Τρίτη, 23 Αυγούστου 2022 21:36

Η ιταλική αριστερά και ο πόλεμος στην Ουκρανία

 

 

 

Piero Maestri

 

Η ιταλική αριστερά και ο πόλεμος στην Ουκρανία

 

 

 

Η 25η Απριλίου –η Ημέρα της Απελευθέρωσης, η επέτειος της εισόδου των Παρτιζάνων στο Μιλάνο το 1945 και της πτώσης του φασισμού– είναι η πιο συγκλονιστική γιορτή για τους Ιταλούς αριστερούς και αντιφασίστες. Η κύρια παρέλαση πραγματοποιείται στο Μιλάνο. Διοργανώνεται από την ANPI (Associazione Nazionale Partigiani d’Italia – Εθνική Ένωση Παρτιζάνων Ιταλίας) και τη Διαρκή Αντιφασιστική Επιτροπή και συγκεντρώνει αντιφασιστικά κόμματα, συνομοσπονδιακά συνδικάτα και τοπικούς φορείς.

Μετά την ευρεία αποδοκιμασία του προέδρου της ANPI,1 η φετινή εκδήλωση προσέλκυσε μεγάλη προσοχή και μεγάλες προσδοκίες. Ταυτόχρονα, ήταν έντονη εδώ και εβδομάδες η διαμάχη σχετικά με τον χαρακτήρα της ιταλικής αντίστασης του 1943-1945 και τη «ριζική διαφορά» της από την ουκρανική αντίσταση, η οποία θεωρήθηκε μόνο ως στρατιωτική δράση μιας μάλλον δεξιάς κυβέρνησης.

Περίπου 70.000 άνθρωποι έφτασαν στην πλατεία και έχει ενδιαφέρον να περιγράψουμε την παρέλαση των πανό: ANPI και Παρτιζάνοι, μαζί με πλακάτ στη μνήμη των στρατοπέδων συγκέντρωσης∙ δήμαρχοι και εκπρόσωποι θεσμών∙ κεντροαριστερά κόμματα∙ η ουκρανική κοινότητα, ενάντια στον πόλεμο του Πούτιν∙ μια μικρή ομάδα από το Ριζοσπαστικό Κόμμα με τέσσερις σημαίες του ΝΑΤΟ∙ ειρηνιστικές ενώσεις με σημαίες ουράνιου τόξου ενάντια στον πόλεμο και την αποστολή όπλων∙ η παλαιστινιακή νεολαία με τις σημαίες της∙ τα διάφορα κόμματα της περισσότερο ή λιγότερο κομμουνιστικής ή μετακομμουνιστικής αριστεράς, ενάντια στον πόλεμο και το ΝΑΤΟ∙ σταλινικές «αντιφασιστικές» ομάδες του Ντονμπάς (με τα χρώματα του Αγ. Γεωργίου), αναρχικοί, και πανό των No Vax και No Green Pass – μια σύγχυση που αντιπροσωπεύει ωστόσο την κατάσταση των δραστηριοτήτων και των σχέσεων στο ειρηνιστικό κίνημα και την Αριστερά.

 

Ας κάνουμε ένα βήμα πίσω

Οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην Ιταλία ξεκίνησαν αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου. Στην πραγματικότητα, οι προσπάθειες να βγουν στους δρόμους είχαν γίνει ακόμη νωρίτερα από ορισμένα τμήματα του ειρηνιστικού και αντικαπιταλιστικού κινήματος που προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο ανοιχτής σύγκρουσης στην περιοχή.

Οι δύο σημαντικότερες πρωτοβουλίες του ειρηνιστικού κινήματος κατά του πολέμου μέχρι στιγμής ήταν αυτές της 26ης Φεβρουαρίου στο Μιλάνο και της 5ης Μαρτίου στη Ρώμη.

Στην πρώτη εκδήλωση, οι κορυφαίες οργανώσεις κάλεσαν σε διαδηλώσεις επειδή «η κρίση στην Ουκρανία, οι εντάσεις μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, κινδυνεύουν να δημιουργήσουν μια στρατιωτική κλιμάκωση∙ είναι σημαντικό να στηρίξουμε τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες ενάντια στη διάδοση των όπλων, έναν τομέα που δεν έχει δει ποτέ κρίση, ακόμη και στις πιο σκληρές στιγμές της πανδημίας. Καλούμε όλους σε διάλογο και όχι στην επικράτηση των όπλων».

