Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020 12:42

Ένας γιατρός στην κόλαση του Ιντλίμπ

Ο Τάρραφ (τρίτος από αριστερά) μαζί με τον πατέρα του και τους πέντε αδερφούς του. Οι δύο απ’ αυτούς δολοφονήθηκαν από το καθεστώς Άσαντ.

 

 

 

Η κατάσταση στο Ιντλίμπ, τον τελευταίο θύλακα στη Συρία που ελέγχεται από την αντιπολίτευση, γίνεται ώρα με την ώρα (κυριολεκτικά) όλο και πιο τραγική. Το συριακό καθεστώς μαζί με τους συμμάχους του (τη Ρωσία, το Ιράν) έχουν εξαπολύσει μια άγρια ανθρωποσφαγή, κυρίως εναντίον αμάχων, για να εισβάλει και να καταλάβει αυτή την περιοχή, στην οποία έχουν καταφύγει πολλές εκατοντάδες χιλιάδων Σύριων αμάχων, οι οποίοι από το φόβο των αντιποίνων αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις, όταν αυτές καταλήφθηκαν από τις καθεστωτικές στρατιωτικές δυνάμεις. Το Ιντλίμπ πια δεν είναι ασφαλής περιοχή γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό, μόλις τους τελευταίους τρεις μήνες που εντείνονται οι επιθέσεις και οι βομβαρδισμοί από τις συριακές και ρωσικές δυνάμεις, περίπου 900 χιλιάδες άμαχοι (μεταξύ των οποίων 500 χιλιάδες παιδιά) αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τις περιοχές του Ιντλίμπ όπου είχαν βρει καταφύγιο, από τους οποίους οι 100 χιλιάδες μόνο την τελευταία εβδομάδα. Το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα τουλάχιστον 300 άμαχοι έχουν σκοτωθεί και το 93% από αυτούς δολοφονήθηκε από τις συριακές και ρωσικές δυνάμεις. Οι συνθήκες για τους εσωτερικούς πρόσφυγες είναι τραγικές. Πολλές οικογένειες με παιδιά ζουν στην ύπαιθρο, ακόμα και τις πιο κρύες μέρες του χειμώνα, με χιόνι και με τεράστιες ελλείψεις σε τρόφιμα και φάρμακα, ενώ έχουν αναφερθεί πολλοί θάνατοι (παιδιών κυρίως) από τις κακουχίες. Όμως η μεγαλύτερη απειλή γι’ αυτούς τους ανθρώπους –εκτός από τους σφοδρούς βομβαρδισμούς– είναι ο πιθανός κίνδυνος προέλασης των δυνάμεων του καθεστώτος, ύστερα και από την κατάληψη της πόλης Μά’αρα αν-Νού’μαν (ένα από τα τελευταία ισχυρά κέντρα της αντιπολίτευσης). Οι Σύριοι ξέρουν από την εμπειρία τους, ότι στις περιοχές που ανακαταλαμβάνουν οι δυνάμεις του Άσαντ επιβάλλεται ένα καθεστώς τρόμου, μαζικών συλλήψεων, βασανιστηρίων και δολοφονιών. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος για τον οποίο οι Σύριοι εγκαταλείπουν μαζικά και τις περιοχές που μέχρι πριν λίγους μήνες ελέγχονταν από τις κουρδικές SDF και ύστερα από την εισβολή της Τουρκίας οι Κούρδοι αποφάσισαν να τις παραδώσουν στον έλεγχο του καθεστώτος Άσαντ (Ράκκα κτλ).

