Νταβίντ Ριαζάνοφ
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [μέρος 2ο]
(Τέταρτο Μάθημα)
Κριτική των απόψεων για την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών - Ο Μαρξ σαν οργανωτής - Η διαμάχη με τον Βάιτλινγκ - Η ίδρυση της Ένωσης των Κομμουνιστών - Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο - Η πολεμική με τον Προυντόν.
Την τελευταία φορά υποσχέθηκα, να εξετάσω τη δραστηριότητα του Μαρξ, στο βαθμό που συμμετείχε στη δημιουργία της Ένωσης των Κομμουνιστών, κατ’ εντολή της όποιας γράφτηκε το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Σάς υποσχέθηκα, ότι θα σας παρουσιάσω τη βιογραφία του Μαρξ και του Ένγκελς, χρησιμοποιώντας τη δική τους μέθοδο. Τώρα λοιπόν, αφού εξέτασα όλα τα στοιχεία, που υπάρχουν στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς για το πρόβλημα τής ιστορίας της Ένωσης των Κομμουνιστών, κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι τα στοιχεία του Μαρξ και του Ένγκελς για το πρόβλημα αυτό, δεν αντέχουν σε μια σοβαρή ανάλυση. Ο Μαρξ μόνο μια φορά στη ζωή του ασχολήθηκε μ’ αυτή την ιστορία, σ’ ένα απ’ τα έργα του, που είναι πολύ λίγο γνωστό. Είναι ο Κύριος Φογκτ - βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1860. Ο Μαρξ πέφτει εκεί σε μια σειρά από λάθη. Συνήθως όμως μαθαίνουμε την ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών, χάρη σε μια μικρή μελέτη που έγραψε ο Ένγκελς το 1885. Να πώς μας παρουσιάζει την υπόθεση ο Ένγκελς στο πολύ βιαστικά γραμμένο κείμενο του: υπήρχαν κάποτε ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, δυο γερμανοί φιλόσοφοι και πολίτικοι, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία . έζησαν στη Γαλλία, έζησαν στη Γερμανία, κι έγραψαν σοφά βιβλία, που τράβηξαν την προσοχή των διανοούμενων και αργότερα πέρασαν στα χέρια των εργατών. και κει, μια ωραία μέρα, οι εργάτες στράφηκαν σ’ αυτούς του δυο λόγιους, που κάθονταν στο σπουδαστήριο τους χωρίς ν’ ανακατεύονται μ’ όλη τη βρώμικη πρακτική δουλιά αλλά περιμένοντας - όπως αρμόζει στους φύλακες της επιστημονικής σκέψης - να ‘ρθουν οι εργάτες να τους βρουν. και περίμεναν μέχρι τη μέρα εκείνη: οι εργάτες ήρθαν και προσκάλεσαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς να προσχωρήσουν στην Ένωση τους. Αυτοί δήλωσαν πως θα προσχωρούσαν μόνο με τον όρο να γίνει δεκτό το πρόγραμμα τους. Οι εργάτες συμφώνησαν, οργάνωσαν την Ένωση των Κομμουνιστών, και αμέσως ανέθεσαν στον Μαρξ και τον Ένγκελς να γράψουν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι εργάτες που το ‘καναν αυτό, ανήκαν στην «Ένωση των Δίκαιων», για την οποία σας μίλησα στην πρώτη μου διάλεξη, σε συσχετισμό με την ιστορία του εργατικού κινήματος στη Γαλλία και την Αγγλία. Σάς είχα πει, ότι αυτή η «Ένωση των Δίκαιων» είχε σχηματιστεί στο Παρίσι, και μετά απ’ την αποτυχημένη προσπάθεια εξέγερσης των μπλανκιστών, στις 12 Μάη του 1839, είχε υποστεί μεγάλες διώξεις. Είπα ακόμα, ότι μετά την ήττα αυτή, τα μέλη της Ένωσης κατέφυγαν στο Λονδίνο. Ανάμεσα τους ήταν κι ο Σάπερ, που το Φλεβάρη του 1840 είχε ιδρύσει την «Εργατική Μορφωτική Ένωση».
Οι ιστορικοί της Διεθνούς, όπως ο Μέρινγκ και ο Στέκλωφ, ίσαμε τώρα έχουν επαναλάβει πάντα μόνο αυτό που μας διηγείται ο ίδιος ο Ένγκελς. Εμείς έχουμε, άλλες πληροφορίες, που καθόλου δε συμφωνούν με την παραπάνω εξιστόρηση. Αντίθετα, μόλις ο Μαρξ κατάλαβε ότι, όποιος θεωρεί αναγκαίο να μεταβάλει ριζικά την υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων, δε μπορεί να στηριχτεί παρά μόνο στην εργατική τάξη, το προλεταριάτο, που μέσα στην ίδια του την ύπαρξη βρίσκει όλα τα κίνητρα, κάθε κέντρισμα για την πάλη του ενάντια σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων - μόλις ο Μαρξ κατέληξε σ’ αυτή την άποψη, μπήκε μέσα στους κύκλους των εργατών, πάσχισε μαζί με το φίλο του να φτάσει παντού, να εισχωρήσει σ’ όλες τις οργανώσεις, όπου οι εργάτες αυτοί ήταν ήδη εκτεθειμένοι σ’ άλλες επιρροές. Και υπήρχαν ήδη από τότε τέτοιες οργανώσεις. Ας στραφούμε τώρα σ’ αυτές.
Στην παρουσίαση της ιστορίας του εργατικού κινήματος, σταμάτησα στις αρχές της δεκαετίας του 1840. Μετά την καταστροφή το Μάη του 1839, η «Ένωση των Δίκαιων» έπαψε να λειτουργεί σαν κεντρικό όργανο. Τουλάχιστον από το 1840, δε συναντάμε πια κανένα ίχνος ύπαρξης ή δραστηριότητας της ένωσης σαν τέτοιας. Απέμειναν μόνο μεμονωμένοι όμιλοι, που είχαν οργανωθεί από πρώην μέλη της «Ένωσης των Δίκαιων». Για έναν απ’ αυτούς τους ομίλους, που ιδρύθηκε στο Λονδίνο, έχουμε ήδη μιλήσει.
Άλλα μέλη της «Ένωσης των Δίκαιων» κατέφυγαν στην Ελβετία. Ανάμεσα τους τη μεγαλύτερη επιρροή την είχε ο Βίλχελμ Βάιτλινγκ. Ο Βάιτλινγκ, ράφτης στο επάγγελμα, ήταν ένας απ’ τους πρώτους γερμανούς επαναστάτες απ’ τον κύκλο των χειροτεχνών-προλετάριων. Όπως πολλοί γερμανοί χειροτέχνες αυτής της εποχής, περιφερόταν απ’ τη μια πόλη στην άλλη, και ήδη το 1835 έφτασε στο Παρίσι, όπου ωστόσο εγκαταστάθηκε μόνιμα μόλις το 1837. Εκεί έγινε μέλος της «Ένωσης των Δίκαιων», και γνώρισε τις θεωρίες του Λαμερναί, ενός εκπρόσωπου του χριστιανικού σοσιαλισμού, του Σαιν-Σιμόν και του Φουριέ. Εκεί συνάντησε και τον Μπλανκί και τους οπαδούς του. Γύρω στα τέλη του 1838 έγραψε, κατ’ εντολή των συντρόφων του, τη μπροσούρα Η Ανθρωπότητα Όπως Είναι κι Όπως θα ‘πρεπε να Είναι, στην οποία προάσπιζε ήδη τις ιδέες του κομμουνισμού.
Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κάνει προπαγανδιστική δουλιά ανάμεσα στους ίδιους τους ελβετούς, άρχισε με μερικούς συντρόφους του να οργανώνει ομίλους ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες και εξόριστους, καταρχή στη γαλλική κι αργότερα και στη γερμανική Ελβετία. Το 1842 δημοσίευσε το κυριότερο έργο του, οι Εγγυήσεις της Αρμονίας και της Ελευθερίας. Σ’ αυτό ανέπτυσσε διεξοδικότερα τις απόψεις του, που τις είχε διατυπώσει ήδη το 1838.
Δε θα σταθώ στην έκθεση των απόψεων του. Από άλλους ουτοπιστές της εποχής του ξεχώριζε - και σ’ αυτό φαινόταν η επίδραση του Μπλανκί - γιατί δεν πίστευε σ’ ένα ειρηνικό πέρασμα στον κομμουνισμό με την πειθώ. Απεναντίας, η καινούργια κοινωνία, που το σχέδιο της ο Βάιτλινγκ το είχε επεξεργαστεί σ’ όλες του τις λεπτομέρειες, μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο με τη χρήση βίας. Όσο πιο γρήγορα καταστρέψουμε την υπάρχουσα κοινωνία, τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερώσουμε το λαό. Το καλύτερο μέσο γι’ αυτό, είναι να εξωθήσουμε την κρατούσα αταξία μέχρι τα άκρα. Όσο πιο οδυνηρά γινόταν κάτι τέτοιο, τόσο το καλύτερο θα ήταν! Το πιο ελπιδοφόρο επαναστατικό στοιχείο, που θα μπορούσε ν’ ανατρέψει αυτή την κοινωνία ήταν, κατά τον Βάιτλινγκ, οι «αντικοινωνικοί», το κουρελοπρολεταριάτο, ακόμα κι οι ληστές.
Στην Ελβετία γνώρισε τον Βάιτλινγκ και τη θεωρία του κι ο δικός μας ο Μπακούνιν. Από τότε κιόλας αφομοίωσε μερικές απ’ τις ιδέες που εκθέσαμε παραπάνω. Όταν, την άνοιξη του 1834, ο Βάιτλινγκ πιάστηκε στο Παρίσι και ασκήθηκε εναντίον του και εναντίον των οπαδών του δίωξη, είχε εκτεθεί κι ο Μπακούνιν, που απ’ την εποχή εκείνη έγινε πρόσφυγας. Μετά την αποφυλάκιση του, ο Βάιτλινγκ απελάθηκε στη Γερμανία, κι έπειτα από πολλές κακουχίες κατόρθωσε να φτάσει στο Αμβούργο, κι από κει να περάσει στο Λονδίνο, όπου τον υποδέχτηκαν θριαμβευτικά.
Προς τιμή του διοργανώθηκε μια μεγάλη συγκέντρωση, στην οποία μαζί με τους άγγλους σοσιαλιστές και χαρτιστές πήραν μέρος γερμανοί και γάλλοι εξόριστοι. Ήταν η πρώτη διεθνής συγκέντρωση στο Λονδίνο. Έδωσε στον Σάπερ την ευκαιρία να οργανώσει τον Οκτώβρη του 1844 μια διεθνή εταιρία, με την ονομασία «Εταιρία των Δημοκρατικών Φίλων των Λαών». Αυτή, έβαλε σκοπό της τη συνένωση των επαναστατών κάθε εθνικότητας, την ενίσχυση της αδερφοσύνης ανάμεσα στους διάφορους λαούς, την κατάκτηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Επικεφαλής της εταιρίας ήταν ο Σάπερ και οι κοντινοί του φίλοι.
Ο Βάιτλινγκ, που έμεινε σχεδόν μισό χρόνο στο Λονδίνο, ασκούσε στην αρχή μεγάλη επιρροή ακόμα και μέσα στην Εργατική Ένωση του Λονδίνου, όπου διεξάγονταν παθιασμένες συζητήσεις για όλα τα θέματα που σχετίζονταν με την επίκαιρη κατάσταση. Πολύ σύντομα ωστόσο αναγκάστηκε να παραδεχτεί, ότι είχε ν’ αντιμετωπίσει μια ισχυρή αντιπολίτευση. οι παλιοί του σύντροφοι, όπως ο Σάπερ, ο Μπάουερ και ο Μολ, κατά το διάστημα του χωρισμού, είχαν γνωρίσει καλά το αγγλικό εργατικό κίνημα και τη θεωρία του Όουεν.
Όπως είδαμε, για τον Βάιτλινγκ το προλεταριάτο δεν ήταν μια ιδιαίτερη τάξη με ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα. Το προλεταριάτο ήταν μόνο ένα τμήμα του φτωχού, καταπιεσμένου πληθυσμού: απ’ αυτούς τους φτωχούς όμως ξεχώριζε το κουρελοπρολεταριάτο, σαν το πιο επαναστατικό, κατά την άποψη του, στοιχείο. Εξακολουθούσε να πιστεύει την ιδέα του, ότι οι ληστές κι οι κακούργοι είναι ένα απ’ τα πιο ελπιδοφόρα στοιχεία στην πάλη ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνία. Στην προπαγάνδα δεν έδινε καμιά απολύτως σημασία. Τη μελλοντική κοινωνία τη φανταζόταν σαν κομμουνιστική κοινωνία, που θα τη διεύθυνε μια ομάδα σοφών ανθρώπων. Και για να τραβήξει τις μάζες στο πλευρό του, θεωρούσε αναγκαίο να καταφύγει σ’ ένα θρησκευτικό στοιχείο, κάνοντας το Χριστό προφήτη του κομμουνισμού και παρουσιάζοντας τον κομμουνισμό σαν έναν αρχέγονο χριστιανισμό, απελευθερωμένο από όλες τις κατοπινές προσμίξεις.
Για να καταλάβουμε καλύτερα τις συγχίσεις που δημιουργήθηκαν αργότερα ανάμεσα σ’ αυτόν και τους Μαρξ και Ένγκελς, πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Βάιτλινγκ ήταν ένας πολύ προικισμένος εργάτης και αυτοδίδακτος αγωνιστής, που διέθετε ένα όχι συνηθισμένο λογοτεχνικό ταλέντο, αλλά ωστόσο συγκέντρωνε όλα τα ελαττώματα των αυτοδίδακτων. Η Ρωσία μας είναι γεμάτη από τέτοιους αυτοδίδακτους, και σίγουρα θα τους έχετε συναντήσει αρκετές φορές.
Ό αυτοδίδακτος αποβλέπει πάντα, όπως λένε, να ψαρέψει απ’ το δικό του κεφάλι κάτι εξαιρετικά καινούργιο, ν’ ανακαλύψει κάποια μεγαλοφυή μηχανή, και στην προσπάθεια του αυτή καταλήγει συχνά, με μεγάλη σπατάλη δυνάμεων, ν’ ανακαλύπτει μια από καιρό ανακαλυμμένη Αμερική. Ο αυτοδίδακτος μπορεί να επιδιώξει ν’ ανακαλύψει κάποιο αεικίνητο ή κάποιο μαγικό αντικείμενο, που με τη βοήθεια του μπορεί κανείς να γίνει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σοφός. Κι ο Βάιτλινγκ ανήκε σ’ αυτό το είδος των αυτοδίδακτων. Ήθελε να επινοήσει μια ειδική θεωρία, που θα έδινε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αφομοιώνει σε ελάχιστο χρόνο κάθε επιστήμη. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αυτό το πρόβλημα επιδίωξε να το λύσει κι άλλος ένας εργάτης-αυτοδίδακτος, που θα τον συναντήσουμε παρακάτω, δηλαδή ο Προυντόν. Στον Βάιτλινγκ ήταν μερικές φορές δύσκολο να τεκμηριώσει κανείς τι εκτιμούσε περισσότερο: τον κομμουνισμό ή την οικουμενική γλώσσα. Σαν γνήσιος προφήτης δεν ανεχόταν καμιά απολύτως κριτική, και έτρεφε ξέχωρη δυσπιστία απέναντι στους λόγιους των βιβλίων, που αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό τη μονομανία του.
Ωστόσο το 1844 ο Βάιτλινγκ ανήκε στην ομάδα των πιο λαοφιλών και γνωστών ανθρώπων, όχι μόνο ανάμεσα στους εργάτες, αλλά κι ανάμεσα στους γερμανούς διανοούμενους.
Έχουμε μια χαρακτηριστική περιγραφή της συνάντησης του διάσημου ράφτη με το διάσημο ποιητή Χάινε, που προέρχεται απ’ τον τελευταίο:
«Εκείνο που πλήγωσε περισσότερο την περηφάνια μου, ήταν η ολική έλλειψη σεβασμού του νεαρού την ώρα που μου μίλαγε. Φορούσε την τραγιάσκα του, κι ενώ εγώ στεκόμουν όρθιος μπροστά του, αυτός καθότανε πάνω σ’ ένα μικρό ξύλινο πάγκο, κρατώντας με το ένα χέρι το ανασηκωμένο δεξί πόδι του, έτσι που με το γόνατο του άγγιζε σχεδόν το πηγούνι του. με τ’ άλλο χέρι έτριβε συνέχεια αυτό το πόδι πάνω στο γόνατο. Στην αρχή νόμισα πως αυτή η ασεβής στάση οφειλόταν στις καθιστικές συνήθειες του επαγγέλματος του. Ωστόσο μ’ έβγαλε απ’ την πλάνη μου, όταν τον ρώτησα γιατί τρίβει συνέχεια με τον τρόπο που προανέφερα το πόδι του. Μου είπε δηλαδή, με εντελώς αδιάφορο τόνο, σαν να επρόκειτο για το πιο συνηθισμένο πράγμα, ότι στις διάφορες φυλακές που είχε κλειστεί, τον είχαν αλυσοδεμένο. κι επειδή μερικές φορές, ο σιδερένιος κρίκος που έδενε το πόδι του ήταν πολύ στενός, του έμεινε στο σημείο εκείνο μια φαγούρα, που τον έκανε να ξύνεται... Ναι. ομολογώ πως τραβήχτηκα λίγα βήματα πίσω, όταν ο ράφτης μου μίλησε με την αποκρουστική οικειότητα του για τις αλυσίδες, που τον έδεναν κάποτε οι γερμανοί δεσμοφύλακες, όταν ήταν στη φυλακή.»1
Μολονότι η περιγραφή αυτή δε μας κάνει ιδιαίτερα συμπαθή τον Χάινε, βλέπουμε ωστόσο ότι ο Βάιτλινγκ έκανε βαθιά εντύπωση στον κακομαθημένο απ’ τους θαυμαστές του ποιητή. Ο επαναστάτης μπορούσε ν’ αναγνωρίσει εύκολα τον Χάινε σαν μεγάλο δάσκαλο της λογοτεχνίας και της τέχνης, που εξετάζει με περιέργεια, όχι όμως και χωρίς απέχθεια, τον τύπο του αγωνιστή που του είναι ξένος. Με την ίδια αλαζονική περιέργεια εξέταζαν κάποτε κι οι δικοί μας ποιητές κάποιο μέλος μιας επαναστατικής ομάδας ή ένα μπολσεβίκο. Αλλιώς συμπεριφερόταν ένας διανοούμενος όπως ο Μαρξ. Γι’ αυτόν ο Βάιτλινγκ ήταν ένας προικισμένος εκπρόσωπος των επιδιώξεων του ίδιου του προλεταριάτου, που την ιστορική αποστολή του είχε μόλις διατυπώσει. Πριν γνωριστεί μαζί του, έγραφε για τον Βάιτλινγκ τα παρακάτω:
«Ποιο έργο θα ‘χε να επιδείξει η αστική τάξη, μαζί και οι φιλόσοφοι και οι λόγιοι της. απέναντι στο έργο του Βάιτλινγκ Εγγυήσεις της Αρμονίας και της Ελευθερίας, σχετικά με τη χειραφέτηση της αστικής τάξης - την πολιτική χειραφέτηση; Αν συγκρίνει κανείς την πλαδαρή και άτολμη μετριότητα της γερμανικής πολιτικής βιβλιογραφίας μ’ αυτό το τεράστιο και λαμπρό λογοτεχνικό ξεκίνημα των γερμανών εργατών αν κανείς συγκρίνει αυτές τις γιγάντιες παιδικές μπότες του προλεταριάτου με τα μικροσκοπικά πολιτικά παπούτσια της γερμανικής αστικής τάξης, τότε θα υποχρεωθεί να προφητέψει ένα αθλητικό παράστημα για τη γερμανική Σταχτοπουτα.2»
Είναι απόλυτα φυσικό, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς να επιζητήσουν να γνωριστούν με τον Βάιτλινγκ. Ξέρουμε, ότι ήδη το καλοκαίρι του 1845 - την εποχή αυτή ο Βάιτλινγκ ζούσε ακόμα στο Λονδίνο - οι δυο φίλοι, στη διάρκεια του σύντομου ταξιδιού τους στην Αγγλία, γνωρίστηκαν με τους άγγλους χαρτιστές και τους γερμανούς εξόριστους. Το αν συνάντησαν και τον Βάιτλινγκ, δεν το ξέρουμε με σιγουριά. Σε στενές σχέσεις μαζί του ήρθαν μόλις στις αρχές του 1846, όταν ο Βάιτλινγκ ήρθε στις Βρυξέλες, όπου είχε εγκατασταθεί ο Μαρξ, όταν στις αρχές του 1845 τον απέλασαν απ’ τη Γαλλία. Ο Μαρξ ήταν τότε ήδη χωμένος μέχρι το λαιμό στην οργανωτική δουλιά. Οι Βρυξέλες πρόσφεραν μεγάλες δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Το Βέλγιο ήταν η ενδιάμεση χώρα, ανάμεσα στη Γαλλία και στη Γερμανία. οι γερμανοί εργάτες και διανοούμενοι που πήγαιναν στο Παρίσι, περνούσαν πάντα μερικές μέρες στις Βρυξέλες. Από εκεί έμπαζαν λαθραία και τα παράνομα βιβλία σ’ ολόκληρη τη Γερμανία. Ανάμεσα στους εργάτες, που είχαν εγκατασταθεί προσωρινά στις Βρυξέλες, υπήρχαν μερικοί πολύ προικισμένοι άνθρωποι.
Έτσι ο Μαρξ μπόρεσε, από πολύ νωρίς, να προπαγανδίσει την ιδέα, να συγκληθεί ένα συνέδριο όλων των κομμουνιστών, για να δημιουργηθεί η πρώτη οργάνωση που θα συσπείρωνε όλες τις κομμουνιστικές δυνάμεις. Θα πραγματοποιούνταν στη βελγική πόλη Βερβιέ, που βρισκόταν κοντά στα γερμανικά σύνορα, κι όπου μπορούσαν εύκολα να έρθουν οι γερμανοί κομμουνιστές. Δε μπόρεσα να εξακριβώσω με σιγουριά, αν πραγματικά έγινε αυτό το συνέδριο. Ωστόσο ο Μαρξ είχε κάνει όλες τις προετοιμασίες, πολύ πριν - σύμφωνα με τα λόγια του Ένγκελς - έρθουν σ’ αυτόν απ’ το Λονδίνο εκπρόσωποι από την «Ένωση των Δίκαιων» και τον προσκαλέσουν να προσχωρήσει σ’ αυτήν.
Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς θεωρούσαν εξαιρετικά σημαντικό, να κερδίσουν και τους κύκλους που βρίσκονταν κάτω απ’ την ισχυρή επιρροή του Βάιτλινγκ. Γιαυτό επιδίωκαν με κάθε τρόπο να συμφωνήσουν πάνω σε μια κοινή βάση. Η υπόθεση όμως κατέληξε σε ρήξη. Χάρη σε μια ευτυχή σύμπτωση, η ιστορία αυτής της ρήξης μεταδόθηκε σε μας από ένα συμπατριώτη μας. Αυτός ο συμπατριώτης, ο ρώσος κριτικός Αννένκωφ, ήταν τότε θαυμαστής του Μαρξ, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε κάθε επαναστατική τάση. Ακριβώς την άνοιξη του 1846 ήταν στις Βρυξέλες, και μας άφησε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή, που περιέχει αρκετές ψευτιές, αλλά που έχει και μια ορισμένη δόση αλήθειας. Περιγράφει μια συγκέντρωση, στην οποία έγινε μια έντονη συζήτηση ανάμεσα στον Μαρξ και τον Βάιτλινγκ. Ο Μαρξ χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο τραπέζι και φώναξε στον Βάιτλινγκ: «Η άγνοια ποτέ δε βοήθησε κανέναν».3 Τούτο είναι πολύ πιθανό, αν σκεφτούμε, ότι ο Βάιτλινγκ, όπως κι ο δικός μας ο Μπακούνιν, ήταν αντίθετος με την προπαγανδιστική προετοιμασία της επανάστασης, αφού ισχυριζόταν πως οι φτωχοί είναι πάντα έτοιμοι για την επανάσταση, ότι γιαυτό η επανάσταση μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή, φτάνει να υπάρχουν οι αποφασιστικοί ηγέτες.
Απ’ το γράμμα του ίδιου του Βάιτλινγκ γι’ αυτή τη συγκέντρωση, γνωρίζουμε, ότι ο Μαρξ υποστήριξε τα παρακάτω σημεία: είναι απαραίτητο ένα ξεκαθάρισμα στις γραμμές των κομμουνιστών. όλοι οι ανάξιοι θεωρητικοί πρέπει να υποβληθούν σε μια κριτική. ν’ αρνηθούν κάθε σοσιαλισμό που στηρίζεται μόνο στα καλά αισθήματα- πριν απ’ την πραγμάτωση του κομμουνισμού πρέπει να προηγηθεί μια εποχή, που την εξουσία θα την κατέχει η αστική τάξη.
Έτσι οι τοτινές διαφορές απόψεων ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς απ’ τη μια μεριά, και στον Βάιτλινγκ απ’ την άλλη, είναι σχεδόν όμοιες με τις διαφορές απόψεων που υπήρχαν για σαράντα χρόνια ανάμεσα στους ρώσους επαναστάτες.
Το Μάη του 1846 επήλθε η οριστική ρήξη. Ο Βάιτλινγκ έφυγε σύντομα, και περνώντας πάλι απ’ το Λονδίνο πήγε στην Αμερική, όπου έμεινε μέχρι την επανάσταση του 1848.
Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς συνέχισαν το οργανωτικό τους έργο με τη βοήθεια άλλων συντρόφων, με τους όποιους είχαν αναπτύξει την εποχή εκείνη φιλικούς δεσμούς. στις Βρυξέλες ίδρυσαν την «Εργατική Μορφωτική Ένωση», όπου ο Μαρξ έδινε διαλέξεις για τους εργάτες πάνω σε θέματα της πολιτικής οικονομίας. Εκτός απ’ τους διανοούμενους, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν ο Βίλχελμ Βόλφ - ο Μαρξ του αφιέρωσε αργότερα τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου - ο Βέυντεμάγιερ και άλλοι, στις Βρυξέλες ζούσαν ο Στέφαν Μπόρν, ο Μπάλαου, ο Σάιλερ κι άλλοι έργάτες.
Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς στηρίχτηκαν σ’ αυτή την οργάνωση και προσπάθησαν, με τη βοήθεια συντρόφων που είχαν φύγει απ’ τις Βρυξέλες, να πάρουν επαφή και να σταθεροποιήσουν την επικοινωνία τους με άλλους κύκλους, που υπήρχαν στη Γερμανία, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στην Έλβετία. Ο ίδιος ο Ένγκελς το πέτυχε αυτό στο Παρίσι. Σιγά σιγά ο αριθμός των οπαδών των απόψεων του Μαρξ και του Ένγκελς μεγάλωνε. Τότε ο Μαρξ συνέλαβε το παρακάτω σχέδιο, για να συνενώσει όλα τα κομμουνιστικά στοιχεία. Σχεδίασε αυτή την οργάνωση, όχι πια σαν εθνική, όχι σαν καθαρά γερμανική, αλλά σαν διεθνή. Στην αρχή ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί μια ομάδα, ένας πυρήνας από κομμουνιστές στις Βρυξέλες, το Παρίσι, το Λονδίνο, που είχαν ήδη πετύχει μια πλατιά συμφωνία. Σύμφωνα με το συλλογισμό του Μαρξ, αυτές οι ομάδες έπρεπε να σχηματίσουν επιτροπές, οι οποίες πάλι θα ‘πρεπε να διατηρούν σχέσεις με άλλες κομμουνιστικές οργανώσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο θα προετοιμάζονταν στενότερες επαφές μ’ άλλες χώρες, και θα καλλιεργούνταν το έδαφος για τη μελλοντική διεθνή συνένωση τους. Αυτές οι επιτροπές έμελλε, σύμφωνα με την πρόταση του Μαρξ. να ονομαστούν κομμουνιστικές επιτροπές επικοινωνίας.
Την ιστορία του γερμανικού σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος την έγραψαν λοιπόν λογοτέχνες και δημοσιογράφοι, που συχνά ήταν μέλη γραφείων ανταποκρίσεων και γραφείων τύπου. Όλοι αυτοί εύκολα συμπέραναν, ότι οι επιτροπές αλληλογραφίας δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά συνηθισμένα γραφεία ανταποκρίσεων.
Αυτό λειτούργησε τότε με τον εξής τρόπο: ο Μαρξ κι ο Ένγκελς αποφάσισαν να ιδρύσουν στις Βρυξέλες μια επιτροπή ανταποκρίσεων, απ’ όπου έστελναν τυπωμένες ανταποκρίσεις. Η με τα λόγια του Μέρινγκ στο τελευταίο του έργο για τον Μαρξ:
«Μιας και ο Μαρξ κι ο Ένγκελς δεν είχαν κανένα δικό τους όργανο, προσπαθούσαν να καλύψουν όπως μπορούσαν αυτό το κενό, καταφεύγοντας σε τυπωμένες ή λιθογραφημένες επιστολές. Ταυτόχρονα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μόνιμους ανταποκριτές στα μεγάλα κέντρα όπου ζούσαν κομμουνιστές. Τέτοια γραφεία ανταποκρίσεων υπήρχαν στις Βρυξέλες και στο Λονδίνο, και σχεδιαζόταν η ίδρυση ενός γραφείου και στο Παρίσι. Ο Μαρξ έγραψε στον Προυντόν και τον παρακάλεσε να συνεργαστεί.»
Εδώ αρκεί να διαβάσουμε προσεχτικά την απάντηση του Προυντόν, και θα καταλάβουμε ότι επρόκειτο για κάτι που δεν έχει καμιά απολύτως ομοιότητα μ’ ένα συνηθισμένο γραφείο ανταποκρίσεων. Κι αν σκεφτούμε ότι αυτή η ανταλλαγή επιστολών γινόταν το 1846, μπορούμε να συμπεράνουμε, πως πολύ πριν έρθουν απ’ το Λονδίνο για να προτείνουν στον Μαρξ να μπει στην «Ένωση των Δίκαιων», που υπήρχε από πολύ καιρό, τόσο στις Βρυξέλες όσο και στο Παρίσι υπήρχαν ορισμένες οργανώσεις, που η πρωτοβουλία για την ίδρυση τους ξεκίνησε αναμφίβολα απ’ τον Μαρξ.
Θυμηθείτε τώρα, τι σας εξιστόρησα για το σύλλογο αλληλογραφίας του Λονδίνου που είχε ιδρυθεί το 1792 απ’ τον Τόμας Χάρντυ. Παρόμοια οργάνωση αποτελούσαν εκείνες οι επιτροπές ανταποκρίσεων, που οργανώθηκαν από τη Λέσχη των Γιακωβίνων, όταν της απαγορεύτηκε να ιδρύσει παραρτήματα στην επαρχία. Έτσι, έχοντας συγκρίνει όλα αυτά κατέληξα από καιρό στο συμπέρασμα ότι ο Μαρξ, όταν ίδρυσε τους συλλόγους του, είχε υπόψη του ακριβώς τις επιτροπές ανταποκρίσεων.
Και πράγματι, μέχρι το δεύτερο μισό του 1846, υπάρχει κιόλας στις Βρυξέλες μια τέλεια οργανωμένη επιτροπή ανταποκρίσεων, που παίζει το ρόλο μιας κεντρικής επιτροπής, στην οποία στέλνουν τις εκθέσεις τους οι άλλες επιτροπές. Περιλαμβάνει μερικές δεκάδες ανθρώπους, κι ανάμεσα τους μερικούς εργάτες. Υπάρχει ήδη η επιτροπή του Παρισιού, που οργανώνεται απ’ τον Ένγκελς, κι η οποία εργάζεται δραστήρια ανάμεσα στους γερμανούς χειροτέχνες. υπάρχει η επιτροπή του Λονδίνου, με επικεφαλής τον Σάπερ, τον Μπάουερ και τον Μολ: τον ίδιο Μολ, που ήρθε μισό χρόνο αργότερα στις Βρυξέλες, για να προτρέψει υποτίθεται τον Μαρξ, να γίνει μέλος της «Ένωσης των Δίκαιων». Όπως φαίνεται από ένα γράμμα (20 του Γενάρη 1847), που το ανακάλυψα και το παρέδωσα στον Μέρινγκ, ο Μόλ δεν ήρθε εκ μέρους της «Ένωσης των Δίκαιων», αλλά της κομμουνιστικής επιτροπής ανταποκρίσεων του Λονδίνου, για να εκθέσει την κατάσταση στην επιτροπή του Λονδίνου.
Έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι η ιστορία για την ίδρυση της Ένωσης των Κομμουνιστών, που καταγράφτηκε τόσο επιπόλαια απ’ τον Ένγκελς και μεταφέρεται σήμερα απ’ το ένα βιβλίο στο άλλο, δεν είναι παρά ένα παραμύθι, που δεν αντέχει στην ανάλυση. Η μεγάλη προπαρασκευαστική δουλιά, που πραγματοποιήθηκε κυρίως απ’ τον Μαρξ, θυμίζει σε πολλά σημεία τη δουλιά που έκαναν επί πενήντα χρόνια οι πρώτοι ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, όταν πάσχιζαν να συνενώσουν τις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις, με μόνη διαφορά ότι τη θέση των επιτροπών αλληλογραφίας την πήραν οι οργανώσεις της Ίσκρα, τη θέση των διάφορων εργατικών συλλόγων, μέσα στους οποίους εργάζονταν οι πράκτορες των κομμουνιστών, την πήραν οι διάφορες ενώσεις και επιτροπές, στις οποίες πάσχιζαν να διεισδύσουν οι πράκτορες του «Κέντρου», για να τις τραβήξουν με το μέρος τους.
Ολόκληρη αυτή την οργανωτική δουλιά του Μαρξ, οι ιστορικοί δεν την αντιλήφθηκαν διόλου έτσι τον μετέτρεψαν σ’ έναν απλό στοχαστή του γραφείου. Παρέβλεψαν τον οργανωτικό ρόλο του Μαρξ που είναι μια απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της προσωπικότητας του. Αν όμως δε γνωρίσουμε το ρόλο που έπαιξε ο Μαρξ - το τονίζω: ο Μαρξ, κι όχι ο Ένγκελς - ήδη στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1840, σαν ηγέτης και εμπνευστής όλης αυτής της προπαρασκευαστικής δουλιάς, δε θα καταλάβουμε ούτε τον τεράστιο ρόλο που έπαιξε αργότερα σαν οργανωτής στα χρόνια 1848 και 1849 και την εποχή της πρώτης Διεθνούς.
Ίσως μετά το ταξίδι του Μολ στις Βρυξέλες, όταν ο Μαρξ είχε πειστεί πως η πλειοψηφία των κομμουνιστών του Λονδίνου είχε απελευθερωθεί απ’ την επίδραση του Βάιτλινγκ, ν’ αποφασίστηκε με πρωτοβουλία της επιτροπής των Βρυξελών, να συγκληθεί ένα συνέδριο στο Λονδίνο, που θεωρούνταν ο πιο κατάλληλος τόπος. Άρχισε η συζήτηση, που προηγήθηκε απ’ το συνέδριο, η πάλη των διάφορων τάσεων. Πιο έντονος από παντού ήταν ο αγώνας στο Παρίσι, όπου εργαζόταν ο Ένγκελς. Αν κανείς διαβάσει τις επιστολές του από εκεί, αισθάνεται πως μεταφέρεται στο δικό μας κοντινό παρελθόν. ο αγώνας των ομάδων που περιγράφει, θυμίζει εκπληκτικά τη δική μας συζήτηση πάνω στα διάφορα προγράμματα. Η μια υποστηρίζεται απ’ τον Γκρυν, έναν εκπρόσωπο του λεγόμενου γερμανικού ή «αληθινού» κομμουνισμού, για τον οποίο βρίσκουμε ένα μοχθηρό χαρακτηρισμό στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η άλλη υποστηρίζεται απ’ τον Ένγκελς. Στον αγώνα αυτό φρόντιζαν, όπως αρμόζει στους καλούς πρακτικούς, να μη χάσουν ούτε μια ψήφο - όπως ακριβώς συμβαίνει και στις δικές μας περιφερειακές κομματικές επιτροπές. Κι ακριβώς όπως ο δικός μας περιφερειακός εργάτης, έτσι κι ο Ένγκελς πίστευε πως πέτυχε, όπως ανακοινώνει θριαμβευτικά στην επιτροπή των Βρυξελών, μια μεγάλη νίκη, όχι μόνο όταν πέτυχε καταρχή να μεταπείσει τους ταλαντευόμενους, αλλά και κάθε φορά που «ξεγελούσε» κάποιον ή «έμπαζε» έξυπνα κάποιον άλλο στην οργάνωση.
Το καλοκαίρι του 1847 έγινε το συνέδριο στο Λονδίνο. Ο Μαρξ δεν ήταν παρών. Αντιπρόσωπος των Βρυξελών εμφανίστηκε ο Βίλχελμ Βόλφ. Ο Ένγκελς εκπροσωπούσε τους γάλλους κομμουνιστές. οι αντιπρόσωποι δεν ήταν πολλοί, αυτό όμως δεν ανησύχησε κανέναν. Εσείς ξέρετε, σύντροφοι, πως, όταν το 1898 ιδρύθηκε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, στο συνέδριο του Μινσκ, ήταν παρόντες συνολικά 9 ή 10 άνθρωποι - εκπρόσωποι από 3 ή 4 οργανώσεις.
Εκεί πήραν την απόφαση να συνενωθούν στην Ένωση των Κομμουνιστών. Αυτή δεν ήταν η αναδιοργανωμένη, παλιά «Ένωση των Κομμουνιστών», όπως διαβεβαιώνει ο Ένγκελς, που ξέχασε πως ήταν ο εκπρόσωπος της επιτροπής ανταποκρίσεων του Παρισιού, που την είχε οργανώσει ο ίδιος, ψηφίστηκε ένα καταστατικό, που η πρώτη παράγραφος του διατύπωνε καθαρά και απερίφραστα τη βασική ιδέα του επαναστατικού κομμουνισμού:
«Σκοπός της Ένωσης είναι η ανατροπή της αστικής τάξης, η κυριαρχία του προλεταριάτου, η κατάργηση της παλιάς αστικής κοινωνίας που στηρίζεται στις ταξικές αντιθέσεις, και η ίδρυση μιας νέας κοινωνίας χωρίς τάξεις και χωρίς ατομική ιδιοκτησία.»4
Το καταστατικό της οργάνωσης έγινε βέβαια δεκτό με την προϋπόθεση, ότι θα εξεταζόταν ακόμα απ’ τις επιμέρους επιτροπές για ν’ αποφασιστεί στο επόμενο συνέδριο με όλες τις απαραίτητες βελτιώσεις.
Σαν βάση της οργάνωσης έγινε δεκτή η αρχή του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» - μια ονομασία που τη γνωρίζουμε απ’ τις συζητήσεις μας. Απ’ τα μεμονωμένα μέλη ζητήθηκε ν’ αναγνωρίσουν τον κομμουνισμό και να ζουν σύμφωνα με τους σκοπούς της Ένωσης. Μια ορισμένη ομάδα μελών αποτελούσε τη βασική μονάδα της οργάνωσης, το κύτταρο της. Έφερε το όνομα κοινότητα. απ’ αυτήν σχηματίζονταν κατόπιν οι περιφέρειες με τις περιφερειακές επιτροπές τους. Οι διάφορες περιφέρειες μιας χώρας υπάγονταν σε μια ιδιαίτερη κεντρική περιφέρεια, που οι εξουσίες της εκτείνονταν σ’ ολόκληρη τη χώρα. και οι κεντρικές περιφέρειες αυτές ήταν υποχρεωμένες να λογοδοτούν στην Κεντρική Επιτροπή.
Γενικά αυτή η οργάνωση έγινε αργότερα το πρότυπο για όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της εργατικής τάξης στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους. Είχε μια ιδιομορφία που χάθηκε αργότερα, μολονότι τη συναντάμε ακόμα στους γερμανούς συντρόφους μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870. Η Κεντρική Επιτροπή της Ένωσης των Κομμουνιστών δεν εκλέγονταν ονομαστικά στο συνέδριο. οι εξουσίες της. σαν ανώτατου διοικητικού κέντρου, μεταβιβάστηκαν στην περιφερειακή επιτροπή της πόλης, που είχε καθοριστεί απ’ το συνέδριο σαν έδρα της Κεντρικής Επιτροπής. Έτσι, αν το συνέδριο καθόριζε το Λονδίνο, η Κεντρική Επιτροπή που αποτελούνταν από πέντε τουλάχιστο μέλη, εκλέγονταν απ’ την οργάνωση αυτής της περιφέρειας. Αυτή η διαδικασία εξασφάλιζε μια στενή επικοινωνία με τη μεγάλη εθνική οργάνωση. Τον τύπο αυτό της οργάνωσης τον συναντάμε αργότερα στους γερμανούς: στην ίδια τη Γερμανία καθώς και στην Ελβετία. Σ’ αυτούς η Κεντρική Επιτροπή συνδεόταν πάντα με μια ορισμένη πόλη, που προσδιοριζόταν στο συνέδριο και έφερε το όνομα «ηγετική» πόλη, πόλη της πρωτοπορίας.
Στο συνέδριο αποφασίστηκε επίσης, να προχωρήσουν στην επεξεργασία του σχεδίου ενός κομμουνιστικού «πιστεύω», που θα γινόταν το πρόγραμμα της Ένωσης. οι επιμέρους περιφέρειες θα παρουσίαζαν τα σχέδια τους στο επόμενο συνέδριο. Πέρα απ’ αυτό, αποφασίστηκε ν’ αρχίσουν με την έκδοση ενός λαϊκού περιοδικού. Αυτό το περιοδικό είναι το πρώτο εργατικό όργανο που ξέρουμε, το οποίο πήρε ανοιχτά το χαρακτηρισμό «κομμουνιστικό». Στην πρώτη σελίδα του υπάρχει το σύνθημα - που εμφανίστηκε μισό χρόνο πριν απ’ τη δημοσίευση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου: «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!»
Το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο μια φορά. Τα άρθρα γράφτηκαν και στοιχειοθετήθηκαν κυρίως απ’ τους εκπροσώπους της Ένωσης των Κομμουνιστών που ζούσαν στο Λονδίνο. Υπάρχει ένα κύριο άρθρο, που είναι γραμμένο με πολύ εκλαϊκευτικό τρόπο. Με απλές εκφράσεις επισημαίνει τις ιδιομορφίες της καινούργιας κομμουνιστικής οργάνωσης, που ξεχωρίζει από τις οργανώσεις του Βάιτλινγκ κι απ’ τις γαλλικές οργανώσεις. Για την «Ένωση των Δίκαιων» δεν υπάρχει ούτε μια λέξη. Ένα ειδικό άρθρο είναι αφιερωμένο στο γάλλο κομμουνιστή Κάμπε, το συγγραφέα της γνωστής ουτοπίας Ταξίδι στην Ικαρία. Το 1847, ο Κάμπε ανέπτυξε μια έντονη προπαγανδιστική δραστηριότητα, με σκοπό να μαζέψει ανθρώπους που θα ‘θελαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική, για να δημιουργήσουν εκεί πάνω σε παρθένο έδαφος μια κομμουνιστική αποικία, σαν εκείνη που είχε περιγράψει στο μυθιστόρημα του Ικαρία. Πήγε μάλιστα στο Λονδίνο, για να κερδίσει τους εκεί κομμουνιστές με το μέρος του. Το άρθρο υποβάλλει το σχέδιο αυτό σε μια διεξοδική κριτική και συνιστά στους εργάτες, να μην εγκαταλείψουν την Ευρώπη, γιατί ο κομμουνισμός θα εγκαθιδρυθεί πρώτα στην Ευρώπη. Υπάρχει ακόμα ένα μεγάλο άρθρο που καθώς πιστεύω, συντάχθηκε απ’ τον Ένγκελς. Το περιοδικό τελειώνει με μια πολιτική και κοινωνική επισκόπηση, που προέρχεται αναμφίβολα απ’ τον αντιπρόσωπο της επιτροπής των Βρυξελών, τον Βίλχελμ Βόλφ.
