Οι πραξικοπηματίες του 1967: ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός, συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος και συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος.
Eitay Mack
Η αποσιώπηση της ιστορίας της υποστήριξης του Ισραήλ προς την ελληνική χούντα: όπλα, πετρέλαιο και ιδεολογικές συγγένειες
Η Ελλάδα είναι μία από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη σήμερα που έχει αποδεχτεί ανοιχτά τον ισραηλινό στρατό, πραγματοποιώντας κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ και ενεργώντας ως ενθουσιώδης εταίρος για τις ισραηλινές εταιρείες όπλων και επιτήρησης[1]. Στο πλαίσιο της σημερινής συνταγματικής και πολιτικής κρίσης του Ισραήλ, η Ελλάδα φέρεται επίσης να προσπαθεί να προσελκύσει περισσότερες ισραηλινές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, πολλές από τις οποίες κατασκευάζουν στρατιωτικά προϊόντα ή προϊόντα διπλής χρήσης, προσφέροντάς τους εξαιρετικά γενναιόδωρα κίνητρα[2].
Αυτή η στενή σχέση είχε επίσης σημαντικό αντίκτυπο στην ελληνική εσωτερική πολιτική. Πέρυσι, για παράδειγμα, αποκαλύφθηκε ότι ένας Ισραηλινός πρώην στρατηγός των μυστικών υπηρεσιών, ο Ταλ Ντίλιαν[3], ο οποίος διευθύνει μια εταιρεία κατασκοπευτικού λογισμικού από ένα γραφείο στην Αθήνα, ενεπλάκη σε ένα πολιτικό και νομικό σκάνδαλο σχετικά με τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού εναντίον Ελλήνων πολιτικών και δημοσιογράφων[4]∙ τόσο ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών όσο και ο σύμβουλος του πρωθυπουργού της Ελλάδας αναγκάστηκαν να παραιτηθούν[5].
Πώς δημιουργήθηκε αυτή η μοναδική σχέση; Δημόσια, το Ισραήλ και η Ελλάδα ανάγουν τους ισχυρούς δεσμούς τους μόνο στο 1990, όταν καθιερώθηκαν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις και άνοιξε ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα. Στις 21 Μαΐου 2015, την 25η επέτειο αυτού του ορόσημου, το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε μια πανηγυρική ανακοίνωση στην οποία εξηγούσε το αφήγημά του για την ελληνοϊσραηλινή διπλωματία, σύμφωνα με το οποίο την περίοδο μεταξύ 1952 και 1990 υπήρχαν μόνο χαμηλού επιπέδου σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Τα τελευταία χρόνια, συνεχίζει η ανακοίνωση, «έχει αναπτυχθεί μια στρατηγική εταιρική σχέση μεταξύ των δύο χωρών [...] βασισμένη στις δημοκρατικές αξίες και τα κοινά συμφέροντα που μοιράζονται οι δύο χώρες, οι οποίες αντιμετωπίζουν προκλήσεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου [...] Οι δύο χώρες, η Ελλάδα και το Ισραήλ, είναι σύγχρονοι και δημοκρατικοί απόγονοι αρχαίων εθνών [...] Η διμερής συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών προωθεί τις κοινές αξίες, την πρόοδο και τη σταθερότητα στην περιοχή. Και οι δύο χώρες επιδιώκουν να συνεχίσουν να προωθούν τις ειρηνικές σχέσεις καλής γειτονίας με τους λαούς και τα έθνη της περιοχής».
Αυτή η περιγραφή των στρατιωτικών σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και της Ελλάδας είναι, ωστόσο, αναληθής. Τα τηλεγραφήματα στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών στα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ, τα οποία άνοιξαν για το κοινό μεταξύ 2019-2020, δείχνουν ότι η ιδιαίτερη σχέση των δύο χωρών γεννήθηκε στην πραγματικότητα πολύ νωρίτερα από το 1990 και δεν είχε καμία σχέση με τις «δημοκρατικές αξίες» ούτε της Ελλάδας ούτε του Ισραήλ. Η σχέση άνθισε κατά τη διάρκεια των σκοτεινών ημερών της στρατιωτικής χούντας που κυβέρνησε την Ελλάδα από το 1967 έως το 1974 – μια περίοδος που σημαδεύτηκε από τη βάναυση καταστολή, τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια και τις δολοφονίες των αντιπάλων του καθεστώτος, και μια περίοδος που σκόπιμα αποσιωπήθηκε από την πανηγυρική αφήγηση που προωθεί το Ισραήλ.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου συναντάται με τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια στο πρωθυπουργικό γραφείο στην Ιερουσαλήμ, 31 Ιανουαρίου 2023. (Marc Israel Sellem/POOL). Ο Νετανιάχου με τον Έλληνα πρωθυπουργό Τσίπρα (Φωτογραφία: Noam Rivkin Fenton / Flash 90)
