Η σημαία των Μαπούτσε κυματίζει Πλάζα δε λα Διγνιδάδ, Σαντιάγο της Χιλής στις πρώτες μέρες της εξέγερσης του Οκτώβρη του 2019, (Pic: Instagram/Susana Hidalgo)
Claudia Hernández Aliaga
Η αντίσταση των Μαπούτσε, ένας φάρος ελπίδας στη Χιλή
Όταν ξέσπασε η κοινωνική εξέγερση στη Χιλή τον Οκτώβριο του 2019, δεν είχαμε ιδέα ότι έξι χρόνια αργότερα θα βρισκόμασταν στη θέση που βρισκόμαστε σήμερα. Στις προεδρικές εκλογές της 14ης Δεκεμβρίου, 7,2 εκατομμύρια άνθρωποι (58% των ψηφοφόρων) ψήφισαν τον Χοσέ Αντόνιο Καστ, τον προτιμώμενο υποψήφιο της ακροδεξιάς, ο οποίος είναι πλέον ο εκλεγμένος πρόεδρος.
Οι μέρες της εξέγερσης του 2019 είναι ακόμα νωπές στη μνήμη μου. Θυμάμαι το τεράστιο αστέρι των Μαπούτσε που είχε τοποθετηθεί στην Πλατεία της Αξιοπρέπειας –όπως ονομάζαμε τότε την Πλατεία Ιταλίας– το κέντρο της πρωτεύουσας Σαντιάγο. Εκατοντάδες χιλιάδες από εμάς φώναζαν συνθήματα διαμαρτυρίας (afafanes) ενώ οι σημαίες των Μαπούτσε ανέμιζαν στον αέρα.
Αν υπήρχε ένα σύμβολο που ενσάρκωνε την εξέγερση και την αντίσταση της εξέγερσης, αυτό ήταν η σημαία των Μαπούτσε. Το αστέρι της έφερε στην επιφάνεια τα βαθύτερα συναισθήματά μας για τις αδικίες που μαστίζουν τη χώρα μας.
Είναι αλήθεια ότι κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει αυτό που ζήσαμε κατά τη διάρκεια του Estallido [Έκρηξη], όπως ονομάζεται η εξέγερση στη Χιλή. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο έχει αποδυναμωθεί η κοινή μας συλλογική συνείδηση με βαραίνει όταν θυμάμαι πώς η δεξιά άρχισε να ανακτά επιρροή από τον Μάιο του 2023. Από τότε, η ικανότητα της ακροδεξιάς να εκμεταλλεύεται την εξάντληση, τον φόβο και την αποπολιτικοποίηση σε μια χώρα που μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχε απαιτήσει βαθιές αλλαγές, είναι εμφανής.
Όταν έφυγα από τη Χιλή στα τέλη του 2020, οι προτεραιότητες ήταν οι ίδιες με αυτές που τέθηκαν το 2019 με το σύνθημα «μέχρι η αξιοπρέπεια να γίνει ο κανόνας». Ζητούσαμε αξιοπρεπείς μισθούς, την κατάργηση του συστήματος συνταξιοδότησης AFP, δωρεάν δημόσια εκπαίδευση χωρίς χρέη για τις σπουδές, καθολική δημόσια υγειονομική περίθαλψη, αξιοπρεπή στέγαση, ελευθερία για τους πολιτικούς κρατούμενους που φυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και αναγνώριση των εδαφικών και πολιτικών δικαιωμάτων των Μαπούτσε.
Επέστρεψα στη Χιλή πριν από τέσσερις μήνες και σήμερα μου φαίνεται σαν μια διαφορετική χώρα. Κάποιος θα μπορούσε να πειστεί ότι τα κύρια προβλήματα τώρα είναι η ασφάλεια, η τάξη και η μετανάστευση. Η κοινωνική ανισότητα δεν συζητείται πλέον, ούτε η εξέγερση, ούτε οι χιλιάδες φορές που υψώθηκε η σημαία των Μαπούτσε ως έμβλημα αξιοπρέπειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθώς οι συζητήσεις καταστέλλονται και οι προεκλογικές καμπάνιες επιβάλλουν μια ατζέντα που διχάζει, αξίζει να προσέξουμε πώς έχει ανασυνταχθεί η άρχουσα τάξη. Η αντεπίθεση, στην οποία τώρα ηγείται η ακροδεξιά, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική στην αποκατάσταση της νεοφιλελεύθερης τάξης, οδήγησε σε κρίση το Estallido.