Στα τέλη Νοέμβρη του 1847 έγινε το 2ο συνέδριο στο Λονδίνο. Αυτή τη φορά ο Μαρξ ήταν παρών. Προτού ακόμα ξεκινήσει για το Λονδίνο, ο Ένγκελς του είχε γράψει απ’ το Παρίσι, πως είχε καταλήξει στο σχέδιο μιας κατήχησης ή «πιστεύω», που έκρινε όμως πιο σκόπιμο να το ονομάσει Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Πιθανόν ο Μαρξ να έφερε στο συνέδριο θέσεις που είχε επεξεργαστεί ο ίδιος. Φυσικά τα πράγματα δεν πήγαν τόσο ήρεμα, όπως μας τα παρουσιάζει ο Στέκλωφ. Στο συνέδριο έγιναν σφοδρές συζητήσεις. οι συγκρούσεις βάστηξαν αρκετές μέρες, κι ο Μαρξ κόπιασε πολύ να πείσει την πλειοψηφία για την ορθότητα του νέου προγράμματος. Αυτό έγινε δεκτό στις βασικές του γραμμές, και το συνέδριο ανέθεσε στον Μαρξ, να γράψει στ’ όνομα της Ενωσης των Κομμουνιστών όχι μια διακήρυξη πίστης, αλλά ένα Μανιφέστο, όπως το είχε προτείνει ο Ένγκελς. Αυτό είναι απαραίτητο να τονιστεί. Στη σύνταξη του Μανιφέστου ο Μαρξ χρησιμοποίησε βέβαια και το σχέδιο του Ένγκελς. Την πολιτική ευθύνη απέναντι στην Ένωση για το Μανιφέστο την έφερε όμως μόνο αυτός. Κι αν το Μανιφέστο δίνει την εντύπωση ενός αρμονικού κι ομοιόμορφου μνημείου, αυτό συμβαίνει χάρη στο γεγονός, ότι το συνέταξε μόνος του ο Μαρξ. Περάσανε φυσικά συλλογισμοί, που τους επεξεργάστηκαν από κοινού ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, το βασικό του πνεύμα όμως ανήκει αποκλειστικά στον Μαρξ, πράγμα που το τόνιζε πάντοτε κι ο ίδιος ο Ένγκελς:
«Ο διαφανής βασικός συλλογισμός του μανιφέστου: ότι η οικονομική παραγωγή και η κοινωνική διάρθρωση της κάθε εποχής που ακολουθεί αναγκαστικά απ’ την πρώτη, αποτελεί το θεμέλιο για την πολιτική και πνευματική ζωή αυτής της εποχής. ότι επομένως (από τότε που αποσυντέθηκε η αρχέγονη κοινοτική ιδιοκτησία της γης) ολόκληρη η ιστορία υπήρξε μια ιστορία ταξικών αγώνων, αγώνων ανάμεσα σε εκμεταλλευμένους και εκμεταλλευτές, ανάμεσα σε υποτελείς και κυρίαρχες τάξεις, σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής εξέλιξης. ότι τώρα ο αγώνας αυτός έφτασε σ’ ένα στάδιο, που η εκμεταλλευμένη και καταπιεσμένη τάξη (το προλεταριάτο) δε μπορεί πια ν’ απελευθερωθεί απ’ την εκμεταλλεύτρια και καταπιέζουσα τάξη (την αστική) χωρίς ταυτόχρονα ν’ απελευθερώσει για πάντα ολόκληρη την κοινωνία απ’ την εκμετάλλευση, την καταπίεση και τους ταξικούς αγώνες - αυτός ο βασικός συλλογισμός ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον Μαρξ.»5
Τόνισα το σημείο αυτό, για να ξέρετε ότι το κύριο έργο στην επεξεργασία του καινούργιου προγράμματος έπεσε στον Μαρξ, ότι την σύνταξη του Μανιφέστου την είχαν εμπιστευτεί στον Μαρξ και σε κανέναν άλλο. Έχουμε μία επιστολή που επιβεβαιώνει αυτό το γεγονός καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο. Το γράμμα αυτό είναι και για έναν ακόμα λόγο διαφωτιστικό, γιατί φωτίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον Μαρξ και σε μια -ουσιαστικά - εργατική οργάνωση, με τάση να θεωρεί το διανοούμενο μόνο σαν έναν ειδικό γραφιά, σύμφωνα με την αντίληψη: δεν εκπλήρωσε την εντολή, τότε την παραδίδουμε σε κάποιον άλλο. Για να καταλάβετε καλύτερα την επιστολή της Κεντρικής Επιτροπής, θα προσθέσω, ότι στο συνέδριο - σύμφωνα με το καταστατικό - έδρα της Κεντρικής Επιτροπής είχε οριστεί το Λονδίνο, κι ότι επομένως η Κεντρική Επιτροπή είχε εκλεγεί απ’ την οργάνωση του Λονδίνου.
Το γράμμα που θα σας διαβάσω τώρα, στάλθηκε στις 26 του Γενάρη 1848 απ’ την Κεντρική Επιτροπή στην περιφερειακή επιτροπή στις Βρυξέλες, για να διαβιβαστεί στον Μαρξ. Περιέχει μια απόφαση τη: Κεντρικής Επιτροπής που πάρθηκε στις 24 του Γενάρη:
«Η Κεντρική Επιτροπή επιφορτίζει δια του παρόντος την περιφερειακή επιτροπή στις Βρυξέλες, να ανακοινώσει στον πολίτη Μαρξ, ότι, αν το Μανιφέστο του Κομμουνιστικου. Κόμματος του οποίου τη σύνταξη ανέλαβε στο τελευταίο συνέδριο, δεν παραδοθεί στο Λονδίνο μέχρι την Τρίτη 1η του Φλεβάρη τρέχοντος έτους, θα παρθούν εναντίον του μέτρα. Σε περίπτωση που ο πολίτης Μαρξ δεν εκτελέσει το έργο, η Κεντρική Επιτροπή απαιτεί την άμεση επιστροφή των εγγράφων που έχουν τεθεί στη διάθεση του Μαρξ. Εν ονόματι και κατ’ εντολή της Κεντρικής Επιτροπής. Σάπερ, Μπάουερ, Μολ.»
Απ’ το αυστηρό ύφος του κειμένου βλέπετε ότι ο Μαρξ, γύρω στα τέλη του Γενάρη, δεν είχε τελειώσει ακόμα το έργο που του είχε ανατεθεί στα τέλη του Δεκέμβρη. Κι αυτό είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μαρξ. Παρόλο το λογοτεχνικό του ταλέντο, δεν είχε ευχέρεια στο γράψιμο. Τα έργα του τα επεξεργαζόταν πάντα πολύ καιρό, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για ένα σημαντικό κείμενο. Ήθελε να δώσει στο έγγραφο αυτό την πιο τέλεια μορφή, για να μπορεί να αντέχει στην κριτική του χρόνου. Έχουμε στα χέρια μας μια και μοναδική σελίδα απ’ τα γραφτά του, που αποδείχνει, πόσο προσεχτικά εξέταζε, κι άλλαζε πάντα την κάθε έκφραση.
Η Κεντρική Επιτροπή δεν υποχρεώθηκε να λάβει άλλα μέτρα. Ο Μαρξ κατάφερε να τελειώσει την εργασία του μέχρι τις αρχές του Φλεβάρη. Έτσι το Μανιφέστο δημοσιεύτηκε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φλεβάρη, δηλαδή μερικές μέρες πριν απ’ την έκρηξη της επανάστασης του Φλεβάρη. Απ’ αυτό μπορείτε και μόνοι σας να συμπεράνετε ότι δε μπόρεσε να παίξει κανένα ρόλο στην προετοιμασία της επανάστασης του Φλεβάρη, κι αν προχωρήσω και σας πω, ότι τα πρώτα αντίτυπα έφτασαν στη Γερμανία μόλις το Μάη-Ίούνη του 1848, μπορείτε να καταλάβετε πως ούτε στη γερμανική επανάσταση κατάφερε να ασκήσει κάποια μεγάλη επιρροή. Μόνο λίγοι - ελάχιστοι - κομμουνιστές στις Βρυξέλες και στο Βερολίνο γνώριζαν το περιεχόμενο του και το είχαν αφομοιώσει.
Επιτρέψτε μου τώρα, να πω μερικά λόγια για το περιεχόμενο του Μανιφέστου. Είναι το πρόγραμμα της Διεθνούς Ένωσης των Κομμουνιστών. Σ’ αυτήν ανήκαν μερικοί βέλγοι, μερικοί άγγλοι απ’ τον κύκλο των κομμουνιστικά προσανατολισμένων χαρτιστών, προπάντων όμως γερμανοί. Το Μανιφέστο δεν έπρεπε να έχει υπόψη του μια κάποια μεμονωμένη χώρα, αλλά ολόκληρο τον αστικό κόσμο, μπροστά στον οποίο οι κομμουνιστές για πρώτη φορά παρουσίαζαν ανοιχτά τους σκοπούς τους.
Στο πρώτο κεφάλαιο δίνει μια διαυγή και σαφή εικόνα της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας, του ταξικού αγώνα που απ’ αυτήν γεννήθηκε, και που εξακολουθεί ν’ αναπτύσσεται πάνω στη βάση της. Βλέπουμε, πώς η αστική τάξη δημιουργήθηκε αναπόφευκτα μέσα στους κόλπους της παλιάς μεσαιωνικής, φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων, πώς μεταβλήθηκαν οι όροι ύπαρξης της σε συνάρτηση με τις αλλαγές των οικονομικών σχέσεων, ποιόν επαναστατικό ρόλο έπαιξε μέσα στον αγώνα με την παλιά φεουδαρχία, μέχρι ποιο εκπληκτικό βαθμό ανέπτυξε τις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρώπινης κοινωνίας, δημιουργώντας για πρώτη φορά στην ιστορία τη δυνατότητα, ν’ απελευθερωθεί υλικά ολόκληρη η ανθρωπότητα.
Ακολουθεί μια ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του προλεταριάτου. Βλέπουμε, πώς το προλεταριάτο αναπτύσσεται το ίδιο αναπόφευκτα, όπως η αστική τάξη, ακολουθώντας σαν σκιά τη δική της ανάπτυξη. Βλέπουμε, πώς βαθμιαία διαμορφώνεται σε μια ιδιαίτερη τάξη. Μπροστά απ’ τα μάτια μας περνάνε όλες οι μορφές πάλης του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, μέχρι που αναπτύσσεται σε μια τάξη για τον εαυτό του, μέχρι που δημιουργεί μια ιδιαίτερη δική του ταξική οργάνωση.
Παρακάτω παρουσιάζονται στο Μανιφέστο όλες οι αντιρρήσεις που προβάλλουν οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης κατά του κομμουνισμού, και υποβάλλονται σε μια εξοντωτική κριτική. Δε θα σταθώ σ’ αυτά, γιατί είμαι σίγουρος πως όλοι σας, ανεξαίρετα, έχετε διαβάσει το Μανιφέστο, ή θα το διαβάσετε σύντομα.
Ο Μαρξ - κι εδώ στηρίχτηκε στον Ένγκελς, αν κι όχι στο βαθμό που πιστευόταν παλιότερα - εξηγεί παρακάτω την τακτική των κομμουνιστών σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα εργατικά κόμματα. Εδώ αμέσως συναντάμε μια ενδιαφέρουσα ιδιομορφία. Το Μανιφέστο λέει, ότι οι κομμουνιστές δεν αποτελούν κάποιο ξεχωριστό κόμμα, που αντιτάσσεται στ’ άλλα εργατικά κόμματα. Διακρίνονται μόνο απ’ το γεγονός, ότι αποτελούν την πρωτοπορία των εργατών, δηλαδή απέναντι στην υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου έχουν δοσμένους από τα πριν τους όρους, την πορεία και τα γενικά αποτελέσματα του εργατικού κινήματος.
Τώρα που γνωρίζετε την πραγματική ιστορία της Ένωσης των Κομμουνιστών, θα σας είναι πιο εύκολο να καταλάβετε, πώς εξηγείται αυτή η διατύπωση των καθηκόντων των κομμουνιστών. Υπαγορεύτηκε από την κατάσταση του εργατικού κινήματος την εποχή εκείνη, ιδιαίτερα στην Αγγλία. οι λίγοι χαρτιστές που μπήκαν στην Ένωση, το έκαναν με την προϋπόθεση, ότι θά μπορούσαν να διατηρήσουν την επαφή τους με το κόμμα. Ανέλαβαν μόνο την υποχρέωση, να οργανώσουν μέσα στο χαρτισμό κάτι σαν κομμουνιστικό κύτταρο, για να διασώσουν έκει το πρόγραμμα και τις απόψεις των κομμουνιστών.
Το Μανιφέστο αναλύει διεξοδικά τα πολυάριθμα ρεύματα, που πάλεψαν τότε για επιρροή ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές.
Τα υποβάλλει σε μια ανελέητη κριτική και τα απορρίπτει κατηγορηματικά, μ’ εξαίρεση τους μεγάλους ουτοπιστές - Σαίν-Σιμόν, Φουριέ και Όουεν - που οι θεωρίες τους, ιδιαίτερα των δυο τελευταίων, είχαν γίνει ως έναν ορισμένο βαθμό δεκτές και είχαν αναπροσαρμοστεί απ’ τον Μαρξ και τον 'Ένγκελς. Ωστόσο, υιοθετώντας την κριτική τους που στρέφεται κατά της αστικής τάξης πραγμάτων, το Μανιφέστο αντιπαραθέτει στον ειρηνικό, ουτοπικό σοσιαλισμό, που αρνιέται τον πολιτικό αγώνα, το επαναστατικό πρόγραμμα του νέου, προλεταριακού, κριτικού κομμουνισμού.
Στο τέλος το Μανιφέστο εξετάζει την τακτική των κομμουνιστών στη διάρκεια της επανάστασης. Ιδιαίτερα σε σχέση με τα αστικά κόμματα. Για κάθε χώρα αλλάζουν οι κανόνες ανάλογα με τις ειδικές ιστορικές περιστάσεις. Εκεί που η αστική τάξη είναι ήδη η κυρίαρχη τάξη, ο αγώνας του προλεταριάτου στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της. στις χώρες που η αστική τάξη είναι μια τάξη, που μόλις τώρα κατακτά την πολιτική εξουσία, όπως λ.χ. στη Γερμανία, το κομμουνιστικό κόμμα βαδίζει χέρι χέρι με την αστική τάξη, εφόσον ο αγώνας της κατά τη; μοναρχίας και των ευγενών έχει επαναστατικό χαρακτήρα.
Οι κομμουνιστές όμως δεν παύουν ούτε στιγμή να βοηθούν τους εργάτες ν’ αποκτήσουν μια όσο το δυνατό πιο σαφή συνείδηση για την αντίθεση των ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Θέτουν πάντα στην πρώτη γραμμή σαν θεμελιώδες πρόβλημα ολόκληρου του κινήματος το πρόβλημα της ιδιοκτησίας. Αυτή τη μορφή είχαν οι τακτικοί κανόνες, που κατέστρωσαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς την παραμονή της επανάστασης του Φλεβάρη-Μάρτη του 1848. Την επόμενη φορά θα δούμε, πώς εφαρμόστηκαν στην πράξη αυτοί οι κανόνες απ’ τους συντάκτες τους και πώς τροποποιήθηκαν απ’ την πείρα που αποκτήθηκε στην επανάσταση.
Σάς παρουσίασα σε πολύ γενικές γραμμές το περιεχόμενο του Μανιφέστου. Πρέπει κανείς να σκεφτεί πως μέσα σ’ αυτό περάσανε όλα τα συμπεράσματα απ’ την επιστημονική εργασία που έκαναν ο Μαρξ κι ο 'Ένγκελς, ιδιαίτερα ο πρώτος, απ’ το 1845 μέχρι τα τέλη του 1847. Εκείνη την εποχή ο 'Ένγκελς έδωσε την τελική μορφή στο υλικό για την Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία, που είχε συγκεντρώσει ο ίδιος στην Αγγλία. Ο Μαρξ δούλευε πάνω σε μια ιστορία των πολιτικών και οικονομικών θεωριών. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας που τους έδωσε τη δυνατότητα να αναλύσουν τόσο καλά τις υλικές σχέσεις, τους όρους της παραγωγής και της διανομής - που καθορίζουν άλλωστε με τη σειρά τους όλες τις κοινωνικές σχέσεις - είχε καταστρωθεί απ’ αυτούς κατά τη διάρκεια αυτών των δύο χρόνων, μέσα στην πάλη με όλες τις ιδεαλιστικές θεωρίες.
Ό Μαρξ είχε εκθέσει την καινούργια θεωρία στην πιο ολοκληρωμένη και σαφή μορφή της πρίν ακόμα απ’ το Μανιφέστο, στην πολεμική ενάντια στον Προυντόν, που τον έχω αναφέρει και παλιότερα. και σ’ αυτήν ο Μαρξ, στο βιβλίο του Η Άγια οικογένεια, έτρεφε ακόμα μεγάλη εκτίμηση για τον Προυντόν. Από τι προκλήθηκε μετά η ρήξη ανάμεσα στους παλιούς συναγωνιστές:
Ό Προυντόν, όπως κι ο Βάιτλινγκ, ήταν εργάτης στην καταγωγή, επίσης αυτοδίδακτος, πιο προικισμένος όμως κι ένας απ’ τους πιο εξαίρετους γάλλους δημοσιολόγους. Στο βιβλίο του Τι Είναι η Ιδιοκτησία; - που δημοσιεύτηκε το 1841 - ασκεί οξύτατη κριτική στην ιδιοκτησία και καταλήγει στο τολμηρό συμπέρασμα, ότι η ιδιοκτησία ουσιαστικά δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά κλοπή. Πολύ σύντομα ωστόσο φάνηκε ότι ο Προυντόν, καταδικάζοντας την ιδιοκτησία, καταδίκαζε μόνο μια απ’ τις μορφές της, και συγκεκριμένα τη μορφή της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση του μικροπαραγωγού απ’ το μεγάλο καπιταλιστή. Ο Προυντόν. μόλο που δεν είχε τίποτα κατά της κατάργησης της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοκτησίας, ήταν ταυτόχρονα και αντίπαλος του κομμουνισμού. Στη διατήρηση και ενίσχυση της ατομικής ιδιοκτησίας των αγροτών και των χειροτεχνών, έβλεπε τη μοναδική εγγύηση για την ευημερία τους. Πίστευε ότι η κατάσταση του εργάτη δε μπορούσε να βελτιωθεί με απεργίες και με τον οικονομικό αγώνα, αλλά μόνο με τη μετατροπή του εργάτη σε ιδιοκτήτη. Στην άποψη αυτή ο Μαρξ έφτασε οριστικά το 1845 και 1846, όταν σκέφτηκε ένα σχέδιο, που θα προφύλασσε τους χειροτέχνες απ’ την καταστροφή και θα έκανε τους εργάτες αυτόνομους παραγωγούς.
Έχω μιλήσει ήδη για το ρόλο που έπαιζε ο 'Ένγκελς στο Παρίσι ακριβώς εκείνη την εποχή. Έχω αναφέρει επίσης, ότι ο κυριότερος αντίπαλος του στη συζήτηση για το πρόγραμμα ήταν ο Καρλ Γκρύν, εκπρόσωπος του «αληθινού σοσιαλισμού». Αυτός είχε πολύ στενές σχέσεις με τον Προυντόν, του οποίου τις απόψεις μετέδιδε στους γερμανούς εργάτες που ζούσαν στο Παρίσι. Προτού ακόμα ο Προυντόν δημοσιεύσει το καινούργιο του βιβλίο, στο οποίο ήθελε ν’ αποκαλύψει τους πάντες, και να εξηγήσει από που προέρχεται η αθλιότητα, θέλοντας έτσι να δώσει μια Φιλοσοφία της Αθλιότητας, ανακοίνωσε το σχέδιο του στον Γκρυν, που έσπευσε να το χρησιμοποιήσει στην πολεμική του κατά των κομμουνιστών. Σύμφωνα με τα όσα λέει ο Γκρυν, ο Ένγκελς ενημέρωσε την επιτροπή των Βρυξελών διεξοδικά για το σχέδιο αυτό.
«Ακούστε τώρα το μεγαλείο αυτού του σχεδίου για την παγκόσμια απελευθέρωση: τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ τα labour-bazars ή τα labour-markets (αγορές εργασίας), που υπήρχαν προ πολλού στην Αγγλία κι είχαν χρεοκοπήσει καμιά δεκαριά φορές, τους συνεταιρισμούς όλων των χειροτεχνών όλων των κλάδων, μεγάλη αποθήκη κι όλα τα προϊόντα που προσφέρονται απ’ τους συνεταιρισμούς να κοστολογούνται ακριβώς στο κόστος της πρώτης ύλης συν την εργασία. Τα προϊόντα που δε θα καταναλώνονται μέσα στο συνεταιρισμό, να πουλιόνται στην παγκόσμια αγορά και το κέρδος να πληρώνεται στους παραγωγούς. Μ’ αυτό τον τρόπο, ο πονηρός Προυντόν πιστεύει πως αυτός και τα μέλη των συνεταιρισμών θα παρακάμψουν το κέρδος του μεσάζοντα εμπόρου.»6
Στο επόμενο γράμμα ο Ένγκελς ανακοινώνει καινούργιες λεπτομέρειες για το σχέδιο του Προυντόν. Αγανακτεί, που τέτοιες φαντασιοκοπίες, όπως η μετατροπή των εργατών σε ιδιοκτήτες με την αγορά εργαστηρίων με τις οικονομίες τους, προσελκύουν ακόμα και γερμανούς εργάτες.
Γιαυτό μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Προυντόν, ο Μαρξ στρώθηκε στη δουλιά κι έγραψε σαν απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, στο οποίο ανατρέπει μία προς μία όλες τις ιδέες του Προυντόν. Δεν αρκείται όμως στην κριτική: στις απόψεις του Προυντόν αντιπαραθέτει τις βάσεις του κριτικού κομμουνισμού που τις είχε ήδη επεξεργαστεί ο ίδιος.
Με την οξύτητα της σκέψης του, το βιβλίο αυτό είναι μια άξια εισαγωγή στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Δεν είναι κατώτερο απ’ το τελευταίο άρθρο του Μαρξ κατά του Προυντόν, που γράφτηκε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1874, για τους ιταλούς εργάτες. Αν διαβάσετε αυτό το άρθρο για την Πολιτική Αδιαφορία7, δε θ’ αντιληφθείτε καμιά απολύτως διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό και την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας - σε τέτοιο βαθμό είχε επεξεργαστεί και διαμορφώσει τις βασικές του αντιλήψεις ο Μαρξ ήδη απ’ το 1847.
Επαναλαμβάνω ότι ο Μαρξ είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τις βασικές του αντιλήψεις το 1845, με λιγότερο σαφή μορφή. Χρειάστηκαν δυο χρόνια σκληρής δουλιάς για να μπορέσει ο Μαρξ να γράψει την Αθλιότητα της Φιλοσοφίας. Ερευνώντας τους όρους της δημιουργίας και της εξέλιξης του προλεταριάτου στην αστική κοινωνία, εμβάθυνε ολοένα και περισσότερο στους νόμους της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων, στους νόμους με τους οποίους ρυθμίζεται η παραγωγή και η διανομή των προϊόντων μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Εξέτασε τις θεωρίες των αστών οικονομολόγων στο φως της διαλεκτικής μεθόδου, απέδειξε, ότι όλες οι θεμελιώδεις κατηγορίες και τα φαινόμενα της αστικής κοινωνίας - εμπόρευμα, αξία, χρήμα, κεφάλαιο - είναι κάτι το προσωρινό και χρονικά περιορισμένο. Στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας αναλαμβάνει την πρώτη προσπάθεια να σημειώσει τις κυρίες φάσεις της εξέλιξης της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Όλα αυτά στην αρχή ήταν μόνο ένα σκιαγράφημα, ήδη όμως γίνεται φανερό, ότι ο Μαρξ βρίσκεται στο σωστό δρόμο, πως διαθέτει μια ασφαλή μέθοδο, μια πολύ καλή πυξίδα, που με τη βοήθεια της θα προσανατολιστεί μέσα στο λαβύρινθο της αστικής οικονομίας. Το βιβλίο αυτό δείχνει όμως ακόμα, πως δε φτάνει να διαθέτει κανείς τη σωστή μέθοδο, πως δε μπορεί κανείς ν’ αρκείται σε γενικά συμπεράσματα, πως για να διεισδύσει σ όλα τα γρανάζια αυτού του πολύπλοκου μηχανισμού είναι απαραίτητο να μελετήσει προσεχτικά την καπιταλιστική πραγματικότητα. Ο Μαρξ είχε ακόμα να εκπληρώσει ένα τεράστιο έργο: να μετατρέψει το μεγαλοφυές σκιαγράφημα (που είναι ουσιαστικά η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, όσο άφορα τα βασικά οικονομικά προβλήματα) σ’ ένα αρμονικό οικοδόμημα. Μέχρι να βρει τη δυνατότητα αυτή - προς μεγάλη λύπη του βέβαια, γιατί η δυνατότητα αυτή θα γεννιόταν απ’ την αδυναμία του ν’ ασχοληθεί με την άμεσα πρακτική δουλιά - έπρεπε κι αυτός κι ο Ένγκελς να περάσουν την επανάσταση του 1848, την επανάσταση που την είχαν προβλέψει, που γι’ αυτήν είχαν προετοιμαστεί και για την όποια είχαν προετοιμάσει τις βασικές θέσεις που περιέχονται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
(Πέμπτο Μάθημα)
Η γερμανική επανάσταση του 1848 - Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς στη Ρηνανία - Η ίδρυση της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου - Γκότσαλκ και Βίλιχ - Η Εργατική Ένωση της Κολωνίας - Πολιτική και τακτική της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου
Σύντροφοι, φτάσαμε τώρα στην επανάσταση του Φλεβάρη. Καταρχή θέλω να σας υπενθυμίσω ένα σημαντικότατο γεγονός. Την τελευταία φορά διαπιστώσαμε ότι το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος τυπώθηκε λίγες μέρες πριν απ’ την έκρηξη της επανάστασης του Φλεβάρη. Η οργάνωση της Ένωσης των Κομμουνιστών συγκροτήθηκε μόλις το Νοέμβρη του 1847 - μια οργάνωση, που περιλάμβανε ξένους συλλόγους, το σύλλογο του Παρισιού, των Βρυξελών και του Λονδίνου, κι η οποία είχε μόνο περιορισμένη επαφή με μερικές μικρές γερμανικές ομάδες.
