Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021 00:35

Ο Πάουλ Λέβι και οι ρίζες της πολιτικής του Ενιαίου Μετώπου στην Κομμουνιστική Διεθνή

Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ο Πάουλ Λέβι είναι τέταρτος από αριστερά, ανάμεσα στον Τρότσκι και τον Ζινόβιεφ)

 

 

Daniel Gaido

 

 

Ο Πάουλ Λέβι και οι ρίζες της πολιτικής του Ενιαίου Μετώπου στην Κομμουνιστική Διεθνή

 

 

Κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων συνεδρίων της, που υπό τον Λένιν διεξάγονταν ετησίως (1919-22), η Κομμουνιστική Διεθνής πέρασε από δύο διακριτές φάσεις: Ενώ τα δύο πρώτα συνέδρια επικεντρώθηκαν σε προγραμματικές και οργανωτικές πτυχές της ρήξης με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (όπως οι «Θέσεις για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου»1, που υιοθετήθηκαν από το πρώτο συνέδριο, και οι 21 «Όροι εισόδου στην Κομμουνιστική Διεθνή»2, που υιοθετήθηκαν από το δεύτερο), το τρίτο συνέδριο, που συνήλθε μετά την πραξικοπηματική δράση, που είναι γνωστή ως «Δράση του Μάρτη» του 1921 στη Γερμανία, υιοθέτησε το σύνθημα «Προς τις μάζες!»3 ενώ το τέταρτο κωδικοποίησε αυτή τη νέα γραμμή στις «Θέσεις για την ενότητα ενός προλεταριακού μετώπου»4. Η επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε στα δύο πρώτα συνέδρια είχε αρχικά συνταχθεί από ηγέτες του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά η πρωτοβουλία για την υιοθέτηση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου προήλθε από το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Πάουλ Λέβι. Το άρθρο αυτό διερευνά τις ιστορικές συνθήκες που ανέδειξαν τους Γερμανούς κομμουνιστές σε πρωτοπόρους της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Στο παράρτημα κειμένων προσθέτουμε τις αγγλικές εκδόσεις δύο εγγράφων που συνέταξε ο Λέβι: την «Επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας» για το Πραξικόπημα του Καπ, με ημερομηνία 16 Μαρτίου 1920, και την «Ανοιχτή Επιστολή» του KPD της 8ης Ιανουαρίου 1921, η οποία έδωσε το έναυσμα για την τακτική του ενιαίου μετώπου.

 

Εισαγωγή

Το Πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1919, διατύπωσε τις «Θέσεις για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου», οι οποίες συνόψισαν το περιεχόμενο του περίφημου βιβλίου του Λένιν Κράτος και Επανάσταση – τις διαφορές που χώριζαν τους επαναστάτες από τον κοινοβουλευτικό ρεφορμισμό της Δεύτερης Διεθνούς. Αυτή η διάσπαση μεταξύ σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων, ιστορικά αναγκαία επειδή οι περισσότερες σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις είχαν περάσει στο στρατόπεδο του αστικού εθνικισμού με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον Αύγουστο του 1914, προσέλκυσε ωστόσο στο στρατόπεδο των επαναστατών, μια σειρά από πολιτικές τάσεις που, παρά τον διεθνισμό τους, δεν είχαν πολλά κοινά με τον μπολσεβικισμό – ζητώντας, μεταξύ άλλων, το μποϊκοτάζ των εκλογών και την εγκατάλειψη των ρεφορμιστικών συνδικάτων για λόγους αρχής. Αυτές οι υπεραριστερές τάσεις αποβλήθηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (Σύνδεσμος Σπάρτακος) κατά τη διάρκεια του δεύτερου συνεδρίου του, που πραγματοποιήθηκε στη Χαϊδελβέργη από τις 20 έως τις 24 Οκτωβρίου 1919, το οποίο υιοθέτησε τις «Κατευθυντήριες αρχές των κομμουνιστικών αρχών και τακτικών» (γνωστές και ως «Θέσεις της Χαϊδελβέργης») κατόπιν αιτήματος του Πάουλ Λέβι, πολιτικού κληρονόμου της Ρόζα Λούξεμπουργκ μετά τη δολοφονία της τον Ιανουάριο του 1920. Πέντε μήνες αργότερα, ο Λένιν πραγματοποίησε μια διεθνή εκστρατεία εναντίον αυτών των τάσεων με το βιβλίο του, Ο «Αριστερισμός». Παιδική αρρώστια του κομμουνισμού (Απρίλιος 1920). Οι «Θέσεις της Χαϊδελβέργης» είναι τώρα διαθέσιμες στα αγγλικά, μαζί με άλλα 25 έγγραφα του Πάουλ Λέβι, σε μια πρόσφατα εκδοθείσα ανθολογία που επιμελήθηκε ο David Fernbach και εκδόθηκε από το Historical Materialism, Book Series στο Brill5. Η ανθολογία του Λέβι, με τίτλο Στα βήματα της Ρόζα Λούξεμπουργκ [In the Steps of Rosa Luxemburg], είναι μια σημαντική προσθήκη στον αυξανόμενο αριθμό έργων στα αγγλικά σχετικά με τα κρίσιμα γεγονότα της γερμανικής επανάστασης,6 η αποτυχία της οποίας υπήρξε, μαζί με την αποτυχία της ιταλικής επανάστασης, η τελική αιτία του σταλινικού εκφυλισμού της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο τεράστιος ενθουσιασμός που προκάλεσε στις εργατικές μάζες η μπολσεβίκικη επανάσταση οδήγησε ορισμένες μαζικές οργανώσεις, όπως το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα [Partito socialista italiano, PSI] και το Ανεξάρτητο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας [Unabhängige Sozialdemokratische Partei Deutschlands, USPD], να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στην Κομμουνιστική Διεθνή. Στο βιβλίο του, Η Μόσχα του Λένιν, ο Αλφρέντ Ροσμέρ υπενθύμισε ότι, το 1920, «το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν, εκτός από το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τα δύο μεγάλα κόμματα στη Διεθνή».7 Αυτό, ωστόσο, δημιούργησε το πρόβλημα της αποπομπής των ηγετών της ρεφορμιστικής πτέρυγας αυτών των οργανώσεων, όπως του Έντουαρντ Μπερνστάιν, του Ρούντολφ Χίλφερντινγκ και του Καρλ Κάουτσκι στο USPD και του Φίλιππο Τουράτι στο PSI. Η πολιτική αυτή κωδικοποιήθηκε στους 21 «Όρους εισόδου στην Κομμουνιστική Διεθνή», που συντάχθηκαν από τον Λένιν και τον Ζινόβιεφ και υιοθετήθηκαν από το Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς τον Ιούλιο του 1920.

Η εκκαθάριση της Κομμουνιστικής Διεθνούς από τα οπορτουνιστικά και σεχταριστικά στοιχεία, ωστόσο, δεν ήταν παρά μια προϋπόθεση για το πρωταρχικό της καθήκον, που ήταν η κατάκτηση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης για την υπόθεση του κομμουνισμού. Ήταν απαραίτητο να αναπτυχθεί μια τακτική που θα επέτρεπε στις μάζες να ανακαλύψουν την πραγματική φύση των παραδοσιακών ηγεσιών τους και να προσεγγίσουν τον κομμουνισμό μέσα από τη δική τους εμπειρία. Την πρωτοβουλία για την ανάπτυξη της τακτικής του ενιαίου μετώπου δεν ανέλαβε το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα κατόπιν εντολής του Πάουλ Λέβι. Στην παρούσα εργασία αναλύουμε τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανάπτυξη της πολιτικής του ενιαίου μετώπου από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας κατά την περίοδο μεταξύ Μαρτίου 1920 και Ιανουαρίου 1921, καθώς και τους λόγους της επακόλουθης αποπομπής του Λέβι από το KPD και τη Διεθνή.

 

Η Γερμανική Επανάσταση, το Ιδρυτικό Συνέδριο του KPD, η Εξέγερση των Σπαρτακιστών και η Βαυαρική Σοβιετική Δημοκρατία

Η γερμανική επανάσταση8 πέρασε από τρεις μεγάλες φάσεις από τον Νοέμβριο του 1918 έως τον Οκτώβριο του 1923. Η πρώτη φάση ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1918, με μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την ανταρσία στο Κίελο των ναυτών του γερμανικού ναυτικού, την κατάρρευση του γερμανικού στρατού και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τη συγκρότηση συμβουλίων [Räte: σοβιέτ] από αντιπροσώπους των εργατών και των στρατιωτών, την παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ και την ανακήρυξη της δημοκρατίας. Ένα Εθνικό Συνέδριο των Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών [Reichskongress der Arbeiter und Soldatenräte], που πραγματοποιήθηκε από τις 16 έως τις 21 Δεκεμβρίου 1918, διαλύθηκε αφού ο ηγέτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος [Sozialdemokratische Partei Deutschlands, SPD], Φρίντριχ Έμπερτ, το έπεισε να παραδώσει την εξουσία σε μια αστική προσωρινή κυβέρνηση, που ειρωνικά ονομάστηκε, κατά το σοβιετικό παράδειγμα, Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων [Rat der Volksbeauftragten]. Σε αυτό το τελευταίο όργανο ανήκε επίσης, μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου 1918, το USPD, μια κεντριστική-πασιφιστική διάσπαση του SPD που δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1917, η οποία αρχικά περιλάμβανε επίσης τη Λίγκα του Σπάρτακου [Spartakusbund] της Ρόζας Λούξεμπουργκ.

