Πολιτοφύλακες «εκτελούν» το άγαλμα του Χριστού στον Cerro de los Ángeles (Λόφο των Αγγέλων) στο Χετάφε, λίγο έξω από τη Μαδρίτη στις 7 Αυγούστου 1936. Αγνώστου φωτογράφου (πιθανόν κάποιου πολιτοφύλακα) Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε αρχικά στη βρετανική εφημερίδα Daily Mail με τη λεζάντα «Ο πόλεμος των Ισπανών Κόκκινων ενάντια στη θρησκεία». Οι λαϊκές μάζες της Ισπανίας έτρεφαν έντονο μίσος για την εκκλησία, καθώς υπήρξε πάντα βασικό στήριγμα του αυταρχισμού και της καταπίεσης και συντάχθηκε από την πρώτη στιγμή με την πλευρά των πραξικοπηματιών. Οι συντριπτική πλειοψηφία των παπάδων σε όλο τον κόσμο δικαιολόγησε ή ευλόγησε τη σφαγή των δημοκρατικών από τα στρατεύματα του Φράνκο.
Andy Durgan
Σκέψεις για την Ισπανική Επανάσταση του 1936
Στην πλούσια βιβλιογραφία που αφορά τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, παρουσιάζεται συχνά ως μια πάλη μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού. Αυτή η άποψη είναι σχεδόν κυρίαρχη σε τμήματα της αριστεράς, πολλά από τα οποία έχουν επηρεαστεί ιστορικά από τον σταλινισμό. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Ισπανίας της δεκαετίας του 1930.
Η αποτυχία της δημοκρατίας
Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική πόλωση στο ισπανικό κράτος τα χρόνια πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο και η επακόλουθη αποτυχία της αστικής δημοκρατίας καθόρισαν το ξέσπασμα τόσο της ένοπλης σύγκρουσης όσο και της επανάστασης.[1] Η εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου τον Φεβρουάριο του 1936, αντί να ανοίξει ένα νέο στάδιο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, ανέδειξε την αδυναμία της ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας να νικήσει τις κυρίαρχες τάξεις, οι οποίες ήταν αποφασισμένες να αποτρέψουν οποιαδήποτε απειλή για την εξουσία τους. Η νίκη του Λαϊκού Μετώπου πυροδότησε ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων των εργατικών μαζών, τόσο των αστικών όσο και των αγροτικών περιοχών, τις οποίες η Δημοκρατική κυβέρνηση, όπως και το 1931, προσπάθησε να καταστείλει. Από την πλευρά της, η δεξιά εγκατέλειψε κάθε ελπίδα να συντρίψει την Δημοκρατική Δημοκρατία από μέσα και επέλεξε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα.
Το μέλλον της ίδιας της Δημοκρατίας εξαρτιόταν όχι μόνο από τους δεξιούς εχθρούς της, αλλά και από το εργατικό κίνημα. Στην περίπτωση των σοσιαλιστών, η επαναστατική πτέρυγα, με ηγέτη τον Λάργκο Καμπαγιέρο, αρνήθηκε να επαναλάβει την εμπειρία του 1931-1933 και επέμεινε ώστε το PSOE (το σοσιαλδημοκρατικό Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα / Partido Socialista Obrero Español) να μην συμμετάσχει στη νέα κυβέρνηση, αφήνοντας στους ρεπουμπλικάνους το καθήκον να «ολοκληρώσουν την αστική επανάσταση». Αυτή η σχηματική αντίληψη του μαρξισμού είχε ως αποτέλεσμα ο Λάργκο Καμπαγιέρο και οι οπαδοί του να στερούνται στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας και να παραμένουν παθητικοί, περιμένοντας τους Ρεπουμπλικάνους να ανοίξουν τον δρόμο για μια σοσιαλιστική κυβέρνηση. Αντίθετα, η πιο σοσιαλδημοκρατική πτέρυγα του Ινταλέσιο Πριέτο, υποστηριζόμενη από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας (PCE / Partido Comunista de España), υπερασπίστηκε την ανάγκη επιστροφής σε μια κυβέρνηση συνασπισμού για την ολοκλήρωση του ρεπουμπλικανικού ρεφορμιστικού προγράμματος. Ήταν αυτή η τελευταία θέση που υιοθετήθηκε από το σοσιαλιστικό κίνημα εν μέσω του Εμφυλίου Πολέμου. Η αριστερή πτέρυγα του PSOE, έχοντας χάσει μέρος της βάσης της προς όφελος του σταλινισμού –ιδίως τη Σοσιαλιστική Νεολαία (FJS / Federación Juvenil Socialista), η οποία θα ενωνόταν με την Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας για να ιδρύσει την Ενωμένη Σοσιαλιστική Νεολαία (JSU / Juventudes Socialistas Unificadas)– ξεπεράστηκε από τα γεγονότα και κατέληξε να αποδεχτεί την ίδια θέση με τους σοσιαλδημοκρατικούς αντιπάλους της.
