Κινητοποίηση των εργαζομένων στην εταιρεία Zenobia κοντά στη Δαμασκό, 9 Ιουνίου 2026 (Zanobia Workers/Facebook)
Joseph Daher
Η απογοήτευση και ο θυμός αυξάνονται στους δρόμους στη Συρία
Από τις αρχές του έτους, οι διαδηλώσεις και οι απεργίες συνεχίζονται σε ολόκληρη τη Συρία. Τα αιτήματα κυμαίνονται από την επιθυμία για μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή και δημοκρατικά δικαιώματα, έως την καταδίκη των πράξεων και των παραβιάσεων που διαπράττονται από τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής στην περιοχή της Κουνέιτρα, και το δικαίωμα στην εκπαίδευση στη Σουέιντα. Η εφημερίδα Κασιούν κατέγραψε 34 συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις σε 21 περιοχές σε διάφορες επαρχίες, πόλεις, κωμοπόλεις και πανεπιστήμια της Συρίας μεταξύ 18 και 24 Μαΐου 2026. Οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται κατά τη στιγμή της σύνταξης του παρόντος κειμένου.
Από τις αρχές του 2026, η δυσαρέσκεια για τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα έχει αυξηθεί. Σύμφωνα με τον ιστότοπο Syria in Transition, η εικόνα της σημερινής κυβέρνησης είχε επιδεινωθεί ήδη από τον Απρίλιο του 2026. Η πιο αξιοσημείωτη επιδείνωση παρατηρήθηκε στην αντίληψη για την οικονομία και την ικανότητα του κράτους να τη διαχειριστεί: «Εν όψει της αύξησης του κόστους ζωής και της επιδείνωσης των οικονομικών πιέσεων, η εμπιστοσύνη στην αντίδραση της κυβέρνησης παραμένει χαμηλή. Μόνο το 13% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η κυβέρνηση καταβάλλει επαρκείς προσπάθειες για την καταπολέμηση του πληθωρισμού, ενώ το 66% θεωρεί ότι οι σημερινές προσπάθειες είναι ανεπαρκείς.»[1]
Οι αρχές της Δαμασκού έχουν ενισχύσει έναν οικονομικό προσανατολισμό που ίσχυε ήδη υπό το καθεστώς Άσαντ: αντί να δίνουν προτεραιότητα στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, ιδίως στον βιομηχανικό και τον αγροτικό τομέα, δίνουν προτεραιότητα σε εμπορικές και άλλες δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας που στοχεύουν στο βραχυπρόθεσμο κέρδος. Η πλειονότητα των επενδυτικών ευκαιριών που προσφέρονται σε ξένους επενδυτές από τον Δεκέμβριο του 2024 αφορά τον τουρισμό, τα ακίνητα και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Δόθηκαν επίσης υποσχέσεις για κρίσιμες υποδομές, αλλά αυτές παρέμειναν σχετικά λίγες.
Ταυτόχρονα, δεν έχει παρασχεθεί καμία προστασία στην τοπική παραγωγή – συμπεριλαμβανομένης της μεταποίησης και της γεωργίας – έναντι του ξένου ανταγωνισμού. Αντίθετα: η κυβέρνηση έχει ακολουθήσει πολιτικές απελευθέρωσης του εμπορίου που απειλούν την ίδια την ύπαρξή τους. Τον Ιανουάριο του 2025, η Δαμασκός μείωσε τους δασμούς σε περισσότερα από 260 τουρκικά προϊόντα, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα της Συρίας έναντι της Τουρκίας να φτάσει στο ρεκόρ των 3,26 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ μέχρι το τέλος του έτους, σημειώνοντας αύξηση 87% σε σύγκριση με το 2024.[2]
Οι αρχές έχουν επίσης προωθήσει νομοθεσία που δίνει προτεραιότητα στις επενδύσεις μεγάλων ξένων εταιρειών και ατόμων με μεγάλη περιουσία, ενώ ενθαρρύνει την καταναλωτική δυναμική εντός της οικονομίας, αντί να ενισχύει τις παραγωγικές ικανότητες της χώρας.
