Τρίτη, 03 Μαρτίου 2026 15:01

Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επίσης να κάνει με χοντρά λεφτά - του Romaric Godin

Καπνός ανεβαίνει μετά από μια σειρά εκρήξεων στην Τεχεράνη του Ιράν την 1η Μαρτίου 2026. Fatemeh Bahrami/Anadolu μέσω Getty Images

Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επίσης να κάνει με χοντρά λεφτά

του Romaric Godin

ΠΗΓΗRomaric Godin “La guerre en Iran est aussi une affaire de gros sous” Mediapart, 3/3/2026.]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Τάσος Αναστασιάδης

Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ αναλύεται συχνά από καθαρά γεωπολιτική σκοπιά. Ωστόσο, τα οικονομικά κίνητρα είναι καθοριστικά για την κατανόηση της έναρξης της σύγκρουσης και των στόχων της Ουάσιγκτον.

Εκ πρώτης όψεως, το πράγμα μοιάζει προφανές. Η νέα στρατιωτική περιπέτεια στην οποία έχουν εμπλακεί ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Ισραηλινός σύμμαχός του εναντίον του Ιράν φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας αστείρευτης δίψας για εξουσία. Και η οικονομία, από αυτή την άποψη, φαίνεται να είναι απλώς θύμα της λογικής αυτής.

Τη Δευτέρα 2 Μαρτίου, η επέκταση της σύγκρουσης σε ολόκληρη την περιοχή, η πιθανή παράτασή της στο χρόνο και η απειλή αποκλεισμού των στενών του Ορμούζ, από το οποίο διέρχονται καθημερινά 149 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, προκάλεσαν άνοδο στην τιμή του μαύρου χρυσού. Η τιμή του βαρελιού πετρελαίου Brent της Βόρειας Θάλασσας σημείωσε άνοδο έως και 13%, πριν σταθεροποιηθεί σε αύξηση 7%. Η γεωπολιτική αστάθεια ανησυχεί τις επιχειρήσεις και προκάλεσε μια διόρθωση στις χρηματιστηριακές αγορές.

Όλα αυτά τροφοδοτούν την ιδέα ότι αυτός ο πόλεμος δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της επιθυμίας του αφεντικού του Λευκού Οίκου να επιδείξει τη δύναμή του, με θύμα την οικονομία. Γενικότερα, αυτό που προκύπτει από την αφήγηση αυτή είναι η ιδέα ότι η λογική από εδώ και στο εξής θα ήταν καθαρά γεωπολιτική και θα επικρατούσε πλέον στον κόσμο.

Η συνέπεια της ερμηνείας αυτής είναι ότι τα οικονομικά ζητήματα θα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τα παιχνίδια της εξουσίας. Αν θέλαμε να προχωρήσουμε αυτή την ιδέα μέχρι το τέλος της, θα μπορούσαμε σχεδόν να δούμε σε αυτήν μια κριτική της ίδιας της έννοιας του καπιταλισμού, αφού πλέον η λογική της συσσώρευσης κεφαλαίου δεν θα διαδραμάτιζε πλέον κεντρικό ρόλο στις συγκρούσεις του κόσμου. Πρόκειται, εξάλλου, για μια αφήγηση που φαίνεται να επιβάλλεται σιγά-σιγά με τις βίαιες ενέργειες του Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίες θα ήταν «απολύτως παράλογες» από οικονομική άποψη.

Στην περίπτωση του Ιράν ειδικότερα, οι ίδιες οι διαπραγματεύσεις πριν από την έναρξη του πολέμου, κατά τις οποίες το καθεστώς της Τεχεράνης φέρεται να δέχτηκε οικονομικές παραχωρήσεις, και ιδίως να ανοίξει τους τομείς του φυσικού αερίου και του πετρελαίου στις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, θα επιβεβαίωνε αυτή τη μη οικονομική ερμηνεία της σύγκρουσης. Αλλά αυτή η οπτική είναι υπερβολικά στενή.

Ο πόλεμος ως μέσο για τη συνέχιση της συσσώρευσης

Πράγματι, η ίδια η χρονική στιγμή της έναρξης αυτής της σύγκρουσης μπορεί να κατανοηθεί μόνο σε ένα συγκεκριμένο οικονομικό πλαίσιο. Αυτό ισχύει για την ιρανική πλευρά: η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετώπισε, στα τέλη του 2025, μια ανεπανάληπτη εξέγερση του πληθυσμού της, ο οποίος είναι εξοργισμένος με το αδιέξοδο της οικονομικής της διαχείρισης. Αυτό την οδήγησε σε μια βίαιη καταστολή που αποδυνάμωσε τα θεμέλια του καθεστώτος.