Την παραμονή του Εμφυλίου Πολέμου, η αναρχοσυνδικαλιστική Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT / Confederación Nacional del Trabajo) συνέχιζε να ασκεί σημαντική επιρροή στο καταλανικό εργατικό κίνημα –το σημαντικότερο της Ιβηρικής Χερσονήσου– και διατηρούσε σημαντική παρουσία στην Ανδαλουσία, την Αραγονία και την Κοινότητα της Βαλένθια. Επιπλέον, στις Αστούριες και τη Μαδρίτη, όπου οι σοσιαλιστές κατείχαν ιστορικά την πλειοψηφία στο εργατικό κίνημα, η CNT διέθετε σημαντική δύναμη.[2]
Οι ακτιβιστές και οι συνδικαλιστικοί ηγέτες ήταν διαιρεμένοι μεταξύ αναρχοσυνδικαλιστών και διαφόρων πιο καθαρά αναρχικών τμημάτων, με σημαντικότερο την Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία (FAI / Federación Anarquista Ibérica). Όλες αυτές οι τάσεις είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τον απολιτικισμό. Ωστόσο, αποδυναμωμένη από την καταστολή και ιδεολογικά διχασμένη, κατά τους πρώτους μήνες του 1936, η CNT υιοθέτησε μια λιγότερο αδιάλλακτη στάση στις σχέσεις της με την πολιτική αριστερά, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί προοίμιο της άμεσης συμμετοχής της στην κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1936, προκειμένου να εξασφαλίσει την απελευθέρωση των χιλιάδων φυλακισμένων μελών της, η CNT δεν πραγματοποίησε εκστρατεία αποχής, όπως είχε κάνει το 1933, και η «ελευθερία ψήφου» που υποστήριξε αποτέλεσε παράγοντα που συνέβαλε στη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Τον Μάιο του 1936, η CNT πραγματοποίησε το Τέταρτο Συνέδριό της στη Σαραγόσα, ένα ορόσημο στην ιστορία της, τόσο από ιδεολογική άποψη όσο και λόγω της ανοιχτής έκκλησής της για ενότητα των εργατών. Σοκαρισμένοι από την καταστολή της κομμούνας των Αστουριών τον Οκτώβριο του 1934, οι σύνεδροι τάχθηκαν υπέρ μιας επαναστατικής συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατική Γενική Ένωση Εργατών (UGT) ως πρώτο βήμα προς την κοινωνική επανάσταση. Ωστόσο, το Συνέδριο αποκάλυψε επίσης τοα όρια του πολιτικού ανοίγματος της CNT. Ενώ διεξήχθη μια μακρά και αφηρημένη συζήτηση σχετικά με τη φύση του ελευθεριακού κομμουνισμού, δεν υπήρξε καμία συζήτηση για την τρέχουσα κατάσταση ή την απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος.
Το νεοσύστατο POUM (Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης / Partido Obrero de Unificación Marxista) υποστήριζε επίσης την ενότητα των εργατών, αλλά μέσω της αναδιοργάνωσης της Εργατικής Συμμαχίας (Alianza Obrera) που είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο επαναστατικό κίνημα του 1934. Το POUM αντιπαρέθετε την Εργατική Συμμαχία, ως ουσιαστικό στοιχείο για την ήττα του καπιταλισμού, με το Λαϊκό Μέτωπο, μια πολιτική συμμαχία υποταγμένη στον μικροαστικό ρεπουμπλικανισμό.
Ταυτόχρονα, επέμενε στην ανάγκη για ένα μεγάλο επαναστατικό κόμμα, ένα στοιχείο που έλειπε και που καταδίκασε το κίνημα του 1934 σε αποτυχία. Το νέο κόμμα ήλπιζε να κερδίσει τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα των σοσιαλιστών, ειδικά τη νεολαία. Η κατάρρευση της Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικής Νεολαίας υπό τη σταλινική επιρροή την άνοιξη του 1936 επέφερε ένα μοιραίο πλήγμα σε αυτή την ελπίδα.
Η Επανάσταση
Η επανάσταση που ξέσπασε ως αντίδραση στη στρατιωτική ανταρσία του Ιουλίου του 1936 σηματοδότησε το τέλος του επαναστατικού κύκλου που είχε ξεκινήσει με τη νίκη των Μπολσεβίκων το 1917. Σε λίγες μόνο ημέρες, όπως θα έλεγε ο Αντρέου Νιν, η εργατική τάξη, με τα όπλα στα χέρια, είχε επιλύσει «τα θεμελιώδη προβλήματα» –το αγροτικό πρόβλημα, το πρόβλημα της Εκκλησίας, το πρόβλημα του Στρατού και το καταλανικό πρόβλημα– που «η φιλελεύθερη αστική τάξη» δεν είχε καταφέρει να επιλύσει μέσα σε πέντε χρόνια. Η εργατική τάξη δεν αγωνιζόταν για μια ρεπουμπλικανική δημοκρατία, αλλά για τη σοσιαλιστική επανάσταση.[3]
Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της επανάστασης ήταν η κολεκτιβοποίηση της βιομηχανίας και της γης: μια μοναδική εμπειρία λαϊκής αυτοδιαχείρισης στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Σε πολλές περιπτώσεις, η κατάληψη επιχειρήσεων ή γης ήταν μια αυθόρμητη διαδικασία, που υποστηρίχθηκε στη συνέχεια από εργατικές οργανώσεις.[4] Η κολεκτιβοποίηση στις πόλεις προχώρησε περισσότερο στην Καταλονία, όπου, υπό τον έλεγχο της CNT, συγκεντρώνονταν το ήμισυ της ισπανικής βιομηχανίας της εποχής. Στη Χώρα της Βαλένθια, η κολεκτιβοποίηση είχε επίσης ευρεία εξάπλωση, ειδικά στον αγροτικό τομέα. Εκτός από εκείνες της Βαλένθια, οι πιο γνωστές αγροτικές κολεκτίβες ήταν αυτές που οργανώθηκαν από αναρχικούς στην ανατολική Αραγονία. Και παρόλο που η παρουσία των πολιτοφυλακών της CNT στην περιοχή ήταν σημαντική για την ανάπτυξή της, η πρωτοβουλία ήταν συχνά τοπική, ειδικά σε πόλεις όπου είχε κηρυχθεί η εγκαθίδρυση του ελευθεριακού κομμουνισμού κατά τη διάρκεια της αναρχικής εξέγερσης του Δεκεμβρίου 1933. Η αγροτική κολεκτιβοποίηση εξαπλώθηκε επίσης στην Ανδαλουσία και την Καστίλη.