Το προτεινόμενο νέο φορολογικό σύστημα, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε ισχύ το 2027, προβλέπει μέγιστο φορολογικό συντελεστή 15% για τις εταιρείες, ανεξαρτήτως μεγέθους. Το νέο σύστημα ενδέχεται να αποδυναμώσει την ικανότητα του κράτους να διευρύνει τη φορολογική του βάση, ενώ παράλληλα είναι βαθιά άνισο.
Επίσης, ο νέος νόμος για τις επενδύσεις, που ψηφίστηκε πέρυσι, παρέχει σημαντικές παραχωρήσεις στους επενδυτές, όπως μόνιμη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για γεωργικά και εκπαιδευτικά έργα, μειώσεις του φόρου εισοδήματος έως και 80% σε βιομηχανικούς τομείς υψηλής προτεραιότητας και εξαγωγικού προσανατολισμού, καθώς και ευρείες τελωνειακές απαλλαγές. Επιπλέον, κρατικοί αξιωματούχοι έχουν κάνει επανειλημμένες δηλώσεις σχετικά με την πρόθεσή τους να ιδιωτικοποιήσουν κρατικές επιχειρήσεις και περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων βασικών κοινωνικών υπηρεσιών στους τομείς της εκπαίδευσης και της υγείας.
Παράλληλα με αυτές τις πολιτικές που ευνοούν την οικονομική φιλελευθεροποίηση και το μεγάλο κεφάλαιο, οι αρχές έχουν λάβει μια σειρά μέτρων με στόχο τη συγκέντρωση της εξουσίας τους επί της συριακής οικονομίας, καθώς και τη δημιουργία νέων δικτύων επιχειρηματιών που συνδέονται με τη νέα άρχουσα τάξη.
Απεργίες και λαϊκές διαδηλώσεις
Οι διαμαρτυρίες κινητοποίησαν διάφορα τμήματα της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων στις μεταφορές, των εργατών, των αγροτών, των εκπαιδευτικών, των φοιτητών, των δικηγόρων και των αρτοποιών, αντανακλώντας την αυξανόμενη δυσαρέσκεια σε ολόκληρη τη χώρα για τη συνεχιζόμενη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Στόχευαν επίσης στη διαφθορά, τον νεποτισμό και την έλλειψη διαφάνειας και συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Οι διαμαρτυρίες ξέσπασαν στα μέσα Μαΐου, αρχικά στη Ράκκα, στο Ντεΐρ εζ-Ζορ και στη Νταράα, και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας, αφού το Υπουργείο Οικονομίας και Βιομηχανίας της Συρίας καθόρισε την τιμή του τόνου σιταριού για τη σοδειά του 2026 στις 4.600.000 συριακές λίρες (περίπου 333,30 δολάρια με την ανεπίσημη συναλλαγματική ισοτιμία της 27ης Μαΐου 2026, ή 13.800 συριακές λίρες για 1 δολάριο) . Η απόφαση αυτή προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια σε μεγάλο μέρος των αγροτών, καθώς το κόστος παραγωγής ενός τόνου σιταριού κυμαίνεται σήμερα από 340 δολάρια έως πάνω από 530 δολάρια. Μετά τις διαμαρτυρίες, ο προσωρινός Πρόεδρος Αχμέτ αλ-Σαράα εξέδωσε το Νομοθετικό Διάταγμα αριθ. 120, με το οποίο χορηγείται επίδομα 900.000 συριακών λιρών ανά τόνο σιταριού που παραδίδουν οι αγρότες στη Συριακή Εταιρεία Σιτηρών. Χάρη στην αύξηση αυτή, η τιμή ενός τόνου σιταριού έφτασε περίπου τις 5.500.000 συριακές λίρες (περίπου 398,60 δολάρια), τιμή που εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη από αυτή που ζητούσαν οι διαδηλωτές.
Άλλες διαμαρτυρίες έλαβαν χώρα κατά την ίδια περίοδο, μεταξύ άλλων στην επαρχία Χάσακα κατά της μείωσης των ποσοστώσεων ντίζελ για γεωργικά έργα, καθώς και στην περιοχή Ταρχίν, σε μια αγροτική περιοχή κοντά στο Χαλέπι, όπου ιδιοκτήτες και εργαζόμενοι σε διυλιστήρια πετρελαίου διαμαρτυρήθηκαν κατά της απόφασης για το οριστικό κλείσιμό τους. Οι διαδηλωτές απαίτησαν επίσης δίκαιη αποζημίωση για τη διασφάλιση ενός ελάχιστου βιοτικού επιπέδου, επισημαίνοντας ότι χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται από αυτόν τον τομέα.
