Τρίτη, 24 Αυγούστου 2021 11:33

Αφγανιστάν: επιχειρήματα κατά του «καλού πολέμου»

 

 

Το άρθρο γράφτηκε το φθινόπωρο του 2008 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 120 του International Socialism.

 

 

Jonathan Neale

 

 

Αφγανιστάν: επιχειρήματα κατά του «καλού πολέμου»

 

 

 

Το Αφγανιστάν είναι μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Αφγανοί έχουν πεθάνει στα 30 χρόνια πολέμου και σχεδόν όλοι έχουν χάσει κάποιον κοντινό τους άνθρωπο. Τώρα ο Τζορτζ Μπους, ο Τζον Μακέιν, ο Γκόρντον Μπράουν και ο Νικολά Σαρκοζί, ακόμη και ο Μπαράκ Ομπάμα, ζητούν να σταλούν περισσότερα στρατεύματα, περισσότερα αεροπλάνα και περισσότερος θάνατος.

Σε κάθε χώρα της Ευρώπης οι πλειοψηφίες στις δημοσκοπήσεις τάσσονται κατά της συμμετοχής στον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, τα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να τον παρουσιάζουν ως έναν καλό πόλεμο. Το Ιράκ, παραδέχονται τώρα, ήταν ένα έγκλημα ή μια αδικία ή ίσως απλώς ένα λάθος. Αλλά το Αφγανιστάν είναι ένας πόλεμος εναντίον τρομοκρατών, μας λένε, εναντίον φανατικών, τζιχαντιστών, σεξιστών, αγρίων, εναντίον ανθρώπων που δεν είναι «μοντέρνοι» και γι’ αυτό τους αξίζει να πεθάνουν.

Αυτό το άρθρο θα υποστηρίξει κάτι διαφορετικό. Τα κεντρικά μου σημεία είναι τα εξής:

Πρώτον, δεν υπήρξε σχεδόν καμία αντίσταση όταν οι Αμερικανοί εισέβαλαν για πρώτη φορά στο Αφγανιστάν το 2001 και για τρία χρόνια μετά. Η αντίσταση δημιουργήθηκε από την κατοχή.

Δεύτερον, αυτή η αντίσταση καθοδηγείται από τους ακροδεξιούς Ταλιμπάν, επειδή είναι η μόνη οργανωμένη δύναμη που αντιτάχθηκε πλήρως στην κατοχή. Και επίσης επειδή πίσω στη δεκαετία του 1980 οι κομμουνιστές και οι φεμινίστριες υποστήριξαν μια άλλη εισβολή, από τη Σοβιετική Ένωση. Τα σοβιετικά στρατεύματα σκότωσαν από μισό έως ένα εκατομμύριο Αφγανούς και δυσφήμισαν την αριστερά και τις φεμινίστριες για τουλάχιστον μια γενιά.

Τρίτον, η αντίσταση εξαπλώνεται, μεγαλώνει και κερδίζει. Ως αποτέλεσμα, οι κατοχικές δυνάμεις δέχονται έντονες πιέσεις για να εξαπολύσουν έναν μαζικό αεροπορικό πόλεμο εναντίον των χωρικών και να εισβάλουν στο Πακιστάν.

Τέταρτον, δεν υπάρχουν εύκολα αποτελέσματα για τους Αφγανούς σε αυτή την κατάσταση, αλλά το καλύτερο είναι μια νίκη της αντίστασης.1

 

Οι απαρχές του 30ετούς πολέμου

Θα ξεκινήσω με τους κομμουνιστές.2 Ένα απόγευμα το φθινόπωρο του 1971 στεκόμουν στην άκρη του ασφαλτοστρωμένου κεντρικού δρόμου στη Λασκάρ Γκα, την πρωτεύουσα της επαρχίας Χελμάντ, και παρακολουθούσα μια διαμαρτυρία από αγόρια γυμνασίου που ανέβαιναν εναλλάξ πάνω σε ένα ξύλινο κουτί. Δεν έβγαλαν λόγους. Το αγόρι πάνω στο ξύλινο κουτί απλώς φώναζε δυνατά ένα σύνθημα και οι σύντροφοί του ζητωκραύγαζαν. Τα περισσότερα από τα αγόρια που πήραν σειρά είχαν μόνο ένα σύνθημα: «Θάνατος στους Χαν».

Αυτά τα παιδιά ήταν γενναία. Χαν είναι η λέξη Παστού για τον άνθρωπο που είναι γαιοκτήμονας και τοπική εξουσία. Αυτά τα αγόρια δεν ζητούσαν την κατάργηση μιας αφηρημένης κοινωνικής κατάστασης. Ζητούσαν τη φυσική δολοφονία των ανδρών που κατείχαν την εξουσία στα χωριά τους, που κυβερνούσαν τις ζωές των πατεράδων και των μητέρων τους. Μόνο 30 αγόρια, ή λίγο λιγότερα, είχαν το θάρρος να σταθούν σε αυτό το πλήθος. Αλλά στις άκρες του δρόμου πολλοί ενήλικοι άνδρες στέκονταν και παρακολουθούσαν, σιωπηλοί, χωρίς να αποστρέφουν το βλέμμα τους, χωρίς να προδίδουν τίποτα στα πρόσωπά τους. Υπήρχαν και μερικοί αστυνομικοί που παρακολουθούσαν. Το πιο σημαντικό, η μυστική αστυνομία βρισκόταν σε κάθε λαϊκό πλήθος, και την φοβόντουσαν δικαιολογημένα. Υπήρχαν χαφιέδες σε κάθε χωριό. Αν ζούσες σε ένα χωριό και ήξερες τους ανθρώπους, ένα σκίρτημα στο πρόσωπό τους θα σου έλεγε πότε ένας από τους τοπικούς πληροφοριοδότες έμπαινε στο δωμάτιο.

Κανείς δεν έλεγε τίποτα. Κανείς δεν χαμογελούσε. Αν το έκαναν, ο Χαν θα το μάθαινε. Αλλά η σιωπή έδειχνε έγκριση.

Αυτά τα αγόρια ήταν μέρος ενός εθνικού κινήματος φοιτητών και μορφωμένων ανθρώπων με επικεφαλής τους κομμουνιστές. Είχαν σοβαρούς λόγους να θέλουν να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη.3 Μέχρι το 1974 το Αφγανιστάν κυβερνούσε ένας βασιλιάς, ο Ζαχίρ Σαχ. Υπήρχαν κοινοβούλιο και εκλογές, αλλά ήταν περισσότερο δικτατορία παρά δημοκρατία. Η πραγματική εξουσία βρισκόταν στα χέρια των μεγάλων γαιοκτημόνων με τα οχυρά από λάσπη στην ύπαιθρο και τους δικούς τους ένοπλους ακόλουθους. Η κεντρική κυβέρνηση εκτελούσε σε μεγάλο βαθμό τις εντολές τους και όχι το αντίστροφο.

Αυτοί οι Χαν4 κυβερνούσαν μέσω του φόβου και της βίας. Η κεντρική εξουσία ήταν αδύναμη. Οι δικαστές αποφάσιζαν υπέρ όποιου δωροδοκούσε περισσότερο. Η ιδιοκτησία της γης ήταν εν μέρει θέμα παράδοσης – «Αυτή είναι η γη μου γιατί όλοι ξέρουν ότι την είχαμε πάντα». Αλλά όταν μια οικογένεια φαινόταν αδύναμη, οι ισχυροί έμπαιναν και έπαιρναν ό,τι είχε. Οι καλύτεροι από τους Χαν προσπαθούσαν να είναι δίκαιοι, αλλά πολλοί ήταν δολοφόνοι και μάλιστα πολλές φορές. Όλοι είχαν όπλα και ήταν καλό να έχεις πολλά αδέλφια.

Πράγματι, σε μια κατάσταση όπου το καθεστώς γεωκτησίας και η δικαιοσύνη ήταν τόσο εύθραυστες και όπου η εξουσία προερχόταν από τη δύναμη, άξιζε να επιδεικνύεται αυτή η δύναμη κατά διαστήματα. Και υπήρχαν πάντα πιθανοί υποψήφιοι ανταγωγιστές για κάθε Χαν – άνθρωποι οι οποίοι μπορούσαν και θα του έπαιρναν την εξουσία αν μπορούσαν. Αλλά μέχρι το 1970 η κεντρική κυβέρνηση είχε επιλέξει και υποστηρίξει έναν επικεφαλής Χαν στις περισσότερες κοιλάδες της χώρας, και αυτό έδινε στον κόσμο κάποια σταθερότητα. Σήμαινε επίσης ότι το κράτος ήταν μια κοινή επιχείρηση μεταξύ αυτών των ανθρώπων, του βασιλιά και του στρατού.

Το Αφγανιστάν ήταν μια απελπιστικά φτωχή χώρα. Δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν αξιόπιστες στατιστικές. Η γη ήταν άνυδρη, συχνά ορεινή ή έρημη. Μόνο το 2 τοις εκατό μπορούσε να καλλιεργηθεί με άρδευση. Οι κύριες εξαγωγές ήταν το χασίς, οι σταφίδες και τα καπέλα από δέρμα αρνιού. Περίπου το 90 τοις εκατό των ανθρώπων ζούσε στα χωριά. Πιο κάτω από τους Χαν ήταν οι μικροϊδιοκτήτες γης, οι οποίοι δούλευαν στη δική τους γη. Περισσότεροι από τους μισούς χωρικούς δεν διέθεταν αρκετή γη ή δικά τους ζώα και έπρεπε να εξασφαλίσουν τουλάχιστον μέρος του εισοδήματός τους από την καλλιέργεια με μορτή (καλλιέργεια με μερίδιο) ή την κτηνοτροφία. Η εκμετάλλευση ήταν άγρια. Ο καλλιεργητής με μορτή έπαιρνε το ένα πέμπτο έως το ένα τρίτο της σοδειάς, ενώ ο ιδιοκτήτης όλο το υπόλοιπο. Οι κτηνοτρόφοι είχαν παρόμοιο εισόδημα.

Οι περισσότερες οικογένειες έβγαζαν ίσα-ίσα για να τρώνε. Σε όλη τη χώρα το 1972 το μεροκάματο για μια μέρα εργασίας ήταν 20 αφγανί και για ένα μήνα 500 αφγανί. Είκοσι αφγανί αγόραζαν δέκα ψωμιά ναν την ημέρα – τρία για τον πατέρα, τρία για τη μητέρα και δύο για τα δύο παιδιά. Αυτά ήταν αρκετά για να ζήσουν, αλλά δεν περίσσευαν χρήματα για άλλα τρόφιμα ή οτιδήποτε άλλο.

Οι περισσότεροι φτωχοί άνθρωποι –και οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν φτωχοί– ζούσαν σε παρόμοιο επίπεδο. Έκανα δύο χρόνια επιτόπιας έρευνας ως ανθρωπολόγος από το 1971 έως το 1973, και οι άνθρωποι που γνώριζα καλύτερα ήταν φτωχοί κτηνοτρόφοι που είχαν χάσει τα κοπάδια τους και τώρα έφτιαχναν γιαούρτι. Οι ζωές τους ήταν αντιπροσωπευτικές. Οι περισσότεροι από αυτούς απέκτησαν δύο αλλαξιές ρούχα ενηλίκων στη ζωή τους – ένα όταν ενηλικιώθηκαν και ένα όταν παντρεύτηκαν. Ένα ποδήλατο ήταν σημάδι μέτριου πλούτου. Από τα 30 νοικοκυριά του καταυλισμού, τρία ήταν αρκετά πλούσια ώστε να έχουν την πολυτέλεια να μου προσφέρουν ένα τηγανητό αυγό ως ένδειξη φιλοξενίας. Και μου το υπενθύμιζαν: «Έφαγες το αυγό του», μου έλεγαν. Από τα 30 νοικοκυριά, τα 29 έτρωγαν κρέας μια φορά το χρόνο. Ένα μέσο νοικοκυριό είχε μία τσαγιέρα και ένα φλιτζάνι.

Οι άνθρωποι μιλούσαν πολύ για τη σεμνότητα και τα βιβλία θα σας πουν ότι οι Αφγανοί απομόνωναν τις γυναίκες τους. Αλλά σε ένα μέσο χωριό, ας πούμε, 200 νοικοκυριών συνήθως μόνο τρεις ή τέσσερις οικογένειες μπορούσαν να το αντέξουν αυτό. Τα υπόλοιπα 196 ή 197 σπίτια χρειάζονταν την εργασία των γυναικών τους στα χωράφια, στα ζώα και στο κουβάλημα του νερού. Οι άνθρωποι μιλούσαν επίσης πολύ για τη βεντέτα και το παραδοσιακό δίκαιο των Παστούν. Οι Χαν μπορούσαν να κάνουν βεντέτες, γιατί είχαν την πολυτέλεια να κρύβονται πίσω από τα τείχη ενός φρουρίου και να βγαίνουν έξω μόνο με σωματοφύλακες. Η συντριπτική πλειονότητα των ανδρών έπρεπε να εργάζεται στα χωράφια και δεν μπορούσε να αντέξει το οικονομικό κόστος να έχει εχθρούς.

Τα βιβλία και οι πλούσιοι έλεγαν ότι η ζωή των Αφγανών διέπεται από την τιμή. Άκουσα τους φτωχούς ανθρώπους που γνώριζα να χρησιμοποιούν τη λέξη τιμή μόνο μία φορά και τη λέξη ντροπή κάθε μέρα.

Η κυβέρνηση και η κοινωνία ήταν σάπιες και όλοι το ήξεραν. Την πρώτη φορά που μπήκα στο Αφγανιστάν είδα μια γυναίκα και έναν τελωνειακό υπάλληλο να παζαρεύουν με ένταση για το ύψος της δωροδοκίας που θα του έδινε. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες έκλεβαν τα φάρμακα και τα πουλούσαν στο παζάρι.

Χρησιμοποίησα την ιδιότητά μου για να βρω ένα κρεβάτι για έναν φτωχό φίλο στο μοναδικό νοσοκομείο φυματίωσης στην Καμπούλ, ένα δημόσιο ίδρυμα. Όταν επισκέφθηκα τους άλλους ασθενείς, άνδρες από κάθε ομάδα της χώρας συνωστίζονταν γύρω από το κρεβάτι του και συζητούσαν. Ο φίλος μου μου είπε ότι η οικογένειά του έπρεπε να δωροδοκήσει τις νοσοκόμες για να του δώσουν το φαγητό που πλήρωνε η κυβέρνηση. Ρώτησα αν όλοι έπρεπε να το κάνουν αυτό.

«Ναι», είπαν.

«Γιατί;» Ρώτησα.

Ένας ασθενής είπε: «Αφγανιστάν, Ζουλουμιστάν» –δηλαδή: «Αφγανιστάν, Τυραννιστάν»– και όλοι γέλασαν.

Όλοι μισούσαν την κυβέρνηση. Οι φτωχοί μου φίλοι, που ήταν Παστούν, ήταν περήφανοι που ο βασιλιάς και οι στρατηγοί ήταν Παστούν, αλλά εξακολουθούσαν να μισούν την κυβέρνηση. Το ίδιο και οι κομμουνιστές.

Η βασιλική κυβέρνηση βασίστηκε στην εξωτερική βοήθεια των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης για να καλύψει τα δύο τρίτα του προϋπολογισμού. Ο βασιλιάς και οι Χαν δεν ήθελαν οικονομική ανάπτυξη – αυτό θα απειλούσε την εξουσία τους. Σε κάθε περίπτωση, η διαφθορά που επικρατούσε την καθιστούσε πολύ δύσκολη.5 Έτσι, τα ξένα χρήματα δαπανήθηκαν κυρίως στην εκπαίδευση, σε μια διευρυμένη δημόσια υπηρεσία που δεν είχε να ασχοληθεί με τίποτα, και στο στρατό. Αυτές οι δαπάνες δημιούργησαν μια νέα τάξη μορφωμένων ανθρώπων. Ήταν μια μικρή τάξη. Υπήρχαν περίπου 20.000 απόφοιτοι πανεπιστημίου σε έναν πληθυσμό 15 εκατομμυρίων το 1978. Αλλά η παλιά ελίτ ήταν τόσο μικρή που το μεγαλύτερο μέρος της νέας μορφωμένης τάξης προερχόταν από μεσαίες αγροτικές οικογένειες. Δεν ήταν οι ακτήμονες φτωχοί, αλλά συχνά ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας που τελείωνε το λύκειο. Έφεραν μαζί τους στην πόλη το μίσος των γονιών τους για τους Χαν και την κυβέρνηση. Η μόρφωσή τους τούς δημιούργησε μια απελπισία για τη φτώχεια της χώρας και μια λαχτάρα για «εκσυγχρονισμό».