Η επανάσταση σήμανε επίσης την εκτεταμένη κατάληψη του αστικού χώρου, με την κατάληψη κτιρίων και τη μετατροπή τους σε έδρες αντιφασιστικών οργανώσεων, σχολεία, νοσοκομεία και κοινοτικά εστιατόρια. Επιπλέον, για πολλές γυναίκες, η επανάσταση και ο πόλεμος σήμαναν «μια ρήξη» με τον «παραδοσιακό περιορισμό τους στο σπίτι και τους έδωσαν, για πρώτη φορά, συλλογική δημόσια προβολή».[5] Μπήκαν για πρώτη φορά στην πολιτική δραστηριότητα προσχωρώντας μαζικά σε αντιφασιστικές γυναικείες οργανώσεις, δουλεύοντας σε εργοστάσια και, σε λίγες περιπτώσεις, συμμετέχοντας στον ένοπλο αγώνα.
Στο επίκεντρο κάθε αντίστασης στην ανταρσία βρισκόταν οι εργατικές οργανώσεις, και όχι μόνο εκεί όπου η κοινωνική επανάσταση ήταν ισχυρότερη. Τα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα οργάνωσαν πολιτοφυλακές για να πολεμήσουν τους στασιαστές σε ολόκληρη τη Δημοκρατική ζώνη. Το καλοκαίρι του 1936, υπήρχαν περίπου 150.000 μέλη πολιτοφυλακών που πολεμούσαν σε διάφορα μέτωπα. Πέρα από τα επαναστατικά κέντρα της Καταλονίας και της Χώρας της Βαλένθια, σε άλλες περιοχές τα συνδικάτα παρενέβησαν στη βιομηχανία, καθιερώνοντας διάφορες μορφές εργατικού ελέγχου.
Το Λαϊκό Μέτωπο απέναντι στον πόλεμο και την επανάσταση
Αντιμέτωπα με τη στρατιωτική υπεροχή των ανταρτών, οι οποίοι ενισχύονταν σημαντικά από τις φασιστικές δυνάμεις, τα κύρια κόμματα του Λαϊκού Μετώπου –Ρεπουμπλικάνοι, Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές– υποστήριζαν ότι ήταν απαραίτητο να παρουσιάσουν τον πόλεμο ως υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας, προκειμένου να διατηρήσουν την υποστήριξη των μεσαίων τάξεων και να εξασφαλίσουν στρατιωτική βοήθεια από τις δυτικές δημοκρατίες, κυρίως τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Η θέση αυτή σήμαινε την καταστολή, ή τουλάχιστον την απόκρυψη, της κοινωνικής επανάστασης που βρισκόταν σε εξέλιξη σε ένα σημαντικό τμήμα της δημοκρατικής ζώνης.
Τόσο εκείνη την εποχή όσο και στην ιστοριογραφία, εθεωρείτο ότι οι μεσαίες τάξεις, ή τουλάχιστον ένα τμήμα τους, εκπροσωπούνταν από τα αριστερά δημοκρατικά κόμματα. Το γεγονός ότι τα κόμματα αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στις δημοκρατικές κυβερνήσεις του 1931 και του 1936 ενίσχυσε την αντίληψη για την πολιτική τους σημασία. Ωστόσο, η κοινωνική και εκλογική τους βάση ήταν εφήμερη. Εκτός της Καταλονίας, του μοναδικού μέρους όπου απολάμβανε μαζική υποστήριξη (Esquerra Republicana de Catalunya, η Δημοκρατική Αριστερά της Καταλονίας ή ERC), η κοινωνική βάση του αριστερού ρεπουμπλικανισμού ήταν αρκετά περιορισμένη, βασικά μεταξύ της μικροαστικής τάξης των πόλεων και πολύ συγκεκριμένων κλάδων όπως οι εκπαιδευτικοί.
Τα εκλογικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια των ετών της Δημοκρατίας καταδεικνύουν σαφώς τα όρια της επιρροής τους. Το 1931, εξαιρουμένης της Καταλονίας, εκλέχθηκαν 111 αριστεροί δημοκρατικοί βουλευτές σε συνασπισμό με το PSOE και το Ριζοσπαστικό Κόμμα, ενώ το 1936 εκλέχθηκαν 129 στο πλαίσιο του Λαϊκού Μετώπου. Το 1933, χωρίς να συμμετέχουν σε συνασπισμό σε εθνικό επίπεδο, κέρδισαν μόνο 14 έδρες (σε σύγκριση με τις 21 στην Καταλονία), 9 από τις οποίες χάρη σε τοπικές συμφωνίες με τους Ριζοσπάστες και 5 χάρη στην υποστήριξη, επίσης τοπική, του PSOE.[6]
Σε διεθνές επίπεδο, οι φαινομενικά φυσικοί σύμμαχοι της Δημοκρατίας –οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του Μεξικού– όχι μόνο εγκατέλειψαν τη νόμιμη κυβέρνηση αρνούμενοι να της στείλουν τα απαραίτητα όπλα για την άμυνά της, αλλά προώθησαν και τη φάρσα μιας πολιτικής «μη παρέμβασης» που οδήγησε στην σχεδόν πλήρη απομόνωση της πιστής στη Δημοκρατία, δημοκρατικής Ισπανίας. Η συμμετοχή της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Επιτροπή Μη Παρέμβασης αποτέλεσε το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα του κυνισμού αυτής της διαβόητης πολιτικής.