Πριν από την κατάληψη της εξουσίας από τη χούντα, οι σχέσεις της Ελλάδας με το Ισραήλ ήταν ψυχρές: προτίμησε να οικοδομήσει διπλωματικούς και οικονομικούς δεσμούς με τις αραβικές χώρες και ψήφισε ακόμη και κατά του σχεδίου διαμελισμού του 1947 από τον ΟΗΕ. Στη συνέχεια, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της «κομμουνιστικής απειλής», μια ομάδα στρατιωτικών πραγματοποίησε στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1967. Αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, η στρατιωτική χούντα ξεκίνησε μια εκστρατεία για την εξόντωση των πραγματικών και φανταστικών αντιπάλων της, μια προσπάθεια που αγκαλιάστηκε ή υποστηρίχθηκε σιωπηρά από τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αν και υπάρχει διαφωνία σχετικά με τον ακριβή αριθμό των θυμάτων της χούντας, αρκετές χιλιάδες ακτιβιστές, φοιτητές, καλλιτέχνες, συγγραφείς, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι, ακόμη και βετεράνοι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνελήφθησαν, υποβλήθηκαν σε σοβαρά βασανιστήρια και δολοφονήθηκαν[6]. Ορισμένοι κρατούνταν σε στρατόπεδα κράτησης και βασανιστηρίων για πολλά χρόνια, με ελάχιστη τροφή και νερό και χωρίς ιατρική περίθαλψη. Οι πρακτικές βασανιστηρίων περιλάμβαναν χτυπήματα στα πόδια με ραβδιά και πλαστικούς σωλήνες, εισαγωγή σωλήνα στο σώμα του κρατούμενου και ρίξιμο νερού μέσα, χτυπήματα του κεφαλιού στον τοίχο ή στο πάτωμα, οι βασανιστές πηδούσαν στο στομάχι του κρατούμενου, αφαίρεση νυχιών, πρόκληση εγκαυμάτων και σβήσιμο τσιγάρων στο σώμα, ηλεκτροπληξία, ακόμη και σεξουαλικά βασανιστήρια.
Αν και τα περισσότερα αρχεία και έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών του Ισραήλ παραμένουν απόρρητα, τα τηλεγραφήματα στα αρχεία που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα αποκαλύπτουν ότι το Ισραήλ γνώριζε πολύ καλά αυτές τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παρόλα αυτά συνέχισε τους στενούς στρατιωτικούς και πολιτικούς δεσμούς του με τη στρατιωτική χούντα και μάλιστα τη θεωρούσε πιο φιλική προς το Ισραήλ από τα πολιτικά καθεστώτα που προηγήθηκαν. Και όμως, έχοντας επίγνωση της διπλωματικής οπτικής, το Ισραήλ προσπάθησε να αποκρύψει τη φύση των σχέσεών του με την Ελλάδα – μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η καθιέρωση της σχέσης
Ένα τηλεγράφημα που έστειλε ο επικεφαλής της ισραηλινής αποστολής στην Αθήνα, Γιεχόσουα Νισσίμ Σάι, μόλις δύο μήνες μετά το πραξικόπημα, καταδεικνύει τη γνώση του Ισραήλ για την πολιτική καταστολή στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. Τον Ιούνιο του 1967, ο Σάι παραπονέθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν ισραηλινές δημόσιες σχέσεις στην Ελλάδα, επειδή οι ντόπιοι φοβόντουσαν να εμπλακούν σε οποιοδήποτε πολιτικό θέμα: «Είναι [...] απολύτως απαγορευμένο για ένα άτομο να ασχοληθεί με πολιτικά θέματα υπό το αυστηρό στρατιωτικό καθεστώς που επικρατεί σε αυτή τη χώρα [...] Αρκεί να εκφράσει κάποιος οποιαδήποτε πολιτική άποψη χωρίς την έγκριση των αρχών για να βρεθεί την επόμενη μέρα υπό σύλληψη».
Παρά την επίγνωση των πολιτικών αυτών εγκλημάτων και την προφανή προσωπική δυσφορία του Σάι, μια σειρά επικοινωνιών και συναντήσεων που έλαβαν χώρα αμέσως μετά το πραξικόπημα της χούντας είναι ενδεικτικές της ταχείας σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Ένα στρατιωτικό άρμα στο δρόμο κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος που έφερε την ελληνική χούντα στην εξουσία, 21 Απριλίου 1967. (CC BY 2.0)
Λιγότερο από ένα μήνα μετά την αποστολή του τηλεγραφήματος, ο Σάι ανέφερε σε άλλο τηλεγράφημα τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών της χούντας και την προσπάθειά του να παρακινήσει τη χούντα να υιοθετήσει μια στάση συμπάθειας και κατανόησης απέναντι στο Ισραήλ. Ο υπουργός Εξωτερικών απάντησε ότι η χούντα, και ακόμη και ο ίδιος προσωπικά, είχε πολύ θετική στάση απέναντι στο Ισραήλ και «είναι χαρούμενος για την ένδοξη νίκη των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων» στον πόλεμο του 1967, ο οποίος είχε λήξει μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Σύμφωνα με τον υπουργό, λόγω των διπλωματικών συμφερόντων της χούντας στον αραβικό κόσμο, δεν μπορούσε να ακολουθήσει δημόσια φιλοϊσραηλινή γραμμή, όπως ήθελε, αλλά υποσχέθηκε να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αμβλύνει τη στάση του Έλληνα εκπροσώπου στον ΟΗΕ απέναντι στο Ισραήλ.
