Πέμπτη, 02 Ιουνίου 2022 22:35

Η περίπτωση της Τσετσενίας

 

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα από elaliberta.gr

Το άρθρο του Tony Wood για την Τσετσενία γράφτηκε το 2004, δηλαδή όταν πια είχε σχεδόν κριθεί η έκβαση του δεύτερου πολέμου εναντίον της Τσετσενίας, τον οποίο είχε εξαπολύσει ο Πούτιν με την αμέριστη συμπαράσταση ολόκληρης της Δύσης. Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχιζόταν άφηναν ακόμα ανοιχτό ένα μικρό παράθυρο ελπίδας για μια ευνοϊκότερη για τους Τσετσένους αλλαγή της κατάστασης. Ο πόλεμος τελείωσε τελικά επίσημα πέντε χρόνια αργότερα, με ολέθρια αποτελέσματα για τον τσετσενικό λαό. Αυτό το χρονικό κενό (ανάμεσα στον χρόνο συγγραφής του άρθρου και τη λήξη του πολέμου), προσπαθήσαμε να καλύψουμε με ένα πολύ συνοπτικό παράρτημα στο τέλος του άρθρου, προκειμένου να έχει ο αναγνώστης και η αναγνώστρια μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της ιστορίας της Τσετσενίας.

 

 

Tony Wood

 

Η περίπτωση της Τσετσενίας

 

 

«Αυτό που συνέβη ήταν αυτό που συμβαίνει πάντα όταν ένα κράτος που διαθέτει μεγάλη στρατιωτική δύναμη συνάπτει σχέσεις με πρωτόγονους, μικρούς λαούς που ζουν την ανεξάρτητη ζωή τους. Είτε με το πρόσχημα της αυτοάμυνας, παρόλο που οι όποιες επιθέσεις προκαλούνται πάντα από τα αδικήματα του ισχυρού γείτονα, είτε με το πρόσχημα της εισαγωγής του πολιτισμού σε έναν άγριο λαό, παρόλο που αυτός ο άγριος λαός ζει ασύγκριτα καλύτερα και ειρηνικότερα από τους εκπολιτιστές του... οι υπηρέτες των μεγάλων στρατιωτικών κρατών διαπράττουν κάθε είδους κακουργήματα εναντίον των μικρών εθνών, επιμένοντας ότι είναι αδύνατο να τους αντιμετωπίσουν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.»

Λέων Τολστόι, 1902, προσχέδιο του Χατζή Μουράτ

 

Μέσα σε μιάμιση δεκαετία από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου [1989-2004], ο χάρτης της Ανατολικής Ευρώπης επανασχεδιάστηκε πλήρως. Περισσότερες από δώδεκα νέες χώρες εμφανίστηκαν ως αποτέλεσμα της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και των γιουγκοσλαβικών πολέμων διαδοχής, ένα τόξο νέων κυρίαρχων κρατών που εκτείνεται από την Εσθονία έως το Αζερμπαϊτζάν. Η πλειονότητά τους έχει, κατόπιν προτροπής των ΗΠΑ, ενσωματωθεί στις ευρωατλαντικές αμυντικές δομές, ενώ αρκετές από αυτές εντάχθηκαν στην ΕΕ νωρίτερα φέτος∙ η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία αποτελούν πλέον την εξωτερική περίμετρο της ενιαίας αγοράς, ενώ η Γεωργία και η Ουκρανία έχουν προωθήσει τις υποθέσεις τους για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η ήπειρος έχει μεταμορφωθεί.

Η Τσετσενία αποτελεί μια έντονη αντίθεση σε αυτές τις διαδρομές. Εδώ, όπως και στις χώρες της Βαλτικής, ένα εθνικό κίνημα ανεξαρτησίας αναδύθηκε κατά τη διάρκεια της περεστρόικα και μια ευρεία εθνική συναίνεση για την απόσχιση επικυρώθηκε δημοκρατικά στα τέλη του 1991. Νωρίτερα την ίδια χρονιά οι πολίτες της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ του διαχωρισμού από την ΕΣΣΔ∙ τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων εγκρίθηκαν γρήγορα από το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ και τα τρία νέα έθνη, με πληθυσμό 1,6 εκατομμυρίων, 2,7 εκατομμυρίων και 3,7 εκατομμυρίων αντίστοιχα, έγιναν δεκτά στον ΟΗΕ μέσα σε λίγες εβδομάδες. Αλλά η Τσετσενία –με έκταση 15.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, λίγο μικρότερη από την Ουαλία, και πληθυσμό περίπου ένα εκατομμύριο– έχει υποστεί, από το 1991, δύο πλήρους κλίμακας επιθέσεις από την πέμπτη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο και τώρα εισέρχεται στον έκτο χρόνο μιας σκληρής κατοχής που έχει σχεδιαστεί για να οδηγήσει τον πληθυσμό σε πείνα και υποταγή. Ενώ οι πολίτες των κρατών της Βαλτικής μπορούν τώρα να διασχίζουν ελεύθερα τα σύνορα της Ευρώπης, οι Τσετσένοι πρέπει να υπομένουν τα ρωσικά σημεία ελέγχου και τις επιχειρήσεις «εκκαθάρισης» (ζατσίστκι), δήθεν για τον έλεγχο των εγγράφων ταυτότητας, οι οποίες καταλήγουν συνήθως σε βασανιστήρια, λύτρα, εξαφάνιση ή εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες όσων συλλαμβάνονται, καθώς και σε λεηλασία και περαιτέρω εξαθλίωση όσων παραμένουν. Η καταστροφή είναι αδιανόητη, η κτηνωδία ατελείωτη και ανεξέλεγκτη, ενώ τα θύματα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναρίθμητα.

Οι συζητήσεις για τη σύγκρουση Ρωσίας-Τσετσενίας σπάνια έχουν επικεντρωθεί σε αυτή τη συγκλονιστική διαφοροποίηση της τύχης, προτιμώντας συχνά τις κρατικά υποστηριζόμενες συγκαλύψεις του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» ή χαρακτηρίζοντάς την ως το σχεδόν αναπόφευκτο προϊόν ενός μακροχρόνιου ιστορικού ανταγωνισμού. Η κληρονομιά της τσετσενικής αντίστασης στον ρωσικό αποικισμό –από τις πρώτες συγκρούσεις με τους Κοζάκους αποίκους τον δέκατο έκτο αιώνα έως την επέκταση της τσαρικής αυτοκρατορίας προς τον νότο τον δέκατο ένατο αιώνα και μέχρι τη σοβιετική περίοδο– έχει αναμφίβολα παίξει ρόλο στην τόνωση του κινήματος για απόσχιση. Ισχυρή ώθηση έδωσε επίσης η εμπειρία του εκτοπισμού και της εξορίας που υπέστησαν αρκετοί λαοί του Βόρειου Καυκάσου το 1944. Οι άμεσες ρίζες του σημερινού πολέμου, εν τω μεταξύ, μπορούν να βρεθούν στο κυνικό σχέδιο του Κρεμλίνου να ανεβάσει τον Πούτιν στην εξουσία και να αντιστρέψει τις ήττες που υπέστη το 1994-96.

Αλλά η αντίσταση των Τσετσένων, στο παρελθόν και στο παρόν, στηρίζεται σε έναν συνεπή αγώνα για αυτοδιάθεση. Τα αιτήματα των Τσετσένων είναι συγκριτικά μετριοπαθή –πλήρης κυριαρχία, διατήρηση των οικονομικών και κοινωνικών δεσμών με τη Ρωσία– και έχουν υγιή συνταγματική βάση. Η απάντηση, ωστόσο, ήταν συγκλονιστικά δυσανάλογη, με τις ρωσικές δυνάμεις να εξαπολύουν επιθέσεις με μια αγριότητα που δεν έχει προηγούμενο σε αυτά τα εδάφη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Δύση, στις σπάνιες περιπτώσεις που αφιερώνεται προσοχή στην Τσετσενία, υπάρχει σχεδόν απόλυτη ομοφωνία ότι η ανεξαρτησία της Τσετσενίας δεν πρέπει να υποστηριχθεί, για το καλό της ρωσικής δημοκρατίας και του αναδυόμενου καπιταλισμού της. Αυτό που ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να καταδειχθεί η αντικειμενική ισχνότητα και η αισχρότητα από άποψη αρχών των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούνται για την άρνηση του θεμελιώδους δικαιώματος του τσετσενικού λαού να αυτοκυβερνηθεί.

 

95fq2bl5fm 2640101large

 

Εξεγέρσεις στα σύνορα

Οι Τσετσένοι είναι ένας από τους περίπλοκους λαούς που καταλαμβάνουν τον Βόρειο Καύκασο.1 Το «Τσετσένοι» είναι στην πραγματικότητα ρωσική ονομασία, από ένα χωριό όπου διεξήχθη μια μάχη μεταξύ Κοζάκων εποίκων και των κατοίκων της περιοχής το 1732∙ οι Τσετσένοι –που μυθικά κατάγονται, «σαν σπίθες από το ατσάλι», από τον ήρωα Τουρπάλο-Νοχτσούο– αποκαλούν τους εαυτούς τους «Nokhchii» και έχουν στενή συγγένεια με τους γειτονικούς Ινγκούσιους, με τους οποίους μοιράζονται πολλά έθιμα. Οι δύο λαοί, των οποίων οι γλώσσες είναι αμοιβαία κατανοητές, είναι από κοινού γνωστοί ως Βαϊνάχ. Βρίσκονται στην περιοχή εδώ και πάνω από 6.000 χρόνια, με τα μέσα διαβίωσής τους να προέρχονται κυρίως από την κτηνοτροφία, τη γεωργία και τα γύρω δάση. Όπως συμβαίνει και με τους ορεινούς λαούς αλλού, η κοινωνία των Τσετσένων δεν είχε φεουδαρχικές δομές, αλλά αποτελείται από ομάδες φυλών που ζουν με τυπική ισότητα – «ελεύθεροι και ίσοι σαν τους λύκους», όπως λέει ένα τσετσενικό ρητό. Αυτή η κατά βάση δημοκρατική, ακέφαλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης διέκρινε τους Τσετσένους από πολλούς άλλους λαούς του Καυκάσου, όπως οι Καμπαρντίν ή οι Άβαροι, και επρόκειτο να έχει εκτεταμένες συνέπειες: πρώτον, επειδή σήμαινε ότι δεν υπήρχε ντόπια ελίτ την οποία θα μπορούσαν να προσεταιριστούν οι Τσάροι και, δεύτερον, επειδή οι Τσετσένοι ήταν κατά μία έννοια ήδη ιδανικά οργανωμένοι για ανταρτοπόλεμο.

Η παράδοση της αντίστασης στην εξωτερική κυριαρχία στην Τσετσενία είναι εντυπωσιακή ως προς το βάθος και τη συνέπειά της. Ήταν ισχυρότερη εδώ από ό,τι αλλού λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων: προϋπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, πολιτισμικά πρότυπα, συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες και περιβαλλοντικές συνθήκες. Η τοπογραφία και τα δημογραφικά στοιχεία ήταν καθοριστικής σημασίας: Τα πυκνά δασωμένα βουνά της Τσετσενίας παρείχαν καλύτερη κάλυψη για την αντίσταση από ό,τι, ας πούμε, στην Ινγκουσετία∙ επιπλέον, ως ο πολυπληθέστερος από τους λαούς του Βόρειου Καυκάσου, οι Τσετσένοι παρείχαν την πλειονότητα των στρατιωτών για τις εξεγέρσεις κατά της ρωσικής κυριαρχίας. Το ιστορικό των αγώνων τους τούς διαφοροποιεί από τους γείτονές τους, μεταξύ των οποίων ο θαυμασμός αλλά και η δυσαρέσκεια για τους Τσετσένους είναι κοινά φαινόμενα. Ήταν κυρίως η διαφορά μεταξύ των εμπειριών και των στάσεων των Τσετσένων και των Ινγκούσιων απέναντι στη ρωσική κυριαρχία –οι Ινγκούσιοι απείχαν σε μεγάλο βαθμό από τις εξεγέρσεις του 1840-59 και του 1920– που στάθηκε η αιτία για την απόφαση της Ινγκουσετίας να αποσχιστεί από την Τσετσενία με δημοψήφισμα το 1991.

Η αντίσταση ενισχύθηκε και διαιωνίστηκε από την Τσετσενική κουλτούρα, στην οποία, όπως και αλλού στον Καύκασο, η τιμή –τόσο η πολεμική όσο και η οικογενειακή– και η φιλοξενία κατέχουν εξέχουσα θέση. Η μνήμη παίζει κεντρικό ρόλο, όχι μόνο στις προφορικές παραδόσεις της –ιδίως στα επικά τραγούδια, τα ιλλί– αλλά και στο εθιμικό καθήκον να θυμάται κανείς επτά γενιές προγόνων. Η ιστορία δεν είναι μια αδιάφορη καταγραφή των γεγονότων, αλλά η βάση της ίδιας της ταυτότητας των Τσετσένων.2 Η θρησκεία, επίσης, υπήρξε σημαντικό στοιχείο: Το Ισλάμ διείσδυσε στον Ανατολικό Καύκασο τον 17ο και 18ο αιώνα, αναμειγνυόμενο με τις τοπικές ανιμιστικές παραδόσεις. Η αδελφότητα των Σούφι Νακσμπαντί, με την αποστροφή της προς την ιεραρχία και το δόγμα της αντίστασης, ασκούσε μεγάλη έλξη στους Τσετσένους, και υπό την ηγεσία των Σούφι –ενώνοντας δεκάδες ετερόκλητους καυκάσιους λαούς πίσω από το λάβαρο της ισλαμικής αλληλεγγύης– υπήρξε η πιο αποτελεσματική αντίσταση στη ρωσική αποικιοκρατική κυριαρχία κατά τον 19ο αιώνα.3

Η επέκταση της Ρωσίας προς το νότο ξεκίνησε με την κατάκτηση του χανάτου του Αστραχάν από τον Ιβάν τον Τρομερό το 1552, και οι πρώτες επαφές μεταξύ Τσετσένων και Ρώσων χρονολογούνται από αυτή την εποχή. Όμως, οι αλλαγές στα γεωπολιτικά πεπρωμένα και τις προτεραιότητες σήμαιναν ότι το ρωσικό αυτοκρατορικό ενδιαφέρον για τον Καύκασο αναζωπυρώθηκε μόλις στα τέλη του 18ου αιώνα – με αφορμή την εξέγερση του Σεΐχη Μανσούρ το 1785-914, οι στρατιές του οποίου επέφεραν βαριά ήττα στη Μεγάλη Αικατερίνη. Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, οι Τσάροι άρχισαν να αποικίζουν εντατικά την περιοχή, κατασκευάζοντας σειρές οχυρών κατά μήκος των ποταμών Τέρεκ και Σούνζα, που διασχίζουν εγκάρσια την Τσετσενία. Η αποικιοκρατική πολιτική της Ρωσίας ήταν παρόμοια με εκείνη που υιοθέτησαν άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις στις σχέσεις τους με τους φυλετικούς λαούς∙ στον Καύκασο προσωποποιήθηκε από τον στρατηγό Αλεξέι Γερμόλοφ, ο οποίος από το 1816 προσπάθησε να υποτάξει την Τσετσενία, όπου η αντίσταση ήταν πιο σθεναρή, με τιμωρητικές επιδρομές σε ορεινά χωριά, συλλογικές τιμωρίες, ισοπεδώσεις σπιτιών και καλλιεργειών, αποψιλώσεις δασών, αναγκαστικές μαζικές εκτοπίσεις και εγκατάσταση Κοζάκων σε εδάφη που εκκενώθηκαν από τους Τσετσένους. Αυτή η προσέγγιση όχι μόνο εκδίωξε και εξαγρίωσε έναν ολόκληρο πληθυσμό, αλλά είχε και μακροπρόθεσμες κοινωνιολογικές συνέπειες. Στην προθυμία του να διώξει τους Τσετσένους από τις αγροτικές πεδινές περιοχές στα βουνά, όπου τελικά θα λιμοκτονούσαν, ο Γερμόλοφ μπλόκαρε τον σχηματισμό φεουδαρχικών και γαιοκτητικών δομών στην τσετσενική κοινωνία, εδραιώνοντας έτσι την ίδια τη βασισμένη σε φυλές τάξη που είχε κάνει την αντίσταση τόσο αποτελεσματική.5

Οι Τσετσένοι απάντησαν αρχικά στη βιαιότητα του Γερμόλοφ με ένοπλες επιδρομές στις ρωσικές θέσεις. Αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 1830 η αντίσταση είχε συσπειρωθεί γύρω από τον Ιμάμη Σαμίλ6, έναν Άβαρο από το Νταγκεστάν, ο οποίος υποστήριζε την ισλαμική πειθαρχία προκειμένου να υπερασπιστεί τα τοπικά έθιμα –συμπεριλαμβανομένων των νόμων αντάτ ή των εθιμικών νόμων– ενάντια στον εισβολέα. Μεταξύ 1840-59 η τσαρική καταστολή κλιμακώθηκε σε πόλεμο πλήρους κλίμακας κατά του πρωτοκράτους του Σαμίλ.7 Οι στρατιές του Αλέξανδρου Β΄ νίκησαν τελικά με καθαρή στρατιωτική ισχύ, αλλά τα επίμονα προβλήματα στη νότια πλευρά της αυτοκρατορίας του προφανώς έπεισαν τον Τσάρο, μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, να συνεχίσει το έργο που ο πατέρας του είχε αναθέσει στον Πασκίεβιτς, διάδοχο του Γερμόλοφ το 1829, την «εξόντωση των απείθαρχων». Οι αναγκαστικές απελάσεις των μουσουλμανικών πληθυσμών του Βόρειου Καυκάσου άρχισαν το 1856 και συνεχίστηκαν μέχρι το 1864∙ συνολικά 600.000, μεταξύ των οποίων 100.000 Τσετσένοι, στάλθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου δεκάδες χιλιάδες πέθαναν από την πείνα και τις ασθένειες. Οι Τσετσένοι δεν ανέκαμψαν ποτέ δημογραφικά∙ οι περισσότεροι από τους Τσετσένους που επέζησαν, ωστόσο, επέστρεψαν τελικά, αν και πολλοί παρέμειναν για να σχηματίσουν σημαντικές κοινότητες διασποράς στη σημερινή Τουρκία και την Ιορδανία.