Υπήρχαν δύο πολιτικές πτέρυγες αυτής της νέας τάξης. Οι κομμουνιστές αναζητούσαν ιδέες από τη Σοβιετική Ένωση. Οι ισλαμιστές προσέβλεπαν στις ιδέες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο και όχι στις πιο μυστικιστικές και χαλαρές παραδόσεις του αφγανικού Ισλάμ. Έβλεπαν την παράδοση ως πρόβλημα, την εκπαίδευση ως απάντηση και την επαναστατική αλλαγή ως αναγκαιότητα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι κομμουνιστές και οι ισλαμιστές πολεμούσαν μεταξύ τους στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ και στα λύκεια της πόλης. Οι κομμουνιστές κέρδισαν επειδή είχαν πολύ μεγαλύτερη υποστήριξη και οι ισλαμιστές φοιτητές ηγέτες κατέφυγαν στην εξορία στο Πακιστάν.

 

Γεωγραφία και εθνικότητα

Ας σταματήσουμε για λίγο για να εξετάσουμε τη γεωγραφία και την εθνοτική σύνθεση του Αφγανιστάν. Δεν άρχισα με την εθνικότητα, επειδή ποτέ δεν ήταν τόσο σημαντική όσο η τάξη. Η κοινωνική οργάνωση είναι σε γενικές γραμμές παρόμοια σε όλες τις εθνοτικές ομάδες και η βασική παραδοσιακή διαίρεση είναι μεταξύ του γαιοκτήμονα που έπαιρνε το 67-80% της σοδειάς και του επίμορτου καλλιεργητή που έκανε τη δουλειά.

Ωστόσο, η εθνικότητα, η γλώσσα και η γεωγραφία έχουν σημασία στην ιστορία που ακολουθεί. Αξιόπιστες στατιστικές δεν υπάρχουν. Αλλά το 40-50% του πληθυσμού είναι Παστούν. Μιλάνε παστού και ζουν στα νότια και ανατολικά. Η Κανταχάρ είναι η μεγαλύτερη πόλη τους. Στα κεντρικά βουνά ζουν οι Χαζάροι, οι φτωχότεροι από τους Αφγανούς αγρότες και οι πιθανότεροι να μεταναστεύσουν στις πόλεις για εργασία. Μιλούν φαρσί (περσικά), είναι κυρίως Σιίτες και αποτελούν περίπου το ένα δέκατο του πληθυσμού. Ένα άλλο δέκατο είναι οι Ουζμπέκοι, οι οποίοι μιλούν μια τουρκική γλώσσα και ζουν στις πεδιάδες του βορειοανατολικού τμήματος. Περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού είναι Τατζίκοι, κυρίως στα δυτικά γύρω από τη Χεράτ και στα βορειοανατολικά. Οι Τατζίκοι δεν αποτελούν εθνοτική ομάδα και δεν έχουν ποτέ ενωθεί πολιτικά. Η λέξη σημαίνει απλώς έναν χωρικό που μιλάει φαρσί και δεν έχει καμία άλλη εθνοτική ένταξη.

Η Καμπούλ, η πρωτεύουσα, είναι μια μικτή πόλη. Πολλοί στα ανώτερα κυβερνητικά κλιμάκια είναι παραδοσιακά Παστούν. Όμως τα φαρσί είναι η κυρίαρχη γλώσσα στην Καμπούλ και θεωρείται ευρέως πιο καλλιεργημένη από τα παστού.6

Η αφγανική πολιτική, ωστόσο, δεν οργανώθηκε με βάση τις εθνοτικές γραμμές. Οι βασικές διαχωριστικές γραμμές ήταν η θρησκεία, ο κομμουνισμός και η στάση απέναντι στη βασιλική οικογένεια. Υπήρχαν πολλοί από κάθε εθνοτική ομάδα σε κάθε πλευρά.

 

Επανάσταση από τα πάνω

Το 1972 ένας καταστροφικός λιμός σάρωσε το βόρειο και το κεντρικό τμήμα της χώρας. Η κυβέρνηση του βασιλιά δεν έκανε τίποτα και ανώτεροι αξιωματούχοι έκλεψαν την επισιτιστική βοήθεια. Έτσι, όταν ο ξάδελφος του βασιλιά Μοχάμμεντ Νταούντ έκανε πραξικόπημα το 1974 για να δημιουργήσει μια ισλαμική σοσιαλιστική δημοκρατία, κανείς δεν αγωνίστηκε για την παλιά τάξη πραγμάτων. Στην αρχή η δικτατορία του Νταούντ έκλινε προς τη Σοβιετική Ένωση στην εξωτερική πολιτική και οι κομμουνιστές τον υποστήριξαν. Στις αρχές του 1978, όμως, ο Νταούντ στράφηκε προς τις ΗΠΑ και συνέλαβε τους κυριότερους κομμουνιστές ηγέτες.

Οι κομμουνιστές πραγματοποίησαν αμέσως πραξικόπημα βασιζόμενοι σε αξιωματικούς του στρατού και της αεροπορίας, πολλοί από τους οποίους είχαν εκπαιδευτεί στη Σοβιετική Ένωση. Όπως και οι υπόλοιποι κομμουνιστές, οι περισσότεροι αξιωματικοί ήταν μορφωμένοι άνδρες από ταπεινό κοινωνικό περιβάλλον. Σχεδόν κανείς δεν ήταν πρόθυμος να πεθάνει για τον Νταούντ, τη βασιλική οικογένεια ή την παλιά τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτή η απουσία αντίστασης δεν ήταν το ίδιο με την υποστήριξη του πραξικοπήματος. Η νέα κομμουνιστική κυβέρνηση είχε υποστήριξη στις πόλεις, αλλά πολύ λίγη στην ύπαιθρο, όπου ζούσε το 90% των Αφγανών. Το Αφγανιστάν βρισκόταν σε επιστράτευση, και οι επιστρατευμένοι ήταν ο καθρέφτης της χώρας. Οι κομμουνιστές δεν προσπάθησαν καν να οικοδομήσουν ανάμεσα στους απλούς στρατιώτες. Αυτό έμελλε να αποδειχθεί η μοιραία αδυναμία τους.

Οι κομμουνιστές ήταν, ωστόσο, επαναστάτες. Ήθελαν να αλλάξουν τα πάντα, να καταλύσουν την εξουσία των γαιοκτημόνων και να απελευθερώσουν τις γυναίκες. Τα πρώτα διατάγματά τους για τη μεταρρύθμιση της γης και τα δικαιώματα των γυναικών ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβολικά, αλλά κανείς δεν είχε αμφιβολία για το τι σήμαινε ο συμβολισμός.

Ξεκίνησαν μικρές αγροτικές εξεγέρσεις, αρχικά σε μέρη όπου η κυβερνητική εξουσία ήταν πάντα εύθραυστη, όπως το Νουριστάν στα ανατολικά και η Παχτία στα νοτιοανατολικά. Οι εξεγέρσεις αυτές εξαπλώθηκαν. Συνήθως καθοδηγούνταν από τοπικούς μουλάδες του χωριού και όχι από μορφωμένους ισλαμιστές. Οι μουλάδες υποστήριζαν ότι οι κομμουνιστές ήταν άθεοι, εργαλεία των Ρώσων και ήθελαν να καταστρέψουν την ευπρέπεια των γυναικών.

Επειδή οι κομμουνιστές δεν είχαν πραγματική υποστήριξη στην ύπαιθρο, το πρώτο τους βήμα ήταν να στείλουν με τζιπ στα χωριά μορφωμένους κυβερνητικούς αξιωματούχους με δυτική ενδυμασία. Οι χωρικοί τους έβλεπαν ως το ίδιο είδος ανθρώπων με την παλιά καταπιεστική κυβέρνηση. Όταν η αποστολή αξιωματούχων απέτυχε, η αντιμετώπιση ήταν οι συλλήψεις και τα βασανιστήρια. Αυτό ήταν σκληρό, αλλά μπορούσε να γίνει στοχευμένα. Ωστόσο, οι συλλήψεις, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις απλώς υποδαύλιζαν το μίσος και την περαιτέρω αντίσταση. Το επόμενο βήμα για την κυβέρνηση ήταν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, μια τυφλή επίθεση σε όλους τους αγρότες. Αυτό με τη σειρά του διεύρυνε περισσότερο την εξέγερση. Μέσα σε 18 μήνες οι εξεγέρσεις κάλυψαν μεγάλο μέρος της υπαίθρου. Όλοι καταλάβαιναν ότι η κομμουνιστική κυβέρνηση θα έπεφτε σύντομα.

Οι κομμουνιστές ήταν γενναίοι και αφοσιωμένοι άνδρες και γυναίκες. Ήθελαν να τερματίσουν την παλιά καταπίεση και να απελευθερώσουν τις γυναίκες. Πράγματι, πολλοί από αυτούς/ές ήταν γυναίκες και, όπως και οι άνδρες, ήταν έτοιμες/οι να πεθάνουν. Αλλά είχαν προσπαθήσει να κάνουν μια επανάσταση από πάνω προς τα κάτω, όχι από κάτω προς τα πάνω, και το πλήρωναν αυτό. Επέλεξαν ένα πραξικόπημα από την κορυφή, επειδή η κυρίαρχη ιδέα στην αριστερά διεθνώς στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 ήταν ότι σοσιαλισμός σήμαινε δικτατορία. Το να είσαι κομμουνιστής εκείνη την εποχή σήμαινε να πιστεύεις ότι οι φτωχές χώρες χρειάζονταν μια δικτατορία για να αναπτυχθούν. Μερικές φορές ο δικτάτορας ήταν βίαιος, όπως ο Ιωσήφ Στάλιν, και μερικές φορές σχετικά ήπιος, όπως ο Φιντέλ Κάστρο. Αλλά ο κομμουνισμός ήταν δικτατορία: κυριαρχία από πάνω προς τα κάτω.

Πολλοί από τους Αφγανούς κομμουνιστές είχαν εκπαιδευτεί, εν μέρει, στη Σοβιετική Ένωση. Γι’ αυτούς ήταν απλό. Ήθελαν μια σύγχρονη, ανεπτυγμένη, πολιτισμένη χώρα όπως η Σοβιετική Ένωση. Και αυτό σήμαινε, προφανώς, το είδος της δικτατορίας που έβλεπαν εκεί. Κάποιοι Αφγανοί κομμουνιστές είχαν ζήσει αλλού. Ο Ταρακί, ο πρώτος κομμουνιστής πρόεδρος, είχε εργαστεί στην Ινδία. Ο Αμίν, ο δεύτερος, είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Και στα δύο μέρη, όπως και στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, οι περισσότεροι ριζοσπάστες θεωρούσαν ότι κομμουνισμός σήμαινε δικτατορία. Αυτό πίστευαν ευρέως και οι εθνικιστικοί κύκλοι του Τρίτου Κόσμου, όπου η δικτατορία θεωρούνταν και πάλι σε μεγάλο βαθμό δεδομένη. Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ο Κάστρο και ο Σουκάρνο ήταν δικτάτορες που θαυμάζονταν ευρύτατα.

Υπήρχαν σοσιαλιστές που πίστευαν στη δημοκρατία και την επανάσταση από τα κάτω προς τα πάνω και που έλεγαν ότι αυτή ήταν η πολιτική του Μαρξ και του Λένιν. Αυτό το περιοδικό προέρχεται από αυτή την παράδοση. Αλλά τότε ήμασταν μια μικρή φωνή στην παγκόσμια αριστερά, που δύσκολα ακουγόταν στις φτωχότερες χώρες.

Οι Αφγανοί κομμουνιστές, όμως, έσκαβαν τον δικό τους τάφο. Μερικές φορές είναι δυνατόν να οργανωθεί ένα πραξικόπημα με την υποστήριξη μιας μειονότητας και να υπάρξει διακυβέρνηση με μια μειονότητα. Αλλά είναι άλλο πράγμα να αλλάξεις ολόκληρη τη δομή μιας κοινωνίας – τις βασικές οικονομικές σχέσεις και την οικογένεια. Η αλλαγή σε αυτή την κλίμακα προϋποθέτει μια ενθουσιώδη πλειοψηφία. Έτσι, μέσα σε 18 μήνες ο κλοιός έκλεισε γύρω από την Καμπούλ και τους κομμουνιστές.

Καθώς έχαναν τη λαϊκή υποστήριξη, οι κομμουνιστές άρχισαν να αλληλοσκοτώνονται. Υπήρχαν πάντα δύο φατρίες στον αφγανικό κομμουνισμό. Η ομάδα Χαλκ (Λαός) ήταν πιο ριζοσπαστική. Ήθελαν να προωθήσουν την επανάσταση, τη μεταρρύθμιση της γης και την απελευθέρωση των γυναικών μέχρι τέλους. Σε γενικές γραμμές προέρχονταν από φτωχότερα αγροτικά στρώματα και οι περισσότεροι μιλούσαν παστού. Η ομάδα Παρτσάμ (Σημαία) προερχόταν από πλουσιότερες οικογένειες, συχνότερα από τις πόλεις, και ήταν πιο πιθανό να μιλούσαν φαρσί. Ήθελαν να συγκρατήσουν την επανάσταση και να διαπραγματευτούν με τους μουλάδες.

Αυτό που έκανε οξύτερη τη διαφωνία μεταξύ των ομάδων Λαός και Σημαία πιο οδυνηρή, ήταν ότι καμία από τις δύο δεν είχε λύση. Η Σημαία είχε δίκιο ότι η προώθηση της επανάστασης μέχρι τέλους χωρίς λαϊκή υποστήριξη δεν θα πετύχαινε τίποτα. Ο Λαός είχε δίκιο ότι η εξέγερση δεν θα ξεγελιόταν με παραχωρήσεις. Χωρίς καμία λύση, με τις ελπίδες τους να πνίγονται στη σκληρότητα, οι δύο παρατάξεις στράφηκαν η μία εναντίον της άλλης. Ο Λαός εκκαθάρισε τη Σημαία, συλλαμβάνοντας, βασανίζοντας και εκτελώντας πολλές χιλιάδες. Τότε ο Λαός διασπάστηκε και άρχισε να αλληλοσκοτώνεται. Η κομμουνιστική τρομοκρατία επικεντρώθηκε στους κομμουνιστές.

 

Κατοχή και αντίσταση

Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1979 τα σοβιετικά τανκς άρχισαν να περνούν τα σύνορα.7 Οι λόγοι για την εισβολή ήταν σαφείς και επιτακτικοί για τη Σοβιετική Ένωση. Το Αφγανιστάν ήταν μια μουσουλμανική χώρα με κομμουνιστική κυβέρνηση. Βρισκόταν ακριβώς νότια από τις δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης όπου πλειοψηφούσαν οι Μουσουλμάνοι και διέθεταν τεράστιο πετρελαϊκό πλούτο. Αν η κομμουνιστική κυβέρνηση του Αφγανιστάν έπεφτε από μια μουσουλμανική εξέγερση, το παράδειγμα θα μπορούσε εύκολα να εξαπλωθεί προς τα βόρεια. Επιπλέον, πολλοί από τη σοβιετική ελίτ πίστευαν ότι θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν με τους πρεσβύτερους των φυλών και τις μετριοπαθείς δυνάμεις. Στα μάτια τους το πρόβλημα με τους Αφγανούς κομμουνιστές ήταν ότι ήταν επαναστάτες – ήθελαν να αλλάξουν τα πάντα. Η σοβιετική ελίτ ήταν συντηρητικοί άνθρωποι της εξουσίας.

Τα σοβιετικά τανκς και τα αεροπλάνα εξασφάλισαν γρήγορα τις πόλεις. Απέπεμψαν την παράταξη του Λαού και εγκατέστησαν τον Μπαμπράκ Καρμάλ από την παράταξη της Σημαίας. Η αστυνομία της Σημαίας άρχισε να μαζεύει τους ηγέτες του Λαού. Κάποιοι άνδρες και γυναίκες βγήκαν από τη φυλακή και άλλοι γέμισαν τα κελιά τους.

