Τρίτη, 19 Ιουλίου 2022 11:57

Η έκρηξη του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού

 

 

 

Jean van Heijenoort ( Daniel Logan)

 

Η έκρηξη του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού

Μια συμβολή στη συζήτηση για το ρωσικό ζήτημα

 

 

Οι ρωσικές στρατιές, μετά τη νίκη τους επί της Γερμανίας, κατέλαβαν την Ανατολική Ευρώπη και, σε μεγάλο βαθμό, την Κεντρική Ευρώπη. Κανείς, βέβαια, δεν περίμενε ότι θα σταματούσαν στα σύνορα της ΕΣΣΔ, και το γεγονός και μόνο της διέλευσης των συνόρων, στην τελευταία πράξη ενός γιγαντιαίου πολέμου, δεν έχει από μόνο του καμία ανεξάρτητη πολιτική σημασία: η στρατιωτική αναγκαιότητά του είναι προφανής. Το πρόβλημα που πρέπει να εξεταστεί δεν είναι η απλή διέλευση των συνόρων, αλλά η πολιτική που ακολούθησαν οι αρχές κατοχής.

 

Τρεις πτυχές της πολιτικής της κατοχής

Το πρώτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί σε αυτή την πολιτική είναι η πλήρης απουσία διεθνισμού. Οι σοβιετικές αρχές σπέρνουν και καλλιεργούν με μεγάλη επιμέλεια τον τυφλό σοβινισμό, το πνεύμα της εκδίκησης. Ο διεθνισμός και ακόμη και κάθε στοιχειώδης ανθρώπινη συμπόνια καταπατούνται. Αυτό το γεγονός και μόνο θα ήταν αρκετό για να καταδικάσουμε τη σταλινική πολιτική στην Ευρώπη. Αλλά σε αυτό δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Μόνο ψευδαισθήσεις για τη σοβιετική πραγματικότητα θα μπορούσαν να κάνουν κάποιον να περιμένει κάτι άλλο.

Ως δεύτερο σημείο, είναι απαραίτητο να αναφέρουμε τη συμπεριφορά των σοβιετικών στρατιωτών. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σιωπήσουμε αμήχανα για αυτή την αποκρουστική πτυχή της κατοχής, υπό την προϋπόθεση ότι η αιτία της εξηγείται σωστά και η ευθύνη τοποθετείται εκεί που ανήκει. Είκοσι χρόνια πολιτικής βαρβαρότητας του Στάλιν δεν πέρασαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους. Ο σοβιετικός στρατιώτης, που μπολιάζεται διαρκώς με ισχυρές δόσεις σοβινιστικού μίσους, που αντιμετωπίζεται από τους αξιωματικούς του ως ζώο, αποζημιώνεται με βαρβαρότητες κατά του τοπικού πληθυσμού, με λεηλασίες και βιασμούς. Αυτοκίνητα γεμάτα λεηλατημένα αγαθά διέσχιζαν πρόσφατα την Πολωνία, σύμφωνα με έναν Αμερικανό δημοσιογράφο, διακοσμημένα με το σοβιετικό αστέρι (!) και με επιγραφές όπως αυτή: «Ανήκουμε σε ένα έθνος κατακτητών». Αυτή η ηθική εξαχρείωση είναι άμεσο προϊόν του κτηνώδους καθεστώτος της γραφειοκρατίας. Το να σιωπά κανείς για αυτή την πτυχή της κατοχής είναι σαν να σιωπά για ένα από τα πιο τερατώδη εγκλήματα του Στάλιν.

Ωστόσο, όταν όλα έχουν ειπωθεί για την αντιδραστική σοβινιστική πολιτική της γραφειοκρατίας, για τη διαφθορά του σοβιετικού στρατού, παραμένει μια σειρά από γεγονότα, όπως οι πραγματικά απίστευτες αποζημιώσεις, η διάλυση των εργοστασίων, η καταναγκαστική εργασία σε μεγάλη κλίμακα κ.λπ. που δεν μπορούν να εξηγηθούν παρά μόνο από βαθύτερα οικονομικά και κοινωνικά αίτια. Η διάλυση των εργοστασίων, που εφαρμόζεται συστηματικά από την Αυστρία μέχρι την Κορέα, δεν οφείλεται απλώς στη διαφθορά κάποιου σοβιετικού στρατηγού ή γραφειοκράτη. Έχουμε εδώ μια σειρά από φαινόμενα των οποίων οι κοινωνικές και οικονομικές ρίζες πρέπει να αναζητηθούν στη γραφειοκρατική διαχείριση της σοβιετικής οικονομίας. Αυτή την τελευταία πτυχή της κατοχής προτείνω να την ονομάσω ιμπεριαλισμό, ακριβέστερα γραφειοκρατικό ιμπεριαλισμό, για μια σειρά από λόγους που θα προσπαθήσω να παρουσιάσω.

Ακόμα ακριβέστερα, είναι πιο σωστό να μιλάμε για στοιχεία ιμπεριαλισμού. Παρατηρήσαμε αυτά τα νέα φαινόμενα μόνο κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που, ιστορικά, είναι ακόμα πολύ σύντομη. Μέχρι τώρα ήταν εκρήξεις, βίαιες μεν, αλλά συγκεντρωμένες σε ένα χρονικό διάστημα πολύ σύντομο ακόμη. Αυτά τα στοιχεία του ιμπεριαλισμού παίζουν στη σοβιετική οικονομία ένα ρόλο ακόμα δευτερεύοντα∙ απέχουν ακόμα πολύ από το να έχουν δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύστημα, όπως η Βρετανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, ως στοιχεία, είναι αναμφισβήτητη η ύπαρξή τους.