Αλλά το ίδιο ισχύει και για την αμερικανική πλευρά: ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί πλέον να κρύψει την οικονομική του αποτυχία. Έχοντας εκλεγεί με την υπόσχεση να τερματίσει την κρίση αγοραστικής δύναμης και την αποβιομηχάνιση της χώρας, αναγκάζεται τώρα να επαναλάβει τα επιχειρήματα των προκατόχων του και να αρνιέται το προφανές, δηλαδή την ύπαρξη μιας κρίσης στο βιοτικό επίπεδο των συμπατριωτών του. Η προστατευτική πολιτική του δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην αποβιομηχάνιση της χώρας και η βιομηχανική απασχόληση συνεχίζει να μειώνεται.

Στην πραγματικότητα, το καθεστώς της Ουάσιγκτον προωθεί μια ανάπτυξη που βασίζεται στη φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης και στην έκρηξη των δαπανών για την υγεία. Στην ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης, την περασμένη εβδομάδα, ο Τραμπ έθεσε επί σκηνής αυτή την άρνησή του να αναγνωρίσει αυτά τα πραγματικά προβλήματα. Όμως, μόλις λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, όπου μια ήττα θα του ήταν εφιάλτης, έπρεπε επίσης να βρει ένα αντιπερισπασμό. Στην περίπτωση αυτή, ένας «καλός πόλεμος» είναι πάντα η καλύτερη λύση για να επιβληθεί μια εθνική ενότητα πίσω από τον ηγέτη που βρίσκεται στην εξουσία.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να το θεωρήσουμε αυτό ως απλώς στοιχείο της συγκυρίας. Η κρίση της «affordability», όπως λέγεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με την οποία περιγράφεται η κρίση της αγοραστικής δύναμης, είναι στην πραγματικότητα δομική, δηλαδή βαθιά ριζωμένη στις αντιφάσεις του οικονομικού μοντέλου της πρώτης παγκόσμιας δύναμης. Ούτε η λιτότητα του Μπαράκ Ομπάμα, ούτε η ανάκαμψη του Τζο Μπάιντεν, ούτε καν ο προστατευτισμός του Ντόναλντ Τραμπ μπόρεσαν να λύσουν πραγματικά αυτή την κρίση.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο πόλεμος ως πολιτική και οικονομική διέξοδος γίνεται μια ουσιαστική αναγκαιότητα για τη διαχείριση της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών, ένα μέσον για να εξασφαλιστεί η συνέχιση της συσσώρευσης. Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτό που συνιστά σήμερα τη δύναμη της οικονομίας των Ηνωμένων Πολιτειών, εκτός από την κατανάλωση των νοικοκυριών, δηλαδή στους βασικούς τομείς που επιτρέπουν τη συσσώρευση σε αυτή τη χώρα.

Η πρώτη οικονομία του κόσμου, βαθιά αποβιομηχανοποιημένη, στηρίζεται πράγματι σε τέσσερις μεγάλους πυλώνες: τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τον στρατιωτικό τομέα, την εξόρυξη υδρογονανθράκων και την τεχνολογία αιχμής. Ωστόσο, όπως θα δούμε, ο πόλεμος στο Ιράν ανταποκρίνεται απόλυτα στις ανάγκες αυτών των τεσσάρων τομέων.

Εξασφάλιση της υπεροχής του δολαρίου

Πρώτα-πρώτα, χρησιμοποιώντας τη βία και σκοτώνοντας ή απαγάγοντας αρχηγούς κρατών των καθεστώτων που θεωρεί εχθρικά, η Ουάσιγκτον εδραιώνει το καθεστώς της ως «πρώτης παγκόσμιας δύναμης», το οποίο δεν ήταν πλέον τόσο προφανές σε μια εποχή που η Κίνα έχει ξεπεράσει πλέον την κατάσταση του να είναι το εργοστάσιο του κόσμου που χρηματοδοτείται από αμερικανικά κεφάλαια και έχει γίνει μια αυτόνομη δύναμη που επιδιώκει να επιβληθεί στον στρατιωτικό και τεχνολογικό τομέα.