Περίπου 20.000 άνθρωποι έφτασαν στην πλατεία του Καθεδρικού Ναού του Μιλάνου, μεταξύ των οποίων και μία με δύο χιλιάδες Ουκρανοί, οι οποίοι όμως παρέμειναν στις άκρες της πλατείας με τις σημαίες και τα συνθήματά τους, χωρίς να κληθούν να μιλήσουν από τη μικρή σκηνή των διοργανωτών, ενώ παρέλασαν οι διάφορες ομάδες που είχαν υπογράψει την έκκληση.

Στις 5 Μαρτίου, μια διαδήλωση κατάπαυσης του πυρός καλέστηκε στη Ρώμη με ένα κάλεσμα που έγραφε: «Πρέπει να σταματήσουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία. Πρέπει να σταματήσουμε όλους τους πολέμους στον κόσμο. Καταδικάζουμε την επιθετικότητα και τον πόλεμο που εξαπέλυσε η Ρωσία στην Ουκρανία. Θέλουμε κατάπαυση του πυρός∙ απαιτούμε την απόσυρση των στρατευμάτων. Χρειαζόμαστε δράση του ΟΗΕ που με κύρος και νομιμότητα θα ηγηθεί των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών. Ζητάμε μια πολιτική αφοπλισμού και ενεργητικής ουδετερότητας. Από την Ιταλία και την Ευρώπη πρέπει να προέλθουν πολιτικές και διαπραγματευτικές λύσεις».

Το κάλεσμα υπογράφηκε από το Δίκτυο για την Ειρήνη και τον Αφοπλισμό (retepacedisarmo.org), μια οργάνωση που συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές ομοσπονδίες, CGIL-CISL, UIL, μεγάλα σωματεία όπως το ACLI (Associazioni Cristiane Lavoratori Italiani, Χριστιανικές Ενώσεις Ιταλών Εργαζομένων), ARCI (Associazione Ricreativa Culturale Italiana, Ιταλική Ένωση Πολιτιστικής Αναψυχής) και ούτω καθεξής – ουσιαστικά, τον ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό ιστό της ιταλικής αριστεράς και του κινήματος ειρήνης.

Αυτές οι εκδηλώσεις και άλλες που οργανώνονται από αυτά τα δίκτυα, μέσα στην ποικιλομορφία τους, έχουν όλες κάποιες προφανείς ομοιότητες στα αιτήματά τους:

– Ένα σταθερό ΟΧΙ στην αποστολή όπλων στην Ουκρανία.

– Την απόρριψη της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και του επανεξοπλισμού (την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών).

– Η έκκληση προς την ιταλική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλάβουν κάθε είδους διπλωματικές πρωτοβουλίες για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Πώς μπορούν να εξηγηθούν αυτές οι θέσεις –που αποτελούν αναμφίβολα την πλειοψηφία στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις σε όλη τη Δύση– σε αντίθεση με όσα επανειλημμένα ζητούν οι αριστεροί της Ανατολικής Ευρώπης και το ίδιο το αντιπολεμικό κίνημα στη Ρωσία;

Προφανώς υπάρχουν διαφορετικές εξηγήσεις, και είναι καλό να αποφεύγεται κάθε γενίκευση ή τετριμμένος χαρακτηρισμός. Πρώτον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων και των ομάδων που βγήκαν στους δρόμους, δεν πρόκειται για μια μορφή νεοκαμπισμού, ή ακόμα χειρότερα, ερυθρο-φαιά, σύμφωνα με την οποία ο πόλεμος του Πούτιν θα θεωρούνταν με κάποιο τρόπο μια δίκαιη αντίδραση στις πολιτικές των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Αυτές οι θέσεις υπάρχουν, αλλά είναι μειοψηφικές και σε ορισμένες περιπτώσεις εξαιρετικά περιθωριακές -αν και μερικές φορές υπάρχουν επικαλύψεις (όπως θα δούμε αργότερα).