Στην πραγματικότητα, ούτε η Γαλλία ούτε η Μεγάλη Βρετανία είχαν κανένα συμφέρον να υποστηρίξουν μια εμφανώς αδύναμη κυβέρνηση σε ένα πλαίσιο σημαντικής πολιτικής και κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου της Γαλλίας, στριμωγμένη από τις άρχουσες τάξεις, τη στρατιωτική ηγεσία και τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, εγκατέλειψε γρήγορα κάθε πρόθεση να στείλει όπλα στη Δημοκρατία. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρούσε τον Μανουέλ Αθάνια, πρωθυπουργό της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας (1931–1933 και 1936), οργανωτή του Λαϊκού Μετώπου το 1935 και τελευταίο Πρόεδρο της Δημοκρατίας (1936–1939), ως τον «Κερένσκι της Ισπανίας» και, όταν ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος, πίστευε ότι ο «μπολσεβικισμός» επρόκειτο να καταλάβει την εξουσία. Οι δηλώσεις των υπουργών της αφθονούσαν σχετικά με το ότι ο Φράνκο ήταν η καλύτερη επιλογή για την προστασία των βρετανικών ιμπεριαλιστικών και καπιταλιστικών συμφερόντων.[7]
Ο σταλινισμός
Με την παρακμή της Ρωσικής Επανάστασης και την άνοδο του Στάλιν στην εξουσία, τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν καταστεί πλήρως υποταγμένα στις πολιτικές ανάγκες της Μόσχας. Η στροφή της Κομιντέρν προς την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου καθοδηγήθηκε κυρίως από την ανάγκη να περιοριστεί η απειλή που αποτελούσε η ναζιστική Γερμανία για την ίδια την επιβίωση της ΕΣΣΔ. Αυτή η απειλή κατέστησε επείγουσα τη δημιουργία μιας διεθνούς συμμαχίας με τις δημοκρατίες, ειδικά τη Γαλλία, ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις. Έτσι, το Λαϊκό Μέτωπο έγινε η εθνική έκφραση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Η ομοιόμορφη υιοθέτηση αυτού του νέου προσανατολισμού από τα κομμουνιστικά κόμματα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν βασίστηκε σε καμία ανάλυση της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης στην κάθε χώρα.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την καταστροφική προηγούμενη γραμμή που ταύτιζε τα σοσιαλιστικά κόμματα με τον σοσιαλφασισμό και τα θεωρούσε ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την εργατική τάξη, το Λαϊκό Μέτωπο ανταποκρινόταν στην ανάγκη αντιμετώπισης της απειλής της ακροδεξιάς και οδήγησε σε ραγδαία αύξηση της επιρροής των κομμουνιστών σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του ισπανικού κράτους. Με το ξέσπασμα του πολέμου, το PCE έγινε το ισχυρότερο πολιτικό κόμμα στη δημοκρατική ζώνη. Μέχρι τα μέσα του 1937, είχε φτάσει τα 300.000 μέλη –δέκα φορές περισσότερα από ό,τι πριν τον Ιούλιο του 1936– ενώ το Partit Socialista Unificat de Catalunya (Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Καταλονίας ή PSUC) –ο καταλανικός του κλάδος– είχε περισσότερα από 50.000 μέλη και οι «Ενωμένες Σοσιαλιστικές Νεολαίες» (JSU, η νεολαία του κόμματος), περίπου 250.000.
Αυτή η ραγδαία αύξηση της επιρροής οφειλόταν σε διάφορους λόγους. Η σθεναρή υπεράσπιση του Λαϊκού Μετώπου από τους κομμουνιστές προσέλκυσε στο κόμμα άνθρωπους που είχαν πρόσφατα πολιτικοποιηθεί και αντιτάχθηκαν στη στρατιωτική εξέγερση και στον φασισμό, συμπεριλαμβανομένων τμημάτων της μικροαστικής τάξης που είχαν τρομοκρατηθεί από τις υπερβολές της επανάστασης και τις επιθέσεις κατά της ιδιωτικής περιουσίας. Υποστηρίζοντας τη στρατιωτική συγκέντρωση εξουσίας και την αυστηρή πειθαρχία, οι κομμουνιστές κέρδισαν επίσης την υποστήριξη πολλών επαγγελματιών στρατιωτικών που είχαν παραμείνει πιστοί στη Δημοκρατία. Πάνω απ’ όλα όμως, η στρατιωτική υποστήριξη της Δημοκρατίας από την ΕΣΣΔ συνέβαλε στην αύξηση του κύρους του ΚΚΕ.