Όπως πολλές φορές έχει καταγγελθεί (χωρίς παρ’ όλ’ αυτά να συγκινηθεί η “διεθνής κοινότητα”), ο άμεσος στόχος των αεροπορικών βομβαρδισμών των συριακών και ρωσικών δυνάμεων είναι ο άμαχος πληθυσμός και οι κοινωνικές υποδομές (νοσοκομεία, ιατρεία, αγορές, φούρνοι, σχολεία... κτλ). Τα νοσοκομεία και το ιατρικό προσωπικό ήταν ίσως ο μεγαλύτερος στόχος των καθεστωτικών δυνάμεων, από την αρχή της συριακής επανάστασης. Σε όλες τις πολιορκούμενες πόλεις σε ολόκληρη τη Συρία τα νοσοκομεία έχουν ισοπεδωθεί με στοχευμένες αεροπορικές επιθέσεις, ενώ οι γιατροί υπήρξαν συχνά θύματα σύλληψης, βασανιστηρίων και δολοφονίας, επειδή είχαν περιθάλψει διαδηλωτές που είχαν χτυπηθεί από τις καθεστωτικές δυνάμεις. Στο Ιντλίμπ αυτή τη στιγμή διαπράττεται και πάλι το ίδιο έγκλημα. Είναι όμως αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι στο Ιντλίμπ της Συρίας εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί γιατροί, οι οποίοι παραμένουν εκεί για να προσφέρουν, κάτω από εξαντλητικές και συχνά άκρως επικίνδυνες για τη ζωή τους συνθήκες, τις υπηρεσίες τους και τις φροντίδες τους στα θύματα αυτού του πολέμου εξόντωσης που έχουν εξαπολύσει εναντίον του συριακού λαού η δικτατορία του Άσαντ και οι σύμμαχοί του (η Ρωσία, το Ιράν και η Χεζμπολλάχ). Ένας από αυτούς τους γιατρούς, ο Τάρραφ αφηγήθηκε αυτές τις συγκλονιστικές εμπειρίες στον Zakaria Zakaria, δημοσιογράφο του Al Jazeera.

e la libertà

 

 

 

Ένας γιατρός στην κόλαση του Ιντλίμπ

 

 

Το όνομά μου είναι ο Δρ Τάρραφ. Γεννήθηκα στην Αλ-Μάσ’χαντ, μια από τις παραγκουπόλεις του Χαλεπιού, την 1η Φεβρουαρίου 1982 – την ημέρα που ξεκίνησε η τρομακτική σφαγή της Χάμα. Σε περισσότερες από 27 ημέρες, Σύριοι στρατιώτες κατέστρεψαν την πόλη, σκοτώνοντας 20.000 ανθρώπους, για να συντρίψουν μια εξέγερση ενάντια στην κυριαρχία του προέδρου Χαφέζ αλ-Άσαντ, του πατέρα του σημερινού προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ.

Η οικογένειά μου κατάγεται από ένα μικρό χωριό στην επαρχία του Ιντλίμπ που ονομάζεται Χάας, περίπου 10 χιλιόμετρα δυτικά της Μά’αρατ αν-Νού’μαν. Επιστρέψαμε εκεί το 1995 επειδή το μικρό μας διαμέρισμα δεν ήταν αρκετά μεγάλο για την αυξανόμενη οικογένειά μας.

Ήμουν το δεύτερο παιδί σε μια μεγάλη οικογένεια έξι αγοριών και δύο κοριτσιών. Ένας από τους αδελφούς μου, Ο Μουσταφά, κατάφερε να μεταναστεύσει στη Γερμανία για να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Τον αποκαλώ μοναδικό επιζώντα της οικογένειας.

Από τα υπόλοιπα πέντε αγόρια, δύο έχουν χαθεί στον πόλεμο της Συρίας, οι ζωές και οι σπουδές των άλλων δύο έχουν ανασταλεί εξαιτίας των συγκρούσεων και των φυλακίσεων, και δεν έχουν σχέδια πλέον για το μέλλον.

