Σάββατο, 02 Σεπτεμβρίου 2023 12:31

Η εξέγερση των Γάλλων ναυτών στη Μαύρη Θάλασσα το 1919

Εξεγερμένοι Γάλλοι ναύτες του στόλου της Μαύρης Θάλασσας, 1919

 

 

Tico Jossifort

 

Η εξέγερση των Γάλλων ναυτών στη Μαύρη Θάλασσα το 1919

 

 

Η ιστορία μιας ναυτικής ανταρσίας του 1919 των γαλλικών στρατευμάτων που στάλθηκαν για να επέμβουν στη Ρωσία κατά της επανάστασης. Με πρωτοβουλία μιας ομάδας αναρχικών ναυτικών, η εξέγερση εξαπλώθηκε και σε άλλα πλοία – αποτρέποντας έτσι τη ναυτική επέμβαση κατά της Σοβιετικής Ρωσίας και επιτυγχάνοντας την επιδιωκόμενη αποστράτευση των στασιαστών.

 

I: Οι εξεγερμένοι ναύτες καταλαμβάνουν το θωρηκτό France

Πώς συνέβη αυτή η ανταρσία και γιατί στη Μαύρη Θάλασσα; Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ένας συμμαχικός στρατός επιχειρούσε στα Βαλκάνια. Φαινόταν να κατευθύνεται προς τη Βιέννη και στη συνέχεια προς το Βερολίνο. Όμως ο φοβερός πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ είχε άλλες προθέσεις στο μυαλό του∙ συγκεκριμένα, να επιτεθεί στη Σοβιετική Ρωσία μέσω της Ουκρανίας, σε συντονισμό με τους στρατούς των Λευκών Ρώσων, ελπίζοντας να προκαλέσει την ανατροπή του μπολσεβίκικου καθεστώτος και ταυτόχρονα να επιτύχει τον οικονομικό εποικισμό της Νότιας Ρωσίας. Ήδη στις 30 Οκτωβρίου 1918 είχε υπογραφεί η πρώτη ανακωχή του Μεγάλου Πολέμου με την Τουρκία. Με αυτήν άνοιξαν τα Δαρδανέλια για τους Συμμάχους. Στις 16 Νοεμβρίου, μέρος του συμμαχικού στόλου μπόρεσε να εισέλθει στη Μαύρη Θάλασσα.

Ταυτόχρονα με αυτή την επίθεση από το νότο, ο Κλεμανσώ –γνωστός ως «Τίγρης»– επιτέθηκε στη Σοβιετική Ρωσία στο βορρά. Στα τέλη του 1918, τα στρατεύματα του στρατηγού Ζανέν, που είχαν αποβιβαστεί στο Βλαδιβοστόκ, είχαν διασχίσει τη Σιβηρία για να φτάσουν στο Ομσκ, όπου παρείχαν στρατιωτική υποστήριξη στον αντεπαναστάτη ναύαρχο Κολτσάκ. Επιπλέον, από τον Ιούνιο του 1918, οι γαλλοβρετανικές δυνάμεις είχαν καταλάβει τα λιμάνια του Αρχάγγελου και του Μουρμάνσκ, στα ανατολικά της Φινλανδίας∙ όπου είχαν ανατρέψει τη σοβιετική εξουσία και είχαν τοποθετήσει στην εξουσία μια λευκή κυβέρνηση.

Λίγο αργότερα, προς τα τέλη Ιανουαρίου 1919, οι χερσαίες δυνάμεις που προέρχονταν από τη Ρουμανία έφτασαν και κατέλαβαν τη δεξιά όχθη του Δνείστρου. Μεταξύ αυτών ήταν και το Πεντηκοστό Όγδοο Σύνταγμα Πεζικού, προερχόμενο από την Αβινιόν. Είχε μια επιτροπή επαναστατικής δράσης, στην οποία συμμετείχαν ένα πρώην μέλος της Νεολαίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο Τοντύ, ένας δεκανέας Τομά και κάποιοι άλλοι. Η επαναστατική φλόγα είχε περάσει σε αυτούς από κάποιους από τους στρατιώτες που είχαν εξεγερθεί στο γαλλικό μέτωπο το 1917, οι οποίοι δεν είχαν εκτελεστεί, αλλά είχαν μεταφερθεί στην ανατολική στρατιά. Στις αρχές Φεβρουαρίου, ήταν το πρώτο σύνταγμα που αρνήθηκε να πολεμήσει ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση. «Όχι, ποτέ», φώναζαν οι στρατιώτες. «Δεν έχουμε κηρύξει πόλεμο στη Ρωσία. Η ανακωχή έχει υπογραφεί. Δεν θα πάμε.» Έχοντας γίνει επικίνδυνο λόγω του επαναστατικού του πνεύματος, το σύνταγμα αφοπλίστηκε και στη συνέχεια στάλθηκε πίσω, όχι στη Γαλλία αλλά στο Μαρόκο, όπου οι άνδρες του κατατάχτηκαν σε πειθαρχικούς λόχους.

Το παράδειγμα αυτό θα ακολουθούσαν, λίγο αργότερα, στις αρχές Μαρτίου, με τον ίδιο τρόπο, οι στρατιώτες του 176ου συντάγματος πεζικού στη Χερσώνα. Επιστρέφοντας στην Οδησσό από την έντρομη διοίκηση με γαλλικά σαπιοκάραβα, οι στρατιώτες εξήγησαν στους ναύτες ότι δεν έπρεπε να πολεμήσουν εναντίον των Σοβιετικών Ρώσων, οι οποίοι ήταν εργάτες σαν κι αυτούς.

Από την πλευρά της, η Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Οδησσού είχε μοιράσει στους στασιαστές ένα φυλλάδιο στα γαλλικά, συγχαίροντάς τους για τη δράση τους και εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη των Ρώσων εργατών. Προβλέποντας το μέλλον, πρόσθετε: «Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι αυτή είναι μόνο η αρχή της αδελφοποίησης των γαλλικών και ρωσικών στρατευμάτων στο νέο μέτωπο που έχει δημιουργήσει η αστική τάξη ενάντια στη θέλησή μας». Ένα άλλο φυλλάδιο εξηγούσε στους στρατιώτες του 58ου Συντάγματος τι ήταν ο μπολσεβικισμός:

«Σας έχουν μιλήσει για τον μπολσεβικισμό και ο αστικός Τύπος έχει κάνει τεράστια φασαρία γι’ αυτόν, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για την εγκαθίδρυση της αυθαιρεσίας και ότι οι μπολσεβίκοι είναι κλέφτες και εγκληματίες. Σύντροφοι, πρέπει να μάθετε την αλήθεια. Ένας Μπολσεβίκος είναι ένα άτομο που αγωνίζεται για την άμεση επίτευξη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο μπολσεβικισμός είναι μια σοσιαλιστική κοινωνία στην πράξη. Είναι η εγκαθίδρυση της εξουσίας των εργατών και των αγροτών, αυτών που ήταν πάντα τα εργαλεία των πλουσίων και των ισχυρών, αυτών που δούλευαν αδιάκοπα και χωρίς ανταμοιβή στα εργαστήρια, στους μύλους, στα εργοστάσια και στα χωράφια, και αυτών που έχυσαν το αίμα τους για τους άλλους σε μεγάλες μάχες. Ο μπολσεβικισμός είναι η κυριαρχία των εργατικών και αγροτικών συμβουλίων (σοβιέτ), που ιδρύονται σε κάθε πόλη και χωριό και ελέγχουν όλες τις περιοχές. Αυτά τα συμβούλια είναι η μόνη δημοκρατική μορφή που μπορεί τελικά να επιτρέψει στην προλεταριακή τάξη να κυβερνήσει για τον εαυτό της. Αυτό είναι ο μπολσεβικισμός.»

Οι συμμαχικοί στόλοι είχαν αγκυροβολήσει στα εξωτερικά λιμάνια της Οδησσού και της Σεβαστούπολης και οι στρατιώτες και οι ναύτες είχαν αποβιβαστεί. Οι Μπολσεβίκοι εξέδιδαν όλο και περισσότερα φυλλάδια, τα οποία έγιναν γρήγορα γνωστά σε όλα τα πληρώματα. Ένα από αυτά έλεγε:

«Απαιτήστε την άμεση επιστροφή σας στην πατρίδα! Και αν οι ηγέτες σας δεν συμφωνούν να σας στείλουν πίσω στην πατρίδα σας, τότε οργανώστε εσείς οι ίδιοι την επιστροφή σας! Επιστρέψτε στην πατρίδα σας και εργαστείτε με όλες σας τις δυνάμεις στο μεγάλο έργο που ξεκίνησε η Ρωσική Επανάσταση, το οποίο θα εγγυηθεί στους προλετάριους όλου του κόσμου, μαζί με την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, μεγαλύτερη ευημερία και ευτυχία. Ζήτω τα σοβιέτ των στρατιωτών και των ναυτών!»

Για να αποφευχθεί η επικίνδυνη συναδέλφωση των συμμαχικών στρατιωτών με τους εξεγερμένους μπολσεβίκους εργάτες, οι συμμαχικές δυνάμεις εκκένωσαν την Οδησσό στις αρχές Απριλίου. Τα σοβιέτ πήραν τότε την εξουσία.

Το ίδιο συνέβη και στη Σεβαστούπολη, όπου διανεμήθηκε στις συμμαχικές κατοχικές δυνάμεις ένα φυλλάδιο που ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Μην πιστεύετε ότι στη Ρωσία υπάρχει μόνο αναρχία. Αυτοί που το ισχυρίζονται αυτό έχουν πει ένα επαίσχυντο ψέμα. Πρέπει να μάθετε για άλλη μια φορά ότι στη χώρα μας διεξάγεται ένας σκληρός αγώνας για την ελευθερία των καταπιεσμένων τάξεων. Πείτε τους ότι το ιδανικό μας είναι το υψηλότερο και ευγενέστερο που μπορεί να υπάρξει. Αγαπημένοι μας αδελφοί, θυμηθείτε τη δική σας Μεγάλη Επανάσταση.»