Οι εκλογές του 2025 δεν είναι παρά το τελευταίο κεφάλαιο ενός σχεδίου που αποσκοπεί στο να σφραγίσει τις ρωγμές που άνοιξαν το 2019 και να διατηρήσει ένα καθεστώς αποικιακής και εκμεταλλευτικής βίας που είναι ιδιαίτερα σκληρό εδώ στο Ουαλλμάπου (έδαφος των Μαπούτσε).
Αυτή η βία δεν τελείωσε με την κυβέρνηση του Γκαμπριέλ Μπόριτς. Αντίθετα, την ενίσχυσε μέσω της περαιτέρω στρατιωτικοποίησης, των δικαστικών διώξεων και της κανονικοποίησης της καταστολής. Η εξαφάνιση της Χούλια Τσούνιλ είναι ένα βασικό στοιχείο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να κατανοήσουμε αυτή τη συνέχεια.
Ένας χρόνο χωρίς τη Χούλια Τσουνίλ
Η Χούλια Τσουνίλ είναι παπάι (πρεσβύτερη), ηγέτιδα και υπερασπίστρια της γης των Μαπούτσε από την αγροτική περιοχή του Μάφιλ, στην περιοχή Λος Ρίος της νότιας Χιλής. Εξαφανίστηκε πριν από ένα χρόνο σε εδάφη που ανακτήθηκαν από την κοινότητά της. Η τύχη της παραμένει άγνωστη.
Η έρευνα της Εισαγγελίας έχει σημαδευτεί από παρατυπίες: η οικογένεια έχει παραμείνει εντελώς στο σκοτάδι, υπάρχει έλλειψη διαφάνειας και έχουν χαθεί αποδεικτικά στοιχεία. Οι αρχές δεν έχουν τηρήσει τα απαραίτητα πρωτόκολλα και έχουν καταβάλει σαφείς προσπάθειες να αποπολιτικοποιήσουν τον ρόλο της ως υπερασπίστριας της γης, καθώς και να συμμετάσχουν στην παράνομη εξαναγκαστική και ενοχοποιητική συμπεριφορά έναντι μιας από τις κόρες της Τσούνιλ.
Έφτασα στο Ουαλλμάπου στις 30 Σεπτεμβρίου, την ίδια μέρα που η Καρίνα Ρικέλμε, η δικηγόρος της οικογένειας Τσούνιλ, ανακοίνωσε μια τρομερή είδηση.
Εκείνη την ημέρα, η Ρικέλμε κατήγγειλε παράτυπες πρακτικές στην έρευνα και αποκάλυψε ότι είχαν υποκλαπεί δύο τηλεφωνικές κλήσεις από έναν από τους κύριους υπόπτους, τον μεγιστάνα της υλοτομίας Χουάν Κάρλος Μόρστατ Ανβάντερ, νόμιμο ιδιοκτήτη της γης που ανακτήθηκε από την κοινότητα της Τσούνιλ, στις οποίες ισχυριζόταν ότι είχε καεί.

Η είδηση προκάλεσε άμεση κατακραυγή.
Την επόμενη μέρα, βγήκαμε στους δρόμους σε πόλεις και κωμοπόλεις σε όλη τη χώρα για να διαμαρτυρηθούμε, απαιτώντας αλήθεια και δικαιοσύνη για την παπάι. Το όνομά της είναι συνεχώς στα χείλη μας και έχει τιμηθεί σε πορείες, αγρυπνίες, τελετές, πολιτιστικές εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις που διοργανώθηκαν από οργανώσεις Μαπούτσε, φεμινιστικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις.
Η εξαφάνιση της Τσούνιλ είναι ένα ακόμη παράδειγμα ενός καταστροφικού ιστορικού μοτίβου που συνεχίζει να επαναλαμβάνεται. Οι υποθέσεις της Νικολάσα Κουιντρεμάν (2013), της Μακαρένα Βαλντές (2016) και της Εμίλια Μπάου (2021), όλες υπερασπίστριες των Μαπούτσε που δολοφονήθηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες, καταδεικνύουν την επιμονή ενός καθεστώτος αποικιακής βίας που έχει ως στόχο τις γυναίκες Μαπούτσε που υπερασπίζονται το έδαφός τους.
