δίλημμα που αντιμετώπιζαν οι αναρχικοί λόγω του κενού που άφησε η σχεδόν κατάρρευση του δημοκρατικού κράτους θα γινόταν σύντομα εμφανές. Σε μια βιαστικά συγκληθείσα συνάντηση των καταλανών αντιπροσώπων της CNT στη Βαρκελώνη στις 21 Ιουλίου, ο Χουάν Γκαρθία Ολίβερ, ένας από τουςηγέτες του ριζοσπαστικού αναρχισμού με την μεγαλύτερη επιρροή, υποστήριξε ότι η CNT βρισκόταν μπροστά σε δύο εναλλακτικές: «να τα δώσει όλα», κάτι που θα σήμαινε την εγκαθίδρυση «μιας αναρχικής δικτατορίας», ή να συνεργαστεί με τις άλλες αντιφασιστικές δυνάμεις. Δεδομένου ότι «μια δικτατορία» ήταν ανάθεμα για τους αναρχικούς, και λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική παρουσία άλλων δυνάμεων (ειδικά των Σοσιαλιστών), ιδίως εκτός Καταλονίας, επέλεξαν τη «συνεργασία».
Οι αναρχικοί ηγέτες βρέθηκαν γρήγορα παγιδευμένοι στην αντίφαση μεταξύ της υπεράσπισης της επανάστασης και της συνενοχής τους με το αστικό κράτος, ή ό,τι είχε απομείνει από αυτό. Η διχοτομία δεν ήταν μεταξύ «δικτατορίας» και «συνεργασίας», αλλά μεταξύ της ενότητας των εργατών, που ξεπερνούσε τα όρια των αναρχικών, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας, και της υποταγής στο Λαϊκό Μέτωπο, η οποία αργά ή γρήγορα θα σήμαινε το τέλος της επανάστασης.
Αντιτιθέμενοι στη δημιουργία ενός νέου κράτους, οι αναρχικοί κατέληξαν να συνεργαστούν με το υπάρχον κράτος ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, με την ανασυγκρότηση του ρεπουμπλικανικού κράτους. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1936, καθώς η στρατιωτική κατάσταση γινόταν όλο και πιο κρίσιμη, σε μια άνευ προηγουμένου κίνηση, τέσσερις αναρχικοί ανέλαβαν υπουργικά αξιώματα στη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση.
Η αντεπαναστατική διαδικασία εντός της δημοκρατικής ζώνης θα έφτανε στο αποκορύφωμά της με τις οδομαχίες στις αρχές Μαΐου του 1937. Η συγκρότηση, μια εβδομάδα αργότερα, μιας κυβέρνησης με επικεφαλής τον μετριοπαθή σοσιαλιστή Χουάν Νεγκρίν, χωρίς τη συμμετοχή των αναρχικών, σηματοδότησε την οριστική εδραίωση του αστικού κράτους.
Οδήγησε επίσης στην καταστολή του POUM, θύμα μιας σφοδρής εκστρατείας δυσφήμισης από τους σταλινικούς. Το τελευταίο προπύργιο της επανάστασης, το Συμβούλιο της Αραγωνίας, στο οποίο κυριαρχούσαν οι αναρχικοί, διαλύθηκε τον Αύγουστο. Τον Φεβρουάριο του 1938, η CNT, πλέον πλήρως προσηλωμένη στη συνεργασία με το δημοκρατικό κράτος, επέστρεψε στην κυβέρνηση.
Υπήρχε κάποια επαναστατική εναλλακτική λύση;
Υπήρχε εναλλακτική λύση στην προσέγγιση του Λαϊκού Μετώπου, το οποίο διεξήγαγε πόλεμο για την υπεράσπιση της δημοκρατίας εις βάρος της κοινωνικής επανάστασης; Η στρατιωτική στρατηγική της ρεπουμπλικανικής κυβέρνησης απέρριπτε τη χρήση μη ορθόδοξων ή επαναστατικών τακτικών, εν μέρει λόγω της ανάγκης της να διατηρήσει τον έλεγχο της πολιτικής κατάστασης εντός της επικράτειάς της, καθώς και να παρουσιαστεί στον κόσμο ως φιλελεύθερη κυβέρνηση. Ωστόσο, δεδομένου του σημαντικού υλικού πλεονεκτήματος του εχθρού, η προσκόλληση σε μια ορθόδοξη στρατιωτική στρατηγική είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας.
Η άποψη ότι το Λαϊκό Μέτωπο, καθώς και η καταστολή της επανάστασης, οφείλονταν αποκλειστικά στις στρατιωτικές ανάγκες της Δημοκρατίας είναι μια πλάνη. Οι πολιτικές του Λαϊκού Μετώπου, και ιδίως η υποταγή του στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, είχαν στρατιωτικές συνέπειες. Για παράδειγμα, ο ισπανικός στόλος, ο οποίος βρισκόταν υπό τον έλεγχο των ναυτών, αποσύρθηκε από το Στενό του Γιβραλτάρ από την αρχή λόγω πίεσης από τη βρετανική κυβέρνηση, δίνοντας έτσι στους στασιαστές ελεύθερο πεδίο δράσης για τη μεταφορά χιλιάδων στρατιωτών από τη Βόρεια Αφρική στην Ιβηρική Χερσόνησο. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η άρνηση, από φόβο μήπως βλάψουν τα γαλλικά συμφέροντα, να ανακηρυχθεί η ανεξαρτησία του Μαρόκου και να υποστηριχθεί μια εθνική εξέγερση πίσω από τις φασιστικές γραμμές.