Σε ένα άλλο τηλεγράφημα που περιγράφει μια συνάντηση που ακολούθησε με τον συνταγματάρχη Νικόλαο Μακαρέζο, έναν από τους ηγέτες του πραξικοπήματος, ο Σάι ανέφερε: «Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την επίσκεψή του στο Ισραήλ στις αρχές του τρέχοντος έτους. Ο υπουργός ανέφερε τις επαφές του με το προσωπικό της Μοσάντ και μίλησε με τα καλύτερα λόγια για τα επιτεύγματα του Ισραήλ».
Στις 17 Σεπτεμβρίου, η σχέση αναπτύχθηκε περαιτέρω. Ο τότε αντιπρόεδρος της Κνεσέτ, Γιτζάκ Ναβόν, επισκέφθηκε την Ελλάδα και συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο Κόλλια, τον πρωθυπουργό που είχε διοριστεί από τη στρατιωτική χούντα. Σύμφωνα με την περίληψη της συνάντησης, ο Ναβόν προσπάθησε να πείσει τον Κόλλια να ψηφίσει μαζί με το Ισραήλ σε διεθνή φόρα, όπως τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Κόλλιας εξέφρασε εκτίμηση και θαυμασμό για το κράτος του Ισραήλ, λέγοντας ότι βλέπει την Ελλάδα και το Ισραήλ να αγωνίζονται «ενάντια στον κοινό εχθρό – τον κομμουνισμό» και πρόσθεσε ότι «οι ελπίδες σας [είναι] και δικές μας ελπίδες». Ο Κόλλιας εξήγησε αργότερα ότι ήταν αναστατωμένος με τις «επιθέσεις [...] στον Τύπο από Εβραίους κατά της ελληνικής κυβέρνησης και της αστυνομίας».
Αντί να χαρακτηρίσει την καταγγελία του Κόλλια ως χρωματισμένη με το αντισημιτικό μύθευμα ότι οι Εβραίοι ελέγχουν τα ΜΜΕ, ο Ναβόν επικύρωσε σιωπηρά την ανησυχία του και είπε: «Η κυβέρνηση του Ισραήλ δεν έχει κανέναν έλεγχο του Τύπου στον κόσμο, ούτε καν στο ίδιο το Ισραήλ. Αλλά είναι δυνατόν να “μαλακώσει” αυτή η στάση σε ορισμένες περιπτώσεις. Η υποστήριξη της Ελλάδας προς το Ισραήλ μπορεί να του φέρει συμπάθεια στον ελεύθερο κόσμο».
Μια αγορά για σύγχρονα και φθηνά όπλα
Ένα χρόνο αργότερα, οι εκκολαπτόμενοι διπλωματικοί δεσμοί μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ πέρασαν στη στρατιωτική συνεργασία. Τον Οκτώβριο του 1968, ο Γιαακόβ Μπεν-Σερ, εμπορικός ακόλουθος του Ισραήλ στην Ελλάδα, έγραψε ότι συναντήθηκε με τον Μακαρέζο για να συζητήσουν την επίσκεψη αντιπροσωπείας Ελλήνων στρατιωτικών στις Ισραηλινές Στρατιωτικές Βιομηχανίες, την κρατική εταιρεία κατασκευής όπλων, κατόπιν πρόσκλησης του Ισραήλ. Συμφωνήθηκε ότι η αντιπροσωπεία δεν θα έφτανε με στολή και ότι η επίσκεψη δεν θα δημοσιοποιούνταν. Τον επόμενο μήνα, ο Μπεν-Σερ έγραψε ότι μεταξύ των στόχων της επίσκεψης ήταν «η ίδρυση ενός εργοστασίου συντήρησης αεροσκαφών στην Ελλάδα, της Israel Aerospace Industries, [και] η προβολή όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού που παράγονται στο Ισραήλ».

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο IMI που κατασκευάζει κάννες όπλων το 1955. (GPO)
Η αντιπροσωπεία της αεροπορίας της χούντας επισκέφθηκε το Ισραήλ μεταξύ 25 Νοεμβρίου και 3 Δεκεμβρίου 1968. Μια έκθεση που συνέταξε η ελληνική αντιπροσωπεία μετά το ταξίδι περιέγραφε τις δραστηριότητές της στο Ισραήλ: η ομάδα επισκέφθηκε το εργοστάσιο της Ισραηλινής Στρατιωτικής Βιομηχανίας, ενδιαφέρθηκε για τα υποπολυβόλα Uzi, τις βόμβες φωτισμού και τις χειροβομβίδες καπνού και συζήτησε τη δυνατότητα του Ισραήλ να συντηρεί τα αεροσκάφη της αεροπορίας της χούντας, ακόμη και την ισραηλινή βοήθεια για τη δημιουργία βιομηχανίας κατασκευής όπλων στην Ελλάδα.
Η ελληνική στρατιωτική αντιπροσωπεία έγραψε ότι «λόγω της συνεχούς ανάπτυξης του ελληνικού στρατού και λόγω της μείωσης του προγράμματος στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ, η Ελλάδα εξαρτάται από τις διεθνείς αγορές όπλων, καθώς η προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού και των όπλων δεν θα μπορούσε να επιλυθεί άμεσα με τη δημιουργία μιας εθνικής βιομηχανίας όπλων. Από αυτή την άποψη, το Ισραήλ αποτελεί πηγή αγοράς σύγχρονων και φθηνών όπλων και χώρο για εκτεταμένες εμπορικές ανταλλαγές και στενή οικονομική συνεργασία προς όφελος και των δύο πλευρών».