Διαρκής στρατιωτικοποίηση στο Ουαλλμάπου
Οι προεδρικές εκλογές στις 16 Νοεμβρίου και στις 14 Δεκεμβρίου δεν βιώθηκαν με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν ψήφισαν όλοι υπό τις ίδιες συνθήκες.
Το Ουαλλμάπου βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης από τον Οκτώβριο του 2021. Αρχικά κηρύχθηκε από την κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Πινιέρα και στη συνέχεια παρατάθηκε χωρίς διακοπή από την κυβέρνηση του Γκαμπριέλ Μπόριτς. Αυτό επέτρεψε τη στρατιωτικοποίηση, ειδικά στις λεγόμενες «ζώνες σύγκρουσης», όπου οι προσπάθειες ανάκτησης εδαφών των Μαπούτσε έχουν αποκτήσει δυναμική.
Δεν υπάρχουν δημόσιες, έγκυρες πληροφόσεις σχετικά με τον συνολικό αριθμό των αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων, τις βάσεις τους, τα σημεία ελέγχου ή τις ομάδες μυστικών υπηρεσίας που δρουν στο Ουαλλμάπου. Αυτό που γνωρίζουμε είναι οι ειδικές ενισχύσεις, όπως οι 2.500 στρατιωτικοί που στάλθηκαν για να φυλάξουν τα εκλογικά τμήματα στη Λα Αραουκανία, και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές για αστυνομική βία και κακοποίηση, ειδικά εναντίον παιδιών και νέων Μαπούτσε.
Γνωρίζουμε επίσης ότι η καθημερινή ζωή έχει αλλάξει, και όχι μόνο στις κηρυγμένες «ζώνες σύγκρουσης». Σε πόλεις όπως το Τεμούκο, η εύρεση μέσων μαζικής μεταφοράς μετά τις εννέα το βράδυ αποτελεί πρόκληση. Οι δρόμοι αδειάζουν, τα καταστήματα και τα εστιατόρια κλείνουν, σαν να ισχύει μια αδήλωτη, de facto απαγόρευση κυκλοφορίας.
Αν και αυτό το κύμα στρατιωτικοποίησης συνεχίζεται για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, δεν είναι κάτι καινούργιο για τον λαό Μαπούτσε. Είχε συμβεί και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοτσέτ (1973-1989) και, αν πάμε λίγο πιο πίσω, μόλις τρεις γενιές νωρίτερα, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι Μαπούτσε βίωσαν την εισβολή του χιλιανού στρατού, την εκδίωξη και την αποικιοποίηση σχεδόν του 95% του προγονικού τους εδάφους, καθώς και την προσάρτηση. Αυτή η ανοιχτή και επίμονη δομική πληγή συνεχίζει να σημαδεύει το παρόν.
Αυτό επιδεινώνεται από την ποινικοποίηση των Μαπούτσε μέσω της δημιουργίας ενός πολιτικού, δημοσιογραφικού και νομικού κλίματος στο οποίο το να είσαι Μαπούτσε, να υπερασπίζεσαι το έδαφος, να είσαι ηγέτης της κοινότητας ή να συμμετέχεις σε διαδικασίες αποκατάστασης θεωρείται απειλή ή έγκλημα κατά της ιδιωτικής περιουσίας, της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας.
Η πιο ανησυχητική έκφραση αυτού του φαινομένου είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Radio Kurruf, υπάρχουν περισσότεροι από 100 πολιτικοί κρατούμενοι Μαπούτσε στις φυλακές της Χιλής. Ο αριθμός αυτός έχει αυξηθεί σταθερά από την περίοδο μετά τη δικτατορία, καθώς και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μπόριτς.
