Είναι δύσκολη η αποτίμηση αυτού ειδικά του εκλογικού αποτελέσματος μία μόλις μέρα μετά. Αποτελεί καθήκον όμως για όποιον μέχρι την προηγούμενη μέρα έδινε προεκλογικό αγώνα, απευθυνόταν μαζικά, κατέθετε εκτιμήσεις για την κινηματική, κοινωνική και πολιτική συγκυρία...Και κριτήριο για την αποτίμηση από τη δική μας σκοπιά δεν μπορεί να παρά να είναι η απάντηση στα ερωτήματα: Αν η κάλπη έλυσε το ζήτημα πολιτικής διαχείρισης των φορέων οικονομικοκοινωνικής εξουσίας, δηλαδή της εγχώριας και ξένης άρχουσας τάξης, η κατ άλλη διατύπωση των «δυνάμεων της αγοράς» και αν η κάλπη αποτύπωσε τη φωνή των κινηματικών αντιστάσεων και ανέδειξε κινηματική αντιπολίτευση, όπως ήταν ο στόχος μας.
Το αίτημα της κρατικής χορήγησης αποζημίωσης στα θύματα της Χρυσής Αυγής και στις οικογένειες τους έχει τεθεί κατά διαφόρους τρόπους στα χρόνια διάρκειας της μεγάλης δίκης που συνεχίζεται ακόμα στον δεύτερο βαθμό. Πηγάζει από το γεγονός ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα αποτελούσε έμπρακτη αναγνώριση της κρατικής ευθύνης για την ανοχή στην δράση των νεοναζιστικών μορφωμάτων την περίοδο 2010-2013, η οποία αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα στην ανάπτυξή τους κι στην τέλεση των εγκληματικών τους πράξεων, που είχε ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων την δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν και του Παύλου Φύσσα, καθώς και την απόπειρα δολοφονίας του Αιγύπτιου αλιεργάτη Αμπουζίντ Εμπάρακ με βαρύτατες συνέπειες στη σωματική του ακεραιότητα.
Αξίζει λοιπόν να προβληματιστούμε για το ποιά ήταν η επίδραση του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην εξέλιξη των διεργασιών στην ελληνική αριστερά, την πραγματική αντισυστημική δύναμη που φάνηκε να απειλεί την καταρρέουσα στην πολλαπλή της κρίση κυβερνητική τάξη στα μέσα της δεκαετίας 1960. Δεν αποτελεί άλλωστε απλή εκτίμηση, αλλά ομολογία του ίδιου του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου, ότι «Η επανάστασις της 21.4.1967 έγινε για να σώσει την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν». Και εν προκειμένω δεν έλεγε ψέματα. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ιδίως μετά τα μέσα της δεκαετίας 1960 ήταν ένα καζάνι που έβραζε.
Με αγανάκτηση και μόνο παρακολουθούν οι συνήγοροι υποστήριξης της κατηγορίας στην δίκη της Χρυσής Αυγής, το αντιφασιστικό κίνημα και η δημοκρατική κοινωνία τις εξελίξεις σχετικά με την τρίτη κατά σειρά τροπολογία ανακοπής της προσπάθειας του ναζιστικού μορφώματος Κασιδιάρη να συμμετάσχει στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές… η κυβέρνηση αφενός επέλεξε την θέσπιση μιας διάταξης ευρύτερου αποκλεισμού και αφετέρου παρείχε στο Α1΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου την υπερεξουσία να κρίνει αν ένα κόμμα που επιθυμεί να συμμετέχει στις εκλογές εξυπηρετεί ή όχι με την δράση του την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς και ποια είναι η πραγματική του ηγεσία
Το αντιφασιστικό κίνημα, αυτό που διαμόρφωσε και πέτυχε την κοινωνική και λαϊκή αξίωση να αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη για την εγκληματική δράση της Χ.Α. και όχι μόνο των εκτελεστικών της οργάνων, καθώς και πολλές οργανώσεις της αριστεράς, δεν γοητεύθηκαν από τις σειρήνες της πολιτικής σκοπιμότητας…Χωρίς να εγκαταλείπουν τις αρχές τους έδωσαν τη μάχη και απέναντι σε αυτή τη νομοθετική ρύθμιση, δεν της προσέφεραν νομιμοποίηση, αλλά αντίθετα ανέδειξαν τη σκοπιμότητά της και επισήμαναν πολλές επικίνδυνες πλευρές των συζητούμενων τροπολογιών, που αν είχαν περάσει θα είχαν καταστήσει πολλαπλασίως χειρότερο και αντιδημοκρατικό το νομικό εγχείρημα συμβάλλοντας ευτυχώς στην απάλειψή τους…
Ό φασισμός και ο ναζισμός ως πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά αντιμετωπίζεται στον δρόμο, στις γειτονιές, στα συνδικάτα και στην κοινωνία. Η μαζική, πολύμορφη και ενωτική πάλη όλα τα προηγούμενα χρόνια απέτρεψε τη νομιμοποίησή του σε ευρύτερα κοινωνικά ακροατήρια και υποχρέωσε τις αρμόδιες δυνάμεις της κρατικής εξουσίας να ελέγξουν την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής σε όλα τα κλιμάκια της ιεραρχίας της και όχι μόνο στα εκτελεστικά όργανα. Η καταδικαστική απόφαση της 7.10.2020 έθεσε τέλος στην ατιμωρησία της φασιστικής βίας στην Ελλάδα για πρώτη φορά στην ιστορία μετά από πολλές δεκαετίες.
