Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2021 22:21

Το πλεονέκτημα της Κίνας

 

Το έρθρο αυτό έχει γραφτεί το 2007

 

 

Au Loong-Yu

 

 

Το πλεονέκτημα της Κίνας

Μεγάλο άλμα προς τα εμπρός για τον καπιταλισμό, μεγάλο βήμα προς τα πίσω για την εργατική τάξη

 

 

Η τεράστια αύξηση της κινεζικής μεταποίησης τα τελευταία 20 χρόνια δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στον εναγκαλισμό της Κίνας με την παγκόσμια αγορά, όπως θέλουν να πιστεύουμε οι νεοφιλελεύθεροι ακαδημαϊκοί. Είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού πολλών μοναδικών παραγόντων, οι σημαντικότεροι από τους οποίους σχετίζονται με την κληρονομιά του μεγάλου κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού που συντελέστηκε μεταξύ 1949-79, αν και με αδικαιολόγητα υψηλό κοινωνικό κόστος. Το να μην κατανοούμε τη σύγχρονη ιστορία της Κίνας σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνουμε τίποτα για το μέλλον της Κίνας. Εδώ μπορούμε μόνο να αγγίξουμε εν συντομία αυτό το τεράστιο θέμα.1

Υπάρχουν επτά μεγάλα πλεονεκτήματα της Κίνας. Πρώτον, διαθέτει μια πιο ανεπτυγμένη και ισορροπημένη βιομηχανία από πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, αποτέλεσμα του πολύ ταχύτερου ρυθμού ανάπτυξης της Κίνας στη μεταποίηση σε σχέση με την Ινδία από τη δεκαετία του 1950. Το 1980, όταν η Ινδία και η Κίνα ήταν λίγο πολύ ίσες στο κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), η Κίνα απολάμβανε ήδη ένα ισχυρό πλεονέκτημα στη μεταποίηση. Ένας Ινδός οικονομολόγος, ο Pranab Bardhan, παρατήρησε ότι «σε σύγκριση με την Ινδία, οι Κινέζοι ήταν καλύτεροι “σοσιαλιστές” κατά την εποχή του σχεδιασμού και καλύτεροι “καπιταλιστές” κατά την εποχή των μεταρρυθμίσεων».2

Δεύτερον, ο πολύ ισχυρός και αποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός της Κίνας υπήρξε ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την κινητοποίηση πόρων για τον εκσυγχρονισμό. Παρά την επικράτηση της πίστης στην ελεύθερη αγορά ως το μόνο αξιόπιστο εργαλείο ανάπτυξης, η αλήθεια είναι ότι ο εκσυγχρονισμός της Κορέας και της Ταϊβάν ήταν πάντα κρατικός. Η Κίνα προσθέτει μόνο ένα ακόμη παράδειγμα, παρά το γεγονός ότι το κράτος από τη δεκαετία του 1980 αντιπροσωπεύει μικρότερο μερίδιο της οικονομικής δραστηριότητας από ό,τι κατά την περίοδο 1949-79. Η Κίνα είναι σε θέση να διοχετεύει τεράστια ποσά κρατικού χρήματος στην ανάπτυξη νέας βιομηχανίας, νέων EPZ (Export Processing Zones / Ζώνες Επεξεργασίας Εξαγωγών), σπουδαίων υποδομών κ.λπ. με τα οποία λίγες αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να ανταγωνιστούν. Το ίδιο ισχύει και για τον βαθμό κοινωνικού ελέγχου που ασκεί το κινεζικό κράτος.