Οι μουλάδες έλεγαν ότι οι κομμουνιστές ήταν ρωσικές μαριονέτες. Τώρα όλοι έβλεπαν ότι αυτό ήταν αλήθεια. Οι κομμουνιστές έχασαν την πλειοψηφία της υποστήριξής τους στις πόλεις. Οι διαδηλώσεις στις πόλεις ξεκίνησαν στην πόλη Χεράτ στα ανατολικά, που μιλούσε φαρσί, με ιρανικές επιρροές. Άνδρες και αγόρια ανέβαιναν στις στέγες τους τη νύχτα και φώναζαν, σε όλη την πόλη μαζί, «Ο Θεός είναι μεγάλος». Κανείς δεν τόλμησε να τους πυροβολήσει ή να τους βομβαρδίσει γι’ αυτό.8

Οι φωνές διαμαρτυρίας εξαπλώθηκαν στην Κανταχάρ που μιλούσε παστού στα νότια και στη συνέχεια στην Καμπούλ που μιλούσε φαρσί. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, που ήταν επί μακρόν στήριγμα των κομμουνιστών, κατέβηκαν σε απεργία κατά της σοβιετικής κατοχής. Οι μαθήτριες του λυκείου θηλέων στην Καμπούλ είχαν πρωτοστατήσει στον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών. Τώρα συγκεντρώθηκαν στην αυλή, φοβούμενες να διαδηλώσουν στους δρόμους, και φώναζαν, όπως είχαν κάνει οι γυναίκες όταν εισέβαλαν οι Βρετανοί το 1878, καλώντας τους άνδρες του Αφγανιστάν να δείξουν ότι ήταν άνδρες και όχι κορίτσια.

Οι κομμουνιστές ήταν βαθιά διχασμένοι. Η επανάστασή τους βρισκόταν στο τέλος της. Οι σοβιετικοί «σύμβουλοι» πήραν τον έλεγχο κάθε υπουργείου και σταμάτησαν όλες τις μεταρρυθμίσεις. Οι κομμουνιστές αντιμετώπιζαν την επιλογή να συνεργαστούν με τον εισβολέα ή να ενδώσουν στην αιματηρή «ισλαμική» αντίδραση. Κάποιοι απλώς έφυγαν, αλλά οι περισσότεροι αποφάσισαν να πάνε με τους Ρώσους.

Ο σοβιετικός πόλεμος διήρκεσε για τα επόμενα επτά χρόνια. Οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις κρατούσαν τις πόλεις και περιπολούσαν στους αυτοκινητόδρομους με τανκς. Αλλά στην ύπαιθρο δέχονταν συνεχείς επιθέσεις. Εδώ η κύρια τακτική τους ήταν οι νάρκες, τα ελικόπτερα, τα βομβαρδιστικά και οι ζώνες ελεύθερων πυρών. Δεν υπάρχουν αξιόπιστοι αριθμοί για τους Αφγανούς νεκρούς. Ο συνήθης αριθμός του ενός εκατομμυρίου είναι μάλλον πολύ υψηλός. Μπορεί να ήταν μόνο μισό εκατομμύριο από έναν πληθυσμό 15 εκατομμυρίων.9 Περίπου άλλο ένα εκατομμύριο τραυματίστηκαν και έμειναν ανάπηροι για όλη τους τη ζωή. Τέσσερα εκατομμύρια έγιναν πρόσφυγες στο Πακιστάν, άλλα δύο εκατομμύρια στο Ιράν και τουλάχιστον άλλα δύο εκατομμύρια κατέφυγαν στη σχετική ασφάλεια των αφγανικών πόλεων. Με άλλα λόγια, περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή αναγκάστηκαν να φύγουν.

Για να το θέσουμε αυτό σε συγκριτική προοπτική, είναι σαν η Βρετανία τη δεκαετία του 1980 να είχε υποστεί δύο εκατομμύρια νεκρούς, τέσσερα εκατομμύρια βαριά τραυματίες και 32 εκατομμύρια πρόσφυγες. Φανταστείτε για μια στιγμή ότι αυτή η καταστροφή οφειλόταν σε ξένη εισβολή και ότι οι σοσιαλιστές και οι φεμινίστριες είχαν σχεδόν όλοι υποστηρίξει την εισβολή. Πόσο δημοφιλής πιστεύετε ότι θα ήταν ο φεμινισμός ή ο σοσιαλισμός στη Βρετανία;

Και στο Αφγανιστάν, οι φεμινιστικές και σοσιαλιστικές πολιτικές δεν έχουν μεγάλη υποστήριξη ακόμη και μια γενιά αργότερα. Το βασικό πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι αυτό δεν οφείλεται στο ότι οι Αφγανοί ήταν πάντα δεξιοί και πατριαρχικοί. Εξάλλου, οι κομμουνιστές κέρδισαν όλες τις έδρες στην Καμπούλ σε εκλογές τη δεκαετία του 1960. Είναι εξαιτίας όσων έκανε η Αριστερά στους απλούς Αφγανούς.

Η αντίσταση στους Ρώσους δεν είχε καμία σχέση με κανένα από τα ένοπλα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 20ού αιώνα. Τα κινήματα στο Βιετνάμ, την Αλγερία, την Αγκόλα και τα υπόλοιπα είχαν όλα επικεφαλής ένα πολιτικό κόμμα και είχαν έναν λίγο πολύ ομογενοποιημένο στρατό. Η αφγανική αντίσταση ήταν ένας ολόκληρος λαός σε εξέγερση. Αλλά πολεμούσαν τοπική κοινότητα προς τοπική κοινότητα (καούμ στα παστού και τα φαρσί). Μερικές φορές αυτή η κοινότητα ήταν ένα χωριό ή μερικά χωριά μαζί σε μια κοιλάδα· μερικές φορές ήταν μια εθνοτική ομάδα ή μια φατρία, μόνο ένα μέρος ενός χωριού. Κάθε καούμ πολεμούσε μόνο του.10 Αν ένας κεντρικός δρόμος περνούσε μέσα από το χωριό ή την κοιλάδα του καούμ, τότε επιτίθεντο σε ρωσικές αυτοκινητοπομπές και γίνονταν φοβερές μάχες. Ενώ οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά της κοινότητας μπορεί να περπατούσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μέχρι το Πακιστάν για να βρουν καταφύγιο ή να προμηθευτούν όπλα, σπάνια περπατούσαν μακριά για να πολεμήσουν.

Οι ιδέες της αντίστασης ήταν οι ιδέες του αφγανικού Ισλάμ. Αυτές ήταν διαφορετικές από τις ιδέες που είχαν εισάγει οι ισλαμιστές φοιτητές από την Αίγυπτο. Αντιθέτως, οι άνθρωποι γνώριζαν ότι πολεμούσαν για τον θεό και τη θρησκεία. Γνώριζαν επίσης ότι οι Αφγανοί είχαν πολεμήσει και κερδίσει τρεις πολέμους εναντίον των Βρετανών στο όνομα του Ισλάμ: τον Πρώτο Αφγανικό Πόλεμο (1838-42), τον Δεύτερο Αφγανικό Πόλεμο (1878-80) και τον Τρίτο Αφγανικό Πόλεμο (1919). Η σκληρότητα της κατοχής, τα βασανιστήρια και οι βομβαρδισμοί έκαναν τα υπόλοιπα.

Οι αντιστασιακοί αυτοαποκαλούνταν μουτζαχεντίν, αυτοί που κάνουν τζιχάντ. Αυτό δεν τους έκανε φανατικούς. Σήμαινε ότι αντιστέκονταν σε μια ξένη εισβολή.

Η κατάσταση περιπλεκόταν, ωστόσο, από την ύπαρξη επτά ισλαμιστικών πολιτικών κομμάτων με έδρα την Πεσαβάρ, την πρωτεύουσα της κυρίως παστουνικής Βορειοδυτικής Συνοριακής Επαρχίας του Πακιστάν. Όλα αυτά τα επτά κόμματα χρηματοδοτούνταν και οπλίζονταν από μια συμμαχία της CIA, των σαουδαραβικών μυστικών υπηρεσιών και της Υπηρεσίας Πληροφοριών των Πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων (ISI). Η CIA και οι Σαουδάραβες παρείχαν χρήματα και όπλα. Η πακιστανική ISI διατηρούσε αυστηρό έλεγχο της διανομής και ευνοούσε ορισμένα από τα εξόριστα κόμματα έναντι άλλων.11 Για την κυβέρνηση των ΗΠΑ και τη CIA, το κίνητρο ήταν εν μέρει η αφαίμαξη της Σοβιετικής Ένωσης και εν μέρει η εκδίκηση για το Βιετνάμ. Για τις σαουδαραβικές μυστικές υπηρεσίες, το κίνητρο ήταν να κρατήσουν τον κομμουνισμό σε απόσταση. Το Πακιστάν τη δεκαετία του 1980 ήταν μια στρατιωτική δικτατορία υπό τον στρατηγό Ζία. Σε αντάλλαγμα για την υποστήριξη της αφγανικής αντίστασης, ο Ζία έλαβε αμερικανική υποστήριξη, απαραίτητη για τη διατήρηση του καθεστώτος του. Η ISI και οι σαουδαραβικές μυστικές υπηρεσίες υποστήριζαν επίσης τον ισλαμισμό. Η CIA δεν το έκανε, αλλά δεν μπορούσε να βρει κανέναν άλλον για να συνεργαστεί στο Αφγανιστάν.

Οι ηγέτες των επτά κομμάτων πήραν όλοι ένα μεγάλο προσωπικό μερίδιο και στη συνέχεια έστειλαν μέρος των χρημάτων και περισσότερα από τα όπλα στην αντίσταση στο εσωτερικό του Αφγανιστάν. Το μεγαλύτερο μερίδιο των χρημάτων πήγε στο πιο ριζοσπαστικό κόμμα, με επικεφαλής τον Γκουλμπουντίν Χεκματιάρ, έναν Παστούν που είχε σπουδάσει μηχανικός στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ. Το άλλο μεγάλο κόμμα είχε επικεφαλής τον Ραμπανί, πρώην καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, και τον Μασούντ, σπουδαστή ισλαμιστή. Και οι δύο άνδρες ήταν Τατζίκοι.12 Υπήρχαν επίσης τρία μικρότερα ισλαμιστικά κόμματα και δύο μικρά κόμματα που εκπροσωπούσαν την παλιά ελίτ των γαιοκτημόνων και της βασιλικής οικογένειας.

Στο εσωτερικό του Αφγανιστάν κάθε κοινότητα συμμάχησε με ένα από τα επτά κόμματα στην Πεσαβάρ. Οι συμμαχίες αυτές δεν ήταν κυρίως ιδεολογικές ή εθνοτικές. Ο ηγέτης μιας κοινότητας ήταν συχνά αντίπαλος (όχι εχθρός) των ηγετών των γειτονικών κοινοτήτων. Έτσι συμμαχούσε με ένα διαφορετικό πολιτικό κόμμα από αυτά. Καθώς οι συμμαχίες άλλαζαν στο εσωτερικό της χώρας, εξάλλου, οι άνθρωποι άλλαζαν την υποστήριξή τους από το ένα κόμμα στο άλλο. Αυτό δημιούργησε το μοτίβο ενός μωσαϊκού με πολλαπλές υποστηρίξεις.

Με άλλα λόγια, η αφγανική αντίσταση ήταν ταυτόχρονα ένας λαός σε εξέγερση και μια ομάδα Αμερικανών εντολοδόχων. Αλλά το γεγονός της εξέγερσης ήταν πιο σημαντικό. Εκατοντάδες χιλιάδες Αφγανοί έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο και δεν έδωσαν τη ζωή τους για την αμερικανική ηγεμονία. Και η σχέση μεταξύ των ισλαμιστών και της CIA ήταν πάντα μια δύσκολη συμμαχία. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ΗΠΑ ήταν αντίθετες με τον ισλαμισμό – τη δεκαετία του 1980 το Ιράν ήταν ένας σημαντικός εχθρός. Σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, τα σχέδια να φέρουν τους ηγέτες των επτά κομμάτων στην Ουάσιγκτον χρειάστηκε να ακυρωθούν επειδή ο Χεκματιάρ αρνήθηκε να σφίξει το χέρι του προέδρου Ρέιγκαν.

Κατά τη διάρκεια του επταετούς πολέμου κατά των Σοβιετικών –του τέταρτου αφγανικού πολέμου– οι σχέσεις των τάξεων στα χωριά μετασχηματίστηκαν. Η παλιά αφγανική ελίτ, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι σύμμαχοί τους στις πόλεις, απλώς έφυγαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Πολλοί είχαν τα χρήματα και τις επαφές για να γίνουν Αφγανοαμερικανοί. Αυτό άφησε ένα κενό στις πόλεις. Εκεί μια νέα τάξη μορφωμένων ανθρώπων έπαιρνε την εξουσία, μια νέα αστική τάξη. Τόσο οι κομμουνιστές όσο και οι ισλαμιστές ανήκαν σε αυτή την τάξη. Το ερώτημα ήταν ποια πτέρυγα αυτής της τάξης θα κέρδιζε.

Στην ύπαιθρο οι αλλαγές ήταν εξίσου βαθιές αλλά διαφορετικές. Οι παλιοί γαιοκτήμονες έφυγαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Πολλές φτωχότερες οικογένειες έφυγαν επίσης ως πρόσφυγες. Αλλά συχνά ένα νοικοκυριό άφηνε έναν άνθρωπο, ακόμη και σε πολύ επικίνδυνες συνθήκες, για να κρατήσει τη γη του, επειδή στην πραγματικότητα κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα ποιος είχε έγκυρη διεκδίκηση για μεγάλο μέρος της γης. Υπήρχαν νέοι ισχυροί άνδρες, οι τοπικοί «διοικητές» της αντίστασης σε κάθε κοινότητα. Κατά κάποιο τρόπο αυτοί οι άνδρες είχαν ως πρότυπο τους παλιούς Χαν. Ήταν διαφορετικοί στο ότι η νομιμοποίησή τους προερχόταν από τον ηγετικό τους ρόλο στην αντίσταση. Αλλά η διεκδίκηση τους για τη γη ήταν επίσης πιο αδύναμη, επειδή ήταν νεότερη. Επιπλέον, δεν υπήρχαν καθόλου δικαστήρια. Έτσι, όπως και οι Χαν πριν από αυτούς, οι διοικητές έπρεπε να επιδεικνύουν την εξουσία τους επί της γης με τη χρήση βίας εναντίον των αδύναμων και εναντίον οποιουδήποτε τους αμφισβητούσε. Ακριβώς επειδή όλα ήταν σε εξέλιξη, αυτές οι επιδείξεις εξουσίας έπρεπε να είναι πιο βίαιες. Ορισμένες εθνοτικές ομάδες και κοινότητες είχαν επίσης φύγει από συγκεκριμένες περιοχές, και κάποιες είχαν εκδιωχθεί. Και εδώ μια σαφής απειλή βίας ήταν απαραίτητη για να διατηρηθούν οι νέες διεκδικήσεις.