Το 1877-78 αναζωπυρώθηκε η εξέγερση στην Τσετσενία και το Νταγκεστάν, αυτή τη φορά υποκινούμενη κυρίως από σουφικές αδελφότητες Καντίρι, η οποία καταπνίγηκε και πάλι βάναυσα. Ακολούθησε μια σχετικά ήρεμη περίοδος, κατά την οποία οι Τσετσένοι παρέμειναν στο κοινωνικοοικονομικό περιθώριο και υπέφεραν από ακόμα πιο σοβαρή εδαφική στέρηση σε σχέση με τους Ρώσους αγρότες – το 1912, οι Τσετσένοι και οι Ινγκούσιοι κατείχαν λιγότερη από τη μισή γη ανά άτομο σε σχέση με τους Κοζάκους του Τέρεκ.8 Η ανακάλυψη του πετρελαίου κοντά στο Γκρόζνι τη δεκαετία του 1880 έφερε μαζί της ταχεία βιομηχανική και αστική ανάπτυξη, αλλά τα όποια πενιχρά οφέλη παρείχε αυτά πήγαιναν πάνω απ’ όλα στους Ρώσους μετανάστες εργάτες∙ πράγματι, το Γκρόζνι παρέμεινε μια έντονα ρωσική πόλη μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Ωστόσο, καθώς η αυτοκρατορία αναζητούσε αξιόπιστα τοπικά στελέχη, μια μικρή μειοψηφία Τσετσένων άρχισε να λαμβάνει ρωσική εκπαίδευση. Ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, επηρεασμένους από τις ιδέες των Ναρόντνικων και αργότερα των Σοσιαλδημοκρατών, άρχισε να αναδύεται στα τέλη του 19ου αιώνα μια ντόπια διανόηση. Αρχικά επικεντρώθηκε στην καταγραφή της λαογραφίας και των παραδόσεων του λαού της σε επιστημονικά έργα, αλλά από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα είχε περάσει στη συγγραφή κριτικών άρθρων για την τρέχουσα συγκυρία.9 Αρκετές προσωπικότητές της συμμετείχαν στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Δημοκρατίας των Βορειοκαυκασιανών Ορέων το 1918, ενώ άλλες πολέμησαν στο πλευρό των Κόκκινων κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ως το καλύτερο μέσο για τη διασφάλιση της τοπικής αυτονομίας. (Μεταξύ αυτών ήταν ο Ασλανμπέκ Σερίποφ, του οποίου ο αδελφός Μαϊρμπέκ επρόκειτο να ηγηθεί μιας εξέγερσης εναντίον του Στάλιν το 1940). Παρ’ όλα αυτά, μέχρι το τέλος της τσαρικής εποχής, δεν υπήρχε ακόμη διακριτός τσετσενικός εθνικισμός∙ οι φιλοδοξίες για κυριαρχία διατυπώνονταν αντίθετα με παναυκασιανούς όρους.

 

Από την Επανάσταση στην απέλαση

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διαδραμάτισαν οι Κοζάκοι στον Λευκό Στρατό, ο οποίος εισήλθε στον Βόρειο Καύκασο το 1919, κινητοποίησε την αντιπολίτευση στην Τσετσενία. Υποκινούμενη από σουφικές αδελφότητες στην ύπαιθρο και από ριζοσπάστες όπως ο Σερίποφ στο Γκρόζνι –το οποίο διασώθηκε από μια 100ήμερη επίθεση των Λευκών το 1918– η αντίσταση δέσμευσε το ένα τρίτο των δυνάμεων του Ντενίκιν σε μια κρίσιμη στιγμή του εμφυλίου πολέμου.10 Ωστόσο, μετά την αποχώρηση των Λευκών το 1920, ο Κόκκινος Στρατός αρχικά αναπαρήγαγε το μοτίβο των τιμωρητικών επιδρομών και η αντίσταση συνεχίστηκε. Μέχρι το 1921 ο Στάλιν αναγκάστηκε να υποσχεθεί πλήρη αυτονομία για τη μετονομασθείσα Ορεινή Σοβιετική Δημοκρατία, να αποδεχθεί τους τοπικούς ισλαμικούς νόμους και να επιστρέψει εδάφη που είχαν παραχωρηθεί στους Κοζάκους. Μέσα σε ένα χρόνο οι Σοβιετικοί αθέτησαν αυτές τις υποσχέσεις, στέλνοντας αποσπάσματα του στρατού για να αφοπλίσουν με τη βία τους Τσετσένους στα βουνά∙ χρειάστηκαν περαιτέρω μέτρα ειρήνευσης μέχρι το καλοκαίρι του 1925, συμπεριλαμβανομένων των βομβαρδισμών ορεινών χωριών από το πυροβολικό και από αέρος.

Ωστόσο, παρόλο που πολλοί Τσετσένοι έβλεπαν τη σοβιετική κυριαρχία ως αναβαθμισμένη ρωσική κυριαρχία, άλλοι ήταν πιο ευνοϊκά διακείμενοι προς την κομμουνιστική τάξη, βλέποντάς την ως την πορεία της Τσετσενίας προς τη νεωτερικότητα. Μεγάλο μέρος αυτής της αμφισημίας εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα, καθώς το σοβιετικό σύστημα παρείχε επαγγελματικές ευκαιρίες και κοινωνικές υποδομές που η πατριαρχική τάξη δεν είχε προσφέρει ποτέ. Στον τομέα του πολιτισμού, οι Τσετσένοι συγγραφείς απομακρύνθηκαν από τις αραβικές ποιητικές παραδόσεις των προηγούμενων αιώνων και στράφηκαν προς τη ρεαλιστική μυθοπλασία στα πρότυπα του Γκόρκι∙ ο θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος Χαλίντ Οσάεφ ήταν αυτός που επινόησε τη λατινική μεταγραφή της τσετσενικής το 1925 – προηγήθηκε του Ατατούρκ κατά τρία χρόνια.11 Ωστόσο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30, ο εκσυγχρονισμός είχε γίνει αδιαμφισβήτητα συνώνυμο του εκρωσισμού. Αυτό εκφράστηκε σε συμβολικό επίπεδο με την αναγκαστική μετάβαση στην κυριλλική γραφή και με την κυριολεκτική έννοια με τροποποιήσεις των διοικητικών ορίων που αποσκοπούσαν στο να αμβλύνουν τη βαρύτητα των κατ’ όνομα εθνικοτήτων των νεοσύστατων Αυτόνομων Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών του Καυκάσου, συγχωνεύοντας διακριτές ομάδες και προσθέτοντας σε αυτές περιοχές με κυρίως ρωσικούς πληθυσμούς.12

Όπως και αλλού στην ΕΣΣΔ, η έναρξη της κολεκτιβοποίησης στην Τσετσενία το φθινόπωρο του 1929 σηματοδότησε την έναρξη μιας ποιοτικά διαφορετικής φάσης της σοβιετικής ιστορίας. Σε απάντηση στις αυθαίρετες συλλήψεις και τις κατασχέσεις των ζώων, άρχισε και πάλι η ένοπλη αντίσταση: τα αρχεία κάηκαν και δεκάδες πράκτορες της GPU δολοφονήθηκαν, γεγονός που οδήγησε στην αποστολή του Κόκκινου Στρατού στην Τσετσενό-Ινγκουσετία τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Υπέστη βαριές απώλειες και η πολιτική γραμμή του Κρεμλίνου αμβλύνθηκε μέχρι το 1931, όταν η GPU συνέλαβε 35.000 Τσετσένους και Ινγκούσιους για «αντισοβιετική» δραστηριότητα. Το επόμενο έτος άρχισε η καταστολή της τοπικής διανόησης, αν και οι 3.000 συλλήψεις του 1932 ξεπεράστηκαν από τις 14.000 –το 3% του πληθυσμού– που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της γιεζοφστσίνα13 του 1937· ωστόσο, η ανταρτοπόλεμος συνεχίστηκε στον ορεινό νότο της Τσετσενίας μέχρι το 1938. Μια έμμεση ένδειξη για το τίμημα των συλλήψεων και της καταστολής είναι το γεγονός ότι, μεταξύ των σοβιετικών απογραφών του 1937 και του 1939, η Τσετσενό-Ινγκουσετία υπέστη απώλεια πληθυσμού 35.000 κατοίκων.14

Αλλά οι λεηλασίες της GPU ωχριούν μπροστά στις γενοκτονικές εκτοπίσεις του 1944. Αν οι πρώτες ήταν τραγικά γενικευμένες σε ολόκληρη την ΕΣΣΔ, οι δεύτερες ήταν ανατριχιαστικά εστιασμένες. Το πρόσχημα που προβλήθηκε από τις σοβιετικές αρχές ήταν ότι αρκετοί λαοί του Βόρειου Καυκάσου και οι Τατάροι της Κριμαίας είχαν συνεργαστεί μαζικά με τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής. Κύκλοι Τσετσένων εμιγκρέδων –συμπεριλαμβανομένου του εγγονού του Σαμίλ– είχαν έρθει για λίγο σε επαφή με τις γερμανικές αρχές. Αλλά στην ίδια την Τσετσενία, οι ευκαιρίες συνεργασίας με τον εχθρό ήταν περιορισμένες: έχοντας καταλάβει το Ροστόφ, τη Σταυρούπολη, το Κρασνοντάρ και το Μόζντοκ στα τέλη Αυγούστου 1942, η Βέρμαχτ σταμάτησε πριν φτάσει στο Γκρόζνι· η μόνη πόλη στην Τσετσενό-Ινγκουσετία στην οποία κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν τον έλεγχο πριν αρχίσει η υποχώρησή τους στα τέλη του 1942 ήταν το Μαλγκομπέκ, το οποίο είχε κυρίως ρωσικό πληθυσμό.15 Στην Τσετσενία, όπως και αλλού, οι ελάχιστοι συνεργάτες ήταν συντριπτικά λιγότεροι από τον αριθμό των Καυκάσιων και των Τατάρων που προσφέρθηκαν εθελοντικά να υπηρετήσουν στον Κόκκινο Στρατό –17.413 Τσετσένοι μόνο– ή να πολεμήσουν με αντάρτικες ομάδες πίσω από τις γερμανικές γραμμές.

Το πραγματικό κίνητρο βρίσκεται αναμφίβολα στην πεισματική άρνηση της πλειοψηφίας των Τσετσένων, κυρίως, να υποταχθούν στη σοβιετική εξουσία. Αυτό ήταν που έδωσε το έναυσμα για την εθνικιστική εξέγερση υπό την ηγεσία του Χασάν Ισραΐλοφ και του Μαϊρμπέκ Σερίποφ, η οποία ξεκίνησε το 1940 –όταν ο Χίτλερ και ο Στάλιν ήταν επίσημα σύμμαχοι– και η οποία, μέχρι το 1942, είχε αποκτήσει τον έλεγχο αρκετών ορεινών περιοχών και είχε σχηματίσει προσωρινή κυβέρνηση.16 Αντί να αναπτυχθεί εναντίον των στρατών του Χίτλερ, η σοβιετική αεροπορία σφυροκόπησε τα ορεινά άουλ17 σε μια προσπάθεια να συντρίψει την Εθνική Επιτροπή του Βορείου Καυκάσου.

Το σχέδιο για τον εκτοπισμό καταρτίστηκε τον Οκτώβριο του 1943, με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Φακή» –οι δύο πρώτες συλλαβές της ρωσικής λέξης τσετσεβίτσα δείχνουν με ένα φωνητικό δείκτη τους κύριους στόχους. Στις 23 Φεβρουαρίου 1944, σε μια επιχείρηση υπό την προσωπική επίβλεψη του Μπέρια, 478.000 Τσετσένοι και Ινγκούσιοι στοιβάχτηκαν σε φορτηγά Studebaker και στη συνέχεια στάλθηκαν, μαζί με 50.000 Μπαλκάρους, στην Κεντρική Ασία με φορτηγά τρένα χωρίς εξαερισμό. Η τροφή ήταν λιγοστή, οι ασθένειες εκτεταμένες και πολλοί απλά πέθαναν από την επαφή. Τα αρχεία της NKVD δίνουν επίσημο ποσοστό θανάτων 23,7% στα τρένα, συνολικά 144.704 άτομα. Οι εκτιμήσεις για την έμμεση απώλεια πληθυσμού μόνο μεταξύ των Τσετσένων κυμαίνονται από 170.000 έως 200.000.18

 

Επιστροφή από την εξορία

Παρόλο που η εξέγερση του Ισραΐλοφ έδωσε μια σύντομη γεύση ενός σύγχρονου τσετσενικού εθνικισμού, ο τελευταίος σφυρηλατήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την εμπειρία της απέλασης και της εξορίας. Η βίαιη εξειδίκευση της σοβιετικής πολιτικής για τις εθνότητες και η αίσθηση ενός κοινού, σκληρού πεπρωμένου βοήθησαν στη διαμόρφωση μιας εθνικής συνείδησης των Τσετσένων. Οι αδελφότητες των Σούφι διαδραμάτισαν επίσης βασικό ρόλο στην εξορία, καθώς οι υπόγειες δραστηριότητές τους διαιώνιζαν μια ειδικά τσετσενική θρησκευτική παράδοση. Αν και το Ισλάμ θα επανεμφανιζόταν κατά τη διάρκεια της περεστρόικα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην Τσετσενία η θρησκεία χρησίμευε ως «πνευματικό ένδυμα για τον εθνικό αγώνα».19

Στην εξορία, οι επιζώντες Τσετσένοι και Ινγκούσιοι αντιμετώπισαν αυστηρούς περιορισμούς όσον αφορά τη διαμονή τους και μπορούσαν να εργαστούν ως επί το πλείστον μόνο ως χειρώνακτες. Με την αποσταλινοποίηση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 άρχισαν να επιστρέφουν στην επανιδρυθείσα ΑΣΣΔ Τσετσενίας-Ινγκουσίας. Αλλά ακόμη και μετά την επιστροφή τους, υπέστησαν σοβαρές διακρίσεις και αποκλείστηκαν σε μεγάλο βαθμό από εξειδικευμένες θέσεις εργασίας – μια περιθωριοποίηση που απλώς εδραίωσε την εθνική ταύτιση που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην εξορία. Στα τέλη της σοβιετικής περιόδου, η οικονομία της Τσετσενό-Ινγκουσετίας χωρίστηκε σε δύο σφαίρες. Οι σε μεγάλο βαθμό Ρώσοι των πόλεων –24% του συνολικού πληθυσμού της δημοκρατίας των 1,2 εκατομμυρίων το 1989– κυριάρχησαν στους τομείς του πετρελαίου και της βιομηχανίας, της υγείας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών υπηρεσιών. Οι κυρίως αγροτικοί Τσετσένοι και Ινγκούσιοι –οι πρώτοι πολύ περισσότεροι από τους δεύτερους, αποτελώντας το 64% του πληθυσμού της ΑΣΣΔ– εργάζονταν στη γεωργία, τις κατασκευές, αλλά και στον χώρο του εγκλήματος. Δεδομένου του υψηλότερου ρυθμού αύξησης του πληθυσμού των Τσετσένων και των Ινγκούσιων σε σχέση με τους Ρώσους, μέχρι το 1989 αυτές οι ανισορροπίες είχαν οδηγήσει σε ένα εκτιμώμενο πλεονάζον εργατικό δυναμικό άνω των 100.000 ατόμων, ενώ το ένα τέταρτο των εθνοτικά Τσετσένων ζούσαν πλέον εκτός Τσετσενίας-Ινγκουσετίας, έχοντας φύγει σε αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, όπως και ο υπόλοιπος Βόρειος Καύκασος, η Τσετσενό-Ινγκουσετία είχε αισθητά χαμηλότερους μισθούς και φτωχότερες κοινωνικές παροχές από την υπόλοιπη Σοβιετική Ρωσία: ο μέσος μισθός το 1985 ήταν 83% του μέσου όρου της ΡΣΟΣΔ και έπεσε στο 75 το 1991· η παιδική θνησιμότητα ήταν 23 ανά 1000 το 1987, σε σύγκριση με 14 ανά 1000 που ήταν ο μέσος όρος της ΡΣΟΣΔ. Το 1989, μόνο το 5% του πληθυσμού της Τσετσενό-Ινγκουσετίας είχε ανώτερη εκπαίδευση, ενώ το 16% δεν είχε καθόλου εκπαίδευση.20

Το κύριο βάρος αυτού του οικονομικού απαρτχάιντ το επωμίστηκε, φυσικά, ο αγροτικός πληθυσμός –σύμφωνα με την απογραφή του 1989, το 59% στην Τσετσενό-Ινγκουσετία, σε σύγκριση με το 27% στο σύνολο της ΕΣΣΔ– και το κίνημα της ανεξαρτησίας αντλούσε την αριθμητική του υποστήριξη κυρίως από το φτωχό νότιο τμήμα της δημοκρατίας. Μέχρι το τέλος της σοβιετικής εποχής, οι λίγοι διανοούμενοι της Τσετσενίας –σε μεγάλο βαθμό προϊόν του κομμουνιστικού συστήματος– πίεζαν επίσης για την αναθεώρηση, τουλάχιστον, των όρων ένταξης της Τσετσενίας στην ΕΣΣΔ. Πράγματι, όπως και αλλού στην Ανατολική Ευρώπη, οι ηγέτες του εθνικιστικού κινήματος δεν προέρχονταν από την πολιτική ελίτ, αλλά από τους τοπικούς καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους –ο ποιητής Ζελιμάν Γιανταρμπίεφ και ο ηθοποιός Αχμέντ Ζακάεφ, για παράδειγμα– αν και ορισμένοι, όπως ο Ντζοχάρ Ντουντάεφ και ο Ασλάν Μασχάντοφ, προέρχονταν από τον Κόκκινο Στρατό, έναν από τους σχετικά λίγους σοβιετικούς θεσμούς που ήταν ανοιχτοί στα τσετσένικα ταλέντα. Εν τω μεταξύ, η οικονομική υποστήριξη προερχόταν από τοπικά αφεντικά όπως ο Γιαράγκι Μαμαντάεφ ή από τη διασπορά με έδρα τη Μόσχα – πολύ πιο πολυάριθμη και ευημερούσα από τις υπερπόντιες τσετσενικές κοινότητες, οι οποίες είχαν μικρή επιρροή στις υπάρχουσες συνθήκες στη γη των προγόνων τους.