Νομίζω ότι μπορούν να δοθούν διάφορες εξηγήσεις, οι οποίες άλλοτε επικαλύπτονται και άλλοτε διαχωρίζονται η μία από την άλλη:

– Ο φόβος της κλιμάκωσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια παγκόσμια σύγκρουση, ίσως και πυρηνική. Αυτός είναι ένας ειλικρινής φόβος, ένας φόβος που εξετάζει τις πολεμικές δηλώσεις των αντιμαχόμενων και συμμαχικών κρατών, βλέποντας τον κίνδυνο να μην θέλουν να βρουν διέξοδο προκειμένου να διαπραγματευτούν,

– Μια ειλικρινής ανησυχία ότι η συνέχιση του πολέμου θα προκαλέσει περισσότερη καταστροφή και πένθος στον ίδιο τον ουκρανικό πληθυσμό, που γενικά θεωρείται «θύμα», αναγκασμένος να υπομένει βομβαρδισμούς για τους οποίους δεν ευθύνεται μόνο ο Πούτιν αλλά και η ίδια η ουκρανική κυβέρνηση, η οποία αναγκάζει τον ανδρικό πληθυσμό να παραμείνει και να πολεμήσει, συχνά ενάντια στην επιθυμία των εμπλεκομένων ανδρών και των οικογενειών τους,

– Έλλειψη κατανόησης των πολιτικών του Πούτιν και του περιβάλλοντός του στη Ρωσία, όχι λόγω αδυναμίας αναγνώρισης των αυταρχικών και καταπιεστικών πτυχών τους, αλλά επειδή η ρωσική πολιτική θεωρείται ως αντίδραση στις πολιτικές των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Υπό αυτή την έννοια, ο πόλεμος δεν ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2022, αλλά ήδη από το 1989-1990, καθώς το ΝΑΤΟ όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά επεκτάθηκε ακόμη και σε αρκετές πρώην χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας,

– Ένας παρόμοιος περιορισμός, που ίσως έχει ακόμη πιο σοβαρές συνέπειες, σε σχέση με την ιστορία της Ουκρανίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τον Ρώσο πρόεδρο όσον αφορά την αλαζονεία και την τεστοστερόνη – αλλά το σημαντικότερο, η ύπαρξη μιας νεοναζιστικής ή/και εθνικιστικής δεξιάς πτέρυγας υπερτονίζεται, σαν να ήταν καθοριστικοί παράγοντες στην ουκρανική πολιτική. Και φυσικά, το Ευρωμαϊντάν διαβάζεται ως πραξικόπημα και ο επακόλουθος πόλεμος στο Ντονμπάς ως ευθύνη των ουκρανικών κυβερνήσεων που «σκότωσαν 14.000 αμάχους μέσα σε οκτώ χρόνια».2

– Ο σημερινός πόλεμος ερμηνεύεται ως σύγκρουση μεταξύ αντιτιθέμενων εθνικισμών (ή/και ιμπεριαλισμών), με παρόμοιες ευθύνες για τη δημιουργία μιας κατάστασης ανοιχτού πολέμου. Μέσα σε αυτή την εξήγηση μπορούν να βρεθούν θέσεις από φεμινιστική σκοπιά που βλέπουν μια σύγκρουση μεταξύ αντίθετων πατριαρχικών και machista λογικών.

Συνολικά, οι θέσεις αυτές ήταν κάπως προβλέψιμες και διατηρούσαν τη συνοχή τους για τους περισσότερους από τους φορείς που ήταν παρόντες. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτες είναι εκείνες του μη βίαιου ειρηνισμού, καθολικών και μη, που θεωρεί ότι οποιαδήποτε ένοπλη αντίδραση αποτελεί συμμετοχή στη σύγκρουση και την καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνη και δραματική. Ως εκ τούτου, η ιδέα ότι η αποστολή όπλων σημαίνει όχι μόνο συμμετοχή στον συνεχιζόμενο πόλεμο αλλά και επιδείνωση των συνεπειών του για τους ανθρώπους και τους πολιτικούς.

Μια θέση που είναι επίσης ευρέως διαδεδομένη στους φεμινιστικούς κύκλους θεωρεί ότι αυτό που συμβαίνει είναι μια σύγκρουση μεταξύ δύο εξίσου απεχθών ιδεών της «πατρίδας» (patria στα ιταλικά), μιας αντιδραστικής ανδρικής έννοιας. Η θέση αυτή υποστηρίζει ότι είναι σημαντικό να μην πάρουμε το μέρος κανενός από τα συγκρουόμενα μέρη, αλλά εκείνων που επιλέγουν να διαφύγουν, να φύγουν και να λιποτακτήσουν, καθώς και των θυμάτων.