Τρίτον, το τεράστιο μέγεθος της Κίνας –μια τεράστια χώρα με πληθυσμό 1,3 δισεκατομμυρίων κατοίκων– μεγεθύνει σημαντικά τα πλεονεκτήματα της αποτελεσματικής κρατικής ανάπτυξης και της εξελιγμένης μεταποίησης. Δημιουργεί το πλεονέκτημα της οικονομίας κλίμακας. Χτίζει τεράστιες EPZ από το τίποτα· τώρα η Κίνα στεγάζει τα δύο τρίτα του συνολικού αριθμού εργαζομένων σε EPZ παγκοσμίως. Αυτό το πλεονέκτημα βοηθά την Κίνα να οικοδομήσει τρία βασικά μεταποιητικά συμπλέγματα, το καθένα με τη δική του εξειδίκευση. Το πρώτο είναι το Δέλτα του ποταμού του Μαργαριταριού (συμπεριλαμβανομένου του Χονγκ Κονγκ ως κύριου διαύλου εξαγωγών), το οποίο ειδικεύεται στη μεταποίηση εντάσεως εργασίας, στην παραγωγή ανταλλακτικών και στη συναρμολόγησή τους. Το δεύτερο είναι το Δέλτα του ποταμού Γιανγκτσέ, που ειδικεύεται σε βιομηχανίες έντασης κεφαλαίου: αυτοκίνητα, ημιαγωγοί, κινητά τηλέφωνα και φορητοί υπολογιστές, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κ.λπ.

Η τρίτη συστάδα είναι η Ζονγκγκουάν Κουν, στο Πεκίνο, η κινεζική Σίλικον Βάλεϊ. Εδώ το κράτος παρεμβαίνει άμεσα για να καταστήσει δυνατή τη συνεργασία κολλεγίων, επιχειρήσεων και κρατικών τραπεζών για την ανάπτυξη της κινεζικής βιομηχανίας πληροφορικής.3 Εν τω μεταξύ, τα κρατικά κολέγια βγάζουν επίσης τεράστιους αριθμούς αποφοίτων κολεγίων – συγκρίσιμους με τις ανεπτυγμένες χώρες. Το 2002 η Κίνα είχε 590.000 αποφοίτους κολεγίων με ειδίκευση στην επιστήμη και την τεχνολογία, ενώ η Ιαπωνία είχε 690.000 ένα ή δύο χρόνια νωρίτερα και η Ταϊλάνδη μόνο 10.000.4

 

Αγροτική μεταρρύθμιση και εθνικισμός

Το τέταρτο μεγάλο πλεονέκτημα της Κίνας είναι η κληρονομιά της αγροτικής μεταρρύθμισης. Η αγροτική μεταρρύθμιση της Κίνας αναγνωρίζεται γενικά ως πολύ πιο επιτυχημένη από την Ινδία. Η Κίνα ξεπέρασε την Ινδία ήδη από το 1980 και ακόμη νωρίτερα σε όλους τους δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης: ποσοστό αλφαβητισμού, ημερήσια κατανάλωση θερμίδων, ποσοστό θνησιμότητας, ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, προσδόκιμο ζωής κ.λπ.5

Όταν τα δυτικά και ιαπωνικά μέσα ενημέρωσης επαινούν επανειλημμένα την ποιότητα της κινεζικής εργασίας (καλύτερα εκπαιδευμένη, πιο πρόθυμη να μάθει, πειθαρχημένη), ιδίως εκείνων των αγροτικών μεταναστών σε σύγκριση με την Ινδία, δεν τους περνά ποτέ από το μυαλό ότι ένας παράγοντας που συνέβαλε σε αυτό το επίτευγμα είναι η μεγάλη μεταμόρφωση της αγροτικής μεταρρύθμισης νωρίτερα και η συλλογική παροχή αγροτικών υποδομών και εκπαίδευσης που ακολούθησε – και όχι κάτι που σχετίζεται με τη μεταγενέστερη μεταρρύθμιση της αγοράς.