Το ιδρυτικό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (Ένωση Σπάρτακος) [Kommunistische Partei Deutschlands (Spartakusbund), KPD(S)] που δημιουργήθηκε από τη αποχώρηση του Σπάρτακου από το USPD, πραγματοποιήθηκε από τις 30 Δεκεμβρίου 1918 έως την 1η Ιανουαρίου 1919. Σε αυτό το συνέδριο, μετά από αίτημα της Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Πάουλ Λέβι εκφώνησε μια ομιλία που καλούσε σε συμμετοχή του KPD(S) στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση που συνέταξε το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, όχι επειδή έτρεφε κοινοβουλευτικές αυταπάτες, αλλά για να φτάσει στους εργάτες ένα μήνυμα που θα έσπαγε την αντεπαναστατική συναίνεση γύρω από μια αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία ως εναλλακτική λύση στο συμβουλιακό κίνημα που βρισκόταν τότε σε εξέλιξη στη Γερμανία. Το ιδρυτικό συνέδριο του KPD(S) δυστυχώς απέρριψε αυτή τη θέση, καταδικάζοντας τον εαυτό του σε πολιτική απομόνωση σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας της Γερμανίας και του κόσμου.9

Τέσσερις ημέρες μετά το Ιδρυτικό Συνέδριο του KPD, στις 5 Ιανουαρίου 1919, η αποτυχημένη Σπαρτακιστική Εξέγερση [Spartakusaufstand] στο Βερολίνο κατέληξε στη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ από παραστρατιωτικές ομάδες [Freikorps] στις 15 Ιανουαρίου 1919. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου 1919, διεξήχθησαν οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση, που τελικά συγκλήθηκε στη Βαϊμάρη, μια επαρχιακή πόλη μακριά από την επαναστατική αναταραχή της πρωτεύουσας, οι οποίες επικύρωσαν τη θέση του Έμπερτ ως Reichspräsident [προέδρου του Ράιχ].

Ένα επακόλουθο της Σπαρτακιστικής Εξέγερσης ήταν η σειρά εξεγέρσεων που ήταν γνωστή ως Βαυαρική ή Σοβιετική Δημοκρατία του Μονάχου [Münchner Räterepublik], η οποία ξέσπασε μεταξύ 7 Απριλίου και 2 Μαΐου 1919, με αποκορύφωμα το σύντομο κομμουνιστικό καθεστώς υπό την ηγεσία του Όιγκεν Λεβινέ και του Μαξ Λέβιεν. Η καταστολή της Βαυαρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, η οποία έκλεισε την πρώτη φάση της γερμανικής επανάστασης, μετέτρεψε το Μόναχο σε φυτώριο για κάθε είδους δεξιές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανικής Εργατικής Παράταξης του Αδόλφου Χίτλερ (Nationalsozialistische Deutsche Arbeiterpartei, NSDAP). Ο Λέβι επέκρινε έντονα τη Βαυαρική Σοβιετική Δημοκρατία και το ρόλο των κομμουνιστών στη δεύτερη φάση της ως πράξη πολιτικού τυχοδιωκτισμού επιζήμια για τα συμφέροντα του προλεταριάτου.10 Το κείμενο αυτό, καθώς και η πολεμική με τον Καρλ Ράντεκ για τα «Μαθήματα της Ουγγρικής Επανάστασης»,11 αναδεικνύει τον Λέβι στο ρόλο που έπαιζε κυρίως κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου: αυτόν του σκληρού επικριτή των υπεραριστερών τάσεων (ο Λέβι τις αποκαλούσε «συνδικαλιστικές») μέσα στο KPD και τη Διεθνή. Οι υπεραριστεροί του KPD θα αποσχιστούν τελικά από αυτό, μετά την υιοθέτηση, με πρωτοβουλία του Λέβι, των «Κατευθυντήριων Αρχών των Κομμουνιστικών Αρχών και Τακτικών» από το Δεύτερο Συνέδριο του KPD και θα σχηματίσουν το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας [Kommunistische Arbeiterpartei Deutschlands, KAPD] στις 3 Απριλίου 1920.

 

Ο Πάουλ Λέβι και οι «Θέσεις της Χαϊδελβέργης» (24 Οκτωβρίου 1919)

Στις 20-24 Οκτωβρίου 1919 το KPD πραγματοποίησε το δεύτερο συνέδριό του στη Χαϊδελβέργη. Το συνέδριο ενέκρινε, με πρωτοβουλία του Πάουλ Λέβι, τις λεγόμενες «Θέσεις της Χαϊδελβέργης», που επίσημα ονομάστηκαν «Κατευθυντήριες αρχές των κομμουνιστικών αρχών και της τακτικής [Leitsätze über kommunistische Grundsätze und Taktik12.

Η κριτική του Λέβι προς τη συνδικαλιστική αριστερά του KPD(S) αναπτύχθηκε εκτενώς σε μια ομιλία του τον Οκτώβριο 1919 με τίτλο «Η πολιτική κατάσταση και το KPD», που εκφώνησε κατά τη διάρκεια του δεύτερου συνεδρίου του KPD(S).13 Το συνέδριο της Χαϊδελβέργης απέβαλε την υπεραριστερή τάση γύρω από τον Χάινριχ Λάουφενμπεργκ και τον Φριτς Βόλφχαϊμ, τους οποίους ο Λέβι αποκαλούσε «Αμβουργιανούς» – μια ομάδα που μετά την διαγραφή της θα διολισθαίνει προς τον «εθνικό μπολσεβικισμό» και τελικά προς την αριστερή πτέρυγα του Ναζιστικού Κόμματος. Έχει ενδιαφέρον για τους Αμερικανούς αναγνώστες, ότι σε αυτό το τμήμα ο Λέβι ασκεί δριμεία κριτική στην ιδέα της «γενικής εργατικής ένωσης», «την οποία οι Αμβουργιανοί εισήγαγαν ως κάτι ολοκαίνουργιο από την Αμερική»14 – μια αναφορά στο γεγονός ότι ο Βόλφχαϊμ είχε έρθει σε επαφή με τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου στην Καλιφόρνια το 1912-13. Στην πραγματικότητα, υποστήριξε ο Λέβι, «η ιδέα του “ενός μεγάλου συνδικάτου” προέκυψε στην Αγγλία με το Χαρτιστικό κίνημα και έπεσε στη λήθη μαζί με το ίδιο το Χαρτιστικό κίνημα».15 Οι συνδικαλιστικές τάσεις οδήγησαν τους Αμβουργιανούς να «ανακηρύξουν τον φεντεραλισμό {στμ ομοσπονδιακή μορφή} ως μορφή πολιτικής οργάνωσης». Ο φεντεραλισμός, ωστόσο, «σημαίνει θάνατο για την ενότητα και την αποφασιστικότητα του κόμματος και για την αποφασιστική πολιτική δράση του προλεταριάτου». Αυτό ήταν, κατά τη γνώμη του Λέβι, ακριβώς αυτό που ήθελαν να κάνουν οι Αμβουργιανοί – να αντικαταστήσουν το πολιτικό κόμμα ως επαναστατικό όργανο με «ένα μεγάλο συνδικάτο». Το κείμενο ολοκληρώνεται με τις επτά «Κατευθυντήριες αρχές των κομμουνιστικών αρχών και τακτικών», συνήθως γνωστές ως «Θέσεις της Χαϊδελβέργης», που στρέφονται κατά της «άποψης ότι η οικονομική επανάσταση οδηγεί σε πολιτική επανάσταση» και υποστηρίζουν την «αυστηρότερη συγκεντροποίηση» του κόμματος.16 Ο Pierre Broué υπογράμμισε τη σημασία των «Θέσεων της Χαϊδελβέργης» με τα ακόλουθα λόγια:

«Το ιδρυτικό συνέδριο του KPD (Σπαρτακιστές) την 1η Ιανουαρίου 1919 παρουσίαζε το θέαμα μιας οργάνωσης που έμοιαζε ελάχιστα με κόμμα και δεν είχε τίποτα κοινό με αυτό που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα στη Γερμανία. Με άλλα λόγια, το KPD(S), όταν σχηματίστηκε, ήταν ουσιαστικά και σπαρτακιστικό και [υπερ]αριστερό, μια ζωντανή αντίφαση. Ωστόσο, το Δεύτερο Συνέδριο, στη Χαϊδελβέργη τον Οκτώβριο του 1919, έδειξε μια βαθιά μεταμόρφωση, τουλάχιστον στη στάση της ηγετικής ομάδας. Τα ψηφίσματα ήταν η πρώτη συστηματική προσπάθεια να εξασφαλιστεί η υιοθέτηση των αρχών και της τακτικής των Μπολσεβίκων στη Ρωσία. Αυτό ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός σε σύγκριση με το Πρώτο Συνέδριο.»17

