Ανώνυμος βενετσιάνικος οριενταλιστικός πίνακας με τίτλο, Η υποδοχή των πρεσβευτών στη Δαμασκό, 1511. Μουσείο του Λούβρου.
Lorenzo Forlani
45 χρόνια απ’ τον Οριενταλισμό του Έντουαρντ Σαΐντ
Σαράντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο αείμνηστος Παλαιστίνιος διανοούμενος Έντουαρντ Σαΐντ δημοσίευσε το 1978 το θεμελιώδες βιβλίο του, Οριενταλισμός[1]. Ήταν μια σημαντική ανακάλυψη για την κατανόηση των δυτικών αναπαραστάσεων μιας απροσδιόριστης έννοιας της «Ανατολής», που εκτεινόταν από την Ασία έως τη Βόρεια Αφρική.
Ο Σαΐντ παρουσιάζει ένα πλαίσιο για τον εντοπισμό και την ανάλυση των μύθων και των στερεοτύπων για την Ανατολή που κυριαρχούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στους δυτικούς λόγους, στις αναπαραστάσεις των μέσων ενημέρωσης και στην ακαδημαϊκή επιστήμη.
Δεκαετίες αργότερα, υπάρχει ασφαλώς μεγαλύτερη επίγνωση του κακού που διαιωνίζεται από τέτοιες κατασκευές, ιδίως εκείνες που φέρνουν το Ισλάμ αντιμέτωπο με τη Δύση, οι οποίες, σύμφωνα με τον Σαΐντ, «γίνονται αντιληπτές ως λόγος εξουσίας που προέρχεται από την εποχή της αποικιοκρατίας».
Ωστόσο, η εποχή μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, κατά την οποία ρατσιστικές και ισλαμοφοβικές αφηγήσεις αναπτύχθηκαν για να δικαιολογήσουν ιμπεριαλιστικούς πολέμους, αποδεικνύει ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά.
Η διχοτόμηση Ανατολής-Δύσης
Ο Οριενταλισμός είναι μια κριτική των ευρωπαϊκών ουσιοκρατικών αναπαραστάσεων της «Ανατολής», οι οποίες τείνουν να περιγράφουν άλλους πολιτισμούς ως στατικούς και μονολιθικούς, και όχι ως διαρκώς μεταβαλλόμενες διαδικασίες διαπραγμάτευσης, των οποίων η ρευστότητα ενισχύεται από την παγκοσμιοποίηση. Είναι επίσης μια ανάλυση της αμφίσημης σχέσης μεταξύ γνώσης και εξουσίας ή της θεσμικής οριενταλιστικής παράδοσης και του ιμπεριαλισμού, με την πρώτη να εφαρμόζεται στην υπηρεσία του δεύτερου.
Στο πλαίσιο της εξήγησης του τρόπου με τον οποίο ο Οριενταλισμός παρέχει το ιδεολογικό θεμέλιο για τη δυτική κυριαρχία και εξουσία επί της Ανατολής, ο Σαΐντ επικαλείται την ανάλυση του λόγου του Μισέλ Φουκώ. Σύμφωνα με τον Σαΐντ, η εξέταση του τρόπου με τον οποίο ο Οριενταλισμός λειτουργεί ως λόγος είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Δύση μπόρεσε να διαχειριστεί την «Ανατολή» κατά τη μεταδιαφωτιστική περίοδο.
Ο Φουκώ ορίζει τον όρο «λόγος» ως ένα «ιστορικά εξαρτώμενο σύστημα σκέψης που παράγει γνώση και νόημα». Ο λόγος παράγεται με την καθιέρωση μιας συλλογικής κατανόησης των κοινωνικών γεγονότων που αναπτύχθηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Τα γεγονότα αυτά καθορίζονται από συστήματα εξουσίας που δημιουργούν κανόνες για την αλήθεια και τη νομιμότητα στην παραγωγή γνώσης.