Στις 30 Ιανουαρίου 1969, ο Μπεν-Σερ ανέφερε ότι συναντήθηκε ξανά με τον υπουργό συντονισμού της χούντας, Μακαρέζο, και μίλησε μαζί του για την αγορά πυραύλων Gabriel, εξοπλισμού επικοινωνίας του στρατού ξηράς από την Tadiran (ισραηλινή εταιρεία), ακόμη και για την ισραηλινή βοήθεια στην κατασκευή πυρηνικού αντιδραστήρα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τηλεγράφημα της 5ης Ιουνίου 1969, που εστάλη από την ισραηλινή διπλωματική αποστολή στην Αθήνα, ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας επισκέφθηκε το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, αλλά δεν είναι σαφές από τα έγγραφα του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών που δημοσιοποιήθηκαν αν και πώς το Ισραήλ βοήθησε την πυρηνική ανάπτυξη στην Ελλάδα.
«Αυτοί που κυβερνούν σήμερα θα κυβερνούν και αύριο»
Καθώς οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ του κράτους του Ισραήλ και της χούντας συσφίγγονταν, το ίδιο συνέβαινε και με τους οικονομικούς δεσμούς τους. Στις 8 Φεβρουαρίου 1969 υπογράφηκε μια νέα εμπορική συμφωνία, η οποία αποκάλυπτε την άρρηκτη σχέση μεταξύ του στρατού και της οικονομίας κάθε χώρας. Σε ένα χαρακτηριστικό συμβολισμό των όλο και πιο στενών δεσμών, ο Γιαακόβ Κρουζ, ο πρώην αναπληρωτής επικεφαλής της Μοσάντ, διορίστηκε στη θέση του επικεφαλής της ισραηλινής αποστολής στην Αθήνα στις αρχές του 1968.

Διαμαρτυρία κατά της χούντας από Έλληνες πολιτικούς εξόριστους στη Γερμανία, 30 Απριλίου 1967. (Bundesarchiv, Bild 183-F0503-0204-005/CC-BY-SA 3.0)
Τον Μάιο του 1969 άρχισαν οι προετοιμασίες για την επίσκεψη στην Ελλάδα μιας ισραηλινής οικονομικής αντιπροσωπείας, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι των κατασκευαστών όπλων. Για λόγους πολιτικής ευαισθησίας, το Ισραήλ αποφάσισε να υποβαθμίσει το επίπεδο των συμμετεχόντων στην αντιπροσωπεία και την προβολή της. Σε απάντηση, ο Κρουζ έστειλε τηλεγράφημα στο Υπουργείο Εξωτερικών με το οποίο προσπάθησε να ανατρέψει την απόφαση για υποβάθμιση. «Οι σχέσεις μας με τη σημερινή κυβέρνηση έχουν βελτιωθεί πολύ σε σύγκριση με τις σχέσεις μας με τους προκατόχους της», έγραψε ο Κρουζ.
«Πολλοί από τους Έλληνες εξόριστους ήταν οι σημαντικότεροι αντίπαλοί μας όταν ήταν στην εξουσία, με επικεφαλής τον Ανδρέα Παπανδρέου», συνέχισε. «Όλες ανεξαιρέτως οι δυτικές χώρες καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες, και συχνά χωρίς περιορισμούς, για να πετύχουν όσο το δυνατόν περισσότερες οικονομικές συναλλαγές με την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας στρατιωτικού εξοπλισμού». Ο Κρουζ ολοκλήρωσε το τηλεγράφημά του γράφοντας ότι, κατά τη γνώμη του, το Ισραήλ δεν θα πρέπει να ντρέπεται για τις σχέσεις του με τη χούντα, καθώς είναι εξίσου σαφές σε όλες τις δυτικές χώρες, και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, ότι «αυτοί που κυβερνούν σήμερα θα κυβερνούν και αύριο».
Στις 16 Μαΐου 1969, ο Κρουζ αναφέρθηκε σε συνάντηση που είχε ο ίδιος και ο διευθύνων σύμβουλος της Israel Aerospace Industries, Αλ Σβίμερ, με τον επικεφαλής της στρατιωτικής χούντας, προκειμένου να «παρουσιάσουν τις δυνατότητες και τις προτάσεις της Israel Aerospace Industries». Ο Κρουζ έγραψε ότι εξέτασε με τον επικεφαλής της χούντας την πρόοδο που είχε σημειωθεί μετά την τελευταία του επίσκεψη: «Έχουν υπογραφεί τρεις συμφωνίες μεταξύ μας, δύο στρατιωτικές αντιπροσωπείες έχουν ήδη πραγματοποιήσει επίσκεψη και μια τρίτη θα αναχωρήσει την επόμενη εβδομάδα για το Ισραήλ. Μια αντιπροσωπεία καλής θέλησης για την προώθηση των οικονομικών δεσμών πρόκειται να έρθει στην Ελλάδα στις αρχές Ιουνίου και η επίσκεψη του διευθύνοντος συμβούλου της Israel Aerospace Industries είναι επίσης μέρος της προσπάθειας για την ανάπτυξη αυτών των δεσμών». Ο επικεφαλής της χούντας ευχαρίστησε τον Κρουζ για τις εξηγήσεις που έλαβε και τόνισε την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.