Στα περισσότερα γαλλικά πολεμικά πλοία, επιτροπές δράσης είχαν συγκροτηθεί πολύ πριν από την ανταρσία, συχνά υποκινούμενες από ναύτες ή υπαξιωματικούς που ήταν μηχανικοί· ήταν παραδοσιακά πιο επαναστάτες από τους μηχανικούς καταστρώματος, λόγω της ομοιότητας της εργασίας τους με εκείνη των εργατών των εργοστασίων.

Ορισμένοι από αυτούς τους μηχανικούς, συμπεριλαμβανομένου του αρχιμηχανικού Αντρέ Μαρτί,[1] είχαν στενή επαφή από το 1917 με τους επαναστάτες συνδικαλιστές και τους αντιπολεμικούς σοσιαλιστές από το Παρίσι που είχαν λάβει μέρος στις διασκέψεις για την επανέναρξη των διεθνών σχέσεων στο Ζίμερβαλντ (Σεπτέμβριος 1915) και στο Κίενταλ (Απρίλιος 1916). Ένας από τους αντιπροσώπους του «Κίενταλ», ο Πιερ Μπριζόν, εξέδιδε την εφημερίδα La Vague (Το Κύμα) που είχε κυκλοφορία 300.000 φύλλα. Είχε τεράστια επιρροή στο στρατό και το ναυτικό, όπου συχνά κυκλοφορούσε σε εκατοντάδες αναγνώστες. Κάθε τεύχος είχε μια στήλη με αλληλογραφία από στρατιώτες και ναύτες. Αποκόμματα από αυτό έφταναν στους στρατιώτες, τοποθετημένα μέσα σε αντιδραστικές εφημερίδες. Ή αλλιώς οι ναύτες έδιναν συνδρομή στην εφημερίδα, και αν έφτανε στο πλοίο, ακόμη και αν κατάσχονταν από τον αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος για τη λογοκρισία, οι ναύτες την έπαιρναν πίσω κρυφά από την ορντινάτσα του αξιωματικού. Εκτός από τη La Vague, τα πληρώματα διάβαζαν τις εφημερίδες Le Journal du peuple (Η εφημερίδα του λαού) και Les Hommes du jour (Οι Άνθρωποι της ημέρας), που εκδίδονταν από τους Ανρί Φαμπρ και Ζωρζ Πιος, L’Oeuvre (Εργασία) του Γκυστάβ Τερί, Ce qu’il faut dire (Τι πρέπει να ειπωθεί) του ελευθεριακού Σεμπαστιάν Φωρ, και πριν από τον ύποπτο θάνατο του εκδότη της στη φυλακή, το Le Bonnet Rouge (Ο κόκκινος σκούφος) του Αλμερέιντα.

Οι συνθήκες ήταν πλέον ώριμες για την ένδοξη ανταρσία στη Μαύρη Θάλασσα. Ξεκίνησε στο εξωτερικό λιμάνι της Σεβαστούπολης, στο θωρηκτό France. Το πλοίο δεν είχε εισέλθει σε γαλλικό λιμάνι από την αναχώρησή του από την Τουλόν στις 9 Οκτωβρίου 1916 και οι ναύτες, θύματα μιας ανελέητης πειθαρχίας, λαχταρούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να αποστρατευθούν.

Εδώ και χρόνια είχε σχηματιστεί στο πλοίο μια ομάδα επαναστατών, 20 ή 30 μέλη διαφόρων τάσεων αναρχικού χαρακτήρα. Υπενθύμιζαν στους ναύτες ότι τον Ιούλιο του 1914 ήταν το France που είχε φέρει τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Ρεϊμόν Πουανκαρέ, σε επίσημη επίσκεψη στην Αγία Πετρούπολη με ένα πολεμικό μήνυμα∙ έλεγαν ότι τώρα ήταν καθήκον του θωρηκτού να στείλει ένα μήνυμα ειρήνης. Με πρωτοβουλία ενός μηχανολόγου μηχανικού ονόματι Βινσιγγερά, διέθεταν μια μυστική βιβλιοθήκη με βιβλία και φυλλάδια και λάμβαναν αντιπολεμικά και ελευθεριακά έντυπα από τη Γαλλία. Είχαν καταφέρει να επηρεάσουν την πλειονότητα του πληρώματος των 1.200 ατόμων.

Στις 16 Απριλίου, το θωρηκτό France έφτασε στη Σεβαστούπολη από την Οδησσό. Η ομάδα αποβίβασης βγήκε στην ξηρά. Ήταν καθήκον τους να εμποδίσουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος πλησίαζε στη Σεβαστούπολη. Στις 17 Απριλίου, οι σάλπιγγες του πλοίου τους κάλεσαν σε θέσεις μάχης. Ένας σημαντικός αριθμός μηχανικών ανέβηκε στο κατάστρωμα και αρνήθηκε να εργαστεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Υπό τις απειλές των υπαξιωματικών, ορισμένοι ναύτες κατέβηκαν με κακή διάθεση στις μηχανές. Οι σκληροπυρηνικοί, που αρνήθηκαν να υπακούσουν, συνελήφθησαν και κλείστηκαν στα κελιά του πλοίου. Ανάμεσά τους ήταν οι Κοπουέτ, Ντελαρύ, Λερού και Βυγεμέν[2].

Ο Λαγκαγιάρντ, ο οποίος είχε οριστεί να δώσει το έναυσμα για τη συγκέντρωση, τραγούδησε πρώτα ερωτικά τραγούδια, μετά το τραγούδι της Οδησσού (ένα γαλλικό επαναστατικό τραγούδι για τη συγκέντρωση, το οποίο συνέθεσαν άγνωστοι στρατιώτες) και μετά τη Διεθνή. Σχεδόν όλο το πλήρωμα εμφανίστηκε, με 600 άνδρες να συμμετέχουν στη χορωδία. Οι αξιωματικοί τρελάθηκαν∙ μαζεύτηκαν στο κατάστρωμα του τέταρτου ορόφου και πήραν τα όπλα. Το γειτονικό Jean-Bart έμπαινε στο πλευρό τους και συγκεντρώνονταν. Με τη σειρά τους, οι ναύτες έσπευσαν στην πρύμνη όπου ήταν αποθηκευμένα τα όπλα, φωνάζοντας «Όπλα!» Κατέβηκαν στη φυλακή και την άνοιξαν. Έτσι, μεταξύ άλλων, απελευθέρωσαν τον Βιρζίλ Βυγεμέν, έναν ναύτη-μηχανικό ηλικίας 20 ετών, ο οποίος βρισκόταν στην απομόνωση και ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει την ηγεσία της ανταρσίας. Ο Βυγεμέν εξελέγη μαζί με άλλους δύο συντρόφους του. Οι αντιπρόσωποι παρουσίασαν τα αιτήματά τους στον αναπληρωτή διοικητή:

1. Τερματισμός του πολέμου κατά της Ρωσίας.

2. Άμεση επιστροφή στη Γαλλία.

3. Λιγότερο αυστηρή πειθαρχία.

4. Βελτίωση του φαγητού.

5. Άδειες Εξόδου για το πλήρωμα.

Στη συνέχεια πήγαν με μια ατμοκίνητη βάρκα στο θωρηκτό Ζαν Μπαρτ και διατύπωσαν τα αιτήματά τους «Στην Τουλόν! Όχι άλλος πόλεμος εναντίον των Ρώσων!» «Ξεσηκωθείτε! Ξεσηκωθείτε! Επανάσταση!», φώναζαν σείοντας τις αιώρες.

Ο αντιναύαρχος Αμέ, ο διοικητής του στόλου, έφτασε στο πλοίο France. Οι ναύτες και ο ναύαρχος στάθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Το κήρυγμα του Ναυάρχου διακόπηκε από τις φωνές «Διώχτε τον! Σκοτώστε τον!». Όταν ισχυρίστηκε ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν ληστές, ένας στασιαστής του φώναξε: `Εσύ είσαι ο μεγαλύτερος ληστής. Οι διαδηλωτές εγκατέλειψαν τον Αμέ εκεί και πήγαν στο κατάστρωμα τραγουδώντας την Διεθνή και το τραγούδι της Οδησσού. Ο ναύαρχος, έξαλλος, εγκατέλειψε το πλοίο φωνάζοντας απειλές.

Ο Αμέ δεν είχε περισσότερη τύχη στο Jean-Bart. Σχεδόν όλοι οι μουσικοί του έπαιζαν τον επαναστατικό ύμνο, συνοδευόμενοι από τους ναύτες που τραγουδούσαν χορωδιακά. Οι αξιωματικοί του πλοίου διέταξαν τότε να ανεβάσουν στο κατάστρωμα βαρέλια με κρασί, με την ελπίδα να μεθύσει το πλήρωμα. Όμως οι στασιαστές τοποθέτησαν περιφρούρηση γύρω από τα βαρέλια. Κανείς δεν τα άγγιξε.

Την επόμενη ημέρα, στις 20 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, σχεδόν όλοι οι ναύτες του France και του Jean-Bart, αντί να χαιρετήσουν την τρίχρωμη σημαία που είχε υψωθεί στην πρύμνη, στάθηκαν απέναντι από την πλώρη και τραγούδησαν τη Διεθνή, ενώ η κόκκινη σημαία υψώθηκε ταυτόχρονα στον ιστό της πλώρης και στα δύο σκάφη.

Ένας υποπλοίαρχος, κουνώντας τη γροθιά του στην κόκκινη σημαία, φώναξε: «Δεν ξέρετε τι σημαίνει αυτό το κουρέλι, σημαίνει εμφύλιος πόλεμος!». Διακόσιοι ναύτες παρατάχθηκαν σε μέτωπο μπροστά από το επαναστατικό λάβαρο. Ο αντιναύαρχος ανέβηκε στο πλοίο. Όταν πλησίασε την πρώτη σειρά των ανδρών που προστάτευαν την κόκκινη σημαία, τον προειδοποίησαν ότι αν έκανε ακόμη ένα βήμα μπροστά, θα τον έριχναν στη θάλασσα. Ακούστηκαν φωνές όπως «Σκοτώστε τον! Πετάξτε τον στο νερό!»