Καθώς η εξουσία μετατοπίστηκε προς τα δυτικά τον 17ο αιώνα, ο ανατολίτικος λόγος που στηριζόταν στην πολιτισμική «ετερότητα» και στη «βασική διάκριση μεταξύ ανατολής και δύσης» εξαπλώθηκε, αντανακλώντας τις στάσεις της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Ο «Ανατολικός» αναλύεται επομένως πάντα μέσα από τον «Δυτικό» φακό του δυτικού μελετητή και θεωρείται οντολογικά άνισος. Όπως εξηγεί ο Σαΐντ, «η ουσία του οριενταλισμού είναι η ακατάλυτη διάκριση μεταξύ της δυτικής ανωτερότητας και της ανατολικής κατωτερότητας».
Ο οριενταλιστικός λόγος βασίζεται στη δυαδική λογική, η οποία υποστηρίζεται από μια φαντασιακή γεωγραφία: υπάρχει ένα «Εμείς» (η Δύση) και υπάρχει ένα «Αυτοί» (η Ανατολή). Πρόκειται για έναν στατικό ορισμό του άλλου που βοηθά στον καθορισμό του εαυτού μας: η «Ανατολή» είναι όλα όσα δεν είναι η Δύση.
Η κατασκευή ενός λόγου
Μεταξύ του 1815 και του 1914, τα παγκόσμια εδάφη υπό ευρωπαϊκή αποικιοκρατία αυξήθηκαν από το 30 στο 85% της γης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν σχεδόν 50.000 βιβλία για την Εγγύς Ανατολή. Μετά την εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798, ο οριενταλισμός εισήλθε στη σύγχρονη παγκόσμια φάση του και πήρε ακόμη και επιστημονικό χαρακτήρα στο Description de l’Egypte, έναν ογκώδη τόμο που εκδόθηκε μεταξύ 1809 και 1828.
Ο Αμπντ αλ-Ραχμάν αλ-Τζαμπάρτι, χρονογράφος εκείνης της εποχής, υπήρξε μάρτυρας της ναπολεόντειας εισβολής και ήταν ο πρώτος που την περιέγραψε ως «επιστημολογική κατάκτηση, πέρα από στρατιωτική».
Ο Armee d’Orient, ή αλλιώς η γαλλική στρατιωτική δύναμη, συνοδευόταν στην πραγματικότητα από περίπου 160 Ανατολιστές: εξερευνητές και ερευνητές που κατέγραφαν τις «αντικειμενικές» παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Αιγύπτου. Αυτοί οι μελετητές εργάστηκαν για να διευκολύνουν την εξημέρωση των μελλοντικών αποικιών, ενώ στηρίχθηκαν σε προκαταλήψεις επαλήθευσης και σε πεποιθήσεις αιώνων για την «Ανατολή».
Την εποχή της ναπολεόντειας εισβολής, το Ισλάμ δεν παρατηρήθηκε αυτοτελώς, αλλά σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό – που εκτείνεται πίσω στις Σταυροφορίες και τη μεσαιωνική περίοδο, όταν ο μουσουλμανικός κόσμος έγινε στόχος της ευρωπαϊκής χριστιανικής κυριαρχίας. Οι ναπολεόντειοι Ανατολιστές ήταν προϊόν αυτής της αποικιοκρατικής, άρα ηγεμονικής σχέσης, με την παραγόμενη επιστήμη να αποτελεί μια προσπάθεια «αφομοίωσης» μιας Ανατολής που χαρακτηριζόταν από μια «συγκροτητική ετερότητα».
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η παράδοση των Ανατολιστών πυροδότησε ένα σύνολο λόγων που για τα επόμενα 200 χρόνια θα καθοριζόταν από τον πολιτισμικό ουσιοκρατισμό, διαιωνίζοντας αμετάβλητες παραδοχές για έναν πολιτισμό που στην πραγματικότητα μεταβάλλεται και μεταλλάσσεται και είναι σε θέση να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις τοπικές παραδόσεις διαφορετικών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Οι λόγοι αυτοί θα έθεταν τα θεμέλια για μια διττή προσέγγιση: από τη μία πλευρά, ιδίως από μια αόριστη αριστερή στάση, μια πατερναλιστική («Οι Ανατολικοί χρειάζονται την καθοδήγηση/βοήθειά μας»)∙ από την άλλη, μια πιο δεξιά, ρατσιστική στάση («Οι Ανατολικοί είναι άγριοι»).