Ωστόσο, αυτή η θέση «κυρίαρχου του κόσμου» έχει κρίσιμη οικονομική σημασία για τον Λευκό Οίκο: εξασφαλίζει την κυριαρχία του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος. Αν οι παράγοντες σε όλο τον κόσμο εμπιστεύονται το πράσινο χαρτονόμισμα, αυτό γίνεται επειδή εμπιστεύονται την ικανότητά του να κυριαρχεί στον κόσμο. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι το δολάριο θα βρίσκει πάντα αγοραστές, επειδή στηρίζεται στη στρατιωτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αποδοχή αυτή είναι καθοριστική για την Ουάσιγκτον, της οποίας η οικονομία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση, δηλαδή χωρίς αυτή τη ζήτηση για δολάρια, όχι μόνο επειδή το δημόσιο έλλειμμα αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτού του οικονομικού μοντέλου, αλλά και επειδή η Wall Street χρησιμοποιεί τη ζήτηση για δολάρια ως πρώτη ύλη.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, και ακόμη περισσότερο από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία το 2025, ορισμένες δυνάμεις, με πρώτες την Κίνα και τη Ρωσία, προσπαθούν να «αποσυνδεθούν» από το σύστημα του δολαρίου ή τουλάχιστον προσποιούνται ότι θέλουν να το κάνουν.

Η επιβεβαίωση αυτής της σχεδόν μοναδικής ικανότητας των Ηνωμένων Πολιτειών να «αστυνομεύουν» όταν το κρίνουν σκόπιμο επιτρέπει την επαναβεβαίωση της κεντρικής θέσης του πράσινου νομίσματος. Ταυτόχρονα, επίσης επιβεβαιώνει και την αδυναμία της όποιας «εναλλακτικής». Ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα προσέτρεξαν να βοηθήσουν το Ιράν, επικυρώνοντας έτσι σιωπηρά την ιδέα της συνέχισης της αμερικανικής κυριαρχίας. Για αυτόν τον λόγο, τη Δευτέρα 2 Μαρτίου, το δολάριο ανέκαμψε έναντι των άλλων κύριων νομισμάτων παγκοσμίως.

Η χρήση του μιλιταρισμού

Αλλά φυσικά δεν είναι μόνο αυτό. Πίσω από αυτή την επέμβαση, όπως και πίσω από όλες τις επιδείξεις δύναμης του Ντόναλντ Τραμπ, υπάρχει η ιδέα της περαιτέρω ανάπτυξης του στρατιωτικού τομέα ως ενός τομέα αιχμής που κυριαρχείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν η ανάπτυξη δυσκολεύει, ο επανεξοπλισμός αναζωογονεί τη μηχανή.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα αυταρχικά καθεστώτα, και ιδίως τα φασιστικά, ανέπτυξαν πάντα τον στρατιωτικό τομέα. Πρόκειται για έναν τομέα που επιτρέπει να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της ανάπτυξης χάρη στις δημόσιες δαπάνες και να αντισταθμιστούν έτσι οι ανεπαρκείς τομείς της οικονομίας. Το 1913, στο βιβλίο της “Η συσσώρευση του κεφαλαίου”, η Ρόζα Λούξεμπουργκ εξηγούσε ότι ο «μιλιταρισμός» είναι ένα «πεδίο συσσώρευσης» του κεφαλαίου που αναπτύσσεται τόσο περισσότερο όσο ο «όλο και πιο σκληρός» ανταγωνισμός καθιστά όλο και πιο κρίσιμο τον έλεγχο των πόρων και των αγορών.

Όταν η παγκόσμια ανάπτυξη επιβραδύνεται, η μοιρασιά του γλυκού δυσκολεύει όλο και περισσότερο και οδηγεί φυσικά στη χρήση του μιλιταρισμού. Για δύο λόγους: πρώτον, επειδή δίνει την ψευδαίσθηση ότι αναζωογονεί την ανάπτυξη και, δεύτερον, επειδή επιτρέπει να ενισχυθούν οι ευκαιρίες λεηλασίας που έχουν καταστεί αναπόφευκτες για τους καπιταλιστές των μεγάλων δυνάμεων.

Μια οικονομία βασισμένη στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο

Ένα από τα διακυβεύματα του σημερινού πολέμου είναι ο έλεγχος της παραγωγής πετρελαίου, αλλά ο στόχος είναι ο πολιτικός έλεγχος. Αυτό το σημείο είναι ουσιαστικό. Ο στόχος της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη δεν είναι να εγκαθιδρυθεί μια φιλελεύθερη δημοκρατία: ο υπουργός Αμύνης Pete Hegseth το αναγνώρισε ανοιχτά, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν κάνουν καμία άσκηση οικοδόμησης της δημοκρατίας». Ο στόχος είναι ο πολιτικός έλεγχος της χώρας από την Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το σχήμα που έχει άλλωστε ήδη εφαρμοστεί στη Βενεζουέλα.