Ένας κρίσιμος παράγοντας το 1990-91 ήταν το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειονότητα των κατ’ όνομα εθνικών δημοκρατιών της Ρωσίας, η Τσετσενία δεν διέθετε μια ντόπια νομενκλατούρα που θα μπορούσε να διατηρήσει απρόσκοπτα την εξουσία. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι οι ίδιοι με εκείνους που προκάλεσαν την εμφάνιση του ίδιου του τσετσενικού εθνικισμού. Η GPU είχε ξεπαστρέψει προεπαναστατικούς ηγέτες και διανοούμενους, αλλά ήταν κυρίως η απέλαση και οι επακόλουθες διακρίσεις που «εμπόδισαν τους Τσετσένους να σχηματίσουν μια παγιωμένη, με αυτοπεποίθηση σοβιετική ελίτ που θα μπορούσε να επιλύσει ειρηνικά την κατάσταση όταν η Σοβιετική Ένωση άρχισε να καταρρέει».21

 

Η Διακήρυξη της ανεξαρτησίας

Όπως και στα κράτη της Βαλτικής, οι ρίζες του εθνικού κινήματος της Τσετσενίας βρίσκονται σε άτυπες ενώσεις που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της περεστρόικα, όπως η επιστημονική εταιρεία του Καυκάσου, Μπαρτ («Ενότητα») – η οποία το 1990 έγινε το Δημοκρατικό Κόμμα Βαϊνάχ– και ο Λαϊκό Μέτωπο της Τσετσενίας-Ινγκουσετίας. Το τελευταίο ήταν στενά συνδεδεμένο με το τοπικό κόμμα και την KGB, και αρχικά περιορίστηκε στην οργάνωση διαμαρτυριών για περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως ένα υπό σχεδιασμό χημικό εργοστάσιο στο Γκούντερμες, ή για την υπεράσπιση του πολιτισμού της Τσετσενίας (οι Ινγκούσιοι παραγκωνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό). Όμως η έννοια της πλήρους κυριαρχίας έγινε όλο και πιο κεντρική στις συζητήσεις κατά τη διάρκεια του 1990, και οι πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις κέρδισαν το πάνω χέρι. Στις 26 Απριλίου, ο Γκορμπατσόφ δημοσίευσε νόμο που έδινε σε όλες τις ρωσικές ΑΣΣΔ «την πλήρη εκχώρηση της κρατικής εξουσίας στο έδαφός τους» και τις καθιστούσε πλήρη υποκείμενα της ΕΣΣΔ, με το συνταγματικό δικαίωμα να αποσχιστούν από την Ένωση. Σε μια επίσκεψή του στο Καζάν τον Αύγουστο του 1990, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την προεδρία της ΕΣΣΔ, ο Γέλτσιν είπε στις εθνικές δημοκρατίες της Ρωσίας να «πάρουν όσο περισσότερη κυριαρχία μπορούν να χωνέψουν». Το Πρώτο Εθνικό Συνέδριο της Τσετσενίας, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1990 με την πλήρη έγκριση του τοπικού ΚΚ, ανταποκρίθηκε σε αυτές τις προσκλήσεις ανακηρύσσοντας την κυριαρχία της Τσετσενικής Δημοκρατίας του Νόχτσι-τσο, αλλά αποφάσισε επίσης ότι το νέο κράτος θα παρέμενε τμήμα της ΕΣΣΔ.

Σε αυτό το στάδιο, οι κύριες διαφορές μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της Τσετσενίας-Ινγκουσετίας αφορούσαν τη σύνθεση μιας νέας εθνικής ηγεσίας, τη μορφή των σχέσεων με τη Μόσχα και το ρόλο του Ισλάμ. Όλες οι κύριες παρατάξεις του Εθνικού Κογκρέσου της Τσετσενίας –οι Κομμουνιστές∙ μια κοσμική ομάδα που προερχόταν από τη σοβιετική διανόηση και το Λαϊκό Μέτωπο∙ οι ριζοσπάστες Τσετσένοι εθνικιστές, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα Βαϊνάχ, πολλά μέλη του οποίου τάσσονταν υπέρ κάποιας μορφής ισλαμικού κράτους– υποστήριζαν την πλήρη κυριαρχία «ως το μίνιμουμ».22 Μόνο το 1991, καθώς η Σοβιετική Ένωση πλησίαζε στην κατάρρευση, αυτή η συναίνεση έσπασε, καθώς το τοπικό κόμμα παρέμεινε στην εξουσία, ενώ η εθνικιστική αντιπολίτευση συγκέντρωσε δυνάμεις. Οι βασικοί πρωταγωνιστές εδώ ήταν το Δημοκρατικό Κόμμα Βαϊνάχ, με επικεφαλής τον Ζελιμχάν Γιανταρμπίεφ, και η Εκτελεστική Επιτροπή του Εθνικού Κογκρέσου της Τσετσενίας, της οποίας από τον Μάρτιο του 1991 ηγούνταν ο Ντζοχάρ Ντουντάεφ.

Τα προηγούμενα πέντε χρόνια, ο Ντουντάεφ είχε διοικήσει μια μεραρχία βομβαρδιστικών μεγάλου βεληνεκούς στην Τάρτου και είχε επηρεαστεί έντονα από την ανοδική πορεία του κινήματος ανεξαρτησίας της Εσθονίας. Είχε εγκαταλείψει την Εσθονία ακριβώς τη στιγμή που ένα δημοψήφισμα εκεί απέφερε μια ισχυρή πλειοψηφία υπέρ της απόσχισης, γεγονός που αναμφίβολα τον ενθάρρυνε να ισχυροποιήσει τη στάση του: ο πληθυσμός της Εσθονίας των 1,6 εκατομμυρίων ήταν, άλλωστε, λίγο μεγαλύτερος από αυτόν της Τσετσενό-Ινγκουσετίας, και η τελευταία είχε μικρότερη ρωσική μειονότητα από ό,τι η Εσθονία ή η Λετονία. Η άφιξη του Ντουντάεφ στην Τσετσενία επέφερε ριζοσπαστικοποίηση της Εκτελεστικής Επιτροπής, η οποία σύντομα δημιούργησε μια ένοπλη Εθνική Φρουρά και μέχρι το καλοκαίρι του 1991 ζητούσε ανοιχτά τη διάλυση του Ανώτατου Σοβιέτ Τσετσενίας-Ινγκουσίας, υποστηρίζοντας ότι η νόμιμη εξουσία ανήκε πλέον στο Εθνικό Κογκρέσο.

Το αποφασιστικό πλήγμα στην εξουσία του τοπικού κόμματος ήρθε με το πραξικόπημα του Αυγούστου κατά του Γκορμπατσόφ. Ενώ οι αξιωματούχοι του ΚΚ Τσετσενίας απέφυγαν να πάρουν αποφασιστική θέση, η Εκτελεστική Επιτροπή του Ντουντάεφ διοργάνωσε συγκεντρώσεις και κάλεσε σε γενική απεργία για την υπεράσπιση του Γέλτσιν. Ακολούθησε μια κλασική επαναστατική κατάσταση διπλής εξουσίας, μέχρι την κατάληψη του Ανώτατου Σοβιέτ στις 6 Σεπτεμβρίου από την Εθνική Φρουρά και τους παραστρατιωτικούς του Κόμματος Ισλαμικό Μονοπάτι του Μπισλάν Γκαντεμίροφ.23 Με εκατοντάδες ανθρώπους να συρρέουν στο Γκρόζνι από την Τσετσενική ύπαιθρο για να υποστηρίξουν τον Ντουντάεφ, οι εθνικιστές πήραν τον έλεγχο περισσότερων κυβερνητικών κτιρίων κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου. Η απάντηση της Εκτελεστικής Επιτροπής στην πρόταση του Γέλτσιν για ένα Προσωρινό Συμβούλιο που θα αντικαθιστούσε το Ανώτατο Σοβιέτ, ένας συμβιβασμός πιο αρεστός στο τοπικό ΚΚ, ήταν να σχηματιστεί μια προσωρινή κυβέρνηση και να προγραμματιστούν εκλογές για τις 27 Οκτωβρίου. Ο Ντουντάεφ κέρδισε μια σαρωτική νίκη και κήρυξε την ανεξαρτησία κατά την ορκωμοσία του την 1η Νοεμβρίου.24 Στα τέλη του ίδιου μήνα, οι Ινγκούσιοι ψήφισαν επίσημα να διαχωριστούν από την Τσετσενία και να παραμείνουν μέρος της Ρωσίας ως ΑΣΣΔ.

Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τον Ντουντάεφ ήταν η πιο πρόσφατη σε μια σειρά που είχε ξεκινήσει στη Λιθουανία τον Μάρτιο του 1990. Η αντίθεση μεταξύ της τύχης αυτών των κρατών και της Τσετσενίας είναι εντυπωσιακή. Στις 6 Σεπτεμβρίου, για παράδειγμα, το Κρεμλίνο αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας, και στις 17 Σεπτεμβρίου τα τρία αυτά έθνη κατέλαβαν θέσεις στον ΟΗΕ∙ η Ουκρανία και η Λευκορωσία ήταν ήδη μέλη, αλλά οι υπόλοιπες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έγιναν δεκτές στις 2 Μαρτίου 1992 (εκτός από τη Γεωργία, η οποία έπρεπε να περιμένει μέχρι τον Ιούλιο λόγω έλλειψης κυβέρνησης). Εν τω μεταξύ, στις 2 Νοεμβρίου 1991, το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ κήρυξε παράνομες τις εκλογές που μόλις είχε κερδίσει ο Ντουντάεφ. Στη συνέχεια, τη νύχτα της 8ης προς 9η Νοεμβρίου, ρωσικές ειδικές δυνάμεις προσγειώθηκαν στην αεροπορική βάση Χανκάλα κοντά στο Γρόζνι σε μια προσπάθεια να απομακρύνουν τον Ντουντάεφ από την εξουσία. Όμως η απόπειρα πραξικοπήματος απέτυχε από έναν συνδυασμό ένοπλης αντιπολίτευσης των Τσετσένων και την παρεμπόδιση του Γκορμπατσόφ, ο οποίος ήταν ακόμη ο κατ’ όνομα διοικητής του σοβιετικού στρατού και δεν ήθελε να επαναλάβει την αιματοχυσία που είχε γίνει στη Λιθουανία εκείνον τον Ιανουάριο. Τα ρωσικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την Τσετσενία ταπεινωμένα και για τα επόμενα τρία χρόνια η χώρα απέκτησε de facto ανεξαρτησία.

Η απόσχιση της Τσετσενίας ήταν σύμφωνη με τη νομοθεσία της ΕΣΣΔ και το εύρος της εκλογικής νίκης του Ντουντάεφ έδειξε το βάθος της λαϊκής υποστήριξης για πλήρη κυριαρχία. Επιπλέον, παρά τις αμφιβολίες που εξέφρασαν στη συνέχεια ως προς τη νομιμότητά της, οι ρωσικές αρχές αποδέχθηκαν αρκετές φορές την ανεξαρτησία της Τσετσενίας de jure. Στις 14 Μαρτίου 1992, µετά από διαπραγµατεύσεις για µια σειρά από νοµικά, οικονοµικά ζητήµατα και ζητήµατα ασφάλειας, οι εκπρόσωποι της Τσετσενίας και της Ρωσίας υπέγραψαν πρωτόκολλα που αναφέρονταν ρητά στην «πολιτική ανεξαρτησία και την κρατική κυριαρχία της Τσετσενικής ∆ηµοκρατίας», µια φόρµουλα που εγκρίθηκε σε περισσότερα κείμενα που υπογράφηκαν στις 28 Μαΐου και στις 25 Σεπτεµβρίου του ίδιου έτους.25

 

Ο Ντουντάεφ στην εξουσία

Η Τσετσενία του Ντουντάεφ έχει παρουσιαστεί ως μια χώρα χωρίς νόμο, που μαστίζεται από το έγκλημα, τη διαφθορά και την πολιτική και οικονομική αστάθεια, με την ευθύνη να επιρρίπτεται αποκλειστικά στον ένστολο ηγέτη της. Η σύγκριση με άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες δίνει μια πιο ισορροπημένη εκτίμηση. Στα χρόνια αμέσως μετά το 1991, η οικονομική καταστροφή έπληξε όλα τα μετασοβιετικά κράτη. Ίσως οι πιο συγκρίσιμες με την Τσετσενία είναι οι δημοκρατίες της Υπερκαυκασίας, οι οποίες είδαν απότομη συρρίκνωση του ΑΕΠ: 35% στο Αζερμπαϊτζάν το 1991-92 και 23% το 1992-93· 40 και 32% αντίστοιχα στη Γεωργία, 52 και 15 στην Αρμενία· καθώς και σημαντική μείωση της βιομηχανικής παραγωγής: τα στοιχεία του 1992 για τη Γεωργία, την Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν είναι 44, 48 και 24% αντίστοιχα. Στην Τσετσενία, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 30% το 1992 και κατά 61% το 1993, κυρίως λόγω της μετανάστευσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990 των κατά κύριο λόγο Ρώσων ειδικών της πετρελαϊκής βιομηχανίας, της κύριας πηγής εσόδων της δημοκρατίας.26 Αν και η κυβέρνηση Ντουντάεφ ήταν αναμφίβολα άπειρη σε οικονομικές υποθέσεις, τα δεινά της Τσετσενίας ήταν σαφώς μέρος μιας ευρύτερης καταστροφικής τάσης.

Αν η αμφισβητούμενη πολιτική κατάσταση της Τσετσενίας βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τις δικτατορίες της νομενκλατούρας της Κεντρικής Ασίας ή του Αζερμπαϊτζάν, μοιάζει περισσότερο με το ταραχώδες τοπίο της μετασοβιετικής Γεωργίας, όπου ο πρόεδρος Ζβιάντ Γκαμσαχούρντια ανατράπηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα το 1992 και δολοφονήθηκε το 1993. Η πολιτική αντιπολίτευση στον Ντουντάεφ προήλθε αρχικά από πρώην κομματικά στελέχη και φιλο-Μοσχοβίτες Τσετσένους των πεδινών περιοχών, αλλά σύντομα ενισχύθηκε από τις επιχειρηματικές ελίτ που δυσαρεστήθηκαν από την πτώση της οικονομικής κατάστασης μετά το 1991 (και από την απροθυμία της κυβέρνησης Ντουντάεφ να κάνει ιδιωτικοποιήσεις με την ίδια θέρμη όπως το ομοσπονδιακό κέντρο). Όπως έκανε και στη Γεωργία, η κυβέρνηση Γέλτσιν προχώρησε στη χρηματοδότηση και τον εξοπλισμό ομάδων της αντιπολίτευσης, οι οποίες επιχείρησαν αρκετές φορές να δολοφονήσουν τον Ντουντάεφ.

Ο Ντουντάεφ απάντησε σε αυτές τις πιέσεις με λαϊκιστικές χειρονομίες προς τον φτωχότερο, πιο παραδοσιακό νότο –όπως η μετονομασία της Τσετσενίας σε Τσετσενική Δημοκρατία της Ιτσκερίας το 1994, από μια ορεινή περιοχή– και, όλο και περισσότερο από το 1993, με την ενίσχυση της προεδρικής διακυβέρνησης. Η διάλυση του κοινοβουλίου από τον Ντουντάεφ τον Απρίλιο του 1993 αμαυρώνει τα δημοκρατικά του διαπιστευτήρια – αν και δεν έφτασε στο σημείο να χτυπήσει με οβίδες τους εκλεγμένους αντιπάλους του για να υποταχθούν, όπως έκανε ο Γέλτσιν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι, σε αντίθεση με τον Αλεξάντρ Ρουσκόι και τον Ρουσλάν Χασμπουλάτοφ, τους ηγέτες της εξέγερσης εναντίον του Γέλτσιν, η τσετσενική αντιπολίτευση χρηματοδοτούνταν εντατικά από μια επιθετική ξένη δύναμη, με στόχο την ανάκληση της τσετσενικής κυριαρχίας συνολικά. Επιπλέον, αρκετές από τις φιλο-Μοσχοβίτικες περιοχές που ισχυρίζονταν ότι ήταν θύματα της δικτατορίας του Ντουντάεφ κήρυξαν μονομερώς την απόσχισή τους από την Τσετσενία τον Ιούνιο του 1993, χωρίς καμία απολύτως δημοκρατική εντολή. Αυτή η συνταγματική αταξία, την οποία η ίδια η Ρωσία είχε δημιουργήσει, αποτέλεσε το πρόσχημα για την εισβολή το 1994.