Ο ιμπεριαλισμός που κυριαρχεί σήμερα στον κόσμο είναι ο χρηματοπιστωτικός ιμπεριαλισμός. Ο γραφειοκρατικός ιμπεριαλισμός προφανώς δεν είναι οικονομικός ιμπεριαλισμός. Ακριβώς το αντίθετο. Ο χρηματοπιστωτικός ιμπεριαλισμός έχει την εσωτερική του πηγή σε μια υπεραφθονία κεφαλαίων, που είχαν προηγουμένως συσσωρευτεί, και αναζητούν επενδύσεις. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σοβιετικής οικονομίας εξακολουθεί να είναι ο χαμηλός βαθμός εκβιομηχάνισης και το πρόβλημα που αντιμετωπίζει δεν μοιάζει καθόλου με αυτό που αντιμετωπίζει ο ώριμος καπιταλισμός, αλλά μάλλον με αυτό που έπρεπε να λύσει ο αναδυόμενος καπιταλισμός, δηλαδή το πρόβλημα της πρωταρχικής συσσώρευσης.

Η χώρα που έφτασε πρώτη στην καπιταλιστική ανάπτυξη, η Αγγλία, έλυσε το πρόβλημα της πρωταρχικής συσσώρευσης με βάρβαρες μεθόδους, τις οποίες ο Μαρξ έχει περιγράψει τόσο γλαφυρά στο προτελευταίο κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου: οι νόμοι κατά των φτωχών και των αλητών, η απαγωγή παιδιών κ.λπ. Στις χώρες που ακολούθησαν την Αγγλία στο δρόμο του καπιταλισμού οι ίδιες μέθοδοι συνδυάστηκαν σε διάφορους βαθμούς, με την επένδυση του βρετανικού κεφαλαίου, που είχε προηγουμένως συσσωρευτεί, γεγονός που επέτρεψε την ευκολότερη επίτευξη του στόχου.

Η σοβιετική οικονομία απέχει ακόμη πολύ από το να έχει πραγματοποιήσει μια εκβιομηχάνιση της χώρας συγκρίσιμη με εκείνη των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Ωστόσο, η σταλινική γραφειοκρατία διαχειρίζεται τη σοβιετική οικονομία με τέτοιο τρόπο ώστε η ετήσια συσσώρευση κεφαλαίου να μειώνεται σημαντικά. Η γραφειοκρατία όχι μόνο ιδιοποιείται ένα δυσανάλογο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος, αλλά επίσης –και αυτό είναι το πιο σημαντικό σημείο– με τις μεθόδους της καθυστερεί την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, πολλαπλασιάζει τις απώλειες και, γενικά, παρεμποδίζει όλο και περισσότερο την ανάπτυξη της οικονομίας. Έτσι, η γραφειοκρατία βρίσκεται αναγκασμένη, για να μην πέσει ο ρυθμός συσσώρευσης σε γελοία χαμηλό επίπεδο ή ακόμη και να γίνει αρνητικός, να λεηλατεί τα μέσα παραγωγής και την εργατική δύναμη, όπου μπορεί, προκειμένου να καλύψει το κόστος που η διαχείρισή της επιβάλλει στη σοβιετική οικονομία. Ο παρασιτικός χαρακτήρας της γραφειοκρατίας εκδηλώνεται, μόλις οι πολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν, μέσω της ιμπεριαλιστικής λεηλασίας.

Η πολιτική της σοβιετικής γραφειοκρατίας έξω από την ΕΣΣΔ δεν είναι παρά η συνέχεια της πολιτικής της μέσα στην ΕΣΣΔ. Από αυτό το γεγονός, αδιαμφισβήτητο από μόνο του, κάποιοι μπορεί να συμπεράνουν ότι το ξέσπασμα του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού δεν αξίζει σχεδόν καθόλου ιδιαίτερης προσοχής και ότι πρόκειται απλώς για μια γεωγραφική επέκταση ενός ήδη υπάρχοντος συστήματος∙ επομένως, τίποτα πολιτικά καινούργιο. Αυτό σημαίνει ότι απλουστεύουμε υπερβολικά το πρόβλημα, διότι η δράση της γραφειοκρατίας, εντός και εκτός της ΕΣΣΔ, δεν λειτουργεί στο ίδιο περιβάλλον.

Οι ρωσικές στρατιές έχουν καταλάβει στην Ευρώπη περιοχές που είναι πολύ πιο προηγμένες από την ΕΣΣΔ ως προς την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της τεχνικής, ως προς το πολιτιστικό επίπεδο των εργατών και του εργαζόμενου πληθυσμού εν γένει (οι ακραίες περιπτώσεις είναι αυτές των βιομηχανικών περιοχών της Τσεχοσλοβακίας, της Γερμανίας και της Αυστρίας).

Η γραφειοκρατία βρήκε τον ιστορικό λόγο ύπαρξής της στην ΕΣΣΔ με δεδομένη τη βάρβαρη κατάσταση της χώρας, στην ανάγκη μεταβίβασης ξένης τεχνολογίας. Εκπλήρωσε αυτά τα καθήκοντα με τον δικό της τρόπο, δηλαδή πολύ άσχημα, και, στο βαθμό που τα εκπλήρωσε εν μέρει, έγινε όλο και μεγαλύτερο φρένο στην περαιτέρω ανάπτυξη της εκβιομηχάνισης, της τεχνολογίας, του πολιτισμού.

Η επέκταση της εξουσίας της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου σε μια καθυστερημένη χώρα, όπως είναι για παράδειγμα η Εξωτερική Μογγολία, μπορεί ακόμα να σημαίνει για μια τέτοια χώρα μια ταχύτερη βιομηχανική ανάπτυξη. (Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση μπορεί κανείς να είναι τώρα επιφυλακτικός μετά τη διάλυση των εργοστασίων στη Μαντζουρία και στο τμήμα της Κορέας που κατέλαβε ο ρωσικός στρατός). Αλλά στα ιδιαίτερα βιομηχανοποιημένα μέρη της Κεντρικής Ευρώπης, η σοβιετική κατοχή έχει άμεσες και τρομερά αντιδραστικές συνέπειες.