Με άλλα λόγια, θα ήταν τελείως λάθος να πιστέψουμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αρκεστεί σε παραχωρήσεις του ιρανικού καθεστώτος στον τομέα του πετρελαίου. Τέτοιες παραχωρήσεις θα άφηναν τον έλεγχο των ΗΠΑ να εξαρτάται από την καλή θέληση ενός καθεστώτος που θα παρέμενε περισσότερο ή λιγότερο εχθρικό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τη μακροπρόθεσμη διασφάλιση της παραγωγής του μαύρου χρυσού, αλλά και των διαύλων εφοδιασμού που θα κινδύνευαν από το ισλαμικό Ιράν και τους συμμάχους του, ιδίως τους Χούθι στην Υεμένη.

Επιπλέον, στο μυαλό του ενοίκου του Λευκού Οίκου, θα μπορούσε ακόμη και να συνυπάρχει και η ιδέα μιας αποδυνάμωσης της Κίνας, δεδομένου ότι το Ιράν είναι ο πρώτος προμηθευτής του Πεκίνου και ο Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίζεται ότι δεν βλέπει ανεμογεννήτριες ή ηλιακούς συλλέκτες στην Κίνα. Σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια οπτική προϋποθέτει μια άμεση και συγκεκριμένη ανάληψη του ελέγχου.

Πίσω από το χτύπημα, λοιπόν, υπάρχει ένας κρίσιμος οικονομικός στόχος για το ίδιο το οικονομικό μοντέλο που ονειρεύεται ο Ντόναλντ Τραμπ, δηλαδή μια οικονομία που να βασίζεται και πάλι πλήρως στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, με την υποστήριξη των πανίσχυρων πετρελαϊκών ομίλων. Είναι ένα όνειρο που ο Αμερικανός πρόεδρος ποτέ δεν το έκρυψε και που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της δημιουργίας ενός δικτύου υποτελών γύρω από την Ουάσινγκτον. Οι Ευρωπαίοι, που πρόσφατα αποτέλεσαν στόχο της ίδιας λογικής, φαίνεται να το ξέχασαν ξαφνικά, τώρα που αυτή στρέφεται προς άλλους αποδέκτες.

Ο κόμβος τεχνολογίας-άμυνας

Υπάρχει και ένας άλλος στόχος του πολέμου: η τροφοδότηση του εξοπλιστικού τομέα, μέσω τουλάχιστον τριών μοχλών. Ο πρώτος, κλασικός, συνίσταται στην δικαιολόγηση της στρατιωτικής παραγωγής. Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία μιας τέτοιας παραγωγής είναι ότι, πέρα από την περιστασιακή της ικανότητα να στηρίζει την ανάπτυξη, πρέπει επιπλέον να μπορεί και να ανανεώνεται και να αναπτύσσεται συνεχώς.

Η χρήση της βίας επιτρέπει έτσι να δικαιολογηθεί η προηγούμενη παραγωγή όπλων, δείχνοντας τη χρησιμότητά της, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει την παραγωγή και περισσότερων όπλων για να καλυφθούν οι ανάγκες της τωρινής και των μελλοντικών συγκρούσεων. Η μιλιταριστική ανάπτυξη αποτελεί μια φυγή προς τα εμπρός που καταλήγει σε καταστροφή. Από αυτή τη σκοπιά, καμία σύγκρουση δεν είναι απαλλαγμένη από βαθύτερα οικονομικά κίνητρα στο πλαίσιο του καπιταλισμού.

Όσοι τρέφουν ψευδαισθήσεις, για παράδειγμα, σχετικά με τον «ψυχρό πόλεμο», κατά τον οποίο θα είχε αποφευχθεί μια μεγάλη σύγκρουση, ξεχνούν όχι μόνο τις μυριάδες «δευτερεύουσες» συγκρούσεις, ορισμένες από τις οποίες ήταν πολύ αιματηρές (Κορέα, Βιετνάμ, Αγκόλα, Κεντρική Αμερική, Μοζαμβίκη, για να αναφέρουμε μόνο μερικές...), αλλά και την κληρονομιά που έχουν αφήσει οι προηγούμενες παραγωγές όπλων στους σημερινούς πολέμους, ξεκινώντας από αυτόν στην Ουκρανία. Η απαίτηση της ανάπτυξης σημαίνει ότι τα όπλα δεν κατασκευάζονται χωρίς επιπτώσεις.