Στη συνέχεια ο ναύαρχος έδωσε στα πληρώματα την άδεια να βγουν στην ξηρά. Αλλά ήταν μια προγραμματισμένη ενέδρα. Μια ομάδα ναυτών σχημάτισε πομπή τραγουδώντας τη Διεθνή στους δρόμους της Σεβαστούπολης και έτυχε θερμής υποδοχής από τον πληθυσμό. Μπροστά στο δημαρχείο, ο πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής των μπολσεβίκων χαιρέτησε τους διαδηλωτές. Όμως ένας πλωτάρχης προσπάθησε να αρπάξει την κόκκινη σημαία και δέχτηκε μερικές σφαλιάρες στο πρόσωπο. Σε απάντηση, χωρίς προειδοποίηση, ομοβροντίες από σφαίρες σάρωσαν τον δρόμο: το πυρ είχε εξαπολυθεί από Έλληνες στρατιώτες και τον πλωτάρχη, συνοδευόμενους από δύο υπαξιωματικούς ενός τμήματος του αποβατικού από το Jean-Bart, ενώ από την πλευρά τους οι άνδρες πυροβολούσαν στον αέρα. Ήταν μια σφαγή. Υπήρξε πολύ μεγάλος αριθμός νεκρών και τραυματιών μεταξύ των ναυτικών και του σοβιετικού εργατικού πληθυσμού.

 

* * *

Η είδηση της ενέδρας προκάλεσε την οργή των πληρωμάτων. Δύο ναύτες επέστρεψαν στο πλοίο με πολιτικά ρούχα σε μια ρωσική λέμβο. Ένα κύμα στασιαστών όρμησε προς το πίσω μέρος του σκάφους, με επικεφαλής τον Βιρζίλ Βυγεμέν. Παρόμοια διαδήλωση έλαβε χώρα στο Jean-Bart, στο Justice και στο Vergniaud. Οι ναύτες πήραν τον έλεγχο όλων των πλοίων. Αντιπροσωπεία του στρατού ανέβηκε στο France για να συγχαρεί το πλήρωμα. Ο Ρομπέζ, ο αξιωματικός που ήταν επικεφαλής του πλοίου, άρχισε να γκρινιάζει: «Λοιπόν, ποιος είναι επικεφαλής στο πλοίο;» Μια αντιπροσωπεία του απάντησε: «Το πλήρωμα!»

Αργότερα κάλεσε τον Βυγεμέν, ο οποίος του απάντησε: «Αν δώσετε εντολή να κατασταλούν οι διαδηλωτές με τη βία των όπλων, τότε θα διατάξω να κατασταλεί η καταστολή σας με τη βία των όπλων». Ένα αγόρι 20 ετών έδινε εντολές σε έναν άνδρα 53 ετών.

Με τη σειρά τους, οι αντιπρόσωποι καλέστηκαν σε συνάντηση, σχεδόν τους παρακάλεσαν, και τους ζήτησαν να καθίσουν σε πολυθρόνες. Αρνήθηκαν και παρέμειναν όρθιοι. Ανέφεραν λεπτομερώς τα παράπονα των ναυτών: αηδιαστικό φαγητό, βάναυση πειθαρχία και πόλεμος κατά των Ρώσων, ο οποίος ήταν αντισυνταγματικός, αφού δεν είχε κηρυχθεί ποτέ από τη Γαλλία. Ο επικεφαλής αξιωματικός ήταν εναλλάξ αυταρχικός και ευγενικός, τη μια στιγμή προσπαθούσε να συλλάβει τους αντιπροσώπους και την άλλη τους παρακαλούσε να ηρεμήσουν το πλήρωμα.

Ο Ρομπέζ υποσχέθηκε ότι δεν θα υπάρξουν στη συνέχεια πειθαρχικά μέτρα. Αργότερα, στο στρατοδικείο, επέμεινε ότι είχε δεσμευτεί μόνο προσωπικά!

Η αυτοδιαχείριση καθιερώθηκε στο κόκκινο θωρηκτό. Σε όλες τις θέσεις, οι ναύτες εκτελούσαν άψογα τα καθήκοντά τους. Στις μηχανές, οι υπαξιωματικοί πρώτης και δεύτερης τάξης έμειναν στις θέσεις τους, καθώς είχαν καθαρά τεχνική λειτουργία. Η σημαία δεν χαιρετιόταν πλέον.

Το γαλλικό γενικό επιτελείο έβγαλε το συμπέρασμα, οδυνηρό από τη δική του σκοπιά, ότι ήταν καιρός να εκκενωθεί η Σεβαστούπολη και να παραδοθεί η εξουσία στους Σοβιετικούς (αφού πρώτα ανατινάξουν τα οχυρά, σπάσουν τις μηχανές και βυθίσουν τα σκάφη). Άλλωστε, το να αφήσει αυτό το επαναστατικό πλοίο στο εξωτερικό λιμάνι για μία ακόμη ημέρα, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός βρισκόταν στις πύλες της πόλης και που μια επαναστατική επιτροπή κατείχε ήδη την εξουσία εκεί, θα σήμαινε ότι θα διακινδύνευε το ενδεχόμενο ολόκληρος ο στόλος, με επικεφαλής το France, να περάσει με τους Μπολσεβίκους και την Επανάσταση. Όμως την τελευταία στιγμή οι ναύτες διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός ότι μόνο το ένα θωρηκτό θα απέπλεε. Φοβήθηκαν ότι αυτή η αναχώρηση μπορεί να ήταν ένα τέχνασμα της διοίκησης και ότι αυτή προετοίμαζε αυστηρά αντίποινα. Άλλωστε, όπως σχολίασε ένας από αυτούς: «Αν ξεκινήσουμε χωρίς το Jean-Bart, είμαστε δειλοί».

Τελικά, το κόκκινο θωρηκτό έφυγε μόνο του για την Μπιζέρτα. Όμως τα μέλη του πληρώματος έπρεπε να παραμείνουν στον έλεγχο του πλοίου μέχρι να φτάσει και να αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Τυνησίας. Οι αξιωματικοί ήταν υποχρεωμένοι να απέχουν από κάθε παρέμβαση στη διοίκηση του πληρώματος∙ τα καθήκοντα επί του πλοίου έπρεπε να διευθύνονται από έναν επικεφαλής ναύτη που θα εκλεγόταν το πλήρωμα.

Η ανταρσία αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να ενώσει τις δυνάμεις της με τη Ρωσική Επανάσταση. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο επρόκειτο να προβλεφθεί, όπως θα δούμε παρακάτω, από την επιτροπή δράσης στο καταδρομικό Waldeck-Rousseau, ένα άλλο πολεμικό πλοίο που στασίασε. Είναι επίσης αυτό που, από την πλευρά του, ο Αντρέ Μαρτί, κρατούμενος σε αυτό το πλοίο, είχε θελήσει να επιχειρήσει στο δικό του μικρό πλοίο, το Le Protet, πριν τον καταγγείλουν και τον συλλάβουν.

Είναι πάντως γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα της ανταρσίας του France και άλλων γαλλικών μονάδων τόσο του ναυτικού όσο και των χερσαίων δυνάμεων, η τεράστια μηχανή του ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί εναντίον της Οκτωβριανής Επανάστασης.

 

1919 1. Dreanoughts Waldeck Rousseau

Το καταδρομικό Waldeck Rousseau

 

II: Οι ναύτες του Waldeck-Rousseau προσποιούνταν ότι ετοίμαζαν δείπνο

Ας έρθουμε τώρα στην ανταρσία που ξέσπασε μερικές ημέρες αργότερα, από τις 27 έως τις 29 Απριλίου, στο καταδρομικό Waldeck-Rousseau. Φαίνεται ότι απέκτησε σχετικά πιο επαναστατικό χαρακτήρα, καθώς, σε κάποιο σημείο, οι ναύτες έφτασαν στο σημείο να συζητήσουν την παράδοση του πλοίου στις σοβιετικές αρχές της Οδησσού.

Το Waldeck-Rousseau, σε αντίθεση με το France, το οποίο δεν είχε αγκυροβολήσει στην Τουλόν από τον Οκτώβριο του 1916, είχε μόλις αγκυροβολήσει εκεί για δύο μήνες. Οι νεαροί ναύτες βρίσκονταν επομένως σε άδεια, χάρη στην οποία είχαν έρθει σε επαφή με την εργατική τάξη, η οποία τότε συμμετείχε σε ένα ισχυρό ταξικό κίνημα.

Στο πλοίο, μια επιτροπή επαναστατικής δράσης από περίπου 10 μέλη είχε σχηματιστεί πριν από πολύ καιρό, επίσης με πρωτοβουλία ενός μηχανικού ονόματι Ζεντίλ. Δύο ναύτες, ο πυροβολητής Λαβιέ και ο ηλεκτρολόγος Σιμό, ειδικεύονταν στην προπαγάνδα. Διένειμαν τη La Vague και φυλλάδια.

Η επιτροπή συνεδρίαζε συχνά. Προκειμένου να αποκρύψει αποτελεσματικότερα τη μυστική της δραστηριότητα, καλύφθηκε πίσω από το προσωπείο μιας φαινομενικά ακίνδυνης οργάνωσης, ενός «Αδελφικού Συλλόγου Εργαζομένων», αποτελούμενου από περίπου εκατό ναύτες και υπαξιοματικούς. Είχε συσταθεί τον Δεκέμβριο του 1918, καθ’ οδόν προς τη γαλλική ναυτική βάση στο Κάτταρο (στην ακτή της Δαλματίας), από ναύτες από το Λανγκεντόκ. Φαινομενικά σκόπευε να ετοιμάσει ένα τεράστιο συμπόσιο την παραμονή της αποστράτευσης και στη συνέχεια να τιμήσει αυτή την αξέχαστη περίσταση, όπως κάνουν κατά καιρούς οι ενώσεις πρώην στρατιωτών.

Στην Τουλόν είχαν εκτυπωθεί οι κάρτες μελών της ένωσης. Ο υποτιθέμενος τόπος του προτεινόμενου συμποσίου είχε βαφτιστεί «Lucullus», και η λέξη εμφανιζόταν σε περίοπτη θέση στην κάρτα. Ο αρχικός πρόεδρος είχε αποβιβαστεί στην Τουλόν επειδή ήταν έφεδρος. Παρέμενε ο αντιπρόεδρος, ο Φρανσουά Περόν, υπομάγειρας στο μαγειρείο των υπαξιωματικών και υπεύθυνος για τη στρατολόγηση στον σύλλογο, καθώς η δουλειά του τον έφερνε σε επαφή με όλο το πλήρωμα.