Ένα τέτοιο παράδειγμα εμφανίζεται στο κεφάλαιο 34 του Modern Egypt, ενός δίτομου απολογισμού της βρετανικής κατοχής της Αιγύπτου, που εκδόθηκε το 1908 από τον αποικιακό διαχειριστή, τον Έβελιν Μπάρινγκ ή Λόρδο Κρόμερ:
«Ο Ευρωπαίος είναι ορθολογιστής· οι προτάσεις του αποκλείουν την αμφισημία· είναι εκ φύσεως λογικιστής, ακόμη και αν ποτέ δεν έχει σπουδάσει λογική· ρέπει αυθόρμητα στον σκεπτικισμό και ζητάει αποδείξεις πριν αποδεχθεί την αλήθεια οποιασδήποτε πρότασης· η εκπαιδευμένη του διάνοια λειτουργεί σαν τμήμα ενός μηχανισμού. Το πνεύμα του Ανατολίτη, από την άλλη μεριά, όπως και οι γραφικοί του δρόμοι, πάσχει εγγενώς από ασυμμετρία. Οι αιτιολογήσεις του είναι του πιο πρόχειρου είδους. […] Συχνά είναι ανίκανοι να συναγάγουν τα πιο προφανή συμπεράσματα απ’ οποιοδήποτε απλό αξίωμα του οποίου την αλήθεια μπορεί ν’ αποδέχονται.» (Οριενταλισμός, σελ. 54)
Όπως γράφει ο Σαΐντ, στις αρχές του 20ού αιώνα, πολιτικές προσωπικότητες όπως ο λόρδος Κρόμερ μπορούσαν να παράγουν τέτοιες φυλετικές και πολιτισμικές γενικεύσεις επειδή μια καλά εδραιωμένη οριενταλιστική παράδοση τους κληροδότησε αποτελεσματικές λέξεις και εικόνες.
Ο οριενταλισμός υποστήριζε την ιδέα της ευρωπαϊκής παγκόσμιας κυριαρχίας. Η μεταμόρφωση ήταν πλήρης: από ακαδημαϊκός λόγος που στόχευε σε μια θεωρητική κατάκτηση, ο οριενταλισμός μετατράπηκε σε ένα αυτοκρατορικό εργαλείο που εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα πολλών κρατών, αποτελώντας εργαλείο αποικιοκρατικής κατάκτησης.
Πόλεμος μεταξύ πολιτισμών
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οριενταλισμός εισήλθε σε κρίση. Η παγκόσμια τάξη πραγμάτων είχε αλλάξει με τις ΗΠΑ να αναδεικνύονται σε μια από τις σημαντικότερες στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις. Εμφανίστηκαν μετα-αποικιακά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τροφοδοτούμενα από αυτόχθονες αφηγήσεις που διέλυαν τους μύθους για την υποτιθέμενη εγγενή «παθητικότητα» των υποταγμένων λαών.
Ωστόσο, στο βιβλίο του Σύγχρονες τάσεις στο Ισλάμ, που δημοσιεύθηκε το 1947, ο Βρετανός ιστορικός Χ. Α. Ρ. Γκιμπ συνεχίζει την οριενταλιστική παράδοση της ουσιοκρατικοποίησης των Αράβων και των μουσουλμάνων και της αντιμετώπισης του Ισλάμ με αδυσώπητη εχθρότητα: «Ο αραβικός νους, είτε σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο είτε σε σχέση με τις διαδικασίες της σκέψης, δεν μπορεί να αποβάλει το έντονο αίσθημα για τη διακριτότητα και την ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων γεγονότων... Έτσι εξηγείται αυτό που είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσει ο δυτικός φοιτητής – η αποστροφή των μουσουλμάνων προς τις διαδικασίες σκέψης του ορθολογισμού»[2].
Ο πολιτισμικός ουσιοκρατισμός που επιδεικνύεται εδώ και από πολλούς σύγχρονους Ανατολιστές έφτασε στο αποκορύφωμά του το 1993 με το δοκίμιο του Σάμιουελ Χάντινγκτον «Η σύγκρουση των πολιτισμών»[3]. Το κενό απειλής που άφησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου απαιτούσε έναν «νέο εχθρό», αναβιώνοντας έτσι τις παλιές οριενταλιστικές αντιλήψεις περί ισλαμικής απειλής για τον δυτικό πολιτισμό. Οι θεωρίες του Χάντιγκτον θα διαμόρφωναν τελικά τον δυτικό λόγο μετά την 11η Σεπτεμβρίου και θα χρησίμευαν ως ιδεολογικό πλαίσιο για τον παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.