Η υιοθέτηση αυτών των θέσεων, οι οποίες ανέφεραν ότι το κόμμα δεν μπορούσε να παραιτηθεί για λόγους αρχής από τη συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές, ζητούσαν να σχηματιστούν κομμουνιστικά τμήματα στα γραφειοκρατικοποιημένα συνδικάτα και καταδίκαζαν κάθε είδους ομοσπονδιοποίηση στην κομματική οργάνωση, όπως πρότεινε η συνδικαλιστική πτέρυγα του KPD(S), οδήγησε στη διάσπαση αυτών των στοιχείων και στη δημιουργία της Kommunistische Arbeiterpartei Deutschlands (KAPD) στις 3 Απριλίου 1920. Ο ηγέτης του KAPD Όττο Ρύλε πίστευε ότι οι 21 όροι εισόδου στην Κομμουνιστική Διεθνή, που συντάχθηκαν από τον Λένιν και τον Ζινόβιεφ, αποτελούσαν μια ανανεωμένη εκδοχή των θέσεων που υιοθετήθηκαν από το Συνέδριο της Χαϊδελβέργης: «Ήταν μόνο ελαφρώς πιο γενικόλογα διατυπωμένες, θεωρητικά λίγο περιποιημένες και κάπως ενισχυμένες προς την κατεύθυνση του συγκεντρωτισμού και της δικτατορίας»18 – αν και θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ενώ οι «21 όροι εισόδου» στρέφονταν κυρίως κατά των κεντριστών ηγετών των κομμάτων που είχαν γίνει δεκτά στη Διεθνή ή είχαν ζητήσει την είσοδό τους σε αυτήν (όπως ο Τουράτι, ο Κάουτσκι, ο Χίλφερντινγκ κ.λπ.), οι «Θέσεις της Χαϊδελβέργης» στρέφονταν κατά των υπεραριστερών.

Η διάσπαση της Χαϊδελβέργης ήταν μια σοβαρή αιμορραγία για το KPD: σύμφωνα με τον Helmut Gruber «τα μέλη έπεσαν από 107.000 σε λιγότερο από το μισό αριθμό»19 – ένα βαρύ τίμημα που ο Λέβι ήταν διατεθειμένος να πληρώσει για χάρη της καταπολέμησης του σεχταρισμού. Προφανώς, θα ήταν λάθος να αποδώσουμε στον Λέβι οποιαδήποτε ανολοκλήρωτη ιδέα σχετικά με «λουξεμβουργιανό αυθορμητισμό».

Ο Καρλ Ράντεκ είχε υποστηρίξει τα ίδια επιχειρήματα με τον Λέβι πριν από το Συνέδριο της Χαϊδελβέργης, αποκαλώντας τις ιδέες της αντιπολίτευσης «ένα συνοθύλευμα αναρχισμού και συνδικαλισμού»20, αλλά αντιτάχθηκε στην πρωτοβουλία του Λέβι να διαγράψει την αναρχο-συμβουλιακή αριστερά από το KPD(S). Ο Ράντεκ υποστηρίχθηκε σε αυτό από τον Λένιν, ο οποίος υποστήριξε την παραμονή του KAPD ως «συμπαθόν μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς», αν και αργότερα περιέγραψε αυτή την απόφαση ως λάθος, δηλώνοντας στις 10 Ιουνίου 1921: «διακρίνω καθαρά το λάθος μου, που ψήφισα για την παραδοχή του KAPD. Πρέπει να διορθωθεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα και ολοκληρωμένα.»21

 

Το Πραξικόπημα του Καπ και τα «Εννέα σημεία των συνδικάτων» (19 Μαρτίου 1920)

Από τις 13 έως τις 17 Μαρτίου 1920 έλαβε χώρα το πραξικόπημα των Καπ-Λούττβιτς, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που προκλήθηκε από την απαίτηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών να διαλυθούν τα Freikorps {στμ: δεξιές εθελοντικές στρατιωτικές μονάδες}, ιδίως αυτά της Βαλτικής που είχαν πολεμήσει εναντίον του Κόκκινου Στρατού και είχαν καταλάβει τη Ρίγα τον Μάιο του 1919. Το πραξικόπημα απέτυχε λόγω της γενικής απεργίας που κηρύχθηκε με πρωτοβουλία του Καρλ Λέγκιεν, που ήταν επί χρόνια πρόεδρος της Σοσιαλδημοκρατικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας.

Ως αποτέλεσμα της γενικής απεργίας που οργανώθηκε ενάντια στο πραξικόπημα των Καπ-Λούττβιτς, η Γερμανία καλύφθηκε τον Μάρτιο του 1920 από ένα δίκτυο Εκτελεστικών Συμβουλίων [Vollzugsräte] που σχηματίστηκαν από τα εργατικά κόμματα και τα συνδικάτα. Στον αγώνα ενάντια στο πραξικόπημα, οι επιτροπές αυτές έπαιξαν το ρόλο επαναστατικών κέντρων, θέτοντας με πρακτικό τρόπο, κατά τη διάρκεια της ίδιας της γενικής απεργίας, το πρόβλημα της εξουσίας γενικά και το πιο άμεσο ζήτημα της φύσης της κυβέρνησης. Ο ηγέτης της σοσιαλδημοκρατικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, Καρλ Λέγκιεν, υποστήριξε ότι υπήρχε άμεση δυνατότητα σχηματισμού μιας (ρεφορμιστικής) εργατικής κυβέρνησης με εκπροσώπους των συνδικάτων και των δύο σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Στην πραγματικότητα, ούτε το USPD ούτε το KPD άδραξαν την ευκαιρία και δεν σχηματίστηκε μια τέτοια κυβέρνηση.

Ο Pierre Broué στην ιστορία της γερμανικής επανάστασης [The German Revolution 1917–1923], η οποία παραμένει το σημαντικότερο έργο για το θέμα, παρουσιάζει μια συμπυκνωμένη εκδοχή των «εννέα σημείων των συνδικάτων», που υποστηρίχθηκαν από τη Γενική Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων [Allgemeiner Deutscher Gewerkschaftsbund, ADGB] του Λέγκιεν, την Γενική Συνομοσπονδία Ανεξάρτητων Υπαλλήλων [Allgemeine freie Angestelltenbund, AfA] και την Γενική Ομοσπονδία Γερμανών Δημοσίων Υπαλλήλων [Allgemeine Deutsche Beamtenbund, ADB],22 τα οποία ο Λέγκιεν έθεσε ως όρο στην κυβέρνηση για τον τερματισμό της γενικής απεργίας στις 19 Μαρτίου 1920.23 Αυτή είναι η πλήρης εκδοχή, παρμένη από την Die Kommunistische Internationale, το γερμανόφωνο όργανο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς:

«Οι εκπρόσωποι των κυβερνητικών κομμάτων που συγκεντρώθηκαν εδώ θα υποστηρίξουν τις θέσεις τους στις κοινοβουλευτικές τους ομάδες:

1. Ότι, κατά τον επικείμενο σχηματισμό κυβερνήσεων στο Ράιχ και την Πρωσία, το προσωπικό θα επιλεγεί από τα κόμματα μετά από διαβούλευση με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργατών, των υπαλλήλων και των δημοσίων υπαλλήλων που συμμετείχαν στη γενική απεργία, και ότι οι οργανώσεις αυτές θα έχουν αποφασιστική επιρροή στην αναδιοργάνωση της οικονομικής και κοινωνικής νομοθεσίας, με σεβασμό των δικαιωμάτων του κοινοβουλίου.

2. Άμεση σύλληψη και τιμωρία όλων των ενόχων του πραξικοπήματος ή της ανατροπής των συνταγματικών κυβερνήσεων, καθώς και των δημοσίων υπαλλήλων που έχουν τεθεί στη διάθεση των παράνομων κυβερνήσεων.

3. Εκκαθάριση σε βάθος του συνόλου της δημόσιας διοίκησης και των διοικήσεων των επιχειρήσεων από τα αντεπαναστατικά πρόσωπα, ιδιαίτερα από αυτά που βρίσκονται σε ανώτερες θέσεις, και αντικατάστασή τους από αξιόπιστα πρόσωπα. Αποκατάσταση όλων των εκπροσώπων των οργανώσεων στο δημόσιο που διώκονται για την πολιτική και συνδικαλιστική τους δράση.

4. Ταχεία εφαρμογή της διοικητικής μεταρρύθμισης σε δημοκρατική βάση, με τη συμμετοχή των οικονομικών οργανώσεων των εργαζομένων, των υπαλλήλων και των δημόσιων υπαλλήλων.

5. Άμεση επέκταση των υφιστάμενων κοινωνικών νόμων και ψήφιση νέων, που θα εξασφαλίζουν πλήρη κοινωνική και οικονομική ισότητα για τους εργάτες, τους υπαλλήλους και τους κρατικούς αξιωματούχους. Ταχύτερη εισαγωγή ενός φιλελεύθερου νόμου για τη δημόσια διοίκηση.

6. Άμεση έναρξη της κοινωνικοποίησης σε όλες τις αναπτυγμένες βιομηχανίες, με βάση τις αποφάσεις της Επιτροπής Κοινωνικοποίησης, σε συνεννόηση με τις επαγγελματικές ενώσεις. Άμεση σύγκληση της Επιτροπής Κοινωνικοποίησης και ανάληψη του συνδικάτου άνθρακα και του συνδικάτου ποτάσας από το Ράιχ.