Σε ένα πιο άμεσα πολιτικό επίπεδο, όλα τα κόμματα ή οι οργανωμένες ομάδες της αριστεράς, εκτός του Δημοκρατικού Κόμματος και των συνομοσπονδιών και των συνδικάτων βάσης, μοιράζονται τις περισσότερες από τις θέσεις που περιγράφονται παραπάνω. Ακόμη και εκείνα που έχουν μια συνεπή θέση «όχι στα όπλα» προσπαθούν να συμμετάσχουν στις κινητοποιήσεις του κινήματος ειρήνης, τις οποίες, ωστόσο, δεν οργανώνουν άμεσα, πολύ περισσότερο δεν καθοδηγούν.

Μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον να επισημάνουμε δύο ιδιαίτερες θέσεις σε αυτό τον χώρο. Από τη μία πλευρά, η Rifondazione Comunista ήταν πάντα αντίθετη στους πολέμους και κατά του ΝΑΤΟ, και σήμερα δίνει έμφαση στην αντίθεση στις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες και στο ΝΑΤΟ με πανό «Ούτε με τον Πούτιν ούτε με το ΝΑΤΟ». Η Rifondazione έχει επικεφαλής έναν πολιτικό γραμματέα ο οποίος, ως βουλευτής το 2007-2008, ψήφισε υπέρ του κρατικού προϋπολογισμού που πρότεινε η κυβέρνηση Ρομάνο Πρόντι, στην οποία συμμετείχε η Rifondazione, και ο οποίος αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες. Ασυνέπεια; Μάλλον πραγματισμός, κατά τον οποίο είναι διαφορετικό να είσαι στην κυβέρνηση από ό,τι στην αντιπολίτευση. Σήμερα η Rifondazione είναι ένα σχεδόν ανύπαρκτο κόμμα χωρίς βαρύτητα στην εθνική πολιτική δυναμική, οπότε μπορεί να παίρνει ριζοσπαστικές θέσεις χωρίς να χρειάζεται να λογοδοτεί στους κυβερνητικούς συμμάχους (τους οποίους δεν έχει πλέον).

Σε κάθε περίπτωση, η Rifondazione –που θεωρεί την κυβέρνηση των ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ πρωταρχικά υπεύθυνους για την σημερινή κατάσταση– καταδικάζει τις ρωσικές ενέργειες, σε αντίθεση με την πληθώρα των κομμάτων που χρησιμοποιούν το όνομα Κομμουνιστικό, τα οποία λίγο-πολύ ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική του Πούτιν ως αναγκαία απάντηση στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και την ουκρανική κυβέρνηση-μαριονέτα που συνδιαλέγεται με τους νεοναζί. Είναι επίσης αλήθεια ότι η Rifondazione, όπως και το Κόμμα των Ιταλών Κομμουνιστών, συμμετείχε στις διασκέψεις των παγκόσμιων Κομμουνιστικών Κομμάτων μαζί με το Κινεζικό και το Ρωσικό ΚΚ.

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί η θέση της οργάνωσης Potere al Popolo (Εξουσία στο Λαό), η οποία δημιουργήθηκε από ορισμένους από αυτούς που έφυγαν από τη Rifondazione μαζί με άλλες πολιτικές και κοινωνικές ομάδες, και του συνδικάτου Unione Sindacale di Base (USB) – που συνδέεται οργανωτικά και καθοδηγείται πολιτικά από την οργάνωση Rete dei Comunisti (η οποία εκδίδει το ηλεκτρονικό περιοδικό contropiano.org). Η USB έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμαρτυρία των λιμενεργατών κατά της αποστολής όπλων στην Ουκρανία, προσπαθώντας να εμποδίσει τη φόρτωσή τους, μια αντιμιλιταριστική πρακτική που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε άλλες συγκρούσεις όπου το ΝΑΤΟ ήταν άμεσος δράστης ενός επιθετικού πολέμου.

Η USB είναι μέλος της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (www.wftucentral.org) και έχει συμμετάσχει σε αρκετές συναντήσεις μαζί της στη Δαμασκό, και μάλιστα μετά από πρόσκληση του προέδρου Άσαντ. Αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι δευτερεύουσα. Ακόμα και στην περίπτωση της συριακής σύγκρουσης, η USB τάχθηκε αποφασιστικά με το μέρος του Άσαντ (και άρα με τη Ρωσία) απέναντι σε μια εξέγερση που υποτίθεται ότι την ήθελε και τη χρηματοδοτούσε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, ο οποίος φέρεται να είχε επίσης εφεύρει και χρηματοδοτήσει το ISIS, όπως και την Αλ Κάιντα προηγουμένως· αυτό εξηγεί επίσης την ψυχρότητα της USB απέναντι στην εμπειρία της Ροζάβα και των YPG, οι οποίες σε ένα στάδιο της σύγκρουσης στηρίχθηκαν στις ΗΠΑ για να πολεμήσουν το ISIS.