Μια εναλλακτική στρατηγική θα περιελάμβανε τη μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού (όπως συνέβη κατά την πολιορκία της Μαδρίτης τον Νοέμβριο του 1936), έναν αμυντικό, πόλεμο θέσεων και τη διεξαγωγή πιο περιορισμένων επιδρομών σε συνδυασμό με ανταρτοπόλεμο, αποφεύγοντας έτσι μαζικές συγκρούσεις μεταξύ δύο στρατών με σαφώς άνισες δυνατότητες. Φυσικά, μπορεί κανείς να κάνει μόνο εικασίες αν μια στρατηγική επαναστατικού πολέμου θα μπορούσε να είχε επιτύχει, αν και η άμυνα της Μαδρίτης είναι ενδεικτική από αυτή την άποψη.
Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η επανάσταση ήταν η δυσμενής διεθνής κατάσταση, στην οποία τόσο τα κομμουνιστικά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ασκούσαν μεγάλη επιρροή. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε ποια επίδραση θα είχε η ύπαρξη μιας επαναστατικής εξουσίας στην Ισπανία στο εργατικό κίνημα πέρα από τα σύνορά της. Το προηγούμενο του 1917 θέτει το ενδεχόμενο ότι θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει ως καταλύτης και, ως εκ τούτου, να είχε οδηγήσει άλλα πολιτικά ρεύματα να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στην ταξική πάλη.
Πόλεμος και Επανάσταση
Στην ιστοριογραφία του Εμφυλίου Πολέμου, η διαίρεση μεταξύ των αντιφασιστικών δυνάμεων παρουσιάζεται συχνά ως ρήξη μεταξύ εκείνων που ήθελαν να δώσουν προτεραιότητα στον πόλεμο (Κομμουνιστές, Ρεπουμπλικανοί και Σοσιαλιστές) και της CNT και του POUM, που έθεταν τα συμφέροντα της επανάστασης πάνω από αυτά του πολέμου: μια επιλογή μεταξύ πολέμου ή επανάστασης. Αυτό δεν ίσχυσε ποτέ. Τόσο η CNT όσο και το POUM υπερασπίστηκαν την ανάγκη να διεξαχθεί ο πόλεμος και να πραγματοποιηθεί η επανάσταση ταυτόχρονα – να διεξαχθεί ένας επαναστατικός πόλεμος.
Τα δύο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα. Το POUM είχε μια σαφή στρατιωτική πολιτική που προέβλεπε τη δημιουργία ενός επαναστατικού στρατού, με πρότυπο τον Σοβιετικό Κόκκινο Στρατό κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Όμως, ένας τέτοιος στρατός δεν μπορούσε να δημιουργηθεί χωρίς μια επαναστατική κυβέρνηση βασισμένη στη δημοκρατία από τα κάτω, σε επιτροπές εργατών, αγροτών και μελών της πολιτοφυλακής.
Το POUM υποστήριζε ότι, για να εδραιωθεί η επανάσταση, τουλάχιστον στην Καταλονία, η εργατική τάξη έπρεπε να καταλάβει την εξουσία. Χωρίς όμως την CNT, ένας τέτοιος στόχος ήταν αδύνατος. Το να πείσει την CNT, ή τουλάχιστον ένα μέρος της, γι' αυτό το θέμα έγινε πολύ γρήγορα το κύριο πολιτικό μέλημα του POUM. Ωστόσο, όπως είδαμε, έπρεπε να ξεπεράσει την πεποίθηση των αναρχικών ότι οποιαδήποτε μορφή «εξουσίας» ή επαναστατικού κράτους θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε δικτατορία.
Τελικά, η τραγική έλλειψη στην ισπανική Επανάσταση ήταν μια επαναστατική οργάνωση με τη δύναμη που απαιτούνταν για να ηγηθεί της κατάληψης της εξουσίας. Υπήρχαν διάφορα εμπόδια που δεν επέτρεψαν στο POUM, το «μοναδικό κόμμα της επανάστασης», σύμφωνα με τον Αντρέου Νιν, να εξελιχθεί σε μια τέτοια οργάνωση. Η έλλειψη βάσης εκτός της Καταλονίας και η σύντομη ιστορία του –είχε ιδρυθεί μόλις ένα χρόνο νωρίτερα– ήταν εμπόδια δύσκολα να ξεπεραστούν. Χωρίς εθνική πολιτική ηγεσία, η επανάσταση ήταν καταδικασμένη σε ήττα.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Andy Durgan, “Spain’s Social Revolution Against Fascism”, Jacobin, 17 Ιουλίου 2026, https://jacobin.com/2026/07/spain-revolution-civil-war-anarchism.
Ο Άντι Ντούργκαν είναι ο συγγραφέας των βιβλίων The Spanish Civil War (Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος) (2007), Comunismo, revolución y movimiento obrero en Catalunya, 1920–1936: los orígenes del POUM (Κομμουνισμός, επανάσταση και εργατικό κίνημα στην Καταλονία, 1920–1936: οι ρίζες του POUM) (2016) και Voluntarios por la revolución: La milicia internacional del POUM en la Guerra Civil Española (Εθελοντές για την επανάσταση: Η διεθνής πολιτοφυλακή του POUM στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο) (2020).