7. Αποτελεσματική συγκέντρωση και, αν χρειαστεί, απαλλοτρίωση όλων των διαθέσιμων τροφίμων και εντατικοποίηση της καταπολέμησης της τοκογλυφίας και της κερδοσκοπίας στις αγροτικές και αστικές περιοχές, εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων παράδοσης μέσω της ίδρυσης οργανισμών παράδοσης και της επιβολής κατάλληλων ποινών για κακόβουλες παραβιάσεις των υποχρεώσεων αυτών.

8. Διάλυση όλων των αντεπαναστατικών στρατιωτικών σχηματισμών που δεν είναι πιστοί στο Σύνταγμα και αντικατάστασή τους από σχηματισμούς που στρατολογούνται από τις τάξεις των αξιόπιστων δημοκρατών, ιδιαίτερα των οργανωμένων εργατών, υπαλλήλων και δημοσίων υπαλλήλων, χωρίς να θίγεται καμιά υπόσταση [Stand]. Κατά την αναδιοργάνωση αυτή, τα νόμιμα δικαιώματα που απέκτησαν τα στρατεύματα και τα σώματα ασφαλείας που παρέμειναν πιστά θα παραμείνουν ανέγγιχτα.

9. Παραίτηση [των υπουργών] Νόσκε και Χάινε, οι οποίοι έχουν ήδη υποβάλει τις προτάσεις παραίτησής τους.»24

Το κρίσιμο ζήτημα ήταν ο εξοπλισμός των εργατών και ο αφοπλισμός της αντεπανάστασης, όπως αναφέρεται στο σημείο 8.

 

Η κριτική του Πάουλ Λέβι στις σεχταριστικές θέσεις του KPD κατά τη διάρκεια του Πραξικοπήματος του Καπ (16-17 Μαρτίου 1920)

Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα του Καπ, ο Λέβι εξέτιε ποινή φυλάκισης στη φυλακή του Μόαμπιτ, από όπου αποφυλακίστηκε στις 24 Μαρτίου 1920. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή έμαθε την αντίδραση της Κεντρικής Επιτροπής στην κήρυξη της γενικής απεργίας από τα συνδικάτα: είχε υποστηρίξει ότι «η εργατική τάξη είναι ανίκανη να δράσει» και ότι «το προλεταριάτο δεν θα κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι του για τη κοινοβουλευτική δημοκρατία». Ο Λέβι έστειλε μια οργισμένη επιστολή που κατήγγειλε το περιεχόμενο των ανακοινώσεων που έγραψε η ηγεσία του KPD(S) στις 13 Μαρτίου 1920, η οποία δημοσιεύτηκε αργότερα στο Die Kommunistische Internationale. Αυτά είναι τα κυριότερα αποσπάσματα από αυτό το πολύ ενδιαφέρον κείμενο, που μεταφράζεται ολόκληρο στο παράρτημα του παρόντος άρθρου:

«Η ετυμηγορία μου: το KPD απειλείται από ηθική και πολιτική χρεοκοπία. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορούν άνθρωποι να γράφουν σε αυτή την κατάσταση προτάσεις όπως η ακόλουθη: “Η εργατική τάξη είναι ανίκανη να δράσει αυτή τη στιγμή. Είναι απαραίτητο να το πούμε ξεκάθαρα”. “Το γεγονός και μόνο ότι ο Λούττβιτς και ο Καπ πήραν τη θέση του Μπάουερ και του Νόσκε ... δεν άλλαξε άμεσα τίποτα ... στην κατάσταση της μεγάλης ταξικής πάλης”. [...] Αφού την πρώτη μέρα αρνήθηκε την ικανότητα [της εργατικής τάξης] να δράσει, την επόμενη μέρα το κόμμα βγάζει ένα φυλλάδιο [που γράφει]: “Τώρα το γερμανικό προλεταριάτο πρέπει επιτέλους να αναλάβει τον αγώνα για την προλεταριακή δικτατορία και την κομμουνιστική Σοβιετική Δημοκρατία”. Το φυλλάδιο στη συνέχεια μιλάει για … τη γενική απεργία (η εργατική τάξη είχε κριθεί ανίκανη να δράσει). Ταυτόχρονα (όταν η γενική απεργία είχε βγάλει τις μάζες από τα εργοστάσια) [το φυλλάδιο καλεί] σε εκλογές για σοβιέτ [Räte], [και στη σύγκληση ενός] κεντρικού σοβιετικού συνεδρίου. Εν ολίγοις, τα “μεγάλα κεφάλια” μας τσακίζουν οργανωτικά και πολιτικά το σβέρκο της γενικής απεργίας. Το κάνουν επίσης ηθικά. Το θεωρώ έγκλημα, να διαλύουν τώρα την [απεργιακή] δράση δηλώνοντας: “Το προλεταριάτο δεν θα κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι του για τη κοινοβουλευτική δημοκρατία”. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Αυτό είναι μια μαχαιριά στην πλάτη της μεγαλύτερης δράσης του γερμανικού προλεταριάτου!»25

Στη συνέχεια, ο Λέβι προχώρησε σε ορισμένες γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τη στάση που πρέπει να υιοθετείται σε τέτοιου είδους γεγονότα, που θυμίζουν τη στάση που υιοθέτησαν οι Μπολσεβίκοι πριν από την απόπειρα πραξικοπήματος του στρατηγού Κορνίλοφ:

«Πάντα πίστευα ότι ήμασταν ξεκάθαροι και σύμφωνοι στα εξής: Αν ξεσπάσει μια δράση –ακόμη και για τον πιο ηλίθιο στόχο! (η Επανάσταση του Νοέμβρη δεν είχε κανέναν λογικό στόχο, ή μάλλον δεν είχε κανέναν στόχο)– πρέπει να υποστηρίξουμε αυτή τη δράση, και να την ανυψώσουμε πάνω από τον ηλίθιο στόχο της μέσω των συνθημάτων μας, [έτσι ώστε] να φέρουμε τις μάζες πιο κοντά στον πραγματικό στόχο μέσω της κλιμάκωσης της δράσης! Και όχι να φωνάζουμε στην αρχή “δεν θα κουνήσουμε ούτε το δαχτυλάκι μας” αν δεν μας αρέσει ο στόχος. Ενδιάμεσα, πρέπει να βρεθούν συγκεκριμένα συνθήματα. Να πούμε στις μάζες τι πρέπει να γίνει την κατάλληλη στιγμή! Τα συνθήματα πρέπει, φυσικά, να κλιμακωθούν, [αλλά] να κλιμακωθούν σταδιακά. Η σοβιετική δημοκρατία έρχεται τελευταία, όχι πρώτη. Νομίζω ότι κανείς δεν σκέφτεται τώρα τις εκλογές των σοβιέτ. Το σύνθημα αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι μόνο: εξοπλισμός του προλεταριάτου.»26

Ενάντια στη μεταφυσική πεποίθηση της Κεντρικής Επιτροπής ότι μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση θα είχε πάντα την ίδια πολιτική, ο Λέβι υπέδειξε ότι ο χαρακτήρας της θα καθοριζόταν από τις κοινωνικές δυνάμεις στις οποίες στηριζόταν:

«Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αν, μετά την καταστολή του στρατιωτικού πραξικοπήματος, προκύψει ξανά μια κυβέρνηση Μπάουερ-Έμπερτ-Νόσκε, δεν θα είναι πλέον η παλιά, διότι θα έχει χάσει την υποστήριξή της από τη Δεξιά, όπως ακριβώς δεν ήταν πλέον η παλιά τον Ιανουάριο του 1919, αφού έχασε την υποστήριξή της από την Αριστερά. Επομένως, είναι επιτακτική ανάγκη τώρα να κάνουμε τα πάντα για να εντείνουμε τη δράση, ώστε να συντρίψουμε το πραξικόπημα χωρίς συμβιβασμούς! Αν πετύχουμε, κάθε μελλοντική « αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία» θα διολισθήσει προς τα αριστερά, γιατί θα χάσει το δεξί της έρεισμα. Μόνο τότε θα έρθει η ώρα που θα μπορέσουμε να αναπτυχθούμε! Τώρα χρειάζεται [να αναλάβουμε] δράση από κοινού –και με το SPD– [κρατώντας] τα συνθήματα ξεχωριστά και από το USPD. [...] Το πραξικόπημα σε κάθε περίπτωση [πρέπει να] συντριβεί, γιατί όλα τα υπόλοιπα θα προκύψουν σχεδόν αναγκαστικά [από την ήττα του]. Άμεσο σύνθημα: Ενάντια σε κάθε συμβιβασμό [μεταξύ της κυβέρνησης και των πραξικοπηματιών]!»27

Σε επιστολή που έγραψε την επόμενη μέρα, ο Λέβι διευκρίνισε αυτό το σύνθημα («Άμεση σύλληψη των ηγετών του πραξικοπήματος και καταδίκη τους από προλεταριακό δικαστήριο, γιατί ένα στρατιωτικό δικαστήριο [θα ήταν] αστείο»), προσθέτοντας:

«Αυτά που γράφει η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος στο φυλλάδιο της 16ης Μαρτίου [1920] είναι άχρηστα. Η “Σοβιετική Δημοκρατία” και το “Συνέδριο των Σοβιέτ” δεν είναι αιτήματα, εφόσον οι άνθρωποι δεν δουλεύουν για την εκπλήρωσή τους· πολύ περισσότερο που αυτά δεν είναι αιτήματα που [στρέφονται] εναντίον των αντιπάλων μας. “Κάτω η στρατιωτική δικτατορία!”, “Κάτω η αστική δημοκρατία!”, επίσης δεν είναι απεργιακά αιτήματα, αλλά φράσεις. Όσα συμπεριλήφθηκαν ως θετικά αιτήματα στο φυλλάδιο, και στη συνέχεια (γιατί;) διαγράφηκαν ξανά, ήταν επίσης άχρηστα. Όχι, “παραίτηση” της κυβέρνησης Καπ, αλλά “σύλληψή” της! Οι προδότες δεν “παραιτούνται”! Ο “αφοπλισμός του στρατού”! Αυτή τη στιγμή αυτό είναι ανοησία, γιατί αυτό το αίτημα οδηγεί τα τμήματα του στρατού που είναι εναντίον του πραξικοπήματος στο άλλο στρατόπεδο. Αυτή η απαίτηση στρέφεται εναντίον ενός μέρους των δυνάμεων στις οποίες το προλεταριάτο πρέπει να υπολογίζει κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η άμεση κατάσχεση των όπλων της αστικής τάξης, η δημιουργία ενός εργατικού στρατού, είναι και τα δύο αιτήματα που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από τη μια μέρα στην άλλη, η υλοποίησή τους χρειάζεται εβδομάδες – επομένως [δεν είναι] απεργιακά αιτήματα.»28

Ο Λέβι ολοκληρώνει την επιστολή του με μια σειρά πρακτικών υποδείξεων σχετικά με τις δραστηριότητες που έπρεπε να αναλάβει το κόμμα:

«(1.) Μια φορά την ημέρα, ή δύο φορές, ανάλογα με την κατάσταση, ένα γενικό φυλλάδιο – όχι ένα “κομμουνιστικό εγχειρίδιο”, αλλά τέσσερις προτάσεις για την κατάσταση, μια πρόταση που περιέχει το συμπέρασμα και τα απεργιακά αιτήματα. Ειδικότερα, [το φυλλάδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει] κριτική στην απεργιακή ηγεσία, η οποία θα θέλει να έρθει σε συμφωνία [με τους ηγέτες του πραξικοπήματος]. [Θα πρέπει επίσης να εκδώσουμε] ένα φυλλάδιο για τους στρατιώτες. Ένα φυλλάδιο για το SPD. Ένα φυλλάδιο για τους δημόσιους υπαλλήλους, γραμμένο με επεξηγηματικό τρόπο. Ένα φυλλάδιο για τους εργαζόμενους στους σιδηροδρόμους, τα ταχυδρομεία και τους τηλεγραφητές. (2.) Εντατικοποίηση της δράσης. Συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις στο πάρκο Τρεπτόβερ [στο Βερολίνο]. Όχι συγκρούσεις. (3.) [Στρατιωτική] άσκηση στελεχών, έστω και χωρίς όπλα. Όταν τα στρατεύματα που έρχονται από έξω συγκρούονται με τα τοπικά στρατεύματα, η πόλη δεν πρέπει να παραμείνει σιωπηλή.»29

Η δημοσίευση της επιστολής του Λέβι στην εφημερίδα Die Kommunistische Internationale δείχνει σαφώς ότι η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν τότε πρόθυμη να υιοθετήσει μια χαλαρή θέση σχετικά με τις παραβιάσεις της κομματικής πειθαρχίας, εφόσον αυτές εξυπηρετούσαν την καταπολέμηση των σεχταριστικών τάσεων στα εθνικά της τμήματα. Αυτή η υποστήριξη της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς στον αγώνα του ενάντια στις υπεραριστερές τάσεις στο KPD σίγουρα ενθάρρυνε τον Λέβι να κάνει το επόμενο βήμα του, το οποίο θα προκαλούσε πολλές αντιδράσεις στο ίδιο του το κόμμα και στην ίδια τη Διεθνή.

 

Ο Πάουλ Λέβι και η «Διακήρυξη της «Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης» του KPD (23 Μαρτίου 1920)

Με προτροπή του Λέβι, στις 26 Μαρτίου 1920 το KPD(S) δημοσίευσε στην εφημερίδα Die Rote Fahne μια Διακήρυξη «Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης» απέναντι στην (ρεφορμιστική) εργατική κυβέρνηση που πρότεινε ο Λέγκιεν μετά το Πραξικόπημα του Καπ. Η Διακήρυξη ήταν μια πρωτοποριακή προσπάθεια εφαρμογής ενός κεντρικού μεταβατικού συνθήματος, δηλαδή της υποστήριξης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της δημιουργίας μιας κυβέρνησης από ρεφορμιστικά εργατικά κόμματα και οργανώσεις – μια τακτική που θα υιοθετηθεί επίσημα από την Κομμουνιστική Διεθνή στο τέταρτο συνέδριό της το 1922.30 Η Διακήρυξη δεν έχει μέχρι σήμερα δημοσιευτεί στα αγγλικά – αυτή είναι η πλήρης μετάφραση, βασισμένη στην «Erklärung der Zentrale der KPD», Die Rote Fahne, 23 Μαρτίου 1920:31

«1. Το στρατιωτικό πραξικόπημα των Καπ-Λούττβιτς σημαίνει την κατάρρευση του συνασπισμού αστών και σοσιαλιστών.32 Ο προλεταριακός αγώνας ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία ήταν αγώνας ενάντια στον συνασπισμό αστών και σοσιαλιστών και ο σκοπός του είναι να αυξήσει την πολιτική δύναμη της εργατικής τάξης μέχρι την πλήρη εξάλειψη της αστικής τάξης.

2. Η προλεταριακή δικτατορία μπορεί να εγκαθιδρυθεί μόνο ως δικτατορία των κρίσιμων τμημάτων του προλεταριάτου και απαιτεί ένα ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα, υποστηριζόμενο από την επαναστατική συνείδηση του εργαζόμενου πληθυσμού, το οποίο να είναι αφοσιωμένο στη δικτατορία του προλεταριάτου.

3. Το σημερινό στάδιο του αγώνα, όπου το προλεταριάτο εξακολουθεί να μην έχει στη διάθεσή του επαρκή στρατιωτική δύναμη, όπου το πλειοψηφικό σοσιαλιστικό κόμμα έχει ισχυρή πνευματική επιρροή στους δημόσιους υπαλλήλους, τους υπαλλήλους και ορισμένα τμήματα των εργαζομένων, όπου το USPD έχει πίσω του την πλειοψηφία της εργατικής τάξης των πόλεων, αποτελεί ένδειξη ότι τα αντικειμενικά θεμέλια για την προλεταριακή δικτατορία δεν υπάρχουν σήμερα.

4. Για την περαιτέρω κατάκτηση των προλεταριακών μαζών για το κομμουνισμό, μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι πολιτικές ελευθερίες να μπορούν να ασκούνται χωρίς περιορισμούς και η αστική δημοκρατία δεν θα μπορεί να λειτουργεί ως δικτατορία του κεφαλαίου, είναι, από την άποψη της ανάπτυξης της προλεταριακής δικτατορίας, εξαιρετικά σημαντική για την περαιτέρω κατάκτηση των προλεταριακών μαζών στο πλευρό του κομμουνισμού.

5. Το KPD θεωρεί ότι ο σχηματισμός μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης που αποκλείει τα αστικά-καπιταλιστικά κόμματα αποτελεί επιθυμητή προϋπόθεση για την αυτοεπιβεβαίωση των προλεταριακών μαζών και την ωρίμανσή τους για την άσκηση της προλεταριακής δικτατορίας. Θα παίξει απέναντι στην κυβέρνηση το ρόλο της νομιμόφρονης αντιπολίτευσης, εφόσον η κυβέρνηση παρέχει εγγυήσεις για την πολιτική δραστηριότητα της εργατικής τάξης, εφόσον καταπολεμά την αστική αντεπανάσταση με όλα τα μέσα που διαθέτει και δεν εμποδίζει την κοινωνική και οργανωτική ενίσχυση της εργατικής τάξης.

Με τον όρο “νομιμόφρονη αντιπολίτευση” εννοούμε: καμία προετοιμασία για βίαιη επανάσταση, διατηρώντας προφανώς την ελευθερία του κόμματος στην πολιτική αγκιτάτσια για τους στόχους και τα συνθήματά του.»

Η «Διακήρυξη της “Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης”» προς τη ρεφορμιστική εργατική κυβέρνηση που πρότεινε ο ηγέτης της σοσιαλδημοκρατικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας Καρλ Λέγκιεν απορρίφθηκε από την Zentrale του KPD(S) με δώδεκα ψήφους έναντι οκτώ,33 και καταπολεμήθηκε επίσης στην Κομμουνιστική Διεθνή από τον Μπέλα Κουν, τον Νικολάι Μπουχάριν και τον Καρλ Ράντεκ.34 Ωστόσο, υποστηρίχθηκε κριτικά από τον Λένιν στο έργο του, «Αριστερισμός»: Παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού, όπως θα δούμε αμέσως.