Οι «Lucullus» συναντιούταν ανοιχτά το σούρουπο στις κουκέτες στο μπροστά μέρος του πλοίου. Οι ναύτες τραγουδούσαν και έκαναν σχέδια, ενώ η επιτροπή δράσης εργαζόταν στο εσωτερικό της και μετέφερε στο πλήρωμα έναν επαναστατικό προσανατολισμό, άγνωστο στη διοίκηση.

 

* * *

Στις 11 Μαρτίου, το καταδρομικό, αφού για δεύτερη φορά πήρε πίσω στο πλοίο μια φρουρά που είχε πάρει άδεια, κατευθύνθηκε προς τη Βηρυτό. Το πλήρωμα ήταν πολύ νέο και καταλάβαινε σαφώς γιατί ο γαλλικός ιμπεριαλισμός επιτίθετο στη Σοβιετική Ρωσία. Από τη Βηρυτό, το Waldeck-Rousseau απέπλευσε για την Ισταμπούλ (Κωνσταντινούπολη) και, το βράδυ της 3ης Απριλίου, εισήλθε στα στενά του Βοσπόρου, καθ’ οδόν προς τη Μαύρη Θάλασσα. Το πλήρωμα είχε αρχίσει να θυμώνει. Στις 6 Απριλίου, αγκυροβόλησαν στην Οδησσό, όχι μακριά από τις προκυμαίες. Η επιτροπή δράσης είχε κάνει τη δουλειά της: οι πυροβολητές σε αρκετούς πυργίσκους αρνήθηκαν να στοχεύσουν με τα όπλα τους το μεγάλο ρωσικό λιμάνι.

Στο πλοίο, τραγούδησαν το τραγούδι των ναυτών των πειθαρχικών λόχων:

J’ai réfléchi, je ne tirerai pas,

Je suis marin, je refuse quand même,

Car sur mes frères révoltés la-bàs

Je ne tirerai pas, c’est indigne de moi-même.

 

[Το σκέφτηκα, δεν πρόκειται να πυροβολήσω,

Εγώ είμαι ναύτης, θα αρνηθώ έτσι κι αλλιώς,

Γιατί τα αδέλφια μου που ξεσηκώθηκαν εκεί…

Δεν θα πυροβολήσω, είναι ανάξιο για μένα.]

 

«Είναι ολοφάνερο: ήρθαμε να κάνουμε πόλεμο»· αυτό έλεγαν μεταξύ τους οι ναύτες με τις κόκκινες φούντες. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι το καταδρομικό θα βρισκόταν στη Μαύρη Θάλασσα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, δεν είχε γίνει ούτε μία παράδοση αλληλογραφίας μετά την αναχώρηση από την Τουλόν, και τα μηνύματα που ελήφθησαν μέσω ασυρμάτου δεν εμφανίζονταν πλέον. Η πειθαρχία ήταν αυστηρότερη, οι επιθεωρήσεις ήταν συχνότερες και το φαγητό ήταν απαίσιο.

Στις 19 Απριλίου, το Waldeck-Rousseau, το οποίο είχε ρυμουλκήσει μερικές φορτηγίδες με στρατιώτες μέχρι τις εκβολές του Δνείστρου, επέστρεψε για να αγκυροβολήσει στα ανοικτά της Οδησσού, όπου κυμάτιζαν οι κόκκινες σημαίες των Μπολσεβίκων. Είχαν σκοπό να εκφοβίσουν τη σοβιετική εξουσία;

Όταν το πλήρωμα έμαθε ότι ένας κρατούμενος από άλλο πλοίο είχε έρθει στο σκάφος –ήταν ο αρχιμηχανικός Αντρέ Μαρτί– τα πνεύματα άναψαν. Ένα γράμμα του κρατούμενου, γραμμένο με μολύβι, κυκλοφόρησε μεταξύ των ναυτικών. Η επιτροπή επαναστατικής δράσης είχε ως στόχο τόσο την απελευθέρωση του Μαρτί όσο και την είσοδο του πλοίου στο λιμάνι της Οδησσού.

Το πρωί της 27ης Απριλίου, κυκλοφόρησαν φήμες ότι «υπάρχουν σοβιετικοί στο πλοίο». Ο αντιναύαρχος, πανικόβλητος, μετέφερε τον κρατούμενο αλλού. Η αντίδραση του πληρώματος ήταν άμεση∙ συγκεντρώθηκαν στις κουκέτες στην πλώρη του πλοίου. Στο όνομα αντιπροσώπων που είχαν εκλεγεί από τους ναύτες, ο Σιμό διάβασε έναν κατάλογο αιτημάτων:

1. Άμεση επιστροφή στη Γαλλία.

2. Καλύτερο φαγητό.

3. Ανάρτηση σε όλα τα πυροβολεία όλων των ειδήσεων που λαμβάνονται από τον ασύρματο.

4. Αποστράτευση των εφέδρων.

5. Άμεση αποβίβαση στην ξηρά του αξιωματικού υπεύθυνου για την πειθαρχία.

6. Οι άδειες χορηγούνται με κανονική σειρά.

Ο κατάλογος εγκρίθηκε ομόφωνα με ανάταση των χεριών.

Η αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τους Σιμό και Λαβιέ, πήγε αμέσως στον επικεφαλής αξιωματικό, τον Σοπάρ, καπετάνιο του πλοίου, ακολουθούμενη από όλο το πλήρωμα. Οι εκπρόσωποι έγιναν δεκτοί στο γραφείο του καπετάνιου. Εκείνος σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να ξεφύγει από το πρόβλημα επικαλούμενος το «εθνικό συμφέρον». Η απάντηση ήταν: «Όχι και ποτέ. Δεν είναι δουλειά μας να υπερασπιστούμε τα εκατομμύρια των Γάλλων καπιταλιστών!». Και ο πυροβολητής Νουβό, επίσης μέλος της μυστικής επιτροπής δράσης, φώναξε «Αν δεν μας δώσετε ικανοποίηση, απόψε το πλοίο θα δέσει στην Οδησσό.»

Υπήρξε μια κατηγορηματική άρνηση από τον άνθρωπο που ήταν αφεντικό στο πλοίο «μετά τον Θεό». Η αντιπροσωπεία επέστρεψε στο κατάστρωμα, ακολουθούμενη από το πλήρωμα. Ακούστηκαν κραυγές όπως «προς τα πίσω! Στην κόκκινη σημαία!» Αποφασίστηκε να προκηρυχθεί γενική απεργία. Ο αρχιπλοίαρχος, ο οποίος απειλούσε, πετάχτηκε στη θάλασσα - και στη συνέχεια τον ξαναβγάλανε. Οκτακόσιοι ναύτες περίμεναν ακόμη την απάντηση του διοικητή στα αιτήματά τους.

Ο Σοπάρ, σε αμηχανία, κάλεσε τον υποναύαρχο Κομπέ σε βοήθεια. Εκείνος ενήργησε υποκριτικά. «Δεν πρέπει να ακούτε τους λίγους ταραχοποιούς ανάμεσά σας». Είπε μερικά φιλικά, γλυκανάλατα λόγια για κάθε αντιπρόσωπο. Όμως η αντιπροσωπεία, που είχε περιμένει 20 λεπτά ακούγοντας αυτή την προτροπή, δεν το ανέχτηκε άλλο: «Ναύαρχε, το πλήρωμα ξέρει τι θέλει. Δώστε του ικανοποίηση. Αποφάσισε να μην ξαναπάει σε πόλεμο εναντίον των φίλων του. Αποφύγετε να κάνετε ανεπανόρθωτη ζημιά!»

«Και αν δεν σας δώσω ικανοποίηση, τι θα κάνετε;»

«Σε αυτή την περίπτωση το Waldeck-Rousseau θα αγκυροβολήσει και θα τεθεί στη διάθεση των Μπολσεβίκων!»

 

* * *

Το τελεσίγραφο προς το ναύαρχο έληξε στις πέντε το πρωί της επόμενης ημέρας. Ο Ναύαρχος σκέφτηκε να συγκεντρώσει το πλήρωμα σε λόχους, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι όλοι θα βρίσκονταν στο πλευρό του. Οι αξιωματικοί απομακρύνθηκαν. Τότε ο Ναύαρχος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να δημιουργήσει άμεση επαφή με τους αντάρτες, εν μέσω χλευασμού: «Τι θέλετε;»

«Άμεση επιστροφή στη Γαλλία!»

Υπήρξε μια πλημμύρα απειλών και προσβολών: «Ρίξτε τον Ναύαρχο στο νερό!»

Τελικά ο Κομπέ τους άφησε να αποσπάσουν την υπόσχεση ότι θα έφευγαν εντός 48 ωρών.

Στις 28 Απριλίου, το Waldeck-Rousseau απέπλευσε για την Κωνσταντινούπολη. Ένας αντιπρόσωπος του πληρώματος κρατούσε τον ασύρματο υπό συνεχή έλεγχο, ελέγχοντας τα τηλεγραφήματα.

Ξαφνικά ήρθαν τα νέα: Ο αντιναύαρχος Αμέ επέπληττε τον υποναύαρχο Κομπέ, ο οποίος ήταν ανώτερός του στην ιεραρχία. Το καταδρομικό επρόκειτο να πάει στο νησί Τέντρα, στη Μαύρη Θάλασσα, το ίδιο μέρος όπου το ρωσικό θωρηκτό Ποτέμκιν είχε επαναστατήσει για 15 ημέρες το 1905, και μετά -τουλάχιστον έτσι τους υποσχέθηκαν- θα επέστρεφαν στη Γαλλία.

Το πλήρωμα εξαγριώθηκε. Οι μηχανικοί –όπως πάντα– δεν μασούσαν τα λόγια τους: «Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε μια και καλή. Ας καταλάβουμε το πλοίο!»

Στην Τέντρα, οι ναύτες έμαθαν για την ανταρσία του France από άνδρες ενός άλλου πλοίου που είχαν επιβιβαστεί στο σκάφος. Όλο το πλήρωμα καταλήφθηκε από την ίδια επιθυμία: να κάνουν ό,τι είχαν κάνει οι σύντροφοι στη Σεβαστούπολη.