Η δουλειά μου ως γιατρός έχει καταστεί αφόρητα εξαντλητική –τόσο σωματικά όσο και ψυχικά– από τότε που το καθεστώς ξεκίνησε την επιχείρηση Ιντλίμπ την περασμένη άνοιξη. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν σε δύο νοσοκομεία, στο νοσοκομείο χειρουργικής επέμβασης του Καφρ Νάμπλ [Καφρανμπέλ] και στο κεντρικό νοσοκομείο της Μά’αρατ αν-Νού’μαν. Αυτές οι εγκαταστάσεις ήταν οι πιο κοντινές στην πρώτη γραμμή των δυνάμεων του καθεστώτος και δέχτηκαν σφοδρούς βομβαρδισμούς για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπήρχε μια συνεχής εισαγωγή θυμάτων που έρχονταν στο νοσοκομείο. Οι γιατροί κυριολεκτικά δεν είχαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν.

 

Δύσκολες επιλογές

Θυμάμαι μία από τις χειρότερες μέρες, στις 28 Αυγούστου του 2019, όταν η κύρια αγορά λαχανικών στη Μά’αρατ αν-Νού’μαν είχε γίνει στόχος μια αεροπορικής επιδρομής από τη συριακή πολεμική αεροπορία. Είχαμε έξι χειρουργεία στο νοσοκομείο και μόνο οκτώ γιατρούς. Σύντομα μετά την αεροπορική επιδρομή, δεχτήκαμε ένα κύμα τραυματιών μαζί με πτώματα. Μέσα σε πέντε λεπτά όλα τα χειρουργεία είχαν γεμίσει. Ήμουν ο τελευταίος χειρούργος που έφτασα εκεί.

Πήγα μέσα και βρήκα δύο ασθενείς – και οι δύο χρειάζονται άμεση βοήθεια. Ως γιατρός, έπρεπε να επιλέξω ποιον να θεραπεύσω και ποιον να μεταφέρω σε άλλο νοσοκομείο περίπου 30 λεπτά μακριά – κάτι που κάνουμε όταν υπάρχουν περιορισμένοι πόροι και πολλές περιπτώσεις με τις οποίες πρέπει να ασχοληθούμε. Η πρώτη περίπτωση ήταν ένας άνδρας στα τριάντα του, ο οποίος ήταν σε αιμορραγικό σοκ. Η άλλη ήταν ένα τρίχρονο αγόρι που αιμορραγούσε από θραύσμα στο στήθος του. Ήταν επίσης σε αιμορραγικό σοκ.

Ήταν μια τρομακτική στιγμή κατά την οποία έπρεπε να κάνω μια επιλογή. Κάτι που θα βοηθούσε τον έναν αλλά θα μπορούσε να είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο του άλλου στο δρόμο προς το νοσοκομείο που παραπέμπονταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να επιλέξω, γι’ αυτό επέλεξα το παιδί.

Ήταν μια δύσκολη επιλογή. Αλλά σκέφτηκα τον δίχρονο γιο μου. Το είδα αυτό το παιδί σαν να ήταν δικό μου κι έτσι επέλεξα να το βοηθήσω. Άρχισα να το θεραπεύω, άνοιξα την κοιλιά του, προσπάθησα να ράψω αιμοφόρα αγγεία. Αλλά μετά από 15 λεπτά, δυστυχώς, δεν μπορούσαμε να το σώσουμε και ο αναισθησιολόγος αποφάνθηκε ότι ήταν νεκρό. Βγήκα έξω από το χειρουργείο και βρήκα τον άνδρα να είναι ακόμα εκεί, περιμένοντας ακόμα κάποιο ασθενοφόρο, καθώς υπήρχε μεγάλη ζήτηση.

Επέστρεψα στη δουλειά, προσπαθώντας να σώσω αυτόν. Ξεκίνησα μετάγγιση αίματος στην αίθουσα αναμονής. Άνοιξα την κοιλιά του και έκανα θωρακοκέντηση. Αλλά, δυστυχώς, ο άντρας πέθανε κι αυτός μετά από 30 λεπτά προσπαθειών να τον βοηθήσω.

Είχα μόλις φύγει από το χειρουργείο, απογοητευμένος και εξαντλημένος, όταν κάποιος ντόπιος με ρώτησε για τον τραυματία. Του είπα ότι είχε πεθάνει. Στη συνέχεια με ρώτησε για το παιδί και του είπα ότι ήταν κι αυτό νεκρό. Τότε μου είπε: «Ξέρετε, γιατρέ, αυτοί οι δύο ήταν ένας άντρας και ο γιος του».