Η "κατάργηση των κουλάκων ως τάξη", πριν από δεκαπέντε χρόνια, δεν υστερούσε σε φρίκη. Σύμφωνα με μια μαρτυρία που επικαλείται ο Τρότσκι, τα στρατεύματα της GPU πήραν τις μπότες από τα μικρά παιδιά των «κουλάκων». Ωστόσο, όποια κι αν είναι η αγανάκτησή μας για τέτοιες μεθόδους, η απαλλοτρίωση βοήθησε στην εκπλήρωση του πρώτου Πενταετούς Πλάνου.

Η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη είναι πολύ διαφορετική. Όταν οι σοβιετικοί γραφειοκράτες διαλύουν εργοστάσια στη Βιέννη, καταδικάζουν τον Βιεννέζο εργάτη σε έναν θάνατο πιο τρομερό από τον απλό φυσικό θάνατο∙ είναι ο θάνατος της τάξης του, ο κοινωνικός του θάνατος. Αυτό σημαίνει ότι καταδικάζουν τη χώρα να μην βγει από την οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική στασιμότητα. Σημαίνει να υποκινήσει τη διάλυση του προλεταριάτου, της μόνης τάξης από την οποία μπορεί να προέλθει η σωτηρία της Ευρώπης. Σημαίνει να δοθεί ένα χτύπημα στην ίδια την καρδιά της προοπτικής του σοσιαλισμού.

 

Διάλυση εργοστασίων και καταναγκαστική εργασία

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η γραφειοκρατία του Κρεμλίνου είχε ήδη τον περασμένο Σεπτέμβριο διαλύσει και μεταφέρει στη Ρωσία το είκοσι τοις εκατό της τσεχικής βιομηχανίας, το τριάντα τοις εκατό της πολωνικής βιομηχανίας. Πρόκειται για «συμμαχικές» χώρες. Τι συνέβη στην Αυστρία, στη Σιλεσία κ.λπ.; Και αυτά τα στοιχεία είναι απλώς ποσοτικά: οι γραφειοκράτες σίγουρα έχουν πάρει όχι λίγο σύγχρονο υλικό. Η Μόσχα έχει διεκδικήσει το προνόμιο να αρπάξει στις κατεχόμενες χώρες, «φιλικές» ή εχθρικές, κάθε μηχανή γερμανικής κατασκευής∙ στην πραγματικότητα, εννοεί να διεκδικήσει το δικαίωμα να αρπάξει όλο τον βιομηχανικό εξοπλισμό αυτών των χωρών. Η οικονομία των εχθρικών χωρών συνθλίβεται, εξάλλου, από τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις για αόριστο χρονικό διάστημα.

Στη διάλυση των εργοστασίων πρέπει να προστεθεί η καταναγκαστική εργασία. Οι αιχμάλωτοι πολέμου, οι εξόριστοι Πολωνοί και Βαλτικοί του 1939-40, οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι γερμανικές μειονότητες που εκτοπίστηκαν από τον Βόλγα ή από τη Ρουμανία κ.λπ. αποτελούν μια στρατιά άτυχων εργατών καταναγκαστικής εργασίας, ο αριθμός των οποίων είναι σίγουρα μεγαλύτερος από οκτώ εκατομμύρια και ίσως όχι μικρότερος από δεκαπέντε ή είκοσι.1 Η μοίρα αυτών των δυστυχισμένων είναι κατώτερη από εκείνη των δούλων, διότι ο ιδιοκτήτης των δούλων παρέχει συνήθως συνθήκες που επιτρέπουν την επ’ αόριστον αναπαραγωγή τους. Αλλά ο σοβιετικός γραφειοκράτης, λόγω της δικής του κατάστασης, σκέφτεται μόνο να αντλήσει από τους εργάτες καταναγκαστικής εργασίας όλη τη δυνατή εργασία στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Από μια ομάδα 100.000 Γερμανών αιχμαλώτων, έξι χιλιάδες ήταν ακόμα ζωντανοί πριν από τρεις μήνες, μετά από τρία χρόνια αιχμαλωσίας, σύμφωνα με έναν από αυτούς τους άτυχους που είχε δραπετεύσει.

Η καταναγκαστική εργασία έχει καταλάβει, στη σοβιετική οικονομία, μια θέση που δεν είναι καθόλου αμελητέα σε σύγκριση με τη μισθωτή εργασία. Με οκτώ έως είκοσι εκατομμύρια εργάτες καταναγκαστικής εργασίας δίπλα στη ρωσική εργατική τάξη, η καταναγκαστική εργασία έχει όχι μόνο πολιτική, αλλά και οικονομική σημασία. Με τη γραφειοκρατική διαχείριση της σοβιετικής οικονομίας, το πρόβλημα του εργατικού δυναμικού και της αποτελεσματικότητας είναι άλυτο. Το πιο άμεσο αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαχείρισης, με την ανεξέλεγκτη διοίκηση και την αυθαιρεσία της, τις ανομίες και τις βιαιότητές της, είναι η διατήρηση της παραγωγικότητας της εργασίας σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο. Ο εργάτης, στερούμενος κάθε δικαιώματος και κάθε προστασίας, δύσκολα αισθάνεται την τάση να παράγει περισσότερο, να φροντίζει καλύτερα τα εργαλεία του και τις μηχανές του κ.λπ.2