Ο Χάντινγκτον επηρεάστηκε από τις συμβατικές απόψεις του οριενταλισμού σχετικά με την οντολογική διαφορά μεταξύ του μουσουλμανικού κόσμου και της «Δύσης», η οποία, όπως υποστήριξε, θα οδηγούσε σε μια αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτισμών. Ο σύγχρονος Ανατολιστής Μπέρναρντ Λιούις συνέβαλε στην προώθηση αυτής της πολιτισμικής διχοτομίας, η οποία έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Τέτοια επιχειρήματα αγνοούν τη σύγχρονη ιστορία, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων της αποικιοκρατίας και της παγκοσμιοποίησης. Είναι λάθος να θεωρούμε τις πολιτισμικές διαφορές ως δόγμα, καθώς οι πολιτισμοί μεταλλάσσονται συνεχώς και προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και στις περιφερειακές και διεθνείς επιρροές με την πάροδο του χρόνου.
Ακόμη και τα αντιαποικιακά κινήματα που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα χαρακτηρίστηκαν από τους οριενταλιστές ως παράλογα φαινόμενα. Οι εφημερίδες και τα λαϊκά μέσα ενημέρωσης συνέχισαν να διαδίδουν την ιδέα ότι οι Άραβες είναι εν δυνάμει τρομοκράτες, αν όχι άτομα των οποίων ο πλούτος ήταν το ανέντιμο αποτέλεσμα εκβιασμών εις βάρος των πολιτισμένων εθνών.
Οι απάνθρωπες συμπεριφορές απέναντι στους «Ανατολίτες» εντάθηκαν καθώς η ζήτηση για πετρέλαιο και άλλους πόρους αυξήθηκε στη Δύση. Μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, οι δυτικοί καταναλωτές που εκμεταλλεύονταν την πλειονότητα των παγκόσμιων πόρων άρχισαν να επιδεικνύουν αυτό που ο Αιγύπτιος πολιτικός επιστήμονας Ανουάρ Αμπντέλ-Μαλέκ προσδιόρισε ως «ηγεμονισμό των προνομιούχων μειονοτήτων».
Όπως εξηγεί ο Σαΐντ, οι κάτοικοι της Δύσης πιστεύουν ότι δικαιούνται ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τους ομολόγους τους στην «Ανατολή». Αντίστοιχα, τα αξιόλογα κοινωνικά και πολιτικά συστήματα που προωθούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία και την ατομική ελευθερία θεωρούνται κανονιστικά και αναπόσπαστα για τη Δύση, αλλά περιττά στον μουσουλμανικό κόσμο, του οποίου οι δικτάτορες υποστηρίζονται εδώ και καιρό από τις δυτικές κυβερνήσεις.
Τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί επικαλούνται τακτικά οριενταλιστικά τροπάρια που παρουσιάζουν τους αραβικούς και μουσουλμανικούς πολιτισμούς ως οπισθοδρομικούς και ανίκανους για αλλαγή. Ωστόσο, όταν τα αιτήματα για πολιτική και κοινωνική αλλαγή πυροδοτούν μαζικά κινήματα σε αυτές τις χώρες, οι δυτικές κυβερνήσεις σπεύδουν να ζητήσουν «σταθερότητα» και «συγκράτηση» των λεγόμενων φανατικών πληθυσμών.
Η επαναδιατύπωση αυτής της έννοιας του «Ανατολικού Δεσποτισμού» παρατηρήθηκε πιο πρόσφατα στη δυτική κάλυψη και ανάλυση της Αραβικής Άνοιξης. Αναβίωσε η ιδέα ότι «οι Άραβες δεν είναι κατάλληλοι για τη δημοκρατία» ή ότι «ήταν καλύτερα όταν τους κυβερνούσε ένας δικτάτορας», αγνοώντας παράλληλα την εξωτερική παρέμβαση στη διαδικασία εκδημοκρατισμού.