Πολλά έχουν γραφτεί για την κυριαρχία της εγκληματικότητας κατά την περίοδο του Ντουντάεφ.27 Οι Τσετσένοι είχαν αποκτήσει εξέχουσα θέση στην παραοικονομία στα τέλη της σοβιετικής περιόδου, κυρίως λόγω του αποκλεισμού τους από τους νόμιμους τομείς. Αλλά στην Τσετσενία, όπως και αλλού, η έξαρση των εγκληματικών δραστηριοτήτων μετά το 1991 συνδέεται στενά με τη μετασοβιετική οικονομική κατάρρευση. Στο πλαίσιο της καταστροφικής αποβιομηχάνισης και του ραγδαία αυξανόμενου πληθωρισμού, το έγκλημα έγινε «θέμα απλής επιβίωσης». Πολύ κερδοφόρες κομπίνες δημιουργήθηκαν γύρω από τον αγωγό Μπακού-Νοβοροσίσκ, ο οποίος διέσχιζε την καρδιά της Τσετσενίας, και το αεροδρόμιο του Γκρόζνι έγινε ένα είδος ειδικής ζώνης ελεύθερου εμπορίου για ναρκωτικά και λαθρεμπόριο. Δύο παρατηρήσεις είναι απαραίτητες εδώ: πρώτον, αυτές οι δραστηριότητες δεν θα ήταν δυνατές χωρίς τη συνενοχή των ρωσικών αρχών που έλεγχαν τον εναέριο χώρο της Τσετσενίας και επάνδρωναν τα σύνορα· και δεύτερον, αυτές οι ληστρικές de facto ιδιωτικοποιήσεις ήταν απλώς μικρής κλίμακας εκδοχές του οργίου της κλοπής που λάμβανε χώρα τότε στην ίδια τη Ρωσία. Οι Τσετσένοι ήταν σε μεγάλο βαθμό οι «κατώτεροι εταίροι σε ένα κύμα διαφθοράς και εγκληματικότητας που ξεκινούσε από τη ρωσική πρωτεύουσα».28

 

Το Βιετνάμ του Γέλτσιν

Οι ρωσικές αρχές σκέφτονταν σαφώς τη στρατιωτική επέμβαση στην Τσετσενία πολύ πριν από το 1994: Ο Ρουτσκόι την είχε προτείνει τον Οκτώβριο του 1991, και στρατιωτικές συγκρούσεις είχαν λάβει χώρα στα σύνορα της Τσετσενίας δύο φορές το 1992. Το άμεσο έναυσμα για πόλεμο, ωστόσο, ήταν η αποτυχία μιας ακόμη απόπειρας πραξικοπήματος των ειδικών δυνάμεων στην Τσετσενία στις 26 Νοεμβρίου 1994, η οποία έχει περιγραφεί ως «το αντίστοιχο του Κόλπου των Χοίρων του Γιέλτσιν».29 Οι ρωσικές δυνάμεις μπήκαν στην Τσετσενία στις 11 Δεκεμβρίου, και καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα αυτού το Γκρόζνι δέχθηκε βομβαρδισμούς που περιγράφονται ως πιο σφοδροί από εκείνους στο Σεράγεβο ή τη Βηρυτό. Μαζί με τον καινούργιο χρόνο [1995] ήρθε μια πλήρους κλίμακας χερσαία επίθεση, με τους Ρώσους να καταλαμβάνουν το Γκρόζνι τον Μάρτιο εν μέσω μεγάλων απωλειών, καταστρέφοντας σχεδόν ολοκληρωτικά το κέντρο της πόλης. Το μοτίβο της μαζικά δυσανάλογης δύναμης επαναλήφθηκε και αλλού –με πιο βάναυσο τρόπο με τη σφαγή τουλάχιστον διακοσίων χωρικών στο Σαμάσκι στις 6-8 Απριλίου 1995– αλλά η ρωσική προέλαση επιβραδύνθηκε την άνοιξη του 1995, καθώς ο στρατός κατοχής αναζητούσε όλο και περισσότερο τοπικές ανακωχές αντί να επιτίθεται σε σχηματισμούς Τσετσένων. Η επιδρομή του Σαμίλ Μπασάεφ τον Μάιο του 1995 στο Μπούντενοφσκ και οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, παρείχαν μια ζωτικής σημασίας ανάσα στην τσετσενική αντίσταση, η οποία ήταν πλέον σε θέση να διεισδύσει πίσω από τις ρωσικές γραμμές σε επαρκή αριθμό για να καταλάβει πόλεις-κλειδιά, κρατώντας το Γκούντερμες για αρκετές ημέρες τον Δεκέμβριο του 1995.

Από την αρχή, υπήρχε ένας εντυπωσιακός βαθμός αντίθεσης στον πόλεμο όχι μόνο μεταξύ της ρωσικής κοινής γνώμης, όπου ρίζωσε ένα μικρό αλλά επίμονο αντιπολεμικό κίνημα, αλλά και μέσα στον ίδιο το στρατό. Ήδη από τις 13 Δεκεμβρίου 1994, μια φάλαγγα τεθωρακισμένων είχε αρνηθεί να πυροβολήσει εναντίον μιας ομάδας γυναικών που εμπόδιζαν το δρόμο προς την Τσετσενία. Ο μεγάλος αριθμός των ρωσικών απωλειών συνέβαλε στη μείωση του ηθικού και η ιδέα της απόσυρσης από την Τσετσενία έγινε όλο και πιο δημοφιλής. Την άνοιξη του 1996, με την εκλογική καταστροφή να διαφαίνεται και την τσετσενική αντίσταση να πραγματοποιεί τολμηρές επιθέσεις μεγάλης κλίμακας, ο Γέλτσιν πρότεινε μια συμβολική ειρηνευτική πρωτοβουλία, αλλά στη συνέχεια διέταξε τη δολοφονία του Ντουντάεφ, η οποία πραγματοποιήθηκε με ρωσική πυραυλική επίθεση στις 22 Απριλίου 1996. Ο Γιανταρμπίεφ ανέλαβε ως υπηρεσιακός πρόεδρος. Στη συνέχεια, οι Ρώσοι πρότειναν εναλλάξ κατάπαυση του πυρός και ανανέωσαν την επίθεσή τους, κυρίως αφού ο Γέλτσιν κέρδισε τις εκλογές του Ιουνίου – μια νίκη που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μαζική πολιτική και χρηματική υποστήριξη της Δύσης, η οποία ενορχηστρώθηκε κυρίως από την κυβέρνηση Κλίντον.30

Το αποφασιστικό κίνητρο για τις διαπραγματεύσεις δόθηκε μετά την επίθεση των Τσετσένων στο Γκρόζνι, το Γκούντερμες και το Αργκούν, η οποία εξαπολύθηκε ταυτόχρονα με την ορκωμοσία του Γέλτσιν στις 9 Αυγούστου, και η οποία είχε απωθήσει τους Ρώσους στις θέσεις τους τον Δεκέμβριο του 1994. Στις 31 Αυγούστου, ο στρατηγός Αλεξάντρ Λέμπεντ και ο αρχηγός του τσετσένικου επιτελείου Ασλάν Μασχάντοφ υπέγραψαν τις συμφωνίες του Χασαβιούρτ, οι οποίες αναγνώριζαν την Τσετσενία ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου, αλλά ανέβαλαν την τελική απόφαση για το καθεστώς της μέχρι το τέλος του 2001. Ο πρώτος ρωσοτσετσενικός πόλεμος ήταν μια ταπεινωτική ήττα για τους Ρώσους και, παρά τη νίκη τους, ένας όλεθρος για τους Τσετσένους. Οι συντηρητικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 7.500 ρωσικές στρατιωτικές απώλειες, 4.000 Τσετσένους μαχητές και τουλάχιστον 35.000 αμάχους –ένα μίνιμουμ σύνολο 46.500– άλλοι αναφέρουν αριθμούς μεταξύ 80.000 και 100.000.31

 

Φανταστικά ντόμινο

Το κύριο επιχείρημα που προβλήθηκε για την υπεράσπιση της επίθεσης του Γέλτσιν στην Τσετσενία ήταν ότι η ανεξαρτησία της Τσετσενίας θα πυροδοτούσε μια αλυσίδα αυτονομιστικών πολέμων στην υπόλοιπη Ρωσία – μια εσωτερική εκδοχή του ψυχροπολεμικού τρόπου του «φαινομένου ντόμινο». Στηρίζεται σε επισφαλή θεμέλια. Όπως έγραψε πρόσφατα ο Robert Wade στους Financial Times, η πιθανότητα απόσχισης αυξάνεται «όσο περισσότερο πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: γεωγραφική θέση σε μη ρωσικά σύνορα, πληθυσμός με μη ρωσική πλειοψηφία, ρεαλιστική βάση εσόδων από εξαγωγές». Για να πάρουμε τη δεύτερη από αυτές, τη δημογραφία: από τις 31 κατ’ όνομα εθνικές δημοκρατίες της ΡΣΟΣΔ, το 1991 μόνο 4 είχαν την απόλυτη πλειοψηφία των κατ’ όνομα ομάδων –Βόρεια Οσετία, Τούβα, Τσετσενό-Ινγκουσετία και Τσουβασία– ενώ 3 είχαν απλή πλειοψηφία: Ταταρστάν, Καμπαρντίνο-Μπαλκαρία, Καλμυκία. Οι Ρώσοι αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού στις υπόλοιπες. Από οικονομική άποψη, όλες εκτός από δύο από τις επτά δημοκρατίες που αναφέρονται παραπάνω εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό· μόνο το Ταταρστάν, ένα σημαντικό κέντρο παραγωγής που παρήγαγε το 25% του πετρελαίου της χώρας, και η Τσετσενό-Ινγκουσετία, που παρήγαγε το 90% της ρωσικής κηροζίνης, ήταν καθαροί συνεισφέροντες.32 Μόνο αυτές οι δύο δημοκρατίες αρνήθηκαν να υπογράψουν ομοσπονδιακές συνθήκες με τη Ρωσία το 1992· αλλά στο Ταταρστάν το κύριο ζήτημα ήταν η κατανομή των εσόδων μεταξύ μιας κεντρικής νομενκλατούρας και μιας περιφερειακής, και τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία στις αρχές του 1994. Μόνο στην Τσετσενία προέκυψε ένα δημοκρατικό κίνημα για απόσχιση και μόνο εκεί η υπόθεση της ανεξαρτησίας συγκέντρωσε σημαντική μαζική υποστήριξη.

Τι γίνεται με τις στρατηγικές αντιρρήσεις της Ρωσίας; Η Τσετσενία βρίσκεται κοντά στο κέντρο του ισθμού που χωρίζει τη Μαύρη Θάλασσα από την Κασπία, και οι ρωσικές αρχές συχνά πρόβαλαν το φάντασμα μιας ανεξάρτητης Τσετσενίας που θα κινητοποιούσε τους άλλους λαούς του Καυκάσου για να σχηματίσουν ένα ενιαίο κράτος που θα έπνιγε τις ρωσικές γραμμές εφοδιασμού και θα απειλούσε ζωτικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Όμως, μετά από ένα αρχικό κύμα αλληλεγγύης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ενδιαφέρον για ένα πανκαυκασιανό κράτος μειώθηκε γρήγορα –ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο Ινγκούσιων-Βόρειας Οσετίας το 1992– και μέχρι το 1994 οι Τσετσένοι ήταν εντελώς απομονωμένοι. Ακόμη πιο επιζήμια για τέτοια επιχειρήματα είναι η στρατηγική υποκρισία των Ρώσων: εξοργισμένοι με την προοπτική της απόσχισης της Τσετσενίας, εξοπλίζουν και ενθαρρύνουν μέχρι σήμερα τον αλυτρωτισμό στη Νότια Οσετία και την Αμπχαζία. Πράγματι, πολλοί από τους Τσετσένους διοικητές πεδίου που θα πολεμούσαν τους Ρώσους το 1994-96 –ανάμεσά τους και ο Σαμίλ Μπασάεφ– εκπαιδεύτηκαν από την GRU, τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, για να αναπτυχθούν στην Αμπχαζία το 1992-93.

Μόλις αφαιρεθούν τα κίνητρα της αποκατάστασης της τάξης, της αποτροπής της αποσύνθεσης της Ρωσίας και της προστασίας των στρατηγικών της συμφερόντων, πώς εξηγείται τότε η απόφαση για εισβολή στα τέλη του 1994; Σημαντικό ατομικό ρόλο έπαιξε ο υπουργός εθνικοτήτων Σεργκέι Σαχράι, ο οποίος μόλις είχε συνάψει συνθήκη με το Ταταρστάν και ήταν επί μακρόν προσωπικά αρνητικά διακείμενος προς τον Ντουντάεφ. Γενικότερα, ο John Dunlop έχει επισημάνει το «ξέσπασμα μιας ιογενούς μορφής ρωσικού νεοϊμπεριαλισμού», η οποία επεδίωκε να αποκαταστήσει την κυριαρχία της Ρωσίας στην περιφέρειά της. Μετά την ήττα της στο Αφγανιστάν και τη νίκη των ΗΠΑ στον Κόλπο, ο ρωσικός στρατός ήταν επίσης ανυπόμονος να επιβεβαιώσει εκ νέου τη θέση του. Αλλά η κύρια ώθηση δόθηκε από την επείγουσα ανάγκη του καθεστώτος Γέλτσιν για έναν «μικρό νικηφόρο πόλεμο» για την εδραίωση της ατελείωτα διεφθαρμένης και όλο και πιο αντιλαϊκής διακυβέρνησής του.33 Η ίδια απελπισμένη ανάγκη να κρατηθούν οι μοχλοί της εξουσίας και οι συναφείς ροές κέρδους, έπεισε αναμφίβολα την κλίκα του Γέλτσιν για τη σοφία της σύναψης ανακωχής στο Χασαβιούρτ δύο χρόνια αργότερα, αφού οι τσετσενικές δυνάμεις είχαν καθηλώσει τον ρωσικό στρατό.

 

Μέσα από τα συντρίμμια

Το κράτος της Τσετσενίας που αναδύθηκε από τα συντρίμμια το 1996 βρέθηκε αντιμέτωπο με καθήκοντα που θα ήταν τρομακτικά ακόμη και με ένα ενιαίο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και με τεράστιες ποσότητες διεθνούς βοήθειας. Πρωταρχικός παράγοντας για τις μετέπειτα αποτυχίες του ήταν το ίδιο το κείμενο που είχε εξασφαλίσει την ειρήνη: η αναβολή της απόφασης για το καθεστώς της Τσετσενίας μέχρι το 2001 με τις συμφωνίες του Χασαβιούρτ. Οι Ρώσοι εργάστηκαν επιμελώς για να διασφαλίσουν ότι η κυβέρνηση της Τσετσενίας παρέμεινε παγιδευμένη σε ένα νομικό κενό, χωρίς να μπορεί να εξασφαλίσει διεθνή αναγνώριση ή να ζητήσει αποζημίωση από τους πρώην κατακτητές. Μόνο το Αφγανιστάν και η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου ήταν πρόθυμες να παραχωρήσουν στους Τσετσένους απεσταλμένους πλήρες διπλωματικό καθεστώς. Μέχρι σήμερα, η επίσημη ισλαμική αλληλεγγύη υπήρξε ανύπαρκτη: «ούτε μία αραβική χώρα δεν αναγνώρισε ποτέ την ανεξαρτησία της Τσετσενίας και οι ηγέτες τους εξέφραζαν σταθερά την υποστήριξή τους στην εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας». Ελάχιστα καλύτερα μπορούσε να περιμένει κανείς από τη Δύση, όπου το 1995 ο Κλίντον συνέκρινε την αντι-αποσχιστική στάση του Γέλτσιν με εκείνη του Αβραάμ Λίνκολν και επρόκειτο να χαιρετίσει την απελευθέρωση του Γκρόζνι το 2000.34

Η οικονομική ζωή στην Τσετσενία βρισκόταν σε χαμηλό επίπεδο. Μεγάλο μέρος της υποδομής και της βιομηχανίας της χώρας είχε καταστραφεί από τους ρωσικούς βομβαρδισμούς, ενώ τα κονδύλια που διέθεσε η Μόσχα για την ανοικοδόμηση τα καταχράστηκαν συστηματικά πριν φτάσουν στον προορισμό τους – το 1997 ο Γέλτσιν δήλωσε έκπληκτος ότι από τα 130 εκατομμύρια δολάρια που στάλθηκαν στην Εθνική Τράπεζα της Τσετσενίας, μόνο 20 εκατομμύρια έφτασαν κάποτε. Από τις 44 βιομηχανικές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 1994, μόνο 17 λειτουργούσαν το 1999∙ η παραγωγή το τελευταίο έτος ήταν στο 5-8% του προπολεμικού επιπέδου. Το 1998, η ανεργία ανερχόταν στο 80%, ενώ υπολογιζόταν ότι οι νόμιμες πηγές εισοδήματος μπορούσαν να καλύψουν μόνο το ένα τρίτο της απόστασης από το όριο της φτώχειας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ανταλλαγή, η υλοτομία και η περισυλλογή μετάλλων έγιναν σημαντικά μέσα διαβίωσης. Αλλά πάνω απ’ όλα άνθισε η εγκληματικότητα, κυρίως οι απαγωγές και οι μικρής κλίμακας πειρατικές επιχειρήσεις επεξεργασίας πετρελαίου· το 1999 υπολογίζεται ότι υπήρχαν 800 μίνι-διυλιστήρια που λειτουργούσαν από ένοπλες φατρίες και απομυζούσαν πετρέλαιο από τους αγωγούς. Η αγορά όπλων του Γκρόζνι, επίσης, έκανε θραύση στο εμπόριο – όπως, παραδόξως, και οι αγορές γενικότερα, οι οποίες ήταν γεμάτες από φτηνά αγαθά και αγροτικά προϊόντα. Οι κοινωνικές παροχές, ωστόσο, είχαν καταρρεύσει: η εκπαίδευση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ελάχιστη∙ η βρεφική θνησιμότητα εκτιμάται ότι ανερχόταν στο απίστευτο ποσοστό των 100 ανά 1000.35

Η εξωτερική σιωπή και οι βαθιές κοινωνικές και οικονομικές διαταραχές σε συνδυασμό με τις εσωτερικές αναταράξεις κατέπνιξαν κάθε προοπτική ενός βιώσιμου πολιτικού σχεδίου. Στις προεδρικές εκλογές που διεξήχθησαν στην Τσετσενία τον Ιανουάριο του 1997 –που χαρακτηρίστηκαν από τον ΟΑΣΕ ως «υποδειγματικές και ελεύθερες»– κέρδισε ο Ασλάν Μασχάντοφ, πρώην στρατηγός του σοβιετικού πυροβολικού και υπουργός Άμυνας του Ντουντάεφ, ο οποίος έλαβε το 59,3% των ψήφων∙ οι πλησιέστεροι αντίπαλοί του ήταν ο Μπασάεφ, με 23,5%, και ο Γιανταρμπίεφ, με 10,1%.36 Τα αποτελέσματα –πολύ πιο ομοιόμορφα κατανεμημένα από εκείνα των εκλογών της Γεωργίας το 1995, ή τις τραγελαφικά μονόπλευρες αναμετρήσεις στο Καζακστάν το 1994 ή στο Αζερμπαϊτζάν το 1998– καταγράφουν τις κύριες πολιτικές διαχωριστικές γραμμές της χώρας, οι οποίες διαχώριζαν το σχέδιο του Μασχάντοφ για μια ανεξάρτητη κοσμική Τσετσενία από την ασυμβίβαστη στάση ορισμένων από τους διοικητές του στο πεδίο, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις υποστήριζαν ένα πανκαυκασιανό ισλαμικό κράτος ως τη μοναδική εγγύηση της ανεξαρτησίας της Τσετσενίας.