Ένας παράγοντας, ο οποίος συχνά παραβλέπεται στην εξήγηση της αύξησης της κομμουνιστικής επιρροής, ήταν η διαχρονική εικόνα του «κόμματος της Ρωσικής Επανάστασης» και η αυτοπροσδιορισή τους ως επαναστατών. Το γεγονός ότι το PCE, παρά την προσήλωσή του στην υπεράσπιση της δημοκρατίας, μιλούσε για την ανάγκη μιας «δημοκρατίας νέου τύπου», μιας «λαϊκής επανάστασης» και ενός «εθνικού επαναστατικού πολέμου» ήταν μια αντανάκλαση των πολιτικών και κοινωνικών πραγματικοτήτων στη δημοκρατική ζώνη. Η ευρεία χρήση σοβιετικής εικονογραφίας και επαναστατικών μεθόδων για την κινητοποίηση του πληθυσμού της Μαδρίτης τον Νοέμβριο του 1936 αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της φαινομενικά συγκεχυμένης σχέσης μεταξύ κομμουνιστών και αστικής δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, δεν ήταν δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι το Λαϊκό Μέτωπο αποτελούσε ένα απαραίτητο τακτικό διάλειμμα, μια προκαταρκτική φάση, για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Τέτοιες αμφισημίες συμβάλλουν στην εξήγηση της έλξης που ασκούσε ο σταλινισμός σε ένα σημαντικό τμήμα της Federación de Juventudes Socialistas (Ομοσπονδία Σοσιαλιστικής Νεολαίας ή FJS), η οποία προσχώρησε στο PCE.[8]
Τελικά, μόνο το PCE (και, στην Καταλονία, το PSUC), με την πειθαρχία και τη λενινιστική δομή του, και όχι οι φιλελεύθεροι και ρεφορμιστές, ήταν σε θέση τόσο να σταματήσει την κοινωνική επανάσταση που βρισκόταν σε εξέλιξη στη δημοκρατική ζώνη όσο και να κατευθύνει πολιτικά την πολεμική προσπάθεια του Λαϊκού Μετώπου.
Ο αναρχισμός απέναντι στην εξουσία
Μετά την καταστολή της στρατιωτικής ανταρσίας στα δύο τρίτα σχεδόν του ισπανικού εδάφους, την εξουσία ασκούσαν αμέτρητες επιτροπές, πολλές από τις οποίες προέρχονταν από το Λαϊκό Μέτωπο, με την άμεση συμμετοχή της CNT. Στην Καταλονία, οι επιτροπές αντανακλούσαν την επιρροή της επανάστασης. Αν και αναφέρονταν κυρίως ως «επαναστατικές» ή «αντιφασιστικές» επιτροπές, η σύνθεσή τους εξαρτιόταν από την τοπική δύναμη των διαφόρων οργανώσεων. Γενικά, τα μέλη τους διορίζονταν από τις οργανώσεις τους· ελάχιστα εκλέγονταν από τον τοπικό πληθυσμό.[9]
Για να ξεπεραστεί η έλλειψη συντονισμού και ο κατακερματισμός της εξουσίας κατά τις πρώτες εβδομάδες στη Δημοκρατική ζώνη, οργανώθηκαν διάφοροι τύποι επιτροπών σε περιφερειακό και επαρχιακό επίπεδο, σχεδόν όλες με την υποστήριξη οργανώσεων του Λαϊκού Μετώπου σε τοπικό επίπεδο, καθώς και της CNT. Η αυτονομία και ο ριζοσπαστισμός τους διέφεραν ανάλογα με την περιοχή. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν η Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών (CCMA / Comité Central de Milícies Antifeixistes) στην Καταλονία. Η καταλανική κυβέρνηση, ανίκανη να διαχειριστεί την κατάσταση, πρότεινε στις εργατικές και δημοκρατικές δυνάμεις τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής για τον συντονισμό του αγώνα κατά των ανταρτικών δυνάμεων. Έτσι, στις 21 Ιουλίου, συγκροτήθηκε η CCMA με πλειοψηφία του Λαϊκού Μετώπου, αν και οι αποφάσεις της νέας επιτροπής αντανακλούσαν τη δύναμη της επανάστασης.[10] Εκτός από τη στρατιωτική οργάνωση, η CCMA έκανε τα πρώτα βήματα για τον έλεγχο της οικονομίας, παγώνοντας τους τραπεζικούς λογαριασμούς όσων είχαν υποστηρίξει την εξέγερση και λαμβάνοντας μέτρα για να βοηθήσει τις επιχειρήσεις που ανήκαν στους εργάτες να συνεχίσουν να καταβάλλουν μισθούς.
Σε μεγάλο μέρος της Δημοκρατικής ζώνης συγκροτήθηκαν επιτροπές οι οποίες, όπως και η CCMA, ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία κατά τις πρώτες εβδομάδες του Εμφυλίου Πολέμου. Ο πολιτικός προσανατολισμός των περισσότερων από αυτές τις επιτροπές αντανακλούσε την επιρροή των οργανώσεων του Λαϊκού Μετώπου. Ωστόσο, η κατάσταση ήταν τόσο πολωμένη που σε αρκετές περιοχές ενήργησαν με ιδιαίτερα ριζοσπαστικό τρόπο, όπως συνέβη με τις επιτροπές της Καρταχένα, του Χιχόν, της Μάλαγα, της Βαλένθια και, πάνω απ’ όλα, με το Συμβούλιο της Αραγωνίας, που οργανώθηκε τον Οκτώβριο και κυριαρχούσαν σ’ αυτό οι αναρχικοί.