Και μόνο αυτό αρκεί για να υποθέσουμε, ότι οι οργανωμένες δυνάμεις με τις όποιες είχε να κάνει ο Μαρς - δε μιλώ για ολόκληρη την Ένωση των Κομμουνιστών, αλλά μόνο για το γερμανικό τμήμα - ότι λοιπόν οι οργανωμένες δυνάμεις, στις οποίες μπορούσε να υπολογίζει κανείς, ήταν πολύ μικρές. Η επανάσταση ξεσπάει κιόλας στις 24 του Φλεβάρη του 1848 στο Παρίσι. Γρήγορα επεκτείνεται στη Γερμανία. στις 3 του Μάρτη στην Κολωνία, την πρωτεύουσα της Ρηνανίας, διαδραματίζεται κάτι σαν λαϊκή εξέγερση. οι δημοτικοί άρχοντες είναι αναγκασμένοι να στραφούν με μια αναφορά στο βασιλιά της Πρωσίας, για να του επιστήσουν την προσοχή σ’ αυτή τη λαϊκή εξέγερση και να κάνει μερικές παραχωρήσεις. Επικεφαλής σ’ αυτή την εξέγερση ή, αν το θέλετε, σ’ αυτή την αναταραχή στις 3 του Μάρτη στην Κολωνία ήταν δυο άτομα - συγκρατείστε τα ονόματα: ο Γκότσαλκ, γιατρός δημοφιλέστατος ανάμεσα στους εργάτες και τους φτωχούς της Κολωνίας, και ο πρώην αξιωματικός Βίλιχ. Δέκα μόνο μέρες μετά την 3η του Μάρτη ξεσπάει η επανάσταση στη Βιένη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας. στις 18 του Μάρτη επεκτείνεται στο Βερολίνο, την πρωτεύουσα της Πρωσίας.
Την εποχή εκείνη ο Μαρξ βρίσκεται στις Βρυξέλες. Η βελγική κυβέρνηση, που δε θέλει να μοιραστεί την τύχη της ιουλιανής μοναρχίας, στρέφεται κατά των εξόριστων που ζουν στις Βρυξέλες, συλλαμβάνει τον Μαρξ και μετά από μερικές μέρες τον απελαύνει απ’ τις Βρυξέλες. Ο Μαρξ φεύγει για το Παρίσι, όπου τον είχαν μόλις προσκαλέσει.
Ένας απ’ τους ηγέτες της προσωρινής κυβέρνησης, ο Φλοκόν, συντάκτης της εφημερίδας όπου συνεργαζόταν ο Ένγκελς, στέλνει αμέσως ένα γράμμα στον Μαρξ, στο όποιο εξηγεί, ότι στο ελεύθερο τώρα γαλλικό έδαφος όλα τα διατάγματα της παλιάς κυβέρνησης έχουν καταργηθεί, και τον προτρέπει να επιστρέψει.
Η περιφερειακή επιτροπή των Βρυξελών, στην όποια η επιτροπή του Λονδίνου είχε μεταβιβάσει τις αρμοδιότητες της μόλις ξέσπασε η επανάσταση, τις μεταβιβάζει με τη σειρά της στον Μαρξ. Ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες που συρρέουν στο Παρίσι, γεννιούνται διαμάχες και οργανώνονται διάφορες ομάδες. Με μια απ’ αυτές έχει σχέσεις κι ο συμπατριώτης μας ο Μπακούνιν, που μαζί με το γερμανό ποιητή Χέρβεγκ συλλαμβάνει ένα παρανοϊκό σχέδιο: θέλουν, με μια ένοπλη οργάνωση, να επιτεθούν στη Γερμανία.
Ό Μαρξ πασχίζει ν’ αποτρέψει τους εργάτες απ’ αυτό το σχέδιο και τους προτείνει να πάνε μεμονωμένα στη Γερμανία κι εκεί να συμμετάσχουν στα επαναστατικά γεγονότα. Ο Μπακούνιν κι ο Χέρβεγκ επιμένουν στο παλιό τους σχέδιο. Ο Χέρβεγκ οργανώνει μια επαναστατική λεγεώνα και μπαίνοντας επικεφαλής, βαδίζει προς τα γερμανικά σύνορα, όπου και συντρίβεται. Ο Μαρξ καταφέρνει μαζί με άλλους συντρόφους να φτάσει στη Γερμανία, όπου εγκαθίστανται σε διάφορα μέρη - ο Μαρξ κι ο Ένγκελς στη Ρηνανία.
Τώρα, σύντροφοι, θα ‘πρεπε απ’ τα πριν να συγκρατήσουμε το εξής: ο Μαρξ κι ο Ένγκελς ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν τους υπολογισμούς τους μ’ ένα ορισμένο γεγονός - το γερμανικό τμήμα της Ένωσης των Κομμουνιστών δε διέθετε απολύτως καμιά οργάνωση. Υπήρχαν μόνο μεμονωμένα άτομα που συμπαθούσαν την Ένωση. Τι μπορούσαν να κάνουν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς και οι στενότεροι σύντροφοι τους: Σαράντα περίπου χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ο Ένγκελς προσπάθησε να εξηγήσει σε νεαρούς συντρόφους την τακτική που είχαν ακολουθήσει αυτός κι ο Μαρξ το 1848 στη Γερμανία. Τους ρωτούσαν γιατί δεν πήγαν στο Βερολίνο, παρά κάθησαν στη Ρηνανία, στην Κολωνία. Απαντούν: Διαλέξαμε τη Ρηνανία γιατί ήταν η πιο αναπτυγμένη βιομηχανικά, τη διαλέξαμε γιατί εκεί ίσχυε η ναπολεόντεια νομοθεσία, κληρονομιά της γαλλικής επανάστασης, κι επειδή εκεί μπορούσαμε να υπολογίζουμε σε μια μεγάλη ελευθερία κινήσεων, σε μια μεγάλη ελευθερία δράσης και προπαγάνδας.
Έξαλλου στη Ρηνανία υπήρχε σημαντικότερο προλεταριάτο. Μόλο που η ίδια η Κολωνία δεν ανήκε στις πιο εξελιγμένες περιοχές της Ρηνανίας, όσο αφορά τη βιομηχανική της ανάπτυξη, ήταν η πρωτεύουσα, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένες όλες οι αρχές, η πόλη που σ’ όλες τις άλλες σχέσεις ήταν το κέντρο ολόκληρης της επαρχίας. Ως προς τον πληθυσμό, η Κολωνία ήταν μια απ’ τις μεγαλύτερες πόλεις της Ρηνανίας, αν και θα εκπλαγείτε ν’ ακούσετε, πως η Κολωνία είχε μόνο 80.000 κατοίκους. Το προλεταριάτο αποτελούσε ένα σημαντικότατο τμήμα του πληθυσμού, μόλο που μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό εργαζόταν στη μεγάλη βιομηχανία. Τα μεγαλύτερα εργοστάσια ήταν διυλιστήρια ζάχαρης. Η Κολωνία εξάλλου φημιζόταν για μια παραγωγή που ανήκει στη χημική βιομηχανία: την κατασκευή της κολώνιας. Όλα αυτά όμως δεν αποτελούν μηχανική μεγαλοβιομηχανία. Σχετικά με την ανάπτυξη της υφαντουργίας έμενε σημαντικά πίσω απ’ το Έλμπερφελντ και το Μπάρμεν. Όπωσδήποτε ο Μάρξ κι ο Ένγκελς είχαν ένα σημαντικό λόγο, όταν διάλεξαν σαν τόπο παραμονής τους την Κολωνία. Ήθελαν να επιδράσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, ήθελαν να ιδρύσουν ένα μεγάλο όργανο, που θα ‘ταν ένα βήμα για ολόκληρη τη χώρα, και για κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη τους, η Κολωνία ήταν ο πιο κατάλληλος τόπος. Πράγματι, στη Ρηνανία εκδόθηκε το 1842 το πρώτο μεγάλο πολιτικό όργανο της γερμανικής αστικής τάξης. Ηδη είχαν αρχίσει οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση ενός τέτοιου οργάνου, κι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς πέτυχαν να πάρουν στα χέρια τους τη νεόκοπη εφημερίδα.
Η εφημερίδα αυτή όμως ήταν όργανο της δημοκρατίας. Ο Ένγκελς προσπαθεί να εξηγήσει γιατί διάλεξαν την ονομασία «Όργανο της Δημοκρατίας». Επισημαίνει το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμιά προλεταριακή Οργάνωση, και πως απ’ την αρχή δεν απέμεναν παρά μόνο δυο δρόμοι: Η αμέσως, απ’ την πρώτη μέρα, ν’ αρχίσουν με την οργάνωση ενός κομμουνιστικού κόμματος, ή να χρησιμοποιήσουν τις ήδη υπάρχουσες δημοκρατικές οργανώσεις, να τις ενώσουν, να πραγματοποιήσουν μέσα σ’ αυτές τις ίδιες με την κριτική και την προπαγάνδα την αναπόφευκτη αναδιοργάνωση, και να προσελκύσουν σ’ αυτήν τη γενική δημοκρατική οργάνωση και τους διάφορους εργατικούς συλλόγους, που δεν έχουν μπει σε μια δημοκρατική οργάνωση. Ο δεύτερος δρόμος που διάλεξαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, σήμαινε μια άρνηση για το χτίσιμο ειδικά προλεταριακών οργανώσεων στη Ρηνανία και την είσοδο στη Δημοκρατική Ένωση που υπήρχε στην Κολωνία. Αυτό έφερε τον Μαρξ και τον Ένγκελς απ’ την αρχή σε μια κάπως αμφίβολη κατάσταση απέναντι στην Εργατική Ένωση της Κολωνίας, που είχε ιδρυθεί αμέσως μετά τις 3 του Μάρτη απ’ τον Γκότσαλκ και τον Βίλιχ.
Ο Γκότσαλκ ήταν, όπως σας έχω πει, γιατρός και πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους φτωχούς της Κολωνίας. Όσο άφορα την κοσμοθεώρησή του δεν ήταν κομμουνιστής. Στη διαμάχη πριν απ’ την ίδρυση της ένωσης πλησίαζε μάλλον τον Βάιτλινγκ και τους οπαδούς του. Ήταν ένας καλός επαναστάτης, υπέκυπτε όμως εύκολα στα διάφορα ρεύματα. Από προσωπική άποψη ήταν ένας άμεμπτος άνθρωπος, που δεν είχε όμως κανένα απολύτως σταθερό πρόγραμμα, αν και αντιμετώπιζε γενικά πολύ κριτικά τη δημοκρατία, έτσι που στην πρώτη του εμφάνιση στο δημαρχείο δήλωσε: «Δεν παρουσιάζομαι στ’ όνομα του λαού, γιατί σ’ αυτό το λαό ανήκουν κι όλα αυτά τα υπηρεσιακά πρόσωπα – όχι, απευθύνομαι σε σας μόνο, στ’ όνομα του εργατικού πληθυσμού».
Ήταν υπέρ των επαναστατικών μέτρων, ταυτόχρονα όμως, αφού ήταν δημοκράτης, ζητούσε για τη Γερμανία μια ομοσπονδία των γερμανικών δημοκρατιών. Αυτό ήταν, όπως θα δείτε, μια απ’ τις πιο σημαντικές διαφωνίες του με τον Μαρξ. Ο σύλλογος που είχε ιδρύσει στην Κολωνία, η «Εργατική Ένωση Κολωνίας», πολύ σύντομα συσπείρωσε σχεδόν όλα τα προλεταριακά στοιχεία κι όλους τους εργάτες της πόλης. Αριθμούσε περί τα 7.000 μέλη, και για μια πόλη μ’ ένα πληθυσμό 80.000 κατοίκων ο αριθμός αυτός ήταν τεράστιος.
Η Εργατική Ένωση, που είχε επικεφαλής τον Γκότσαλκ. σύντομα ήρθε σε σύγκρουση με την οργάνωση, στην οποία είχαν προσχωρήσει ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Πρέπει να σημειώσω ότι σ’ αυτή την τεράστια εργατική οργάνωση υπήρχαν και στοιχεία που δε συμμερίζονταν την τοποθέτηση του Γκότσαλκ. Θα σας θυμίσω τ’ όνομα του Μολ, του ίδιου Μολ, που είχε σταλεί απ’ την Κομμουνιστική Επιτροπή του Λονδίνου, στην επιτροπή των Βρυξελών για να συζητήσει για την οργάνωση του συνεδρίου. Ο Μόλ, ένα απ’ τα πιο σημαντικά μέλη της Ένωσης των Εργατών, συνδεόταν φυσικά στενά με τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Ο Σάπερ που, όπως θα θυμόσαστε, συμμετείχε απ’ το 1810 στην ιστορία του εργατικού και του κομμουνιστικού κινήματος, ήταν επίσης μέλος της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας. Μ’ αυτό τον τρόπο πολύ γρήγορα οργανώθηκαν μέσα στην ίδια την Εργατική Ένωση της Κολωνίας δύο παρατάξεις. Όμως πλάι στην Εργατική Ένωση της Κολωνίας υπήρχε ακόμα ένας δημοκρατικός σύλλογος, στον οποίο ανήκαν ο Μαρξ, ο Ένγκελς κι άλλοι. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα του σχεδίου, για το οποίο μίλησε πολλά χρονιά αργότερα ο Ένγκελς σ’ ένα άρθρο του στη Νέα Εφημερίδα τον Ρήνου. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς έλπιζαν, ότι σ’ αυτό το κεντρικό όργανο, που άρχισε να εκδίδεται στην Κολωνία την 1η του Ιούνη 1848, θα δημιουργούσαν τον πυρήνα, που γύρω του θα συγκεντρώνονταν, μέσα στη διαδικασία του επαναστατικού αγώνα, όλες οι μελλοντικές κομμουνιστικές οργανώσεις. Δεν πρέπει να πιστέψει κανείς, ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς μπήκαν σαν δημοκράτες σ’ αυτό το όργανο της δημοκρατίας. Όχι, μπήκαν σαν κομμουνιστές, και θωρούνταν σαν η πιο ακραία πτέρυγα ολόκληρης της δημοκρατίας.8
Ούτε στιγμή δεν έπαψαν να κριτικάρουν με τον πιο οξύ τρόπο, όχι μόνο τα λάθη του γερμανικού φιλελεύθερου κόμματος, αλλά προπάντων, τα λάθη της δημοκρατίας. και το ‘καναν αυτό με τόση πίστη, που αμέσως από τους πρώτους μήνες έχασαν όλους τους μετόχους. Στο πρώτο κιόλας άρθρο του στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, ο Μαρξ ασκεί αδυσώπητη κριτική στη δημοκρατία. Όταν ήρθε η είδηση για την ήττα που γνώρισε το προλεταριάτο του Παρισιού τον Ιούνη, όταν ο Καβαινιάκ9, με την υποστήριξη όλων των αστικών κομμάτων, χτύπησε το προλεταριάτο του Παρισιού, προκαλώντας μια σφαγή στην οποία σκοτώθηκαν μερικές χιλιάδες παρισινοί προλετάριοι, η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου -όργανο της δημοκρατίας - δημοσίεψε ένα ίσαμε σήμερα ανυπέρβλητο σε δύναμη και πάθος άρθρο, με το οποίο ο Μαρξ μαστιγώνει τους αστούς δήμιους και τους δημοκράτες ακόλουθους τους.
Θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή απ’ το άρθρο αυτό:
«Οι εργάτες του Παρισιού συντρίφτηκαν απ’ την υπεροπλία, δεν υπέκυψαν σ’ αυτήν. Τσακίστηκαν, μα οι αντίπαλοι τους ηττήθηκαν. Ο προσωρινός θρίαμβος της ωμής βίας ξεπληρώθηκε με τη διάλυση κάθε αυταπάτης και φαντασίωσης της επανάστασης του Φλεβάρη, ξεπληρώθηκε με την αποσύνθεση ολόκληρου του παλιού-δημοκρατικού κόμματος, με τη διάσπαση του γαλλικού έθνους σε δυο έθνη, το έθνος των ιδιοκτητών και το έθνος των εργατών. Η τρίχρωμη δημοκρατία έχει πια μόνο ένα χρώμα, το χρώμα των νικημένων, το χρώμα του αίματος. Εγινε κόκκινη δημοκρατία.(...) Η επανάσταση του Φλεβάρη ήταν η ωραία επανάσταση, η επανάσταση της γενικής συμπάθειας, γιατί οι αντιθέσεις που ξέσπασαν μέσα της ενάντια στη βασιλεία, δεν είχαν αναπτυχθεί και βρίσκονταν σε μια λανθάνουσα κατάσταση, επειδή ο κοινωνικός αγώνας που βρίσκεται από πίσω τους είχε πάρει μόνο τη μορφή της φράσης και του λόγου. Η επανάσταση του Ιούνη είναι η αποτρόπαιη επανάσταση, η απεχθής επανάσταση, γιατί η φράση αντικαταστάθηκε απ’ την πράξη, γιατί η δημοκρατία αποκάλυψε το κεφάλι του τέρατος, βγάζοντας το στέμμα που το έκρυβε.
(...) Η βαθιά άβυσσος που ανοίχτηκε μπροστά μας, μπορεί να εξαπατήσει εμάς τους δημοκράτες, μπορεί να μας κάνει να φανταστούμε, ότι οι αγώνες για τη μορφή του κράτους είναι άσκοποι, απατηλοί και μάταιοι: Μόνο αδύναμα, δειλά πνεύματα μπορούν να θέτουν αυτό το πρόβλημα. στις συγκρούσεις που προκαλούνται απ’ τους όρους της ίδιας της αστικής κοινωνίας, πρέπει να θριαμβεύσουμε, δε μπορούν να εξαφανιστούν με χιμαιρικά ονειροπολήματα. Η καλύτερη μορφή κράτους είναι εκείνη στην όποια οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν εξαλείφονται, δεν καταστέλλονται με τη βία, άρα μόνο τεχνητά και μόνο φαινομενικά. Η καλύτερη μορφή κράτους είναι εκείνη στην όποια οι αντιθέσεις αυτές παλεύουν ελεύθερα και επιλύονται. Θα μας ρωτήσουν, αν θα κλάψουμε, αν θα αναστενάξουμε, αν θα μιλήσουμε για τα θύματα της λαϊκής οργής, για την εθνοφρουρά, για την κινητή φουρά, για τη δημοκρατική φρουρά, για τον τακτικό στρατό: Η πολιτεία θα φροντίσει τις χήρες και τα ορφανά τους. Διατάγματα θα τους εξυμνήσουν, οι κηδείες τους θα γίνουν με μεγαλοπρεπείς τελετές, ο επίσημος Τύπος θα τους ανακηρύξει αθάνατους, η ευρωπαϊκή αντίδραση θα τους δοξάσει απ’ Ανατολή σε Δύση.
Όμως οι πληβείοι, ρημαγμένοι απ’ την πείνα, καταφρονημένοι απ’ τον Τύπο, εγκαταλειμμένοι απ’ τους γιατρούς, βρισμένοι απ’ τους αξιοπρεπείς σαν ληστές, εμπρηστές και κατάδικοι, οι γυναίκες και τα παιδιά τους ριγμένα σε μια ακόμα πιο φοβερή αθλιότητα, με τους άριστους απ’ τους ζωντανούς εξόριστους μακριά - προνόμιο και δικαίωμα τον δημοκρατικού Τύπου είναι να πλέξει σ’ αυτούς το δάφνινο στεφάνι γύρω απ’ το απειλητικά σκοτεινό τους μέτωπο.»10
Το άρθρο αυτό γράφτηκε στις 28 Ιούνη του 1848. Ένα τέτοιο άρθρο μόνο ένας κομμουνιστής μπορούσε να το γράψει, κι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς δε μπορούσαν να ξεγελάσουν κανένα με την τακτική τους. Η εφημερίδα τους έχασε κάθε χρηματική ενίσχυση απ’ τη δημοκρατική αστική τάξη. Έγινε τότε πραγματικά όργανο των εργατών της Κολωνίας, των γερμανών εργατών.