Δεν λείπουν οι αναρχικές και ριζοσπαστικές αριστερές πολιτικές και κοινωνικές ομάδες που υποστηρίζουν τη νομιμότητα της ουκρανικής αντίστασης, συμπεριλαμβανομένης της ένοπλης αντίστασης, και που τους τελευταίους μήνες έχουν έρθει σε επαφή με την ουκρανική και την ανατολικοευρωπαϊκή αριστερά, ιδίως μέσω συνδικαλιστικών αντιπροσωπειών και καραβανιών (όπως αυτό της 1ης Μαΐου) και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Αλληλεγγύης με την Ουκρανία. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί η συμμετοχή διαφόρων κοινωνικών-πολιτικών δικτύων (www.transnational-strike.info/events), που ξεκίνησε από τη Διακρατική Κοινωνική Απεργία.

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των ομάδων είναι η έντονη καταδίκη της ρωσικής επιθετικότητας και η προθυμία για τη δημιουργία δικτύων που περιλαμβάνουν Ουκρανούς και Ανατολικοευρωπαίους αναρχικούς και αντιφιλελεύθερους αριστερούς. Σχεδόν καμία ομάδα δεν υποστηρίζει άμεσα την αποστολή όπλων, επειδή όλες βλέπουν αυτή την επιλογή της ιταλικής κυβέρνησης ως προάγγελο μιας πολιτικής επανεξοπλισμού και αύξησης των στρατιωτικών δαπανών εις βάρος των κοινωνικών δαπανών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπήρξαν πρωτοβουλίες που δεν αναφέρονταν άμεσα σε αυτό το ζήτημα, υποστηρίζοντας την ουκρανική αντίσταση χωρίς να επικρίνουν άμεσα την αποστολή όπλων, χωρίς όμως να την ζητούν. Αυτές οι θέσεις είναι ευρέως διαδεδομένες στο κίνημα στο σύνολό του, αλλά απέτυχαν να εμφανιστούν τους τελευταίους μήνες σε επίπεδο κινητοποιήσεων στους δρόμους (στη Ρώμη δεν υπήρξε πολιτική διαδήλωση μπροστά στη ρωσική πρεσβεία –μόνο μια δήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας– και μερικές δεκάδες άτομα βρέθηκαν στο Μιλάνο μπροστά στο προξενείο).

Τέλος, αξίζει να σημειωθούν οι διαδηλώσεις κατά της ρωσικής εισβολής που προωθήθηκαν από κυβερνητικά κόμματα, παράπλευρες οργανώσεις ή τοπικές διοικήσεις για να στηρίξουν την απόφαση της ίδιας της ιταλικής κυβέρνησης να διαμαρτυρηθεί για τον Πούτιν και να παράσχει άμεση στήριξη στην Ουκρανία (σε μία από αυτές υπήρχε σύνδεση μέσω βίντεο με τον Ουκρανό πρόεδρο).

Στις διαδηλώσεις που προωθήθηκαν από την κυβέρνηση συμμετείχαν επίσης οι ουκρανικές κοινότητες, ενώ εγκαταλείφθηκαν από το αντιπολεμικό κίνημα και τους αριστερούς - προφανώς νιώθοντας άβολα να διαδηλώνουν με πολιτικούς αντιπάλους που ακολουθούν μια βαθιά φιλελεύθερη εκτελεστική εξουσία «έκτακτης ανάγκης» και υποστηρίζουν τομείς του κεφαλαίου στις δημόσιες υπηρεσίες, την εργασία κ.λπ.

Ένα στοιχείο που πρέπει να τονιστεί γι’ αυτούς τους δύο μήνες πολέμου είναι το πολεμικό και πολωμένο κλίμα που δημιουργήθηκε, κυρίως από τη δημοσιογραφία, έντυπη και τηλεοπτική. Έτσι, βλέπουμε τη δημοσιογραφία να παίρνει όλο και περισσότερο το χαρακτήρα της προπαγάνδας στο όνομα μιας «αναγκαίας» εθνικής ενότητας που χλευάζει τον ειρηνισμό και τάσσεται αδιαμαρτύρητα στο πλευρό των θέσεων της κυβέρνησης -και των δυτικών συμμάχων.