Η CIA και η πακιστανική ISI ενθάρρυναν επίσης τη μαζική επέκταση της παραγωγής οπίου και ηρωίνης στο Αφγανιστάν. Οι καλλιέργειες βοηθούσαν τους Αφγανούς αγρότες να επιβιώσουν και η πώληση των ναρκωτικών απέφερε χρήματα για τα πολιτικά κόμματα. Από τότε όμως το εμπόριο ναρκωτικών ευδοκιμεί τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Πακιστάν. Αυτό καθιστά και τις δύο χώρες πιο ανασφαλείς και χαοτικές περιοχές και οι περιφερειακοί ηγέτες ανταγωνίζονται για τα χρήματα από τα ναρκωτικά. Στο Πακιστάν το χρήμα από τα ναρκωτικά έχει επίσης διαφθείρει τα κυριότερα πολιτικά κόμματα, τον στρατό και την υπηρεσία πληροφοριών. Και είναι άλλο πράγμα να ζεις κάτω από ένα κράτος όπου οι πολιτικοί δωροδοκούνται. Άλλο να ζεις σε ένα κράτος όπου οι μυστικοί αστυνομικοί και οι στρατηγοί είναι αφεντικά των ναρκωτικών.13

Στη συνέχεια, το 1988 οι μουτζαχεντίν νίκησαν. Οι Ρώσοι έφυγαν από το Αφγανιστάν. Μέσα σε ένα χρόνο η παλιά τάξη πραγμάτων θα άρχιζε να καταρρέει στη Σοβιετική Ένωση, και η αφγανική αντίσταση είχε συμβάλει σε αυτό. Το κρίσιμο για την παρούσα κατάσταση είναι ότι οι μουτζαχεντίν είχαν νικήσει τη σοβιετική εισβολή. Οι Αφγανοί είχαν κερδίσει τον τέταρτο αφγανικό πόλεμο, όπως και τους τρεις προηγούμενους. Επιπλέον, το είχαν κάνει υπό τη σημαία του Ισλάμ. Οι Αφγανοί αγρότες είχαν πληρώσει τεράστιο τίμημα, αλλά είχαν νικήσει. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι οι περισσότεροι Αφγανοί πιστεύουν τώρα ότι μπορούν να νικήσουν τους Αμερικανούς αν χρειαστεί, αλλά το κόστος θα είναι πολύ υψηλό.

Μόλις έφυγαν τα σοβιετικά τανκς, η CIA και η Ουάσινγκτον έδιωξαν τα επτά κόμματα που εδρεύουν στην Πεσαβάρ και έκοψαν όλα τα χρήματα και τα όπλα. Το αποτέλεσμα ήταν το χάος. Οι Ρώσοι είχαν αφήσει πίσω τους ένα συμβιβαστικό καθεστώς με επικεφαλής τον Μοχάμμαντ Νατζιμπουλάχ, τον πρώην επικεφαλής της κομμουνιστικής μυστικής αστυνομίας. Τα επτά ισλαμιστικά πολιτικά κόμματα κινήθηκαν για να αναλάβουν τον έλεγχο των πόλεων. Αλλά οι μουτζαχεντίν είχαν πολεμήσει για να υπερασπιστούν τις κοινότητές τους και δεν επρόκειτο να προελάσουν στην Καμπούλ, ενώ πολλοί από τους κατοίκους των πόλεων που είχαν απορρίψει τη σοβιετική κατοχή θεωρούσαν τώρα τον Νατζιμπουλάχ προτιμότερο από τα ισλαμιστικά κόμματα. Αφού τελικά έπεσε η Καμπούλ το 1992, δεν υπήρχε κεντρική εξουσία. Τα ισλαμιστικά πολιτικά κόμματα ντροπιάστηκαν. Έγινε σαφές ότι το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πολεμήσουν μεταξύ τους για την εξουσία. Το ένα κόμμα συμμαχούσε με το άλλο, στη συνέχεια άλλαζε στρατόπεδο, προδίδοντας τους παλιούς του φίλους, και στη συνέχεια άλλαζε στρατόπεδο και προδιδόταν ξανά. Η Καμπούλ είχε επιβιώσει από τη σοβιετική κατοχή χωρίς να βομβαρδιστεί. Τώρα η πόλη ισοπεδώθηκε καθώς τα ανταγωνιζόμενα ισλαμιστικά κόμματα βομβάρδιζαν τις περιοχές της εργατικής τάξης. Η Καμπούλ έμοιαζε με γερμανική ή ιαπωνική πόλη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σε τοπικό επίπεδο οι ισλαμιστές διοικητές αναπαρήγαγαν ό,τι συνέβαινε σε εθνικό επίπεδο. Μόνο η ισχύς μπορούσε να κάνει επίδειξη εξουσίας, αλλά αυτή η εξουσία έπρεπε να επιδεικνύεται συνεχώς. Για τους απλούς Αφγανούς ήταν μια εποχή βαθιάς ανασφάλειας και αποθάρρυνσης. Πολλοί ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τον κομμουνισμό. Πολύ περισσότεροι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν τους εισβολείς και να πεθάνουν στο όνομα του Ισλάμ. Όμως, καθώς οι άνθρωποι παρακολουθούσαν τους ισλαμιστές, δεν είχε απομείνει τίποτα άλλο για να πιστέψει κανείς πέρα από την οικογένειά του και τη σχέση του με τον θεό. Οποιαδήποτε ευρύτερη ηθική ήταν μια απάτη. Και οι άνθρωποι ζούσαν σε βαθιά ανασφάλεια καθώς ο εθνικός πόλεμος και οι τοπικές συγκρούσεις σάρωναν εναλλάξ τα σπίτια τους. Επιπλέον, οι ισλαμιστές, οι τοπικοί οπαδοί τους ή οι τοπικοί διοικητές μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να έρθουν και να πάρουν τη γη σου, το μαγαζί σου, τον άντρα σου, τον γιο σου ή την κόρη σου. Οι άνθρωποι ζούσαν συνεχώς μέσα στο φόβο και την αβεβαιότητα και μέσα σε πικρή απογοήτευση.

 

Η άνοδος των Ταλιμπάν

Οι Ταλιμπάν ήταν συνέπεια επτά ετών πολέμου κατά των Σοβιετικών και επτά ετών εμφυλίου πολέμου μεταξύ των μουτζαχεντίν. Συχνά περιγράφονται ως μια ομάδα μεσαιωνικών φανατικών. Είναι «παραδοσιακοί», μας λένε, και το σημερινό καθεστώς στην Καμπούλ είναι, αντίθετα, «εκσυγχρονιστικό». Αλλά δεν υπήρξε ποτέ καθεστώς σαν τους Ταλιμπάν σε καμία μουσουλμανική χώρα, οπουδήποτε στον κόσμο, ποτέ. Είναι κάτι νέο, ένα προϊόν του σύγχρονου κόσμου.14

Οι Ταλιμπάν δημιουργήθηκαν το 1994 υπό την αιγίδα της ISI στο Πακιστάν και με την αθόρυβη υποστήριξη των ΗΠΑ. Ο πακιστανικός στρατός είχε βρει τα ισλαμιστικά κόμματα άχρηστα για να αποκτήσουν τον έλεγχο του Αφγανιστάν. Οι ΗΠΑ ήθελαν νόμο και τάξη σε ένα ενωμένο Αφγανιστάν, ώστε να μπορούν να περάσουν έναν πετρελαιαγωγό από την Κεντρική Ασία, χωρίς να χρειάζεται να τον περάσουν από το Ιράν ή τη Ρωσία.

Οι Ταλιμπάν ξεκίνησαν ως στρατός. Επιτέθηκαν στο Αφγανιστάν από το Πακιστάν. Πολλοί από τους αξιωματικούς τους είχαν υπηρετήσει στον πακιστανικό στρατό.15 Οι στρατιώτες ήταν αγόρια από τα θρησκευτικά σχολεία στους προσφυγικούς καταυλισμούς των Αφγανών στο Πακιστάν. Ταλιμπάν σημαίνει απλώς «οι μαθητές». Τα αγόρια είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους όχι στα παραδοσιακά χωριά αλλά σε αυτόν ακριβώς τον θεσμό του 20ού αιώνα, τον προσφυγικό καταυλισμό.

Η ηγεσία των Ταλιμπάν ήταν και πάλι διαφορετική. Ήταν Αφγανοί μουλάδες των χωριών, άνδρες με περιορισμένη τυπική εκπαίδευση. Δεν είχαν φοιτήσει ποτέ σε πανεπιστήμιο και δεν προέρχονταν από μεγάλες οικογένειες γαιοκτημόνων· ήταν άνδρες χαμηλής κοινωνικής θέσης και είχαν ελάχιστα κοινά με τους μορφωμένους ισλαμιστές. Είχαν ένα βαθύ μίσος για τους ξένους Χριστιανούς, αλλά δεν υπήρχε τίποτα μεσαιωνικό σε αυτό το μίσος. Το είχαν μάθει σε έναν μακρύ πόλεμο με βομβαρδιστικά αεροπλάνα και ελικόπτερα. Και σε καμιά μουσουλμανική χώρα, σε κανένα σημείο της ιστορίας, άνδρες σαν αυτούς τους μουλάδες δεν είχαν κυβερνήσει ποτέ.

Η θρησκευτική τους αυστηρότητα δεν ήταν παραδοσιακή στο Αφγανιστάν, ούτε και τα μακριά τους γένια. Όταν έζησα στο αγροτικό Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1970, είχα κοντό, περιποιημένο μούσι. Κάθε άλλος άντρας με μούσι ήταν είτε ένας ασπρομάλλης γέροντας είτε ένας μουλάς, και όλοι τους έκοβαν τα γένια τους περιποιημένα και κοντά. Με κορόιδευαν τακτικά δημοσίως για τη γενειάδα μου, η οποία ήταν άσεμνη και αντι-ισλαμική, και θα ήταν εντελώς απαράδεκτο να την μακρύνω.

Στην αρχή οι Ταλιμπάν έμοιαζαν να σαρώνουν τα πάντα μπροστά τους. Υποσχέθηκαν νόμο και τάξη, ειρήνη και ειλικρίνεια. Μετά από 16 χρόνια πολέμου και ανασφάλειας, πολλοί Αφγανοί ήταν πρόθυμοι να δεχτούν αυτή την υπόσχεση, πολύ περισσότερο επειδή ήταν γνωστό ότι είχαν την υποστήριξη των Αμερικανών και των Πακιστανών και έτσι θα μπορούσαν να προσφέρουν ειρήνη. Αλλά οι Ταλιμπάν είχαν επίσης δύο άλλες οργανωτικές βάσεις στην ιδεολογία τους. Η μία ήταν ένα Ισλάμ που επικεντρωνόταν στην επιβολή του νόμου και της σεμνότητας. Η σεμνότητα σήμαινε την απομόνωση των γυναικών στις πόλεις – οι περισσότερες γυναίκες στην ύπαιθρο εξακολουθούσαν να εργάζονται στα χωράφια. Αυτό σήμαινε ότι τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο στις πόλεις, αν και στις περιοχές των Παστούν οι χωρικοί επέμεναν να εκπαιδεύουν τις κόρες τους. Το σημαντικότερο, οι Ταλιμπάν υποσχέθηκαν ότι οι ηγέτες και οι στρατιώτες τους δεν θα παρενοχλούσαν αγόρια και κορίτσια, όπως έκαναν συχνά οι διοικητές των Μουτζαχεντίν.

Οι Ταλιμπάν αναγκάστηκαν να τονίσουν τα ισλαμικά τους διαπιστευτήρια εν μέρει επειδή όλοι γνώριζαν ότι στην πραγματικότητα ήταν εντολοδόχοι της πακιστανικής και της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι δημόσιες εκτελέσεις τους σε γήπεδα ποδοσφαίρου ήταν βάρβαρες αλλά και ευπρόσδεκτες για πολλούς Αφγανούς. Οι Ταλιμπάν επέβαλαν τον νόμο και την τάξη, ήταν πιο τίμιοι από τους διοικητές και οι άνθρωποι ήλπιζαν σε ασφάλεια. Το παράδοξο και μη-αφγανικό Ισλάμ τους παρατράβηξε για τους περισσότερους ανθρώπους. Έτσι, είχαν λίγη παθιασμένη υποστήριξη, αλλά αρκετή ανοχή στις περιοχές των Παστούν από ανθρώπους που θεωρούσαν ότι ήταν οι καλύτεροι από τις άλλες εναλλακτικές λύσεις.

Ωστόσο, η κεντρική ιδεολογία των Ταλιμπάν ήταν ο σοβινισμός των Παστούν. Οι Ταλιμπάν ήταν αποκλειστικά Παστούν. Από τη δεκαετία του 1920 η αφγανική πολιτική ήταν πάντα πολωμένη για θρησκευτικούς και ταξικούς λόγους. Οι κομμουνιστές, για παράδειγμα, πάντα συμπεριλάμβαναν Παστούν, Τατζίκους, Ουζμπέκους και ανθρώπους από άλλες ομάδες, όπως και οι ισλαμιστές. Οι διάφορες παρατάξεις, επίσης, ήταν μικτές. Η εθνοτική καταγωγή δεν ήταν ασήμαντη, αλλά δεν αποτελούσε την κύρια βάση της πολιτικής. Τώρα που η κομμουνιστική και η ισλαμιστική πολιτική είχαν προδώσει τους ανθρώπους, η εθνικότητα ήταν το μόνο που είχε απομείνει για την πολιτική οργάνωση.

Οι Ταλιμπάν κατέλαβαν τους Παστούν στα νότια και ανατολικά, ακόμη και την Καμπούλ, μέσα σε δύο χρόνια. Όταν προσπάθησαν να καταλάβουν τη Μαζάρ, την κύρια πόλη στο βορρά, οι Χαζάροι εκεί ξεσηκώθηκαν εναντίον τους. Οι Χαζάροι ήταν η φτωχότερη, πιο καταπιεσμένη ομάδα και αποτελούσαν ένα μεγάλο ποσοστό των εργατών των πόλεων. Είχαν επίσης έναν αιώνα συγκρούσεων με τους βοσκούς Παστούν για τη γη. Οι Ταλιμπάν αποκατέστησαν τελικά τον έλεγχο, αλλά η επιρροή τους στο βορρά δεν ήταν ποτέ σταθερή μετά από αυτό. Αυτό τερμάτισε την ελκυστικότητά τους για τους Αμερικανούς, οι οποίοι χρειάζονταν μια ασφαλή κυβέρνηση για τον αγωγό που ήθελαν να περάσει από τα βορειοδυτικά της χώρας. Οι Αμερικανοί απέσυραν την υποστήριξή τους. Και ο Οσάμα Μπιν Λάντεν επέστρεψε στην πατρίδα του.

Η οικογένεια Μπιν Λάντεν είχε δεσπόζουσα παρουσία στον κατασκευαστικό κλάδο της Σαουδικής Αραβίας. Στη δεκαετία του 1980 ο Οσάμα είχε εργαστεί στο Πακιστάν για τις μυστικές υπηρεσίες της σαουδαραβικής κυβέρνησης, συντονίζοντας ξένους εθελοντές και τη βοήθεια. Συχνά περνούσε τα σύνορα με το Αφγανιστάν και κατά κάποιο τρόπο έγινε γηγενής, υιοθετώντας τον αφγανικό αγώνα ως δικό του. Αυτό δεν τον έκανε εθνικιστή, τον έκανε ριζοσπάστη ισλαμιστή.

Με την αποχώρηση των Σοβιετικών ο Μπιν Λάντεν εγκατέλειψε το Αφγανιστάν. Αλλά τότε, σχεδόν αμέσως, ήρθε ο Πρώτος Πόλεμος του Κόλπου. Η αρχική σκέψη του Μπιν Λάντεν ήταν να υποστηρίξει τη συμμαχία του Κουβέιτ, της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ. Δύο πράγματα άλλαξαν τη γνώμη του. Το ένα ήταν η εγκατάσταση αμερικανικών στρατευμάτων στην ίδια τη Σαουδική Αραβία, που έμοιαζε πολύ με χριστιανική κατοχή των Αγίων Τόπων. Το άλλο ήταν η απόλυτη σκληρότητα των αμερικανικών βομβαρδισμών στο Ιράκ και οι σφαγές στρατιωτών. Ο Μπιν Λάντεν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε καμία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των σοβιετικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν και των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Μετά το 1992 ο Οσάμα άρχισε να χτίζει ένα χαλαρό δίκτυο ισλαμιστών που αντιτίθενται στη βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας και την αμερικανική εξουσία και χρησιμοποιούν ως τακτική τους την ατομική τρομοκρατία. Εξορίστηκε στο Σουδάν και στη συνέχεια μετακόμισε στο Αφγανιστάν. Ωστόσο, οι Ταλιμπάν δεν τον καλωσόρισαν ακριβώς, τον ανέχθηκαν.