Οι λόγοι για την υιοθέτηση αυτής της τακτικής εκτίθενται σε ένα άρθρο για το Πραξικόπημα του Καπ που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Die Kommunistische Internationale με το ψευδώνυμο Spartakus, αλλά γράφτηκε από τον Πολωνό κομμουνιστή Μιετσισλάβ Μπρόνσκι, ο οποίος υποστήριζε τη θέση του Λέβι.35 Υποστήριζε ότι η διαμάχη για τη «Διακήρυξη της “Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης”» στο KPD ήταν «μια διαμάχη για την τακτική»:

«Πρόκειται για το ερώτημα: μπορεί να είναι καθήκον του Κομμουνιστικού Κόμματος να συμφωνήσει κατά τη διάρκεια ενός αγώνα σε μια συμβιβαστική πρόταση, η οποία αντιπροσωπεύει μια βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση, αλλά απέχει πολύ από το να ανταποκρίνεται στους στόχους και τα συνθήματα του κόμματος; Στους επικριτές που λένε ότι η χρονική στιγμή της Διακήρυξης της Κεντρικής Επιτροπής ήταν ακατάλληλη, δηλαδή πρόωρη, μπορούμε μόνο να πούμε: η Διακήρυξη δεν ήταν μια πρωτοβουλία του KPD, αλλά είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που τέθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα από την αριστερή πτέρυγα του USPD.»36

Όσον αφορά το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας –την αντικατάσταση της κυβέρνησης Έμπερτ-Μπάουερ από «μια κυβέρνηση Χίλφερντινγκ-Λέγκιεν»37– ο Μπρόνσκι εξήγησε την πολιτική λογική του Λέβι ως εξής:

«Αν η δεξιά πτέρυγα του USPD είχε σχηματίσει, μαζί με την αριστερή πτέρυγα των Σοσιαλιστών της Πλειοψηφίας [SPD], μια αμιγώς σοσιαλιστική κυβέρνηση, αυτό δεν θα σήμαινε σε καμία περίπτωση την χαλιναγώγηση των μαζών που βρίσκονται υπό την επιρροή της αριστερής πτέρυγας του USPD από την ηγεσία της δεξιάς πτέρυγας, όπως έχει υποστηριχθεί, αλλά αντίθετα, το αποτέλεσμα θα ήταν μια συστημική ώθηση των εργαζομένων που βρίσκονται τώρα υπό την αιγίδα του USPD στην τροχιά του KPD. Θα ήταν μια ευκαιρία να αφήσουν τους Χίλφερντινγκ και τους Κάουτσκι να καταστραφούν στα μάτια των μαζών από την πρακτική τους δραστηριότητα, όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Πλειοψηφίας έχει πράγματι εκτεθεί και καταστραφεί από την κυβερνητική του δραστηριότητα.»38

Το κείμενο καθησύχαζε εκείνους τους αγωνιστές του κόμματος που φοβόντουσαν ότι το KPD θα έδενε τα χέρια του «παίζοντας το ρόλο της μαίας στην δημιουργία μιας τέτοιας αμιγώς σοσιαλιστικής κυβέρνησης» και μάλιστα «υποσχόμενοι νομιμότητα» σε αυτήν:

«Θα πρέπει λοιπόν να πούμε ότι συμπεριφερόμαστε άκριτα απέναντι στη λεγόμενη αμιγώς σοσιαλιστική κυβέρνηση, ότι περιμένουμε από αυτήν τη λύση σε όλα τα προβλήματα, ότι πιστεύουμε ότι αυτή η κυβέρνηση είναι σε θέση να υλοποιήσει τον σοσιαλισμό, όπως τον αντιλαμβανόμαστε; Καθόλου! Αντιθέτως! Η σοσιαλιστική κυβέρνηση που προσπαθεί να καταργήσει την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με δημοκρατικό τρόπο, βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου η χρεοκοπία της είναι αναπόφευκτη. Δεν θα είναι σε θέση να πραγματοποιήσει στα σοβαρά την κοινωνικοποίηση. Δεν θα μπορέσει να αποκρούσει πλήρως και σοβαρά την ανεργία και τον πληθωρισμό. Αλλά αυτό που μπορεί και πρέπει να κάνει σε βάθος είναι να δώσει το παράδειγμα της αδυναμίας επίτευξης του σοσιαλισμού χωρίς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτή η διδασκαλία είναι τόσο πολύτιμη για την ενδελεχή ιδεολογική προετοιμασία της εργατικής τάξης για τη σοβιετική δικτατορία, ώστε έχουμε κάθε λόγο να δημιουργήσουμε αυτή την πολιτική κατάσταση, ακριβώς από τη σκοπιά του κόμματος που στέκεται με συνέπεια στο έδαφος της προλεταριακής δικτατορίας.»39

Η λογική της τακτικής της «καθαρής σοσιαλιστικής κυβέρνησης» ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη του συνθήματος των Μπολσεβίκων, «Κάτω οι δέκα καπιταλιστές υπουργοί!», κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης:

«Επίσης στη Ρωσία, μετά το πραξικόπημα του Κορνίλοφ, υπήρξε μια κατάσταση όπου το Μπολσεβίκικο Κόμμα κάλεσε την κυβέρνηση Κερένσκι να διαλύσει τον συνασπισμό με την αστική τάξη, οπότε το κόμμα υποσχέθηκε να μην ανατρέψει την κυβέρνηση με βίαια μέσα. Ωστόσο, ο Κερένσκι και οι μενσεβίκοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον συνασπισμό με την αστική τάξη και τότε έπρεπε να αποδεχτούν τις συνέπειες της πολιτικής τους.»40

Είναι ενδιαφέρον ότι το κείμενο χρησιμοποιεί την έκφραση «Ενιαίο Μέτωπο» [“Einheitsfront”], η οποία επανεμφανίζεται στο άρθρο της Κλάρα Τσέτκιν για το Πραξικόπημα του Καπ, που γράφτηκε λίγο αργότερα.41

 

Ο Λένιν σχετικά με τη «Διακήρυξη της “Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης”» του Λέβι (Απρίλιος 1920)

Στο παράρτημα του έργου του, «Αριστερισμός»: Παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού, ο Λένιν έγραψε:

«Η δήλωση αυτή είναι απόλυτα σωστή και ως προς το βασικό επιχείρημα όσο και ως προς το πρακτικό της συμπέρασμα. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι τούτη τη στιγμή δεν υπάρχει η “αντικειμενική βάση” για τη δικτατορία του προλεταριάτου, γιατί η “πλειοψηφία των εργατών της πόλης” ακολουθεί τους Ανεξάρτητους. Συμπέρασμα: υπόσχεση “νομιμόφρονης αντιπολίτευσης” (δηλαδή, παραίτηση από την προετοιμασία “βίαιης ανατροπής”) στη “σοσιαλιστική κυβέρνηση, με αποκλεισμό των αστικών-καπιταλιστικών κομμάτων”.

Η τακτική αυτή στη βάση της είναι αναμφισβήτητα σωστή. Ωστόσο αν και όμως δεν πρέπει να στεκόμαστε σε μικροανακρίβειες της διατύπωσης, δεν μπορούμε να αποσιωπούμε το γεγονός ότι δεν μπορεί να ονομάζει κανείς “σοσιαλιστική” (σ’ επίσημη δήλωση του Κομμουνιστικού Κόμματος) μια κυβέρνηση σοσιαλπροδοτών, πως δεν μπορεί να μιλά κανείς για αποκλεισμό των “αστικών-καπιταλιστικών κομμάτων”, όταν τα κόμματα αυτά και των Σάιντεμαν και των κυρίων Κάουτσκι – Κρίσπιν είναι μικροαστικά-δημοκρατικά, δεν μπορεί να γράφει κανείς τέτοια πράγματα, σαν την παράγραφο 4 της δήλωσης που λέει:

“...Για την περαιτέρω κατάκτηση των προλεταριακών μαζών για το κομμουνισμό, μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι πολιτικές ελευθερίες να μπορούν να ασκούνται χωρίς περιορισμούς και η αστική δημοκρατία δεν θα μπορεί να λειτουργεί ως δικτατορία του κεφαλαίου είναι, από την άποψη της ανάπτυξης της προλεταριακής δικτατορίας, εξαιρετικά σημαντική για την περαιτέρω κατάκτηση των προλεταριακών μαζών στο πλευρό του κομμουνισμού....”.