Τον Ιούνιο, ξέσπασαν απεργίες στην ιδιωτική εταιρεία κεραμικών Zenobia και στα εργοστάσια της Madar Detergent στην περιοχή Αλ-Κίσουε, κοντά στη Δαμασκό, όπου απασχολούνται 4.000 και 4.500 άτομα αντίστοιχα. Οι διαδηλωτές ζητούσαν υψηλότερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Μετά από απεργία διάρκειας μιας εβδομάδας, οι εργαζόμενοι της «Zenobia» πέτυχαν την ικανοποίηση αρκετών από τα βασικά τους αιτήματα, μεταξύ των οποίων η αύξηση των μισθών τους (η οποία περιλαμβάνει αύξηση 500.000 συριακών λιρών, επιπλέον των 200.000 συριακών λιρών ως επίδομα διαβίωσης, για συνολικό ποσό 700.000 συριακών λιρών (που ισοδυναμούν με 51,2 δολάρια στα τέλη Ιουνίου) και εγγυήσεις υγειονομικής κάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλισης υγείας, της παρουσίας γιατρού στο εργοστάσιο, της διάθεσης ασθενοφόρου και του εξοπλισμού ασφαλείας στην εργασία.[3]
Οι εργαζόμενοι στο συνοριακό πέρασμα Μπαμπ αλ-Χάουα, βόρεια του Ίντλιμπ, διαδήλωσαν στα τέλη Ιουνίου ενάντια στην επιβολή από τη διοίκηση ενός συστήματος με 24ωρες βάρδιες και στις άδικες συνθήκες εργασίας. Παρά τις απειλές της διοίκησης για μαζικές απολύσεις και αντικαταστάσεις με σκοπό να σπάσει την απεργία, οι εργαζόμενοι – ορισμένοι από τους οποίους έχουν 14 χρόνια προϋπηρεσίας – διατήρησαν τα αιτήματά τους για αναπροσαρμογή του ωραρίου εργασίας. Σύμφωνα με τον ιστότοπο al-Hal Net, «η διοίκηση έχει ήδη προσλάβει νέους υπαλλήλους, αλλά περίπου το 90% εξ αυτών παραιτήθηκε αμέσως, καθώς δεν μπορούσαν να συνεχίσουν λόγω των σκληρών συνθηκών εργασίας και των πολλών ωρών εργασίας».[4]
Στην πόλη Καμισλί σημειώθηκαν επίσης, στα τέλη Ιουνίου, διαδηλώσεις που διήρκεσαν αρκετές ημέρες, με αφορμή την αύξηση των τιμών και τις κακές συνθήκες διαβίωσης, καθώς και τις διακοπές ρεύματος λόγω έλλειψης καυσίμων. Για παράδειγμα, οι διαδηλωτές πραγματοποίησαν καθιστική διαμαρτυρία ενάντια στην αύξηση της τιμής του ντίζελ, απαιτώντας την ανάκληση αυτής της απόφασης και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους, ενώ η περιοχή αντιμετωπίζει ραγδαία αύξηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών, καθώς και αύξηση του κόστους μεταφοράς και παραγωγής. Δεκάδες συνταξιούχοι πραγματοποίησαν καθιστική διαμαρτυρία μπροστά από το γραφείο Κοινωνικής Ασφάλισης της πόλης, κατόπιν πρόσκλησης της Ομάδας Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, απαιτώντας την επιτάχυνση της καταβολής των μηνιαίων συντάξεών τους και το τέλος των καθυστερήσεων και των αναβολών που θίγουν τα δικαιώματά τους. Μετά από αυτές τις διαμαρτυρίες των συνταξιούχων, δημιουργήθηκε επίσημα στα τέλη Ιουνίου η «Συγκέντρωση Συνταξιούχων», με στόχο την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των συνταξιούχων για μια αξιοπρεπή διαβίωση, ιδίως μέσω της επίλυσης προβλημάτων που σχετίζονται με τις συντάξεις τους και τις καθυστερήσεις στην καταβολή τους.