Ο επαναστατικός αγώνας συνεχίστηκε τότε στο καταδρομικό. Οι ναύτες πήγαν στην πλώρη και απαίτησαν την εκλογή αντιπροσωπείας. Στη συνέχεια προχώρησαν στην εκλογή τεσσάρων νέων αντιπροσώπων που αντικατέστησαν τους προηγούμενους: πολύ νέοι άνδρες, ηλικίας 20 ή 21 ετών.

Ο αντιναύαρχος αρνήθηκε να δεχτεί αυτούς τους νεαρούς επισκέπτες. Ήταν πόλεμος; Ομάδες ναυτών άρχισαν να κυνηγούν τους υπαξιωματικούς και προσπάθησαν να αποκτήσουν όπλα. Ο καπετάνιος μιας κορβέτας έβγαλε το περίστροφό του. Ο Ναύαρχος, που είχε δεχτεί επίθεση, έκανε σαν να ήθελε να αυτοπυροβοληθεί στο κεφάλι, ενώ ένας αρχιφροντιστής κατέρρευσε.

Οι αξιωματικοί πήγαν στο πίσω μέρος, το οποίο είχε μετατραπεί σε οχυρό. Ένα πυροβόλο ήταν στραμμένο, έτοιμο να βάλει κατά των στασιαστών. Μπροστά σε αυτό οι ναύτες ήταν σχεδόν άοπλοι. Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μόνο περίστροφα που είχαν αγοράσει στην ξηρά και μαχαίρια.

Η απειλή αντιμετωπίστηκε με απειλή: ο αντιναύαρχος δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να ανατινάξει το πλοίο αν οι στασιαστές αναλάμβαναν τη διακυβέρνησή του. Οι ένοπλες ομάδες (που αντιτάχθηκαν στο πλήρωμα) έλεγχαν τις σκάλες που οδηγούσαν στην αποθήκη πυρομαχικών.

Όμως, βλέποντας ότι δεν είχαν αρκετά όπλα για να απαντήσουν αποτελεσματικά στους αξιωματικούς, οι επαναστάτες ναύτες δεν προχώρησαν περισσότερο στη βίαιη δράση. Σε κάθε περίπτωση, είχαν κερδίσει αυτό που ήθελαν∙ την ίδια εβδομάδα, το Waldeck-Rousseau εγκατέλειψε την προσπάθειά του να επιτεθεί στη Ρωσική Επανάσταση∙ πέρασε από τα Δαρδανέλια, επιστρέφοντας στη Γαλλία.

 

* * *

Αν οι στασιαστές του Waldeck-Rousseau, όπως μόλις είδαμε, είχαν την πρόθεση να παραδώσουν το πλοίο τους στη Ρωσική Επανάσταση (ή μάλλον απείλησαν τη διοίκηση ότι θα το έκαναν), αυτό ήταν, προφανώς, ένα μέσο εκβιασμού, προκειμένου να κερδίσουν την επιστροφή του καταδρομικού στη Γαλλία και την αποστράτευσή τους, την οποία περίμεναν με τόση ανυπομονησία.

Σε ένα μόνο πλοίο του στόλου της Μαύρης Θάλασσας είχε εκπονηθεί ένα σχέδιο του οποίου ο επαναστατικός στόχος φαίνεται να ήταν πιο συνεπής. Είχε ωριμάσει στα ευερέθιστα κεφάλια ορισμένων μηχανικών του αντιτορπιλικού Protet, που εκείνη την εποχή ήταν αγκυροβολημένο στο ρουμανικό λιμάνι Γκαλάτσι.

Αυτοί οι μηχανικοί, γενικά χαμηλού βαθμού, βρίσκονταν εδώ και καιρό υπό την επιρροή των πολιτών εργατών στα ναυπηγεία της Τουλόν και της Βρέστης, εργατών υψηλής ειδίκευσης που παραδοσιακά είχαν υψηλό επίπεδο ταξικής συνείδησης.

Δυστυχώς, σε αντίθεση με τα μαζικά κινήματα στο France και στο Waldeck-Rousseau, τα οποία επρόκειτο να διαπρέψουν σε αυθορμητισμό, αλλά των οποίων ο πολιτικός προσανατολισμός ήταν ακόμη ασαφής, οι μπλανκιστές στο Protet ήταν μια μικρή πρωτοποριακή μειοψηφία, λίγο άγρια, με συνωμοτική νοοτροπία και χωρίς επαφή με το υπόλοιπο πλήρωμα. Ήταν ένα πλήρωμα, εξάλλου, που αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από νέους, των οποίων η στάση ήταν αυτή της δεύτερης αντιπροσωπείας του Waldeck-Rousseau: επιδίωκαν την ειρήνη και την αποστράτευση παρά την επανάσταση. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να παίξει το ρόλο του πυροκροτητή για ολόκληρο το στόλο, αν και η παρουσία του Αντρέ Μαρτί, κρατούμενου στο Waldeck-Rousseau, συνέβαλε στην ανάφλεξη της ανταρσίας στο καταδρομικό, όπως είδαμε.

Το εγχείρημα προετοιμάστηκε από μια μικρή ομάδα μάχης. Ο Αντρέ Μαρτί, ο εμπνευστής, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του επικεφαλής μηχανικού Λουί Μπαντινά, ο οποίος ενέκρινε όλα τα σημεία του σχεδίου του και συμφώνησε να βοηθήσει στη στρατολόγηση δώδεκα αξιόπιστων ανδρών, κάτι που ο βαθμός του Μαρτί δεν του επέτρεπε να κάνει ο ίδιος. Αν πιστέψουμε την αφήγηση του Μαρτί, το σχέδιο ήταν να αφοπλιστούν τη νύχτα οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί και να κλειστούν στις καμπίνες ή στους χώρους εργασίας τους, στη συνέχεια να δεθεί και να φιμωθεί ο αξιωματικός υπηρεσίας στο κατάστρωμα και στη συνέχεια να διακοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα για τον πομπό του ασυρμάτου. Έτσι θα μπορούσαν να καταλάβουν το πλοίο και να το κατευθύνουν προς την Οδησσό.

Δημιουργήθηκε ένας πυρήνας τριών ηγετών: Μαρτί, Μπαντινά και ένας πυροβολητής με το όνομα Ντυράν. Οριστικοποίησαν τις λεπτομέρειες της σχεδιαζόμενης επιχείρησης στις 13 Απριλίου. Το βράδυ της 15ης Απριλίου συγκάλεσαν μια μικρή σύσκεψη στην πόλη Γκαλάτσι, στην οποία συμμετείχαν ο μαθητευόμενος ναυτικός Μπουρρουίλ, ο μάγειρας των αξιωματικών Φιλιέτρ και οι δύο μηχανικοί Σεντριέ και Γκαμπορί, καθώς και οι τρεις αρχηγοί. Ο Μαρτί εξήγησε ότι, επιτιθέμενος στη Ρωσία, ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας παραβίαζε το σύνταγμα, καθώς ο πόλεμος δεν είχε κηρυχθεί από τη Γαλλία, και, υπό αυτές τις συνθήκες, η εξέγερση ήταν, κατά τη γλώσσα του 1793, «το ιερότερο καθήκον».

Όμως οι επαφές που είχε κάνει απερίσκεπτα ο Μπαντινά με το παράρτημα του Ρουμανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Γκαλάτσι τράβηξαν την προσοχή. Και, κυρίως, τρεις από τους συνωμότες –ο Ντυράν, ο Μπουρρουίλ και ο Φιλιέτρ– αποδείχθηκαν προβοκάτορες. Είχαν μάλιστα προσπαθήσει να ξεπεράσουν τους άλλους, προτείνοντας να ρίξουν τους αξιωματικούς στη θάλασσα αντί να τους κρατήσουν ως ομήρους.

Το επόμενο βράδυ, στις 16 Απριλίου, στις 11.30 μ.μ., επιστρέφοντας στο πλοίο, ο Αντρέ Μαρτί δέχτηκε πρόκληση καθώς περνούσε τη σκάλα στο αντιτορπιλικό. Ο επικεφαλής αξιωματικός, ο υποπλοίαρχος Ουελφελέ, βασιλικός και υποστηρικτής της Action Française, ο οποίος απεχθανόταν έναν αναγνώστη του L’Oeuvre όπως ο Μαρτί, τον ενημέρωσε ότι τέθηκε υπό αυστηρή φρούρηση. Λίγο αργότερα ο κατηγορούμενος κλήθηκε ενώπιόν του και δήλωσε: «Ξέρω ότι έχεις επαφές με τους Μπολσεβίκους. Κατηγορείσαι για εξαιρετικά σοβαρά αδικήματα». Καθώς έβγαινε από το γραφείο του αξιωματικού, ο Μαρτί προσπέρασε τον Μπαντινά που είχε έναν οπλισμένο ναύτη δεξιά και αριστερά του: ο επικεφαλής ναύτης είχε επίσης συλληφθεί στο κατάστρωμα. Την επόμενη ημέρα ο Μπαντινά κατάφερε να δραπετεύσει από το ναυτικό φυλάκιο στο Γκαλάτσι· στη συνέχεια επρόκειτο να καταδικαστεί ερήμην του.

Έτσι απέτυχε η συνωμοσία στο Protet, η οποία, αν δεν είχε ξεκινήσει πολύ νωρίς και αν είχε πετύχει, θα μπορούσε να είχε προσδώσει στην ανταρσία της Μαύρης Θάλασσας έναν πιο ξεκάθαρα επαναστατικό χαρακτήρα.

 

1919 2. André Marty et Badina mutins de la Mer Noire 1919 Virgil Vuillemin

Λουί Μπαντινά, Αντρέ Μαρτί και Βιρζίλ Βυγεμέν

 

III: «Παιδιά! Τραγουδήστε τη Madelon αν θέλετε, αλλά όχι τη Διεθνή!»

Οι ανταρσίες του France και του Waldeck-Rousseau είχαν πάρει μορφή χιονοστιβάδας, και πολλά άλλα πλοία συμμετείχαν στην εξέγερση.