 

Η δεύτερη κατοχή

Η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μια ταπείνωση για την αμερικανική εξουσία. Η παγκόσμια ισχύς των ΗΠΑ βασιζόταν πάντα σε ένα μείγμα φόβου και συναίνεσης. Στη Μέση Ανατολή, ειδικότερα, η συναίνεση ήταν περιορισμένη και ο φόβος επομένως πιο σημαντικός. Θα έπρεπε να πεθάνουν άνθρωποι, και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό από ό,τι στη Νέα Υόρκη, για να επανέλθει αυτός ο φόβος. Μέσα σε λίγα λεπτά από τη στιγμή που είδα στην τηλεόραση το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου να καίγεται, ήξερα ότι οι Αφγανοί θα υπέφεραν σκληρά. Η Ουάσινγκτον είχε και άλλα κίνητρα για τον πόλεμο. Οι πετρελαϊκές εταιρείες και οι νεοσυντηρητικοί στην κυβέρνηση ήθελαν από καιρό να πάρουν πίσω τον έλεγχο του ιρακινού και, τελικά, του ιρανικού πετρελαίου. Επιπλέον, οι επιτυχημένοι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ θα μπορούσαν να καθιερώσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια συντριπτικά κυρίαρχη οικονομική και πολιτική δύναμη όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο.

Έτσι, από τις 12/9, τη Δεύτερη Μέρα, ο Ντικ Τσένι και ο Ντόναλντ Ράμσφελντ επεδίωκαν την εισβολή στο Ιράκ. Το σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου τους έδωσε την ευκαιρία. Από τον πόλεμο του Βιετνάμ και μετά, οι απλοί Αμερικανοί ήταν εντελώς απρόθυμοι να αφήσουν τους γιους και τις κόρες τους να πεθάνουν σε πολέμους εκτός των συνόρων. Τώρα αυτή η απροθυμία είχε εξαλειφθεί.16 Αλλά το άμεσο άλμα προς την εισβολή στο Ιράκ ήταν ένα πολύ μεγάλο βήμα. Και, φυσικά, δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ του Σαντάμ Χουσεΐν και της 11ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, κάτι έπρεπε να γίνει, κάποιος έπρεπε να πληρώσει. Το Αφγανιστάν ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Δεν υπήρχε φτωχότερη χώρα. Ο λαός είχε ζήσει 23 χρόνια πολέμου και οι Ταλιμπάν είχαν ελάχιστη λαϊκή υποστήριξη. Το Αφγανιστάν ήταν αρκετά αδύναμο ώστε να καταστεί δυνατή η εισβολή. Επειδή οι Αφγανοί είχαν υποφέρει τόσο καιρό και τόσο πολύ, τώρα θα υπέφεραν περισσότερο.

Η επίσημη εξήγηση ήταν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήθελε να κυνηγήσει τον Μπιν Λάντεν. Αργότερα θα γινόταν σαφές ότι αυτό δεν ήταν σημαντικό – άλλωστε, δεν τον έπιασαν και δεν ανησυχούσαν πολύ γι’ αυτό. Αλλά παρείχε μια δικαιολογία που οι Αμερικανοί μπορούσαν να πιστέψουν.

Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν, στριμωγμένη και ανήσυχη, αναζήτησε διέξοδο. Δεν μπορούσαν απλά να παραδώσουν τον Μπιν Λάντεν και να διατηρήσουν οποιαδήποτε νομιμότητα. Προσφέρθηκαν να τον παραδώσουν για δίκη σε μια οποιαδήποτε μουσουλμανική χώρα. Αυτή η προσφορά δεν ήταν καλή για την Ουάσιγκτον. Καταρχάς, δεν είχαν τότε κανένα αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του Μπιν Λάντεν που θα μπορούσε να προσκομιστεί στο δικαστήριο. Αφετέρου, ο Μπιν Λάντεν θα κυριαρχούσε σε οποιαδήποτε δίκη και θα τη μετέτρεπε σε νίκη της προπαγάνδας. Η Ουάσινγκτον τον ήθελε νεκρό και όχι στο δικαστήριο.

Οι ΗΠΑ προχώρησαν σε εισβολή. Αλλά ο αμερικάνικός λαός δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένο για έναν μεγάλο χερσαίο πόλεμο. Έτσι οι ΗΠΑ έστειλαν μικρές ομάδες ειδικών δυνάμεων και παρείχαν όπλα, χρήματα και στολές στη Βόρεια Συμμαχία. Η Βόρεια Συμμαχία συγκέντρωσε την πολιτοφυλακή ενός από τα παλιά ισλαμιστικά κόμματα, που τώρα εδρεύει κυρίως σε τατζικικές περιοχές του βορρά, μαζί με την πρώην κομμουνιστική ουζμπεκική πολιτοφυλακή του στρατηγού Ντοστούμ. Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ άρχισε σοβαρούς βομβαρδισμούς και συνέβη κάτι παράξενο: οι Αφγανοί δεν πολεμούσαν. Σχεδόν κανείς δεν πολέμησε για τους Ταλιμπάν, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των στρατιωτών τους. Ούτε οι στρατιώτες της Βόρειας Συμμαχίας πολέμησαν. Οι Αφγανοί είχαν βαρεθεί τον πόλεμο.

Οι Αμερικανοί δεν εμπιστεύονταν τους ισλαμιστές της Βόρειας Συμμαχίας και δεν ήθελαν να προχωρήσουν προς την Καμπούλ. Η πακιστανική ISI και ο στρατός προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους Ταλιμπάν ώστε να συνεχίσουν τη δική τους συμμαχία με τους Αμερικανούς. Έτσι οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν, αλλά δεν υπήρχαν μάχες. Τα στρατεύματα της Βόρειας Συμμαχίας και των Ταλιμπάν κοιτούσαν ο ένας τον άλλον από τη νεκρή ζώνη. Αυτό διήρκεσε για εβδομάδες και αποτέλεσε σοβαρή αμηχανία για την Ουάσινγκτον. Τότε η πακιστανική ISI, οι Αμερικανοί και οι Ταλιμπάν διαπραγματεύτηκαν μια συμφωνία. Οι Ταλιμπάν συμφώνησαν να εκκενώσουν την Καμπούλ. Οι Αμερικανοί θα είχαν μια δημόσια στρατιωτική νίκη. Σε αντάλλαγμα, οι ηγέτες των Ταλιμπάν θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους στο νότο ή να καταφύγουν στις μεθοριακές περιοχές των Παστούν στο Πακιστάν. Δεν θα παρενοχλούνταν.17

Η συμφωνία αυτή τηρήθηκε. Όλοι οι ανώτεροι ηγέτες των Ταλιμπάν, εκτός από έναν, έμειναν σώοι και αβλαβείς. Κανείς τους δεν κατέληξε στο Γκουαντάναμο.

Οι ΗΠΑ εγκατέστησαν δικτάτορα τον Χαμίντ Καρζάι. Ο Καρζάι ήταν Αφγανός, με καταγωγή Παστούν, πράκτορας της CIA, και είχε διατελέσει αξιωματούχος της κυβέρνησης των Ταλιμπάν τις πρώτες ημέρες. Ήταν ένας Αμερικανός εντολοδόχος αλλά όχι απλά μια μαριονέτα. Η κυβέρνησή του βασιζόταν σε τρεις πραγματικές πηγές εξουσίας. Η μία ήταν ο αμερικανικός στρατός. Η άλλη ήταν η Βόρεια Συμμαχία, η οποία ήταν πρόθυμη να ανεχτεί τους Αμερικανούς αλλά περίμενε ότι τελικά, κάποια στιγμή θα αποχωρούσαν. Η τρίτη ήταν ένας ορισμένος βαθμός λαϊκής υποστήριξης στις περιοχές των Παστούν.

Τότε συνέβη ένα άλλο παράξενο πράγμα, κάτι που είναι πολύ σημαντικό αλλά δεν έχει επισημανθεί σχεδόν καθόλου: δεν υπήρξε καμία αντίσταση στους Αμερικανούς. Το Αφγανιστάν δεν ήταν το Ιράκ. Υπήρξε αντίσταση στη Βαγδάτη από την πρώτη εβδομάδα. Πράγματι, υπήρχε αφγανική αντίσταση στη ρωσική εισβολή από την πρώτη εβδομάδα. Αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε τίποτα – ούτε πυροβολισμοί, ούτε χειροβομβίδες με ρουκέτες, ούτε βόμβες αυτοκινήτων. Για τα επόμενα δύο χρόνια δεν υπήρξε σχεδόν καθόλου αντίσταση, τον τρίτο χρόνο ελάχιστα. Και τότε άρχισε να αναπτύσσεται.

Η εξήγηση για την έλλειψη αντίστασης είναι απλή. Οι Αφγανοί είχαν υπομείνει 23 χρόνια πολέμου. Αυτό σήμαινε θάνατο αλλά και απελπιστική ανασφάλεια, μια ζωή όπου όλοι στρέφονταν εναντίον όλων. Υπήρχε ελάχιστη ένθερμη υποστήριξη για τους Ταλιμπάν ή τους ισλαμιστές. Οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να συμβιβαστούν σχεδόν με οτιδήποτε, προκειμένου να μην ζουν σε διαρκή φόβο. Οι Αφγανοί πίστευαν επίσης ότι οι Αμερικανοί θα παρείχαν χρήματα για την ανοικοδόμηση και την οικονομική ανάπτυξη. Τα εκατομμύρια που ζούσαν ακόμη στα στρατόπεδα προσφύγων θα μπορούσαν επιτέλους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Και άρχισαν να έρχονται. Ακόμη και στην Κανταχάρ, την ισχυρότερη βάση των Ταλιμπάν, οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να περιμένουν υπομονετικά για να δουν τι θα συμβεί, και η λαχτάρα για ειρήνη και ευημερία ήταν ισχυρότερη από κάθε μίσος για την ξένη κυριαρχία.18

Οι εκλογές του 2004 ήταν μια σαφής απόδειξη της προθυμίας να δοθεί μια ευκαιρία στην ειρήνη. Οι Αμερικανοί απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε αξιόλογο υποψήφιο να θέσει υποψηφιότητα κατά του Καρζάι για την προεδρία. Όμως οι Αφγανοί προσήλθαν σε πολύ μεγάλο αριθμό για να ψηφίσουν τον ίδιο και για τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους. Οι Ταλιμπάν είχαν τη σύνεση να μην επιτεθούν σε κανέναν από τους ψηφοφόρους στα εκλογικά κέντρα – ο κόσμος θα γινόταν έξαλλος. Αυτό δεν σήμαινε ότι ο κόσμος υποστήριξε τον Καρζάι. Σήμαινε ότι υποστήριζαν την ειρήνη και τις εκλογές.

Στη συνέχεια, όλα κατέρρευσαν.

 

Οι ρίζες της αντίστασης

Για να καταλάβουμε γιατί οι ίδιοι Αφγανοί που είχαν αποδεχτεί την αμερικανική παρουσία ξεσηκώθηκαν εναντίον της από το 2004 και μετά πρέπει να ξεκινήσουμε από την ανοικοδόμηση.19 Δεν ήταν μόνο οι Αφγανοί που περίμεναν την αμερικανική ανοικοδόμηση. Σχεδόν όλοι στην Ευρώπη υπέθεταν επίσης ότι θα υπήρχε ουσιαστική βοήθεια. Το ξέρω, διότι το 2002 έλεγα, στη Βρετανία, σε όποιον άκουγε, ότι δεν θα υπήρχε ανασυγκρότηση. Κανείς δεν με πίστεψε, ούτε καν κάποιος από το κίνημα «Σταματήστε τον πόλεμο». Τους φαινόταν προφανές, όπως και στους Αφγανούς, ότι ήταν προς το συμφέρον της Ουάσιγκτον να ανοικοδομήσει τη χώρα.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως για την ανοικοδόμηση του Βιετνάμ, του Λάος, της Καμπότζης ή του Παναμά. Η Σομαλία και η Αϊτή είχαν ερημωθεί οριστικά. Όπως επρόκειτο να διαπιστώσει ο κόσμος στο Ιράκ, η αμερικανική κυβέρνηση δεν κάνει nation building20.

Ένας από τους λόγους γι’ αυτό ήταν απλώς να παραδειγματιστούν μόνιμα όσοι θα αψηφούσαν την αμερικανική εξουσία. Αλλά ένας άλλος λόγος ήταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε απομακρυνθεί από την κοινωνική πολιτική στο εσωτερικό της χώρας της. Όπως είδαμε το 2005, αντιμετώπισαν τη Νέα Ορλεάνη σαν τη Βαγδάτη. Δεν θα μπορούσαν να υλοποιήσουν στο εξωτερικό το είδος των κοινωνικών προγραμμάτων που δεν θα υλοποιούσαν στο εσωτερικό. Για παράδειγμα, ο Σαντάμ Χουσεΐν είχε εφαρμόσει ένα πρόγραμμα για την παροχή μερίδων τροφίμων που επαρκούσαν για να θρέψουν κάθε ιρακινή οικογένεια. Όταν οι ΗΠΑ εισέβαλαν, η πρώτη τους σκέψη ήταν να ακυρώσουν αυτό το πρόγραμμα. Τους εξήγησαν ότι αυτό θα σήμαινε γενική εξέγερση ενός πεινασμένου λαού. Έτσι, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συνέχισε να τροφοδοτεί όλους τους Ιρακινούς με κανονικές μερίδες φαγητού. Αλλά αυτό έχει κρατηθεί εντελώς μυστικό από τον αμερικανικό λαό, ο οποίος θα εξοργιζόταν επειδή τόσα πολλά παιδιά των Αμερικανών πηγαίνουν για ύπνο πεινασμένα.

Έτσι, υπήρξε πολύ μικρή αναπτυξιακή βοήθεια στο Αφγανιστάν, εκτός από τη σίτιση των δύο εκατομμυρίων ανθρώπων στην Καμπούλ. Το κρίσιμο είναι ότι όση αναπτυξιακή βοήθεια έφτασε, λεηλατήθηκε από τις ΜΚΟ. Ο αφγανικός κυβερνητικός μηχανισμός είναι σε μεγάλο βαθμό ανενεργός από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Το βασικό κυβερνητικό έργο –να διατηρούνται οι δρόμοι ανοιχτοί, η διακίνηση τροφίμων, η παροχή κάποιας υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης– γίνεται σε μεγάλο βαθμό από τότε από ξένες ΜΚΟ. Υπό τους Ταλιμπάν, η κυβέρνηση φρόντιζε για τον νόμο και την τάξη και το Ισλάμ, τα υπόλοιπα τα έκαναν οι ΜΚΟ. Υπό τον Καρζάι υπήρξε κάποια ανάπτυξη της κυβερνητικής μηχανής, αλλά οι ξένες ΜΚΟ κυριαρχούν.

Οι ΜΚΟ λεηλατούν τη βοήθεια με δύο τρόπους. Ο πρώτος προέρχεται από τους μισθούς και τα επιδόματα. Για παράδειγμα, στην Καμπούλ, το μέσο ενοίκιο για ένα σπίτι κατάλληλο για έναν ξένο εργαζόμενο ΜΚΟ –με τοίχο, φύλακα και προστατευόμενο γκαράζ– είναι 2.000 έως 10.000 δολάρια το μήνα. Το μέσο εισόδημα ανά άτομο στο Αφγανιστάν είναι λιγότερο από 30 δολάρια το μήνα. Αυτό συμβαίνει σε μια πόλη όπου το οικιστικό απόθεμα καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από τον πόλεμο μεταξύ των ισλαμιστικών κομμάτων τη δεκαετία του 1980 και δεν έχει ανοικοδομηθεί.21 Τα ανώτερα στελέχη των ΜΚΟ όλων των ειδών κερδίζουν πολύ περισσότερα από έναν Αφγανό υπουργό. Σε ένα γραφείο ΜΚΟ στην Καμπούλ ο μισθός ενός ξένου εργαζόμενου είναι μεγαλύτερος από αυτόν 20 Αφγανών που εργάζονται στο ίδιο γραφείο. Και αυτό χωρίς να υπολογίζονται το αυτοκίνητο και ο οδηγός τους. Επιπλέον, βέβαια, οι Αφγανοί είναι συχνά άρτια εκπαιδευμένοι, συνήθως πιο έμπειροι και μιλούν τη γλώσσα. Αλλά για να δικαιολογήσουν την τρελή μισθολογική διαφορά οι ξένοι εργαζόμενοι στις ΜΚΟ αντιμετωπίζουν τους Αφγανούς συναδέλφους τους ως ηλίθιους.