Ακριβώς το αντίθετο, με τη διάλυση της κοινότητας και την επιστροφή στην οικογενειακή γεωργία από τη δεκαετία του 1980, το βάρος της πληρωμής για την εκπαίδευση των παιδιών τους μετατοπίζεται πλέον στους αγρότες. Η διάβρωση της κοινωνικής προόδου του παρελθόντος συντελείται ταχύτατα. Η μόνη εναπομείνασα κατάκτηση του προηγούμενου κοινωνικού μετασχηματισμού στον αγροτικό τομέα είναι τα μικρά κομμάτια γης που δικαιούνται οι αγρότες, παρέχοντας έναν ορισμένο βαθμό κοινωνικής ασφάλειας για τα αγροτικά νοικοκυριά, και έτσι ένα είδος βαλβίδας ασφαλείας για την όξυνση της ταξικής αντίθεσης από τότε που απογειώθηκε η μεταρρύθμιση της αγοράς.

Το πέμπτο στοιχείο του πλεονεκτήματος της Κίνας είναι ο βαθιά ριζωμένος εθνικισμός. Η κυρίαρχη εθνοτική ομάδα Χαν αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 90% της χώρας, ενώ η κυρίαρχη ινδική εθνοτική ομάδα αντιπροσωπεύει μόνο το ένα πέμπτο του έθνους. Αυτό πιθανώς προσδίδει στον κινεζικό εθνικισμό μεγαλύτερη συνοχή από ό,τι στην Ινδία: Πράγματι, αυτός ο παράγοντας συνέβαλε στην εμφάνιση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΛΔΚ) και την ώθησε κάποτε να τολμήσει να αψηφήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΣΣΔ ταυτόχρονα. Η σύγχρονη ιστορία του αντιαποικιοκρατισμού της Κίνας την καθιστά ευαίσθητη τόσο στην ξένη κυριαρχία όσο και σίγουρη να την αψηφήσει αν χρειαστεί.

Στα τέλη του 20ού αιώνα, αντιμέτωπη με ένα ταχέως διευρυνόμενο μερίδιο αγοράς για τις ξένες εταιρείες, σημαίνοντες ηγέτες διαφόρων τάσεων στο Κομμουνιστικό Κόμμα ζητούσαν ήδη ένα πιο αυτόνομο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Μετά τον βομβαρδισμό της κινεζικής πρεσβείας στο Βελιγράδι το 1999 κατά τη διάρκεια του πολέμου των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ κατά του σερβικού καθεστώτος και την εκτίναξη των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) στην εγχώρια αγορά της Κίνας, η δυσπιστία απέναντι στους Αμερικανούς και ξένους επενδυτές αυξήθηκε και οι εκκλήσεις εντάθηκαν για περισσότερο κρατική ανάπτυξη σε προϊόντα υψηλής ποιότητας και λιγότερη εξάρτηση από την ανάπτυξη που εξαρτάται από τις ΑΞΕ. Ποια μελλοντική κατεύθυνση μπορεί να ακολουθήσει η Κίνα δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη.

 

Εξατομικοποιημένη εργασία, σκληρή καταστολή

Το έκτο πλεονέκτημα της καπιταλιστικής Κίνας είναι η απολύτως ατομικοποιημένη εργασία απέναντι σε ένα απολυταρχικό κράτος. Η επανάσταση του 1949 ήταν μια γνήσια μαζική κινητοποίηση των αγροτών για τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό της Κίνας. Ενώ το εκσυγχρονιστικό έργο πέτυχε κάτι σημαντικό, το δεύτερο –η οικοδόμηση της δημοκρατίας– απέτυχε παταγωδώς. Αντ’ αυτού έχουμε ένα γραφειοκρατικό κράτος απαλλαγμένο από κάθε λαϊκό έλεγχο που κυβερνά αυθαίρετα.