Ιδιαίτερα ενοχλητικές είναι οι τηλεοπτικές εκπομπές «talk show» που καθιστούν αδύνατο να υποστηρίξει κανείς με σοβαρότητα και ψυχραιμία ριζικά αντιπολεμικές θέσεις ή να υποστηρίξει την ουκρανική αντίσταση χωρίς να υποστηρίξει το ΝΑΤΟ. Αυτές οι εκπομπές προσκαλούν επαίσχυντους τύπους που υποδύονται αντιπάλους του πολέμου με διφορούμενες ή απερίγραπτες θέσεις. Η κυρίαρχη αντίδραση είναι να υπάρχει κάποια μορφή λογοκρισίας των θέσεων που δεν ευθυγραμμίζονται με την κυβέρνηση.

Η έξοδος από αυτή την πόλωση είναι εξαιρετικά δύσκολη, ενώ παραμένει κανείς μέσα σε αυτό το μέσο και τη λογική του «θεάτρου της πολιτικής». Αυτή η ίδια λογική φαίνεται να ξεχειλίζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα μέσα στο Facebook, όπου υποστηρίζονται μεροληπτικές θέσεις χωρίς καμία δυνατότητα διαλόγου – μια τάση στην οποία υποκύπτουν ακόμη και διανοητικά ικανοί άνθρωποι, διακινώντας «πληροφορίες» αμφίβολης προέλευσης και νομίζοντας πραγματικά ότι συμβάλλουν στην κατανόηση της ιδέας της «πολυπλοκότητας» της τρέχουσας σύγκρουσης και συνεπώς στην αδυναμία να πάρει κανείς θέση «εκτός από την ειρήνη».

Κοιτάζοντας αυτή τη ζωντανή αλλά μάλλον συγκεχυμένη πραγματικότητα από μια πιο προσωπική σκοπιά, αυτή ενός αντιπολεμικού ακτιβισμού που πάντοτε επιδίωκε να έχει στο επίκεντρό του τη διεθνιστική αλληλεγγύη, ο βαθύς περιορισμός της ανάλυσης και της συνακόλουθης δράσης του ιταλικού κινήματος ειρήνης και των αριστερών στο σύνολό τους (εννοώντας εδώ μόνο τους αντιφιλελεύθερους και τους αναρχικούς) σίγουρα βγάζει μάτι.

Αυτός ο περιορισμός αντιπροσωπεύεται ακριβώς από την αδυναμία της αριστεράς και του κινήματος ειρήνης, απέναντι στον επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας, να συνδυάσουν την αντίθεση στον πόλεμο και τον αντιμιλιταρισμό με τη διεθνιστική αλληλεγγύη και την κατανόηση αυτών που δρουν στην Ουκρανία. Πρόκειται για έναν περιορισμό που ήταν ήδη εμφανής στην αντίδρασή τους στις επαναστάσεις στον αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα στη Συρία.

Όπως γράψαμε μόλις πριν από δύο χρόνια (Jacobin Italia, 17 Ιανουαρίου 20203),

«Το άλλο στοιχείο που επανέρχεται με συγκλονιστικό τρόπο σήμερα είναι η ανικανότητα του κινήματος στο σύνολό του να κατανοήσει τη βαρυσήμαντη καινοτομία που αντιπροσωπεύουν οι επαναστατικές προσπάθειες στην αραβική περιοχή (και όχι μόνο) και τις διφορούμενες και δραματικές εμπλοκές μεταξύ των διαφόρων παγκόσμιων και περιφερειακών δυνάμεων που κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να θάψουν αυτές τις προσπάθειες, πρώτα με εσωτερική στρατιωτική καταστολή και στη συνέχεια με πόλεμο που αναπτύσσεται εναντίον αμάχων. Μια τύφλωση, είτε ηθελημένη είτε ξεδιάντροπα αποδεκτή, που έχει γυρίσει την πλάτη σε κάθε εμπειρία που δεν θα μπορούσε να καταγραφεί στο πλαίσιο της ψευδούς εναλλακτικής “καθεστώτα εναντίον τζιχαντισμού” – με τη σημαντική εξαίρεση του κουρδικού κινήματος.