Οι καθιστικές διαμαρτυρίες και οι διαδηλώσεις λαμβάνουν χώρα εν μέσω ραγδαίου πληθωρισμού στη βορειοανατολική περιοχή Τζαζίρα της Συρίας, με αύξηση του κόστους μεταφοράς, της γεωργικής παραγωγής και των τιμών των βασικών αγαθών, καθώς και συνεχείς καταγγελίες για επιδείνωση των υπηρεσιών και συχνές διακοπές ρεύματος. Για παράδειγμα, στα μέσα Ιουνίου, ξέσπασαν κοινωνικά κινήματα στην επαρχία Ράκκα λόγω καθυστερήσεων στην καταβολή των μισθών και του εμποδισμού της νομιμοποίησης του εργασιακού καθεστώτος χιλιάδων εργαζομένων στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτές οι διαμαρτυρίες οδήγησαν σε νέες απεργίες που στον τομέα της αποχέτευσης σε διάφορες περιοχές της επαρχίας.
Άδικες απολύσεις και συνεχή μέτρα λιτότητας
Παράλληλα, οι απολύσεις συνεχίστηκαν σε διάφορα υπουργεία καθ’ όλη τη διάρκεια του 2026, προκαλώντας νέες διαμαρτυρίες. Στα μέσα Ιουνίου, απολυμένοι εργαζόμενοι της Compagnie Générale du Fil de Coton στο ΙΊντλιμπ πραγματοποίησαν καθιστική διαμαρτυρία απαιτώντας δικαιοσύνη και επαναπρόσληψη.
Η συριακή κυβέρνηση δεν έχει ακόμη θεσπίσει σαφή, νόμιμα και ακριβή κριτήρια και διαδικασίες για τις απολύσεις ή τις αναστολές εργασίας, γεγονός που τροφοδοτεί τις κατηγορίες για αυθαίρετες απολύσεις. Η οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα «Syrians for Truth and Justice» εκφράζει βαθιά ανησυχία όσον αφορά τη συμμόρφωση των εν λόγω διαδικασιών με τις νομικές εγγυήσεις που προβλέπονται στον Ενιαίο Βασικό Νόμο για τους Εργαζόμενους αριθ. 50 του 2004 (άρθρα 132 έως 139). Επιπλέον, η οργάνωση δημοσίευσε τον Ιούνιο του 2026 μια έκθεση στην οποία περιγράφονται περιπτώσεις αυθαίρετων απολύσεων και αναγκαστικών μεταθέσεων με βάση «θρησκευτικά, πολιτικά κριτήρια ή κριτήρια φύλου, ή κριτήρια που σχετίζονται με τη στάση απέναντι στην συριακή εξέγερση του 2011 ή την περιφερειακή και κοινωνική καταγωγή», γεγονός που εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την αξιοποίηση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του κράτους ως εργαλείου αποκλεισμού και αναδιαμόρφωσης του δημόσιου τομέα με βάση μη επαγγελματικά κριτήρια.[5]
Παράλληλα, η κυβέρνηση αύξησε πρόσφατα τους μισθούς για ορισμένες θέσεις εργασίας, συνήθως σε ανώτατα διοικητικά κλιμάκια ή σε θέσεις που θεωρούνται πιο «ειδικευμένες» ή ανήκουν στην «λειτουργική ελίτ», ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων δεν έχει επωφεληθεί από παρόμοια μέτρα. Επιπλέον, οι μισθολογικές ανισότητες παραμένουν εντός των ίδιων υπουργείων για παρόμοιες θέσεις εργασίας, με τους υπαλλήλους που διορίστηκαν από τις νέες αρχές να λαμβάνουν υψηλότερους μισθούς (συχνά σε δολάρια ΗΠΑ).
Οι αρχές της Δαμασκού συνέχισαν να μειώνουν τον αριθμό των καρβελιών ψωμιού που διανέμονται από δέκα σε οκτώ, διατηρώντας παράλληλα την τιμή στις 4.000 συριακές λίρες. Το υπουργείο καθόρισε το βάρος μιας συσκευασίας ψωμιού στα 1.000 g, σε σύγκριση με τα 1.050 g που ίσχυαν προηγουμένως. Υπενθυμίζεται ότι, τον Δεκέμβριο του 2024, η τιμή του επιδοτούμενου ψωμιού ήταν 400 συριακές λίρες (για 1.100 γραμμάρια). Τα μέτρα αυτά έχουν επιδεινώσει την επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ των πιο ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων.