Κρατώντας το μυστικό
Στις αρχές Ιουνίου 1969, μια άλλη ισραηλινή οικονομική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε την Ελλάδα. Σε διάφορα τηλεγραφήματα εκείνη την περίοδο, ο Κρουζ έγραφε ότι τα μέλη της ισραηλινής αντιπροσωπείας δέχτηκαν σημαντικές προτάσεις, όπως «η ίδρυση εργοστασίου συντήρησης αεροσκαφών, η επισκευή κινητήρων αεροσκαφών και η πώληση όπλων»∙ ότι η αντιπροσωπεία συναντήθηκε με τον αρχηγό του ελληνικού στρατιωτικού επιτελείου, αξιωματικούς της χούντας και άλλους ανώτερους αξιωματούχους∙ και ότι η ισραηλινή εταιρεία Tadiran είχε υπογράψει συμφωνία με το καθεστώς αξίας 2 εκατομμυρίων δολαρίων.
Σε τηλεγράφημα που έστειλε ο οικονομικός ακόλουθος Μπεν-Σερ στις 30 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, έγραφε ότι «ο ελληνικός στρατός παρήγγειλε εξοπλισμό επικοινωνίας από την Tadiran ύψους 2.316.500 δολαρίων. Η παραγγελία εγκρίθηκε τελικά από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και τον υπουργό Άμυνας. Η σύμβαση θα υπογραφεί εντός μιας εβδομάδας έως 10 ημερών. Η σύμβαση πρόκειται να εκτελεστεί το 1970».

Διαδήλωση κατά της ελληνικής στρατιωτικής χούντας μπροστά στο Λευκό Οίκο, 21 Απριλίου 1974. (Reading/Simpson/CC BY-NC 2.0)
Ωστόσο, οι στενές σχέσεις με μια στρατιωτική χούντα που είχε γίνει διαβόητη για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της δημιούργησε κάποιες ανησυχίες. «Στις συζητήσεις μου με διάφορους ανθρώπους, εξέφρασαν τη λύπη τους για τη δημοσιοποίηση της ενίσχυσης των σχέσεών μας με την Ελλάδα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο», έγραψε ο αναπληρωτής επικεφαλής της ισραηλινής αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες στον διευθυντή του ευρωπαϊκού τμήματος του υπουργείου Εξωτερικών το 1969. «Χθες το βράδυ, δύο φίλοι μού είπαν ότι κατανοούν την ανάγκη για ρεαλιστική πολιτική στην ειδική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το Ισραήλ, και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις οικονομικές μας σχέσεις, αλλά αναρωτήθηκαν αν θα ήταν δυνατόν να αποτραπεί ή τουλάχιστον να περιοριστεί η δημοσιοποίηση αυτού του θέματος».
Σε τηλεγράφημα που απέστειλε λίγο αργότερα ο επικεφαλής του γραφείου του γενικού διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών, Χανάν Μπαρ-Ον, στην ηγεσία του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών, ζητούσε «να προσπαθήσουμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο συγκρατημένοι στη δημοσιοποίηση της προόδου των πρακτικών σχέσεών μας με την Ελλάδα, είτε αυτές είναι εμπορικές είτε άλλες». Σύμφωνα με το αίτημα αυτό, τα μέλη της αντιπροσωπείας της πολεμικής αεροπορίας της χούντας, που επισκέφθηκαν το Ισραήλ για διαπραγματεύσεις σχετικά με την ανακαίνιση και συντήρηση αεροσκαφών, έφτασαν με πολιτικά ρούχα.
Σύμφωνα με έκθεση που συνέταξε το Υπουργείο Εξωτερικών το 1972, το Ισραήλ πούλησε αλεξίπτωτα αξίας περίπου 250.000 δολαρίων στον ελληνικό στρατό και διεξήγαγε διαπραγματεύσεις σχετικά με την πώληση προβολέων στην Πολεμική Αεροπορία και το Σώμα Τεθωρακισμένων. Αλλά η χούντα ήθελε περισσότερα. «Ο ελληνικός στρατός ενδιαφέρεται να αγοράσει και άλλο στρατιωτικό εξοπλισμό από το Ισραήλ, αλλά δεν έχουμε πολιτική έγκριση γι’ αυτό», έγραφε το 1972 ο δρ Γιτζάκ Αζούρι, Ισραηλινός διπλωμάτης που υπηρετούσε στην Ελλάδα, «για παράδειγμα, ρουκέτες».
Την επόμενη χρονιά, το Ισραήλ έφτασε στο σημείο να βοηθήσει την Ελλάδα σε έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς των διεθνών σχέσεων του Ισραήλ. Στις 17 Ιανουαρίου 1973, ο Αζούρι ανέφερε ότι υπογράφηκε συμφωνία με τη χούντα για τη μεταφορά αργού πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο μέσω του πετρελαιαγωγού Εϊλάτ-Ασκελόν και από εκεί στον Πειραιά, στην Ελλάδα. «Μια μεταφορά περίπου 250.000 τόνων (ύψους περίπου 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων) έχει ήδη πραγματοποιηθεί», ανέφερε ο Αζούρι. «Συμφωνήθηκε κατ’ αρχήν η μεταφορά περίπου 1,5 εκατομμυρίου τόνων, δηλαδή ύψους περίπου 9 εκατομμυρίων δολαρίων».