Ωστόσο, επειδή η δύναμη των επιτροπών, οι οποίες παρέμειναν εντελώς κατακερματισμένες, δεν κατάφερε να ενοποιηθεί, η επανάσταση δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί με επιτυχία. Δεδομένης αυτής της πραγματικότητας, το μέλλον της επανάστασης εξαρτιόταν από την CNT, η οποία διπλασίασε τον αριθμό των μελών της κατά τη διάρκεια του πολέμου, φτάνοντας τα 1.500.000 μέλη. Για τους αναρχικούς, η επανάσταση ήταν μια πραγματικότητα, με την έννοια ότι, σε μεγάλο μέρος της περιοχής που έγινε η Δημοκρατική Ζώνη, η εργατική τάξη έλεγχε τους δρόμους, τα εργοστάσια και τη γη. Ωστόσο, οι εργατικές οργανώσεις δεν έλεγχαν τις επικοινωνίες, το εξωτερικό εμπόριο ή το τραπεζικό σύστημα. Πάνω απ’ όλα, με την οργάνωση του Λαϊκού Στρατού το φθινόπωρο του 1936, έχασαν τον έλεγχο του βασικού στοιχείου του πολέμου και της επανάστασης: των ενόπλων δυνάμεων.
Αντιμέτωποι με το κενό που άφησε η σχεδόν διάλυση του Δημοκρατικού Κράτους, σύντομα προέκυψε το δίλημμα για τους αναρχικούς. Ήδη από τις 21 Ιουλίου, στην περιφερειακή ολομέλεια της καταλανικής CNT, την επομένη της ήττας των στρατιωτικών πραξικοπηματιών στη Βαρκελώνη, ο Χουάν Γκαρθία Ολιβέρ, ένας από τους ηγέτες του ριζοσπαστικού αναρχισμού με την μεγαλύτερη επιρροή, δήλωσε ότι η CNT είχε δύο εναλλακτικές: «να τα παίξει όλα για όλα», κάτι που θα σήμαινε την εγκαθίδρυση «μιας αναρχικής δικτατορίας», ή να συνεργαστεί με τις άλλες αντιφασιστικές δυνάμεις. Δεδομένου ότι «μια δικτατορία» ήταν ανάθεμα για τους αναρχικούς, και λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική παρουσία άλλων δυνάμεων (ειδικά των σοσιαλιστών), ιδίως εκτός Καταλονίας, επέλεξαν τη «συνεργασία». Έτσι, σχεδόν από την αρχή, οι αναρχικοί ηγέτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια ασάφεια μεταξύ της υποστήριξής τους για την επανάσταση και της πρακτικής της συνεργασίας τους με το κράτος. Στην πραγματικότητα, η διχοτομία δεν ήταν μεταξύ «δικτατορίας» ή «συνεργασίας», αλλά μεταξύ της ενότητας των εργατών, πέρα από τις τάξεις των αναρχικών, για την κατάληψη της εξουσίας ή της υποταγής στο Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο, αργά ή γρήγορα, θα σήμαινε το τέλος της επανάστασης.
Αντίθετοι στη δημιουργία ενός νέου κράτους, κατέληξαν να συνεργαστούν με το υπάρχον κράτος ή, για να είμαστε πιο ακριβείς στην περίπτωση του ισπανικού κράτους το 1936, με την ανασυγκρότηση του Δημοκρατικού κράτους. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1936, καθώς η στρατιωτική κατάσταση γινόταν όλο και πιο κρίσιμη, τέσσερις αναρχικοί εντάχθηκαν στη Δημοκρατική κυβέρνηση.
Η αντεπαναστατική διαδικασία εντός της δημοκρατικής ζώνης έφτασε στο αποκορύφωμά της με τις οδομαχίες στις αρχές του Μάη του 1937.[11] Μια εβδομάδα αργότερα, η συγκρότηση κυβέρνησης με επικεφαλής τον μετριοπαθή σοσιαλιστή Χουάν Νεγκρίν, χωρίς τη συμμετοχή των αναρχικών, σηματοδότησε την οριστική ενίσχυση του αστικού κράτους και την καταστολή των πιο επαναστατικών δυνάμεων, ιδίως του POUM, θύματα μιας σφοδρής εκστρατείας δυσφήμισης από το σταλινισμό. Το τελευταίο προπύργιο της επανάστασης ήταν το Συμβούλιο της Αραγωνίας, που ελεγχόταν από τους αναρχικούς και διαλύθηκε τον Αύγουστο. Τον Φεβρουάριο του 1938, η CNT, η οποία μέχρι τότε είχε υποστηρίξει εξ ολοκλήρου τη συνεργασία με το Δημοκρατικό Κράτος, επανήλθε στην κυβέρνηση.
Ήταν εφικτή μια επαναστατική εναλλακτική λύση;
Πρέπει να εξετάσουμε αν υπήρχε εναλλακτική λύση στη στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου, που συνίστατο στη διεξαγωγή πολέμου για την υπεράσπιση της δημοκρατίας εις βάρος της κοινωνικής επανάστασης. Η στρατιωτική στρατηγική της Δημοκρατικής κυβέρνησης απέρριπτε τη χρήση μη ορθόδοξων ή επαναστατικών τακτικών, εν μέρει λόγω της ανάγκης της να διατηρήσει τον έλεγχο της πολιτικής κατάστασης στη ζώνη της και να παρουσιαστεί στον κόσμο ως φιλελεύθερη κυβέρνηση. Ωστόσο, δεδομένου του μεγάλου υλικού πλεονεκτήματος του εχθρού, η προσκόλληση της Δημοκρατικής κυβέρνησης σε μια ορθόδοξη στρατιωτική στρατηγική είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας.
Η άποψη ότι το Λαϊκό Μέτωπο, και η συντριβή της επανάστασης, ήταν απλώς μια «πρακτική» θέση που υπαγορεύονταν από τις στρατιωτικές ανάγκες της Δημοκρατίας, αποτελεί πλάνη.
Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, και ιδίως η υποταγή του στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, είχε στρατιωτικές συνέπειες. Για παράδειγμα, η απόσυρση του ναυτικού στόλου από το Στενό του Γιβραλτάρ από την αρχή, υπό την πίεση της βρετανικής κυβέρνησης, άνοιξε τον δρόμο στις δυνάμεις των ανταρτών να μετακινήσουν χιλιάδες στρατιώτες από τη Βόρεια Αφρική στην Ιβηρική Χερσόνησο. Και η άρνηση, προκειμένου να μην βλαφτούν τα συμφέροντα του γαλλικού ιμπεριαλισμού, να κηρυχθεί η ανεξαρτησία του Μαρόκου και να υποστηριχθεί μια εθνική εξέγερση στα μετόπισθεν των φασιστών, ευνόησε επίσης τις δυνάμεις των ανταρτών.
Μια εναλλακτική στρατηγική θα περιελάμβανε τη μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού (όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της Μάχης της Μαδρίτης τον Νοέμβριο του 1936), έναν αμυντικό, πόλεμο θέσεων και τη χρήση πιο περιορισμένων, αστραπιαίων επιδρομών, σε συνδυασμό με ανταρτοπόλεμο, αποφεύγοντας έτσι μαζικές συγκρούσεις μεταξύ δύο στρατών με σαφώς άνισες δυνατότητες. Ταυτόχρονα, μέτρα όπως η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Μαρόκου και η στρατιωτική υποστήριξη προς το μαροκινό ανεξαρτησιακό κίνημα, ή η ανακήρυξη της διανομής της γης στους αγρότες, θα μπορούσαν να είχαν συμβάλει στην υπονόμευση των εχθρικών οπισθοφυλακών.[12]
Φυσικά, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αν μια στρατηγική επαναστατικού πολέμου θα μπορούσε να είχε επιτύχει, αν και η άμυνα της Μαδρίτης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτή την άποψη. Επιπλέον, η διεθνής κατάσταση, στην οποία τόσο τα κομμουνιστικά όσο και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ασκούσαν σημαντική επιρροή, ήταν κάθε άλλο παρά ευνοϊκή. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε ποια επίδραση θα είχε η ύπαρξη μιας επαναστατικής εξουσίας στην Ισπανία για το εργατικό κίνημα πέρα από τα σύνορά της. Το προηγούμενο του 1917 θέτει το ενδεχόμενο ότι θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει ως καταλύτης και, κατά συνέπεια, να είχε οδηγήσει σε αύξηση της επιρροής άλλων πολιτικών ρευμάτων στην ταξική πάλη.
Πόλεμος και επανάσταση
Συχνά, η ιστοριογραφία του Εμφυλίου Πολέμου παρουσιάζει τη διαίρεση μεταξύ των αντιφασιστικών δυνάμεων ως διαίρεση μεταξύ εκείνων που ήθελαν να δώσουν προτεραιότητα στον πόλεμο (κομμουνιστές, ρεπουμπλικάνοι και σοσιαλιστές) και της CNT και του POUM, που έθεταν τα συμφέροντα της επανάστασης πάνω από αυτά του πολέμου: μια διαίρεση μεταξύ πολέμου και επανάστασης. Ποτέ δεν συνέβη αυτό. Τόσο η CNT όσο και το POUM υποστήριζαν την ανάγκη να διεξαχθούν ταυτόχρονα ο πόλεμος και η επανάσταση, να διεξαχθεί ένας επαναστατικός πόλεμος. Τα δύο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα. Το POUM, πάνω απ’ όλα, είχε μια σαφή στρατιωτική πολιτική που πρότεινε τη δημιουργία ενός επαναστατικού στρατού, με πρότυπο τον Σοβιετικό Κόκκινο Στρατό κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Αλλά ένας τέτοιος στρατός δεν μπορούσε να δημιουργηθεί χωρίς μια επαναστατική κυβέρνηση βασισμένη στη δημοκρατία από τα κάτω, σε επιτροπές εργατών, αγροτών και των πολιτοφυλάκων.[13]
Το POUM υποστήριζε ότι, για να εδραιωθεί η επανάσταση, τουλάχιστον στην Καταλονία, η εργατική τάξη έπρεπε να καταλάβει την εξουσία. Ωστόσο, χωρίς την CNT, ένας τέτοιος στόχος ήταν αδύνατος. Το να πείσει την CNT, ή τουλάχιστον ένα μέρος της, για αυτό το θέμα έγινε σύντομα η κύρια πολιτική προτεραιότητα του POUM, αλλά, όπως είδαμε, έπρεπε να ξεπεράσει την πεποίθηση των αναρχικών ότι οποιαδήποτε μορφή επαναστατικής εξουσίας ή κράτους θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε δικτατορία.
Τελικά, η μεγάλη απουσία στην ισπανική επανάσταση ήταν η ύπαρξη μιας επαναστατικής οργάνωσης με την απαραίτητη δύναμη για να ηγηθεί της κατάληψης της εξουσίας. Υπήρχαν διάφορα εμπόδια που δεν επέτρεψαν στο POUM, το «μοναδικό κόμμα της επανάστασης» σύμφωνα με τον Αντρέου Νιν, να εξελιχθεί σε μια τέτοια οργάνωση. Πέρα από τα δικά του λάθη, η έλλειψη βάσης εκτός της Καταλονίας και η σύντομη ιστορία του –είχε ιδρυθεί μόλις ένα χρόνο νωρίτερα– αποτελούσαν δύσκολα εμπόδια που έπρεπε να ξεπεραστούν. Και χωρίς πολιτική ηγεσία, η επανάσταση ήταν καταδικασμένη σε ήττα.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Andy Durgan, «Reflexiones sobre la revolución de 1936», Viento Sur, 11 Ιουλίου 2026, https://vientosur.info/reflexiones-sobre-la-revolucion-de-1936/.