Αντίσταση στα έργα πολυτελείας και στον εκτοπισμό πληθυσμών
Παράλληλα, έχουν ξεσπάσει αρκετές διαμαρτυρίες κατά οικιστικών έργων που έχουν οδηγήσει στον εκτοπισμό των τοπικών πληθυσμών και στην απώλεια ή την υπονόμευση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας τους. Στη Χομς, οι κάτοικοι της γειτονιάς αλ-Καραμπίς κατάφεραν να ασκήσουν πίεση στην κουβεϊτιανή εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων Al-Omran ώστε να ακυρώσει μέρος του έργου «οδός αλ-Νασρ», το οποίο φέρεται να επηρέαζε τη γειτονιά, απειλώντας την περιουσία τους και αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στις αρχές Μαΐου του 2026, πραγματοποιήθηκε διαδήλωση στη Δαμασκό, που οργανώθηκε από κατοίκους των συνοικιών αλ-Μαζέ, Καφρ Σούσε και Μπασατίν αλ-Ράζι, οι οποίες επηρεάστηκαν από το διάταγμα αριθ. 66 του 2012, ενώ δύο από τους διοργανωτές συνελήφθησαν λίγες ημέρες αργότερα. Αυτό αποτελεί απόδειξη των συνεχιζόμενων κοινωνικών και νομικών εντάσεων που σχετίζονται με μεγάλα έργα αστικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένου του έργου Marota City. Παράλληλα, στην ύπαιθρο του Χαλέπι, οι κάτοικοι του Τζάμπαλ Ακίλ διαδήλωσαν ενάντια στην κατάληψη της γης τους από την τουρκική στρατιωτική βάση.
Τον ίδιο μήνα, πραγματοποιήθηκε διαδήλωση στο βόρειο τμήμα της Ράκκα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στο σχέδιο των τοπικών αρχών να κατεδαφίσουν κατοικίες βόρεια των σιδηροδρομικών γραμμών, με το πρόσχημα της «ανασυγκρότησης και των επενδύσεων». Η κατάσταση αυτή είναι ακόμη πιο ανησυχητική, καθώς κυκλοφορούν φήμες για μια επένδυση της Σαουδικής Αραβίας και την κατασκευή κατοικιών από μια κινεζική εταιρεία σε αυτή την έκταση. Σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις, η έκταση αποτελεί «κρατική ιδιοκτησία», κάτι που αμφισβητούν οι κάτοικοι, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι διαθέτουν επίσημα έγγραφα μεταβίβασης και νόμιμα πιστοποιητικά. Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης, οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα απαιτώντας την παραίτηση του κυβερνήτη, ο οποίος αρνήθηκε να ακυρώσει το σχέδιο ανασυγκρότησης που επηρεάζει περίπου 3.000 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι χαμηλού εισοδήματος και ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Επανέλαβαν την αποφασιστικότητά τους να βρουν μια δίκαιη λύση που θα εγγυάται τα δικαιώματά τους στη στέγαση και θα θέσει τέλος στις εκδιώξεις και τις κατεδαφίσεις.
Γενικά, αυτά τα πρότζεκτ αξιοποίησης ακινήτων απευθύνονται συχνά σε μια ελίτ που έχει τη δυνατότητα να αγοράσει νέες πολυτελείς κατοικίες και να συσσωρεύσει κεφάλαιο, αντί να αναπτύσσονται προγράμματα στέγασης και υποδομών που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, το οποίο αντιμετωπίζει επιδεινούμενες συνθήκες διαβίωσης και μείωση της αγοραστικής δύναμης, σε ένα πλαίσιο ραγδαίας αύξησης των ενοικίων και των τιμών των ακινήτων. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο εμβληματικά έργα ακινήτων είναι το Yaafour 963, το οποίο ξεκίνησε η Overseas Investment Group, ιδιοκτησία του Συρο-Εμιρατιανού επιχειρηματία Μουουάφακ αλ-Κάνταχ, όπου τα διαμερίσματα πωλούνται από 300.000 δολάρια και πάνω. Ομοίως, το έργο Abyat Hills, που ξεκίνησε η σαουδική εταιρεία Abyat Real Estate Investment and Development Company στα προάστια Κουντσί και Αλ-Μπατζάα της Δαμασκού, εκτιμάται ότι θα κοστίσει πάνω από 2 δισεκατομμύρια δολάρια και προβλέπει την κατασκευή 22.000 κατοικιών σε ασφαλείς οικισμούς εφοδιασμένους με σύγχρονο εξοπλισμό.