Ο Αζούρι δέχθηκε επίπληξη για τις αναφορές του σε ένα ευαίσθητο θέμα όπως το πετρέλαιο. «Στην ανασκόπηση των οικονομικών σχέσεων Ισραήλ-Ελλάδας, αναφερθήκατε στο θέμα του πετρελαιαγωγού, το οποίο θεωρείται άκρως απόρρητο θέμα», του είπαν σε τηλεγράφημα που του έστειλε το οικονομικό τμήμα του υπουργείου Εξωτερικών στις 6 Απριλίου του ίδιου έτους. «Παρακαλούμε να ενημερώσετε τους παραλήπτες για τον απόρρητο χαρακτηρισμό του τηλεγραφήματος».
Απτόητοι από την κλιμακούμενη βιαιότητα
Καθώς οι σχέσεις της με το Ισραήλ γίνονταν όλο και πιο θερμές, η Ελλάδα γινόταν όλο και πιο καταπιεστική εντός των συνόρων της. Στις 17 Νοεμβρίου 1973, σε απάντηση της κινητοποίησης των φοιτητών, οι δυνάμεις της χούντας εισέβαλαν με τανκς στο χώρο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, σκοτώνοντας δεκάδες πολίτες. Παρόλο που η είδηση της θηριωδίας αναφέρθηκε σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των ισραηλινών εφημερίδων, το κράτος του Ισραήλ δεν κλονίστηκε στην υποστήριξή του προς τη χούντα ούτε έκανε ένα βήμα πίσω όσον αφορά τις οικονομικές τους σχέσεις.

Χιλιάδες διαδηλώνουν έξω από το Πολυτεχνείο κατά της στρατιωτικής χούντας, Νοέμβριος 1973. (Άγνωστος/CC BY-SA 4.0)
Στις 12 Μαρτίου 1974, ο Αζούρι ανέφερε ότι «σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι πληρωμές της Ελλάδας για τη μεταφορά αργού πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο μέσω του πετρελαιαγωγού θα ανέλθουν σε περίπου 8 εκατομμύρια δολάρια». Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, δύο ελληνικές στρατιωτικές αντιπροσωπείες επισκέφθηκαν το Ισραήλ το 1973, με την πολεμική αεροπορία της χούντας να υπογράφει συμφωνία με την Israel Aerospace Industries για εκατοντάδες όπλα και άλλη στρατιωτική τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένων 466 μονάδων υποπολυβόλων Uzi, αξίας πολύ πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια, με άλλες συμφωνίες στα σκαριά αξίας εκατομμυρίων.
Ο Αζούρι σημείωσε επίσης ότι μετά από επίσκεψη αντιπροσωπείας της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στο Ισραήλ, οι Έλληνες αποφάσισαν να αγοράσουν βόμβες από το Ισραήλ, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης του προϋπολογισμού. Το Ισραήλ κέρδισε έναν διαγωνισμό αξίας περίπου 750.000 δολαρίων για την προμήθεια όλμων των 81 χιλιοστών, υπέβαλε προτάσεις για την προμήθεια χειροβομβίδων και την ίδρυση εργοστασίου παραγωγής χειροβομβίδων στην Ελλάδα, ενώ η Tadiran υπέγραψε συμφωνία για την προμήθεια εξοπλισμού επικοινωνιών αξίας 300.000 δολαρίων.
Ο Αζούρι δεν έθεσε το ενδεχόμενο ακύρωσης ή παγώματος αυτών των συμφωνιών υπό το πρίσμα της σφαγής στην Αθήνα και άλλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φαίνεται, μάλιστα, ότι το Ισραήλ διπλασίασε τις στρατιωτικές του σχέσεις με την Ελλάδα: Ο Αζούρι, μαζί με έναν άλλο ισραηλινό διπλωμάτη ονόματι Γιαέλ Βέρεντ, διαπραγματεύτηκε μια συμφωνία με την οποία η πολεμική αεροπορία της χούντας αποφάσισε να αγοράσει βόμβες και εξαρτήματα εξοπλισμού αεροσκαφών αξίας 4-5 εκατομμυρίων δολαρίων. Συμφωνήθηκε επίσης ότι μέσα σε ένα μήνα θα μεταφέρονταν μοντέλα βομβών στη χούντα για δοκιμές στα αεροπλάνα της, εν αναμονή της έγκρισης του προϋπολογισμού.
Την εποχή που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για τις συμφωνίες αυτές, η χούντα συμμετείχε στη βίαιη αποσταθεροποίηση της Κύπρου και υποστήριζε τους Έλληνες εθνικιστές που ήθελαν την προσάρτηση του νησιού στην Ελλάδα – σε αντίθεση με τις επιθυμίες της εκλεγμένης κυβέρνησης στην Κύπρο και της τουρκικής μειονότητας στο νησί. Σύμφωνα με έγγραφα του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών, το Ισραήλ γνώριζε ότι η χούντα μετέφερε στρατιωτικό εξοπλισμό στις δυνάμεις που είχε εγκαταστήσει παράνομα στο κυπριακό έδαφος. Για παράδειγμα, συζητώντας μια από τις τελευταίες συμφωνίες πώλησης όπλων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, ο Αζούρι είπε: «Το πρόβλημα είναι περισσότερο πολιτικό, καθώς ορισμένοι από τους όλμους προορίζονται για τον ελληνικό στρατό στην Κύπρο».