Τέτοια κατάσταση δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Οι μικροαστοί αρχηγοί, οι Γερμανοί Χέντερσον (Σάιντεμαν) και Σνόουντενς (Κρίσπιν), δεν βγαίνουν και δεν μπορούν να βγουν έξω από τα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, η οποία, με τη σειρά της, δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά δικτατορία του κεφαλαίου. Αυτά τα λαθεμένα από άποψη αρχών και πολιτικά επιζήμια πράγματα δεν θα έπρεπε καθόλου να γράφονται από την άποψη της επίτευξης του πρακτικού αποτελέσματος που επιδίωκε πολύ σωστά να επιτύχει η ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος. Γι’ αυτό ήταν αρκετό να πει κανείς (αν θέλει να είναι κοινοβουλευτικά ευγενής): όσο η πλειοψηφία των εργατών της πόλης ακολουθεί τους Ανεξάρτητους, εμείς οι κομμουνιστές δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα για να εμποδίσουμε αυτούς τους εργάτες να λυτρωθούν από τις τελευταίες τους μικροαστικές-δημοκρατικές (δηλ. επίσης “αστικο-καπιταλιστικές”) αυταπάτες, περνώντας μέσα από την εμπειρία να έχουν μια “δικιά τους” κυβέρνηση. Αυτό είναι αρκετό για να στηριχθεί ένας συμβιβασμός, που πραγματικά είναι απαραίτητος και που πρέπει να συνίσταται στην παραίτηση για ορισμένο χρονικό διάστημα από τις προσπάθειες βίαιης ανατροπής της κυβέρνησης, που της έχει εμπιστοσύνη η πλειοψηφία των εργατών της πόλης. Στην καθημερινή όμως μαζική ζύμωση, που δεν περιορίζεται από τα πλαίσια της επίσημης, της κοινοβουλευτικής ευγένειας, θα μπορούσαμε βέβαια, να προσθέσουμε: οι παλιάνθρωποι σαν τον Σάιντεμαν και οι φιλισταίοι σαν τους Κάουτσκι – Κρίσπιν, ας αποκαλύψουν στην πράξη πόσο είναι γελασμένοι οι ίδιοι και πόσο ξεγελούν και τους εργάτες· η “καθαρή” τους κυβέρνηση θα “κάνει πιο καθαρά” αυτή τη δουλειά του “καθαρίσματος” των στάβλων του Αυγείου του σοσιαλισμού, του σοσιαλδημοκρατισμού και των άλλων μορφών της κοινωνικής προδοσίας.»42

Παραθέσαμε αυτούσια τα αποσπάσματα του Λένιν σχετικά με τη «Διακήρυξη της “Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης”» του Λέβι για να δείξουμε την κριτική του υποστήριξη των πολιτικών πρωτοβουλιών του Λέβι κατά τη διάρκεια του 1919 και του 1920.

 

Ο Πάουλ Λέβι στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ιούλιος-Αύγουστος 1920)

Η ευκαιρία να μετατραπεί το πραξικόπημα του Καπ σε ένα βήμα προς τα εμπρός για τη γερμανική επανάσταση χάθηκε εξαιτίας των αριστερών οργανώσεων. Παρ’ όλα αυτά, η μαζική γενική απεργία κατά του πραξικοπήματος σηματοδότησε την έναρξη ενός νέου κύματος εργατικής κινητοποίησης. Οι μήνες Μάρτιος-Απρίλιος 1920 ήταν επίσης μάρτυρες του αγώνα του λεγόμενου «Κόκκινου Στρατού του Ρουρ [Rote Ruhrarmee]» ενάντια στα Freikorps και το στρατό. Στις εκλογές του Ράιχσταγκ που διεξήχθησαν τον Ιούνιο του 1920, ο Λέβι και η Τσέτκιν εξελέγησαν και το KPD συγκέντρωσε περισσότερες από 442.000 ψήφους. Σύμφωνα με τον Χέλμουτ Γκρούμπερ:

«Το USPD, το οποίο ο Λέβι θεωρούσε ως τη μελλοντική πηγή κομμουνιστικής δύναμης, έλαβε 4,9 εκατομμύρια ψήφους. Οι ψήφοι του SPD μειώθηκαν σε 5,6 εκατομμύρια από τα 11,5 εκατομμύρια που είχαν συγκεντρωθεί το 1919. Τον Ιούλιο [1920] ο Λέβι αναχώρησε για το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν στη Μόσχα με μεγάλες ελπίδες να κερδίσει την έγκριση του προγράμματός του. Τέσσερις εκπρόσωποι του USPD είχαν προσκληθεί ως παρατηρητές. Κατά τη συζήτηση της έκθεσης του Λέβι προς το Συνέδριο, οι ενέργειές του έγιναν δεκτές ως σωστές.»43

Στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Λέβι παρενέβη προσωπικά έξι φορές, την πρώτη στην εναρκτήρια συνεδρίαση της 19ης Ιουλίου και την τελευταία στην καταληκτική συνεδρίαση της 4ης Αυγούστου. Υπερασπίστηκε την τακτική που υιοθετήθηκε στο συνέδριο της Χαϊδελβέργης με τα ακόλουθα λόγια:

«Το Κόμμα θα μαραζώσει και θα μετατραπεί σε σέχτα αν παραμελήσει να βρει τρόπους με τους οποίους θα μπορέσει να διεισδύσει στη ζωή των επαναστατημένων μαζών. [...] Το κύριο ερώτημα για μας είναι πώς θα βρούμε το δρόμο προς τις μάζες, και είμαι της γνώμης ότι πρέπει να δοκιμάσουμε όλους τους δρόμους που οδηγούν προς τις μάζες. Αυτοί είναι τα συνδικάτα, τα εργατικά συμβούλια, όπου προκύπτουν τέτοιες οργανώσεις, το πεδίο της κοινοβουλευτικής μάχης και ακόμη και οι μη κομματικές οργανώσεις στο βαθμό, τουλάχιστον, που αναπτύσσονται μέσα από το υπέδαφος της κοινωνικής ζωής, μέσα από την κοινωνική και οικονομική διαστρωμάτωση της κοινωνίας. Εξαιτίας αυτών των επιφυλάξεων νομίζω ότι πρέπει να διαφωνήσω με τον κύριο ομιλητή όταν λέει στο σημείο έξι των Θέσεων: “Οι κομμουνιστές υποστηρίζουν με κάθε τρόπο τη συγκρότηση πλατιών, μη κομματικών οργανώσεων εργαζομένων εκτός από το Κομμουνιστικό Κόμμα”.»44

Ο Λέβι ανησυχούσε ότι αυτό θα οδηγούσε στην αναβίωση των προσπαθειών για τη δημιουργία «κόκκινων συνδικάτων», όπως αυτά που υποστήριζαν οι πρώην αντίπαλοί του, οι οποίοι τώρα ήταν συγκεντρωμένοι στο KAPD:

«Μου φαίνεται ότι κάτι πρέπει να ειπωθεί σχετικά με αυτήν την δήλωση, έτσι ώστε η δημιουργία παρατάξεων εργατικών και μη κομματικών εργατικών οργανώσεων να μην γίνει απλά ένα παιχνίδι και να μην δημιουργήσουμε νέες οργανωτικές μορφές που δεν αναπτύσσονται αποκλειστικά και μόνο από τις οικονομικές και κοινωνικές αναγκαιότητες. Πρέπει να είμαστε στον ύψιστο βαθμό προσεκτικοί στη διαμόρφωση νέων οργανώσεων, και όπου υπάρχουν τέτοιες οργανώσεις πρέπει να αποφεύγουμε την αυθαίρετη και άνευ όρων εξάπλωσή τους. Λέγοντας αυτό σκέφτομαι ιδιαίτερα τη Γερμανία, όπου τα συνδικάτα έχουν αυξηθεί σε σχεδόν 9 εκατομμύρια μέλη και όπου παρ’ όλα αυτά υπήρχαν σύντροφοι που πήγαν τόσο μακριά στην προσπάθεια για νέες μορφές οργάνωσης που επιχείρησαν να παραπλανήσουν εμάς τους κομμουνιστές ώστε να εγκαταλείψουμε αυτό το μεγάλο πεδίο δράσης.»45

Από την άλλη πλευρά, στην πολεμική του με τους εκπροσώπους του USPD, ο Λέβι επεσήμανε ότι το κόμμα δεν μπορούσε απλώς να σταθεί στο πλευρό των μαζών, αλλά έπρεπε να τις οδηγήσει στην επαναστατική κατάληψη της εξουσίας:

«Ποιο είναι πραγματικά το βαθύτερο νόημα των αντιπαραθέσεων με τον Ντίττμαν και τον Κρίσπιες που έλαβαν χώρα χθες; Είναι το γεγονός ότι επαναλαμβανόταν μέχρι που κουραστήκαμε από αυτό: “Είχαμε σχέση με τις μάζες, σταθήκαμε εκεί που στέκονταν οι μάζες, η στάση μας εγκρίθηκε από τις μάζες”. Αυτό είναι ένα αστείο-θεμελιώδες λάθος σχετικά με το ρόλο του κόμματος απέναντι στις μάζες. Διότι, όσο αληθές και αν είναι ότι το κόμμα δεν μπορεί να διεξάγει τον επαναστατικό αγώνα χωρίς τις μάζες, είναι εξίσου μοιραίο για ένα κόμμα να περιορίζεται διαρκώς στο να ρωτάει “Τι κάνουν οι μάζες;” και σε κάθε σημείο να λέει μόνο ό,τι θα κολακεύει τις μάζες. Αυτή ήταν ούτως ή άλλως μέχρι τώρα η πολιτική μέθοδος του USPD, το οποίο μάλιστα καυχιόταν για το γεγονός ότι σε κάθε σημείο εκπροσωπούσε μόνο αυτό που ήθελαν οι μάζες. Έτσι, η ιστορία του είναι μια ιστορία λαθών και αποτυχιών, η ιστορία της αποτυχίας των γερμανικών μαζών γενικά. Όπου απέτυχαν οι μάζες, απέτυχαν και οι Γερμανοί Ανεξάρτητοι. Όπου οι μάζες δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, οι Ανεξάρτητοι δεν τις προέτρεψαν να γίνουν δυνατές, αλλά έγιναν αδύναμοι μαζί με τις μάζες.»46