Οι Αφγανοί επιμένουν επίσης ότι το ανώτερο προσωπικό των ξένων ΜΚΟ κλέβει χρήματα και παίρνει δωροδοκίες. Έμπειροι εργαζόμενοι στην ανάπτυξη με ριζοσπαστική πολιτική, λένε ναι, αυτό είναι πιθανόν να συμβαίνει. Αλλά είναι πιθανό οι Αφγανοί να υπερβάλλουν σε ό,τι αφορά τη διαφθορά. Εξάλλου, αυτό που περιμένουν είναι η αμερικανική βοήθεια, και αυτό που βλέπουν είναι ο απίστευτα πληθωρικός τρόπος ζωής των ΜΚΟ. Οι ΜΚΟ είναι επίσης μέρος μιας ανεξέλεγτα αυξημένης ανισότητας στο αστικό Αφγανιστάν και μιας κουλτούρας σπατάλης, ποτού, πάρτι και απελπιστικής αλλοτρίωσης που περιλαμβάνει τόσο τους ξένους όσο και τους Αφγανούς. Πάντα υπήρχε πορνεία στο Αφγανιστάν, αλλά με τις ΜΚΟ ήρθε η εκτεταμένη πορνεία της μεσαίας τάξης. Έτσι, όταν κάποιοι Αμερικανοί στρατιώτες έπεσαν με το όχημά τους πάνω σε πεζούς στην Καμπούλ, σκοτώνοντάς τους, και στη συνέχεια άνοιξαν πυρ εναντίον ενός εξαγριωμένου πλήθους το 2006, οι ταραχές εξαπλώθηκαν και οι διαδηλωτές επιτέθηκαν και έκαψαν γραφεία ΜΚΟ σε όλη την Καμπούλ.22

Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα των Ταλιμπάν ήταν ότι δεν εμπλέκονται σε βομβιστικές επιθέσεις εναντίον Αφγανών πολιτών, και στις σπάνιες περιπτώσεις που συμβαίνουν αυτές οι Ταλιμπάν εκδίδουν δημόσια δήλωση με την οποία αρνούνται την εμπλοκή τους. Οι δολοφονίες ξένων εργαζομένων σε ΜΚΟ, ωστόσο, δεν προκαλούν αμηχανία. Οι ΜΚΟ είναι μισητές. Ο κόσμος ήλπιζε σε οικονομική ανάπτυξη και δεν έλαβε τίποτα.

Η δεύτερη κύρια αιτία της αυξανόμενης αντίστασης είναι η συμπεριφορά των κατοχικών στρατευμάτων. Ο Johnny Rico υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό στην επαρχία Ουρουζγκάν. Στο βιβλίο του Blood Makes the Grass Grow Green περιγράφει τι συνέβη στη μονάδα του, και η περιγραφή του ταιριάζει με άλλες πιο αποσπασματικές αναφορές στον Τύπο.23 Η μονάδα του Rico ήταν νέοι άνδρες που εκπαιδεύτηκαν και τους είπαν να είναι έτοιμοι για πόλεμο. Τους είπαν ότι υπήρχε ένας «εχθρός» εκεί έξω και τους έστειλαν να περιπολούν γι’ αυτόν. Ήθελαν επίσης πάρα πολύ να δουν «μάχη» και να γίνουν άντρες, αν και τους τρόμαζε ο πραγματικός πόλεμος όταν τον αντιμετώπιζαν. Ξεκίνησαν με περιπολίες, χτυπώντας πόρτες, αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους σκληρά και αναζητώντας μάχη. Όταν τελικά κάποιος τους πυροβόλησε, ζήτησαν αεροπορικές επιδρομές. Όταν οι θιγόμενες οικογένειες και οι γείτονες τους επιτέθηκαν στη συνέχεια τις επόμενες εβδομάδες, ζήτησαν περισσότερες αεροπορικές επιδρομές. Τελικά οι εξαγριωμένοι πολίτες έγιναν «Ταλιμπάν», η κοιλάδα παραδόθηκε στις ειδικές δυνάμεις που δεν είχαν όρια στους κανόνες εμπλοκής τους και τα χωριά κάηκαν. Στη συνέχεια οι αμερικανικές δυνάμεις εγκατέλειψαν την κοιλάδα. Αυτό το μοτίβο φαίνεται ότι επαναλήφθηκε σε όλες τις περιοχές των Παστούν σε μεγάλο μέρος του νότου και της ανατολής. Κατά μία έννοια, οι Παστούν έγιναν η αντίσταση επειδή είχαν χαρακτηριστεί ως χωριά που χρειάζονταν περιπολίες.

Ο τρίτος παράγοντας που τροφοδότησε την αντίσταση ήταν η ανασφάλεια. Έχω υποστηρίξει ότι οι Αφγανοί αποδέχθηκαν την αμερικανική κυριαρχία εν μέρει επειδή ζητούσαν απελπισμένα ασφάλεια. Αλλά τα στρατεύματα κατοχής δεν ασκούν αστυνομικά καθήκοντα και δεν απονέμουν δικαιοσύνη. Πράγματι, είναι οι ίδιοι ένας σημαντικός τυχαίος, απρόβλεπτος κίνδυνος. Επιπλέον, δεν υπάρχουν κυβερνητικά δικαστήρια ή λειτουργική αστυνομία στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Με την αμερικανική εισβολή και την επιστροφή πολλών προσφύγων, οι τίτλοι ιδιοκτησίας γης είναι ακόμη πιο ασαφείς. Αυτό σημαίνει ότι οι νέοι μεγαλοϊδιοκτήτες γης πρέπει να επιδείξουν τη δύναμή τους, όπως και πριν.

 

Οι νεο-Ταλιμπάν

Οι άνθρωποι λοιπόν είναι φτωχοί, φοβισμένοι και θυμωμένοι και από το 2004 άρχισαν να αντιστέκονται. Η αντίσταση αναπτύχθηκε πρώτα στις περιοχές των Παστούν στα νότια και ανατολικά. Απ’ όσο μπορώ να πω, αυτές μοιάζουν και πάλι με τοπικές κοινότητες σε εξέγερση, αν και υπάρχει κάποιος περιφερειακός συντονισμός. Οι περισσότεροι από τους αντάρτες, όταν ερωτώνται, λένε ότι οφείλουν υποταγή στους Ταλιμπάν, ή μερικές φορές στον Χεκματιάρ, τον ηγέτη του μεγαλύτερου ισλαμιστικού κόμματος τη δεκαετία του 1980. Τόσο οι Ταλιμπάν όσο και ο Χεκματιάρ είχαν περιορισμένη υποστήριξη το 2001. Τώρα, και ειδικά οι Ταλιμπάν, έχουν αρκετά γενικευμένη υποστήριξη στις περιοχές των Παστούν. Ο λόγος είναι απλός: ήταν οι μόνοι που καλούσαν από την αρχή σε ξεκάθαρη αντίσταση και καμία συνεργασία με την κατοχή. Όταν οι χωρικοί αναγκάστηκαν να αντισταθούν, κοίταξαν προς τους ηγέτες που καλούσαν σε αυτή την αντίσταση.

Οι Ταλιμπάν επίσης έχουν μάθει, έχουν αλλάξει τη στρατηγική τους και έχουν επιδείξει σημαντική πολιτική ευφυΐα.24 Δεν βομβαρδίζουν αμάχους. Δεν αναφέρουν ποτέ τον σοβινισμό των Παστούν και τονίζουν συνεχώς ότι όλοι οι Μουσουλμάνοι πρέπει να πολεμούν μαζί. Όταν ήταν στην εξουσία απαγόρευσαν τη μουσική και τα βίντεο. Τώρα παράγουν προπαγανδιστικά βίντεο και κασέτες με μουσική των Ταλιμπάν.

Επιπλέον, αν και η πολιτική του Αφγανιστάν διαιρέθηκε με βάση τις εθνοτικές γραμμές το 2001, η συνήθης κατοχική στρατηγική του διαίρει και βασίλευε δεν λειτούργησε όπως στο Ιράκ. Τα στρατεύματα και η αστυνομία της Βόρειας Συμμαχίας από το βορρά δεν εισέρχονται στις περιοχές των Παστούν για να πολεμήσουν για τους Αμερικανούς, ούτε τα βάζουν με τους Ταλιμπάν γύρω από την Καμπούλ. Αν οι κατοχικές δυνάμεις θέλουν να πολεμήσουν την αντίσταση, το κάνουν σε μεγάλο βαθμό μόνοι τους. Προς το παρόν δεν υπάρχουν μάχες μεταξύ εθνοτικών ομάδων.

Από το 2006 η αντίσταση άρχισε να εξαπλώνεται από τις περιοχές των Παστούν. Οι ΜΚΟ συνέταξαν χάρτες που έδειχναν στο προσωπικό τους πού ήταν ασφαλές να ταξιδεύει. Στις αρχές του 2006 σχεδόν ολόκληρο το κέντρο, ο βορράς και τα δυτικά ήταν ασφαλή. Μέχρι το 2008 σχεδόν όλη η χώρα ήταν μη ασφαλής. Το Νουριστάν στα βορειοανατολικά, που δεν ήταν περιοχή των Παστούν, έγινε η πρώτη πλήρως ανεξάρτητη επαρχία το καλοκαίρι του 2008, όταν εξαγριωμένοι χωρικοί εκδικήθηκαν για μια αεροπορική επιδρομή στην κοιλάδα Βαϊγκάλ σκοτώνοντας 11 Αμερικανούς στρατιώτες και αναγκάζοντας τους Αμερικανούς να υποχωρήσουν. Στα τέλη Αυγούστου του 2008 οι Ταλιμπάν είχαν τον έλεγχο των δρόμων από την Καμπούλ προς την Κανταχάρ στα νότια και το Πακιστάν στα ανατολικά. Σύντομα θα αποκόψουν το δρόμο από το βορρά. Σε αυτό το σημείο η αντίσταση θα μπορέσει να αποκόψει τα τρόφιμα και τα καύσιμα από την πρωτεύουσα. Οι Αμερικανοί δεν είναι σε θέση να μεταφέρουν αεροπορικώς τρόφιμα και προμήθειες για δύο εκατομμύρια ανθρώπους για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Η κατοχή βρίσκεται κοντά σε σοβαρή ήττα. Το 2006 μια βρετανική βάση στο Σανγκίν της Χελμάντ αποκόπηκε για τρεις εβδομάδες, με τους πιλότους ελικοπτέρων να φοβούνται να ανεφοδιάσουν. Η βάση έφτασε μια μέρα πριν ξεμείνει από πυρομαχικά, κάτι που θα είχε ως συνέπεια τον θάνατο ολόκληρης της μονάδας. Οι Αμερικανοί στο Βαϊγκάλ είχαν 11 νεκρούς, αλλά πολύ περισσότερους τραυματίες, και έφτασαν κοντά στο να χάσουν τους πάντες. Οι Γάλλοι έχασαν δέκα άντρες με τη μία στο Σαρομπί, μια πόλη στον κύριο δρόμο από την Καμπούλ προς το πέρασμα Χιμπέρ και το Πακιστάν. Στην Κανταχάρ οι Ταλιμπάν κατάφεραν να καταλάβουν την κύρια φυλακή της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας και να απελευθερώσουν 450 πολιτικούς κρατούμενους. Είναι θέμα χρόνου να εξοντωθεί μια ολόκληρη φρουρά κάπου στη χώρα. Φανταστείτε αν η Βρετανία, ο Καναδάς, η Γαλλία, η Ολλανδία ή οι ΗΠΑ έχαναν 40 ή 50 στρατιώτες μέσα σε μια μέρα. Θα σκορπούσαν τρομερό θάνατο στα τοπικά χωριά, αλλά και θα υπήρχε ισχυρή πολιτική πίεση στο εσωτερικό των χωρών για να αποσυρθούν.

Οι Αφγανοί πιστεύουν τώρα ότι οι Αμερικανοί θα ηττηθούν. Το πιστεύουν αυτό επειδή, κατά τη χρονική περίοδο που κάποιος μπορεί να θυμηθεί, νίκησαν τους Βρετανούς τρεις φορές, αλλά και τους Ρώσους. Αλλά γνωρίζουν επίσης καλά ότι ο τελικός απολογισμός θα είναι βαρύς.

Μια φίλη τον περασμένο μήνα μου είπε ότι ολόκληρη η οικογένειά της, που ζει βόρεια της Καμπούλ, κανείς τους δεν είναι υποστηρικτής των Ταλιμπάν ή Παστούν, ήξερε ότι ο πόλεμος θα τους έπληττε σύντομα. Μέσα σε δύο χρόνια, είπε, δεν θα είναι μόνο οι Παστούν. Όλοι θα πολεμήσουμε. Αυτή και η οικογένειά της δεν το επικροτούν αυτό. Το φοβούνται. Αλλά ξέρουν ότι πρέπει να γίνει.

Η κυβέρνηση του Καρζάι αναγκάζεται να στραφεί εναντίον των Αμερικανών. Το κοινοβούλιο εκλέγεται και ο Καρζάι εξαρτάται από την υποστήριξη των ηγετικών στελεχών της Βόρειας Συμμαχίας, στα δυτικά γύρω από το Χεράτ, και στο νότιο τμήμα των Παστούν. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει αναγκαστεί να μιλήσει εναντίον των βομβαρδισμών αμάχων. Ξένα συνεργεία ειδήσεων και επιθεωρητές του ΟΗΕ μεταφέρονται στα κατεστραμμένα χωριά και σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν πλέον λεπτομερείς και ακριβείς καταμετρήσεις των νεκρών. Ο Καρζάι αναγκάστηκε να πει δημοσίως ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να βομβαρδίζουν χωριά χωρίς την κατά περίπτωση έγκρισή του. Αυτό είναι αδύνατο να το δεχτούν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς η μόνη τους τακτική και η μόνη τους προστασία είναι οι μαζικοί βομβαρδισμοί χωριών. Επιπλέον, η Βόρεια Συμμαχία, ο Ντοστούμ και η ουζμπεκική πολιτοφυλακή του γύρω από τη Μαζάρ και η οργάνωση του Ισμαήλ Χαν γύρω από τη Χεράτ στα δυτικά μπορούν να δουν από πού φυσάει ο άνεμος. Με απλούς πολιτικούς όρους, σύντομα θα έρθει η ώρα να εγκαταλείψουν την αμερικανική συμμαχία.

Μέσα στο Αφγανιστάν, σχεδόν όλες οι φεμινίστριες έχουν συνεργαστεί με την κατοχή, τις ΜΚΟ ή την κυβέρνηση του Καρζάι. Το ίδιο και οι περισσότεροι πρώην κομμουνιστές, οι Αφγανοαμερικανοί που επέστρεψαν, οι «εκσυγχρονιστές» και οι «κοσμικοί» φιλελεύθεροι. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους υποστήριξαν τη ρωσική κατοχή, γι’ αυτό και ο φεμινισμός και ο σοσιαλισμός εξαφανίστηκαν για μια γενιά. Τώρα σχεδόν όλοι τους υποστηρίζουν την κατοχή. Ορισμένοι πρώην κομμουνιστές και μαοϊκοί, όπως η Rawa (η Επαναστατική Ένωση Γυναικών του Αφγανιστάν), ζητούν να φύγουν οι Αμερικανοί αλλά να παραμείνουν όλες οι άλλες δυνάμεις κατοχής, όπως τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτό δεν θα άλλαζε τίποτα, δεν αποτελεί σοβαρή θέση και ισοδυναμεί με την επιλογή της κατοχής έναντι της αντίστασης.

Κάποιοι σοσιαλιστές, κοσμικοί ή φεμινίστριες στη Δύση είναι επιφυλακτικοί απέναντι στην αντίσταση επειδή είναι δεξιά και μουσουλμανική, πράγμα που όντως είναι. Αλλά αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε τα πράγματα με λάθος τρόπο. Η αντίσταση είναι δεξιά και μουσουλμανική επειδή οι άνθρωποι που είναι αριστεροί και κοσμικοί έχουν συνταχθεί με την κατοχή. Τώρα που οι απλοί Αφγανοί έχουν επιλέξει την αντίσταση, υποστηρίζουν αναγκαστικά τους ανθρώπους που ηγούνται της αντίστασης. Η τραγική βλακεία των σοβιετικών χρόνων επαναλαμβάνεται από ανθρώπους με λιγότερο πάθος, λιγότερο θάρρος και λιγότερες αρχές.

Υπάρχει διέξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο. Αυτός δεν βρίσκεται στο Αφγανιστάν, αλλά στο Πακιστάν, το οποίο παρασύρεται στον πόλεμο.