Ιμπεριαλισμός και φύλο
Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του οριενταλισμού είναι η επίκληση σεξουαλικών εικόνων για να δηλωθεί η δυτική κυριαρχία επί της «Ανατολής». Στα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά έργα, η «Ανατολή» παρουσιάζεται συχνά ως έχουσα τυπικά «θηλυκά» χαρακτηριστικά –αποπλάνηση, ευαλωτότητα, γονιμότητα– σαν η κατάκτησή της να συνεπάγεται μεταφορικά τη σεξουαλική υποταγή στο δυτικό αρσενικό. Η σχέση μεταξύ ιμπεριαλισμού και φύλου έχει εξεταστεί και αναπτυχθεί περαιτέρω από μελετητές των μετααποικιακών σπουδών και των σπουδών φύλου.
Η θεωρητικός της λογοτεχνίας Γκαγιάτρι Σπίβακ σημείωσε πώς ακόμη και τα ευρωπαϊκά φεμινιστικά κινήματα, όταν ασχολούνται με μη δυτικές γυναίκες, αναπαράγουν τις αποικιακές αναπαραστάσεις του 19ου αιώνα και υιοθετούν την οριενταλιστική οπτική τους[4]. Στα παραδείγματα περιλαμβάνεται η απεικόνιση του χιτζάμπ ως σύμβολο της υποταγής των μουσουλμάνων γυναικών, που τις εμποδίζει να επιτύχουν ανεξαρτησία και αυτογνωσία.
Τέτοιες οριενταλιστικές απόψεις αγνοούν τα πλαίσια στα οποία η μαντίλα είναι ένα εργαλείο ταυτότητας που επιδιώκει την αυτονομιμοποίηση – χρησιμοποιείται από γυναίκες που αγωνίζονται για δικαιοσύνη τόσο στις δυτικές[5] όσο και στις μουσουλμανικές κοινωνίες[6]. Αγνοούν επίσης το γεγονός ότι δύο πρωθυπουργοί του Μπαγκλαντές φορούσαν πέπλο – η Σεΐχ Χασίνα και η προκάτοχός της, Χαλέντα Ζία.
Το ίδιο ισχύει και για την Μπεναζίρ Μπούτο του Πακιστάν[7], την πρόεδρο της Τανζανίας Σάμια Σουλούχου Χασάν, την πρώην αρχηγό του κράτους της Ινδονησίας Μεγκαβάτι Σουκαρνοπούτρι, τις πρώην πρωθυπουργούς της Σενεγάλης και του Μάλι και άλλες μουσουλμάνες πολιτικούς ανά τον κόσμο.
Η δυτική ματιά απέναντι στις καλυμμένες γυναίκες κυμαίνεται σε ένα φάσμα που εκτείνεται από την «περιφρόνηση» –η μουσουλμάνα ως φανατικό μέλος μιας οπισθοδρομικής κοινωνίας– έως τη «συμπόνια» – η καλυμμένη γυναίκα, ανεξάρτητα από τη θέση της στην κοινωνία, πρέπει να «απελευθερωθεί». Η χειραφέτησή της συνδέεται άμεσα με την εγκατάλειψη της μητρικής της κουλτούρας, διότι, όπως μας υπενθυμίζει η πολιτική θεωρητικός Γουέντι Μπράουν, το οριενταλιστικό δόγμα υποστηρίζει ότι «οι δυτικοί έχουν μια κουλτούρα, ενώ οι μουσουλμάνοι είναι μια κουλτούρα»[8].
Στο ίδιο πνεύμα, ο Σαΐντ μας προειδοποιεί να μην ενδώσουμε σε αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «αντίστροφος ουσιοκρατισμός» – να αρνηθούμε την πραγματικότητα των μουσουλμανικών κοινωνιών, όπου η καταπίεση, συμπεριλαμβανομένης της κακής μεταχείρισης των γυναικών, υπάρχει σε ορισμένα μέρη. Θα ήταν διανοητικά ανέντιμο να ξεπλύνουμε όλα τα ενοχλητικά στοιχεία από αυτές τις συζητήσεις.