Όπως συνέβη και στο παρελθόν, ανατέθηκε στις ΜΚΟ και στη διεθνή συνεργασία να παρέμβουν για να απαλύνουν τον πόνο του πολέμου, να στηρίξουν υλικά και ψυχολογικά τα θύματα των συγκρούσεων – σχεδόν ποτέ δεν τέθηκε το πολιτικό ερώτημα της σχέσης με τα συγκεκριμένα υποκείμενα που βιώνουν αυτές τις συγκρούσεις.»

Το ίδιο πράγμα συμβαίνει σήμερα στην Ουκρανία. Δεν βλέπει κανείς και συχνά δεν θέλει να βλέπει τους αντι-φιλελεύθερους και αναρχικούς που απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα αποφάσισαν να αντισταθούν, τόσο με όπλα όσο και χωρίς όπλα, διατηρώντας την κριτική τους αυτονομία από την κυβέρνηση Ζελένσκι, την οποία αντιμάχονται ακόμη και σε αυτή την πολεμική φάση, όταν παίρνει νεοφιλελεύθερα μέτρα ιδιαίτερα ενάντια στα δικαιώματα των εργαζομένων γυναικών.

Μια εκπρόσωπος του ιταλικού φεμινισμού έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, σίγουρα υψηλής ποιότητας πνευματικά, πολιτικά και ηθικά, με θέμα «τι να κάνουμε;» σε αυτή τη φάση. Τάχθηκε υπέρ της υποστήριξης των Ρώσων αντιφρονούντων «αλλά και εκείνων στην Ουκρανία, αν υπάρχουν» (τα πλάγια γράμματα δικά μας). Αυτό είναι ένα κραυγαλέο παράδειγμα της αδυναμίας να διατηρηθεί μια αντιπαραθετική συζήτηση με την ουκρανική αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα που υποστηρίζουν την ένοπλη αντίσταση και ζητούν την αποστολή όπλων από τις χώρες του ΝΑΤΟ.

Αυτός ο περιορισμός συνοδεύεται από την αμφισβήτηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, το οποίο αντιμετωπίζεται με καχυποψία επειδή αποτελεί προάγγελο του εθνικισμού και του ταυτοτισμού. Και με αυτόν τον τρόπο, οι νόμιμες ουκρανικές προσδοκίες να οικοδομήσουν τη δική τους δημοκρατία, το δικό τους μέλλον, διαγράφονται.

Ακόμα και αν κάποιος διαφωνεί με την αποστολή όπλων από το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη, πρέπει να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του αιτήματος της Ουκρανίας για αυτά και να αντιμετωπίσει τις αιτίες του. Και πρέπει κανείς να αναγνωρίσει και να συναντηθεί με τους Ουκρανούς.

Αυτή η πρακτική της συνάντησης ήταν και είναι το επίκεντρο πολλών αντιπροσωπειών και καραβανιών που έχουν αναχωρήσει για την Ουκρανία τους τελευταίους μήνες, με πολιτικούς στόχους μαζί με ανθρωπιστικούς. Σε αυτά τα χρόνια μάθαμε πόσο αναγκαία είναι μια αμοιβαία καθώς και μια αντιπαραθετική πολιτική και πρακτική. Αμοιβαιότητα σημαίνει πρώτα μια άμεση σχέση με τις Ουκρανές και τους Ουκρανούς που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τους ή είναι ήδη παρόντες στην Ιταλία ως ακτιβιστές και εργαζόμενοι (οι οποίοι τις τελευταίες εβδομάδες έχουν επίσης επιδείξει με αξιοπρέπεια και σταθερότητα την επιθυμία τους για ειρήνη, δικαιοσύνη και ελευθερία για την Ουκρανία) και με τους ανθρώπους στη Ρωσία που δεν θέλουν αυτόν τον πόλεμο – να προσπαθήσουμε μαζί τους να αποστρατιωτικοποιήσουμε τις συνειδήσεις μας και τις σχέσεις μας και μαζί τους να βρούμε τι υποστήριξη μπορούμε να δώσουμε εδώ και στις χώρες τους. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περάσουμε αυτή τη γραμμή και να γίνουμε ένα μεγάφωνο για την ουκρανική, τη ρωσική και την ανατολικοευρωπαϊκή ριζοσπαστική αριστερά, η οποία πολύ συχνά αγνοείται ή αντιμετωπίζεται υποτιμητικά.