Ο γραφειοκράτης προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα με τις μεθόδους του: Σταχανοβισμός, ακραίες διαφοροποιήσεις στους μισθούς και, τέλος, καταναγκαστική εργασία σε μεγάλη κλίμακα. Η τελευταία διεισδύει πιο εύκολα στο σύστημα, καθώς η αποδοτικότητα της μισθωτής εργασίας είναι πολύ χαμηλή, συχνά μόλις και μετά βίας υψηλότερη από εκείνη της καταναγκαστικής εργασίας, και επομένως υπάρχουν πολλά έργα που είναι λιγότερο δαπανηρό να εκτελεστούν με καταναγκαστική εργασία απ’ ό,τι με μισθωτή, ιδίως όταν αυτοί οι καταναγκαστικοί εργάτες στερούνται κάθε κοινωνικής ζωής και περιορίζονται στο να είναι απλοί παραχωρητές εργατικής δύναμης μέχρι το θάνατό τους. Θα ήταν οικονομικά αδύνατο να χρησιμοποιηθεί η καταναγκαστική εργασία σε τόσο μεγάλη κλίμακα στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, όπου η εργατική δύναμη καλά αμειβόμενων εργατών, εξοπλισμένων με σύγχρονα μηχανήματα, θα ήταν συνήθως φθηνότερη από την εργατική δύναμη της καταναγκαστικής εργασίας με πολύ χαμηλή απόδοση. Έτσι, η γραφειοκρατική διαχείριση της οικονομίας, διατηρώντας την παραγωγικότητα της εργασίας σε χαμηλό επίπεδο, απαιτεί και ταυτόχρονα καθιστά δυνατή τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας σε μεγάλη κλίμακα.

Οι πιο έντονες εκδηλώσεις του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού –λεηλασία, επιτάξεις, διάλυση εργοστασίων, καταναγκαστική εργασία –είναι έτσι οι άμεσες συνέπειες της γραφειοκρατικής κυριαρχίας στη σοβιετική οικονομία και όχι το προϊόν της ιδιοτροπίας του Ζούκοφ ή της δίψας του Στάλιν για εξουσία ή της διαφθοράς των σοβιετικών στρατιωτών. Ολόκληρη η γραφειοκρατική διαχείριση της οικονομίας απαιτεί τέτοιες μεθόδους. Με αυτή την έννοια, είναι απολύτως θεμιτό να μιλάμε για τον γραφειοκρατικό ιμπεριαλισμό ως ένα σύστημα που αναπτύσσεται από συγκεκριμένες οικονομικές ανάγκες.

Κάθε ιμπεριαλισμός απορρέει από δυσκολίες στην οικονομία της χώρας. Αυτό που επιδιώκει αυτός ο ιμπεριαλισμός αποκαλύπτει ποιες είναι αυτές οι δυσκολίες. Ο οικονομικός ιμπεριαλισμός, αναζητώντας επενδύσεις, αποκαλύπτει στη μητρόπολη μια υπεραφθονία κεφαλαίων που δεν βρίσκουν επαρκές ποσοστό κέρδους. Ο γραφειοκρατικός ιμπεριαλισμός, με τα εκατομμύρια των αναγκαστικών εργατών και τη μεταφορά των μηχανών, αποκαλύπτει την ανάγκη μιας οικονομίας που ασφυκτιά κάτω από τη γραφειοκρατική διαχείριση.

Σε αυτό το σημείο κάποιος πιθανώς θα παρατηρήσει ότι ο πόλεμος έχει καταστρέψει τόσα πολλά στην ΕΣΣΔ που αυτή η καταστροφή είναι αρκετή για να εξηγήσει τις ανάγκες της σοβιετικής οικονομίας, ανεξάρτητα από την αταξία και τη σπατάλη της γραφειοκρατίας. Αυτή η παρατήρηση παραμένει πολύ αφηρημένη. Η σοβιετική οικονομία δεν ξεκινά από το μηδέν. Στα χρόνια αμέσως πριν από τον πόλεμο, το 1938-40, η ύπαρξη της γραφειοκρατίας βάρυνε όλο και περισσότερο την οικονομία. Οι ρυθμοί ανάπτυξης των βασικών βιομηχανιών είχαν μειωθεί πολύ εκείνα τα χρόνια. Ο πόλεμος, με τη φτώχεια που προκάλεσε, βάθυνε, υλικά και πνευματικά, το χάσμα μεταξύ της γραφειοκρατίας και του λαού. Νιώθοντας να περιβάλλεται παντού από το μίσος, η γραφειοκρατία μπορεί όλο και λιγότερο να απευθύνεται τον ζήλο, στον ενθουσιασμό, στην εθελοντική θυσία, προκειμένου να βγει από μια τρομερά δύσκολη κατάσταση. Πώς θα μπορούσε ένας γραφειοκράτης να ζητήσει από τον τσεχικό ή τον ουγγρικό λαό να συνεργαστεί εθελοντικά με τον σοβιετικό λαό για την οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος; Τέτοιες εκκλήσεις που βγαίνουν από το στόμα ενός νεόπλουτου [parvenu] δεν έχουν την προφορά της αλήθειας και παραμένουν αναποτελεσματικές. Ο γραφειοκράτης, με τον τρόπο του, το γνωρίζει αυτό πολύ καλά. Δεν μένει τίποτε άλλο παρά ο δρόμος της βίας και της λεηλασίας.

 

Ο Ιμπεριαλισμός και το Εκφυλισμένο Εργατικό Κράτος

Η εμφάνιση στοιχείων ιμπεριαλισμού συνεπάγεται την αναθεώρηση της θεωρίας ότι η ΕΣΣΔ είναι ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος; Όχι απαραίτητα. Η σοβιετική γραφειοκρατία τρέφεται γενικά από την ιδιοποίηση της εργασίας των άλλων και έχουμε ήδη, εδώ και πολύ καιρό, αναγνωρίσει αυτό το γεγονός ως αναπόσπαστο μέρος του εκφυλισμού του εργατικού κράτους. Ο γραφειοκρατικός ιμπεριαλισμός είναι μόνο μια ειδική μορφή αυτής της ιδιοποίησης.