Ήταν μια από τις χειρότερες, πιο τραυματικές στιγμές της ζωής μου. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ γιατί δεν κατάφερα να σώσω ούτε τον άντρα ούτε και τον γιο του.

Στο νοσοκομείο υπήρχαν τόσες πολλές κρίσιμες υποθέσεις που είχαν ανάγκη επείγουσα βοήθεια. Έτσι θα είμαι πάντα υπό πίεση και υποφέρω από αϋπνία.

Περισσότερο από ένα μήνα πριν από την Αυγούστου είχα μια άλλη τρομακτική στιγμή. Ήταν μετά τη δύση του ήλιου στις 10 Ιουλίου όταν το νοσοκομείο Μά’αρατ αν-Νού’μαν δέχθηκε επίθεση. Οι επιπτώσεις για τις εγκαταστάσεις ήταν άσχημες και η γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος υπέστη βλάβη.

Ήμουν ο υπεύθυνος γιατρός και, μαζί με άλλους συναδέλφους, αποφασίσαμε ότι έπρεπε να εκκενώσουμε το νοσοκομείο και όλους τους ασθενείς. Αλλά το πιο ανησυχητικό ήταν όταν έπρεπε να εκκενώσουμε τις θερμοκοιτίδες των νεογέννητων. Το νοσοκομείο είχε έξι. Όλα αυτά τα μωρά έπρεπε να παραμείνουν εκεί. Αλλά ξέραμε ότι το καθεστώς θα μπορούσε να χτυπήσει ξανά το νοσοκομείο, οπότε έπρεπε να μετακινηθούν. Συνεχίσαμε την εκκένωση, αλλά κάποια από τα μωρά πέθαναν στο δρόμο.

Μερικοί από τους ασθενείς, περίπου το 10%, αρνήθηκαν να φύγουν. Ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή. Αλλά ως γιατροί αποφασίσαμε να παραμείνουμε μαζί τους, αποδεχόμενοι τον πιθανό κίνδυνο να χτυπηθούμε για δεύτερη φορά από τις αεροπορικές επιδρομές. Δύο ώρες αργότερα, ελικόπτερα του καθεστώτος έριξαν βόμβες βαρέλια στην πόλη Μά’αρατ αν-Νού’μαν. Το νοσοκομείο δέχτηκε δεκάδες τραυματίες. Καταφέραμε να σώσουμε τους περισσότερους απ’ αυτούς επειδή μείναμε.

 

Να αποχαιρετάς καθημερινά τους δικούς σου

Μετά την τελευταία εκστρατεία του καθεστώτος στο Ιντλίμπ, έστειλα την οικογένειά μου στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας όπου είναι ασφαλέστερη, ενώ εγώ παρέμεινα στα νοσοκομεία του Ιντλίμπ.

Αλλά εδώ και αρκετούς μήνες, κάθε φορά που πήγαινα στο νοσοκομείο, θα έλεγα αντίο στην οικογένειά μου σαν ήταν να μην την ξαναδώ ποτέ ξανά. Είχα πάντα τη σκέψη ότι θα πήγαινα στο νοσοκομείο και δεν θα επέστρεφα ποτέ.

Ήμουν ψυχικά εξαντλημένος, γιατί έπρεπε να δουλεύουμε υπό συνεχείς βομβαρδισμούς. Κάθε φορά που άκουγα τζετ στον ουρανό, νόμιζα ότι το νοσοκομείο θα είναι ο επόμενος στόχος. Αυτό είναι μια τεράστια ψυχολογική πίεση σε όσους δουλεύουμε στον ιατρικό τομέα. Και έκανε την οικογένειά μου και τα αγαπημένα μου πρόσωπα να ανησυχούν διαρκώς. Έρχονται σε επαφή μαζί μου μερικές φορές, για να βεβαιωθούν ότι δεν τραυματίστηκα. Ιδιαίτερα οι γονείς μου, που έχασαν ήδη δύο γιους, τον Γιουσούφ και τον Χουζάιφα.