Έχουμε ήδη αναφέρει την περίπτωση του θωρηκτού Jean-Bart, το οποίο, αγκυροβολημένο όχι μακριά από το France, στο εξωτερικό λιμάνι της Σεβαστούπολης, έδρασε αλληλέγγυα με το επαναστατικό πλοίο στις 20 και 21 Απριλίου.

 

Πατάτες στο Justice: Το ίδιο συνέβη και με το θωρηκτό Justice, το οποίο είχε αγκυροβολήσει κοντά στα άλλα δύο. Στο τελευταίο, η σπίθα που προκάλεσε την έκρηξη ήταν μια απλή εργασία που αφορούσε τις πατάτες. Στους ναύτες είχαν δοθεί μόνο κατεψυγμένες ή σάπιες πατάτες για να τις καθαρίσουν. Υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες. Ο αντιναύαρχος Αμέ, ήδη πολύ απασχολημένος αλλού, είχε μόλις φτάσει στο θωρηκτό. Κάλεσε το πλήρωμα να συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα. Όταν δήλωσε ότι ήταν απαραίτητο να «πέσουν οι Μπολσεβίκοι», οι ναύτες δεν άντεξαν άλλο. Τραγούδησαν τη Διεθνή. Τότε ο ανώτερος αξιωματικός έκανε τη γελοία πρόταση: «Παιδιά, τραγουδήστε τη Madelon[3] αν θέλετε, αλλά όχι τη Διεθνή». Οι φωνές ξέσπασαν: «Ληστή! Πετάξτε τον στο νερό!» Τον χλεύασαν και του πέταξαν πατάτες καθώς έβγαινε από το πλοίο συντετριμμένος, ενώ υψώθηκε η κόκκινη σημαία.

 

Απειλές κατά των ναυτών του Bruix: Το καταδρομικό Bruix μολύνθηκε επίσης από την εξέγερση του θωρηκτού Waldeck-Rousseau στην Τέντρα, ενώ βρισκόταν ακόμη στη Μαύρη Θάλασσα. Όταν ο αξιωματικός που διοικούσε αυτό το πλοίο εκφώνησε μια σειρά από ύβρεις κατά του μπολσεβικισμού, ένας αντιπρόσωπος του πληρώματος απάντησε μεταφέροντάς του μια γραπτή διαμαρτυρία:

«Σήμερα, 28 Απριλίου 1919, το πλήρωμα του Bruix, μέσω των αντιπροσώπων του, θεωρώντας ότι η παρουσία μας εδώ δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα από το να λειτουργούμε ως εμπόδιο σε ένα φιλικό έθνος που προσπαθεί να προοδεύσει, αποφασίζει ότι μια περίοδος 48 ωρών από τη Δευτέρα 28 Απριλίου... θα δοθεί για την απόφαση επιστροφής στη Γαλλία. Όταν λήξει αυτή η περίοδος, το πλήρωμα θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να κινηθεί το πλοίο... η φυλάκιση στα δωμάτιά σας θα χρησιμοποιηθεί μόνο σε περίπτωση επίσημης άρνησης εκ μέρους σας να συμμορφωθείτε με τις απαιτήσεις μας.»

Στη συνέχεια, ο διοικητής συγκάλεσε όλο το πλήρωμα και απείλησε να χρησιμοποιήσει εναντίον των Γάλλων ναυτικών ένα βρετανικό ελαφρύ καταδρομικό και δύο ιαπωνικά αντιτορπιλικά που βρίσκονταν στο εξωτερικό λιμάνι. Ο αντιπρόσωπος απάντησε: «Ούτε ο βρετανικός στόλος ούτε τα ιαπωνικά πυροβόλα θα με αναγκάσουν να υποχωρήσω. Όπως και κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο καθένας μας θα πεθάνει στο πόστο του». Η διοίκηση αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει. Λίγες ημέρες αργότερα το Bruix ξεκίνησε για τη Γαλλία.

Στην Τουλόν άρχισε η εξέγερση του Provence.

Αλλά παρ’ όλα αυτά, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει τα πολεμικά του εγχειρήματα εναντίον της Ρωσικής Επανάστασης. Κατά συνέπεια, οι ανταρσίες στη Μαύρη Θάλασσα είχαν πιο μακρινές συνέπειες. Άναψαν το μπαρούτι στην ίδια την Τουλόν. Οι αντιπολεμικές εφημερίδες είχαν μεγάλη ζήτηση μεταξύ των ναυτών και επαναστατικά φυλλάδια κυκλοφορούσαν στα πλοία και στους ναυτικούς στρατώνες.

Στις αρχές Ιουνίου, το θωρηκτό Provence, μια ναυαρχίδα που βρισκόταν στο εξωτερικό λιμάνι από τις 21 Μαΐου, ετοιμαζόταν να φύγει για να πάει να «επιθεωρήσει» τις ναυτικές δυνάμεις στη Μαύρη Θάλασσα. Αλλά, όπως σχολιάζει ο Αντρέ Μαρτί στο βιβλίο του: «Η φόρτωση πολεμοφοδίων για χερσαίο πόλεμο σε ασυνήθιστα μεγάλες ποσότητες, καθώς και πολυάριθμων μασκών αερίων, έδειχνε ξεκάθαρα ακόμη και στους πιο απλοϊκούς ναύτες ότι το θωρηκτό επρόκειτο να αναχωρήσει για έναν νέο πόλεμο. Αυτός θα μπορούσε να είναι μόνο εναντίον της επαναστατικής Ρωσίας».

Στο Παρίσι, η συζήτηση της Εθνοσυνέλευσης για τις ανταρσίες στη Μαύρη Θάλασσα είχε προγραμματιστεί για τις 6 Ιουνίου. Έτσι, στην Τουλόν στις 5 Ιουνίου, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, υψώθηκε η κόκκινη σημαία στο πρωραίο κατάρτι του Provence ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τους επαναστάτες.

Το πρωί της Κυριακής της Πεντηκοστής, στις 8 Ιουνίου, είχε διαδοθεί η εντολή σε όλα τα πλοία που βρίσκονταν στο εξωτερικό λιμάνι να στείλουν αντιπροσώπους στη Λέσχη Στρατιωτών και Ναυτών. Στις 10.00 π.μ. υπήρχαν ήδη 400. Κατέλαβαν το θέατρο. Ένας από αυτούς ανέβηκε στη σκηνή και άρχισε να μιλάει. Ξεκίνησε μια πολύ ζωηρή συζήτηση σε στυλ «άμεσης δημοκρατίας» για την πορεία δράσης που θα έπρεπε να υιοθετηθεί τις επόμενες μέρες.

Όμως η αστική τάξη δεν μπορούσε να ανεχθεί την κατάληψη χώρων, ιδίως από άνδρες των ενόπλων δυνάμεων. Η τοπική και η εθνική αστυνομία έσπευσε να τους απομακρύνει από τη λέσχη. Υπήρξε ανταλλαγή χτυπημάτων. Το κτίριο έκλεισε και τέθηκε υπό τον έλεγχο των μπάτσων. Ο αρχηγός του λιμανιού έστειλε τηλεγράφημα για να ζητήσει ενισχύσεις ιππικού και αστυνομίας.

Την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, που ήταν επίσης αργία, οι ναύτες συγκεντρώθηκαν σε ένα δάσος, ένα μέρος που είχε συμφωνηθεί στη συνάντηση της προηγούμενης ημέρας. Ήταν τουλάχιστον 2.000.

Ο αντιναύαρχος Λακάζ, μελλοντικό μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, εμφανίστηκε με ένα αυτοκίνητο και εξύβρισε το πλήθος των ναυτών: «Τώρα! Γιατί ακούτε προδότες Γάλλους που σας κάνουν πλύση εγκεφάλου με τα αναρχικά τους φυλλάδια;».

Όταν ο ναύαρχος απομακρύνθηκε, ορίστηκε μια επιτροπή δράσης. Αυτή προετοίμασε μια γενική εξέγερση όλων των πλοίων και των στρατιωτών στην Τουλόν, σε συνεννόηση με τους απεργούς εργάτες από τα Σιδηρουργεία και τα Ναυπηγεία της Μεσογείου στη Λα Σεΐν-σιρ-Μερ.

Στις 11 Ιουνίου, το Provence επρόκειτο να αναχωρήσει για την Ανατολή. Σύμφωνα με το σχέδιο της επιτροπής δράσης, αυτή η ναυαρχίδα θα είχε την τιμή να υψώσει την κόκκινη σημαία, δίνοντας έτσι το σήμα για την εξέγερση. Στις 10 Ιουνίου ξέσπασε η εξέγερση. «Ήρθε η ώρα! Στο κατάστρωμα!», ακούστηκε μια φωνή. Καθώς οι ναύτες έφτασαν στις σκάλες, κάποιος άλλος φώναξε: «Στα όπλα! Στην αποθήκη όπλων!» Και μια άλλη: «Πηγαίνουμε για την επανάσταση!»

Οι στασιαστές όρμησαν προς τις προθήκες με τα όπλα και άρπαξαν όπλα και ξιφολόγχες. Εξήντα οπλισμένοι άνδρες ανέβηκαν στο κατάστρωμα. Οι ανώτεροι αξιωματικοί τράπηκαν σε φυγή. Ένας καπετάνιος της κορβέτας προσπάθησε να βγει από την καμπίνα του∙ ένας ναύτης έστρεψε την καραμπίνα του στο στήθος του και τον διέταξε να επιστρέψει μέσα. Ο αξιωματικός μουρμούρισε:

«Τι συμβαίνει;»

«Τίποτα, πρόκειται για επανάσταση».

Με διαταγή από ψηλά, η σάλπιγγα κάλεσε σε θέσεις μάχης. Ήταν χάσιμο χρόνου. Κανείς δεν κινήθηκε. Η διοίκηση έκανε παραχωρήσεις και διαπραγματεύτηκε. Η αναχώρηση του Provence αναβλήθηκε.

Από το πολεμικό πλοίο η εξέγερση εξαπλώθηκε στη συνέχεια στην πόλη. Οι στρατιώτες του Τέταρτου Συντάγματος Αποικιών, μαθαίνοντας ότι επίκειται η αναχώρησή τους για την Ανατολή, άνοιξαν τις πόρτες των στρατώνων τους και πλημμύρισαν τους δρόμους, τραγουδώντας τη Διεθνή.