Την ίδια εποχή, άλλα μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών, που ήταν διασπαρμένα σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, συνέχιζαν το έργο τους. Ένας απ’ αυτούς τους κομμουνιστές πρέπει ν’ αναφερθεί ονομαστικά - είναι ο Στέφαν Μπορν, στοιχειοθέτης στο επάγγελμα. Ο Ένγκελς γράφει γι’ αυτόν μια δυσμενή κρίση, στον πρόλογο μιας μπροσούρας του Μαρξ. Ο Στέφαν Μπόρν είχε προτιμήσει μιαν άλλη τακτική. Μόλις έφτασε στην Πρωσία, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, που ήταν εργατικό κέντρο, και βάλθηκε να δημιουργήσει μια μεγάλη εργατική οργάνωση. Με τη βοήθεια μερικών συντρόφων ίδρυσε το μικρό όργανο «Εργατική Αδερφότητα» και άσκησε συστηματική προπαγάνδα ανάμεσα στους εργάτες των διάφορων επαγγελματικών κλάδων. Δεν αρκέστηκε, όπως ο Γκότσαλκ κι ο Βίλιχ στην Κολωνία, σε μια καθαρά πολιτική εργατική ένωση. Ο Μπορν ανέλαβε να οργανώσει συνδικάτα και διάφορες ενώσεις, που θα ‘χαν σκοπό τους να προασπίζουν τα οικονομικά συμφέροντα των εργατών. Δούλεψε τόσο έντονα, ώστε πολύ σύντομα μπόρεσε να επεκτείνει την οργάνωση αυτή σε μια σειρά από γειτονικές πόλεις και σε άλλα τμήματα της Γερμανίας. Όμως η οργάνωση είχε ένα μειονέκτημα: Ήταν, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική μας έκφραση, μια καθαρά εργατική οργάνωση και ασχολούνταν αποκλειστικά με τα καθαρά οικονομικά καθήκοντα της εργατικής τάξης. Έτσι στην ίδια περίοδο που μερικά μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών όπως ο Μπορν - ένας πολύ προικισμένος άνθρωπος -δημιουργούσαν αυτές τις καθαρά εργατικές οργανώσεις, άλλα μέλη στα νότια της Γερμανίας επιδίωκαν, με επικεφαλής τον Μαρξ, να στρέψουν όλες τις δυνάμεις στην αναμόρφωση του δημοκρατικού κόμματος, ώστε απ’ την εργατική τάξη να φτιάξουν τον πυρήνα ενός ριζοσπαστικού δημοκρατικού κόμματος. Μ’ αυτό το πνεύμα εκτελούσε ο Μαρξ και κάθε άλλη δουλιά. Η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου ασχολούνταν κι έπαιρνε θέση για όλα τα σημαντικά προβλήματα. Πρέπει να πούμε, πως μέχρι σήμερα η εφημερίδα αυτή αποτελεί ανυπέρβλητο πρότυπο επαναστατικής δημοσιογραφίας. Καμιά ευρωπαίκή η ρωσική εφημερίδα δεν έφτασε ποτέ το επίπεδο της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου. Τα άρθρα δεν έχασαν τίποτα απ’ τη φρεσκάδα και το επαναστατικό τους πάθος, δεν έχασαν τίποτα απ’ την οξύτητα της ανάλυσης όλων των επίκαιρων γεγονότων, μολονότι τώρα μας χωρίζουν απ’ αυτά σχεδόν 80 χρόνια. Μπορείτε και σήμερα ακόμα να διαβάσετε τα άρθρα αυτής της εφημερίδας, και θα ‘χετε μπροστά σας μια ιστορία της γερμανικής επανάστασης, μια ιστορία της γαλλικής επανάστασης, λες κι η γερμανική η γαλλική επανάσταση γράφουν τη δική τους ιστορία, λες και μιλούν για τον εαυτό τους - τόσο ζωντανά και βαθιά πραγματεύεται η εφημερίδα, ιδιαίτερα στα άρθρα του Μαρξ, όλα τα επίκαιρα γεγονότα.
Η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου χάραξε τότε την παρακάτω τακτική, στηριγμένη πάλι στην πείρα της γαλλικής επανάστασης: ο πόλεμος με τη Ρωσία είναι η μοναδική σωτηρία για τη δυτικοευρωπαϊκή επανάσταση, που με την ήττα του παρισινού προλεταριάτου είχε υποστεί το πρώτο βαρύ χτύπημα. Η ιστορία της γαλλικής επανάστασης μας δείχνει, ότι ακριβώς η επιδρομή του συνασπισμού στη Γαλλία, έδωσε την ώθηση για ένα καινούργιο δυνάμωμα του επαναστατικού κινήματος. Τα μετριοπαθή κόμματα παραμερίστηκαν. Επικεφαλής του κινήματος βρίσκονταν τα κόμματα που μπορούσαν ν’ απωθήσουν ενεργά αυτή την εξωτερική επίθεση. Το αποτέλεσμα της εισβολής του συνασπισμού στη Γαλλία ήταν η ανακήρυξη της δημοκρατίας στις 10 Αυγούστου του 1792. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς περίμεναν πως ο πόλεμος της αντίδρασης κατά της νέας επανάστασης θα είχε τα ίδια επακόλουθα. Γιαυτό η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου άσκησε αδυσώπητη κριτική κατά της Ρωσίας. Η Ρωσία στιγματιζόταν συνέχεια σαν η δύναμη που βρισκόταν πίσω απ’ την αυστριακή και τη γερμανική αντίδραση. Σε κάθε άρθρο αποδείχνεται, ότι ο πόλεμος κατά της Ρωσίας είναι το μοναδικό μέσο για να σωθεί η επανάσταση. Η επιδίωξη είναι, μ’ αυτό τον πόλεμο, να προετοιμαστεί η δημοκρατία σαν η μοναδική διέξοδος. Επαναλαμβάνω: κι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς επέμεναν, πως ο πόλεμος με τη Ρωσία θα ‘δίνε την τελευταία ώθηση για ν’ αφυπνιστούν όλες οι επαναστατικές τάσεις μέσα στο γερμανικό λαό. Μ’ αυτή την έννοια στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου ο Μαρξ κι ο Ένγκελς υπερασπίζονται κάθε επαναστατικό κίνημα, που στρεφόταν τότε ενάντια στην κρατούσα τάξη πραγμάτων. Είναι οι πιο παθιασμένοι υποστηριχτές της ουγγρικής επανάστασης, οι πιο παθιασμένοι υποστηριχτές της Πολωνίας, που λίγο πριν είχε επιχειρήσει μια νέα προσπάθεια εξέγερσης. Απαιτούν τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Πολωνίας, απαιτούν απ’ τη Γερμανία και την Αυστρία να επιστρέψουν στην Πολωνία όλες τους τις πολωνικές επαρχίες, κι από τη Ρωσία να επιστρέψει όλα τα εδάφη που της απέσπασε. Με το ίδιο πνεύμα ζητούν και την ένωση της Γερμανίας σε μια ενιαία δημοκρατία, ζητούν να επιστραφούν στη Γερμανία μερικές γερμανικές περιοχές της Δανίας - έκτος από κείνες που κατοικούνταν από δανούς. Με μια λέξη, παντού μένουν πιστοί στη βασική αρχή του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος και υποστηρίζουν κάθε επαναστατικό κίνημα που στρέφεται ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.
Δε μπορεί ωστόσο να αποκρύβει, ότι σ’ αυτά τα λαμπρά άρθρα κυριαρχεί το πολιτικό μέρος. Πρόκειται πάντα για μια κριτική των πολιτικών πράξεων της αστικής τάξης και της γραφειοκρατίας. Αν κοιτάξετε πιο προσεχτικά τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, θα δείτε ότι, συγκριτικά, ιδιαίτερα το 1848, ασχολείται πολύ λίγο με το εργατικό πρόβλημα. απ’ αυτή την άποψη έχει ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την εφημερίδα του Μαρξ με την εφημερίδα του Στέφαν Μπορν. Αν πάρετε την εφημερίδα του Μπορν, νομίζετε πως έχετε στα χέρια σας μια συνδικαλιστική-συνεργατική εφημερίδα. Η πιο μεγάλη προσοχή δίνεται στο εργατικό πρόβλημα. Στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τέτοια προβλήματα σχεδόν ούτε καν τα θίγει. Ασκεί σφοδρή κριτική στη Διακήρυξη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Γερμανικού Λαού. Επικρίνει σκληρά ολόκληρη τη νομοθεσία, που θεσπίζεται στο πνεύμα του γερμανικού εθνικιστικού φιλελευθερισμού. Αναλαμβάνει αποφασιστικά την προάσπιση των αγροτών. Άρθρα, όμως, αφιερωμένα στις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης είναι πολύ σπάνια. Μέχρι το τέλος περίπου του 1848, μάταια θ’ αναζητήσετε τέτοιες διεκδικήσεις και την τεκμηρίωση αυτών των διεκδικήσεων στη Νέα Εφημερίδα τον Ρήνου, τόσο πολύ αφοσιωμένη ήταν αυτή η εφημερίδα - σχεδόν αποκλειστικά -στο κύριο πολιτικό της έργο, δηλαδή την αποδέσμευση των πολιτικών παθών, την προπαγάνδα, με στόχο τη δημιουργία δημοκρατικών επαναστατικών δυνάμεων, που μ’ ένα χτύπημα θ’ απελευθέρωναν τη Γερμανία απ’ όλα τα κατάλοιπα της παλιάς φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων.
Όμως ήδη γύρω στα τέλη του 1848, η κατάσταση είχε αλλάξει. Η αντίδραση, που έκανε την εμφάνισή της μετά την ήττα του γαλλικού προλεταριάτου τον Ιούνη, σήκωσε το κεφάλι της τον Οκτώβρη του 1848. Το σύνθημα ήταν η ήττα του προλεταριάτου της Βιένης. Η τσαρική Ρωσία είχε βοηθήσει με κάθε τρόπο. Η ήττα στη Βιένη συνετέλεσε στην ήττα στο Βερολίνο. Η πρωσική κυβέρνηση πήρε πάλι θάρρος: το Δεκέμβρη του 1848 διαλύει την πρωσική Εθνοσυνέλευση και της επιβάλλει ένα σύνταγμα που το είχε επεξεργαστεί η ίδια. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η πρωσική αστική τάξη, αντί ν’ αντιτάξει λυσσώδη αντισταση, προσπαθεί να πετύχει ένα συμβιβασμό ανάμεσα στο λαό και στη βασιλική κυβέρνηση.
Ο Μαρξ επέμενε, ότι μετά την ήττα που είχε υποστεί η πρωσική βασιλική εξουσία το Μάρτη του 1848, δε μπορούσε να γίνει λόγος για όποιου είδους συμβιβασμό μ’ αυτό το στέμμα. Ο λαός ο ίδιος όφειλε να δώσει στον εαυτό του ένα σύνταγμα, χωρίς να λάβει υπόψη του τη βασιλεία, και να ανακηρύξει τη Γερμανία σε ενιαία και αδιαίρετη δημοκρατία. Η Εθνοσυνέλευση όμως, στην οποία κυριαρχούσε η φιλελεύθερη και δημοκρατική αστική τάξη, φοβόταν την οριστική ρήξη με τη μοναρχία και κράτησε μια διαλλακτική στάση, μέχρι που διαλύθηκε.
Ό Μαρξ κατάλαβε, ότι δεν είχε να ελπίζει ούτε το ελάχιστο απ’ τη ριζοσπαστική μερίδα της γερμανικής αστικής τάξης. ακόμα κι η δημοκρατική πτέρυγα της αστικής τάξης, απ’ την οποία θα περίμενε κανείς, ότι θα δημιουργούσε ελεύθερες πολιτικές συνθήκες για την ανάπτυξη της εργατικής τάξης, αποδείχτηκε ανίκανη να εκπληρώσει το έργο αυτό. Να πώς χαρακτηρίζει ο Μαρξ αυτή την αστική τάξη το Δεκέμβρη του 1848, βασισμένος στη θλιβερή πείρα των δυο εθνοσυνελεύσεων - της πρώτης στο Βερολίνο, της δεύτερης στη Φραγκφούρτη:
«Ενώ το 1648 και το 1789 οι πολίτες είχαν την αίσθηση πως βρίσκονται στην κορφή του κινήματος, η φιλοδοξία των βερολινέζων το 1848 ήταν να φτιάξουν έναν αναχρονισμό. Το φως τους έμοιαζε με το φως των αστεριών που φτάνει σε μας, τους κατοίκους της γης, 100.000 χρόνια μετά το σβήσιμο του ουράνιου σώματος που το ‘χει εκπέμψει. Η πρωσική επανάσταση του Μάρτη ήταν σε μικρογραφία, όπως κι όλα της, ένα τέτοιο άστρο για την Ευρώπη. Το φως της ήταν το φως ενός προ πολλού αποσυντεθειμένου κοινωνικού πτώματος.
Η γερμανική αστική τάξη είχε αναπτυχθεί τόσο πλαδαρά, δειλά κι αργά, ώστε τη στιγμή που ορθωνόταν απειλητικά ενάντια στο φεουδαρχισμό και τον απολυταρχισμό, στράφηκε απειλητικά στο προλεταριάτο και ενάντια σ’ όλες τις παρατάξεις του αστικού πληθυσμού, που τα συμφέροντα και οι ιδέες τους συγγένευαν μ’ αυτά του προλεταριάτου. και δεν έβλεπε εχθρικά μόνο μια τάξη πίσω της, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη μπροστά της. Η πρωσική αστική τάξη δεν ήταν, όπως η γαλλική του 1780, η τάξη που εκπροσωπούσε ολόκληρη τη σύγχρονη κοινωνία απέναντι στους εκπροσώπους της παλιάς κοινωνίας, το παλάτι και τους ευγενείς. Είχε υποβιβαστεί σ’ ένα είδος κοινωνικού στρώματος, εχθρικού τόσο απέναντι στο στέμμα όσο κι απέναντι στο λαό, αντίθετου και με τα δυο, αναποφάσιστου απέναντι στο καθένα ξεχωριστά, γιατί τα έβλεπε πάντα και τα δυο μπροστά του ή πίσω του. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ήταν έτοιμη να προδώσει το λαό και να κάνει κάποιο συμβιβασμό με τον εστεμμένο εκπρόσωπο της παλιάς κοινωνίας, γιατί κι η ίδια σ’ αυτή την παλιά κοινωνία άνηκε. δεν αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της νέας κοινωνίας ενάντια στην παλιά, αλλά συμφέροντα ανανεωμένα στους κόλπους μιας γερασμένης κοινωνίας. κι αν κρατούσε το πηδάλιο της επανάστασης, ήταν επειδή ο λαός την έσπρωχνε μπρος του κι όχι γιατί την ακολουθούσε- δε μπήκε επικεφαλής σαν αντιπρόσωπος της πρωτοβουλίας μιας νέας κοινωνικής εποχής. ήταν ένα κοινωνικό στρώμα του παλιού κράτους, που δεν είχε ανοίξει μόνο του δρόμο, μα είχε προωθηθεί στην επιφάνεια του νέου κράτους από τη δύναμη του κατακλυσμού. χωρίς αυτοπεποίθηση, χωρίς εμπιστοσύνη στο λαό, μεμψιμοιρώντας κατά των μεγάλων, τρέμοντας μπροστά στους μικρούς, εγωίστρια, επαναστατική σε σχέση με τους συντηρητικούς και συντηρητική σε σχέση με τους επαναστάτες, χωρίς πίστη στα συνθήματα της, με κούφια λόγια αντί για ιδέες, τρομαγμένη απ’ την παγκόσμια αναστάτωση, και προσπαθώντας να επωφεληθεί απ’ αυτήν, αδρανής και κίβδηλη από κάθε άποψη, πρωτότυπη μόνο στη χαμέρπεια, δίχως αυτοπεποίθηση, δίχως εμπιστοσύνη στο λαό, χωρίς παγκόσμια ιστορική αποστολή, γριά ξεκουτιάρα. καταραμένη απ’ όλους, βλέποντας τον εαυτό της καταδικασμένο, στα γεράματα, να κατευθύνει και να παραμερίζει τις νεανικές τάσεις ενός λάου ισχυρού, γριά στραβή, κουφή και ξεδοντιάρα, αυτή ήταν η πρωσική αστική τάξη, όταν βρέθηκε στο πηδάλιο του κράτους, μετά την επανάσταση του Μάρτη.»11
Ό χαρακτηρισμός ταιριάζει θαυμάσια στην αστική τάξη του 1848, και μπορεί να εφαρμοστεί απόλυτα στη ρωσική αστική τάξη.
Ό Μαρξ απέκτησε προσωπική πείρα όλων αυτών των πραγμάτων. οι ελπίδες που παρουσιάζει στο Μανιφέστο για μια προοδευτική αστική τάξη - παρά το γεγονός ότι είχε θέσει ήδη μια σειρά από προϋποθέσεις για συνεργασία μαζί της - δεν εκπληρώθηκαν. Έτσι ο Μαρξ - και μαζί μ’ αυτόν κι ο Ένγκελς - απ’ το φθινόπωρο του 1848 αλλάζει τακτική. Πάλι στην Κολωνία και απ’ τις στήλες πάλι της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, ο Μαρξ, χωρίς να πάψει να υποστηρίζει την αστική δημοκρατία και χωρίς να διακόψει τους δεσμούς του με το δημοκρατικό κόμμα, μεταθέτει το κέντρο βάρους της δουλιάς του στον προλεταριακό χώρο. Μαζί με τον Μόλ και τον Σάπερ εντείνουν τη δουλιά τους μέσα στην Εργατική Ένωση της Κολωνίας, που είχε επίσης τον αντιπρόσωπο της στην «Περιφερειακή Επιτροπή των Δημοκρατικών Ενώσεων». Μετά τη σύλληψη του Γκότσαλκ, ο Μολ εκλέχτηκε εκπρόσωπος της Εργατικής Ένωσης, πράγμα που αποδεικνύει το δυνάμωμα των κομμουνιστών. Η ομοσπονδιακή τάση, που προωθούνταν απ’ τον Γκότσαλκ, γίνεται βαθμιαία μειοψηφία. Όταν ο Μολ υποχρεώθηκε να εξαφανιστεί προσωρινά απ’ την Κολωνία, στη θέση του εκλέχτηκε ο Μαρξ, παρά τις επανειλημμένες αρνήσεις του να δεχτεί την εκλογή. Το Φλεβάρη, που γίνονταν οι εκλογές για το νέο κοινοβούλιο, εκδηλώθηκαν πολλές διχογνωμίες. Ο Μαρξ κι η ομάδα του επέμεναν ότι οι εργάτες, εκεί που δε μπορούσαν να εκλέξουν τους δικούς τους υποψηφίους, έπρεπε να εκλέξουν δημοκράτες. Η μειοψηφία υποστήριζε το αντίθετο.
Μέσα στο Μάρτη και τον Απρίλη όμως, οι διαφορές ανάμεσα στους εργάτες και τους δημοκράτες, που ήταν συνασπισμένοι στην «Περιφερειακή Επιτροπή των Δημοκρατικών Ενώσεων», οξύνθηκαν τόσο πολύ, που η διάσπαση έγινε αναπόφευκτη. Ο Μαρξ κι οι σύντροφοι του αποχώρησαν απ’ την επιτροπή. Η Εργατική Ένωση ανακάλεσε τον αντιπρόσωπο της και επιδίωξε να έρθει σ’ επαφή με τις εργατικές ένωσεις που είχαν οργανωθεί απ’ τον Στέφαν Μπορν στην Ανατολική Γερμανία. Η ίδια η Εργατική Ένωση αναδιοργανώθηκε και μετατράπηκε σε κεντρική λέσχη, με καινούργια περιφερειακά τμήματα και εργατικές λέσχες. Στα τέλη του Απρίλη ο Μαρξ κι ο Σάπερ δημοσίευσαν μια πρόσκληση, στην οποία καλούσαν όλες τις εργατικές ενώσεις της Ρηνανίας και της Βεστφαλίας σ’ ένα περιφερειακό συνέδριο, και τις προτρέπανε να οργανωθούν και να εκλέξουν αντιπροσώπους για ένα γενικό εργατικό συνέδριο που θα πραγματοποιούνταν τον Ιούνη στη Λειψία.
Εκείνη όμως ακριβώς τη στιγμή, που ο Μαρξ κι οι σύντροφοι του προχωρούσαν στην άμεση όργάνωση του κόμματος της εργατικής τάξης, η επανάσταση δέχτηκε ένα νέο πλήγμα. Η πρωσική κυβέρνηση, που είχε διαλύσει την πρωσική Εθνοσυνέλευση, αποφασίζει τώρα να βάλει ένα τέλος και στην Παγγερμανική Εθνοσυνέλευση: Στη Νότια Γερμανία αρχίζει η λεγόμενη εκστρατεία για τη συγκρότηση του Ράιχ.
Πρέπει να επισημάνω ακόμα μια μικρή ιδιομορφία, που συνήθως την ξεχνούν οι βιογράφοι του Μαρξ. Στην Κολωνία ο Μαρξ ήταν υποχρεωμένος, εξαιτίας της θέσης του, να συμπεριφέρεται με μεγάλη προσοχή. Με μια απλή κυβερνητική διαταγή μπορούσε ν’ απελαθεί απ’ την Κολωνία. Όντας εκτεθειμένος στις συνεχείς διώξεις της πρωσικής κυβέρνησης, έχοντας απελαθεί απ’ το Παρίσι μετά από πιέσεις αυτής της ίδιας, και φοβούμενος μετά την απέλαση του απ’ το Βέλγιο, είχε αποφασίσει την εποχή εκείνη να εγκαταλείψει την πρωσική υπηκοότητα. Ο Μαρξ δεν απέκτησε καμιά άλλη υπηκοότητα. Όταν επέστρεψε στην Κολωνία, η τοπική αρχή τον αναγνώρισε σαν πολίτη της Ρηνανίας, χρειαζόταν όμως η επικύρωση της πρωσικής κρατικής εξουσίας στο Βερολίνο. Η τελευταία αποφάνθηκε ότι ο Μαρξ είχε χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα. Γιαυτό ο Μαρξ, που πάσχιζε την εποχή εκείνη ν’ αποκτήσει και πάλι τα δικαιώματά του σαν πρώσος πολίτης, ήταν υποχρεωμένος στο δεύτερο εξάμηνο του 1848 ν’ αποφεύγει κάθε δημόσια εμφάνιση. Όταν η επανάσταση δυνάμωνε, όταν οι συνθήκες καλυτέρευαν, εμφανιζόταν και δημόσια, αλλά μόλις κέρδιζε έδαφος η αντίδραση και εντείνονταν οι διώξεις στην Κολωνία, ο Μαρξ εξαφανιζόταν και αρκούνταν στη συγγραφική δραστηριότητα, δηλαδή στη διεύθυνση της Νέας Εφημερίδας το Ρήνου. Αυτός ήταν κι ο λόγος, που δέχτηκε τόσο απρόθυμα να γίνει πρόεδρος της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας.
Με τη στροφή του σε προβλήματα τακτικής, πραγματοποιείται και μια αλλαγή στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου. Τα πρώτα άρθρα για τη «μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο» δημοσιεύονται αμέσως μετά απ’ αυτή τη στροφή. Στα άρθρα του ο Μαρξ προτάσσει μια μεγάλη εισαγωγή στην οποία εξηγεί, γιατί η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου δεν έθιξε μέχρι τότε το ζήτημα του ανταγωνισμού ανάμεσα στη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο. Η εισαγωγή αυτή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί επισημαίνει την αλλαγή της τακτικής, ωστόσο το επαναλαμβάνω, το Μάη η γερμανική επανάσταση γνώρισε την οριστική της ήττα. Η πρωσική κυβέρνηση αποκτηνώθηκε τώρα ολότελα και έστειλε τα στρατεύματα της στο νοτιανατολικό τμήμα της Γερμανίας. Πρώτο θύμα ήταν η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, που έκλεισε στις 19 Μάη του 1849. Έχω εδώ στα χέρια μου το τελευταίο φύλο της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, το 301, αυτό το περίφημο κόκκινο φύλο, που αρχίζει μ’ ένα θαυμάσιο ποίημα του Φράιλιγκρατ. Αμέσως ακολουθεί μια νέα έκκληση του Μαρξ προς τους εργάτες, στην οποία τους προειδοποιεί να μην παρασυρθούν απ’ την πρόκληση. Μετά ο Μαρξ εγκαταλείπει τη Ρηνανία. Είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει τη Γερμανία σαν ξένος. τα υπόλοιπα μέλη της σύνταξης χωρίζουν επίσης και διασκορπίζονται σε διάφορα μέρη. Ο Ένγκελς, ο Μολ και ο Βίλιχ πηγαίνουν να ενωθούν με τους επαναστάτες στη Νότια Γερμανία.