Κατά την πρώιμη περίοδο της ΛΔΚ, οι εργάτες, αν και χαιρετίστηκαν ως η ηγέτιδα τάξη, δεν είχαν καν την ελευθερία να επιλέγουν δουλειές ή επαγγέλματα ή το συγκεκριμένο «Ντανγουέι» (στην προκειμένη περίπτωση, ένα εργοστάσιο), πόσο μάλλον την ελευθερία να σχηματίζουν συνδικάτα ή ελεύθερες εκλογές.6

Αυτό συνέβαλε στον απόλυτο κατακερματισμό τους. Κανένα στρώμα ακτιβιστών και οργανωτών δεν σχηματίστηκε ποτέ. Τα συνδικαλιστικά στελέχη, κάτω από επανειλημμένες εκκαθαρίσεις, μετατράπηκαν προ πολλού σε ένα απολύτως φιλοδιευθυντικό στρώμα αξιωματούχων.

Έτσι, πολύ πριν το Κομμουνιστικό Κόμμα αλλάξει πορεία τη δεκαετία του 1980, ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ κράτους και εργαζομένων ήταν εντελώς δυσμενής για τους τελευταίους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορούσε να αλλάξει με ασφάλεια την πορεία του χωρίς να φοβάται πάρα πολύ μια οργανωμένη αντίσταση από τα κάτω. Ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ δοκίμασε τη δύναμή του στην καταστολή του Τιενανμέν το 1989, όπου έγινε επιλογή να κατασταλούν σκληρά οι εργάτες. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η σφαγή έθεσε ουσιαστικά τα κοινωνικά θεμέλια για τη μετατροπή της Κίνας σε ένα μεγάλο δουλεμπορικό εργαστήριο.

Ο Prasenjit Duara, ένας Αμερικανός μελετητής, παρατήρησε πρόσφατα ότι «οι κομμουνιστές έκαναν το εργατικό δυναμικό πειθήνιο και την οργανωμένη εργασία να είναι μια διαχειρίσιμη οντότητα που θα μπορούσε να κινητοποιείται συνεχώς. Ένας μαρξιστής θα μπορούσε να δει την Κίνα υπό τον Μάο να παράγει τις συνθήκες του καπιταλισμού.»7 Ενώ υπάρχει ακόμη μεγάλη συζήτηση σχετικά με τον χαρακτήρα του καθεστώτος μεταξύ 1949-79, υπάρχει λιγότερη αμφιβολία ως προς τον χαρακτηρισμό του σημερινού καθεστώτος.

Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η Κίνα έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα στο μεγάλο άλμα προς τα εμπρός για να αγκαλιάσει τον παγκόσμιο καπιταλισμό, δηλαδή τον μοναδικό παράγοντα ότι έχει το Χονγκ Κονγκ, το Μακάο και την Ταϊβάν ως την πόρτα της στον κόσμο. Οι τρεις αυτές περιοχές παρείχαν τεράστια υποστήριξη στη μεταρρύθμιση της αγοράς του Ντενγκ από την αρχή μέχρι σήμερα, από ιδεολογικούς πόρους μέχρι οικονομικό και διοικητικό προσωπικό. Το Χονγκ Κονγκ λειτουργεί ως το κύριο οικονομικό κέντρο της Κίνας, συγκεντρώνοντας δισεκατομμύρια δολάρια για τις εταιρείες της ηπειρωτικής χώρας κάθε χρόνο. Ούτε η Ρωσία ούτε η Ινδία διαθέτουν τέτοιο πλεονέκτημα.8

«Τι είναι τέλος πάντων το “εργοστάσιο του κόσμου”; Είναι απλώς η χρήση των δικών μας πόρων για την παραγωγή προϊόντων χαμηλής ποιότητας με κόστος τη ρύπανση του περιβάλλοντος και αυτό που παίρνουμε σε αντάλλαγμα είναι μόνο ένα μικρό κέρδος». Αυτό μοιάζει με χτύπημα κατά της Κίνας από κάποιους υπερπόντιους Κινέζους αντιφρονούντες, αλλά δεν είναι. Ο ομιλητής ήταν ο Παν Γιούε, αναπληρωτής διευθυντής του κυβερνητικού τμήματος προστασίας του περιβάλλοντος.9