Επιπλέον, η χώρα συνεχίζει να πλήττεται από σοβαρή και επιδεινούμενη έλλειψη κατοικιών και υποδομών, γεγονός που απειλεί τις προσπάθειες σταθεροποίησης και ανάκαμψης, καθώς και τις προσδοκίες των εκτοπισμένων και των προσφύγων για ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και προοπτικές επιστροφής. Σύμφωνα με το Σχέδιο Ανθρωπιστικής Ανταπόκρισης για το 2025, το ένα τρίτο του οικιστικού αποθέματος της χώρας έχει υποστεί ζημιές ή έχει καταστραφεί, ενώ κρίσιμες υποδομές, όπως δίκτυα οδών, ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και αποχέτευσης, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός λειτουργίας.[6]
Το κόστος διαβίωσης συνεχίζει να αυξάνεται
Η αυξανόμενη οργή του πληθυσμού καταδεικνύει την καταστροφική κοινωνικοοικονομική κατάσταση της χώρας. Το ποσοστό φτώχειας στη Συρία κυμαίνεται μεταξύ 80 και 90%, ενώ 16 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται επείγουσα βοήθεια για να επιβιώσουν. Πάνω από 7 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια. Επιπλέον, λόγω σημαντικού χρηματοδοτικού κενού, το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών ανακοίνωσε στα μέσα Μαΐου του 2026 ότι θα περιορίσει τις δραστηριότητές του στη Συρία, μειώνοντας κατά το ήμισυ την επείγουσα επισιτιστική βοήθεια από 1,3 εκατομμύρια σε 650.000 άτομα και τερματίζοντας το εθνικό πρόγραμμα επιδότησης ψωμιού, το οποίο στήριζε καθημερινά εκατομμύρια ανθρώπους.
Η αγορά εργασίας παραμένει ασταθής και το ποσοστό ανεργίας αυξάνεται, ιδίως μεταξύ των νέων. Λόγω της έλλειψης ακριβών στατιστικών στοιχείων για την ανεργία στη Συρία, που οφείλεται στην απουσία τακτικών και συστηματικών ερευνών για το εργατικό δυναμικό, οι εκτιμήσεις για το 2025 κυμαίνονται μεταξύ 14% και 60% όσον αφορά την ανεργία των νέων. Επιπλέον, εκθέσεις δείχνουν ότι το 83% της αγοράς εργασίας της Συρίας είναι άτυπο, χωρίς κοινωνική και νομική προστασία, με αποτέλεσμα εκατομμύρια εργαζομένων να είναι ευάλωτοι στην εκμετάλλευση ή στην ξαφνική απώλεια εισοδήματος.[7]
Η κατάργηση ή η μείωση των επιδομάτων οδήγησε σε απότομη αύξηση των τιμών των βασικών αγαθών και υπηρεσιών, συμβάλλοντας στην αύξηση του πληθωρισμού και στο κόστος διαβίωσης των Συρίων. Παρόλο που η κυβέρνηση αύξησε τους μισθούς και τις συντάξεις του δημόσιου τομέα κατά 200% τον Ιούλιο του 2025 και κατά επιπλέον 50% τον Μάρτιο του 2026, ανεβάζοντας τον κατώτατο μισθό στα 1.256.000 συριακές λίρες το μήνα (περίπου 114 δολάρια), το ποσό αυτό παραμένει ανεπαρκές για να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο. Σύμφωνα με το Συριακό Κέντρο Πολιτικής Έρευνας, το όριο ακραίας φτώχειας για μια οικογένεια ήταν 3,34 εκατομμύρια συριακές λίρες το μήνα τον Απρίλιο του 2026 (περίπου 252 δολάρια σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία στα τέλη Απριλίου), ενώ το κατώτερο όριο φτώχειας ήταν 5,26 εκατομμύρια συριακές λίρες (397 δολάρια) και το ανώτερο όριο φτώχειας ήταν 7,26 εκατομμύρια συριακές λίρες (548 δολάρια).[8] Από αυτή την άποψη, αυτό που λείπει από τον συριακό λαό δεν είναι μόνο οι ευκαιρίες απασχόλησης, αλλά και θέσεις εργασίας που να τους επιτρέπουν να ζουν με αξιοπρέπεια και να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση των επιδομάτων και η αύξηση των τιμών των βασικών ειδών πρώτης ανάγκης θα επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση και θα μηδενίσουν το αποτέλεσμα των αυξήσεων των μισθών.