Αν και δεν συνεπάγονται απαραίτητα μια αναθεώρηση της θεωρίας, οι διάφορες εκδηλώσεις του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού μας αναγκάζουν, ωστόσο, να δούμε πόσο έχει προχωρήσει ο εκφυλισμός. Δεν είναι δυνατόν πια να μιλάμε απλώς για εργατικό κράτος και να προσθέτουμε, σαν να είναι μέσα σε παρένθεση, εκφυλισμένο. Από τις δύο ιδιότητες, «εργάτες» και «εκφυλισμένο», είναι η τελευταία που πρέπει τώρα να υπογραμμίσουμε με μεγαλύτερη έμφαση. Ο εκφυλισμός έχει προχωρήσει τόσο πολύ και οι επιπτώσεις αυτού του εκφυλισμού στην Ευρώπη έχουν τόσο τρομερά αντιδραστικές συνέπειες, ώστε είναι αδύνατο να εφαρμοστούν αυτόματα στη σημερινή ΕΣΣΔ προτάσεις που θα ίσχυαν για ένα «κανονικό» εργατικό κράτος. Η Σοβιετική Ένωση απέχει τόσο πολύ από το να είναι ένα «κανονικό» εργατικό κράτος όσο ένα σάπιο μήλο είναι ένα «κανονικό» μήλο, και κανείς δεν θα σκεφτόταν να δαγκώσει ένα σάπιο μήλο. Με τη σημερινή ιμπεριαλιστική λεηλασία, ο εκφυλισμός έχει φτάσει στο τελευταίο στάδιο της σήψης.

Ως αποτέλεσμα των ιστορικών συνθηκών, τις οποίες έχουμε αναλύσει πολύ συχνά, εμφανίστηκε ένας κοινωνικός σχηματισμός που είναι πραγματικά ένα τέρας της ιστορίας. Όπως μας εξηγούν οι βιολόγοι, ένα τέρας οφείλεται σε διαταραχές που συμβαίνουν κατά την ανάπτυξη του εμβρύου∙ παρόμοια η απομόνωση μιας προλεταριακής επανάστασης σε μια πρωτόγονη χώρα έχει γεννήσει μια κοινωνία όχι μόνο χωρίς προηγούμενο, αλλά και πολύ διαφορετική από όλες τις περιγραφόμενες νόρμες.

Το να επαναλαμβάνουμε σήμερα ότι «κατά βάση» η ΕΣΣΔ είναι ένα εργατικό κράτος επειδή τα μέσα παραγωγής είναι εθνικοποιημένα είναι σαν να ξεγελιόμαστε με λόγια. Αν ήταν έτσι, η Πολωνία του Μπιερούτ θα ήταν μια καλή προσέγγιση της δικτατορίας του προλεταριάτου! Αν μια οικονομική μορφή διαχωριστεί από το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο είναι βυθισμένη, γίνεται μια κενή αφαίρεση. Ο Τρότσκι έβλεπε πολύ πιο καθαρά από όλους αυτούς τους ερασιτέχνες των κενών φράσεων όταν, ήδη από το 1936, έγραφε ότι στην ΕΣΣΔ «ο χαρακτήρας της οικονομίας στο σύνολό της εξαρτάται από το χαρακτήρα της κρατικής εξουσίας».

Αν η Σοβιετική Ένωση παραμένει ακόμα και σήμερα, κατά τη γνώμη μου, ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος, είναι επειδή, από αυτή την τερατώδη κοινωνία, δεν έχει βγει ακόμα τίποτα νέο και σταθερό. Στο σάπιο μήλο δεν έχει εμφανιστεί κανένα μικρόβιο. Η προσωπική θέση του κάθε γραφειοκράτη παραμένει ακόμα πολύ επισφαλής. Οι εκδηλώσεις του ιμπεριαλισμού που μπορούμε τώρα να παρατηρήσουμε αποκαλύπτουν ακριβώς τον παρασιτικό χαρακτήρα μιας γραφειοκρατίας που ζει από μέρα σε μέρα από λεηλασίες και σκοπιμότητες. Αν το τέρας αποκαλυπτόταν ικανό να αναπαράγει τον εαυτό του, δεν θα ήταν πια ένα τέρας, αλλά ένα νέο είδος. Αν το σύστημα της πολιτικής απολυταρχίας σε συνδυασμό με την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής επεκτεινόταν σε όλο τον κόσμο, η σοβιετική γραφειοκρατία θα αποτελούσε ήδη σήμερα, φυσικά, το πρωτότυπο αυτού του συστήματος. Αλλά η ιστορία δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι από τη σταλινική γραφειοκρατία μπορεί να προκύψει ένα κοινωνικό σύστημα ιστορικής εμβέλειας, με την πλήρη έννοια της λέξης. Το να δεχτούμε σήμερα ότι η απόδειξη έχει δοθεί σημαίνει, μου φαίνεται, ότι παραβλέπουμε όλα όσα τερατώδη, εξαιρετικά, παρασιτικά και ασταθή υπάρχουν στο σταλινικό γραφειοκρατικό καθεστώς.

 

Ζητήματα όρων

Τα διάφορα χαρακτηριστικά του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού που παρατηρούμε τώρα είναι ένα νέο φαινόμενο και, όπως κάθε νέο φαινόμενο, είναι δύσκολο να τα χαρακτηρίσουμε. Πρέπει να δημιουργήσουμε έναν νέο όρο ή να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που έχει ήδη εφαρμοστεί σε άλλα φαινόμενα. Το να δημιουργήσουμε μια νέα λέξη είναι εύκολο, αλλά το να δημιουργήσουμε μια νέα λέξη που θα ήταν κατανοητή από όλους, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή μας προπαγάνδα και αγκιτάτσια, είναι πολύ πιο δύσκολο, και μέχρι τώρα δεν έχει προταθεί τίποτα τέτοιο. Επομένως, περιοριζόμαστε στο να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που χρησιμοποιείται ήδη για άλλα φαινόμενα, δηλαδή να επεκτείνουμε τη σημασία του σε κάποιο βαθμό. Δύο ονόματα έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί: επεκτατισμός και ιμπεριαλισμός, και το ζήτημα της επιλογής μεταξύ των δύο θα ήταν ιδιαίτερα ευτελές, αν πολύ συχνά πίσω από αυτή την επιλογή δεν κρύβονταν βαθύτερες διαφωνίες. Ας σταθμίσουμε για λίγο τα σχετικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των δύο όρων.