Η λύση του για την κακή εικόνα ήταν να προτείνει την παράδοση των όλμων χωρίς σήμανση, και πρόσθεσε ότι το Υπουργείο Εξωτερικών «δεν έχει αντίρρηση να παραλάβει ο ελληνικός στρατός στην Κύπρο τους όλμους, και με την πάροδο του χρόνου αυτό μπορεί να γίνει γνωστό στον [Κύπριο Πρόεδρο και Αρχιεπίσκοπο] Μακάριο Γ΄, ο οποίος έχει το έννομο συμφέρον για τις δραστηριότητες του ελληνικού στρατού στο νησί».
Μαθαίνοντας τα λάθος μαθήματα
Ήταν η παρέμβαση της χούντας στην Κύπρο –υποστηρίζοντας το στρατιωτικό πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιουλίου 1974– που τελικά οδήγησε στην πτώση της. Οι ηγέτες του πραξικοπήματος καθαίρεσαν τον Μακάριο και ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να προσαρτήσουν το νησί στην Ελλάδα. Πέντε ημέρες αργότερα, η Τουρκία εισέβαλε στο νησί στο όνομα της προστασίας της τουρκικής μειονότητας και κατέλαβε το βορειοανατολικό τμήμα. Διακόσιες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι που ζούσαν στην περιοχή αυτή απελάθηκαν ή ξέφυγαν από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα το νησί να διαιρεθεί κατά μήκος εθνικών γραμμών, κάτι που διαρκεί μέχρι σήμερα.
Το Ισραήλ γνώριζε πολύ καλά την εμπλοκή της χούντας σε αυτό που συνέβαινε. Σύμφωνα με μια εκτίμηση της κατάστασης που ετοίμασε ο Ισραηλινός πρέσβης στη Λευκωσία στις 18 Ιουλίου, τρεις ημέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα στο νησί: «Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση ότι το πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε από τους Έλληνες αξιωματικούς της κυπριακής Εθνικής Φρουράς, σύμφωνα με τις οδηγίες της Αθήνας. Η εκτίμηση είναι ότι η κυρίαρχη φατρία στην Αθήνα ενήργησε με έλλειψη κατανόησης των διεθνών υποθέσεων και από επαρχιακή οπτική ».
Στις 22 Ιουλίου, μια εβδομάδα μετά το πραξικόπημα, ο εξόριστος πρόεδρος της Κύπρου Μακάριος ζήτησε από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Γιτζάκ Ράμπιν βοήθεια για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας του νησιού. Αντί όμως να παράσχει βοήθεια, η κυβέρνηση Ράμπιν αποφάσισε απλώς να στείλει στον Μακάριο έναν αδιάφορο χαιρετισμό από τον πρώην πρέσβη του Ισραήλ στο νησί, Ραχαμίμ Τιμούρ, με τον οποίο εξέφραζε την ελπίδα να είναι καλά και του ευχόταν υγεία και ό,τι καλύτερο. Η οργή για την επέμβαση της στρατιωτικής χούντας στην Κύπρο οδήγησε στην κατάρρευσή της και η Ελλάδα ξεκίνησε τη διαδικασία να γίνει και πάλι δημοκρατία.
Ο ισραηλινός διπλωμάτης Γιαέλ Βέρεντ ετοίμασε μια περίληψη των διδαγμάτων που πρέπει να αντληθούν από την πρόσφατη κυπριακή κρίση. «Τα συμπεράσματα των Ισραηλινών: α. Μια μειονότητα του 18% μπορεί να κερδίσει πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αν έχει στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη που μάχεται για λογαριασμό της. β. 200.000 άνθρωποι μπορούν να γίνουν πρόσφυγες χωρίς ο κόσμος να σοκαριστεί. γ. Η ασημαντότητα των εγγυήσεων των «παγκόσμιων δυνάμεων« έχει αποδειχθεί [...] δ. Η ανικανότητα του ΟΗΕ στην εξεύρεση πραγματικής λύσης σε κρίσεις έχει αποδειχθεί για άλλη μια φορά (αν αυτό χρειάζεται καν να αποδειχθεί)». Σε άλλο τηλεγράφημα, ο Βέρεντ έγραφε ότι «η υπόθεση της Κύπρου έχει μέχρι στιγμής αποδείξει την αδυναμία του ΟΗΕ και την ανικανότητά του να επιλύσει σύνθετα προβλήματα όπως το Κυπριακό (ή, στο παρελθόν, το Βιετνάμ, την ισραηλινοαραβική σύγκρουση, το Κασμίρ κ.λπ.)».
Προφανώς, το Ισραήλ δεν έμαθε να είναι επιφυλακτικό για μελλοντική συνεργασία με άλλα καταπιεστικά στρατιωτικά καθεστώτα, δεν έμαθε ότι η χρήση υπερβολικής βίας μπορεί να προκαλέσει την πτώση ενός καθεστώτος και δεν έμαθε ότι η διατήρηση της βίαιης στρατιωτικής διακυβέρνησης δεν αξίζει ίσως την καταστροφή που προκάλεσε σε αμέτρητους πολίτες. Το Ισραήλ έμαθε, ωστόσο, ότι οι πρόσφυγες μπορούν εύκολα να εκτοπιστούν και ότι ο ΟΗΕ είναι ανίσχυρος – αν και το Ισραήλ πιθανότατα τα γνώριζε ήδη αυτά τα πράγματα.