Μετά από μερικές βδομάδες ηρωικής αλλά κακά οργανωμένης αντιστασης ενάντια στα πρωσικά στρατεύματα, οι επαναστάτες υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στην Ελβετία. Τα παλιά μέλη της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου και της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας κατέφυγαν στο Παρίσι, αλλά μετά την αποτυχημένη διαδήλωση στις 13 Ιούνη του 1849 καταδιώχτηκαν κι έτσι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Γαλλία. στις αρχές του 1850 συγκεντρώθηκε πάλι στην Κολωνία σχεδόν ολόκληρη η παλιά φρουρά της Ένωσης των Κομμουνιστών. Ο Μολ είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στη Νότια Γερμανία. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Σάπερ, ο Βίλιχ και ο Βολφ πήγαν στο Λονδίνο.
Ό Μαρξ κι ο Ένγκελς - όπως φαίνεται απ’ τα άρθρα εκείνης της εποχής - δεν έχασαν στην αρχή την ελπίδα, πως πρόκειται για μια προσωρινή κάμψη του επαναστατικού κινήματος, και ότι θ’ ακολουθούσε ένα καινούργιο κύμα αναταραχής. Για να μη βρεθούν απροετοίμαστοι, θέλουν να ενισχύσουν την οργάνωση και να τη συνδέσουν καλύτερα με τη Γερμανία. Η παλιά Ένωση των Κομμουνιστών αναδιοργανώνεται - προσχωρούν τα παλιά μελή, αλλά και καινούργια, που κερδήθηκαν στη Σιλεσία, στο Μπρεσλάου και στη Ρηνανία.
Πολύ γρήγορα, μετά από λίγους μήνες, αναφύονται διαφωνίες μέσα στην Ένωση. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς πίστευαν ακόμα στις αρχές του 1850, ότι δε θα αργούσε να εκδηλωθεί μια καινούργια ώθηση της επανάστασης. Εκείνη ακριβώς την εποχή η Ένωση των Κομμουνιστών εκδίδει δυο ενδιαφέρουσες εγκυκλίους. Γράφτηκαν κυρίως απ’ τον Μαρξ. Ο Λένιν τις ήξερε πολύ καλά και τις ανέφερε πολύ συχνά.
Σ’ αυτές τις εγκυκλίους - μπορούν να κατανοηθούν, μόνο αν θυμηθείτε τα λάθη που έκαναν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς στην επανάσταση του 1848 -διαβάζουμε, πως είναι αναγκαίο να κριτικάρουμε ανελέητα, όχι μόνο τον αστικό φιλελευθερισμό, αλλά και τη δημοκρατία. Όλες οι δυνάμεις πρέπει να στρέφονται στην προσπάθεια να αντιπαραθέσουμε στη δημοκρατική οργάνωση την εργατική οργάνωση. Κατά πρώτο λόγο είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε ένα εργατικό κόμμα. Πρέπει με όλα τα μέσα να προωθήσουμε τους δημοκράτες, σε κάθε διεκδίκηση τους ν’ απαντάμε με μιαν άλλη πιο ριζοσπαστική. Οι δημοκράτες ζητούν το δεκάωρο, εμείς θα ζητήσουμε το όχτάωρο. Αυτοι ζητούν την απαλλοτρίωση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας με δίκαιες αποζημιώσεις, εμείς θα ζητήσουμε τη χωρίς αποζημίωση απαλλοτρίωση. Πρέπει να προωθήσουμε την επανάσταση με όλα τα μέσα, πρέπει να την κάνουμε διαρκή, να την έχουμε την κάθε στιγμή στην ημερήσια διάταξη: Δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε στις λεγόμενες κατακτήσεις της επανάστασης. Απεναντίας, κάθε κατάκτηση πρέπει να ‘ναι μόνο η νέα αφετηρία για την επόμενη κατάκτηση. Κάθε προσπάθεια να κηρύξουμε την επανάσταση τελειωμένη, είναι προδοσία στην υπόθεση της επανάστασης. Πρέπει να στρέψουμε όλες μας τις δυνάμεις για να υποσκάψουμε και να καταστρέψουμε απ’ όλες τις μεριές την κοινωνική τάξη πραγμάτων, την πολιτική τάξη πραγμάτων μέσα στην οποία ζούμε, μέχρι που να την ελευθερώσουμε απ’ όλα τα κατάλοιπα του παλιού ταξικού ανταγωνισμού.
οι διαφωνίες άρχισαν στην εκτίμηση της τωρινής κατάστασης. Σ’ αντίθεση με τους αντιπάλους του, που τους κατεύθυναν ο Σάπερ κι ο Βίλιχ, ο Μαρξ, πιστός στη μέθοδο του, ξεκινούσε από το γεγονός, ότι κάθε πολιτική επανάσταση είναι επακόλουθο ορισμένων οικονομικών περιστάσεων, μιας ορισμένης οικονομικής επανάστασης. Η επανάσταση του 1848 ήταν επακόλουθο της κρίσης του 1847, που είχε επηρεάσει ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη, μ’ εξαίρεση το ανατολικό της τμήμα. Ο Μαρξ, που μελετάει τώρα στο Λονδίνο την τωρινή κατάσταση και αναλύει την καινούργια οικονομική συγκυρία και την κατάσταση της παγκόσμιας αγοράς, καταλήγει στην πεποίθηση, ότι η τωρινή κατάσταση δεν ευνοεί μια επαναστατική έκρηξη, ότι η απουσία μιας νέας επαναστατικής ώθησης -που την περίμενε μαζί με άλλους - δε μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την έλλειψη επαναστατικής πρωτοβουλίας και επαναστατικής ενέργειας από μέρους των επαναστατών. Στα τέλη του 1850, βασιζόμενος σε μια ακριβή ανάλυση της τωρινής κατάστασης, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι μέσα σ’ αυτή την οικονομική ευημερία, κάθε προσπάθεια να εκβιαστεί η επανάσταση, να οργανωθεί μια επαναστατική εξέγερση, θα καταλήξει σε αναπότρεπτη και ανώφελη ήττα. οι οικονομικοί όροι ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ηπείρου ήταν την εποχή εκείνη πολύ ευνοϊκοι. Στην Αμερική, στην Καλιφόρνια, στην Αυστραλία, είχαν βρεθεί πολύ πλούσια κοιτάσματα χρυσού: τεράστιες μάζες εργατών μετανάστευσαν σ’ αυτές τις χώρες. Το κύμα της μετανάστευσης απ’ την Ευρώπη άρχισε κιόλας απ’ το δεύτερο εξάμηνο του 1848 και εντάθηκε ιδιαίτερα το 1850.
Η ανάλυση των οικονομικών περιστάσεων οδήγησε λοιπόν τον Μαρξ στο συμπέρασμα, ότι το επαναστατικό κίνημα είχε ατονήσει, ότι θα ‘πρεπε να περιμένουν την εμφάνιση μιας νέας οικονομικής κρίσης, που θα δημιουργούσε ξανά ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια ώθηση του επαναστατικού κινήματος. Με την άποψη αυτή όμως δε συμφωνούσαν μερικά μέλη της Ένωσης των Κομμουνιστών. Την καταπολεμούσαν προπάντων εκείνοι που δε διέθεταν την οικονομική μόρφωση του Μαρξ και που απέδιδαν υπερβολική σημασία στην επαναστατική πρωτοβουλία μερικών ατόμων.
Ο Βίλιχ, που μαζί με τον Γκότσαλκ είχε προκαλέσει στις 3 του Μάρτη την επανάσταση στην Κολωνία και είχε παίξει μεγάλο ρόλο κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στη Νότια Γερμανία, ο Σάπερ, μέλη της Εργατικής Ένωσης της Κολωνίας και οι παλιοί οπαδοί του Βάιτλινγκ συνασπίζονται. Επιμένουν στην ανάγκη να οργανώσουν μια εξέγερση: Αν κατάφερναν να βρουν τα απαραίτητα χρήματα και να μαζέψουν μερικούς αποφασισμένους, θα ‘ταν δυνατό να πραγματοποιήσουν την εξέγερση. Κι έτσι αρχίζει το κυνήγι των χρημάτων. Γίνεται προσπάθεια να πάρουν ένα δάνειο απ’ την Αμερική - ένα δάνειο, που θα χρηματοδοτούσε την επανάσταση στη Γερμανία.
Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς και μερικοί απ’ τους κοντινούς τους ανθρώπους αρνούνται να συμμετάσχουν σ’ όλη αυτή την εκστρατεία. Τελικά επέρχεται η διάσπαση. Η Ένωση των Κομμουνιστών διασπάται στην παράταξη των Μαρξ και Ένγκελς και στην παράταξη των Βίλιχ και Σάπερ.
Την εποχή αυτή η Ένωση χάνει μερικά απ’ τα μέλη της που έμειναν στη Γερμανία. Ήδη απ’ το Ι850 ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. μαζί με την οργάνωση της Ένωσης των Κομμουνιστών στο Λονδίνο, προσπαθούν να αναδιοργανώσουν και να σταθεροποιήσουν την Ένωση στη Γερμανία. Στέλνουν στη Γερμανία μερικούς πράκτορες, που έρχονται σ’ επαφή με τους γερμανούς κομμουνιστές. Ένας απ’ αυτούς συλλαμβάνεται. Βρίσκουν επάνω του έγγραφα που δίνουν τη δυνατότητα στην πρωσική μυστική αστυνομία, που διευθυνόταν απ’ τον περιβόητο Στημπερ, να καταδιώξει τους συντρόφους του. Πολλοί κομμουνιστές ρίχνονται στη φυλακή. Η πρωσική κυβέρνηση αποφασίζει να οργανώσει μια μεγάλη δίκη κατά των κομμουνιστών στην Κολωνία, για να δείξει στην πρωσική αστική τάξη, πως δεν πρέπει να μετανιώνει που το 1850 της αφαιρέθηκαν μερικές ελευθερίες. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστούν σε πολύχρονες φυλακίσεις αρκετοί κομμουνιστές - ανάμεσα τους ο Λεσνερ, ο Μπέκερ κ.ά.
Στη διάρκεια των δικών έγινε φανερό, πως είχαν ανακατευτεί και προβοκάτορες στην υπόθεση, ότι ο Στήμπερ με τους πράκτορες του είχε καταφύγει στην πλαστογράφηση των πρακτικών και σ’ ένα σωρό ψευδομαρτυρίες. Με απόφαση της παράταξης των κομμουνιστών που είχε μείνει μαζί του, ο Μαρξ έγραψε μια μπροσούρα μ’ αφορμή τη δίκη κατά της Ένωσης των Κομμουνιστών, στην οποία αποκάλυψε όλες τις μηχανορραφίες της πρωσικής αστυνομίας. Μετά το τέλος της δίκης ο Μαρξ, ο Ένγκελς και οι σύντροφοι τους κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι μπροστά στην κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, μπροστά στη διακοπή κάθε επαφής με τη Γερμανία, η Ένωση των Κομμουνιστών δε μπορούσε τώρα ν’ αναλάβει καμιά πρωτοβουλία, ότι έπρεπε να περιμένουν μια πιο ευνοϊκή στιγμή. Στα τέλη του 1852 διέλυσαν επίσημα την Ένωση των Κομμουνιστών. Το άλλο τμήμα της Ένωσης, η λεγόμενη παράταξη του Βίλιχ και του Σάπερ, έζησε σε υποτυπώδη κατάσταση για ένα περίπου χρόνο ακόμα. Μερικά απ’ τα μέλη της μετανάστευσαν στην Αμερική. Ο Σάπερ έμεινε στο Λονδίνο. Μερικά χρόνια αργότερα αναγνώρισε πως είχε κάνει λάθος και συμφιλιώθηκε πάλι με τον Μαρξ και τον Ένγκελς.
(Έκτο Μάθημα)
Η αντίδραση της δεκαετίας του 1850 - Το Βήμα της Νέας Υόρκης - Ο πόλεμος της Κριμαίας - Οι απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς - Το Ιταλικό ζήτημα - Η σύγκρουση του Μαρξ και του Ένγκελς με τον Λασάλ - Η στάση του Μαρξ απέναντι στον Λασάλ.
Η αντίδραση που είχε αρχίσει απ’ το 1849, δυνάμωσε τα πρώτα τρία χρόνια της δεκαετίας του 1850, κι έφτασε στο αποκορύφωμα της το 1854. Κάθε κατάκτηση στο πεδίο της ελεύθερης πολιτικής δραστηριότητας καταργήθηκε οριστικά, όλες οι εργατικές ενώσεις απαγορεύτηκαν. Η ελευθερία του τύπου καταργήθηκε ήδη στο δεύτερο εξάμηνο του 1849. Το μόνο που απέμεινε ήταν μια - φοβερά αντιδραστική - βουλή στην Πρωσία.
Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο στενάχωρη ήταν η υλική κατάσταση του Μαρξ και του Ένγκελς την εποχή εκείνη. Κι οι δυο πάσχιζαν να βρουν κάποια συγγραφική δουλιά, όμως - καθώς ξέρουμε - ήταν αποκλεισμένοι απ’ τη Γερμανία. Στην Αμερική η μόνη δυνατότητα που είχαν, ήταν να εργαστούν σε εργατικές εφημερίδες, τούτο όμως σήμαινε να δουλέψουν δωρεάν.
Ό Ένγκελς τότε αποφασίζει με βαριά καρδιά να καταπιαστεί πάλι με το «σκυλίσιο επάγγελμα», όπως ονόμαζε το εμπόριο, και να γίνει υπάλληλος στο αγγλικό τμήμα του εργοστασίου του πατέρα του. Μετακόμισε στο Μάντσεστερ. Τον πρώτο καιρό δεν είναι παρά ένας απλός υπάλληλος. Είναι υποχρεωμένος να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πατέρα του, την εμπιστοσύνη του αγγλικού τομέα της φίρμας, είναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει πως καταλαβαίνει από εμπόριο.
Ό Μαρξ μένει στο Λονδίνο. Η Ένωση των Κομμουνιστών έπαψε να υπάρχει. Μόνο ένας μικρός αριθμός εργατών έχει απομείνει, που ομαδοποιούνται γύρω απ’ την κομμουνιστική Μορφωτική Ένωση και που έχουν κατά κάποιο τρόπο οργανωθεί σαν ράφτες ή στοιχειοθέτες. Για τον Μαρξ ανοίγεται ξαφνικά στα τέλη του 1851 η δυνατότητα, να συνεργαστεί με μια αμερικάνικη εφημερίδα, το Βήμα της Νέας Υόρκης, που ήταν τότε μια απ’ τις πιο σοβαρές εφημερίδες. Ένας απ’ τους συντάκτες της εφημερίδας αυτής απευθύνθηκε στον Μαρξ και του πρότεινε να γράψει μια σειρά άρθρων για τη Γερμανία. Ο συντάκτης αυτός - τ’ όνομα του είναι Τσάρλς Ντάνα - είχε ζήσει στη Γερμανία στο διάστημα της επανάστασης του 1848 κι είχε γνωρίσει τον Μαρξ. Είχε μείνει στην Κολωνία και γνώριζε την εξαιρετική θέση που είχε ο Μαρξ ανάμεσα στους γερμανούς δημοσιολόγους. Για να ικανοποιήσει τα ενδιαφέροντα των γερμανών αναγνωστών στην Αμερική - η μετανάστευση των γερμανών στην Αμερική είχε ενταθεί πολύ στη διάρκεια της επανάστασης - θεώρησε απαραίτητο να επεκτείνει το δυτικοευρωπαϊκό επιτελείο. Η πρόταση για συνεργασία βρήκε τον Μαρξ εντελώς απροετοίμαστο και τον έφερε σε δύσκολη θέση, γιατί τότε δεν έγραφε ακόμα αγγλικά. Ζήτησε τη βοήθεια του Ένγκελς και τότε δημιουργήθηκε ανάμεσα τους μια ενδιαφέρουσα συνεργασία.
Μ’ αυτό τον τρόπο ο Μαρξ αποκτά απ’ το 1853 ένα βήμα, απ’ το οποίο μπορεί να εκφράζει τις απόψεις του. Δυστυχώς το βήμα αυτό δε βρισκόταν στην Ευρώπη, αλλά στην Αμερική.
απ’ την άνοιξη του 1853 συμβαίνουν στην Ευρώπη μερικά αξιόλογα γεγονότα. Τα σημαντικότερα κράτη, όπως η Ρωσία, η Γαλλία και η Αγγλία, που ενδιαφέρονταν εξίσου να διατηρηθεί η κρατούσα τάξη πραγμάτων, αρχίζουν να αλληλοεχθρεύονται. Είναι χαρακτηριστικό για τις κυρίαρχες τάξεις, τα κυρίαρχα έθνη, ότι μόλις απελευθερώθηκαν απ’ το φόβο μπροστά στο επαναστατικό κίνημα, μια σειρά από διαφωνίες, που υπήρχαν ήδη απ’ τα πριν ανάμεσα στα κράτη - σ’ αυτή την περίπτωση τη Γαλλία, την Αγγλία, τη Ρωσία, την Αυστρία, την Πρωσία - βγήκαν πάλι στην επιφάνεια. Ο παλιός ανταγωνισμός που υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτά τα κράτη μέχρι την επανάσταση του 1848, κι ο όποιος παραμερίστηκε προσωρινά για να συμμαχήσουν στον αγώνα κατά της επανάστασης, ξέσπασε και πάλι. Η Ρωσία, που με τόση επιτυχία είχε βοηθήσει να αποκατασταθεί και πάλι η «τάξη» στη Δυτική Ευρώπη, απαιτεί τώρα ν’ αμοιφθεί γι’ αυτές τις υπηρεσίες. Κρίνει τώρα πως έφτασε η στιγμή ν’ απλώσει τα νύχια της στη Βαλκανική Χερσόνησο και να πετύχει την παλιά της επιδίωξη, ν’ αφαιρέσει απ’ την Τουρκία κομμάτι-κομμάτι μερικές απ’ τις επαρχίες της. Το κόμμα στην αυλή του Νικόλαου, που θεωρεί αυτή τη στιγμή σαν την πιο κατάλληλη, ενισχύεται. Ελπίζει πως η Γαλλία δε θα ‘ναι σε θέση να αντιτάξει κάποια αντίσταση, και ότι η Αγγλία, που κυβερνιέται απ’ το κόμμα των Τόρυς. δε θ’ αναμιχθεί, σεβόμενη τις φιλικές σχέσεις Αγγλίας και Ρωσίας. Έτσι αρχίζει η διαμάχη για τα Δαρδανέλια.
Μέσα σε μερικούς μήνες η κατάσταση οξύνθηκε τόσο, ώστε η Αγγλία και η Γαλλία, που δεν ήθελαν τον πόλεμο και αισθάνονταν ότι ο πόλεμος αυτός δε θα ‘χε καλή κατάληξη, βρέθηκαν τελικά αναγκασμένες να κηρύξουν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Άρχισε τότε ο περίφημος πόλεμος της Κριμαίας, που έθεσε σ’ όλη του την ένταση το ανατολικό πρόβλημα. Τώρα δίνεται στον Μαρξ και τον Ένγκελς πάλι η δυνατότητα - αν κι όχι μέσα απ’ την Ευρώπη, αλλά τη μακρινή Αμερική - ν’ αντιδράσουν σ’ αυτά τα επίκαιρα γεγονότα. Πρέπει να ειπωθεί, πως ο Μαρξ κι ο Ένγκελς χάρηκαν για τον πόλεμο αυτό. Στο τέλος τέλος, αυτό σήμαινε πως οι τρεις κυριότερες δυνάμεις, που ήταν το φρούριο της αντεπανάστασης, αλληλοτρώγονταν. Κι όταν τσακώνονται οι κλέφτες, αυτοί που κερδίζουν είναι οι τίμιοι άνθρωποι. Κάτω απ’ αυτή τη σκοπιά έβλεπαν τον πόλεμο της Κριμαίας ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Το μόνο που έπρεπε να διευκρινιστεί, ήταν ποια στάση θα ‘πρεπε να κρατήσουν απέναντι στη κάθε χωρά ξεχωριστά.
Σύντροφοι, θεωρώ απαραίτητο να μιλήσω εδώ πιο διεξοδικά, γιατί στα ζητήματα της τακτικής των δυο εμπόλεμων πλευρών, τα ζητήματα που έπαιξαν ένα τόσο μεγάλο ρόλο στις δυο επαναστάσεις μας, ιδιαίτερα στην τελευταία, προσανατολιζόμασταν πάντα στην τακτική που ανέπτυξαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς στη δεκαετία του 1850, και πάντα επιδιώκαμε να στηριχτούμε πάνω της. Συνήθως δίνεται η εικόνα ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, κατά τον πόλεμο της Κριμαίας, είχαν δήθεν ταχθεί απ’ την αρχή στο πλευρό της Τουρκίας κατά της Ρωσίας. Γνωρίζετε την τεράστια σημασία που απέδιδαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς στο ρωσικό τσαρισμό, σαν το φρούριο της ευρωπαϊκής αντίδρασης, την τεράστια σημασία που απέδιδαν στον πόλεμο κατά της Ρωσίας σαν παράγοντα που μπορούσε να αναπτύξει την επαναστατική δράση, ακόμα και στη Γερμανία. Στα άρθρα που έγραφαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς - και οι δυο τους έξαλλου μοιράζονταν κατά κάποιο τρόπο τη δουλιά: ο Ένγκελς έγραφε τα ειδικά στρατιωτικά άρθρα, ο Μαρξ έγραφε- τα διπλωματικά και τα οικονομικά -ασκούσαν αδυσώπητη κριτική στη Ρωσία.