Είναι πλέον σαφές ότι αυτός ο πόλεμος, όπως και όσοι διεξάγονται από τον δυτικό ιμπεριαλισμό, είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης ενός καπιταλιστικού συστήματος που έχει επιλέξει τον δρόμο του χρηματοπιστωτικού και κερδοσκοπικού κέρδους και τον αλληλένδετο δρόμο της αυξημένης εκμετάλλευσης σε πλανητικό επίπεδο – στον οποίο προστίθενται οι αυταρχικές και επεκτατικές τάσεις που είναι εμφανείς σήμερα στην επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας.

Αυτή η εκμετάλλευση και αυτές οι αυταρχικές πολιτικές μπορούν να διατηρηθούν μόνο μέσω της σταδιακής αποψίλωσης της δημοκρατικής συμμετοχής και των δικαιωμάτων των γυναικών και των ανδρών. Για να μπορέσει να γίνει αυτό, το στρατιωτικό μέσο, τόσο το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό των κρατών, δεν είναι δευτερεύον, άρα η καταστολή και ο πόλεμος – ο πόλεμος κατά των λαών.

Το να αγωνιζόμαστε για έναν κόσμο χωρίς πόλεμο και στρατιωτική καταστολή σημαίνει να συμπαραστεκόμαστε στους καταπιεσμένους στον αγώνα τους για απελευθέρωση και να υποστηρίζουμε σθεναρά και με πάθος τις δυναμικές που αναδύονται σε όλο τον κόσμο για αυτή την απελευθέρωση. Και ακόμη και σε αυτή την κρίση, η οικοδόμηση της ειρήνης σημαίνει οικοδόμηση της κοινωνικής δικαιοσύνης – δίπλα σε άλλες αντιφιλελεύθερες, αναρχικές και αντιεξουσιαστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που χρειάζονται επίσης την ενεργό, παθιασμένη και αφοσιωμένη υποστήριξή μας.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Piero Maestri, “The Italian Left and the War in Ukraine”, New Politics, τόμος XIX, τεύχος 1, καλοκαίρι 2022, https://newpol.org/issue_post/the-italian-left-and-the-war-in-ukraine/. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 14 Αυγούστου 2022, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7776.

 

 

Σημειώσεις

1 Στις 4 Απριλίου, η ANPI δημοσίευσε μια δήλωση σχετικά με τα εγκλήματα της Μπούτσα που έλεγε: «Η ANPI καταδικάζει έντονα τη σφαγή της Μπούτσα, προσβλέποντας σε μια διεθνή εξεταστική επιτροπή υπό την ηγεσία του ΟΗΕ, αποτελούμενη από εκπροσώπους ουδέτερων χωρών, για να εξακριβώσει τι πραγματικά συνέβη, γιατί συνέβη και ποιοι είναι οι δράστες. Αυτή η τρομερή υπόθεση επιβεβαιώνει την επείγουσα ανάγκη να δοθεί ένα τέλος στη φρίκη του πολέμου και στην πολεμική μανία που αυξάνεται καθημερινά». Η δήλωση κρίθηκε διφορούμενη και μάλλον «ισορροπημένη», πολύ περισσότερο όταν προέρχεται από μια ένωση που επικαλείται τις αξίες του αντιφασισμού και της αντίστασης (συμπεριλαμβανομένης της ένοπλης αντίστασης) στον ναζιστικό φασισμό. Από εκεί προέκυψε μια θορυβώδης και ιδιαίτερα καθοδηγούμενη από τα ΜΜΕ εκστρατεία επίθεσης κατά του προέδρου της ANPI.

2 Michael Karadjis, “On the fantastic tale that ‘the Ukrainian army killed 14,000 ethnic Russians in Donbas between 2014 and 2022’”, Syrian Revolution Commentary and Analysis, 16 Ιουνίου 2022, https://mkaradjis.com/2022/06/16/on-the-fantastic-tale-that-the-ukrainian-army-killed-14000-ethnic-russians-in-donbas-between-2014-and-2022/ [Michael Karadjis, «Για το απίθανο παραμύθι περί “ουκρανικού στρατού που σκότωσε 14.000 Ρώσους στο Ντονμπάς από το 2014 ως το 2022”», e la libertà, 20 Ιουνίου 2022, https://www.elaliberta.gr/

3 Piero Maestri, «Contro le guerre presenti e invisibili», Jacobin Italia, 17 Ιανουαρίου 2020, https://jacobinitalia.it/contro-le-guerre-presenti-e-invisibili/.

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2022 16:32

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.