Ο συνάδελφος του Παν, ο Γιάνγκ Πενγκ, είναι ακόμη πιο ριζοσπαστικός: «Η Δύση λήστεψε τον κόσμο (κατά την αποικιοκρατική περίοδο), τώρα ληστεύουμε τους εαυτούς μας: οι πόλεις ληστεύουν την ύπαιθρο, οι ελίτ της εξουσίας ληστεύουν τους ανίσχυρους. Και όταν όλοι οι δημόσιοι πόροι ληστεύονται μέχρι την τελευταία δεκάρα, εκεί μπαίνουμε σε μια περίοδο όπου η συμμαχία των ελίτ διασπάται».

Φυσικά, υπάρχουν εγγενείς κρίσεις στο κινεζικό μοντέλο.10 Είναι πιθανό το μοντέλο να τιναχτεί στον αέρα στο εγγύς μέλλον, αν και η αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Σε κάθε περίπτωση, το μοντέλο αυτό σημαίνει καταστροφές για τον εργαζόμενο λαό της Κίνας αλλά και της Ασίας.

 

Υποστήριξη των Κινέζων εργατών

Το μοντέλο της Κίνας δεν είναι πρότυπο για την εργατική τάξη. Η καταπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην Κίνα, η υιοθέτηση μιας ανάπτυξης με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό και ο εξοντωτικός ανταγωνισμός ενισχύουν την κερδοφορία των επιχειρηματικών τάξεων τόσο στην Κίνα όσο και σε άλλες χώρες, εις βάρος των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο. Είναι καθήκον του παγκόσμιου εργατικού κινήματος να αντιταχθεί στις κυρίαρχες ελίτ εντός και εκτός Κίνας. Είναι ιδιαίτερα επείγον γιατί σήμερα η κινεζική εργατική τάξη εξακολουθεί να είναι φυλακισμένη και δεν μπορεί καν να κάνει τη φωνή της να ακουστεί.

Πρέπει να το κάνουμε αυτό ανεξάρτητα, ωστόσο, στο έδαφος των εργατικών και κοινωνικών κινημάτων, της κινητοποίησης των μελών των συνδικάτων – όχι ακολουθώντας τη διαδρομή της εμπορικής πολιτικής, όπως αυτή ορίζεται από τις κυβερνήσεις και τις Υπερεθνικές Εταιρείες, είτε πρόκειται για εμπορικό προστατευτισμό είτε για απελευθέρωση του εμπορίου.

Μέχρι πρόσφατα, οι κυρίαρχες εργατικές οργανώσεις στις ανεπτυγμένες χώρες έτειναν να βλέπουν την εμπορική πολιτική των κυβερνήσεων και των μεγάλων επιχειρήσεων ως ένα λεωφορείο που θα μπορούσε να δώσει στους εργαζόμενους μια δωρεάν βόλτα πίσω στο κράτος πρόνοιας με εξασφάλιση θέσεων εργασίας. Έτσι το αντιλαμβάνονται ιδιαίτερα οι συνδικαλιστικοί ηγέτες όταν το λεωφορείο πηγαίνει προς την κατεύθυνση του εμπορικού προστατευτισμού. Τελικά αυτή η διαδρομή δεν οδηγεί ποτέ κοντά σε ένα κράτος πρόνοιας.

Σύντομα θα έρθει το επόμενο λεωφορείο με προορισμό τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Παραδόξως, οι εργατικοί ηγέτες κουνάνε το κεφάλι τους, αλλά στη συνέχεια αποφασίζουν να επιβιβαστούν, ελπίζοντας ότι μόλις επιβιβαστούν μπορούν να δείξουν στον οδηγό έναν χάρτη που ονομάζεται «ρήτρα εργασίας», ελπίζοντας να πείσουν τον οδηγό να αλλάξει πορεία. Ως συνήθως, ο οδηγός γνέφει και χαμογελάει, αλλά στο τέλος της ημέρας το λεωφορείο οδηγείται εκεί που θέλει το αφεντικό και η ασφάλεια των θέσεων εργασίας δεν υπάρχει πουθενά στον ορίζοντα.