Είναι αυτό λόγος να συμπεράνουμε, ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, χτυπώντας τη Ρωσία, παίρνανε το μέρος των φωτισμένων και πολιτισμένων άγγλων και γάλλων; Όποιος βγάζει αυτό το συμπέρασμα πλανιέται οικτρά. Στα άρθρα των δυο φίλων, η Αγγλία και η Γαλλία επικρίνονταν το ιδιο σκληρά με τη Ρωσία. Όλες οι προσπάθειες του Ναπολέοντα κι όλες οι προσπάθειες του Πάλμερστον, να παραστήσουν αυτό τον πόλεμο σαν ένα πόλεμο του πολιτισμού και της προόδου ενάντια στην ασιατική βαρβαρότητα, ξεσκεπάζονται ανελέητα. Όσο άφορα την Τουρκία που ήταν η αφορμή αυτού του πολέμου, η αντίληψη που επικρατεί συνήθως, ότι δηλαδή ο Μαρξ ήταν τουρκόφιλος και συμπαθούσε την Τουρκία, είναι λαθεμένη. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς ούτε στιγμή δεν ξεχνούσαν το γεγονός, ότι η Τουρκία ήταν μια χώρα ακόμα πιο ασιατική και πιο βάρβαρη απ’ τη Ρωσία. Όλες αυτές τις χώρες τις επέκριναν με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένα κριτήριο. Δε σταματούν να εξετάζουν σε ποιο βαθμό ένα ορισμένο γεγονός μπορεί να επιταχύνει την επανάσταση, σε ποιο βαθμό μπορεί να ενισχύσει το βασικό αυτό παράγοντα, που γι’ αυτούς ήταν ο πιο σημαντικός. απ’ αυτή τη σκοπιά επικρίνουν και τη συμπεριφορά της Αγγλίας και της Γαλλίας που, όπως σας είπα απ’ την αρχή, ουσιαστικά σύρθηκαν άθελα τους σ’ αυτό τον πόλεμο, και οι οποίες ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένες από τον ξεροκέφαλο Νικόλαο τον Α’, που απέκρουε κατηγορηματικά κάθε συμβιβασμό που του πρότειναν. οι φόβοι των κυρίαρχων τάξεων αποδείχτηκαν δικαιολογημένοι. φάνηκε πως ο πόλεμος θα διαρκούσε πολύ. Άρχισε το 1853 και τελείωσε μόλις το 1856 με τη συνθήκη του Παρισιού. Στην Αγγλία και τη Γαλλία προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στις μάζες των εργατών και των αγροτών. Υποχρέωσε τόσο τον Ναπολέοντα, όσο και τις αγγλικές κυρίαρχες τάξεις να δώσουν πολλές υποσχέσεις και να κάνουν παραχωρήσεις. Ο πόλεμος τέλειωσε με τη νίκη της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Τουρκίας. Για τη Ρωσία ο πόλεμος της Κριμαίας χρησίμεψε σαν ώθηση για τις λεγόμενες «μεγάλες μεταρρυθμίσεις». Απέδειξε έτσι πως το καθεστώς της δουλοκτησίας ήταν ανήμπορο να παλέψει με καπιταλιστικές χώρες. Η απελευθέρωση των αγροτών μπήκε επιτακτικά στην ημερήσια διάταξη.
Ωστόσο, για να ταρακουνηθεί οριστικά η Ευρώπη, που μετά την επαναστατική έκρηξη του 1848-49 είχε βυθιστεί σε λήθαργο, χρειάζονταν κάτι περισσότερο απ’ αυτό το σπρώξιμο. Η οικονομική ευημερία που είχε αρχίσει ήδη απ’ το 1849, αναπτύχθηκε τόσο έντονα το 1850-55, που ακόμα κι ο πόλεμος της Κριμαίας δεν ήταν σε θέση να της καταφέρει ένα δυνατό χτύπημα.
Φαινόταν μάλιστα πως αυτό το «μπουμ» δε θα τέλειωνε ποτέ. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς το 1851 ήταν ακόμα πεισμένοι, ότι η επόμενη κρίση δε θα έφτανε αργότερα απ’ το 1853. Βασιζόμενοι στις παλιές τους έρευνες -κυρίως αυτές του Ένγκελς - υποστήριζαν την άποψη, ότι οι κρίσεις, αυτές οι περιοδικές στάσεις στο χώρο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επαναλαμβάνονται κάθε 5-7 χρόνια. Σύμφωνα με τον υπολογισμό αυτό η επόμενη κρίση μετά απ’ αυτήν του 1847 θα επακολουθούσε το 1853. Ωστόσο ο Μαρξ κι ο Ένγκελς πλανιόνταν. Η περίοδος, στην όποια η καπιταλιστική παραγωγή περνάει από διάφορες αυξομειωτικές βάσεις, αποδείχτηκε πιο μακρόχρονη. Η κρίση ξέσπασε μόλις το 1857. Οπωσδήποτε όμως πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις, τόσο από άποψη έντασης, όσο κι από άποψη έκτασης.
Ο Μαρξ χαιρέτησε μ’ ενθουσιασμό την κρίση, μόλο που μαζί μ’ αυτήν επήλθε αμέσως και η επιδείνωση της δικής του κατάστασης. Περισσότερο απ’ όλους υπέφεραν απ’ την κρίση οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το Βήμα της Νέας Υόρκης, αναγκάστηκε να περικόψει τα έξοδα του, πράγμα που έγινε σε βάρος των ξένων ανταποκριτών. Ο Μαρξ υποχρεώθηκε να βυθιστεί πάλι μέχρι το λαιμό στα χρέη και να αναζητήσει κάθε είδους ευκαιριακή δουλιά. Αυτή η νέα κρίση κράτησε μέχρι το 1859. Μετά ο Μαρξ πήρε πάλι ανάσα μέχρι το 1862, οπότε σταμάτησε οριστικά τη συνεργασία του με το Βήμα της Νέας Υόρκης.
Παρόλο όμως που η ατομική ζωή του πήγαινε τόσο άσκημα - την εποχή εκείνη πέσαν επάνω του κι άλλες στεναχώριες - σαν επαναστάτης είχε πολύ καιρό να νιώσει τόσο ευτυχισμένος, όσο μετά το 1857. Όπως είχε προβλέψει, η καινούργια κρίση ήταν η κυριότερη ώθηση για τα επαναστατικά κινήματα που άρχισαν σχεδόν σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Στην Αμερική το αποφασιστικό πρόβλημα ήταν η κατάργηση της δουλείας, και σε μας, στη Ρωσία, η κατάργηση της δουλοπαροικίας. Η αστική Αγγλία υποχρεώθηκε να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις της στον αγώνα ενάντια σε μια τεράστια εξέγερση στις Ανατολικές Ινδίες. Η Δυτική Ευρώπη βρισκόταν επίσης σ’ αναταραχή - θα θυμόσαστε πως η επανάσταση του 1848 είχε αφήσει άλυτα μια σειρά από προβλήματα. Η Ιταλία είχε μείνει διαιρεμένη. Ένα σημαντικό τμήμα της στο βορρά έμεινε κάτω απ’ την κυριαρχία της Αυστρίας. Η Ουγγαρία είχε ηττηθεί με τη βοήθεια των ρώσικων στρατευμάτων, και είχε προσαρτηθεί πάλι στην Αυστρία. Η Γερμανία εξακολουθούσε ν’ αποτελεί ένα σύνολο από μικρά και μεγάλα δουκάτα και κράτη, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζαν η Πρωσία και η Αυστρία και αλληλοτρώγονταν για τη λεγόμενη ηγεμονία, την επικυριαρχία στη γενική ένωση των γερμανικών κρατών.
Ήδη από το 1858 σ’ όλες τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες αρχίζει να ογκώνεται το αντιπολιτευτικό και επαναστατικό κίνημα, που θέτει όλα τα παλιά άλυτα προβλήματα στην ημερήσια διάταξη. Στη Γερμανία οι προσπάθειες ενοποίησης εντείνονται. Γι’ άλλη μια φορά οξύνεται η διαμάχη ανάμεσα στο κόμμα της μεγάλης Γερμανίας, που θέλει τη συνένωση ολόκληρης της Γερμανίας, με προσάρτηση και της Αυστρίας, και στο κόμμα της μικρής Γερμανίας, που θέλει ηγετική δύναμη την Πρωσία, γύρω απ’ την όποια οφείλουν να ενωθούν όλα τα γερμανικά κράτη, μ’ εξαίρεση την Αυστρία.
Στην Ιταλία βλέπουμε την ίδια αφύπνιση των εθνικών επιδιώξεων. Στη Γαλλία, όπου η κρίση του 1857 είχε επιφέρει τη χρεοκοπία πολυάριθμων επιχειρήσεων και είχε επιδράσει ιδιαίτερα σφοδρά πάνω στην υφαντουργία, αναπτύσσεται μια μικροαστική αντιπολίτευση, ενώ παράλληλα ξαναζωντανεύουν οι παράνομες επαναστατικές οργανώσεις. Τον κυριότερο ρόλο παίζουν εδώ οι μπλανκιστικές ομάδες. Το εργατικό κίνημα, που μετά την ήττα του Ιούνη είχε απονεκρωθεί εντελώς, αναζωογονείται ιδιαίτερα ανάμεσα στους οικοδόμους και τους επιπλοποιούς. Η Ρωσία, που αισθάνθηκε κι αυτή την καπιταλισμό με μερικές χρεοκοπίες στη Μόσχα, εξακολουθεί να σύρεται στο δρόμο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων.
Για ν’ αποφύγουν τις εσωτερικές δυσκολίες, οι κυβερνήσεις, και κατά πρώτο λόγο ο Ναπολέοντας, πασχίζουν να στρέψουν την προσοχή του λάου στα εξωτερικά ζητήματα. Ο Ναπολέοντας, που η εναντίον του απόπειρα από τον ιταλό επαναστάτη Ορσίνι το Γενάρη του 1858 του υπενθύμισε, πως η αστυνομία δεν είναι πάντα παντοδύναμη, είναι αναγκασμένος να υπολογίζει σε μια ολοένα και μεγαλύτερη αντίσταση. Για να στρέψει άλλου τη δυσαρέσκεια των εργατικών μαζών, ρίχνει το προοδευτικό σύνθημα της απελευθέρωσης της Ιταλίας απ’ τον αυστριακό ζυγό. Την ίδια χρονιά, το 1858, κλείνει μια μυστική συμφωνία με τον Καβούρ, τον υπουργό του βασιλιά της Σαρδηνίας. Όπως ακριβώς, σύντροφοι, στη διαιρεμένη σε πολλά κρατίδια Γερμανία, η Πρωσία ήταν το ισχυρότερο κράτος, έτσι είχε ξεχωρίσει και στην Ιταλία το βασίλειο της Σαρδηνίας, που έπαιζε στη χερσόνησο των Απενίννων το ρόλο της Πρωσίας.
Ενώ ο επίσημος τύπος διατυμπάνιζε πως επίκειται συνένωση ολόκληρης της Ιταλίας, η συμφωνία, στην οποία ο Ναπολέοντας είχε υποσχεθεί τη βοήθεια του στη Σαρδηνία, είχε στην πραγματικότητα ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν επρόκειτο για τη συνένωση της Ιταλίας, αλλά για την επέκταση της Σαρδηνίας, που θ’ αποκτούσε τη Λομβαρδία και τη Βενετία. Σ’ αντάλλαγμα ο Ναπολέοντας, εκτός απ’ την υπόσχεση να μη θιχτεί η παπική ιδιοκτησία, έπαιρνε τη Σαβοΐα και τη Νίκαια. Ο Ναπολέοντας, που ήταν υποχρεωμένος να κρατάει την ισορροπία ανάμεσα στην αριστερή αντιπολίτευση και στο κόμμα των κληρικών, δεν ήθελε να ‘ρθει σε σύγκρουση με τον πάπα και γιαυτό ήταν αντίθετος με την πραγματική συνένωση της Ιταλίας· απ’ την άλλη μεριά πίστευε ότι με την κατάκτηση δύο νέων επαρχιών θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους γάλλους πατριώτες.
Μ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε ένα νέο, εξαιρετικά σημαντικό πολιτικό πρόβλημα, που συγκλόνιζε ολόκληρη την Ευρώπη κι ακόμα περισσότερο τους επαναστάτες των διάφορων χωρών: ποια στάση οφείλουν να κρατήσουν οι επαναστάτες και οι σοσιαλιστές, με ποια πλευρά πρέπει να ταχθούν: με την πλευρά του Ναπολέοντα που παρουσιαζόταν σχεδόν σαν ένας επαναστάτης και που είχε ρίξει το προοδευτικό σύνθημα, «το δικαίωμα της Ιταλίας για αυτοδιάθεση», η με την πλευρά της Αυστρίας, που ήταν εκπρόσωπος του δεσποτισμού, και καταπιεστής της Ιταλίας και της Ουγγαρίας; Βλέπετε, σύντροφοι, πως ήταν μια πολύ σημαντική απόφαση απ’ την οποία εξαρτιόταν η τακτική που θ’ ακολουθούνταν, και που μας θυμίζει πάλι την κατάσταση που είχε προκύψει το 1814. Γιαυτό θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω την τακτική που υποστήριζαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς απ’ τη μια μεριά και ο Λασάλ απ’ την άλλη, καθώς και τις θέσεις που πήραν.
Μέχρι τώρα δε μου δόθηκε η ευκαιρία ν’ αναφέρω τον Λασάλ, μόλο που είναι ένας απ’ τους πρώτους μαθητές του Μαρξ και είχε πάρει μέρος ήδη στα γεγονότα του 1848. Ούτε βέβαια και θα καταπιαστώ τώρα με τη βιογραφία του, γιατί αυτό θα μας απομάκρυνε απ’ το κύριο θέμα μας. Τη δεκαετία του 1850, μετά από μια σύντομη φυλάκιση, παραμένει στη Γερμανία και ασχολείται με επιστημονικές μελέτες, ενώ εξακολουθεί να διατηρεί την επαφή με τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Σχετικά με το ιταλικό πρόβλημα αρχίζει ανάμεσα τους το 1859 μια διένεξη που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί πρόκειται κατά κάποιο τρόπο για μια διένεξη ανάμεσα σε δυο παρατάξεις του ίδιου κόμματος.
Ό Ναπολέοντας ο Γ΄ και οι πιστοί του ήξεραν πολύ καλά να επηρεάζουν τη λεγόμενη κοινή γνώμη. Όπως και στην εποχή του κριμαϊκού πολέμου, το 1858 και 1859 η Γαλλία κατακλύζεται από ένα τεράστιο όγκο από μπροσούρες και παμφλέτες, στις οποίες αποδείχνεται με κάθε τρόπο ο φιλελευθερισμός του Ναπολέοντα και το δίκαιο της ιταλικής υπόθεσης. Σ’ αυτή τη συγγραφική εκστρατεία πήραν μέρος και δημοσιογράφοι, μερικοί εθελοντικά και πολύ περισσότεροι αφού εξαγοράστηκαν. Οι εθελοντές ήταν κυρίως Ούγγροι και πολωνοί εξόριστοι. Όπως ακριβώς πριν από μερικά χρόνια είχαν θεωρήσει τον κριμαϊκό πόλεμο σαν πόλεμο της προόδου και του πολιτισμού κατά του ασιατικού δεσποτισμού κι είχαν εξοπλίσει λεγεώνες εθελοντών για να ενισχύσουν τον Ναπολέοντα και τον Πάλμερστον, έτσι και τώρα οι ούγγροι και πολωνοί εξόριστοι, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, πάσχιζαν ν’ αποδείξουν ότι ο Ναπολέοντας αγωνιζόταν για την πρόοδο και το δικαίωμα των λαών για αυτοδιάθεση, και ότι έπρεπε απαραίτητα να βοηθηθεί.
Και η Αυστρία όμως επαγρυπνούσε. Χρηματοδοτούσε τους δημοσιογράφους που προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν ότι στον πόλεμο αυτό προάσπιζε τα συμφέροντα ολόκληρης της Γερμανίας, ότι ο Ναπολέοντας, σε περίπτωση που νικούσε την Αυστρία, θα κατακτούσε το Ρήνο, ότι κατά συνέπεια δδν επρόκειτο για την Ιταλία αλλά για τη Γερμανία, ότι επομένως η Αυστρία, διατηρώντας τη Βόρεια Ιταλία κάτω απ’ την κυριαρχία της, υπεράσπιζε τη Γερμανία. Στη στρατιωτική γλώσσα τούτο σήμαινε: όποιος θέλει να προασπίσει το Ρήνο, δεν πρέπει να χάσει μια θέση όπως ο Πω, που στην κοιλάδα του βρίσκεται η Λομβαρδία.
Σ’ αυτές τις θέσεις ανάγονταν τα δυο βασικά ρεύματα που μπορούσε να διακρίνει κανείς στον ευρωπαϊκό τύπο εκείνης της εποχής. Στην ίδια τη Γερμανία το πρόβλημα έγινε πιο πολύπλοκο με τη διαμάχη ανάμεσα στα κόμματα της μεγάλης και της μικρής Γερμανίας. Είναι αυτονόητο, ότι οι οπαδοί της μεγάλης Γερμανίας που ήθελαν τη συνένωση ολόκληρης της Γερμανίας και της Αυστρίας, έκλιναν προς τη μεριά της Αυστρίας, και ότι αντίθετα οι οπαδοί της μικρής Γερμανίας, που ένιωθαν δεμένοι με την Πρωσία, προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν ότι έπρεπε ν’ αφήσουν την Αυστρία στη μοίρα της. Υπήρχαν φυσικά διάφορες αποχρώσεις, χωρίς όμως ν’ αλλάζουν ουσιαστικά τη γενική εικόνα.
Ποια θέση πήραν στο πρόβλημα αυτό ο Μαρς κι ο Ένγκελς απ’ τη μια μεριά, κι ο Λασάλ απ’ την άλλη: Κι οι τρεις βασίζονταν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχαν υποστηρίξει κι οι τρεις μια ενιαία γερμανική δημοκρατία, που θα περιλάμβανε και τις γερμανικές περιοχές της Αυστρίας. Φαινομενικά λοιπόν, δε θα ‘πρεπε να υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα τους. Στην πραγματικότητα όμως οι διαφορές τους δεν ήταν καθόλου μικρότερες απ’ τις διαφορές που χώριζαν τους σοσιαλδημοκράτες, αν και βρίσκονταν στο ίδιο μαρξιστικό επίπεδο, στις αρχές του ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου πολέμου.
Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν στα άρθρα και τις μπροσούρες τους, ότι η Γερμανία όχι μόνο δεν εξαρτιέται από τη Βόρεια Ιταλία για να υπερασπίσει το Ρήνο, μα πώς μπορεί άνετα να συγκατατεθεί, αν η Αυστρία επιστρέψει όλα τα ιταλικά της εδάφη σε μιαν ενωμένη Ιταλία, ότι κάθε προσπάθεια - με την πρόφαση πως γίνεται προς το συμφέρον μιας ενωμένης Γερμανίας - ενίσχυσης της Αυστρίας έχει την έννοια της συναλλαγής με τον αυστριακό δεσποτισμό.
Απ’ την άλλη μεριά - κι αυτό είναι χαρακτηριστικό για τη στάση του Μαρξ και του Ένγκελς - με τον ίδιο αδυσώπητο τρόπο που επικρίνουν την πρωσική και αυστριακή αντίδραση, βάλλουν και κατά του Ναπολέοντα. Ο κίνδυνος από μια ολοκληρωτική νίκη του Ναπολέοντα δεν τους φαίνεται μικρότερος από τον κίνδυνο μιας νίκης της Αυστρίας. Ο Ένγκελς απόδειχνε ότι ο Ναπολέοντας, μετά από μια νίκη σε βάρος της Αυστρίας, θα έπεφτε πάνω στη Γερμανία. Γιαυτό διατύπωνε, την παρακάτω θέση: η συνένωση της Ιταλίας καθώς κι η συνένωση της Γερμανίας πρέπει να πραγματοποιηθεί με τις δικές τους δυνάμεις. Γιαυτό στο ιταλικό πρόβλημα οι επαναστάτες δεν πρέπει να ταχθούν ούτε με το μέρος του Ναπολέοντα ούτε με το μέρος της Αυστρίας. Το μόνο που πρέπει να έχουν υπόψη τους είναι τα συμφέροντα της προλεταριακής επανάστασης. Εδώ δεν πρέπει να λησμονιέται ένας παράγοντας που κατά κάποιο τρόπο έμεινε στα παρασκήνια. Ο Ένγκελς επισήμαινε - ορθότατα - ότι ο Ναπολέοντας δε θα τολμούσε να κηρύξει τον πόλεμο στην Αυστρία προτού να βεβαιωθεί για τη σιωπηρή συγκατάθεση της Ρωσίας, αν δεν ήταν απόλυτα σίγουρος πως η Ρωσία δε θα έσπευδε να βοηθήσει την Αυστρία. Θεωρούσε πολύ πιθανό πως πάνω σ’ αυτό το σημείο υπήρχε μια συμφωνία ανάμεσα στη Γαλλία και στη Ρωσία. Η Αυστρία, την εποχή του κριμαϊκού πολέμου, όπως διατυμπάνιζαν οι πατριώτες μας, είχε πληρώσει με «φριχτή αχαριστία» την ίδια Ρωσία, που με τόση «αυτοθυσία» και «ανιδιοτέλεια» την είχε βοηθήσει να συντρίψει την επαναστατημένη Ουγγαρία. και φυσικά η Ρωσία δεν είχε καμιά αντίρρηση να επιτρέψει στον Ναπολέοντα να τιμωρήσει την Αυστρία. Αν πράγματι υπήρχε μια τέτοια συμμαχία ανάμεσα στη Γαλλία και στη Ρωσία, αν η Ρωσία έσπευδε να βοηθήσει τη Γαλλία, τότε θα ‘πρεπε να σπεύσει σε βοήθεια της Αυστρίας ολόκληρη η Γερμανία, αυτή θα ‘ταν όμως τότε η επαναστατική Γερμανία. Τότε θα προέκυπτε ακριβώς η κατάσταση, που υπολόγιζαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς και την εποχή της επανάστασης του 1848: ένας επαναστατικός πόλεμος κατά της αντίδρασης, ένας πόλεμος, στον οποίο όλα τα αστικά κόμματα που δε μπορούν να συσπειρώσουν γύρω τους τις κατώτερες τάξεις, θα παραμέριζαν διαδοχικά μπροστά στα ολοένα και πιο ριζοσπαστικά κόμματα, κι έτσι θα προετοίμαζαν το έδαφος για τη νίκη του πιο ριζοσπαστικού και επαναστατικού κόμματος, δηλαδή του κόμματος του προλεταριάτου.
Αυτή ήταν η άποψη του Μαρξ και του Ένγκελς. Ο Λασάλ έβλεπε το πρόβλημα αυτό διαφορετικά. Μέχρι έναν ορισμένο βαθμό, αυτή η διαφορά εξηγούνταν από τις διαφορετικές αντικειμενικές περιστάσεις που αντιμετώπιζαν. Ο Λασάλ ζούσε στην Πρωσία κι ήταν δεμένος εξαιρετικά στενά με τις πρωσικές συνθήκες. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς ζούσαν στην Αγγλία, την τότε πιο προηγμένη χώρα του κόσμου, και εξέταζαν τα ευρωπαϊκά γεγονότα απ’ τη σκοπιά των συμφερόντων της παγκόσμιας επανάστασης, κι όχι μόνο των γερμανικών ή των πρωσικών συμφερόντων.
Ό Λασάλ πίστευε πως ο πιο επικίνδυνος εχθρός της Γερμανίας είναι ο εσωτερικός εχθρός, η Αυστρία. Είναι πιο επικίνδυνος εχθρός από τη φιλελεύθερη Γαλλία ή τη Ρωσία που έχει πάρει το δρόμο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Η Αυστρία είναι η κυριότερη αιτία της αντίδρασης, που ο ανυπόφορος ζυγός της βαραίνει πάνω στη Γερμανία. Ο Ναπολέοντας, αν και σφετεριστής και πραξικοπηματίας, είναι εκπρόσωπος του φιλελευθερισμού, της προόδου και του πολιτισμού. Γιαυτό και στον τωρινό πόλεμο το καθήκον μας, το καθήκον της πρωσικής δημοκρατίας, είναι να αφήσουμε την Αυστρία στη μοίρα της, και να ευχόμαστε την ήττα της.