 

Η διάσταση του Πακιστάν

Η κυβέρνηση του στρατιωτικού ηγέτη του Πακιστάν Περβέζ Μουσάραφ πείστηκε από την πίεση των ΗΠΑ και με τη δωροδοκία μιας μεγάλης ελάφρυνσης του χρέους να έρθει σε ρήξη με τους Ταλιμπάν και να υποστηρίξει την αμερικανική κατοχή. Αλλά τώρα η κατοχή προσθέτει βαθιά αστάθεια στο ίδιο το Πακιστάν. Δύο πακιστανικές επαρχίες συνορεύουν με το Αφγανιστάν: το Μπαλουχιστάν και η κυρίως παστουνική Βορειοδυτική Συνοριακή Επαρχία. Οι κάτοικοι σε αυτές σε γενικές γραμμές καλωσόρισαν και συμπάθησαν τους Αφγανούς πρόσφυγες τη δεκαετία του 1980 και συμπάθησαν την αφγανική αντίσταση κατά των Αμερικανών αυτή τη φορά.

Οι πεδινές περιοχές των Παστούν του Πακιστάν βρίσκονται υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης. Αλλά εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στις ορεινές περιοχές κατά μήκος των συνόρων. Αυτές ονομάζονται «φυλετικές» [«tribal»] περιοχές στα αγγλικά και «ελεύθερες» περιοχές στα παστού. Δεν κατακτήθηκαν ποτέ από τους Βρετανούς όταν κατείχαν την Ινδία, και ο πακιστανικός στρατός δεν προσπάθησε ποτέ μέχρι πρόσφατα να τις κατακτήσει. Για περισσότερο από έναν αιώνα ήταν, στην πραγματικότητα, αυτοδιοικούμενες. Σε αυτές τις περιοχές ήρθε ο Οσάμα Μπιν Λάντεν και πολλοί από τους φυγάδες Ταλιμπάν το 2001 και το 2002. Οι ντόπιοι μαχητές στις περιοχές αυτές, μαζί με τους ανθρώπους στους προσφυγικούς καταυλισμούς, δημιούργησαν επίσης «τοπικές πολιτοφυλακές των Ταλιμπάν» μετά το 2002 και παρείχαν ασφαλή καταφύγια και προστασία στους Αφγανούς Ταλιμπάν. Καθώς η αντίσταση δυνάμωνε στο Αφγανιστάν, οι Αμερικανοί άσκησαν αυξανόμενη πίεση στον πακιστανικό στρατό να επιτεθεί στους «τοπικούς Ταλιμπάν».

Στη συνέχεια, τον Σεπτέμβριο του 2006 ο πακιστανικός στρατός και η κυβέρνηση υπέγραψαν επίσημη συμφωνία ειρήνης με τους τοπικούς Ταλιμπάν στην περιοχή του Βόρειου Βαζιριστάν κατά μήκος των συνόρων, αφού ο πακιστανικός στρατός είχε απώλειες 400 νεκρούς στις μάχες μαζί τους. Η ειρηνευτική συμφωνία όριζε ότι ο πακιστανικός στρατός θα αποσυρόταν στους στρατώνες και ότι οι τοπικοί Ταλιμπάν θα έλεγχαν όλα τα σημεία ελέγχου στους δρόμους και τα συνοριακά περάσματα προς το Αφγανιστάν. Όλοι οι φυλακισμένοι Ταλιμπάν θα απελευθερώνονταν και θα τους επιστρεφόταν κάθε κατασχεθέν όπλο και όχημα. Οι οικογένειες των μαχητών και των αμάχων που σκοτώθηκαν από τον στρατό θα αποζημιώνονταν, καθώς και όσοι έχασαν το σπίτι τους από κυβερνητικό πυροβολικό ή βόμβες. Οποιοιδήποτε ξένοι (εννοούσαν την Αλ Κάιντα) θα μπορούσαν να ζήσουν στο Βαζιριστάν εφόσον είχαν τη συγκατάθεση των τοπικών φυλετικών πρεσβυτέρων.

Ήταν μια σχεδόν ολοκληρωτική νίκη για τους τοπικούς Ταλιμπάν. Οι Αφγανοί Ταλιμπάν είχαν πλέον ένα καταφύγιο, χώρο για στρατόπεδα και την ευκαιρία να στρατολογήσουν εθελοντές μεταξύ του μισού εκατομμυρίου ανθρώπων της περιοχής. Η συμφωνία αναφέρθηκε ελάχιστα στις ΗΠΑ, αλλά ο αμερικανικός στρατός και η κυβέρνηση Μπους εξοργίστηκαν. Επέμειναν ότι ο στρατηγός Μουσάραφ έπρεπε να εξαπολύσει μια σοβαρή επίθεση εναντίον των παραμεθόριων περιοχών των Παστούν. Ο Μουσάραφ ήταν πολύ απρόθυμος να το κάνει αυτό. Οποιαδήποτε σοβαρή επίθεση θα συνεπαγόταν αεροπορικούς βομβαρδισμούς και πολλές χιλιάδες νεκρούς αμάχους. Καμία κυβέρνηση στον κόσμο δεν είναι πρόθυμη να πάει σε πόλεμο με ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της, και δεν ήταν καθόλου σαφές ότι ο στρατός θα πολεμούσε, δεδομένου ότι το 30% τόσο των αξιωματικών όσο και των οπλιτών του πακιστανικού στρατού είναι Παστούν.

Για να διευκολυνθεί η κατάσταση, η αμερικανική κυβέρνηση μεσολάβησε για μια συμφωνία μεταξύ του Μουσάραφ και της Μπεναζίρ Μπούτο, σύμφωνα με την οποία εκείνη θα επέστρεφε από την εξορία για να γίνει πρωθυπουργός, ενώ ο Μουσάραφ θα παρέμενε πρόεδρος. Στη συνέχεια ο Μουσάραφ προχώρησε σε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός ισλαμιστικού τεμένους και ενός σχολείου θηλέων στην πρωτεύουσα Ισλαμαμπάντ και εξαπέλυσε τον στρατό και την αεροπορία στις ελεύθερες συνοριακές περιοχές. Οι σφοδροί βομβαρδισμοί χωριών στο Νότιο Βαζιριστάν, ειδικότερα, προκάλεσαν τον θάνατο μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Κατά την επιστροφή της η Μπούτο ζήτησε επανειλημμένα την εντατικοποίηση των βομβαρδισμών των χωριών, το τέλος κάθε ειρηνευτικής συμφωνίας και την υποστήριξη των Αμερικανών. Οι ισλαμιστές, είπε, ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετώπιζε το Πακιστάν.

Τα αμερικανικά σχέδια διαλύθηκαν γρήγορα. Μια μονάδα του πακιστανικού στρατού με περισσότερους από 200 άνδρες παραδόθηκε στους τοπικούς Ταλιμπάν στο Νότιο Βαζιριστάν και απελευθερώθηκε λίγες ημέρες αργότερα. Στην πραγματικότητα, είχαν αρνηθεί να πολεμήσουν. Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στο Σουάτ, μια περιοχή των Παστούν αλλά όχι φυλών και σε κάποια απόσταση από τα σύνορα, έπεσε στα χέρια των Ταλιμπάν όταν η πακιστανική φρουρά υποχώρησε χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Στη συνέχεια η Μπούτο δολοφονήθηκε. Η οικογένειά της κατηγόρησε τον στρατό για συνενοχή. Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αλλά η πιο πιθανή εξήγηση ήταν ότι σκοτώθηκε από βομβιστές αυτοκτονίας από το Βαζιριστάν που εκδικήθηκαν τους νεκρούς στα βομβαρδισμένα χωριά.

Όλα αυτά συνέβησαν ταυτόχρονα με τη δυναμική εκστρατεία διαμαρτυρίας των δικηγόρων για την αποπομπή από τον Μουσάραφ του αρχιδικαστή του ανώτατου δικαστηρίου Τσαουντούρι. Ο Τσαουντούρι, ένας δίκαιος και έντιμος δικαστής, φαινόταν πιθανό να αποφανθεί ότι η εκλογή του Μουσάραφ ως προέδρου ήταν άκυρη. Εξίσου σοβαρά, οι πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες συνεργάζονταν με τις ΗΠΑ για την απαγωγή και εξαφάνιση εκατοντάδων υπόπτων για τζιχάντ σε όλο το Πακιστάν. Ο Τσαουντούρι επέμενε ότι το habeas corpus και η Magna Carta εξακολουθούσαν να ισχύουν στα πακιστανικά δικαστήρια και ότι οι εξαφανισμένοι έπρεπε να παρουσιαστούν στο δικαστήριό του. Οι δικηγόροι, οι συνήγοροι και οι δικαστές του Πακιστάν εξοργίστηκαν με την τελική προσβολή του Μουσάραφ προς το νόμο και προς έναν έντιμο άνθρωπο σε ένα βρόμικο σύστημα. Διαδήλωσαν, φώναξαν και προκάλεσαν την αστυνομία, φορώντας τα κοστούμια και τις τηβέννους τους. Και είχαν τεράστια λαϊκή υποστήριξη, γιατί έκαναν αυτό που θα έπρεπε να κάνουν το Λαϊκό Κόμμα του Πακιστάν της Μπούτο και τα συνδικάτα. Υπερασπίστηκαν ένα άλλο Πακιστάν.

Οι διαμαρτυρίες των δικηγόρων, ο θάνατος της Μπούτο και η άρνηση του στρατού να πολεμήσει συνδυάστηκαν σε μια τεράστια καταιγίδα κατά τη διάρκεια των εκλογών τον Φεβρουάριο του 2008. Ο Μουσάραφ και οι Αμερικανοί έπρεπε να αφήσουν τις εκλογές να διεξαχθούν. Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν τώρα να συναινέσουν στην απομάκρυνση του Μουσάραφ από την προεδρία, αλλά η σταθερότητα δεν επέστρεψε στη χώρα. Ο πληθωρισμός είναι στα ύψη, πλήττοντας ιδιαίτερα σκληρά τους φτωχούς. Η πλειονότητα του πληθυσμού επιθυμεί το τέλος της φτώχειας και της αμερικανικής συμμαχίας. Στην πραγματικότητα, δεν εκπροσωπούνται από κανέναν. Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση και οι τοπικοί Ταλιμπάν συνάπτουν ειρήνη σε όλο το μήκος των συνόρων. Αυτή είναι μια καταστροφική κατάσταση για τον αμερικανικό στρατό. Οι ασφαλείς περιοχές είναι το κλειδί για κάθε αντάρτικο. Οι Ταλιμπάν έχουν τώρα μια τεράστια ασφαλή περιοχή. Οι Αμερικανοί στρατηγοί υποστηρίζουν σθεναρά ότι για να κρατήσουν το Αφγανιστάν θα πρέπει να μπορούν να επιτεθούν στους Ταλιμπάν στο Πακιστάν.25 Ήδη πετούν μεγάλο αριθμό μη επανδρωμένων αεροσκαφών πάνω από το Πακιστάν και τα χρησιμοποιούν για να βομβαρδίζουν πακιστανικά χωριά. Τον Ιούλιο οι αμερικανικές δυνάμεις επιτέθηκαν επανειλημμένα σε ένα πακιστανικό στρατιωτικό φυλάκιο κατά μήκος των συνόρων και σκότωσαν και τους 11 στρατιώτες στο φυλάκιο. Ο επικεφαλής του πακιστανικού γενικού επιτελείου βγήκε στην τηλεόραση για να πει ότι επρόκειτο για σκόπιμη επίθεση κατά του πακιστανικού στρατού, κάτι που φυσικά και ήταν.

Εάν οι Αμερικανοί στρατιώτες μπουν στο Πακιστάν σε οποιοδήποτε αριθμό, ο πακιστανικός στρατός θα μπορούσε να διασπαστεί και να υπάρξει εμφύλιος πόλεμος. Σε αυτόν τον πόλεμο η πλειοψηφία των ενόπλων δυνάμεων και η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού θα ήταν αντίθετοι με τους Αμερικανούς. Το Πακιστάν δεν είναι Ιράκ ή Αφγανιστάν. Έχει πληθυσμό 175 εκατομμυρίων και σχεδόν 20 εκατομμύρια από αυτούς ζουν στο Καράτσι. Η αντίσταση στο εσωτερικό του Πακιστάν θα επισκιάσει αυτή του Ιράκ ή του Αφγανιστάν. Επιπλέον, το Πακιστάν διαθέτει την ατομική βόμβα, την οποία οι Αμερικανοί θα πρέπει να προσπαθήσουν να πάρουν τον έλεγχο και την οποία ο πακιστανικός στρατός θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει.

Η αναφορά όλων αυτών των προβλημάτων είναι σαν να υπογραμμίζει την τρέλα της τρέχουσας αμερικανικής πολιτικής. Οι Αμερικανοί στρατιωτικοί αρχίζουν να αντιμετωπίζουν μια σκληρή επιλογή. Μπορούν να προχωρήσουν σε μαζικούς τρομοκρατικούς βομβαρδισμούς αφγανικών χωριών, αλλά αυτό θα κατέστρεφε την κυβέρνηση Καρζάι και θα έχαναν όλους τους συμμάχους τους. Μπορούν να επιτεθούν στο Πακιστάν με χειρότερες συνέπειες. Μπορούν να κρατηθούν και να ελπίζουν ότι κάτι θα προκύψει, αυξάνοντας παράλληλα το επίπεδο των δολοφονιών και σπαταλώντας τις ζωές των Αμερικανών και των Ευρωπαίων στρατιωτών. Ή μπορούν να διαπραγματευτούν και να φύγουν. Η ΕΕ και ο Καρζάι έχουν διαπραγματευτεί με τους Ταλιμπάν και ο Καρζάι εξακολουθεί να διατηρεί ανοιχτές γραμμές με την αντίσταση. Οι Αμερικανοί πρέπει επίσης να μιλούν μαζί τους μέσω μυστικών καναλιών. Οι Ταλιμπάν είναι πρόθυμοι να δεχτούν μια κυβέρνηση συνασπισμού μόλις αποχωρήσουν όλα τα ξένα στρατεύματα. Πράγματι, είναι πλέον αδύνατο να φανταστεί κανείς την ειρήνη αν δεν φύγουν όλοι. Αν μείνουν κάποιοι, κάποιοι Αφγανοί θα τους πολεμήσουν και ο πόλεμος θα ξαναρχίσει.

Μια κυβέρνηση συνασπισμού δεν θα ήταν καλή λύση. Οι γειτονικές χώρες θα εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν τους παραδοσιακούς Αφγανούς εντολοδόχους τους: Το Ουζμπεκιστάν και η Ρωσία έχουν τον Ντόστουμ, η Ινδία έχει τους ισλαμιστές Τατζίκους, το Πακιστάν έχει τους Ταλιμπάν και το Ιράν έχει τον Ισμαήλ Χαν στη Χεράτ. Θα εξακολουθούσε να είναι μια εξαιρετικά φτωχή, βαριά εκμεταλλευόμενη χώρα με βάναυσους γαιοκτήμονες. Επιπλέον, οι διάφορες δυνάμεις εντός του Αφγανιστάν θα ήταν πιθανό να πολεμήσουν, έστω και μόνο για να δοκιμάσουν τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ τους. Και θα ήταν μια δεξιά κυβέρνηση, επειδή όλοι οι μεγάλοι παίκτες είναι δεξιοί.

Θα ήταν πάντως πολύ καλύτερο από την κόλαση που έρχεται στο Αφγανιστάν αν οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι προσπαθήσουν να παραμείνουν. Ούτε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε Βρετανός, Αμερικανός, Καναδός ή Γάλλος στρατιώτης που πηγαίνει εκεί τώρα στέλνεται στην κρεατομηχανή για κανέναν άλλο λόγο παρά για να κερδηθεί χρόνος.

Μια διευθέτηση με διαπραγμάτευση και αποχώρηση, ωστόσο, θα σήμαινε ουσιαστικά το τέλος του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», που θα σηματοδοτούσε μια αμερικανική ήττα. Οι συνέπειες για την αμερικανική ισχύ σε όλο τον κόσμο θα ήταν συγκλονιστικές. Για μια γενιά μετά το Βιετνάμ οι απλοί Αμερικανοί αρνούνταν να πολεμήσουν στο εξωτερικό. Μετά το Αφγανιστάν θα μορούσε να γίνει το ίδιο. Αυτό θα σήμαινε το τέλος της αμερικανικής παγκόσμιας κυριαρχίας.