Είναι καιρός να σταματήσουμε να αντιλαμβανόμαστε την εμπορική πολιτική των κυρίαρχων ελίτ ως λεωφορείο που μπορεί να δώσει στην εργασία μια ανάσα. Η προσθήκη εργασιακών δικαιωμάτων σε συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου όπως η NAFTA ή η κοινωνική ρήτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποδειχθεί αποτυχημένη στην υπεράσπιση των θέσεων εργασίας. Δεν θα πετύχει ούτε για τον ΠΟΕ. Ούτε η επισύναψη εργασιακών δικαιωμάτων στον εμπορικό προστατευτισμό αποτελεί μια πραγματική εναλλακτική λύση: Απλώς δεν είναι ευθύνη των εργαζομένων να βοηθήσουν τα δικά τους αφεντικά να ξεπεράσουν τα αφεντικά σε άλλες χώρες σε αυτή την παγκόσμια αγορά.

Ο εμπορικός προστατευτισμός που επιβάλλεται από τις ανεπτυγμένες χώρες έναντι των ασθενέστερων χρησιμεύει μόνο για την ενίσχυση των παγκόσμιων ηγεμονικών δυνάμεων, οι οποίες ευθύνονται για τόση φτώχεια στις χώρες τους και σε όλο τον κόσμο. Χρειαζόμαστε, ωστόσο, ένα διαφορετικό μέτρο για τις αναπτυσσόμενες χώρες, αναγνωρίζοντας το δικαίωμά τους να αποφασίζουν οι ίδιες την πολιτική τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στον προστατευτισμό έναντι των ηγεμονικών δυνάμεων.

Ακόμη και στις αναπτυσσόμενες χώρες ο εμπορικός προστατευτισμός δεν είναι απαραίτητα φιλοεργατικός και μάλιστα δεν είναι απαραίτητα αποτελεσματικός ως αναπτυξιακό εργαλείο. Μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του ’60, πολλές αναπτυσσόμενες χώρες ακολούθησαν τον προστατευτισμό και την υποκατάσταση των εισαγωγών. Εκείνη την εποχή οι θέσεις εργασίας ήταν κάπως πιο ασφαλείς από ό,τι σήμερα. Αλλά η τελική εξασθένιση αυτού του μοντέλου δεν είναι τυχαία: Η παγκόσμια ύφεση του 1974 έθεσε τέλος στο μοντέλο της σχετικής αυτοδυναμίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης για τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Ακριβώς λόγω των περιορισμών του εμπορικού προστατευτισμού, οι εργαζόμενοι στις αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να αποφύγουν να μετατρέψουν τα εργασιακά δικαιώματα σε εξάρτημα του προστατευτισμού. Πρέπει να κρίνουμε την προστατευτική πολιτική κατά περίπτωση, υποβάλλοντάς την στον έλεγχο των συμφερόντων των μικροκαλλιεργητών και των εργαζομένων. Ακόμη και όταν η εργατική πλευρά υποστηρίζει μια συγκεκριμένη προστατευτική πολιτική, πρέπει να διατηρεί την ανεξαρτησία της και να μην επιτρέπει να χρησιμοποιείται από τις κυρίαρχες ελίτ για να στρέφονται οι εργαζόμενοι σε διάφορες χώρες ο ένας εναντίον του άλλου.