Αν διαβάσετε τις αντίστοιχες μπροσούρες του Λασάλ, τις κολακείες για τον Ναπολέοντα και τη Ρωσία, αν παρατηρήσετε πόσο προσεχτικά μιλάει για την επίσημη Πρωσία, δύσκολα θ’ αποφύγετε τη σύγχιση. Δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς, ότι ο Λασάλ προσπαθεί να μιλάει σαν πρώσος δημοκράτης, που θέλει ν’ αποδείξει στις κυρίαρχες τάξεις της Πρωσίας, δηλαδή στους ευγενείς, πως δεν πρέπει να βοηθήσουν την Αυστρία. Αν και με πολύ κόπο φορούσε τη στολή του πρώσου δημοκράτη, ο Λασάλ εξέφραζε ιδέες που διέφεραν πολύ απ’ τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς. Από τότε κιόλας άρχισε να παρατηρείται μια διαφορά απόψεων ανάμεσα τους, που έμελλε αργότερα να πάρει πιο σαφή μορφή. Από τότε κιόλας - παρασυρμένος απ’ την ανάγκη να κατακτήσει μια αισθητή, άμεση επιτυχία, κυριευμένος απ’ την επιθυμία να ‘ναι «ρεαλιστής πολιτικός» κι όχι δογματιστής - παρασύρεται σε επιχειρήματα και αποδείξεις που του δένουν τα χέρια απέναντι στο κυρίαρχο κόμμα, που τον υποχρεώνουν να ωραιοποιεί εκείνους που θέλει να πείσει να μη βοηθήσουν την Αυστρία. Οι επικρίσεις κατά της Αυστρίας, η διαλλακτική στάση απέναντι στην Πρωσία και τη Ρωσία, το φλερτάρισμα με την επίσημη Πρωσία - όλα αυτά παρέμεναν προσωρινά το πάθος ενός δημοσιογράφου, που δεν έγραφε στ’ όνομα ενός κόμματος. Η ίδια τακτική όμως, αν εφαρμοζόταν στον άμεσο πρακτικό αγώνα σαν κομματική ντιρεκτίβα, έκρυβε πολλούς κινδύνους, όπως έμελλε να δείξει αργότερα η δραστηριότητα του Λασάλ.
Ο πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και την Αυστρία είχε διαφορετική κατάληξη απ’ ότι φαντάζονταν οι δυο πλευρές. Στην αρχή του πολέμου η Αυστρία, όσο είχε απέναντι της μόνο ιταλούς, νικούσε, όπως άλλωστε νικούσε πάντα τους ιταλούς, μετά όμως χτυπήθηκε απ’ τα ενωμένα στρατεύματα των ιταλών και των γάλλων. Μόλις όμως ο πόλεμος άρχιζε να γίνεται λαϊκός πόλεμος και απειλούσε να επιφέρει την πραγματική επαναστατική συνένωση ολόκληρης της Ιταλίας, και κατά συνέπεια την κατάργηση της παπικής επικράτειας, ο Ναπολέοντας κατάλαβε τι έμελλε να συμβεί κι έσπευσε, με τη μεσολάβηση της Ρωσίας, να τερματίσει τον πόλεμο. Η Σαρδηνία αναγκάστηκε να ικανοποιηθεί με τη Λομβαρδία, η Βενετία παρέμεινε στα χέρια της Αυστρίας. Για τον εαυτό τους σαν αποζημίωση για το χυμένο αίμα των γάλλων και για τα χρηματικά έξοδα, ο Ναπολέοντας κράτησε ολόκληρη την επαρχία της Σαβοΐας, την πατρίδα των βασιλιάδων της Σαρδηνίας και - πιθανότατα για να δείξει στον ένδοξο ιταλό επαναστάτη, τον αγωνιστή της ένωσης της Ιταλίας, πως δεν πρέπει να βασίζεται στις υποσχέσεις του κάθε εστεμμένου αλήτη - προσάρτησε στη Γαλλία την πατρίδα του Γαριβάλδη, τη Νίκαια, μαζί με όλη τη γύρω περιοχή. Μ’ αυτό τον τρόπο ο «φιλελεύθερος» Ναπολέοντας, κάτω απ’ τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των ηλίθιων φιλελεύθερων και των επαναστατών, υπεράσπιζε το «δίκαιο της αυτοδιάθεσης» της Ιταλίας και άλλων καταπιεσμένων εθνοτήτων. Κι ο Λασάλ ακόμα υποχρεώθηκε να παραδεχτεί πως ο Ναπολέοντας όχι μόνο δεν ήταν καλύτερος από τους αυστριακούς, αλλά τους ξεπερνούσε σε αντιδραστικότητα. Μόνο η Σαρδηνία μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Έγινε όμως και κάτι απροσδόκητο, ακατανόητο μόνο για κείνον που πιστεύει, πως η τύχη ενός λαού αποφασίζεται στο τραπέζι των συσκέψεων. Η απογοήτευση και η δυσαρέσκεια που ξεσήκωσε η πολιτική του Ναπολέοντα στην Ιταλία, γέννησαν ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα. Αρχηγός του ήταν ο άμεμπτος επαναστάτης, αλλά ιδιαίτερα κακός πολιτικός, ο Γαριβάλδης. Έτσι το 1861 η Ιταλία μετατράπηκε σ’ ένα ενωμένο βασίλειο, μόνο χωρίς τη Βενετία. Η παραπέρα συνένωση της Ιταλίας πέρασε από κείνη την εποχή στα χέρια αστών μηχανορραφιών, άπιστων γαριβαλδικών και τυχοδιωκτών.
Θα περάσω τώρα στην εξέταση ενός ενδιαφέροντος προβλήματος, που πιθανό να το σκεφτήκατε ήδη και σεις. Ποια στάση κράτησαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς σχετικά με την προπαγάνδα του Λασάλ; Γνωρίζετε πως ο Λασάλ άρχισε την προπαγάνδα του το 1862, όταν ανάμεσα στους πρώσους αστούς δημοκράτες μπήκε το ερώτημα, ποια τακτική πρέπει να χαραχτεί στον αγώνα με την κυβέρνηση. Το 1858, ο γέρο βασιλιάς της Πρωσίας, που την εποχή της επανάστασης του 1848 είχε τόσο διακριθεί, τρελάθηκε οριστικά. Στην αρχή ορίστηκε αντιβασιλεία. Έπειτα, ο πρίγκιπας Γουλιέλμος, που είχε γίνει διάσημος με τον τουφεκισμό των δημοκρατικών το 1849 και 1850, έγινε και βασιλιάς. Τον πρώτο καιρό αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στο φιλελευθερισμό, πολύ σύντομα όμως γεννήθηκε ανάμεσα σ’ αυτόν και στη βουλή μια σύγκρουση πάνω στην οργάνωση του στρατού. Η κυβέρνηση ήθελε να μεγαλώσει το στρατό και ζητούσε την επιβολή νέων φόρων, η φιλελεύθερη αστική τάξη ζητούσε ορισμένες εγγυήσεις και το δικαίωμα έλεγχου. Αυτή η διαφωνία για τα οικονομικά, προκάλεσε συζητήσεις για το θέμα της τακτικής. Ο Λασάλ, που εξακολουθούσε να συνδέεται στενά με τους δημοκρατικούς και προοδευτικούς κύκλους της αστικής τάξης, επέμενε σε μια αποφασιστική τακτική. Αφού κάθε πολίτευμα δεν είναι παρά η έκφραση του πραγματικού συσχετισμού των δυνάμεων στην εκάστοτε κοινωνία, ήταν αναπόφευκτο πως έπρεπε να κινητοποιηθεί μια καινούργια κοινωνική δύναμη ενάντια στην κυβέρνηση, επικεφαλής της οποίας βρισκόταν τότε ο Βίσμαρκ, ένας αποφασιστικός και έξυπνος αντιδραστικός.
Το τι ήταν αυτή η καινούργια κοινωνική δύναμη, το έδειξε ο Λασάλ σε μια ειδική διάλεξη για εργάτες. Η ομιλία «Για τον ειδικό συσχετισμό της τωρινής περιόδου με την ιδέα της εργατιάς», είναι πιο γνωστή με τ’ όνομα «Πρόγραμμα των Εργατών». Ουσιαστικά επρόκειτο για την παράθεση των βασικών ιδεών του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, που είχαν όμως αμβλυνθεί σε σημαντικό βαθμό και προσαρμοστεί στις περιστάσεις της τοτινής νόμιμης πραγματικότητας. Ωστόσο ταυτόχρονα η ομιλία αυτή ήταν η πρώτη, μετά την ήττα της επανάστασης του 1848, ανοιχτή διακήρυξη για την αναγκαιότητα, να οργανωθεί η εργατική τάξη σε μια αυτόνομη πολιτική οργάνωση, που θα ξεχωρίζει έντονα απ’ όλα τα αστικά κόμματα, ακόμα κι απ’ τα πιο δημοκρατικά.
Η επέμβαση του Λασάλ συμβάδιζε με το αυτόνομο εργατικό κίνημα, που είχε αναπτυχθεί εξαιρετικά έντονα στη Σαξονία, όπου μέσα στην εργατιά γινόταν ήδη ένας αγώνας ανάμεσα στους δημοκράτες και τους λίγους εκπρόσωπους της «παλιάς φρουράς» του εργατικού κινήματος του 1848. Οι εργάτες αυτοί συζητούσαν ήδη τη σύγκληση ενός παγγερμανικού εργατικού συνεδρίου. Για το σκοπό αυτό οργανώθηκε στη Λειψία μια ειδική επιτροπή, που ζήτησε απ’ τον Λασάλ να εκφέρει τη γνώμη του για τους σκοπούς και τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος. Ο Λασάλ ανέπτυξε το πρόγραμμα του σε μια «ανοιχτή επιστολή» που την έστειλε στην επιτροπή της Λειψίας.
Ό Λασάλ επικρίνει οξύτατα το πρόγραμμα του αστικού κόμματος των προοδευτικών, και τα μέσα που αυτό προτείνει για τη θεραπεία της αθλιότητας των εργατών, και επιμένει στην ανάγκη να οργανωθεί ένα αυτόνομο κόμμα της εργατικής τάξης. Η θεμελιώδης πολιτική διεκδίκηση, που για την πραγμάτωση της πρέπει να συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις, είναι η κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Όσο άφορα το οικονομικό πρόγραμμα, ο Λασάλ, στηριζόμενος στο λεγόμενο «σιδερένιο νόμο των μισθών», ισχυριζόταν ότι με κανένα μέσο δεν είναι δυνατό να ανεβεί ο μισθός της εργασίας πάνω από ένα ορισμένο μίνιμουμ. Γιαυτό συνιστούσε, να ιδρυθούν παραγωγικοί συνεταιρισμοί με τη βοήθεια κρατικών πιστώσεων.
Ό Μαρξ δε μπορούσε φυσικά να συμφωνήσει μ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα. Η προσπάθεια του Λασάλ να προσεταιριστεί τον Μαρξ έπεσε στο κενό. Υπήρχαν κι άλλες ακόμα αιτίες, που προσδιορίστηκαν με σαφήνεια μόλις μερικούς μήνες αργότερα, όταν ο Λασάλ. που ήθελε να κερδίσει αμέσως μια μεγάλη πρακτική επιτυχία, αφέθηκε να παρασυρθεί από τη «ρεαλιστική πολιτική», και στον αγώνα του με το προοδευτικό κόμμα παρατέντωσε το σκοινί και έχασε τόσο πολύ τον προσανατολισμό του, που προσεταιρίστηκε την κυβέρνηση.
Οπωσδήποτε δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία - κι αυτό το αναγνώριζε κι ο ίδιος ο Μαρξ - ότι μετά την πολύχρονη περίοδο της αντίδρασης απ’ το 1849 μέχρι το 1862, ο Λασάλ ήταν αυτός που είχε ξανασηκώσει πάνω σε γερμανικό έδαφος τη σημαία των εργατών, ότι αυτός ήταν ο πρώτος οργανωτής ενός γερμανικού εργατικού κόμματος. Αυτή είναι η αδιαφιλονίκητη αξία του Λασάλ.
Η πολύ έντονη, έστω και σύντομη (δεν κράτησε καλά καλά ούτε δυο χρόνια) οργανωτική και πολιτική δουλιά του Λασάλ. περιείχε όμως βασικά ελαττώματα, που απώθησαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς περισσότερο κι απ’ το ανεπαρκές πρόγραμμα του.
Προπάντων ήταν φανερό, ότι ο Λασάλ όχι μόνο δεν προωθούσε τη σύνδεση της Γενικής Γερμανικής Εργατικής Ένωσης, που είχε ιδρύσει, με το παλιό κομμουνιστικό κίνημα, αλλά αντίθετα την αντιστρατευόταν ενεργά. Μολονότι είχε αντιγράψει όλες τις βασικές ιδέες απ’ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κι από άλλες εργασίες του Μαρξ, απέφευγε πεισματικά να τ’ αναφέρει. και μόνο σ’ ένα απ’ τα τελευταία έργα του αναφέρει τον Μαρξ, όχι τον κομμουνιστή, όχι τον επαναστάτη, αλλά τον οικονομολόγο.
Ο Λασάλ εξηγούσε τη στάση του με πρόσχημα την τακτική. Δεν ήθελε ν’ απωθήσει τις λιγότερο συνειδητές μάζες. Έπρεπε κι αυτές ν’ απελευθερωθούν από την πνευματική κηδεμονία των προοδευτικών, που τους επέσειαν αδιάκοπα το παραμύθι για το φοβερό φάντασμα του κομμουνισμού.
Ο Λασάλ ήταν πολύ ματαιόδοξος άνθρωπος κι αγαπούσε τις κάθε λογής εντυπωσιακές εμφανίσεις και τα διαφημιστικά κόλπα, που επιδρούν τόσο έντονα στις ακαλλιέργητες μάζες, όσο έντονα απωθούν τους συνειδητούς εργάτες. Ήθελε να εκθειάζεται σαν δημιουργός του γερμανικού εργατικού κινήματος. Ακριβώς αυτό όμως απωθούσε από κοντά του όχι μόνο τον Μαρξ και τον Ένγκελς, αλλά κι όλους τους βετεράνους του παλιού επαναστατικού κινήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι απ’ τους παλιούς ενώθηκαν μαζί του μόνο οι οπαδοί του Βάιτλινγκ και οι αντίπαλοι της παράταξης του Μαρξ. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να αντιληφθούν οι γερμανοι εργάτες, ότι το κίνημα τους δεν είχε αρχίσει με τον Λασάλ.
Ας δούμε τώρα το δεύτερο σημείο της διαφωνίας - το πρόβλημα του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Η διεκδίκηση αυτή είχε τεθεί ήδη απ’ τους χαρτιστές. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς την πρόβαλαν κι αυτοί, αλλά δε μπορούσαν να συμφωνήσουν με την υπέρμετρη σημασία που της απέδιδε ο Λασάλ ούτε με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούσε. Στον Λασάλ το γενικό εκλογικό δικαίωμα μετατράπηκε σ’ ένα θαυματουργό μέσο που από μόνο του αρκούσε, ανεξάρτητα από άλλες αλλαγές στην κρατική και οικονομική ζωή, να προσδώσει αμέσως την εξουσία στην εργατική τάξη. Όποιος από σας διαβάσει τις μπροσούρες του Λασάλ, θα βρει σ’ αυτές την αφελή διαβεβαίωση, ότι αμέσως μετά την κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος οι εργάτες θα καταλάβουν στο κοινοβούλιο σχεδόν το 90% των εδρών. Ο Λασάλ δεν αντιλαμβανόταν, πως θα ‘πρεπε να ‘χουν πληρωθεί μερικές πολύ σημαντικές προϋποθέσεις, προτού το γενικό εκλογικό δικαίωμα, από όπλο εξαπάτησης των λαϊκών μαζών, μπορέσει να μετατραπεί σε όπλο της ταξικής τους διαπαιδαγώγησης.
Η διαφωνία στο πρόβλημα των παραγωγικών συνεταιρισμών δεν ήταν λιγότερο βαθιά. Για τον Μαρξ και τον Ένγκελς οι συνεταιρισμοί αυτοί ήταν από τότε κιόλας μόνο ένα δευτερεύον μέσο, που είχε περιορισμένη σημασία, κι αυτή περισσότερο σαν διαμαρτυρία: σαν παράδειγμα, ότι ο επιχειρηματίας ή καπιταλιστής δεν είναι ένας απόλυτα απαραίτητος παράγοντας στην παραγωγή. Το να βλέπει όμως κανείς στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς ένα μέσο για να κατακτήσει σιγά σιγά τα κοινωνικά μέσα παραγωγής - τούτο σημαίνει πως ξεχνάει, ότι είναι απαραίτητο να κατακτήσει πρώτα την πολιτική εξουσία, ώστε, όπως γράφει το Μανιφέστο, να εφαρμόσει αμέσως μετά μια σειρά από κατάλληλα μέτρα.
Εξίσου βαθιές ήταν κι οι διαφωνίες του Μαρξ και του Ένγκελς με τον Λασάλ στο ζήτημα των συνδικάτων. Ο Λασάλ, που υπερτιμούσε τη σπουδαιότητα των παραγωγικών συνεταιρισμών, θεωρούσε εντελώς περιττή την οργάνωση συνδικάτων και απ’ αυτή την άποψη επανερχόταν στις απόψεις των παλιών ουτοπιστών, τις οποίες ο Μαρξ είχε υποβάλει σε μια διεξοδική κριτική στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας.
Όχι λιγότερο βαθιά, και πρακτικά ακόμα πιο σημαντική, ήταν η διαφωνία για την τακτική που θα ‘πρεπε ν’ ακολουθηθεί απέναντι στην αστική ταξική. Όπως ακριβώς στο διάστημα του πολέμου ανάμεσα στις καπιταλιστικές δυνάμεις ήταν αναγκαίο, στην πάλη με την προοδευτική αστική τάξη και τον Βίσμαρκ, να βρεθεί και να εφαρμοστεί μια τακτική, που δε θα μετέτρεπε τους σοσιαλιστές σε ουραγούς μιας απ’ τις εμπόλεμες δυνάμεις, απαιτούνταν εδώ ξέχωρη αυτοκυριαρχία και εξαιρετική προσοχή. Ο Λασάλ όμως στον αγώνα του με τους πρώσους προοδευτικούς ξέχασε πως υπήρχε ακόμα ο πρωσικός φεουδαρχισμός, η πρωσική αριστοκρατία, που δεν ήταν λιγότερο εχθρική από την αστική τάξη απέναντι στους εργάτες. Καταπολεμούσε και χτυπούσε με όλο του το δίκιο τους προοδευτικούς, δε μπορούσε όμως να κρατήσει τα αναγκαία όρια και συμβιβάστηκε απευθυνόμενος με κολακείες στις αρχές. Ο Λασάλ μάλιστα δε ντρεπόταν να κάνει εντελώς απαράδεκτους συμβιβασμούς. Όταν σε μια πόλη φυλακίστηκαν εργάτες, τους συνέστησε να απευθύνουν μια αίτηση για χάρη στον Βίσμαρκ, ο οποίος σίγουρα θα τους απελευθέρωνε για να εξοργίσει τους φιλελεύθερους. Οι εργάτες αρνήθηκαν ν’ ακολουθήσουν τη συμβουλή του Λασάλ. Αν ψάξουμε στους λόγους του, ιδιαίτερα απ’ το πρώτο εξάμηνο του 1864, θα βρούμε πολλές τέτοιες γκάφες, για να μη μιλήσουμε για τις συνομιλίες με τον Βίσμαρκ, που είχε κάνει ο Λασάλ χωρίς να το γνωρίζει η εργατική οργάνωση, διακινδυνεύοντας έτσι να βλάψει ανεπανόρθωτα, όχι μόνο την πολιτική του υπόληψη, αλλά και την υπόθεση που υπηρετούσε.
Αυτές ήταν οι διαφωνίες που εμπόδιζαν τον Μαρξ και τον Ένγκελς να ενισχύσουν τη δραστηριότητα του Λασάλ με το κύρος του ονόματος τους. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να τονιστεί, ότι μολονότι αρνούνταν να υποστηρίξουν τον Λασάλ, δεν επενέβαιναν δημόσια εναντίον του, και στο ίδιο πνεύμα επηρέαζαν και τους συντρόφους τους που εργάζονταν στη Γερμανία, όπως λ.χ. τον Λήμπκνεχτ. Ο Λασάλ όμως, που εκτιμούσε πολύ την ουδετερότητα τους, κυλούσε σ’ έναν ολοένα και μεγαλύτερο κατήφορο. Ο Λήμπκνεχτ κι οι άλλοι σύντροφοι, και απ’ το Βερολίνο και απ’ τη Ρηνανία, προσπαθούσαν να πείσουν τον Μαρξ να μιλήσει για την εσφαλμένη τακτική του Λασάλ. Είναι πολύ πιθανό να προκαλούνταν ανοιχτή διάσπαση, αν δε σκοτωνόταν ο Λασάλ σε μια μονομαχία, στις 30 Αυγούστου του 1864. Τέσσερις βδομάδες μετά το θάνατο του, στις 28 Σεπτέμβρη του 1864, ιδρύθηκε η Πρώτη Διεθνής, που έδωσε στον Μαρξ τη δυνατότητα να στραφεί στην άμεση επαναστατική δουλιά, αυτή τη φορά σε διεθνή κλίμακα.
Πηγή: Νταβίντ Ριαζάνοφ, Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους, Γράμματα, Αθήνα, χ.χ.έ. Αναδημοσίευση: Εργατική Δημοκρατία, 9 Μαρτίου 2013 έως 5 Απριλίου 2013.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [1ο Μέρος]
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [3ο Μέρος]
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [4ο Μέρος]
Σημειώσεις
1. Η. Ηeine ό.π. τόμ. XII.. σελ. 115 κ.έ.
2. ΜΕW, τόμ. 1, σελ. 405.
3. Το επεισόδιο αυτό περιγράφεται διεξοδικά στο βιβλίο του Ε. Wilson, Ο Δρόμος προς την Πετρούπολη. Η Επαναστατική Παράδοση της Ευρώπης και η Γένεση του Σοσιαλισμου, Μόναχο 1963, σελ. 142 κ.έ.
4. ΜΕW, τόμ. 4., σελ. 596.
5. Ο.π., σελ. 577.
6. ΜΕW, τόμ. 27, σελ. 42.
7. ΜΕW, τόμ. 18, σελ. 299 κ.έ.
8. Με τη λέξη δημοκρατία εδώ και παρακάτω δεν εννοείται η μορφή κράτους της αστικής δημοκρατίας, αλλά το σύνολο του άντιφεουδαρχικου αστικο-δημοκρατικού πολιτικού κινήματος.
9. Louis-Εugene Cavaignac, 1802-1875, γάλλος στρατηγός και πολιτικός, που άπ' το Μάη του 1848 ανέλαβε υπουργός πολέμου με δικτατορικές εξουσίες και κατέστειλε αιματηρά την εξέγερση του παρισινού προλεταριάτου τον Ιούνη.
10. ΜΕW, τόμ. 5, σελ. 133 κ.έ.
11. ΜΕW, τόμ. 6, σελ. 107 κ.έ.