Η αμερικανική στρατηγική της απλής αναμονής, ωστόσο, φαίνεται όλο και λιγότερο έξυπνη. Καθώς η αντίσταση αυξάνεται, τα γεγονότα κινούνται με αυξανόμενη ταχύτητα και οι αμερικανικές δυνάμεις χάνουν τον έλεγχο των επιλογών τους. Είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς το χρονοδιάγραμμα. Αλλά την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου φέτος τα χερσαία στρατεύματα των ΗΠΑ πέρασαν τα σύνορα και σκότωσαν 20 πολίτες σε ένα χωριό στο Βαζιριστάν. Αμερικανικές στρατιωτικές πηγές δήλωσαν στους New York Times ότι αυτή ήταν η πρώτη από πολλές προγραμματισμένες εισβολές και ότι υπήρξαν πολλές ανταλλαγές πυρών στα σύνορα μεταξύ αμερικανικών και πακιστανικών στρατευμάτων.26 Οι πιέσεις κλιμακώνονται.

Σε αυτή την κατάσταση, πολλοί αριστεροί και μέλη του κινήματος ειρήνης στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, την Ινδία και το Πακιστάν δεν θέλουν να φύγουν πραγματικά οι Αμερικανοί. Θέλουν κάποιου είδους ελεγχόμενη διευθέτηση που να αποκλείει τους Ταλιμπάν. Αυτό είναι μια φαντασίωση. Οι Ταλιμπάν έχουν προχωρήσει και έχουν κερδίσει τη θέση τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι επίσης αυταπάτη. Το Αφγανιστάν είναι ένα από τα λίγα μέρη στον κόσμο όπου οι προοδευτικοί και οι αριστεροί έχουν ευθυγραμμιστεί σταθερά με τις κτηνώδεις αυτοκρατορικές μαζικές δολοφονίες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η δεξιά είναι ισχυρή στο Αφγανιστάν.

Η λύση είναι να μαθαίνουμε. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα και τα ελικόπτερα δεν είναι ο δρόμος για την απελευθέρωση. Η από πάνω προς τα κάτω, αντιδημοκρατική δικτατορία δεν είναι απλώς λάθος – καταστρέφει την αριστερά. Χρειαζόμαστε ένα νέο είδος σοσιαλισμού, ή μάλλον μια επιστροφή στις παραδόσεις του δημοκρατικού, απελευθερωτικού σοσιαλισμού. Και χρειαζόμαστε ένα κίνημα ειρήνης που να υποστηρίζει την ειρήνη, όχι την τροποποιημένη κατοχή.

Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να οικοδομηθεί μέσα στο Αφγανιστάν στο εγγύς μέλλον. Η χώρα είναι απλά πολύ φτωχή, πολύ προδομένη και υπερβολικά γεμάτη πόνο. Αλλά είναι δυνατόν να οικοδομηθεί ο δημοκρατικός σοσιαλισμός και ένα κίνημα ειρήνης στην Ευρώπη. Και, ιδιαίτερης σημασίας για το Αφγανιστάν, είναι εφικτό να γίνει αυτό στο Πακιστάν. Οι περισσότερες από τις κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις αρνούνται να αντιμετωπίσουν τους Αμερικανούς, αλλά η κοινή γνώμη είναι ισχυρή και ξεκάθαρη. Για πάρα πολύ καιρό το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς στο Πακιστάν αναγνώριζε τους τζιχαντιστές και τους Ταλιμπάν ως τον κύριο εχθρό. Είναι πιθανό να υπάρξει μια στιγμή εξέγερσης κατά των Αμερικανών στο Πακιστάν τους επόμενους μήνες ή χρόνια. Όταν έρθει αυτή η στιγμή, αν η αριστερά είναι στους δρόμους δυνατή και παθιασμένη και εξοργισμένη, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει την πολιτική και στο Αφγανιστάν.

Ελπίζω οι Αφγανοί να νικήσουν αυτή την κατοχή, όπως έχουν νικήσει κατοχές στο παρελθόν. Και τους εύχομαι ειρήνη το συντομότερο δυνατό. Έχουν υποφέρει αρκετά.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Jonathan Neale, “Afghanistan: the case against the ‘good war’”, International Socialism, τεύχος 120. Η ηλεκτρονική δημοσίευση έγινε στις 2 Οκτωβρίου 2008, http://isj.org.uk/afghanistan-the-case-against-the-good-war/.

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ali, Tariq, 2008, “Afghanistan: Mirage of the Good War”, New Left Review 50 (March-April 2008), https://newleftreview.org/?page=article&view=2713

Azoy, Whitney, 1982, Buzkashi (University of Pennsylvania).

Anwar, Raja, 1988, The Afghan Tragedy (Verso).

Asad, Amirzada, and Robert Harris, 2003, The Politics and Economics of Drug Production on the PakistanAfghanistan Border: Implications for a Globalized World (Ashgate).

Barfield, Thomas, 1981, The Central Asian Arabs of Afghanistan (Texas University).

Bonner, Arthur, 1987 Among the Afghans (Duke University).

Bradsher, Henry, 1985, Afghanistan and the Soviet Union (Duke University).

Canfield, Robert, 1973, Faction and Conversion in a Plural Society, Anthropological Papers 50, University of Michigan.

Chayes, Sarah, 2007, The Punishment of Virtue (Protobello).

Cordovez, Diego, and Selig Harrison, 1995, Out of Afghanistan (Oxford University).

Crile, George, 2003, My Enemy’s Enemy (Atlantic). Later republished as Charley Wilson’s War.

Dorronsoro, Gilles, 2005, Revolution Unending: Afghanistan: The Mirage of Peace (Hurst).

Doubleday, Veronica, 1988, Three Women of Herat (Cape).

Emadi, Hafizullah, 1990, State, Revolution and Superpowers in Afghanistan (Praeger).

Fontenot, Anthony, and Ajmal Maiwandi, 2007, “Capitol of Chaos: The new Kabul of Warlords and Infidels”, in Mike Davis and Daniel Monk (επιμ.), Evil Paradises: Dreamworlds of Neoliberalism (The New Press).

Fry, Maxwell, 1974, The Afghan Economy (Brill).

Giustozzi, Antonio, 2007, Koran, Kalashnikov and Laptop: The neoTaliban Insurgency in Afghanistan (Hurst).

Griffin, Michael, 1998, Reaping the Whirlwind: The Taliban in Afghanistan (Pluto).

Johnson, Chris, and Jolyon Leslie, 2004, Afghanistan: The Mirage of Peace (Zed).

Jones, Schuyler, 1974, Men of Influence in Nuristan (Seminar).

Kakar, MH, 1992, Afghanistan: The Soviet Union and the Afghan Response, 19791982 (California University).

Khalidi, NA, 1991, “Afghanistan: Demographic Consequences of War, 1978-1987”, Central Asian Survey, τόμος 10, τεύχος 3.

Klaits, Alexander, and Gulchin Gulmandova-Klaits, 2006, Love and War in Afghanistan (Seen Stories).

MacDonald, David, 2007, Drugs in Afghanistan: Opium, Outlaws and Scorpion Tales (Pluto).

Male, Beverly, 1982, Revolutionary Afghanistan: A Reappraisal (Croom Helm).

Maley, William (επιμ.), 1998, Fundamentalism Reborn? Afghanistan and the Taliban (Hurst).

Marsden, Peter, 1998, The Taliban: War, Religion and the New Order in Afghanistan (Zed).

Neale, Jonathan, 1981, “The Afghan Tragedy”, International Socialism 12, http://www.marxists.de/middleast/neale/afghan.htm

Neale, Jonathan, 1988, “Afghanistan: The Horse Changes Riders”, Capital and Class 35 (καλοκαίρι 1988), http://www.marxists.de/middleast/neale/horse.htm

Neale, Jonathan, 2001, “The Long Torment of Afghanistan”, International Socialism 93 (χειμώνας 2001), http://pubs.socialistreviewindex.org.uk/isj93/neale.htm

Neale, Jonathan, 2003, “Afghanistan”, σε Reza Farah (επιμ.), AntiImperialism: A Guide for the Movement (Bookmarks).

Rashid, Ahmed, 2002, Taliban: Islam, Oil and the New Great Game in Central Asia (Tauris).

Rico, Johnny, 2007, Blood Makes the Grass Grow Green (Presidio).

Rodriguez, Deborah, 2007, The Kabul Beauty School (Hodder).

Rostami-Povey, Elaheh, 2007, Afghan Women: Identity and Invasion (Zed).

Roy, Olivier, 1986, Islam and Resistance in Afghanistan (Cambridge University).

Rubin, Barnett, 2002, The Fragmentation of Afghanistan (Yale University).

Shahrani, M Nazif, 1979, The Kirghiz and Wakhi of Afghanistan (Washington University).

Suskind, Roy, 2004, The Price of Loyalty (Simon and Schuster).

Tapper, Nancy, 1991, Bartered Brides: Politics, Gender and Marriage in a Tribal Society (Cambridge University).

 

 

Σημειώσεις

1 Αυτό το άρθρο βασίζεται σε διάφορες πηγές: την επιτόπια εργασία μου στο Αφγανιστάν από το 1971 έως το 1973· εκτεταμένο διάβασμα από τότε· πολλές συζητήσεις τα τελευταία 13 χρόνια με τη Nancy (Tapper) Lindisfarne· και πολλές συζητήσεις με Αφγανούς όλα αυτά τα χρόνια. Τα περισσότερα καλά βιβλία και άρθρα για το Αφγανιστάν βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε τέτοιες συζητήσεις, οι οποίες δεν μπορούν να υπομνηματιστούν, και το ίδιο κάνω και εγώ. Όπου ισχυρίζομαι κάτι χωρίς αναφορά, από εκεί προέρχεται. Πολλά από τα θέματα που καλύπτονται εδώ εξετάζονται λεπτομερέστερα στα βιβλία Neale, 1981, 1988, 2001 και 2003.

2 Το καλύτερο βιβλίο για τους Αφγανούς κομμουνιστές είναι το Anwar, 1988. Τα Male, 1982, Emadi, 1990, Bradsher, 1985, και Cordovez and Harrison, 1995, είναι επίσης πολύ χρήσιμα.

3 Οι καλύτερες πηγές για την αφγανική κοινωνία στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 είναι οι εθνογραφίες των ανθρωπολόγων, ιδίως τα Doubleday, 1988, Canfield, 1973, Shahrani, 1979, Azoy, 1982, Jones, 1974, και Barfield, 1981, και κυρίως το Tapper, 1991, το οποίο είναι επίσης το βασικό βιβλίο για την κατανόηση του φύλου στην αφγανική κοινωνία.

4 Αυτοί οι ισχυροί γαιοκτήμονες ονομάζονταν επίσης beg, arbab, malik, padshah και άλλα ονόματα σε διάφορα μέρη της χώρας.

5 Για τα διαρθρωτικά όρια της ανάπτυξης στη δεκαετία του 1970, βλέπε Fry, 1974.

6 Τα φαρσί αναφέρονται επίσης μερικές φορές ως νταρί σε επίσημα περιβάλλοντα, προκειμένου να προσποιηθούν ότι δεν είναι η ίδια γλώσσα που μιλιέται στο Ιράν.

7 Σήμερα είναι δύσκολο να βρει κανείς κάποιον από την παλιά σοβιετική ελίτ που να παραδέχεται την ευθύνη για την εισβολή στο Αφγανιστάν ή να βλέπει κάποιο λόγο γι’ αυτήν. Όλοι κατηγορούν τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ και λένε ότι προειδοποίησαν για την εισβολή. Και πράγματι οι ειδικοί για το Αφγανιστάν και οι στρατιωτικοί πιθανόν να έκαναν τέτοιες προειδοποιήσεις. Βλέπε Cordovez και Harrison, 1995.

8 Ο Kakar, 1992, έχει μια καλή περιγραφή αυτών των διαδηλώσεων, στις οποίες συμμετείχε ο ίδιος.

9 Η πιο προσεκτική εργασία σχετικά με τον αριθμό των νεκρών είναι η Khalidi, 1991.

10 Από τα πολλά βιβλία για την αφγανική αντίσταση στη Σοβιετική Ένωση, ξεκινήστε με τα βιβλία Dorronsoro, 2005, Roy, 1986, και Bonner, 1987.

11 Η καλύτερη πηγή για το ρόλο της CIA είναι το Crile, 2003.

12 Υπήρχαν επίσης πολλά ακόμη κόμματα, πολλά με ιρανικές διασυνδέσεις, που δραστηριοποιούνταν στα κεντρικά βουνά της Χαζαρατζάτ.

13 Για το Πακιστάν βλέπε Asad and Harris, 2003, ένα τολμηρό, έξυπνο και σημαντικό βιβλίο, και για το Αφγανιστάν, MacDonald, 2007.

14 Ένα σημείο που επισημαίνεται έντονα από το Dorronsoro, 2005, την καλύτερη ιστορία του Αφγανιστάν τα τελευταία 30 χρόνια. Για τους Ταλιμπάν βλέπε επίσης Rashid, 2002, Rubin, 2002, Marsden, 1998, Maley, 1998, και Griffin, 1998.

15 Στην αρχή αρκετοί ήταν επίσης πρώην αξιωματικοί του κομμουνιστικού στρατού του Χαλκ, αλλά σύντομα εκκαθαρίστηκαν.

16 Βλέπε, μεταξύ πολλών πηγών που αφηγούνται αυτή την ιστορία, Suskind, 2004.

17 Δεν υπάρχουν γραπτές πηγές για τη συμφωνία αυτή, αλλά είναι ευρέως γνωστή στο Αφγανιστάν.

18 Όπως προκύπτει από μια προσεκτική ανάγνωση του Chayes, 2007. Οι Johnson και Leslie, 2004, είναι πολύ καλοί στο πόσο δύσκολο είναι να ζει κανείς σε μόνιμη ανασφάλεια. Το Klaits and Gulmanadove-Klaits, 2006, είναι πολύ συγκινητικό και ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς την εμπειρία των απλών Αφγανών τα τελευταία 20 χρόνια.

19 Η περιγραφή του Αφγανιστάν υπό κατοχή που ακολουθεί βασίζεται κυρίως σε συνομιλίες με Αφγανούς και ξένους εργαζόμενους σε ΜΚΟ, καθώς και στην κάλυψη από τον Τύπο του βρετανικού τηλεοπτικού σταθμού Channel 4, της International Herald Tribune, του Guardian, του Independent, των Financial Times, της Dawn, του Frontline και του Socialist Worker. Ιδιαίτερα χρήσιμα είναι επίσης τα Dorronsoro, 2005, Giustozzi, 2007, Ali, 2008, Rostami-Povey, 2007, Rico, 2007, και Rodriguez, 2007.

20 [Σ/τ.Μ.:] Ο ορισμός και η έννοια του nation building - της οικοδόμησης έθνους σημαίνει τη δημιουργία μιας χώρας που θα λειτουργεί από μια μη βιώσιμη κατάσταση - είτε επειδή καταστράφηκε σε πόλεμο, είτε επειδή διαλύθηκε, είτε επειδή δεν λειτούργησε ποτέ ενιαία. Οι δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν συχνά τον όρο όταν αναφέρονται σε κυβερνητικές πολιτικές που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση μιας ισχυρής αίσθησης εθνικής ταυτότητας.

21 Για τις κατοικίες των ελίτ στην Καμπούλ βλέπε Fontenot και Maiwandi, 2007.

22 Βλέπε Rodriguez, 2007, που είναι επίσης πολύ καλό για τον κόσμο των ΜΚΟ και την κοινωνική υποβάθμιση της μεσαίας τάξης των Καμπούλι.

23 Rico, 2007.

24 Για τις αλλαγές στους νεοταλιμπάν, βλέπε Giustozzi, 2007.

25 Αυτή η συζήτηση βασίζεται ιδιαίτερα στην κάλυψη της Herald Tribune, αλλά και των Financial Times, Independent, Socialist Worker και Channel 4 News.

26 International Herald Tribune, 6 Σεπτεμβρίου 2008.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2021 21:22

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.