Η αντιπαράθεση μεταξύ κοσμικών και ισλαμιστών έμελλε να αποβεί μοιραία για τον Μασχάντοφ, ο οποίος από το 1998 αμφισβητούνταν όλο και περισσότερο από ισχυρούς παράγοντες όπως ο Μπασάεφ, ο Γιανταρμπίεφ και ο Σαλμάν Ραντούεφ. Ο Μασχάντοφ έκανε άστοχες προσπάθειες να υπονομεύσει την υποστήριξη των αντιπάλων του –όπως η εισαγωγή το 1999 στοιχείων του νόμου της σαρία, κατά παράβαση του συντάγματος της Τσετσενίας του 1992– και σε αρκετές περιπτώσεις ενεπλάκη σε ένοπλη σύγκρουση με δυνάμεις πιστές σε πρώην διοικητές πεδίου, όπως ο Ραντούεφ και ο Αρμπί Μπαράεφ, σε μια προσπάθεια απελευθέρωσης ομήρων που είχαν συλληφθεί στο πλαίσιο της επιχείρησης απαγωγών που άνθισε στην Τσετσενία από το 1996-99.37 Οι αντίπαλοι του Μασχάντοφ, εν τω μεταξύ, επανειλημμένα ενέτειναν τις εγκληματικές δραστηριότητες σε χρονικές στιγμές που αποσκοπούσαν στην υπονόμευση των διαπραγματεύσεων με τους Ρώσους – κυρίως με την απαγωγή και τη δολοφονία του απεσταλμένου του ρωσικού υπουργείου Εσωτερικών Γεννάντι Σπιγκούν τον Μάρτιο του 1999.

Πολλοί δυτικοί σχολιαστές θεώρησαν τις αποτυχίες του καθεστώτος του Μασχάντοφ ως λόγο για να συμπεριλάβουν την Τσετσενία στην ολοένα διευρυνόμενη κατηγορία των «αποτυχημένων κρατών» που δεν είναι άξια εθνικής κυριαρχίας και τα οποία θα ήταν καλύτερα να τεθούν υπό την κηδεμονία πιο πολιτισμένων μεγάλων δυνάμεων.38 Το επιχείρημα αυτό θα πρέπει να απορριφθεί εξίσου κατηγορηματικά τόσο στην Τσετσενία όσο και αλλού. Ελάχιστα κράτη θα ήταν σε θέση να εγκαθιδρύσουν μια ειρηνική, ευημερούσα κοινωνία μέσα σε τρία χρόνια, δεδομένης της φυσικής καταστροφής, της οικονομικής κατάρρευσης και των αμέτρητων πολιτικών και κοινωνικών ρήξεων που προκάλεσε ο διετής πόλεμος με έναν πολύ ισχυρότερο γείτονα. Η απομόνωση και τα συντριπτικά επακόλουθα του πολέμου διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα και την τύχη της ανεξάρτητης Τσετσενίας, όπως και σε μικρότερο βαθμό τις ουσιαστικά άναρχες κοινωνικές παραδόσεις της. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι η κύρια αιτία των συμφορών της Τσετσενίας από το 1996-99 ήταν η απόλυτη καταστροφή που της προκάλεσε ο ρωσικός στρατός τα προηγούμενα χρόνια.

 

Η αξιοποίηση του ισλαμισμού

Πολλά έχουν γραφτεί για το ρόλο του Ισλάμ στην Τσετσενία – ο ρωσικός στρατός ισχυρίζεται ότι η χώρα είναι γεμάτη με Άραβες μισθοφόρους και ότι αποτελεί μέρος μιας ανερχόμενης «ουαχαμπιτικής ημισελήνου» που απειλεί να καταλάβει ολόκληρη τη νότια πλευρά της Ρωσίας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Δύση έχει σε μεγάλο βαθμό συναινέσει σε αυτές τις φαντασιώσεις, αναγνωρίζοντας τη Ρωσία ως σύμμαχό της ενάντια σε μια «ισλαμική απειλή» που προέρχεται από την Κεντρική Ασία. Αλλά ο χαρακτήρας και η σύνθεση του ισλαμικού ριζοσπαστισμού στον Βόρειο Καύκασο έχουν σε μεγάλο βαθμό παρεξηγηθεί. Αυτό που συνήθως αναφέρεται ως «ουαχαμπισμός» είναι, ακριβέστερα, σαλαφισμός και έχει τις ντόπιες ρίζες του στην πάλη μεταξύ των ορθόδοξων μορφών του Ισλάμ και των τοπικών συγκρητιστικών παραδόσεων. Ο σουφισμός που ρίζωσε στην Τσετσενία στα τέλη του 18ου αιώνα φιλοξένησε τη λατρεία των τσετσενικών αγίων προσώπων και ιερών και έπαιξε ζωτικό υπόγειο ρόλο στην εδραίωση της εθνικής ταυτότητας των Τσετσένων κατά τη διάρκεια της εξορίας. Τη δεκαετία του 1980 σημειώθηκε θρησκευτική αναβίωση και, για πρώτη φορά στην Τσετσενία από το 1944, η κατασκευή τζαμιών· αλλά μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1994-96 το Ισλάμ αναδύθηκε εδώ ως πολιτικό φαινόμενο, ως εργαλείο κινητοποίησης και πειθαρχίας στην αντίσταση κατά της ρωσικής κατοχής. Οι πιο αυστηρές σαλαφιτικές ερμηνείες κέρδισαν έδαφος απλώς λόγω του κύρους και της ένοπλης δύναμης διοικητών όπως ο Μπασάεφ και ο Ραντούεφ –οι οποίοι μπορεί να ασπάστηκαν τη σουνιτική ορθοδοξία για να εξασφαλίσουν οικονομική υποστήριξη από τον Κόλπο– και μετά τον πόλεμο λόγω της οικονομικής δυσπραγίας και του αδιεξόδου στο οποίο είχε περιέλθει το κοσμικό σχέδιο ανεξαρτησίας.39

Εν τω μεταξύ, ο κλιμακούμενος εξισλαμισμός της Τσετσενίας –ο Γιανταρμπίεφ υπέγραψε νόμο για έναν νέο ποινικό κώδικα βασισμένο στον αντίστοιχο του Σουδάν, και αργότερα ο ίδιος και ο Μπασάεφ ζήτησαν την κατάργηση της προεδρίας υπέρ ενός ιμάμη– θα πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος μιας εσωτερικής πολιτικής μάχης για τη φύση του τσετσενικού κράτους. Αλλού στον Βόρειο Καύκασο, οι στόχοι και οι κοινωνικές βάσεις του ριζοσπαστικού Ισλάμ είναι διαφορετικές, γεννημένες από την οικονομική δυστυχία και την απογοήτευση για τον πολιτικό αποκλεισμό που επιφέρουν οι ακλόνητες ελίτ. Τα επίπεδα χρηματοδότησης των ισλαμιστών από το εξωτερικό έχουν υπερτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό – όπως και ο αριθμός των εθελοντών, τον οποίο οι ειδικοί ακόμη και τώρα δεν υπολογίζουν σε περισσότερο από 1-2% των δυνάμεων που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας. Παρ’ όλους τους ισχυρισμούς για διεθνή ισλαμική ανάμειξη στην Τσετσενία, ο σκοπός για τον οποίο κινητοποιήθηκε η αντίσταση εκεί παραμένει ο σκοπός της εθνικής ανεξαρτησίας. Σε μια στιγμή που δεν ήταν τόσο προσεκτικός, ο ίδιος ο Πούτιν το παραδέχτηκε εμμέσως, συγκρίνοντας αποκαλυπτικά την εκστρατεία που ξεκίνησε στην Τσετσενία «με την επιχείρηση των υπηρεσιών ασφαλείας στη Βαλτική και τη Δυτική Ουκρανία ... με στόχο την εξάλειψη της αντισοβιετικής αντίστασης που διήρκεσε από το 1944 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950».40 Η συνεχής επιμονή του στην ισλαμική διάσταση χρησιμεύει μόνο για να υπογραμμίσει τον βασικό καιροσκοπισμό της «αντιτρομοκρατικής του επιχείρησης» – ένας αποικιοκρατικός πόλεμος που μετασκευάζεται για εσωτερική και διεθνή κατανάλωση.

 

Ο πόλεμος του Πούτιν

Σύμφωνα με τους Ρώσους αναλυτές Ντμίτρι Τρένιν και Αλεξέι Μαλασένκο, οι προετοιμασίες για πόλεμο στην Τσετσενία είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1998.41 Η αφορμή αυτή τη φορά δόθηκε από την εισβολή του Μπασάεφ τον Αύγουστο του 1999 στο Νταγκεστάν, η οποία σηματοδοτούσε μια προσπάθεια επέκτασης της επιρροής των ισλαμιστών που είχαν ήδη εγκαταστήσει εκεί μικροϊμαμάτα, και τελικά την ένωση της Τσετσενίας με το Νταγκεστάν και τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ισλαμικού κράτους.42 Παρόλο που ο Μπασάεφ εκδιώχθηκε γρήγορα από το Νταγκεστάν, μια σειρά εκρήξεων σε πολυκατοικίες στο Μπουϊνάκσκ, το Βολγκοντόνσκ και τη Μόσχα στα τέλη Αυγούστου και τον Σεπτέμβριο –επανειλημμένα και εύλογα έχει υποστηριχθεί η σύμπραξη της FSB– προετοίμασε την εγχώρια κοινή γνώμη για την «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» που ξεκίνησε στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Η διακυβέρνηση του Βλαντιμίρ Πούτιν έχει αναμφισβήτητα σηματοδοτήσει τη μετάβαση από τον ολιγαρχικό καπιταλισμό του Γέλτσιν σε έναν πιο αυταρχικό μοντέλο· έχει, κυρίως, τοποθετήσει δεκάδες πρώην στελέχη της KGB σε θέσεις-κλειδιά σε όλη την κυβέρνηση και έχει συνετίσει τους ισχυρούς πλουτοκράτες της δεκαετίας του ’90 ή τους έχει οδηγήσει στην εξορία. Όμως, ο πόλεμος στην Τσετσενία –που ξεκίνησε μέσα σε ένα μήνα από το διορισμό του ως πρωθυπουργού– ήταν το κύριο μέσο για την εδραίωση της εξουσίας του, ανοίγοντας το δρόμο για την ομαλή άνοδό του στην προεδρία το Μάρτιο του 2000 και εξασφαλίζοντας ένα συγκλονιστικό βαθμό συμμόρφωσης τόσο από τις πολιτικές ελίτ όσο και από τη διανόηση.

Ο πόλεμος του Πούτιν κατά της Τσετσενίας χαρακτηρίστηκε από την αρχή από μια πολύ πιο αδυσώπητη χρήση βίας σε σχέση με εκείνη του προκατόχου του, όχι μόνο από την άποψη των στρατευμάτων και των πυρομαχικών, αλλά και από τη σκληρότητα προς τους αμάχους από έναν στρατό αποφασισμένο για εκδίκηση, ο οποίος αποτελείται όλο και περισσότερο από κοντρακτνίκι, επαγγελματίες στρατιώτες που συχνά στρατολογούνται από τις ρωσικές φυλακές. Την 1η Οκτωβρίου, οι ρωσικές δυνάμεις –100.000 αυτή τη φορά, σε σύγκριση με τις 24.000 που είχε αρχικά αναπτύξει ο Γέλτσιν– μπήκαν στην Τσετσενία μετά από πολλές εβδομάδες μαζικών αεροπορικών βομβαρδισμών που είχαν σχεδόν ισοπεδώσει τα απομεινάρια του Γκρόζνι. Αφού εξασφάλισαν τα πεδινά εδάφη βόρεια του Τέρεκ το φθινόπωρο του 1999, κινήθηκαν προς τα νότια και, τον Φεβρουάριο του 2000, κατέλαβαν το Γκρόζνι, με βαριές απώλειες κατά την επιχείρηση. Τα τσετσενικά κυβερνητικά στρατεύματα υποχώρησαν στα βουνά, όπου σφυροκοπήθηκαν από το ρωσικό πυροβολικό και τις αεροπορικές επιδρομές.

Ο Πούτιν κέρδισε στις εκλογές του Μαρτίου –ο Μπλερ έσπευσε στη Μόσχα για να είναι ο πρώτος παγκόσμιος ηγέτης που τον συνεχάρη– και τον Ιούνιο διόρισε τον Αχμάντ Καντίροφ ως κυβερνήτη-μαριονέτα. Αλλά παρ’ όλη τη συζήτηση περί «εξομάλυνσης», καθώς ο Πούτιν μετέφερε την ευθύνη για την Τσετσενία από τον στρατό στην FSB και στη συνέχεια στο Υπουργείο Εσωτερικών (MVD), οι τσετσενικές αντιστασιακές δυνάμεις παρέμειναν σε θέση να διεισδύουν στις ρωσικές γραμμές. Τα συγκεντρωμένα στρατεύματα του ρωσικού υπουργείου Άμυνας, του MVD, της FSB και των ειδικών δυνάμεων (OMON) έλεγχαν τις πεδιάδες την ημέρα, αλλά οι τσετσενικές δυνάμεις άρχισαν να διεξάγουν ανταρτοπόλεμο τη νύχτα, διαλύοντας αυτοκινητοπομπές ή περιπολίες πριν διαλυθούν στο δάσος. Έκτοτε, η σύγκρουση παρέμεινε μια σύγκρουση μεταξύ «ενός ελέφαντα και μιας φάλαινας, ο καθένας ανίκητος στο δικό του μέσο».43

Με τις ρωσικές απώλειες να αυξάνονται –ο επίσημος αριθμός για το 2002-03 ήταν 4.749, ο υψηλότερος σε ένα έτος από το 1999, και ο μηνιαίος μέσος όρος για το 2004 είναι σήμερα υψηλότερος από τις αμερικανικές απώλειες στο Ιράκ– ο Πούτιν έχει υιοθετήσει από το 2001 μια στρατηγική «Τσετσενοποίησης».44 Αυτό σήμαινε μείωση των στρατευμάτων –περίπου 60.000 Ρώσοι στρατιώτες αντιμετωπίζουν τώρα μια ενεργό αντίσταση που εκτιμάται σε 5.000 το πολύ– και την ανάθεση πολλών πολεμικών επιχειρήσεων σε πολιτοφυλακές υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης μαριονέτας του Καντίροφ.45 Ο Καντίροφ τοποθετήθηκε στην προεδρία της Τσετσενίας με νόθες εκλογές τον Οκτώβριο του 2003 –στις οποίες 20.000 από τα στρατεύματα κατοχής είχαν δικαίωμα ψήφου– αλλά η δολοφονία του στις 9 Μαΐου 2004 προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη εκλογική νοθεία αυτό το φθινόπωρο, την οποία κέρδισε ο πιστός στη φατρία του Καντίροφ, ο Αλού Αλκάνοφ. Η αλλαγή του προσωπικού θα αλλάξει ελάχιστα τον χαρακτήρα του καθεστώτος των κουίσλινγκ. Υπό τις διαταγές του γιου του [Αχμάντ] Καντίροφ, του Ραμζάν, οι καντιρόφτσι έχουν γίνει διαβόητοι για την κτηνωδία τους, και βασάνισαν και σκότωσαν τους συμπατριώτες τους με επιμονή όχι μικρότερη από εκείνη των ίδιων των κατακτητών. Η διοίκηση του Καντίροφ, ενώ δήθεν έθεσε ως στόχο την ανασυγκρότηση της Τσετσενίας, παρέμεινε μια διεφθαρμένη κλίκα – ο απεσταλμένος του Πούτιν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τσετσενία παραδέχτηκε ότι δεν είχε δαπανηθεί περισσότερο από το 10% των 500 εκατομμυρίων δολαρίων που διατέθηκαν στην Τσετσενία το 2001, και το 2002, ο διευθυντής της FSB Νικολάι Πατρούσεφ παραδέχτηκε ότι 22 εκατομμύρια δολάρια είχαν «χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά» εκείνο το έτος.46

Δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερο κατηγορητήριο για την εξουσία του Πούτιν από τη σημερινή κατάσταση της Τσετσενίας. Ο πληθυσμός του Γκρόζνι έχει μειωθεί σε περίπου 200.000 –το μισό του μεγέθους του το 1989– που τώρα ζει μέσα στο σεληνιακό τοπίο των κρατήρων των βομβών και των ερειπίων που έχει γίνει η πόλη του. Σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, περίπου 160.000 εκτοπισμένοι Τσετσένοι παρέμεναν εντός της εμπόλεμης ζώνης μέχρι το 2002, ενώ άλλοι 160.000 ζούσαν σε καταυλισμούς προσφύγων στην Ινγκουσετία. Ο τελευταίος αριθμός έχει μειωθεί κάπως από τότε –μια έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα τον Αύγουστο του 2004 εκτιμούσε ότι περίπου 50.000 Τσετσένοι πρόσφυγες παρέμεναν στην Ινγκουσετία– εξαιτίας της πολιτικής του Κρεμλίνου να κλείνει τους καταυλισμούς και να απαγορεύει την κατασκευή κατοικιών για τους πρόσφυγες εκεί. Αυτοί που αναγκάζονται να επιστρέψουν στην Τσετσενία ζουν στα πρόθυρα της πείνας, μετακινούμενοι από το ένα βομβαρδισμένο κελάρι στο άλλο, αποφεύγοντας τον καθημερινό τρόμο των ζατσίστκι47 και των σημείων ελέγχου που επανδρώνονται από κουκουλοφόρους στρατιώτες, όπου οι γυναίκες πρέπει να πληρώνουν δωροδοκίες των 10 δολαρίων για να αποφύγουν το βιασμό των θυγατέρων τους και οι άνδρες ηλικίας 15-65 ετών οδηγούνται σε «στρατόπεδα φιλτραρίσματος» ή απλά εξαφανίζονται. Η ρωσική οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα Memorial, η οποία καλύπτει μόνο το ένα τρίτο της Τσετσενίας, ανέφερε ότι μεταξύ Ιανουαρίου 2002 και Αυγούστου 2004, περίπου 1.254 άνθρωποι απήχθησαν από τις ομοσπονδιακές δυνάμεις, εκ των οποίων οι 757 εξακολουθούν να αγνοούνται.48

Το στρατιωτικό αδιέξοδο έχει προκαλέσει έναν ανατριχιαστικό εκφυλισμό μεταξύ των κατοχικών δυνάμεων. Προστατευόμενοι από μια επίσημη πολιτική ατιμωρησίας –πολλοί αξιωματικοί, για παράδειγμα, έχουν την άδεια να έχουν πολλές διαφορετικές ταυτότητες, δήθεν για να προστατεύονται από «επιθέσεις εκδίκησης» από τους Τσετσένους– τα ρωσικά στρατεύματα έχουν επιδοθεί σε ένα όργιο κλοπών και αυθαίρετης σκληρότητας. Κάθε ένα από τα υπουργεία που λειτουργούν στην Τσετσενία έχει το δικό του φέουδο, με τους αντίστοιχους εκβιασμούς και πωλήσεις όπλων, συχνά στους ίδιους τους Τσετσένους μαχητές της αντίστασης. Υπάρχουν δεκάδες καταγεγραμμένες περιπτώσεις στρατιωτών που επέστρεφαν τα πτώματα των θυμάτων αμάχων μόνο έναντι αμοιβής – η οποία είναι υψηλότερη για ένα πτώμα από ό,τι για ένα ζωντανό άτομο, λόγω της σημασίας που έχει στις παραδόσεις των Τσετσένων η ταφή στα εδάφη των φυλών. Η βία δεν έχει περιοριστεί στους άμαχους Τσετσένους: εκτιμάται ότι οι μισές απώλειες των Ρώσων έχουν προέλθει σε μη πολεμικές καταστάσεις, κυρίως λόγω συστηματικού εκφοβισμού των αποθαρρυμένων νεοσύλλεκτων εφήβων – κυρίως εκείνων που δεν είχαν γονείς αρκετά πλούσιους ώστε να εξαγοράσουν την απαλλαγή από τη θητεία. Όσοι επιστρέφουν στη Ρωσία από τη θητεία τους στην Τσετσενία συχνά φέρνουν μαζί τους τις φαύλες συνήθειες που έμαθαν εκεί.49 Υπό αυτή την έννοια, τα άσχημα συμπτώματα της επιθετικότητας της Ρωσίας προς την Τσετσενία έχουν κάνει μετάσταση και έχουν μετατραπεί σε καρκίνο που απειλεί να καταστρέψει τη ρωσική δημόσια και ιδιωτική ζωή.

Τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη μετάδοση της φρίκης του πολέμου του 1994-96. Αυτή τη φορά, οι αρχές δεν έκαναν το λάθος να τους επιτρέψουν να λειτουργήσουν ελεύθερα και έκλεισαν ή αντικατέστησαν τις συντακτικές ομάδες των δύο πιο κρίσιμων πηγών ειδήσεων, του NTV και του TV6.50 Μια εντυπωσιακή αντίθεση μεταξύ του σημερινού πολέμου και του προηγούμενου ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο επίσημος ρωσικός λόγος έχει διαπεράσει τα δημοσιογραφικά σχόλια, σε σημείο που οι λέξεις «τρομοκράτης» και «Τσετσένος» έχουν γίνει σχεδόν συνώνυμα. Αυτό είχε τοξικές κοινωνικές επιπτώσεις: η γενικευμένη αντιπάθεια προς τα «άτομα καυκάσιας καταγωγής» έχει συχνά μετατραπεί σε ξεκάθαρη ξενοφοβία, με αποτέλεσμα την επίσημη και αυθόρμητη δημόσια δίωξη όχι μόνο των Τσετσένων αλλά και πολλών άλλων λαών της περιοχής.51 Είναι αυτή η ευρέως διαδεδομένη δημόσια εχθρότητα προς την υπόθεση των Τσετσένων, μαζί με τη γενικότερη πολιτική εξατομίκευση και απάθεια της σύγχρονης Ρωσίας, που εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την απουσία ενός σοβαρού κινήματος κατά του πολέμου. Πρόσφατα υπήρξαν κάποιες αναταράξεις σε αυτό το μέτωπο: στις 23 Οκτωβρίου, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων διοργάνωσαν διαδήλωση στην πλατεία Πούσκιν της Μόσχας, στην οποία συμμετείχαν έως και 2.000 άτομα, και στις 6-7 Νοεμβρίου οι Επιτροπές Μητέρων Στρατιωτών πραγματοποίησαν το ιδρυτικό συνέδριο για ένα νέο πολιτικό κόμμα. Όμως η διαφωνία μέχρι στιγμής έχει επικεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό στη βιαιότητα του πολέμου και όχι στις πολιτικές του ρίζες. Ακόμη και στην αριστερά, το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Τσετσενίας έχει κατά καιρούς σχεδόν εξαφανιστεί.52

 

Περιφερειακές επιπτώσεις

Η φρίκη του Μπεσλάν, όπου στις 3 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους τουλάχιστον 350 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μετά την έφοδο ρωσικών στρατευμάτων σε ένα σχολείο στο οποίο κρατούνταν όμηροι από μια ισλαμιστική ομάδα πιστή στον Σαμίλ Μπασάεφ, αποτελεί μέρος μιας λογικής κλιμάκωσης της βίας που προκαλεί η ρωσική κατοχή. Ενώ η αντίσταση έχει λάβει κυρίως τη μορφή αντάρτικου στο εσωτερικό της Τσετσενίας κατά των ρωσικών στρατευμάτων και των φιλο-Μοσχοβιτών Τσετσένων, ο σημερινός πόλεμος έχει προκαλέσει την αυξανόμενη προσφυγή στη βία εκτός των συνόρων της Τσετσενίας – συμπεριλαμβανομένης της μέχρι πρότινος αχρησιμοποίητης τακτικής των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας. Τέτοιες μέθοδοι είναι, φυσικά, πάνω απ’ όλα έκφραση απόλυτης απελπισίας, που διαπράττονται από ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα να χάσουν εκτός από τη ζωή τους· έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η υψηλή συχνότητα των γυναικών βομβιστών αυτοκτονίας μπορεί να συνδέεται με τους εκτεταμένους βιασμούς από τα ρωσικά στρατεύματα, αν και αυτή η πτυχή του πολέμου εξακολουθεί να αναφέρεται λιγότερο από τις υπόλοιπες.53

Μετά τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας εναντίον κυβερνητικών και στρατιωτικών στόχων στο Μοζντόκ, το Γκούντερμες, το Ζναμένσκοε και αλλού, καθώς και τις επιθέσεις σε δημόσιους χώρους στη Μόσχα, η ρωσική επίσημη κοινότητα μιλάει για μια «Παλαιστινοποίηση» της τσετσενικής αντίστασης. Ο εν πολλοίς μη αναφερόμενος αντιδιαμετρικός, ή μάλλον, πρόδρομος αυτού του γεγονότος ήταν η «ισραηλινοποίηση» της ρωσικής στρατηγικής. Η πληθώρα των σημείων ελέγχου που έχουν σχεδιαστεί για να εμποδίζουν τον πληθυσμό να κινείται ελεύθερα, οι δολοφονίες άοπλων πολιτών, η ατιμωρησία που απολαμβάνουν οι κατοχικές δυνάμεις, η σκόπιμη οικονομική εξαθλίωση και ο συνολικός εξευτελισμός που υφίστανται οι κάτοικοι των κατεχόμενων εδαφών, όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι κοινά στη Δυτική Όχθη και την Τσετσενία σήμερα. Τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, η Ρωσία κατέφυγε για άλλη μια φορά σε στοχευμένες δολοφονίες, σκοτώνοντας τον πρώην πρόεδρο Γιανταρμπίεφ στο Κατάρ με βόμβα σε αυτοκίνητο – μια επιχείρηση στην οποία φημολογείται ότι οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες είχαν δανείσει την τεχνογνωσία τους.

Όπως έκανε το Ισραήλ στη Δυτική Όχθη, τη Γάζα και το Λίβανο, οι Ρώσοι πραγματοποίησαν επιδρομές στους προσφυγικούς καταυλισμούς στην Ινγκουσετία, θεωρώντας τους ως χώρους αναπαραγωγής και κρυψώνες για τους μαχητές της αντίστασης. Αυτές οι επανειλημμένες εισβολές έχουν ως μόνο αποτέλεσμα να εξοργίζονται τόσο οι πρόσφυγες όσο και ο τοπικός πληθυσμός, μεταξύ των οποίων οι Ρώσοι στρατιώτες αποδείχθηκαν ανίκανοι ή απρόθυμοι να κάνουν διάκριση. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επιδρομές στα κυβερνητικά γραφεία στο Ναζράν τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους πραγματοποιήθηκαν κυρίως από Ινγκούσιους και ότι μεταξύ των δραστών της ομηρίας του Μπεσλάν υπήρχαν σχεδόν τόσοι Ινγκούσιοι όσοι και Τσετσένοι. Παρόλο που οι ρωσικές αρχές μιλούν τώρα με ανησυχία για μια πιθανή «περιφερειοποίηση» της σύγκρουσης, πρόκειται για μια επέκταση και κλιμάκωση που είναι αποκλειστικά δική τους υπόθεση.

Υπάρχουν πολλοί κοινωνικοοικονομικοί λόγοι για τη δυσαρέσκεια απέναντι στη ρωσική κυριαρχία στο Βόρειο Καύκασο. Η περιοχή παραμένει μία από τις φτωχότερες της χώρας, με τους χαμηλότερους μισθούς και επίσημα ποσοστά ανεργίας πολλαπλάσια του εθνικού μέσου όρου: 29% στο Νταγκεστάν και 35% στην Ινγκουσετία, έναντι 9% σε εθνικό επίπεδο.54 Χαρακτηριστικά, ο Πούτιν έχει επιλέξει να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο πολιτικών προκλήσεων από τους αδικημένους με μέσα εξαναγκασμού, εξασφαλίζοντας πρώτα την εκλογή πιστών στελεχών της FSB, όπως ο Μουράτ Ζιαζίκοφ –που τοποθετήθηκε στη θέση του στην Ινγκουσετία αφού ο Πούτιν μεθόδευσε την αποχώρηση του δημοφιλούς Ρουσλάν Αούσεφ– και τώρα αίροντας εντελώς την εκλογή των περιφερειακών διοικητών προς όφελος των επιλεγμένων διορισμένων. Αυτό είναι, φυσικά, μέρος μιας πολύ ευρύτερης ανασυγκέντρωσης της εξουσίας υπό τον Πούτιν∙ αλλά για άλλη μια φορά, η Τσετσενία είχε διαμορφωτική επίδραση στη στρατηγική και τη σύνθεση της νέας ρωσικής πολιτικής ελίτ. Από τους επτά προεδρικούς πληρεξούσιους που διορίστηκαν το 2000, δύο ήταν πρώην διοικητές στον πόλεμο της Τσετσενίας, και αρκετοί ακόμη βετεράνοι έγιναν περιφερειακοί κυβερνήτες ή ανέλαβαν άλλους επίσημους ρόλους.55 Περισσότερο από μια σκόπιμη επίθεση σε έναν αποδυναμωμένο εχθρό, ο πόλεμος στην Τσετσενία υπήρξε μια σημαντική πηγή στελεχών για το νεοαυταρχικό σχέδιο του Πούτιν.

 

Με τα μάτια της Δύσης

Ποια ήταν η διεθνής αντίδραση στη συνεχιζόμενη επίθεση κατά της κρατικής υπόστασης της Τσετσενίας; Όπως σημειώνει ξερά ο αξιωματούχος του τσετσενικού υπουργείου Εξωτερικών Ρομάν Χαλίλοφ, «το ιστορικό της διεθνούς κοινότητας όσον αφορά την έγκαιρη και ανώδυνη αναγνώριση της απόσχισης είναι εξαιρετικά φτωχό».56 Εδώ η Τσετσενία υπήρξε θύμα της πιο ευτελούς Realpolitik. Οι δυτικές κυβερνήσεις ενέκριναν τον πόλεμο του Γέλτσιν ως μια θλιβερή παρενέργεια μιας προεδρίας που έπρεπε πάση θυσία να παραταθεί, αν ο καπιταλισμός επρόκειτο να επιτύχει στη Ρωσία. Ο Πούτιν επωφελήθηκε από μια παρόμοια δειλή συναίνεση. Ωστόσο, παρ’ όλη την αρθρογραφία που δαπανήθηκε για τη ζημιά που προκάλεσε στην εύθραυστη δημοκρατία της Ρωσίας η φυλάκιση του προέδρου της YUKOS Μιχαήλ Χοντορκόφσκι57, το πρόσωπο του καθεστώτος Πούτιν αποκαλύπτεται πραγματικά στην Τσετσενία και πρέπει να κριθεί κυρίως από τη στήριξη της άσκοπης κτηνωδίας που επέδειξε εκεί.

Οι λίγες πρώιμες επικρίσεις της εκστρατείας του Πούτιν από φορείς όπως ο ΟΑΣΕ και η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης σύντομα αμβλύνθηκαν και απορρίφθηκαν από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ως αντιπαραγωγικές εν μέσω προσπαθειών να καλωσορίσουν τον Πούτιν στο ευρωπαϊκό μαντρί. Τον Σεπτέμβριο του 2001, ενώ στην Τσετσενία διαπράττονταν ατιμώρητα δολοφονίες με κρατική έγκριση, η Μπούντεσταγκ χειροκροτούσε όρθια τον Πούτιν· το καλοκαίρι του 2002, ο Σιράκ υποστήριξε τη ρωσική άποψη για την «αντιτρομοκρατική επιχείρηση», ενώ ο ίδιος και ο Σρέντερ επανέλαβαν την υποστήριξή τους στο Σότσι τον Αύγουστο του 2004. Οι συλλογικές προσπάθειες της ΕΕ περιορίστηκαν σε ανθρωπιστική βοήθεια για τα στρατόπεδα προσφύγων στην Ινγκουσετία.58

Παρά τις επανειλημμένες προσεγγίσεις των απεσταλμένων του Μασχάντοφ, ο ΟΗΕ, από την πλευρά του, αρνήθηκε να συναντηθεί με τους νόμιμα εκλεγμένους ηγέτες της Τσετσενίας – αν και ο Κόφι Ανάν έσπευσε να εκφράσει τη θλίψη του για τη δολοφονία της μαριονέτας Καντίροφ νωρίτερα φέτος. Σε μια επίσκεψή του στη Μόσχα το 2002, ο Ανάν επαίνεσε ακόμη και τις προσπάθειες του Πούτιν για την επίλυση της σύγκρουσης – αναμφίβολα εκτιμώντας την προηγούμενη υποστήριξη του τελευταίου στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει μια δεύτερη θητεία ως Γενικός Γραμματέας. Τα ερωτήματα σχετικά με τις δράσεις της Ρωσίας στην Τσετσενία έχουν συνήθως παρακαμφθεί στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Ούτε και από αλλού υπήρξε υποστήριξη. Οι αραβικές κυβερνήσεις έχουν τονίσει την υποστήριξή τους στην εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας, ενώ το 1999 ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Καμάλ Χαρραζί επέμεινε ότι ο πόλεμος Ρωσίας-Τσετσενίας ήταν αυστηρά εσωτερική υπόθεση. Η Κίνα είδε στην καταστολή των φιλοδοξιών της Τσετσενίας για ανεξαρτησία από τον Γέλτσιν και τώρα από τον Πούτιν ένα χρήσιμο προηγούμενο για τις δικές της σχέσεις με το Θιβέτ και τη Σιντζιάνγκ.59

Η επίσημη αντίδραση στις ΗΠΑ, φυσικά, καθορίστηκε από τις ανάγκες του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Μετά τις επιθέσεις στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και το Πεντάγωνο, ο Πούτιν δεν έχασε χρόνο να συνδέσει την Τσετσενία με την ευρύτερη μάχη κατά του ισλαμικού εξτρεμισμού και έδωσε στις ΗΠΑ την άδεια να εγκαταστήσουν προκεχωρημένες βάσεις σε όλη την Κεντρική Ασία, την πρώην σφαίρα επιρροής του, ως αντάλλαγμα για την έγκριση της Ουάσινγκτον για πόλεμο στην Τσετσενία. Η κυβέρνηση Μπους απάντησε με την απαιτούμενη σιωπή – αν και αυτό αποτελεί μια αξιοσημείωτη αλλαγή πλεύσης για πολλούς από τους νεοσυντηρητικούς, των οποίων η εχθρότητα προς τη Ρωσία σήμαινε υποστήριξη για την ανεξαρτησία της Τσετσενίας από απίθανες απόψεις. Μέλη της Αμερικανικής Επιτροπής για την Ειρήνη στην Τσετσενία είναι οι Ρίτσαρντ Περλ, Κένεθ Άντελμαν, Έλιοτ Άμπραμς, Μιντζ Ντέκτερ και Τζέιμς Γούλσεϊ. Εκτός των επίσημων κύκλων, δεξιοί όπως ο Ρίτσαρντ Πάιπς έχουν επίσης υποστηρίξει την υπόθεση των Τσετσένων, επισημαίνοντας ότι ο αυταρχισμός είναι στο DNA των Ρώσων και ότι ο Πούτιν καλά θα κάνει να πάρει τα μαθήματα που πήρε ο Ντε Γκωλ από την Αλγερία.60

Οι φιλελεύθεροι, αντίθετα, έχουν διχαστεί μεταξύ εκείνων που αποδέχονται την καταστροφή που προκλήθηκε στην Τσετσενία ως ένα λυπηρό εμπόδιο στο δύσκολο δρόμο της Ρωσίας προς μια σταθερή δημοκρατία και εκείνων που υποστηρίζουν ενεργά τον πόλεμο του Πούτιν. Παρά τη συνταγματική ορθότητα των αιτημάτων των Τσετσένων, υπάρχει σχεδόν καθολική συμφωνία για το απαράδεκτο της ανεξαρτησίας της Τσετσενίας. «Η πρώτη προϋπόθεση είναι ο αποκλεισμός της τυπικής ανεξαρτησίας ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης», καταλήγει ο Τζόναθαν Στιλ, με το σκεπτικό ότι ο Πούτιν απλώς δεν θα δεχτεί την απόσχιση.61 Ο Ανατόλ Λίβεν περιγράφει το δικαίωμα της Ρωσίας να διεξάγει πόλεμο στην Τσετσενία ως «αδιαμφισβήτητο», προτρέποντας ταυτόχρονα για «πιο διαφοροποιημένες» εκτιμήσεις των ρωσικών εγκλημάτων πολέμου. Πιο πρόσφατα, επέμεινε ότι η Δύση πρέπει να ακολουθήσει πιο σκληρή γραμμή με τον Μασχάντοφ, πιέζοντας τον όχι μόνο να έρθει σε ρήξη με τους «τρομοκράτες» αλλά και να τους πολεμήσει «μαζί με τις ρωσικές δυνάμεις».62 Η πληθωρική υποστήριξη του Μπλερ προς τον Πούτιν, εν τω μεταξύ, υπογραμμίζει μόνο τον υποκριτικό εκλεκτισμό του «ανθρωπιστικού παρεμβατισμού» του.