Για να κατανοήσουμε την πλήρη εικόνα, πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη την ατιμωρησία. Με αυτό εννοώ όχι μόνο την ποινική ατιμωρησία, αλλά και την πολιτική και δομική ατιμωρησία: τις καθυστερήσεις στις έρευνες, τις διαδικαστικές παραλείψεις, τις σιωπηρές συγκαλύψεις και την απουσία τιμωριών για επιχειρηματίες και εργοδότες που εξοπλίζονται και επωφελούνται από την εκδίωξη. Είμαστε βαθιά συγκλονισμένοι από την υπόθεση της Χούλια Τσούνιλ, επειδή στην περίπτωσή της όλες αυτές οι πτυχές λειτουργούν ταυτόχρονα με τρόπο που είναι πλήρως ορατός στο κοινό.
Η στρατιωτικοποίηση, η ποινικοποίηση και η ατιμωρησία δεν είναι μεμονωμένα ή περιστασιακά φαινόμενα. Αποτελούν μέρος μιας στρατηγικής εδαφικού ελέγχου που εφαρμόζει το κράτος για να προστατεύσει τα συμφέροντα του αποικιακού κεφαλαίου που βασίζεται στην εξόρυξη φυσικών πόρων. Μαζί δημιουργούν μια στρατηγική καταστολής της εξέγερσης που βασίζεται στον εδαφικό, νομικό και δημοσιογραφικό έλεγχο, καθώς και στη στρατιωτικοποιημένη συσσώρευση πλούτου που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της υπεράσπισης του εδάφους και των τρόπων ζωής που διατηρεί και υπερασπίζεται ο λαός Μαπούτσε.
Βλέποντας το παρόν, πέρα από τις εκλογές
Η σαφήνεια σε αυτό το θέμα μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτό που η Αλόντρα Κάρριγιο αποκαλεί νεοφιλελεύθερη συναίνεση είναι, στην πραγματικότητα, άρρηκτα συνδεδεμένο με μια αποικιακή συναίνεση: μια σιωπηρή συμφωνία ότι η μια κυβέρνηση μετά την άλλη θα κανονικοποιήσει τη βία κατά του λαού των Μαπούτσε και θα επιτρέψει την ποινικοποίηση, τη φίμωση και την ατιμωρησία.
Αντιμετωπίζουμε αυτή την δυσάρεστη αλήθεια στην υπόθεση Τσούνιλ. Παρά την αντιδραστική επίθεση και το κλείσιμο των οριζόντων που άνοιξε η κοινωνική εξέγερση, η αντίσταση των Μαπούτσε συνεχίζεται, βασισμένη σε μια μακρά μνήμη υπεράσπισης του εδάφους ενάντια σε αποικιακά σχέδια τα οποία δεν εξαφανίζονται ποτέ εντελώς.
Αντιμέτωποι με την άνοδο της ακροδεξιάς –και την αναδιάταξη των ελίτ που επιδιώκουν να προστατεύσουν τη νεοφιλελεύθερη τάξη– η υιοθέτηση του αγώνα των Μαπούτσε ως πολιτικού οδηγού δεν είναι μια συμβολική χειρονομία, αλλά μάλλον ένας οδηγός για το παρόν. Φέρνει στο προσκήνιο πρακτικές που δεν υποκύπτουν στη βία του κράτους και που υφαίνουν κοινοτικά δίκτυα ενάντια στη στρατιωτικοποίηση και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.
Σήμερα, το όνομα της Χούλια Τσούνιλ δεν αποτελεί απλά μια πρόκληση για το κράτος. Η μνήμη της είναι μια ζωντανή δύναμη που τροφοδοτεί τους αγώνες που έρχονται, σε ένα πλαίσιο στο οποίο, υπό την κυβέρνηση του Καστ, οι συνθήκες αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο σκληρές. Το όνομά της φωτίζει έναν ορίζοντα αξιοπρέπειας, αυτονομίας και υπεράσπισης του εδάφους. Ίσως αυτό –και ακριβώς αυτό– να γίνει ο φωτεινότερος φάρος καθώς πορευόμαστε μέσα στις σκοτεινές εποχές που μας περιμένουν.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Claudia Hernández Aliaga, “Mapuche resistance, a beacon of hope in Chile”, Ojalá, 18 Δεκεμβρίου 2025, https://www.ojala.mx/en/ojala-en/mapuche-resistance-a-beacon-of-hope-in-chile. New Politics, 24 Δεκεμβρίου 2025, https://newpol.org/mapuche-resistance-a-beacon-of-hope-in-chile/.