Στη δεκαετία του 1990, το Τζαμαάτ-ε-Ισλάμι, το κύριο ισλαμιστικό κόμμα στο Πακιστάν, ήταν το μόνο εθνικό κόμμα που υποστήριζε την ιδέα της ύπαρξης μιας γυναίκας πρωθυπουργού. Ο αείμνηστος Σουδανός ισλαμιστής ηγέτης, Χασσάν αλ-Τουράμπι, υποστήριξε την ιδέα να ηγούνται οι γυναίκες των προσευχών, να συμμετέχουν στην πολιτική σκηνή και να γίνει η μαντίλα προαιρετική[9]. Σε διάφορες αναφορές των μέσων ενημέρωσης σχετικά με την άνοδο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Βόρεια Αφρική, δεν αναφέρθηκε σχεδόν τίποτα για τη φεμινιστική της πτέρυγα, η οποία, στην Τυνησία, για παράδειγμα, ενίσχυσε τη συμμετοχή των γυναικών στο κοινοβούλιο.
«Αντίστροφος» οριενταλισμός
Παρόλο που ο ίδιος ο Σαΐντ απέρριψε ρητά τους «οξινταλιστικούς» λόγους, ορισμένοι μουσουλμάνοι διανοούμενοι έχουν παρεξηγήσει το νόημα του βιβλίου του, θεωρώντας το λανθασμένα ως επίθεση στη Δύση και υπεράσπιση της Ανατολής. Αυτό οδήγησε σε αυτό που ο Σύριος φιλόσοφος Σαντίκ Τζαλάλ αλ-Αζμ ονόμασε «οριενταλισμός από την ανάποδη», με αποτέλεσμα δύο διαφορετικές στάσεις που ξεκινούν από την ίδια παραδοχή[10].
Ο πρώτος είναι ο «κομπραδόρος διανοούμενος»[11] – ένα άτομο που γεννήθηκε σε μια χώρα με μουσουλμανική πλειοψηφία και αναζητά την καταξίωση σε μια Δύση που μαστίζεται από οριενταλιστικές προκαταλήψεις και καταλήγει να τις εσωτερικεύει. Πρώην μουσουλμάνοι όπως η Αγιάαν Χίρσι Άλι κερδίζουν αξιοπιστία και επαγγελματικές ευκαιρίες κύρους από την ταυτότητά τους και για την προώθηση επιβλαβών στερεοτύπων για την πίστη και τους οπαδούς της.
Όπως σημειώνει ο ψυχολόγος Άχσις Νάντι, «ο οριενταλισμός βρίσκεται παντού, στις δομές και στη λογική, διαπερνώντας τους θεσμούς και τα πνευματικά συστήματα των πρώην αποικιοκρατούμενων χωρών»[12].
Η δεύτερη στάση που σχετίζεται με τον «αντίστροφο οριενταλισμό» είναι ο φονταμενταλιστής που υιοθετεί την αντίστροφη θέση από τη θέση ότι η «Ανατολή» είναι οντολογικά κατώτερη από τη Δύση. Χρησιμοποιώντας παρόμοιες τακτικές ουσιοκρατικοποίησης, μουσουλμάνοι θεολόγοι όπως ο Αμπού Αλά’α Μαουντούντι και ο Σαγίντ Κουτμπ παρουσιάζουν τη Δύση ως έναν μονόλιθο επιρρεπή στη διαφθορά, τον υλισμό και τον ηθικό εκφυλισμό.
Η βασική διαφορά μεταξύ φονταμενταλιστών και οριενταλιστών, όπως περιγράφεται από τον Σαΐντ, έγκειται στην έννοια της «ηγεμονίας»: οι πρώτοι υιοθετούν αυτές τις θέσεις ως αντίδραση σε αιώνες υποταγής, οι δεύτεροι ως αποτέλεσμα αιώνων κυριαρχίας.
Δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, ο Οριενταλισμός εξακολουθεί να αποτελεί πολύτιμη πηγή και να παρέχει σημαντικά διδάγματα. Σε τελική ανάλυση, η μελέτη των ανθρώπων πρέπει να βασίζεται στην ιστορία και την ανθρώπινη εμπειρία –σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο που διασυνδέεται όλο και περισσότερο– και όχι σε παλιές, σχολαστικές αφηρημένες έννοιες, ασαφείς κανόνες ή αυθαίρετα συστήματα.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Lorenzo Forlani, “Orientalism at 45: Why Edward Said’s seminal book still matters”, Middle East Eye, 15 Σεπτεμβρίου 2023, https://www.middleeasteye.net/opinion/orientalism-edward-said-seminal-book-matters-still-why.