Η ιστορία της υποστήριξης του Ισραήλ προς τη στρατιωτική χούντα στην Ελλάδα προσφέρει μια εικόνα της φύσης και της λογικής των σχέσεων του Ισραήλ με δεκάδες δικτατορίες σε όλο τον κόσμο κατά τις δεκαετίες του 1960 και του ’70. Το Ισραήλ δεν ενδιαφέρθηκε για την τύχη της αντιπολίτευσης και των αριστερών ακτιβιστών που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας, ούτε φάνηκε να ενδιαφέρεται ότι η διπλωματία, ο στρατός και η οικονομία του βοηθούσαν άμεσα στην καταπίεση εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτή η ιστορία δείχνει ότι το κράτος του Ισραήλ δεν ήταν απλώς ένας παθητικός παίκτης, που ακολουθούσε μόνο τη θέληση των μεγάλων δυνάμεων∙ ήταν και παραμένει ένας ισχυρός και αυτόνομος προωθητής των δικών του συμφερόντων πρώτα και κύρια, πρόθυμος να υποβαθμίσει αξίες όπως η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα προκειμένου να κερδίσει διεθνή υποστήριξη στη δική του καταπίεση κατά του παλαιστινιακού λαού.
Η απόκρυψη της πραγματικής ιστορίας των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ είναι βολική και για τις δύο χώρες. Η αλήθεια είναι άσχημη και απειλεί να προκαλέσει εσωτερική πίεση στην Ελλάδα για να διακόψει, ή τουλάχιστον να επανεξετάσει, τις στρατιωτικές και διπλωματικές σχέσεις της με το Ισραήλ σήμερα. Αν περισσότεροι Έλληνες γνώριζαν πώς το Ισραήλ βοήθησε τη χούντα, ίσως να συμμαχούσαν πιο εύκολα με τους Παλαιστίνιους, αντί με το κράτος που βοήθησε στην δημιουργία και διατήρηση του βάναυσου καθεστώτος που ευθύνεται για τη δυστυχία τους.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Eitay Mack, “The suppressed history of Israel’s support for the brutal Greek junta”, +972, 28 Απριλίου 2023, https://www.972mag.com/israel-support-greece-junta/.
Μια προηγούμενη εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα εβραϊκά στο Local Call.
Διαβάστε το εδώ:
28 Ιουλίου 2019 ,שיחה מקומית, «ישראל והחונטה הצבאית ביוון: נשק, נפט וקרבה אידיאולוגית» , איתי מק [Ισραήλ και στρατιωτική χούντα στην Ελλάδα: όπλα, πετρέλαιο και ιδεολογική συγγένεια],https://www.mekomit.co.il/%D7%99%D7%A9%D7%A8%D7%90%D7%9C-%D7%95%D7%94%D7%97%D7%95%D7%A0%D7%98%D7%94-%D7%94%D7%A6%D7%91%D7%90%D7%99%D7%AA-%D7%91%D7%99%D7%95%D7%95%D7%9F-%D7%99%D7%97%D7%A1%D7%99%D7%9D-%D7%A9%D7%9C-%D7%A7%D7%A8/.
Σημειώσεις
[1] Emanuel Fabian, “Israeli and Greek air forces hold dogfighting and refueling drill over Israel”, The Times of Israel, 13 Ιουλίου 2022, https://www.timesofisrael.com/israeli-and-greek-air-forces-hold-dogfighting-and-refueling-drill-over-israel/.
[2] «יוון ומדינות אירופיות נוספות מנסות למשוך חברות הייטק ישראליות - ומציעות הטבות מופלגות», קורין דגני, The Marker, 21 Μαρτίου 2023, https://www.themarker.com/technation/2023-03-21/ty-article/.premium/00000187-057c-dab7-a9d7-cffe27a90000.
[3] Mark Mazzetti, Ronen Bergman and Matina Stevis-Gridneff, “How the Global Spyware Industry Spiraled Out of Control”, The New York Times, 8 Δεκεμβρίου 2022, https://www.nytimes.com/2022/12/08/us/politics/spyware-nso-pegasus-paragon.html. “Greek Authorities Fine Spyware Firm Owned by Former Israeli Intel Officer”, Haaretz, 16 Ιανουαρίου 2023, https://www.haaretz.com/israel-news/security-aviation/2023-01-16/ty-article/.premium/greek-authorities-fine-intellexa-chief-over-spyware-scandal/00000185-bab3-deab-ad97-fafbd8ae0000.
[4] , הָאָרֶץ ,«סערת הרוגלה ביוון: תביעה לחקור חשד לפלילים של בכיר אמ"ן לשעבר ותאגיד הביון שלו», עומר בן יעקב, 6 Οκτωβρίου 2022, https://www.haaretz.co.il/news/security/2022-10-06/ty-article/.premium/00000183-ac7e-d57e-a79f-ef7ecdb70000.
[5] , הָאָרֶץ, עומר בן יעקב, «סערת הרוגלה הישראלית ביוון: ראש הביון ויועץ ראש הממשלה התפטרו»
6 Αυγούστου 2022, https://www.haaretz.co.il/news/security/2022-08-06/ty-article/.premium/00000182-73e3-d2f5-a3e6-ffffe05b0000.
[6] Torture in Greece. The first torturers’ trial 1975, Amnesty International, 1977, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2021/06/eur250071977eng.pdf.