Ο χρόνος που φεύγει υπήρξε χρόνος πολύ σκληρής αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις της εξουσίας και τις δυνάμεις του κινήματος. Συνέχισε την δυναμική της προηγούμενης χρονιάς και ανέδειξε ισχυρές προωθήσεις και στις δύο πλευρές, υψώνοντας ακόμα περισσότερο το αμοιβαίο φορτίο για την χρονιά που έρχεται. Αξίζει τον κόπο και μάλλον επιβάλλεται και πάλι μια ανασκόπηση-απολογισμός σε όσα συνέβησαν στην διάρκεια του, η συναγωγή συμπερασμάτων, ο προσανατολισμός και η εκπόνηση επιδιώξεων και διεκδικήσεων για τον επόμενο χρόνο. Το 2022 συνεχίστηκε η ολομέτωπη επίθεση της κυβέρνησης Ν.Δ. και των δυνάμεων της εξουσίας που την στηρίζουν.
Το σκάνδαλο των νομίμων επισυνδέσεων (νομιμοφανής ορολογία των τηλεφωνικών υποκλοπών) που αναδείχθηκε με τις παρακολουθήσεις Κουκάκη και Ανδρουλάκη έφερε στην επιφάνεια μια σωρεία νομικών και πολιτικών πτυχών του ζητήματος που αξίζει τον κόπο να τις καταγράψουμε για να αποτυπώσουμε την πολλαπλή δυνατότητα νόμιμης καταγραφής τηλεφωνικών συνομιλιών και τις ιδιαιτερότητές της, τον ρόλο των εισαγγελέων, τη στάση του πολιτικού κόσμου και, αφετέρου να προσεγγίσουμε τις απαιτήσεις του προοδευτικού νομικού κόσμου και του κινήματος για τα δημοκρατικά δικαιώματα απέναντι στις υποκλοπές.
Μία αδιάκοπη σειρά περίεργων αποφυλακίσεων, κατηγορουμένων όμως συγκεκριμένου ταξικού και κοινωνικού φάσματος, θέτει άλλη μία φορά το ερώτημα για τον τρόπο λειτουργίας μέρους της δικαστικής εξουσίας και δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για την μονομέρειά της και την ταύτισή της με τον τρόπο που η οικονομικοκοινωνική ελίτ και η κυβέρνηση της χώρας αντιλαμβάνεται την λειτουργίας της τόσο ως μηχανισμού επιλεκτικής καταστολής, όσο και ως μηχανισμού επιλεκτικής έννομης προστασίας ιδιαίτερων κατηγοριών κατηγορουμένων και διαδίκων.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ. Η νομοθετική επιδρομή της κυβέρνησης της ΝΔ σε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες αφήνει βομβαρδισμένο τοπίο στην τρίχρονη κοινοβουλευτική της παραγωγή. Ο ρεβανσισμός απέναντι στις κατακτήσεις των δικαιωμάτων και ελευθεριών των προηγούμενων δεκαετιών, το κυνήγι του εσωτερικού εχθρού, η εισαγόμενη και διεθνής τρομοϋστερία και η εμπέδωση της βίαιης αναδιανομής πόρων υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος των αναγκών λαϊκών τάξεων, καθώς και η ενίσχυση κάθε φορέα εξουσίας απέναντι στην αγωνιζόμενη κοινωνία απετέλεσαν κατεπείγουσες και απρόσβλητες προτεραιότητες του προσανατολισμού της.