Ο Lorenzo Forlani είναι Ιταλός ανεξάρτητος δημοσιογράφος που ζει μεταξύ Ιταλίας και Λιβάνου. Πραγματοποιεί ρεπορτάζ για ιταλικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με την περιοχή της Μέσης Ανατολής εδώ και 15 χρόνια, με ιδιαίτερη έμφαση στις οριενταλιστικές αφηγήσεις, τη δυναμική της εξουσίας και της πολιτικής εκπροσώπησης, τη γεωπολιτική της περιοχής, καθώς και τις χώρες με τη σιιτική πλειονότητα και τα κινήματά τους.
Σημειώσεις
[1] Edward Said, Orientalism, Vintage Books, Νέα Υόρκη 1979. https://www.google.com/books/edition/Orientalism/npF5BAAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=orientalism&printsec=frontcover [Edward Said, Οριενταλισμός, Νεφέλη, Αθήνα 1996].
[2] Hamilton Alexander Rosskeen Gibb, Modern Trends in Islam, The University of Chicago Press, Σικάγο, Ιλινόις, 1947, σελ. 7, https://archive.org/details/in.ernet.dli.2015.5950/page/n23/mode/2up?view=theater&q=Arab.
[3] Samuel P. Huntington, «The Clash of Civilisations», Foreign Affairs, τόμος 72, τεύχος 3, καλοκαίρι, 1993, σσ. 22-49. https://www.jstor.org/stable/20045621.
[4] Gayatri Chakravorty Spivak, “‘Can the Subaltern Speak?’ revised edition, from the ‘History’ chapter of Critique of Postcolonial Reason”, στο Rosalind Morris (επιμ.), Can the Subaltern Speak? Reflections on the History of an Idea, Columbia University Press, 2010, σσ. 21-78. https://www.jstor.org/stable/10.7312/morr14384.
[5] Alain Gabon, “France’s cynical abaya ban reflects country’s twisted priorities”, Middle East Eye, 5 Σεπτεμβρίου 2023, https://www.middleeasteye.net/opinion/france-abaya-ban-reflects-twisted-priorities.
[6] Maha Akeel, “The case for gender equality in the Muslim world”, Al Jazeera, 26 Απριλίου 2017, https://www.aljazeera.com/opinions/2017/4/26/the-case-for-gender-equality-in-the-muslim-world.
[7] Clinton Bennett, “The Pioneer of Female Muslim Leaders”, Fondazione Oasis, 13 Ιανουαρίου 2021, https://www.oasiscenter.eu/en/pioneer-female-muslim-leaders-benazir-bhutto.
[8] Wendy Brown στο Talal Asad, Wendy Brown, Judith Butler, Saba Mahmood, Is Critique Secular? Blasphemy, Injury, and Free Speech, The Townsend Center for the Humanities University of California, Μπέρκλεϊ 2009. https://escholarship.org/content/qt84q9c6ft/qt84q9c6ft_noSplash_000185a71b8a299dc713c433a22cfa59.pdf?t=ku31qu.
[9] “Sudan’s Turabi – Muslim women can marry Christian or Jew”, Sudan Tribune, 11 Απριλίου 2006, https://sudantribune.com/article15563/.
[10] Sadik Jalal al-’Azm, “Orientalism and orientalism in reverse”, libcom.org, 3 Ιανουαρίου 2014, https://libcom.org/article/orientalism-and-orientalism-reverse-sadik-jalal-al-azm.
[11] Peyman Jafari, “Informing empire: comprador intellectuals in the age of Islamophobia. Review of Hamid Dabashi. Brows Skin, White Masks. London: Pluto Press, 2011”, https://www.academia.edu/5484771/Informing_empire_comprador_intellectuals_in_the_age_of_Islamophobia._Review_of_Hamid_Dabashi._Brows_Skin_White_Masks._London_Pluto_Press_2011.
[12] Alastair Bonnett, “The Critical Traditionalism of Ashis Nandy Occidentalism and the Dilemmas of Innocence”, Theory Culture & Society, 29(1), Ιανουάριος 2012, σσ. 138-157. https://www.researchgate.net/publication/258192003_The_Critical_Traditionalism_of_Ashis_Nandy_Occidentalism_and_the_Dilemmas_of_Innocence.