Ο όρος «ιμπεριαλισμός» χρησιμοποιείται τις περισσότερες φορές για να προσδιορίσει τον οικονομικό ιμπεριαλισμό των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. (Ωστόσο, όχι μόνο. Ο Τρότσκι, περιγράφοντας τον τσαρικό ιμπεριαλισμό, ανακαλύπτει σ’ αυτόν πολλά χαρακτηριστικά που δεν ανήκουν καθόλου στον κλασικό χρηματοπιστωτικό ιμπεριαλισμό). Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο για τη σοβιετική γραφειοκρατία, τότε είμαστε υποχρεωμένοι, για να αποφύγουμε τη σύγχυση, να δηλώσουμε με σαφήνεια ποιες είναι οι οικονομικές και κοινωνικές ρίζες του γραφειοκρατικού ιμπεριαλισμού, και αυτό προσπάθησα να κάνω παραπάνω. Αυτό το καθήκον αφού ολοκληρωθεί, απομένει το τυπικό επιχείρημα ότι το να μιλάμε για γραφειοκρατικό ιμπεριαλισμό σημαίνει ότι ταυτίζουμε την ΕΣΣΔ με τις καπιταλιστικές χώρες, γιατί σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε την ίδια λέξη για τα δύο στρατόπεδα. Όμως, η ίδια ένσταση, αν ήταν έγκυρη, θα ακύρωνε εξίσου και τον όρο «επεκτατισμός» (και πολλούς άλλους όρους επίσης, όπως καταπίεση, λεηλασία κ.λπ.), γιατί οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις ασκούν επίσης επεκτατισμό (και καταπίεση, λεηλασία κ.λπ.). Έτσι, κάθε τυπικό επιχείρημα που στρέφεται εναντίον της λέξης ιμπεριαλισμός στρέφεται και εναντίον της λέξης επεκτατισμός. Αν τα μειονεκτήματα είναι τα ίδια, ο όρος ιμπεριαλισμός είναι ο καλύτερος στο πλαίσιο των πλεονεκτημάτων. Διότι, ποια είναι η διαφορά; Ο επεκτατισμός είναι ένας πολύ πιο ουδέτερος όρος, εξίσου εφαρμόσιμος, για παράδειγμα, σε μια ειρηνική επέκταση σε μια παρθένα ήπειρο. Ο ιμπεριαλισμός προσδιορίζει πολύ ακριβέστερα την καταπίεση και την εκμετάλλευση ξένων λαών και είναι πολύ πιο φορτισμένος με αποδοκιμασία, εκτιμήσεις που, μπροστά στα τερατώδη εγκλήματα της σοβιετικής γραφειοκρατίας, θα έπρεπε να μας κάνουν να αποφασίσουμε να υιοθετήσουμε τον όρο στην προπαγάνδα και την αγκιτάτσια μας.

 

Μια αναφορά στον Τρότσκι

Τον Οκτώβριο του 1939, μετά την κατάληψη της ανατολικής Πολωνίας, ο Τρότσκι έγραψε:

«Μπορεί η σημερινή επέκταση του Κρεμλίνου να χαρακτηριστεί ιμπεριαλισμός; Πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε στο κοινωνικό περιεχόμενο που προσδίδουμε σε αυτόν τον όρο. Η ιστορία έχει γνωρίσει τον ιμπεριαλισμό3 του ρωμαϊκού κράτους που βασιζόταν στη δουλοκτητική εργασία, τον ιμπεριαλισμό της φεουδαρχικής γαιοκτησίας, τον ιμπεριαλισμό της τσαρικής μοναρχίας κ.λπ. Η κινητήρια δύναμη πίσω από τη γραφειοκρατία της Μόσχας είναι αναμφισβήτητα η τάση να επεκτείνει την εξουσία της, το κύρος της, τα έσοδά της. Αυτό είναι το στοιχείο του “ιμπεριαλισμού” με την ευρύτερη έννοια του όρου, το οποίο αποτελούσε στο παρελθόν ίδιον όλων των μοναρχιών, των ολιγαρχιών, των κυρίαρχων καστών, των μεσαιωνικών ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων [estates]. Ωστόσο, στη σύγχρονη βιβλιογραφία, τουλάχιστον στη μαρξιστική, ο ιμπεριαλισμός νοείται ως η επεκτατική πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου, η οποία έχει ένα πολύ έντονα καθορισμένο οικονομικό περιεχόμενο. Το να χρησιμοποιεί κανείς τον όρο “ιμπεριαλισμός” για την εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου, χωρίς να εξηγεί τι ακριβώς εννοεί με αυτόν, σημαίνει απλώς ότι ταυτίζει την πολιτική της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας με την πολιτική του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη βάση ότι τόσο ο ένας όσο και ο άλλος χρησιμοποιούν στρατιωτική δύναμη για επέκταση.»4

Από αυτή την παραπομπή φαίνεται ακριβά ότι ο Τρότσκι είναι ενοχλημένος με εκείνους που χρησιμοποιούν τον όρο ιμπεριαλισμός σε σχέση με την ΕΣΣΔ ως απλή προσβολή για να εκτονώσουν την αγανάκτησή τους, αλλά «χωρίς να εξηγούν τι ακριβώς εννοούν με αυτόν». Ωστόσο, το να απαιτεί κανείς εξηγήσεις σημαίνει ότι αποδέχεται σιωπηρά ότι είναι δυνατόν, όταν ικανοποιηθεί το αίτημα, να επεκταθεί στη Σοβιετική Ένωση ο όρος ιμπεριαλισμός.