Τα όρια των κινημάτων διαμαρτυρίας
Τα κινήματα διαμαρτυρίας και οι προσπάθειες αυτοοργάνωσης των εργαζομένων αποτελούν θετικές εξελίξεις, ειδικά μετά από χρόνια πολέμου και δικτατορίας. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι της εταιρείας Zenobia έχουν συγκροτήσει μια απεργιακή επιτροπή, αποτελούμενη από τέσσερα μέλη που εκλέχθηκαν από τους απεργούς για να διαπραγματευτούν εκ μέρους τους.
Παρά τις θετικές πτυχές αυτών των γεγονότων, ο αντίκτυπός τους παραμένει περιορισμένος. Πρώτον, οι διαμαρτυρίες αυτές παραμένουν γεωγραφικά περιορισμένες, χωρίς συντονισμό μεταξύ των περιφερειών, με τη μερική εξαίρεση των διαδηλώσεων που σχετίζονται με την τιμή του σιταριού. Δεν υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ των εργαζομένων του ίδιου κλάδου, για παράδειγμα μεταξύ των εκπαιδευτικών του δημόσιου τομέα που διαμαρτύρονται σε διαφορετικές επαρχίες. Αυτό επιτρέπει στις αρχές της Δαμασκού να διαχειρίζονται κάθε κίνημα ξεχωριστά και να περιορίζουν την επιρροή του στο πολιτικό πεδίο.
Δεύτερον, τα κινήματα διαμαρτυρίας στερούνται πολιτικών διαύλων και μέσων έκφρασης, κυρίως λόγω της απουσίας πολιτικών κομμάτων ή μαζικών πολιτικών δικτύων ικανών να μεταφέρουν τα αιτήματά τους και τις εκκλήσεις τους για δράση. Επιπλέον, με εξαίρεση μερικά αριστερά κόμματα που παρακολουθούν αυτές τις διαμαρτυρίες χωρίς να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, οι πολιτικοί παράγοντες και η κοινωνία των πολιτών δεν τους δίνουν την προσοχή που τους αξίζει.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αυτοοργάνωση των εργαζομένων και ο αγώνας για δημοκρατικά, ανεξάρτητα και μαζικά συνδικάτα –με στόχο την προώθηση του συντονισμού μεταξύ των εργαζομένων και των αυτόνομων συνδικαλιστικών δυνάμεων– είναι απαραίτητα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του πληθυσμού και, γενικότερα, για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Επιπλέον, είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν και να ανασυγκροτηθούν οι λαϊκές οργανώσεις, από τα συνδικάτα έως τις φεμινιστικές οργανώσεις και τις οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών, τις τοπικές ενώσεις, τα προοδευτικά πολιτικά κόμματα και τις εθνικές δομές, με στόχο την ενοποίησή τους.
Η συλλογική και δημοκρατική οργάνωση των λαϊκών και εργατικών τάξεων αποτελεί επίσης τον καλύτερο τρόπο για να αντιμετωπιστούν και να καταπολεμηθούν οι θρησκευτικές και εθνοτικές εντάσεις που συνεχίζουν να επηρεάζουν την κοινωνία. Αυτές οι εντάσεις συχνά ενθαρρύνονται ή υποδαυλίζονται – ή τουλάχιστον δεν καταπολεμούνται ριζικά – από την κεντρική κυβέρνηση και/ή τους πολιτικούς συμμάχους της, προκειμένου να αποσπαστεί η προσοχή από τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που πλήττουν τον πληθυσμό. Για παράδειγμα, πρόσφατα, διαδηλώσεις που «απαιτούσαν δικαιοσύνη για τα εγκλήματα της εποχής του Άσαντ στη Συρία» συνέπεσαν με μια κλιμάκωση επιθέσεων από ομάδες πολιτών και υποκίνηση μίσους με βάση τη θρησκευτική ταυτότητα μεταξύ 13 και 17 Ιουνίου 2026. Οι συριακές αρχές δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό για την προώθηση μιας ολοκληρωμένης διαδικασίας μεταβατικής δικαιοσύνης, προκειμένου να παραπεμφθούν στη δικαιοσύνη όλα τα άτομα και οι ομάδες που εμπλέκονται σε εγκλήματα πολέμου. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αναχαίτιση των αντιποίνων και στον περιορισμό της κλιμάκωσης των θρησκευτικών και εθνοτικών εντάσεων.