Ένας πόλεμος αποτελεί επίσης και μια εξαιρετική βιτρίνα για τις στρατιωτικές παραγωγές. Τα ιρανικά χτυπήματα στις χώρες του Κόλπου δεν μπορούν παρά να τις ωθήσουν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις δικές τους στρατιωτικές δαπάνες. Αλλά το ίδιο αντανακλαστικό μπορεί να συμβεί και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Και, για να ανταποκριθεί κανείς στη ζήτηση, πρέπει να είναι παρών και σε αυτή την εκστρατεία μάρκετινγκ που αντιπροσωπεύουν οι πραγματικές συγκρούσεις.

Σε μια ευρωπαϊκή οικονομική συγκυρία, που είναι πολύ πιο καταθλιπτική από των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι αδύνατο για τους γαλλικούς, γερμανικούς και βρετανικούς στρατιωτικούς τομείς να αφήσουν το πεδίο ελεύθερο στους ανταγωνιστές τους από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και απ’ το Ισραήλ. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοήσουμε την «καλή θέληση» αυτών των χωρών να αναλάβουν και αυτές ορισμένες «αμυντικές ενέργειες» εναντίον του Ιράν. Αυτό είναι ακόμη πιο κρίσιμο δεδομένου ότι οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται σημαντικά στην Γηραιά Ήπειρο και, πλέον, επιτρέπουν, για παράδειγμα, στη Γερμανία να βγει από τον βιομηχανικό της μαρασμό, στον οποίο βρίσκεται για σχεδόν μια δεκαετία.

Τέλος, ο σημερινός πόλεμος ανταποκρίνεται και σε μια θεμελιώδη απαίτηση του καπιταλιστικού πολέμου: τη λειτουργία του ως εκκολαπτηρίου τεχνολογίας. Συχνά, η στρατιωτική χρήση των τεχνολογιών επιτρέπει όχι μόνο να αναπτύσσονται τα πλεονεκτήματα έναντι του ανταγωνισμού, αλλά και να δημιουργηθούν εφαρμογές για μελλοντικές πολιτικές χρήσεις. Αυτός ο δεσμός τεχνολογίας-εξοπλισμού είναι ένας παραδοσιακός κινητήριος μοχλός για την αναθέρμανση της ανάπτυξης.

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε, σύμφωνα με την Wall Street Journal, τεχνητή νοημοσύνη στις επιθέσεις κατά του Ιράν, με τη χρήση των γλωσσικών μοντέλων Claude της Anthropic, που έγινε παρά την άρνηση της ίδιας της εταιρείας, σαν η στρατιωτική χρήση αυτής της τεχνολογίας να αποτελούσε ανώτερο συμφέρον. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτόν τον πόλεμο, δηλαδή το Ισραήλ, αποτελεί, ήδη από τη δεκαετία του 1990, έναν ειδικό παγκοσμίως σε αυτό ακριβώς το σημείο συνάντησης μεταξύ τεχνολογίας και άμυνας.

Συνοψίζοντας, τα κίνητρα αυτής της σύγκρουσης και, γενικότερα, της αναζωογόνησης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού εντάσσονται σε μια οικονομική λογική. Η λογική αυτή είναι η λογική μιας ληστρικής φυγής προς τα εμπρός, σε μια μάταιη προσπάθεια να ξεφύγει από τις αντιφάσεις του ύστερου καπιταλισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η λογική είναι η λογική της πρώτης οικονομικής δύναμης του κόσμου.

Οι κίνδυνοι για την παγκόσμια ανάπτυξη είναι προφανώς πραγματικοί, ιδίως επειδή η επιχείρηση μπορεί να κολλήσει ή και να αποτύχει. Όμως ο Ντόναλντ Τραμπ είναι πεπεισμένος ότι η χώρα του είναι προστατευμένη με τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου της και ότι μακροπρόθεσμα θα κερδίσει περισσότερα από όσα θα χάσει. Η λογική του είναι αυτή της καταστροφής που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Κάθε προσπάθεια να αναχθεί αυτό που συμβαίνει σε ένα απλό παιχνίδι «δυνάμεων» δεν καταφέρνει, τελικά, παρά μόνο να υποτιμήσει τη λογική αυτή.

3/3/2026

https://www.mediapart.fr/journal/international/030326/la-guerre-en-iran-est-aussi-une-affaire-de-gros-sous

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 03 Μαρτίου 2026 15:18

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.