 

Ένας αντιαποικιακός αγώνας

Η απόφαση του Πούτιν τον Σεπτέμβριο του 2004 να επικηρύξει τα κεφάλια τόσο του Μπασάεφ όσο και του Μασχάντοφ σηματοδοτεί την πρόθεσή του: δεν θα υπάρξει πολιτική διευθέτηση με τις δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας, δεν θα υπάρξει μέλλον για την Τσετσενία, παρά μόνο μια σειρά από μαριονέτες που θα εγκατασταθούν από το Κρεμλίνο και θα μοιράζουν χάρες σε εκείνους των οποίων η πίστη μπορεί να εξαγοραστεί ή των οποίων οι ανάγκες έχουν υπερβεί τις αρχές τους. Οι Ρώσοι, επαναλαμβάνοντας την ισραηλινή τακτική του ισχυρισμού ότι «δεν υπάρχει εταίρος για την ειρήνη», εργάστηκαν σκληρά για να αποκλείσουν τον πιθανό διάλογο· οι επανειλημμένες προσφορές του Μασχάντοφ για διαπραγματεύσεις και προτάσεις για ειρήνη –η τελευταία αφορούσε το καθεστώς προτεκτοράτου του ΟΗΕ για την Τσετσενία ως ενδιάμεσο στάδιο στο δρόμο προς την ανεξαρτησία– έπεσαν στο κενό.

Η στρατιωτική λύση που επιδιώκει η Ρωσία την τελευταία δεκαετία είναι, ωστόσο, απίθανο να υλοποιηθεί. Το 1994-96 η Τσετσενία κέρδισε μια αξιοσημείωτη νίκη απέναντι σε έναν αντίπαλο που υπερτερούσε σε αριθμό και οπλισμό, και παρόλο που το τεράστιο βάρος των δυνάμεων που αναπτύσσονται σήμερα εναντίον της καθιστά απίθανες επιτυχίες μεγάλης κλίμακας όπως η ανακατάληψη του Γκρόζνι το 1996, η ίδια η βιαιότητα της ρωσικής κατοχής θα καταφέρει μόνο να δημιουργήσει αντίσταση. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ίσως το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του μετασοβιετικού πολιτικού τοπίου θα παραμείνει στη θέση του: ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζει αυτό το μικροσκοπικό έθνος στις τύχες του ασύγκριτα μεγαλύτερου γείτονά του. Οι Τσετσένοι νίκησαν τον ρωσικό στρατό, ακρωτηρίασαν την προεδρία Γέλτσιν, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία και τώρα αποτελούν την κύρια απειλή για τη σταθερότητα της Ρωσίας. Παρά την παράταση της θητείας του χωρίς τριβές μέχρι το 2008, η συνεχής ροή θυμάτων από την Τσετσενία μπορεί τελικά να αποδειχθεί εξίσου δαπανηρή για τον Πούτιν όσο και για τον Γέλτσιν.

Η κλίμακα της καταστροφής που προκλήθηκε στην Τσετσενία κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί, η συνεχιζόμενη αγριότητα της κατοχής, όλα αυτά αποτελούν μια μόνιμη μομφή για τον εφησυχασμό των δυτικών κυβερνήσεων και των πολιτών. Αλλά η πιο ντροπιαστική πτυχή τόσο των ρωσικών όσο και των δυτικών αντιδράσεων στην Τσετσενία –ένα μείγμα πρόθυμης συνενοχής και βουβής συναίνεσης– είναι η συνεπής άρνηση να αντιμετωπιστούν οι νόμιμες φιλοδοξίες των Τσετσένων για ανεξαρτησία. Δεν θα έπρεπε να έχουμε καμία σχέση με τέτοιες υπεκφυγές. Οι Τσετσένοι διεξάγουν έναν αντιαποικιακό αγώνα συγκρίσιμο με εκείνους που διεξήγαγαν οι άλλες ευρωπαϊκές αποικίες στην Αφρική ή την Ασία τον περασμένο αιώνα. Ποτέ δεν αποδέχτηκαν την ξένη κυριαρχία –«καμία νόμιμη τσετσενική αρχή δεν έχει υπογράψει ποτέ καμία επίσημη συνθήκη αποδοχής της ρωσικής ή σοβιετικής εξουσίας»– και έχουν επανειλημμένα δώσει δημοκρατική έγκριση στην ιδέα της κυρίαρχης κρατικής υπόστασης.63 Το σημείο εκκίνησης για κάθε συζήτηση θα πρέπει να είναι το γεγονός ότι δικαιούνται την ανεξαρτησία τους όπως κάθε άλλο έθνος.

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Tony Wood, “Russia: The Case of Chechnya”, New Left Review, τεύχος 30, Νοέμβριος/Δεκέμβριος 2004, https://newleftreview.org/issues/ii30/articles/tony-wood-the-case-for-chechnya. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article62540.

 

Παράρτημα

Τσετσενία 2004-202264

Στις 2 Φεβρουαρίου του 2005 ο Μασχάντοφ απηύθυνε έκκληση για κατάπαυση του πυρός που θα διαρκούσε τουλάχιστον μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου. Στις 8 Μαρτίου 2005, ο Μασχάντοφ σκοτώθηκε σε επιχείρηση των ρωσικών δυνάμεων ασφαλείας. Στη θέση του Μασχάντοφ το συμβούλιο των αυτονομιστών της Τσετσενίας διόρισε τον Αμπντούλ-Χαλίμ Σαντουλάγεφ, τον οποίο αποδέχτηκε και ο Σαμίλ Μπασάεφ. Ο Σαντουλάγεφ προσπάθησε να ενώσει τις ισλαμιστικές ομάδες και να επεκτείνει τις πολεμικές δραστηριότητες για την απελευθέρωση ολόκληρου του Καυκάσου. Ο πολιτικός του στόχος ήταν η συγκρότηση ενός πολιτικού συστήματος που θα βασιζόταν στους ισλαμικούς νόμους και που ο πρόεδρος θα εκλεγόταν δημοκρατικά. Κατάφερε να πείσει τον Μπασάεφ να σταματήσει τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Ο Σαντουλάγεφσκοτώθηκε από επίθεση των ρωσικών δυνάμεων στις 17 Ιουνίου 2006. Τον διαδέχτηκε ο Ντοκού Ουμάροφ, ο οποίος εξέφραζε την πιο ακραία ισλαμιστική πτέρυγα του τετσενικού αυτονομιστικού κινήματος. Τον Οκτώβριο του 2007 ο Ουμάροφ ανακήρυξε την ίδρυση του Εμιράτου του Καυκάσου και τον εαυτό του Εμίρη, καλώντας ταυτόχρονα σε παγκόσμια Τζιχάντ. Η Τσετσενική Δημοκρατία θα ήταν ένα βιλαέτι του Εμιράτου. Αυτές οι αλλαγές των πολιτικών στόχων προκάλεσαν σχίσμα μεταξύ των μετριοπαθών και των σκληροπυρηνικών ισλαμιστών και εξασθένισαν το τσετσενικό κίνημα, το οποίο, στα επόμενα χρόνια δέχτηκε σκληρά πλήγματα από τις ρωσικές δυνάμεις. Στις 16 Απριλίου 2009, η Ρωσία ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της «αντιτρομοκρατικής επιχείρησης» στην Τσετσενία – όπως είχε καθιερωθεί να χαρακτηρίζει την εισβολή και την καταστροφή της Τσετσενίας. Ο ίδιος ο Ουμάροφ πέθανε κάτω από άγνωστες συνθήκες το 2013 ή το 2014.

Έκτοτε η Τσετσενία, ως αυτόνομη Δημοκρατία της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διοικείται από τον Ραζμάν Καντίροφ, μαριονέτα επί της ουσίας του Κρεμλίνου. Το καθεστώς του Καντίροφ είναι στην πραγματικότητα μια στυγνή δικτατορία, με συστηματικές και εκτεταμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απαγωγές, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, δολοφονίες, μαζικές εξωδικαστικές εκτελέσεις και βασανιστήρια. Το καθεστώς προχώρησε από τα μέσα της 10ετίας του 2000 στην επιβολή θρησκευτικών ισλαμικών νόμων, περιορίζοντας τα δικαιώματα των γυναικών. Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 2010 πραγματοποιεί «επιχειρήσεις εκκαθάρισης» ομοφυλόφιλων, κατά τις οποίες ένας μεγάλος αριθμός ανδρών και γυναικών ομοφυλόφιλων απήχθησαν, βασανίστηκαν, κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και η τύχη τους αγνοείται. Κάποιοι εκτελέστυηκαν ή πέθαναν από βασανιστήρια.

Το καθεστώς του Καντίροφ είναι ακραία διεφθαρμένο και ο ίδιος έχει συγκεντρώσει τεράστιο πλούτο, κυρίως με την κλοπή ομοσπονδιακών επιδοτήσεων για την Τσετσενία, μέσω του Ιδρύματος Αχμάντ Καντίροφ, το οποίο –ενώ είναι εγγεγραμμένο ως φιλανθρωπικό ίδρυμα– ποτέ δεν έχει συντάξει ή δημοσιεύσει οικονομικές εκθέσεις όπως απαιτείται από τη ρωσική νομοθεσία.

Σήμερα ο Καντίροφ φαίνεται να συμμετέχει ο ίδιος στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ως αρχηγός τετσενικού σώματος ενόπλων. Στις 28 Μαρτίου 2022, ο Πούτιν προήγαγε τον Καντίροφ στο βαθμό του αντιστράτηγου.

 

 

 

Σημειώσεις

1 Για μια λεπτομερή ιστορική αφήγηση δείτε το βιβλίο του John Dunlop, Russia Confronts Chechnya: Roots of a Separatist Conflict, Κέµπριτζ 1998, κεφάλαιο 1. Κλασική περιγραφή αποτελεί το βιβλίο του John Baddeley, The Russian Conquest of the Caucasus [1908], Λονδίνο 1999· βλέπε επίσης Anatol Lieven, Chechnya, Νιου Χέιβεν 1998. Το βιβλίο του Lieven, μια συλλογή συναρπαστικών πληροφοριών και οξυδερκών παρατηρήσεων, βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με τον σημερινό σχολιασμό του των τσετσενικών υποθέσεων, που χαρακτηρίζεται από έναν εξαιρετικό βαθμό συμπάθειας προς τις ανάγκες του Πούτιν.

2 Για τον προσανατολισμό του πολιτισμού της Τσετσενίας στο παρελθόν και τη φύση των επών της, βλέπε Obkhad Dzhambekov, “O khudozhestvennom vremeni v ustno-poeticheskom nasledii chechentsev”, στο Kh. V. Turkaev, επιμ., Kul’tura Chechni: Istoriia i sovremennye problemy, Μόσχα 2002, σελ. 71∙ βλ. επίσης τα δοκίμια στον ίδιο τόμο της Z. I. Khasbulatova για την εθιμοτυπία και τις παραδόσεις της αμοιβαίας βοήθειας και του V. I. Markovin για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Για τα τραγούδια και τη μουσική, βλ. A. Aidaev, επιμ., Chechentsy: Istoriia i sovremennost, Μόσχα 1996, σσ. 297-305. Σχετικά με τους μύθους και τους θρύλους, βλέπε Skazki i legendy ingushei i chechentsev, επιμέλεια A. O. Malsagov, Μόσχα 1983∙ η αγγλική έκδοση τυπώθηκε το 1996 από τη Folklore Society. Τα απομνημονεύματα του Khassan Baiev, The Oath: A Surgeon Under Fire, Λονδίνο 2003, παρέχει επίσης πολλές πληροφορίες για τον πολιτισμό και την καθημερινή ζωή των Τσετσένων υπό σοβιετική κυριαρχία, καθώς και εντυπωσιακές μαρτυρίες για τους δύο πολέμους.

3 Βλέπε Lieven, Tombstone, σσ. 359-63.

4 [Σ.τ.Μ.:] Ο Σεΐχης Μανσούρ (1762-1794) ήταν Τσετσένος στρατιωτικός διοικητής και Μουσουλμάνος ηγέτης που πολέμησε για την Τσετσενία και την Τσερκέζια. Είχε μεγάλη επιρροή στην αντίσταση κατά της ιμπεριαλιστικής επέκτασης της Μεγάλης Αικατερίνης στον Καύκασο στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο σεΐχης Μανσούρ θεωρείται ο πρώτος ηγέτης της αντίστασης στον Βόρειο Καύκασο κατά του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Παραμένει ήρωας των λαών της Τσετσενίας και του Βόρειου Καυκάσου γενικότερα και του αγώνα τους για ανεξαρτησία. (“Sheikh Mansur”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Sheikh_Mansur).

5 M. M. Bliev και V. V. Degoev, Kavkazskaia voina, Μόσχα 1994, όπως αναφέρεται στο Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 16. Το πορτραίτο του Γερμόλοφ κρέμεται σήμερα στο αρχηγείο του ρωσικού στρατού στον Βόρειο Καύκασο στο Ροστόφ επί του Ντον: βλέπε Dmitri Trenin και Aleksei Malashenko, Russia’s Restless Frontier: The Chechnya Factor in Post-Soviet Russia, Ουάσιγκτον, 2004, σελ. 139.

6 [Σ.τ.Μ.:] «Ο Ιμάμης Σαμίλ (1797-1871) ήταν ο πολιτικός, στρατιωτικός και πνευματικός ηγέτης της αντίστασης του Καυκάσου στην αυτοκρατορική Ρωσία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο τρίτος ιμάμης του Ιμαμάτου του Καυκάσου (1840-1859) και σουνίτης μουσουλμάνος σεΐχ της ταρίκα [τάγμα] των Σούφι Νακσμπαντί.» (“Imam Shamil”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Imam_Shamil).

7 Για μια επιστημονική αναφορά, βλέπε Moshe Gammer, Muslim Resistance to the Tsar: Shamil and the Conquest of Chechnya and Daghestan, Λονδίνο 1994∙ ένα εντυπωσιακό λογοτεχνικό βλέμμα τόσο της εξέγερσης όσο και των αυτοκρατορικών αντιπάλων της μπορεί να βρεθεί στο τελευταίο έργο του Λέοντα Τολστόι, Χατζή Μουράτ, που δημοσιεύθηκε μόλις το 1912. Ο Τολστόι υπηρέτησε στην Τσετσενία από τον Μάιο του 1851 έως τον Ιανουάριο του 1854, στο αποκορύφωμα του πολέμου.

8 5,8 και 3 ντεσιατίνες αντίστοιχα, έναντι 13,6 των Κοζάκων (1 ντεσιατίνα = 1,09 εκτάρια). Βλέπε Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 33.

9 Kh. V. Turkaev, “Rossiia i Chechnia: aspekty istoriko-kul’turnykh vzaimosviazei do 1917g.”, στο Turkaev, Kul’tura Chechni, σσ. 164-87.

10 Abdurahman Avtorkhanov, “The Chechens and the Ingush During the Soviet Period and Its Antecedents”, στο Marie Bennigsen Broxup, επιμ., The North Caucasus Barrier, Νέα Υόρκη 1992, σσ. 147-94.

11 Aidaev, Chechentsy, σσ. 287-90.

12 Ίσως η πιο μόνιμη επίπτωση του εκρωσισμού προήλθε από τη μη διδασκαλία της Τσετσενικής γλώσσας στα σοβιετικά σχολεία: παρόλο που το 98% των Τσετσένων τη δηλώνουν ως μητρική τους γλώσσα, η Τσετσενική παραμένει σε μεγάλο βαθμό ομιλούμενη γλώσσα· μέχρι σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των εκδόσεων στην Τσετσενία είναι στα ρωσικά. Για μια επισκόπηση των τσετσενικών μέσων ενημέρωσης, βλέπε Valerii Tishkov, Obshchestvo v vooruzhennom konflikte: Etnografiia chechenskoi voiny, Μόσχα 2001, σσ. 453-55- μια συντομευμένη αγγλική έκδοση έχει δημοσιευθεί ως Chechnya: Life in a War-Torn Society, Μπέρκλεϊ, περίπου 2004.