Andy Durgan, “Reflexions on the Spanish Revolution of 1936”, International Viewpoint, 6 Αυγούστου 2026, https://internationalviewpoint.org/Reflexions-on-the-Spanish-Revolution-of-1936.
Σημειώσεις
[1] Σχετικά με την «αποτυχία» της Δημοκρατίας, βλ.: Maurin (2023) και Durgan (2021).
[2] Από την εκτενή βιβλιογραφία για τον αναρχισμό πριν και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, μπορεί κανείς να ανατρέξει στα εξής: Peirats (1989), Casanova (2010) και Ealham (2026).
[3] Durgan (2025), σσ. 88-89.
[4] Η πληρέστερη ιστορία της διαδικασίας κολεκτιβοποίησης παραμένει: Bernecker (1982).
[5] Nash (2006) σελ. 92.
[6] Durgan (1992).
[7] Moradiellos (1996).
[8] Για παραδείγματα των αντιφάσεων στη στάση των κομμουνιστών σε σχέση με το Λαϊκό Μέτωπο, βλ. Fraser (1979) τόμος II, σελ. 30 και Durgan (2022) σσ. 30, 43-44.
[9] Όσον αφορά τις επιτροπές, βλ., για παράδειγμα: Pozo (2012) και Durgan (2017).
[10] Υπήρχαν πέντε αντιπρόσωποι των Ρεπουμπλικανών, τρεις από την CNT, τρεις από την UGT, δύο από τη FAI και από ένας από το POUM, το PSUC και την Unió de Rabassaires, μια καταλανική αγροτική συνδικαλιστική οργάνωση.
[11] Στη βιβλιογραφία για τα Γεγονότα του Μαΐου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έργο του Guillamón (2018).
[12] Σχετικά με τη συζήτηση για την εναλλακτική λύση του επαναστατικού πολέμου, βλ.: Claudin (1975), σελ. 210-242· Guillén (1980)· Fraser (1979), τόμος II, σσ. 27-38· Beevor (2005), σελ. 464· Durgan (2013).
[13] Durgan (2025) σσ.113-118.
Βιβλιογραφία
Bernecker, Walther, Colectividades y revolución social. El anarquismo en la Guerra Civil española. 1936-1939, Crítica, Βαρκελώνη 1982.
Beevor, Antony, La Guerra Civil española, Crítica, Βαρκελώνη, 2005 [Beevor Antony, Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος 1936-1939, Γκοβόστης, Αθήνα 2006, μετάφραση Καστανάρας Γιάννης].
Casanova, Julián, De la calle al frente. El anarcosindicalismo en España, Crítica. Βαρκελώνη 2010.
Claudin, Fernando, The Communist Movement. From Comintern to Cominform, Penguin, Χάρμοντσγουορθ 1975.
Durgan, Andy, “The 1933 elections in Spain and the Defeat of the Left”, Journal of the Association of Contemporary Iberian Studies, τόμος 5, τεύχος 2, Λονδίνο 1992.
Durgan Andy, “The People in Arms: Spain 1936”, στο Gonzalez, Mike & Barekat, Houman (επιμ.), Arms and the People. Popular Movements and the Military from the Paris Commune to the Arab Spring, Pluto Press, Λονδίνο 2013, σσ. 123-148.
Durgan Andy, «La democracia de los trabajadores en la Revolución española, 1936-1937», στο Azzellini, Darío & Ness, Immanuel (επιμ.), Poder Obrero. Autogestión y control obrero desde La Comuna hasta el presente, La Oveja Negra, Μαδρίτη 2017, σσ. 211-242.
Durgan Andy, «90 aniversario de la II República. Razones de un fracaso», Viento sur, 175, 2021, 2021 99–108.
Durgan Andy, Voluntarios por la revolución. La milicia internacional del POUM en la Guerra Civil Española, Laertes, Βαρκελώνη 2022
Durgan Andy, El POUM. República, revolución y contrarrevolución, Sylone - Viento sur, Βαρκελώνη 2025.
Ealham, Chris, La lucha por Barcelona. Clase, cultura y conflicto 1898-1937, Ediciones La Tormenta, Μαδρίτη 2026.
Fraser, Ronald, Recuérdalo tú y recuérdalo a otros. Historia oral de la Guerra Civil española, Crítica, Βαρκελώνη 1979.
Guillamón, Augustín, Insurrección. Las sangrientas jornadas del 3 al 7 del mayo del 1937, Editorial Descontrol, Βαρκελώνη 2017.
Guillén, Abraham, El error militar de las «izquierdas», Hacer, Βαρκελώνη 1980.
Maurin, Joaquin, Hacia la segunda revolución, El Perro Malo, Τολέδο 2023.
Moradiellos, Enrique, La perfidia de Albión. El gobierno británico y la guerra civil española, Siglo Veintiuno, Μαδρίτη 1996.
Nash, Mary, Rojas. Las mujeres republicanas en la Guerra Civil, Taurus, Μαδρίτη 2006.
Peirats, José, La CNT en la revolución española, Hamelyn, Μαδρίτη 1989.
Pozo González, Josep Antoni, Poder legal y poder real en la Cataluña revolucionaria de 1936, Espuela de Plata, Σεβίλη 2012.