 

Τα αδέρφια που χάθηκαν

Όταν ήμασταν νέοι, η οικογένειά μας δεν είχε πολλά χρήματα. Αλλά οι γονείς μου προσπάθησαν να βρουν μια αξιοπρεπή ζωή για τα αδέλφια μου κι εμένα.

Αν και τα οκτώ αδέρφια ήμασταν πολύ καλοί στο σχολείο, η ζωή άρχισε να γίνεται πιο δύσκολη όταν οι αδελφοί μου και εγώ πήγαμε στο πανεπιστήμιο. Ο μισθός του πατέρα μου δεν ήταν αρκετός για να καλύψει τις βασικές οικογενειακές ανάγκες. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο Γιουσούφ, πήγε στην ιατρική σχολή το 1999 και έκανα το ίδιο το 2000. Ο πατέρας μου άρχισε να δανείζεται χρήματα και τα χρέη αυτά άρχισαν να συσσωρεύονται. Καθώς με τα χρόνια συνέχισαν να αυξάνονται τα έξοδα για το πανεπιστήμιο, η οικογένειά μου παρέμεινε χρεωμένη μέχρι που ο αδερφός μου και εγώ αποφοιτήσαμε από τη σχολή και αρχίσαμε να εργαζόμαστε υπερωρίες σε νοσοκομεία εκτός από τις πρακτικές ειδικεύσεις μας.

Το 2011 ξεκίνησε η συριακή επανάσταση. Ο Γιουσούφ ήταν τότε γιατρός στο στρατιωτικό νοσοκομείο Τισρίν, κοντά στη Δαμασκό. Ήταν ειδικευμένος γιατρός στη γενική χειρουργική κι εγώ βρισκόμουν στο τελευταίο έτος ειδίκευσης στην ουρολογία στο νοσοκομείο Αλ-Μουουάσατ στη Δαμασκό. Ο αδελφός μας Χουζάιφα ήταν στο τελευταίο του έτος στην ιατρική σχολή.

Λίγο αργότερα, ο Γιουσούφ εγκατέλειψε τη Δαμασκό και μετακόμισε στο Ιντλίμπ. Στη συνέχεια έφυγε από την κυβερνητική δουλειά και άρχισε να βοηθά τους ανθρώπους στη γενέτειρά μας, όπου οι άνθρωποι πυροβολούνταν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και αργότερα σκοτώνονταν από τους βομβαρδισμούς του καθεστώτος. Έμεινα στη Δαμασκό έως ότου τελείωσα τη διατριβή μου και πήρα το πτυχίο μου.

Στη συνέχεια, ο Χουζάιφα συνελήφθη στα τέλη του 2012 στην πανεπιστημιούπολη στη Δαμασκό. Έκανα το καλύτερο δυνατό για να τον βγάλω έξω και πλήρωσα τεράστια χρηματικά ποσά για να τον απελευθερώσω. Έφτασα σε έναν διαμεσολαβητή που συμμετείχε σε τέτοιου είδους συναλλαγές. Ωστόσο, όταν ανακάλυψε ότι ο Χουζάιφα ήταν γιατρός είπε ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει.

«Είναι ευκολότερο να εξασφαλιστεί η απελευθέρωση ενός μαχητή [της αντιπολίτευσης] ή ενός διαδηλωτή από τη φυλακή παρά ενός γιατρού», μου είπε.

Δύο μήνες αργότερα ανακαλύψαμε ότι ο Χουζάιφα είχε βασανιστεί και δολοφονηθεί υπό κράτηση.