13 [Σ.τ.Μ.:] Στα ρωσικά Γιεζοφτσίνα Yezhovshchina ονομάζεται η περίοδος της κορύφωσης των αιματηρών εκκαθαρίσεων εναντίον μελών και στελεχών του ΚΚΡ, το έτος 1937-1938 (η περίοδος είναι γνωστή και ως “Ο Μεγάλος Τρόμος”). Βασικό ρόλο σ’ αυτές τις εκκαθαρίσεις διαδραμάτισε ο αρχηγός της NKVD Νικολάι Ιβάνοβιτς Γιέζοφ (είχε διαδεχτεί σ’ αυτή τη θέση τον επίσης διαβόητο Γιακόντα, ο οποίος είχε οργανώσει την προηγούμενη φάση των εκκαθαρίσεων, αλλά το 1937 βρέθηκε κι αυτός κατηγορούμενος ως… τροτσκιστής[!!!] και, φυσικά, εκτελέστηκε).

14 Avtorkhanov, “Chechens and Ingush”· Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σσ. 49-56.

15 Βλέπε Aleksandr Nekrich, The Punished Peoples, Νέα Υόρκη 1978, σσ. 36-8.

16 Γεννημένος το 1910, μέλος του κόμματος από το 1929, ο Ισραΐλοφ συνελήφθη δύο φορές επειδή επέκρινε σε έντυπη μορφή τη «λεηλασία της Τσετσενίας από την τοπική σοβιετική και κομματική ηγεσία». Τον Ιανουάριο του 1940 έγραψε στον γραμματέα του κόμματος Τσετσενίας-Ινγκουσίας ΑΣΣΡ ότι «εδώ και είκοσι χρόνια, οι σοβιετικές αρχές πολεμούν τον λαό μου, με στόχο να τον καταστρέψουν ομάδα προς ομάδα∙ πρώτα τους κουλάκους, μετά τους μουλάδες και τους “ληστές”, μετά τους αστούς εθνικιστές. Είμαι πλέον σίγουρος ότι ο πραγματικός στόχος αυτού του πολέμου είναι η εξόντωση του έθνους μας στο σύνολό του. Γι’ αυτό αποφάσισα να αναλάβω την ηγεσία του λαού μου στον αγώνα του για την απελευθέρωση». Βλέπε Avtorkhanov, “Chechens and Ingush”, σσ. 181-2. Ο Dunlop υπογραμμίζει το πρωτοφανώς κοσμικό υπόβαθρο του Ισραΐλοφ για έναν Τσετσένο ηγέτη της αντίστασης: Russia Confronts Chechnya, σσ. 56-8.

17 [Σ.τ.Μ.:] «Το αούλ είναι είδος οχυρωμένου χωριού ή πόλης που συναντάται στα βουνά του Καυκάσου και στην Κεντρική Ασία.», “Aul”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Aul.

18 Nekrich, Punished Peoples, σελ. 138∙ Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 62-70.

19 Lieven, Tombstone, σελ. 357.

20 Δημογραφικές πληροφορίες: Tishkov, Obshchestvo, σελ. 115∙ κοινωνικοοικονομικά στοιχεία: Tishkov, Obshchestvo, σελ. 115∙ Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σσ. 85-8.

21 Trenin και Malashenko, Restless Frontier, σελ. 16.

22 Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 93∙ Lieven, Tombstone, σσ. 56-64.

23 Ο πρώην έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων Γκαντεμίροφ έγινε δήμαρχος του Γκρόζνι επί Ντουντάεφ, στη συνέχεια πέρασε στην αντιπολίτευση και υπηρέτησε στο ίδιο πόστο για τη διοίκηση-μαριονέτα της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του πολέμου 1994-96. Φυλακίστηκε για απάτη το 1996, αλλά αμνηστεύτηκε από τον Πούτιν το 1999 και τέθηκε επικεφαλής ένοπλης ομάδας.

24 Παρά τις πολλές παρατυπίες, και παρόλο που οι ειδικοί έχουν δώσει διαφορετικά τελικά ποσοστά –ο Ντουντάγεφ κέρδισε το 90% των ψήφων σε ποσοστό συμμετοχής 72% ή το 85% σε ποσοστό συμμετοχής 77%– η ετυμηγορία είναι σαφής. Ο Ρώσος εμπειρογνώμονας του Καυκάσου Σεργκέι Αρουτιούνοφ σημείωσε ότι ο Ντουντάεφ είχε 60-70% υποστήριξη. Βλέπε “Chronology” στο Diane Curran, Fiona Hill και Elena Kostritsyna, επιμ, A Sourcebook 1994-1996, Kennedy School of Government, Strengthening Democratic Institutions Project, Μάρτιος 1997∙ και Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 114.

25 Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 169.

26 Υπερκαυκασία: World Bank, Statistical Handbook 1995: States of the Former USSR, Ουάσινκτον, 1995∙ Τσετσενία: Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 126.

27 Αρκετοί από τους βασικούς υποστηρικτές του Ντουντάεφ το 1990-91 είχαν πράγματι διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο – ιδίως ο Γκαντεμίροφ και ο «επιχειρηματίας» Γιουσούπ Σοσλαμπέκοφ, ο οποίος είχε εκτίσει ποινή για βιασμό κατά τη σοβιετική περίοδο. Ο Μαμαντάεφ φέρεται επίσης να είχε διασυνδέσεις με τη μαφία. Βλέπε Lieven, Tombstone, σελ. 59.

28 Βλ. Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σσ. 127-33, σχετικά με την εμπλοκή σε λαθρεμπόριο πετρελαίου προσωπικοτήτων όπως ο Αλεξάντρ Κορζακόφ, επικεφαλής της σωματοφυλακής του Γέλτσιν, και ο Όλεγκ Σόσκοβετς, πρώτος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης - μετέπειτα βασικά μέλη του «κόμματος του πολέμου».

29 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σελ. 21∙ για τον Ρουτσκόι και τις αντιπαραθέσεις, βλέπε Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σσ. 110, 172-4.

30 Τον Φεβρουάριο του 1996 ο Χέλμουτ Κολ χορήγησε πίστωση 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη ρωσική κυβέρνηση, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ήταν άνευ όρων∙ ο Αλέν Ζιπέ έδωσε δάνειο 392 εκατομμυρίων δολαρίων∙ τον Μάρτιο, το ΔΝΤ ενέκρινε πίστωση 10,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθιστώντας σαφές ότι τα κεφάλαια θα αποσύρονταν σε περίπτωση ήττας του Γέλτσιν, και η Παγκόσμια Τράπεζα συμφώνησε δάνειο 200 εκατομμυρίων δολαρίων. Βλέπε Fred Weir, “Betting on Boris: The West Ups the Ante for the Russian Elections”, Covert Action Quarterly, καλοκαίρι 1996.

31 John Dunlop, “How Many Soldiers and Civilians Died During the Russo-Chechen War of 1994-96?”, Central Asian Survey, τόμος 19, τεύχη 3-4, (Σεπτέμβριος 2000), σσ. 329-39. Ο Lieven, Tombstone, σσ. 102-46, δίνει μια καλή ανάλυση της πορείας του πολέμου.

32 Financial Times, 8 Σεπτεμβρίου 2004∙ James Hughes, “Managing Secession Potential in the Russian Federation”, Regional and Federal Studies, τόμος 11, τεύχος 3, Φθινόπωρο 2001, σσ. 41-3.

33 Η περιβόητη φράση είχε αρχικά ειπωθεί από τον υπουργό Εσωτερικών του Νικολάου ΙΙ, Βιάτσεσλαβ Πλέχεβε, αναφερόμενος στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-05. Επαναλήφθηκε το 1994 από τον Όλεγκ Λόμποφ, γραμματέα του Συμβουλίου Ασφαλείας -ο οποίος φέρεται επίσης να πρόσθεσε: «όπως οι ΗΠΑ στην Αϊτή». Βλέπε Dunlop, Russia Confronts Chechnya, σελ. 211, και Lieven, Tombstone, σελ. 87.

34 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 191, 198.

35 Καταχρασθέντα κεφάλαια: Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σελ. 37∙ βιομηχανία, αγορές, παιδική θνησιμότητα: Tishkov, Obshchestvo, σσ. 436-41∙ ανεργία, εισόδημα, μίνι-διυλιστήρια: I. G. Kosikov και L. S. Kosikova, Severnyi Kavkaz: sotsialno-ekonomicheskii spravochnik, Μόσχα 1999, σσ. 188-90.

36 Βλέπε “Chronology”, στο Curran et al., Search for Peace. Για συναρπαστικά στιγμιότυπα της Τσετσενίας κατά τη διάρκεια των εκλογών, καθώς και για μια πολύ πληρέστερη απεικόνιση του Βόρειου Καυκάσου στη σοβιετική και μετασοβιετική εποχή, βλέπε Georgi Derluguian, Bourdieu’s Secret Admirer in the Caucasus, υπό έκδοση.

37 Βλέπε Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 27-34.

38 Βλέπε Anatol Lieven, “A Western Strategy for Chechnya”, International Herald Tribune, 9 Σεπτεμβρίου 2004.

39 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σελ. 101. Βλέπε Lieven, Tombstone, σσ. 24-5, για μια συζήτηση σχετικά με το Ισλάμ κατά τη διάρκεια της περεστρόικα και την περίεργη νεογοτθική αρχιτεκτονική των νέων τζαμιών.

40 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 93-4, 97, 119.

41 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σελ. 111.

42 Για μια πιο λεπτομερή περιγραφή, βλέπε Georgi Derluguian, “Che Guevaras in Turbans”, New Left Review, τόμος Ι, τεύχος 237, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1999, https://newleftreview.org/issues/i237/articles/georgi-derluguian-che-guevaras-in-turbans.

43 Trenin και Malashenko, Restless Frontier, σελ. 42.

44 Στοιχεία για τις απώλειες της περιόδου 2002-03: 2004∙ The Military Balance 2003, σελ. 86: Nezavisimaia gazeta, 25 Οκτωβρίου 2004.

45 Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των ενεργών Τσετσένων αντιστασιακών κυμαίνονται από 2.000 έως 5.000. Βλέπε Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 121, 238 αρ. 29∙ Military Balance 2003, Πίνακας 41∙ Komsomolskaia pravda, 10 Σεπτεμβρίου 2004.

46 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σελ. 38.

47 [Σ.τ.Μ.:] Ζατσίστκα είναι ο ανεπίσημος ρωσικός όρος για τις επιχειρήσεις εκκαθάρισης κτιρίων κατά τη διάρκεια του Β΄ Πολέμου της Τσετσενίας.

48 Guardian, 30 Σεπτεμβρίου 2004.

49 Για μια δυνατή περιγραφή τόσο της καθημερινής ζωής στην Τσετσενία υπό την κατοχή όσο και των επιπτώσεών της στη Ρωσία, βλέπε Anna Politkovskaya, A Small Corner of Hell: Dispatches from Chechnya, Σικάγο 2003. Εκφοβισμός: Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σελ. 141.

50 Πολλά κρίσιμα και θαρραλέα ρεπορτάζ έχουν κατατεθεί από την Τσετσενία από την Άννα Πολιτκόφσκαγια για τη Novaia gazeta και τον Αντρέι Μπαμπίτσκι για το Radio Svoboda∙ αλλά στη Ρωσία, η επιρροή του ραδιοφώνου και ιδιαίτερα των εντύπων είναι αμελητέα σε σύγκριση με εκείνη της τηλεόρασης.

51 Τον Σεπτέμβριο του 1999, για παράδειγμα, 15.000 Καυκάσιοι εκδιώχθηκαν από τη Μόσχα από τις αρχές της πόλης και άλλοι 69.000 αναγκάστηκαν να επανεγγραφούν∙ τον Σεπτέμβριο του 2003, 54 Τσετσένοι φοιτητές ξυλοκοπήθηκαν από έναν όχλο σκίνχεντ στο Νάλτσικ∙ τον Απρίλιο του 2004, ένα 10χρονο αγόρι από την Αρμενία πυρπολήθηκε σε μια αγορά στην Κοστρομά∙ τον Σεπτέμβριο του 2004, μια συμμορία 20 νεαρών λεηλάτησε καφετέριες Καυκάσιων στο Γιεκατερίνμπουργκ. Βλέπε έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, “For the Motherland”, Δεκέμβριος 1999∙ Chronicle of Higher Education, 15 Οκτωβρίου 2003∙ Moscow Times, 23 Απριλίου 2004∙ Moscow News, 9 Σεπτεμβρίου 2004.

52 Ο Μπόρις Καγκαρλίτσκι γράφει ότι «το κεντρικό ζήτημα ... δεν είναι η ανεξαρτησία της Τσετσενίας ή η εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας, αλλά η δημοκρατία στη Ρωσία και την Τσετσενία»: βλέπε “Where is Chechnya Going?”, Moscow Times, 3 Ιουνίου 2004.

53 Η υπόθεση του συνταγματάρχη Γιούρι Μπουντάνοφ λειτούργησε ως βαρόμετρο για το τι μπορούν να περιμένουν οι Τσετσένοι από τα ρωσικά στρατεύματα και τους Ρώσους αξιωματούχους: καταδικασμένος για την απαγωγή, το βιασμό και τη δολοφονία μιας 18χρονης Τσετσένας, ο Μπουντάνοφ καταδικάστηκε τελικά σε 10 χρόνια φυλάκισης, αφού η επίσημη υποστήριξη του ισχυρισμού του περί παραφροσύνης προκάλεσε οργή. Το πρόσφατο αίτημά του για απονομή χάριτος εγκρίθηκε από τον Βλαντιμίρ Σαμάνοφ, βετεράνο της εκστρατείας στην Τσετσενία και τώρα κυβερνήτη του Ουλιάνοφσκ, αλλά αποσύρθηκε μετά από περαιτέρω διαμαρτυρίες και δημόσια διαδήλωση 10.000 ατόμων στο Γκρόζνι. Βλέπε Politkovskaya, Small Corner of Hell, σσ. 153-60, και Institute of War and Peace Reporting, Caucasus News Update, 23 Σεπτεμβρίου 2004, διαθέσιμο στη διεύθυνση www.iwpr.net.

54 The Territories of the Russian Federation 2004, Λονδίνο 2004, σσ. 30-5.

55 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 152-4.

56 Roman Khalilov, “Moral Justifications of Secession: the Case of Chechnya”, Central Asian Survey, τόμος 22, τεύχος 4, Δεκέμβριος 2003, σελ. 414.

57 [Σ.τ.Μ.:] «Το 2003, ο Χοντορκόφσκι θεωρούνταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Ρωσία, με περιουσία που εκτιμάται ότι άξιζε 15 δισεκατομμύρια δολάρια, και βρισκόταν στην 16η θέση της λίστας των δισεκατομμυριούχων του Forbes. Είχε αναρριχηθεί στον μηχανισμό της Κομσομόλ, κατά τη διάρκεια των σοβιετικών χρόνων, και ξεκίνησε αρκετές επιχειρήσεις κατά την περίοδο της γκλάσνοστ και της περεστρόικα στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, συσσώρευσε σημαντικό πλούτο αποκτώντας τον έλεγχο ορισμένων πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Σιβηρίας που ενοποιήθηκαν υπό την επωνυμία Yukos, μία από τις σημαντικότερες εταιρείες που προέκυψαν από την ιδιωτικοποίηση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων κατά τη δεκαετία του 1990 (ένα σχέδιο γνωστό ως “Δάνεια έναντι μετοχών”). Τον Οκτώβριο του 2003 συνελήφθη από τις ρωσικές αρχές και κατηγορήθηκε για απάτη.» (“Mikhail Khodorkovsky”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Mikhail_Khodorkovsky).

58 Η Γαλλίδα δημοσιογράφος Anne Nivat παρέχει μια ενδεικτική βινιέτα. Η μετέπειτα πρόεδρος της Φινλανδίας Τάρια Χαλόνεν επισκέφθηκε έναν καταυλισμό το 1999, επιμένοντας επανειλημμένα ότι «εκπροσωπώ την Ευρωπαϊκή Ένωση, είμαι εδώ για να σας βοηθήσω» και ρωτώντας ποια ήταν τα προβλήματα των προσφύγων∙ αλλά όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με απαντήσεις όπως «Θέλουμε πολιτική λύση, όχι πόλεμο» και «Πείτε τους να σταματήσουν να μας βομβαρδίζουν, να σταματήσουν να σκοτώνουν τα παιδιά μας», η Χαλόνεν φάνηκε να μην μπορεί να απαντήσει και μπορούσε να προσφέρει μόνο μανταρίνια. Nivat, Chienne de Guerre, Νέα Υόρκη 2001, σελ. 54.

59 Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 191, 205.

60 John Laughland, “The Chechens’ American Friends”, Guardian, 8 Σεπτεμβρίου 2004∙ Richard Pipes, “Give the Chechens a Land of Their Own”, New York Times, 9 Σεπτεμβρίου 2004.

61 “Doing Well out of War”, London Review of Books, 21 Οκτωβρίου 2004.

62 Anatol Lieven, “Chechnya and the Laws of War”, στο Trenin and Malashenko, Restless Frontier, σσ. 209-24∙ και Lieven, “A Western Strategy for Chechnya”.

63 Khalilov, “Moral Justifications”, σελ. 410.

64 [Σ.τ.Μ.:] Για την ιστορική σκιαγράφηση της περιόδου 2004-2002:

“Second Chechen War”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Second_Chechen_War.

“Ramzan Kadyrov”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Ramzan_Kadyrov.

“Dokka Umarov”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Dokka_Umarov.

“Abdul-Halim Sadulayev”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Abdul-Halim_Sadulayev.

“Anti-gay purges in Chechnya”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Anti-gay_purges_in_Chechnya.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 03 Ιουνίου 2022 13:56

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.