Αυτό ισχύει διπλά για τους Κινέζους ακτιβιστές της εργατικής τάξης. Είμαστε υπέρ της προστασίας του βιοπορισμού των Κινέζων μικροκαλλιεργητών από την επίθεση των πολυεθνικών και του ΠΟΕ. Αλλά είναι διαφορετικό θέμα η προστασία του μεριδίου της εγχώριας αγοράς των τοπικών κατασκευαστών, όπως ζητούν ορισμένοι εθνικιστές ακαδημαϊκοί της ηπειρωτικής χώρας, λες και αυτό θα ωφελήσει τους εργαζόμενους. Ακριβώς το αντίθετο, το ξένο κεφάλαιο και οι ντόπιοι εργοδότες δεν γνωρίζουν κανένα όριο στην εκμετάλλευση των Κινέζων εργατών.

Ως εκ τούτου, υποστηρίζουμε αυτές τις αρχές:

1) Το πρωταρχικό καθήκον των εργαζομένων σε κάθε χώρα είναι να αντιταχθούν στον νεοφιλελευθερισμό στη χώρα τους και να θεωρήσουν πρώτα απ’ όλα τα αφεντικά τους υπεύθυνα για το κλείσιμο των εργοστασίων.

2) Οι εργαζόμενοι, εντός και εκτός Κίνας, πρέπει να κατανοήσουν ότι πρέπει να ενωθούν διεθνώς για να ανατρέψουν την παγκόσμια κούρσα προς τον βυθό, και να το κάνουν με ανεξάρτητες κινητοποιήσεις αντί να εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους στην εμπορική πολιτική των αντίστοιχων κυβερνήσεων.

3) Οι εργαζόμενοι εκτός Κίνας πρέπει να στηρίξουν τους κινεζικούς εργατικούς αγώνες, αλλά στη γλώσσα του εργατικού κινήματος, όχι της εμπορικής πολιτικής ή του στενού εθνικισμού των ελίτ.

4) Οι Κινέζοι εργαζόμενοι θα πρέπει να αγωνίζονται ανεξάρτητα για τα δικαιώματά τους, ανεξάρτητα από το αν αυτό μπορεί να κάνει τους Κινέζους εργοδότες περισσότερο ή λιγότερο ανταγωνιστικούς στην παγκόσμια αγορά.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Au Loong-Yu, “The China Advantage. Great Leap Forward for Capitalism, Big Step Backward for Labour”, Against the Current, τεύχος 126, Ιανουάριος/Φεβρουάριος 2007, https://againstthecurrent.org/atc126/p312/. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 22 Ιανουαρίου 2007, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article1193

Σημειώσεις

1 Ο συγγραφέας συζήτησε το θέμα αυτό λεπτομερέστερα σε προηγούμενο άρθρο του, «Σχόλιο για την άνοδο της Κίνας», http://linkage.ngo.org.tw/redmole/no3/R0305.htm. Διατίθεται μόνο στα κινεζικά.

2 Απόσπασμα από το Industrial Growth in China and India, A Preliminary Comparison, του R. Nagaraj, Economic and Political Weekly, 21 Μαΐου 2005, Βομβάη, Ινδία.

3 Kuroda Atsuo, Made in China (Τόκιο: Toyo Keizai Inc, 2001), κινεζική έκδοση, 2002, Ταϊβάν.

4 China Statistical Abstract 2004, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας, 178. Βλέπε επίσης Kimura Fukunari, 21 & 189.

5 Peter Nolan, Transforming China Globalization, transition and development (Λονδίνο: Anthem Press 2004) 118.

6 Το βιβλίο του Andrew Walder, Communist Neo-Traditionalism Work and Authority in Chinese Industry δίνει πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή όσον αφορά το αυταρχικό καθεστώς σε επίπεδο εργοστασίου.

7 Ted C. Fishman, “The Chinese Century”, New York Times, 4 Ιουλίου 2004.

8 Για περισσότερες συζητήσεις σχετικά με τη μοναδική ανάπτυξη της Κίνας ανατρέξτε στο άρθρο του συγγραφέα, ό.π.

9 Παρατίθεται στο http://business.sohu.com/20050719/n226363226.shtml .

10 Παρατίθεται στο http://www.liuhongzhi.com/news/show_article.asp?id=00001325 .

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2021 23:24

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.