Το 1940 μπαίναμε σε έναν γιγαντιαίο πόλεμο που θα έφερνε απάντηση σε πολλά ερωτήματα, και ήταν θεμιτό να διστάσουμε εκείνη τη στιγμή να εισάγουμε μια θεωρητική καινοτομία. Επιπλέον, τα εδάφη που καταλαμβάνονταν τότε ήταν οικονομικά ασήμαντα, η κατοχή τους είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου στρατιωτική σημασία στις παραμονές ενός επικείμενου πολέμου, οι λίγες διαλύσεις εργοστασίων που πραγματοποιήθηκαν τότε δεν ήταν γνωστές στο εξωτερικό την εποχή που έγραφε ο Τρότσκι. Σήμερα, ωστόσο, πρόκειται για τη μισή Ευρώπη, συν μεγάλα εδάφη στην Ασία. Λίγο πριν από τον πόλεμο εξακολουθούσαμε να επικρίνουμε το Κρεμλίνο για τις ενέργειές του στην Κοινωνία των Εθνών, για τον πασιφισμό, τα σύμφωνα κ.λπ. Όλα αυτά φαίνονται σήμερα σχεδόν σαν παιδικό παιχνίδι σε σύγκριση με το καθεστώς βίας και λεηλασίας που έχει επεκταθεί στην Ευρώπη. Χώρες με προηγμένες εργατικές τάξεις καταδικάζονται σε οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική αποσύνθεση. Στα μάτια μεγάλων μαζών, ο κομμουνισμός απαξιώνεται. Τα κόμματα της μικροαστικής δημοκρατίας ξαφνικά ανακτούν κύρος και ψήφους. Η ίδια η προοπτική του σοσιαλισμού τίθεται σε κίνδυνο.

Η καταπίεση και η εκμετάλλευση, η λεηλασία σε μεγάλη κλίμακα, τα εκατομμύρια των καταναγκαστικών εργατών, η απελπιστική κατάσταση των κατεχόμενων χωρών - όλα αυτά τα γεγονότα είναι αναμφισβήτητα. Προσπάθησα να δείξω ότι δεν πρόκειται για απλά πολιτικά επεισόδια, αλλά ότι προκύπτουν από τη γραφειοκρατική διαχείριση της σοβιετικής οικονομίας και ότι είναι επομένως θεμιτό να μιλάμε για γραφειοκρατικό ιμπεριαλισμό. Η πραγματικότητα είναι τόσο περίπλοκη που υπάρχει χώρος για συζητήσεις πάνω σε αυτό το σημείο. Αλλά ακόμη και για τον ακριβή μηχανισμό του οικονομικού ιμπεριαλισμού οι συζητήσεις δεν έχουν σταματήσει ποτέ μεταξύ των μαρξιστών κατά τη διάρκεια μισού αιώνα! Για πολύ σοβαρότερο λόγο ο τερατολογικός χαρακτήρας της Σοβιετικής Ένωσης μας ωθεί σε μια συνεχή επανεξέταση των αντιλήψεών μας. Αυτό που είναι απαραίτητο να ζητηθεί από οποιονδήποτε συμμετέχει σε αυτή τη συζήτηση είναι, αντί για άμεση συμφωνία, η επιθυμία να μάθει, η προθυμία να σταθμίσει όλα τα επιχειρήματα, η σταθερή απόφαση να οδηγήσει στη σιωπή εκείνους που θέλουν να περιορίσουν την ανάλυση με σκέψεις ξένες προς τη συζήτηση. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να προοδεύσουμε.

 

25 Δεκέμβρη 1945

 

Daniel Logan

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Jean van Heijenoort (με την υπογραφή  Daniel Logan), “The Eruption of Bureaucratic Imperialism. A Contribution to the Discussion on the Russian Question”, New International, τόμος 12, τεύχος 3, Μάρτιος 1946, σσ. 74-77. Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/writers/heijen/1945/12/russimp.htm.

[Σημείωση της σύνταξης: Το New International υποστηρίζει τη θέση ότι η Ρωσία δεν είναι σε καμία περίπτωση εργατικό κράτος, αλλά ένα γραφειοκρατικό κολεκτιβιστικό κράτος. Θα σχολιάσουμε το παραπάνω άρθρο από αυτή την άποψη σε ένα μελλοντικό τεύχος.]

 

 