Στρατιώτες, ναύτες και εργάτες από το οπλοστάσιο αναμείχθηκαν όλοι μαζί. Περίπου 1.500 από αυτούς προχώρησαν προς τη ναυτική φυλακή με σκοπό να την καταλάβουν. Έφιπποι χωροφύλακες επιτέθηκαν. Ομάδες στρατιωτών αντιστάθηκαν. Ένας από τους διαδηλωτές είχε φτάσει πίσω από τα κάγκελα των δημόσιων κήπων και από εκεί πετροβόλησε τους χωροφύλακες. Ακούστηκαν πυροβολισμοί.

Οι αντάρτες σχεδόν πήραν τον έλεγχο της ναυτικής βάσης και ολόκληρης της πόλης. Το Provence δεν θα πήγαινε στα ρωσικά ύδατα.

Ακολούθησε το Condorcet. Για την ανταρσία στο θωρηκτό Condorcet, η οποία έλαβε χώρα την ίδια εποχή, έχουμε την τύχη να μπορούμε να δώσουμε μια περιγραφή που έγραψε στα εβδομήντα του χρόνια ο κύριος αρχηγός της, ο πρώτος μηχανικός του ναυτικού Μαρσέλ Μονριμπό:

«Το Condorcet βρισκόταν στο εξωτερικό λιμάνι της Μπιζέρτα αφού είχε υποβληθεί σε επιθεώρηση και επισκευές. Τότε ήταν που το θωρηκτό France εισήλθε στο εξωτερικό λιμάνι της Μπιζέρτα, στην κατοχή του πληρώματος που είχε επαναστατήσει στη Μαύρη Θάλασσα. Ενημερωμένοι από τους ναύτες του France, συνειδητοποιήσαμε ότι το πλοίο μας επρόκειτο να σταλεί στη Ρωσία. Στο Condorcet υπήρχε μια επαναστατική σοσιαλιστική ομάδα υπό την ηγεσία του πρώτου μηχανικού ναυτικού Μαρσέλ Μονριμπό.

Αποφασίστηκε να σταλεί στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας μια επιστολή που θα ζητούσε να αποβιβαστούν στην ξηρά και να αποστρατευτούν οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Αυτό έγινε δεκτό. Έτσι παρέμειναν στο Condorcet μόνο οι νεότερες ηλικιακές ομάδες (17, 18, 19). Οχτακόσιοι έως χίλιοι ζουάβοι επιβιβάστηκαν στο πλοίο και αργότερα αποβιβάστηκαν στη Βηρυτό. Το πλοίο, μετά από μια σύντομη στάση στη Σμύρνη, πέρασε από τα Δαρδανέλια και βρέθηκε στην Τέντρα της Μαύρης Θάλασσας, λίγα ναυτικά μίλια από την Οδησσό. Τότε υιοθετήθηκε ένα ψήφισμα από την επαναστατική επιτροπή: καμία εργασία δεν θα γινόταν και καμία ενέργεια δεν θα αναλαμβανόταν εναντίον της νέας Ρωσικής Δημοκρατίας.

Το πλήρωμα, που είχε συγκεντρωθεί στο πρυμναίο κατάστρωμα, επισκέφθηκε ο δεύτερος κυβερνήτης, ο Μπινέ: “Τι συμβαίνει; Ποιος θέλει να μιλήσει για πολιτική μαζί μου;”

Ο υπαξιωματικός μηχανικός του ναυτικού Μαρσέλ Μονριμπό, περιτριγυρισμένος από τους υπαξιωματικός μηχανικούς του ναυτικού Ζαν Βεσσά και Ραούλ Γκουμπέρ από την επαναστατική επιτροπή, βγήκε μπροστά και ρώτησε: “Γιατί είμαστε στη Ρωσία;”.

“Τι ερώτηση! Τι σχέση έχει η παρουσία σας στη Ρωσία; Είμαι αξιωματικός και ποτέ δεν ρώτησα από πού προέρχονται οι διαταγές, απλώς τις εκτελούσα.”

Ο Μονριμπότ απάντησε: “Θεωρούμε ότι ο πόλεμος που θέλετε να μας επιβάλλετε είναι αντίθετος με το Σύνταγμα. Είμαστε εργάτες και καταλαβαίνουμε τον ρόλο που θέλετε να μας βάλετε να παίξουμε”.

“Και τι ρόλο νομίζετε ότι θέλουμε να σας βάλουμε να παίξετε;”

“Γιατί το καταδρομικό Bruix, όπως ακούσαμε, έριξε μια ομοβροντία πυροβολικού εναντίον της πόλης της Χερσώνας; Αυτό αποτελεί επίσημη απόδειξη επίθεσης εναντίον της Σοβιετικής Δημοκρατίας”.

Αν οι πρώην σύντροφοί μας που είχαν αποβιβαστεί στην Μπιζέρτα ήταν μαζί μας εκείνη τη στιγμή, η επιστροφή μας στη Γαλλία θα είχε πραγματοποιηθεί αμέσως, αλλά με ένα πλήρωμα μειωμένο κατά το ήμισυ το έργο ήταν δύσκολο, παρά το γεγονός ότι οι υπόλοιποι της επαναστατικής επιτροπής είχαν προετοιμάσει τα πάντα.

Ο αρχιμηχανικός Φοκενό κάλεσε τους υπαξιωματικός μηχανικούς-Μονριμπό και Μπερνάρ και ξεκίνησε μια μεγάλη σύγκριση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίες είχαν έρθει σε βοήθεια των Συμμάχων, και της Ρωσίας, η οποία τους είχε εγκαταλείψει.

Όταν ο Μονριμπό επέστρεψε στη θέση του στην κύρια μηχανή, ο πρώτος μηχανικός του μηχανοστασίου Λε Γκαλ, γνωρίζοντας για τις συναντήσεις που γίνονταν στο σημείο αυτό, βρήκε τα αρχεία και τα έγγραφα της επαναστατικής επιτροπής, τα οποία μου έδειξε και μου τα παρέδωσε, ώστε να φροντίσω για την εξαφάνισή τους, πράγμα που έγινε. Εν τω μεταξύ, ο ανθυποπλοίαρχος Ρομπέρ Λεμπά έμαθε ότι επρόκειτο να υπάρξει άρνηση παρέλασης των ένστολων την επόμενη ημέρα. Προσπάθησε να πείσει μια ομάδα ναύτες να πάνε στην παρέλαση: “Τώρα που τελείωσε ο πόλεμος, υπάρχουν κάποιοι που επιστρέφουν στις διεφθαρμένες προπολεμικές ιδέες τους. Κοιτάξτε προς τον Ρήνο! Οι αδελφοί και οι πατεράδες σας είχαν την ίδια στάση με εσάς;”.

Ένας σύντροφος ήρθε να ειδοποιήσει τους μηχανικούς της κεντρικής μηχανής. Ο Μονριμπό ανέβηκε αμέσως στο κύριο ενδιάμεσο κατάστρωμα και έκανε την ίδια ερώτηση που είχε ήδη κάνει στον υπαρχηγό Μπινέ: “Γιατί βρισκόμαστε στη Ρωσία;”

Ο αξιωματικός δεν απάντησε. Αλλά οι συζητήσεις είχαν αμβλύνει το πνεύμα πάρα πολλών νέων ναυτών, οι οποίοι, επιπλέον, δεν είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο. Το γενικό επιτελείο του πολεμικού ναυτικού αποφάσισε παρ’ όλα αυτά να αποσύρει το Condorcet από τη Μαύρη Θάλασσα. Ο στόχος μας είχε επιτευχθεί. Θέλοντας πάση θυσία να αποφύγει μια νέα εξέγερση, ο επικεφαλής αξιωματικός, ο καπετάνιος του πλοίου Τομέν, επέβαλε μόνο ελαφρές ποινές. Λίγες ημέρες αργότερα το Condorcet έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στη Γαλλία.»

 

1919 3. affiche de soutien aux mutins de la mer noire en 1922

Οι ήρωες της Μαύρης Θάλασσας. Αφίσα του 1922 υπέρ των στασιαστών.

 

Η ανταρσία του Voltaire στην Μπιζέρτα: Λίγες ημέρες αργότερα, από τις 19 έως τις 21 Ιουνίου, το πλήρωμα του θωρηκτού Voltaire εξεγέρθηκε στην Μπιζέρτα, τότε σημαντικό γαλλικό πολεμικό λιμάνι, και πάλι καθώς το πλοίο επρόκειτο να αναχωρήσει για τη Μαύρη Θάλασσα.

Επαναστατικά γκράφιτι γραμμένα με κόκκινο χρώμα εμφανίστηκαν σε όλο το πλοίο. Όταν το βράδυ η σάλπιγγα κάλεσε για άσκηση πυρός, το πλήρωμα, αντί να υπακούσει, τραγούδησε τη Διεθνή και την Καρμανιόλα.

Ο θερμαστής Αλκιέ δήλωσε στον επικεφαλής αξιωματικό: «Οι αστοί μπορούν να πάνε στη Ρωσία αν θέλουν. Εμείς δεν έχουμε τίποτα να υπερασπιστούμε εκεί πέρα».

Το πλήρωμα άρχισε μια γενική επιβράδυνση. Κανένας αξιωματικός ή υπαξιωματικός δεν εισακούστηκε πλέον. Στο τέλος, οι ναύτες αποβιβάστηκαν στην ξηρά σε μικρές ομάδες και τους δόθηκαν νέες θέσεις. Μόνο με καθυστέρηση ενός μήνα το θωρηκτό μπόρεσε να φύγει για την Ανατολή.

 

Το Guichen με τον Σαρλ Τιλόν:[4] Κατά τη διάρκεια του ίδιου μήνα Ιουνίου, υπήρξε επίσης ανταρσία στο ελαφρύ καταδρομικό Guichen. Αυτό χρησιμοποιούνταν για μεταφορές στρατευμάτων προς την Ανατολή, εκτελώντας δρομολόγια μεταξύ του ιταλικού λιμανιού του Τάραντα και του ελληνικού λιμανιού της Ιτέας.