Επέστρεψα πίσω στο Χάας, το χωριό μας, και η επανάσταση μέχρι τότε είχε στρατιωτικοποιηθεί. Ο Γιουσούφ και εγώ παραμείναμε σταθεροί στη δέσμευσή μας στις επαναστατικές αρχές βοηθώντας τους ανθρώπους στα νοσοκομεία. Ένας άλλος από τους αδελφούς μας, ο Κουτάιμπα, συνελήφθη κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους του στη σχολή πολιτικών μηχανικών, αλλά αργότερα απελευθερώθηκε κι ύστερα απ’ αυτό αποφάσισε να πάει πίσω στο χωριό και ποτέ δεν τόλμησε να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο.

Ο νεώτερος αδελφός μας, ο Ουμπάιντα, ολοκλήρωσε το γυμνάσιο και πήγε στη σχολή μηχανικών πληροφορικής, αλλά δεν τόλμησε να συνεχίσει μετά το πρώτο του έτος επειδή φοβόταν ότι θα τον συλλάβουν. Έτσι λοιπόν όλοι παρέμειναν στο χωριό. Όλοι εκτός από τον Μουσταφά, ο οποίος πήγε στη σχολή, όπου άρχισε να μελετά τεχνολογία της επικοινωνίας και στη συνέχεια κατάφερε να μεταναστεύσει στη Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του.

 

Ο βομβαρδισμός ενός χωριού

Το 2016, το Χάας βομβαρδίστηκε. Το καθεστώς χτύπησε ένα συγκρότημα σχολείων στις 26 Οκτωβρίου, μια επίθεση που αργότερα ονομάστηκε «σφαγή των μολυβιών», καθώς το καθεστώς είχε χτυπήσει σκόπιμα το σχολικό συγκρότημα και όλους τους δρόμους γύρω από αυτό. Τα περισσότερα από τα θύματα ήταν παιδιά του δημοτικού σχολείου.

Σκοτώθηκαν επίσης πολλοί γιατροί. Ο αδελφός μου Γιουσούφ βρισκόταν στο χωριό και έτρεξε στον τόπο που δέχτηκε επίθεση, επειδή ήθελε να βοηθήσει εκείνους που χρειάζονταν ιατρική βοήθεια. Τα αεροπλάνα του καθεστώτος χτύπησαν σκόπιμα στον ίδιο σημείο και ήταν ένα από τα θύματα.

Οι δυνάμεις του καθεστώτος το κάνουν πάντα. Θα χτυπήσουν σε μια τοποθεσία με αεροπορικές επιδρομές και όταν πάει ο κόσμος για να βοηθήσει τυχόν επιζώντες, θα χτυπήσουν πάλι στον ίδιο σημείο αρκετά λεπτά αργότερα. Και για τρίτη φορά επίσης.

Το σπίτι μας είχε γίνει επανειλημμένα στόχος σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά με τη βοήθεια των αδελφών μου είχαμε πάντα την δυνατότητα να το επιδιορθώνουμε. Την τελευταία φορά που χτυπήθηκε, καταστράφηκε εντελώς, όπως και το δικό μου σπίτι.

Τώρα, δεν έχω σχέδια για το μέλλον. Ζούμε μέρα με τη μέρα, εδώ. Δεν μπορώ ακόμη να σκεφτώ το αύριο. Ακριβώς σήμερα μια ακόμη μάχη ξεκίνησε πριν από λίγες ώρες, με αεροπορικές επιδρομές και πυρά πυροβολικού, τραυματίες συνεχώς έρχονται στο νοσοκομείο στην πόλη Ιντλίμπ, όπου εργάζομαι τώρα.

Ο χειρότερος φόβος μου είναι για το μέλλον της Συρίας. Η Συρία μετατρέπεται στο χειρότερο δυνατό πράγμα που μπορεί να είναι ένα κράτος: Ένα αποτυχημένο κράτος και μαζί μια δικτατορία, σε συνδυασμό με την κατοχή. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερο κακό από αυτό.

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Zakaria Zakaria, «A doctor in Idlib: “It cannot get more evil than this”», Al Jazeera, 13 Φεβρουαρίου 2020

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020 16:23

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.