Βιογραφία του Γιαν Βαν Χάϊγενουρτ

Ο Γιαν Βαν Χάϊγενουρτ (1912-1986) γεννήθηκε σε μια φτωχή οικογένεια στη Γκρεΐ της Γαλλίας. Ο πατέρας του ήταν Ολλανδός μετανάστης (πέθανε όταν ο Γιαν ήταν δύο ετών) και η μητέρα του Γαλλίδα. Ο Βαν κατάφερε να φοιτήσει στο κολέγιο του Κλερμόν ντε λ’ Ουάζ και αργότερα, με υποτροφία, μαθηματικά στο Λύκειο Σαιν-Λουί, αλλά διέκοψε τις σπουδές του το 1932. Από την ηλικία των 15 ετών, ο Βαν Χάϊγενουρτ εντάχθηκε σε μια κομμουνιστική νεολαιίστικη ομάδα ως μαθητής στο Κλερμόν και αργότερα στο Παρίσι προσελκύστηκε από τον τροτσκισμό. Στις αρχές του 1932 έγινε μέλος της Ligue Communiste (Κομμουνιστική Λίγκα), του γαλλικού τμήματος της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης του Τρότσκι. Το φθινόπωρο του 1932 ο Βαν Χάϊγενουρτ ανταποκρίθηκε στην έκκληση του Ρεϊμόν Μολινιέ, ηγέτη της Ligue Communiste, για κάποιον που να γνωρίζει άπταιστα γαλλικά και ρωσικά, προκειμένου να βοηθήσει τον Τρότσκι στην αλληλογραφία του. Επισκέφτηκε τον Τρότσκι στην Πρίγκιπο όπου ήταν εξόριστος και τον ακολούθησε, ως γραμματέας του τα επόμενα χρόνια μέχρι το Μεξικό, όπου έμεινε μαζί του μέχρι το 1939. Πήγε στις ΗΠΑ όπου ασχολήθηκε με το αμερικανικό τροτσκιστικό κίνημα (ως μέλος του SWP). Από το 1940 έως το 1945 διετέλεσε γραμματέας της Διεθνούς Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς, το οποίο είχε μεταφερθεί από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη εξαιτίας Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή την περίοδο αρθρογραφούσε συστηματικά στο περιοδικό της 4η Διεθνούς, Fourth International, στο Biulleten’ Oppozitsii και φυσικά σε πολλές εφημερίδες καθώς και σε εσωτερικά δελτία του κινήματος. Τα άρθρα του –κυρίως για ευρωπαϊκά πολιτικά ζητήματα– υπογράφονταν με διάφορα ψευδώνυμα και κομματικά ονόματα: Daniel Logan, Marc Loris, Karl Meyer (επίσης, Mayer), Jarvis Gerland, Vladimir Ivlev, Ann Vincent. Υπήρξε επίσης ένας από τους σημαντικότερους γνώστης και διαχειριστής των αρχείων του Τρότσκι. Το 1947 διέκοψε τις σχέσεις του με τον τροτσκισμό, ύστερα από τη δημοσίευση του άρθρου «Ισολογισμός ενός αιώνα» (με ψευδώνυμο: Jean Vannier, “A Century’s Balance Sheet”, Partisan Review, τόμος 15 τεύχος 3, Μάρτιος 1948, σσ. 288-296), στο οποίο υποστήριζε ότι το προλεταριάτο δεν ήταν επαναστατική τάξη. Εκτός όμως από την πολιτική Βαν Χάϊγενουρτ υπήρξε ένας διαπρεπής επιστήμονας της φιλοσοφίας των μαθηματικών και της Λογικής και από το 1949 δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Μέχρι το τέλος της ζωής του συνέχισε να εργάζεται στα αρχεία του Τρότσκι. Πέθανε το 1986 δολοφονημένος από την εν διαστάσει τέταρτη σύζυγό του.

Πηγές:

“Jean van Heijenoort Internet Archive” στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/writers/heijen/index.htm.

“Jean van Heijenoort”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Jean_van_Heijenoort.

 

 

 

Σημειώσεις

1. Οι επίσημες στατιστικές σιωπούν, φυσικά, για αυτόν τον τομέα της «σοσιαλιστικής»(!) οικονομίας. Φως σε ένα μικρό κομμάτι της πραγματικότητας ρίχνουν οι πληροφορίες που μόλις δημοσίευσαν οι μενσεβίκοι για μια αποικία της GPU. Στη βορειοανατολική Σιβηρία, κοντά στον ποταμό Κόλυμα, υπάρχουν κοιτάσματα χρυσού τόσο πλούσια που μπορούν να αξιοποιηθούν χωρίς μεγάλη ποσότητα μηχανημάτων. Ολόκληρη η περιοχή, μια έκταση περίπου όσο η Γαλλία, δόθηκε στην GPU. Εκμεταλλεύεται τα κοιτάσματα με τη βοήθεια πέντε εκατομμυρίων καταναγκαστικών εργατών, Πολωνών εκτοπισμένων το 1939-40 ή Γερμανών αιχμαλώτων πολέμου, που περιορίζονται να ζουν με ψωμί και νερό, στερούνται κάθε κοινωνικής ζωής, αντιμετωπίζονται, με την αυστηρότερη έννοια της λέξης, ως ζώα, σε μια περιοχή με τις πιο κακές καιρικές συνθήκες στον κόσμο.

2. Αυτή η γνωστή πτυχή της σοβιετικής οικονομίας υπογραμμίστηκε και πάλι πρόσφατα σε μια έκθεση μιας αντιπροσωπείας της Διάσκεψης Εμπορίου Σιδήρου και Χάλυβα κατά την επιστροφή της από την ΕΣΣΔ: «Οι εργάτες είναι ικανοί, αλλά “παρά τις ιστορίες για μυθικές αυξήσεις στην παραγωγή, πιστεύουμε ότι η παραγωγή τους ανά εργατοώρα είναι σημαντικά χαμηλότερη από τη δική μας”. Οι αντιπρόσωποι έμειναν δυσμενώς εντυπωσιασμένοι από τη “μικρή σημασία που αποδίδεται στη συντήρηση της μηχανής”». (New York Times, 17 Νοεμβρίου 1946).

3. Στην αγγλική μετάφραση (In Defence of Marxism, σελ. 26) ο όρος ιμπεριαλισμός βρίσκεται σε αυτό το σημείο μέσα σε εισαγωγικά, κάτι που δεν συμβαίνει στο ρωσικό πρωτότυπο. Ο Αμερικανός μεταφραστής πήρε πάνω του το δικαίωμα να «διορθώσει» (και εδώ είναι που πρέπει να χρησιμοποιηθούν εισαγωγικά) τον Τρότσκι, ο οποίος είχε τολμήσει να αναφέρει τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό χωρίς εισαγωγικά. Τι ευρύτητα άποψης!

4 [Σ.τ.Μ.:] Λέον Τρότσκι, Στην υπεράσπιση του μαρξισμού, Αλλαγή, Αθήνα 1980, σελ. 61. Δεν ακολουθούμε την ελληνική μετάφραση, η οποία επίσης διορθώνει τον Τρότσκι, διατηρώντας τα εισαγωγικά της αγγλικής έκδοσης για τη λέξη ιμπεριαλισμός.

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2022 22:39

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.