Όταν οι επιβαίνοντες στο πλοίο άκουσαν τα νέα για τις ανταρσίες στη Μαύρη Θάλασσα, ήταν μια αποκάλυψη για τους ναύτες: «Ώστε γι’ αυτό μεταφέρουμε τα στρατεύματα! Είναι ένας πόλεμος κατά της Ρωσικής Επανάστασης!».

Για να τους ηρεμήσει, ο επικεφαλής αξιωματικός, που γνώριζε αρχαία ιστορία, έστειλε το πλήρωμα να επισκεφθεί τα ερείπια των Δελφών. Ο αριστοκράτης αξιωματικός που ήταν υπεύθυνος για τη συνοδεία των ναυτών ανακάτεψε την πολιτική με την αρχαιολογία. Συνέκρινε τα ερείπια του Ιερού του Απόλλωνα, που «καταστράφηκαν από τους βαρβάρους», με τα ερείπια που είχαν συσσωρευτεί στη Ρωσία υπό την εξουσία των Μπολσεβίκων. Αυτό πήγαινε πολύ. Κατά την επιστροφή τους, οι ναύτες κατέβηκαν τις πλαγιές του Παρνασσού τραγουδώντας τη Διεθνή.

Ο υπαξιωματικός μηχανικός του ναυτικού Σαρλ Τίλον ανέλαβε να συντάξει μια αίτηση προς τον επικεφαλής αξιωματικό στο όνομα του πληρώματος. Ζητούσε την επιστροφή του Guichen στη Γαλλία το συντομότερο δυνατό. Η επιστολή παραδόθηκε στο λιμάνι της Ιτέας. Δεδομένου ότι ο διοικητής αρνήθηκε να δεχτεί τα συλλογικά αιτήματα, οι ναύτες απάντησαν με την εγκατάλειψη κάθε εργασίας.

Αλλά υπέστησαν καταστολή. Όταν το πλήρωμα είδε δύο φορτωμένες φορτηγίδες με πεζικό από τη Σενεγάλη να πλησιάζουν το πλοίο, υπήρξε άμεση αντίδραση. Οι ναύτες οπλίστηκαν με διάφορα αντικείμενα και έσπευσαν προς τις πλευρικές σκάλες για να τις τραβήξουν προς τα πάνω και να αποτρέψουν την επιβίβαση. Ο αξιωματικός διοικητής έπεσε κάτω. Έφυγε και κλειδώθηκε στα διαμερίσματά του.

Ωστόσο, οι δύο φορτηγίδες κατόρθωσαν να έρθουν κατά μήκος της πλώρης και οι πεζικάριοι μπόρεσαν να ανέβουν μια σκάλα. Οι ναύτες όρμησαν προς τα εμπρός και ήρθαν αντιμέτωποι με μια σειρά Σενεγαλέζων που είχαν παραταχθεί μπροστά από την αίθουσα εκδηλώσεων, με καρφωμένες τις ξιφολόγχες και μαχαίρια στα πλευρά τους. Στο τέλος, το πλήρωμα περικυκλώθηκε στο μπροστινό κατάστρωμα και οι στασιαστές συνελήφθησαν ένας ένας. Αλλά οκτώ ημέρες αργότερα το Guichen επέστρεψε στη Γαλλία.

Θα ακολουθούσαν άλλες δύο ανταρσίες: στο θωρηκτό Diderot στη Βηρυτό στις 2 Αυγούστου και στο αντιτορπιλικό Touareg στην Οδησσό στις 7 Αυγούστου.

Καταστολή: Η αστική τάξη σκληραίνει όταν φοβάται. Τα στρατοδικεία, που άλλα συνεδρίαζαν πάνω στο πλοίο και άλλα σε ναυτικές βάσεις, επέβαλαν στους ναύτες της Μαύρης Θάλασσας χρόνια φυλάκισης: 10, 15, 20, και μερικές φορές για μερικούς τον εξευτελισμό της απόλυσης από το ναυτικό και της αποστολής τους στο κολασμένο ειδικό τμήμα του Κάλβι (Κορσική), προάγγελο των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Χίτλερ. Ενώπιον των στρατιωτικών δικαστηρίων, οι κατηγορούμενοι, σε γενικές γραμμές, δεν εγκατέλειψαν την επαναστατική τους σταθερότητα. Έτσι ο Βιρζίλ Βυγεμέν, η κινητήρια δύναμη της ανταρσίας στο France, κατέθεσε για δύο ώρες και κατάφερε να μετατραπεί σε αποτελεσματικό δικηγόρο των κατηγορουμένων.

Την πιο σκληρή μεταχείρηση είχε ο αρχιμηχανικός Αντρέ Μαρτί του αντιτορπιλικού Protet, ο οποίος καταδικάστηκε σε 20 χρόνια καταναγκαστικά έργα και απαγόρευση εισόδου σε ορισμένες περιοχές για 20 χρόνια.

Όπως ανέφερε ένας υπουργός στα μέλη της Εθνοσυνέλευσης: «Μπορείτε να συγχωρήσετε τους ναύτες, αλλά έναν αξιωματικό, ποτέ», έτσι ο Μαρτί έμελλε να είναι ο τελευταίος που θα ανακτούσε την ελευθερία του. Στην πραγματικότητα, μια δυναμική προπαγανδιστική καμπάνια έδωσε τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να κερδίσει μια αμνηστία για τους στασιαστές της Μαύρης Θάλασσας τον Ιούλιο του 1922, αλλά ο Μαρτί αφέθηκε ελεύθερος μόλις ένα χρόνο αργότερα.

 

1919 4. Marty Sortie de Clairvaux 1923

Η απελευθέρωση του Αντρέ Μαρτί το 1922

 

Η ακούραστη Επιτροπή για την υπεράσπιση των ναυτικών της Μαύρης Θάλασσας επρόκειτο να δημοσιεύσει ένα τραγούδι, στον σκοπό Δόξα στο 17ο [Gloire au 17e][5], που τελείωνε με το ρεφρέν:

Salut! Salut à vous!

Vaillants marins de la mer Noire!

Salut! Salut à vous!

Petits cols bleus couverts de gloire.

Salut! Salut à vous!

Ennemis du capitalism,

Qui croyait, en comptant sur vous,

Assassiner le communisme!

 

[Σας χαιρετίζουμε!

Γενναίοι ναυτικοί της Μαύρης Θάλασσας!

Σας χαιρετίζουμε!

Μικροί υπάλληλοι σκεπασμένοι με δόξα.

Σας χαιρετίζουμε!

Οι εχθροί του καπιταλισμού,

σκέφτηκαν να βασιστούν σε σας,

για να δολοφονήσουν τον κομμουνισμό!]

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Tico Jossifort, “The Black Sea revolt”, Revolutionary History, τόμος. 8 τεύχος 2, Καλοκαίρι 2002 Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, 2011, https://www.marxists.org/history/etol/revhist/backiss/vol8/no2/blacksea.html. Αναδημοσίευση: libcom.org, 9 Αυγούστου 2010, https://libcom.org/article/black-sea-revolt-tico-jossifort.

 

Σημειώσεις

[1] Ο André Marty (1886-1956) ήταν επαγγελματίας ναυτικός πριν από το 1914 και συμμετείχε στη σοσιαλιστική εφημερίδα Cri du marin. Φυλακίστηκε το 1919 και αποφυλακίστηκε το 1923, εντάχθηκε στο PCF και ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου του από το 1931, βουλευτής από το 1924 έως το 1955 και γραμματέας της Κομιντέρν κατά την περίοδο 1935-43. Οργάνωσε Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία. Διαγράφτηκε από το PCF το 1953, τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε επαφές με τροτσκιστές και αναρχικούς. [Σημείωση του μεταφραστή στα αγγλικά]

[2] Ο Virgile Vuillemin (1898-1981) φυλακίστηκε το 1919 και αποφυλακίστηκε το 1920. Το 1924, ήταν ηγετική μορφή της αναρχικής-ατομικιστικής ομάδας «Vers la beauté», υποστηρίζοντας την εκπαίδευση μέσω της τέχνης. Προσχώρησε στο PCF κατά την Απελευθέρωση, αλλά αποχώρησε το 1952 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη διαγραφή του Μαρτί. Το 1958-59, ήταν υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές σε μια λίστα που οργανώθηκε από την PSA και την UGS. [Σημείωση του μεταφραστή στα αγγλικά]

[3] Ένα δημοφιλές τραγούδι μεταξύ των γαλλικών στρατευμάτων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. [Σημείωση του μεταφραστή στα αγγλικά]. Βλ. «La Madelon», Youtube, https://www.youtube.com/watch?v=Mu4bWMEL0qs.

[4] Ο Charles Tillon γεννήθηκε το 1897. Κοντά στους επαναστάτες συνδικαλιστές πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, φυλακίστηκε το 1919, αλλά αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας. Στο PCF από το 1921, ήταν ακτιβιστής στην CGTU. Μέλος του Πολιτικού Γραφείου του PCF κατά την περίοδο 1944-52 και υπουργός σε διάφορες μεταπολεμικές κυβερνήσεις, τιμωρήθηκε πειθαρχικά το 1952 και στάλθηκε πίσω στη οργάνωση βάσης του. Αποκαταστάθηκε με πλήρη κομματικά δικαιώματα το 1957, διαγράφηκε από το PCF το 1970 και δημιούργησε το Secours Rouge με τον Jean Paul Sartre. [Σημείωση του μεταφραστή στα αγγλικά]

[5] [Σ.τ.Μ.] Το 1907 κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων των αμπελουργών στο Λανγκεντόκ το 17ο Σύνταγμα Πεζικού στάλθηκε στην περιοχή για την επιβολή της τάξης. Όμως οι στρατιώτες του 17ου Συντάγματος, όταν έμαθαν ότι στην Ναρμπόν τα στρατεύματα πυροβόλησαν εναντίον διαδηλωτών, στασίασαν έφυγαν από τους στρατώνες και συναδελφώθηκαν με τους αμεπλουργούς. Το τραγούδι Δόξα στο 17ο γράφτηκε προς τιμήν αυτής της εξέγερσης των στρατιωτών. «Gloire au 17e», Wikipedia, https://fr.wikipedia.org/wiki/Gloire_au_17e.

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 06 Σεπτεμβρίου 2023 12:00

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.