Συμπέρασμα
Οποιαδήποτε πολιτική δύναμη ανέβαινε στην εξουσία μετά την πτώση του Άσαντ θα κληρονομούσε μια πληθώρα πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων. Ωστόσο, οι πολιτικές των σημερινών συριακών αρχών έχουν επιδεινώσει αυτές τις δυσκολίες αντί να τις επιλύσουν. Σε οικονομικό επίπεδο, η προσέγγιση των νέων κυβερνώντων τάξεων δεν έχει βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού και έχει επηρεάσει αρνητικά την ανάκαμψη των παραγωγικών τομέων της οικονομίας.
Η αύξηση των διαδηλώσεων από τις αρχές του έτους, που τροφοδοτείται από την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας καθώς και από κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, μαρτυρά τις αδυναμίες των τρεχουσών οικονομικών πολιτικών και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση για τη Δαμασκό.
Κάθε επιτυχής διαδικασία οικονομικής ανάκαμψης και ανοικοδόμησης πρέπει να βασίζεται σε μια δημοκρατική και ολοκληρωμένη πολιτική μετάβαση, η οποία θα παρέχει στους διάφορους τομείς της κοινωνίας –πολιτικά κόμματα, κοινωνικούς φορείς όπως συνδικάτα, επαγγελματικές ενώσεις, την Ένωση Αγροτών, οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και φεμινιστικές οργανώσεις, τοπικές ενώσεις κ.λπ.– τα μέσα για να συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού τομέα. Αυτό θα δημιουργούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σύνθεση των συλλογικών συμφερόντων τους και την εδραίωση της πολιτικής σταθερότητας που είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα αυτών των πολιτικών. Ως εκ τούτου, πρέπει να διεξαχθούν ελεύθερες και διαφανείς εκλογές στα συνδικάτα, στους επαγγελματικούς συλλόγους και στις αγροτικές ομοσπονδίες, ώστε οι τομείς αυτοί να μπορούν να επιλέγουν τους εκπροσώπους τους και να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των μελών τους.
Τέλος, οι διαδικασίες συσσώρευσης και κατανομής του κεφαλαίου, καθώς και οι οικονομικές πολιτικές, θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συζήτησης στο πλαίσιο της κοινωνίας και να μην αποτελούν προνόμιο μιας μικρής κυβερνώντος ελίτ.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Joseph Daher, “Frustration and anger rise in the streets in Syria”, International Viewpoint, 16 Ιουλίου 2026, https://internationalviewpoint.org/Frustration-and-anger-rise-in-the-streets-in-Syria.
Σημειώσεις
[1] Syria in Transition, Απρίλιος 2026, https://www.syriaintransition.com/en.
[2] “Syria’s Trade Deficit with Turkey (2010-2025)”, The Syria Report, 17 Φεβρουαρίου 2026.
[3] Η Zenobia είναι μια ιδιωτική εταιρεία που ειδικεύεται στην κατασκευή κεραμικών, γρανίτη και δομικών υλικών, με έδρα τα περίχωρα της Δαμασκού.
[4] al-Hal Net, 23 Ιουνίου 2026.
[5] “The Unwritten Pass: Employment Exclusion and Discrimination in State Institutions During the Transitional Phase”, Syrians for Truth and Justice, 8 June 2026.
[6] “Syrian Arab Republic: 2026 Humanitarian Needs and Response Plan (April 2026)”, OCHA, 2 Απριλίου 2026.
[7] “Syria: Promoting decent work in time of transition”, International Labour Office, Ιούνιος 2026.
[8] “Monthly Bulletin April”, Syrian Center for Policy Research, Απρίλιος 2026.