Ο Λέβι επέκρινε το «Πρόγραμμα Δράσης» του USPD επειδή είναι τόσο ευρύ που ο καθένας θα μπορούσε να «συμφωνήσει» με αυτό, προσθέτοντας: “αντί για ένα πρόγραμμα δράσης που μπορεί να περιλαμβάνει τον Χίλφερντινγκ και τον Στόκερ και αποτελείται μόνο από φράσεις, δώστε μας ένα πραγματικό πολιτικό πρόγραμμα». Η Κομμουνιστική Διεθνής έπρεπε να αναγκάσει τους ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας του USPD να πουν στις μάζες ξεκάθαρα τι ήθελαν:

«Και νομίζω ότι αυτό θα είναι το κύριο καθήκον του Συνεδρίου, να μιλήσει με σαφή και κατανοητά λόγια στους Γερμανούς εργάτες που μας συμπαθούν και να τους πει τι, πού και πώς είναι η δεξιά πτέρυγα που μέχρι τώρα κρυβόταν τόσο επιδέξια βρίσκοντας επαναστατικές φράσεις όταν οι μάζες τις χρειάζονταν. Σε αυτό το πλαίσιο έχω αντιληφθεί, μέχρι τώρα, τον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς Ανεξάρτητους. Πρέπει να εκφράσουμε με σαφή λόγια την κριτική που ασκούν οι άνθρωποι στις γραμμές του USPD και που ακόμη δεν έχουν βρει το θάρρος και τη δύναμη να εκφράσουν, το αίσθημα της ζοφερής δυσαρέσκειας, της αναζήτησης πέρα από το πλαίσιο που το USPD έχει παράσχει μέχρι σήμερα. Έτσι πρέπει να υπηρετήσουμε το κόμμα μας και τις μάζες του USPD και να συνεχίσουμε την κριτική μας. Πρέπει να πούμε στις μάζες αυτά που δεν έχουν ακούσει ακόμα από τους δικούς τους ηγέτες, ακόμα και από τους αριστερούς.»47

Στην πολεμική του με τον Ολλανδό αντιπρόσωπο Βίνκοοπ, ο οποίος είχε αντιταχθεί στο γεγονός ότι τέσσερις εκπρόσωποι του USPD είχαν προσκληθεί στο Συνέδριο, ο Λέβι έκανε μια δήλωση της οποίας η πλήρης σημασία θα γινόταν σαφής μόνο μετά τη «Δράση του Μάρτη»:

«Υιοθετεί το επιχείρημα της αριστερής πτέρυγας του USPD, το οποίο συνεχώς πολεμούσαμε. Αυτή η πτέρυγα λέει επίσης πάντα: “Δεν θέλουμε να αποκαλύψουμε τις διαφορές μας, δεν θέλουμε να πούμε τίποτα γι’ αυτές όταν είναι παρόντες άλλοι”. Λέμε ότι αυτή η θέση εμπεριέχει μια μοιραία παρανόηση της σημασίας των διαφωνιών στο γερμανικό προλεταριάτο. Αν έχουν διαπραχθεί λάθη, αυτά πρέπει να αποκαλυφθούν, είτε είναι παρόντες άλλοι είτε όχι.»48

Η δημοσίευση στην εφημερίδα Die Kommunistische Internationale μιας έκθεσης του Πάουλ Λέβι για τη γερμανική πολιτική κατάσταση τον Σεπτέμβριο του 1920 αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με πρωτοβουλία του Λένιν, συνέχισε να υποστηρίζει την πολιτική του γραμμή αμέσως πριν από το συνέδριο της USPD που πραγματοποιήθηκε στη Χάλλε, το οποίο ήταν ο μεγαλύτερος πολιτικός θρίαμβος του Λέβι.49

 

Το Συνέδριο του USPD στη Χάλλε (Οκτώβριος 1920) και η «Ανοιχτή Επιστολή» της Κεντρικής Επιτροπής του VKPD (8 Ιανουαρίου 1921)

Από τις 12 έως τις 17 Οκτωβρίου 1920, το USPD πραγματοποίησε συνέδριο στη Χάλλε, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πτέρυγας και τη γέννηση του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας [Vereinigte Kommunistische Partei Deutschlands, VKPD] μετά την ενοποίηση της αριστερής πτέρυγας του USPD με τον Σύνδεσμο Σπάρτακος τον Δεκέμβριο του 1920. Το USPD, με 700.000 μέλη και πάνω από 50 ημερήσιες εφημερίδες, ήταν ο μεγαλύτερος κεντριστικός σχηματισμός στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα. Θα επέλεγε αυτό το τεράστιο απόσπασμα μαχητικών εργατών να ενταχθεί στην Τρίτη Διεθνή ή θα παρέμενε αμφιταλαντευόμενο ανάμεσα στον κομμουνισμό και τη σοσιαλδημοκρατία; Αυτό ήταν το κρίσιμο ερώτημα για το οποίο έπρεπε να αποφασίσει το Συνέδριο της Χάλλε. Στο συνέδριο μίλησαν όχι μόνο οι εκπρόσωποι της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και του κομμουνισμού, αλλά και οι Μάρτοφ και Ζινόβιεφ, γεγονός που καταδεικνύει τη διεθνή σημασία του γεγονότος.50 Το αποτέλεσμα της τακτικής που εφάρμοσε ο Πάουλ Λέβι ήταν η δημιουργία του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος στον κόσμο εκτός των συνόρων της Ρωσίας: το VKPD, το οποίο είχε συμπροέδρους τον Πάουλ Λέβι και τον Ερνστ Ντάουμιγκ, έφτασε τα 350.000 μέλη πριν από τη «Δράση του Μάρτη» του 1921.

Η επόμενη πολιτική κίνηση του Λέβι ήταν η «Ανοιχτή Επιστολή» [“Offener Brief”] που δημοσιεύτηκε στις 8 Ιανουαρίου 1921 στο κομματικό όργανο Die Rote Fahne. Η «Ανοιχτή Επιστολή» ήταν η πρώτη δημόσια δήλωση αυτού που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως Einheitsfrontpolitik ή «Πολιτική του Ενιαίου Μετώπου». Όπως επισημαίνει ο Broué, η πρώτη σημαντική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της πολιτικής που περιέγραψε ο Λέβι προήλθε από τη βάση του VKPD, πιο συγκεκριμένα από το συνδικάτο των εργατών μετάλλου στη Στουτγάρδη. Σύμφωνα με τον απολογισμό του Broué:

«Στη Στουτγάρδη, το Κόμμα είχε κερδίσει σταθερές θέσεις στο συνδικάτο των μεταλλουργών, στο οποίο προήδρευε ένα από τα μέλη του, ο Μέλχερ, και στην τοπική συνδικαλιστική ομοσπονδία. Οι τοπικοί κομμουνιστές ήταν ευαίσθητοι στα αιτήματα που έθεταν οι μη κομμουνιστές εργάτες, ιδίως στη λαχτάρα τους για ενότητα της εργατικής τάξης. Εξασφάλισαν τη συμφωνία των συνδικαλιστικών οργάνων των οποίων ηγούνταν για την υποβολή αιτήματος προς την εθνική ηγεσία του συνδικάτου των εργατών μετάλλου, την DMV, και την ADGB να αναλάβουν άμεσα κοινό αγώνα για συγκεκριμένη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων. Πραγματοποιήθηκε γενική συνέλευση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μέλχερ και οι σύντροφοί του έλαβαν μεγαλύτερη υποστήριξη από τον Ρόμπερτ Ντίσσμαν, τον δεξιό ανεξάρτητο, ο οποίος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως. Η συνέλευση απαίτησε, στο όνομα των 26.000 μελών του συνδικάτου των μεταλλουργών της Στουτγάρδης, να οργανωθεί ένας κοινός αγώνας γύρω από πέντε βασικά αιτήματα:

- Χαμηλότερες τιμές για τα τρόφιμα.

- Άνοιγμα των βιβλίων των καπιταλιστών και υψηλότερο επίδομα ανεργίας.

- Χαμηλότεροι φόροι στους μισθούς και υψηλότεροι φόροι στους πλούσιους.

- Έλεγχος από τους εργάτες της προσφοράς και της διανομής των πρώτων υλών και των τροφίμων.

- Αφοπλισμός των αντιδραστικών συμμοριών και εξοπλισμός των εργατών.

Η Κεντρική Επιτροπή ενέκρινε αυτή την πρωτοβουλία και δημοσίευσε την έκκληση των εργατών μετάλλου της Στουτγάρδης (Die Rote Fahne, 2, 10 Δεκεμβρίου 1920). Επιπλέον, ενθάρρυνε την διοργάνωση, σε κάθε τόπο και χώρο εργασίας, συνελεύσεων εργατών για τη διατύπωση κοινών αιτημάτων με αυτόν τον τρόπο και την απόφαση για τα μέσα με τα οποία θα αγωνίζονταν γι’ αυτά. Μια νέα τακτική έπαιρνε σάρκα και οστά.»51

Στην «Ανοιχτή Επιστολή», το VKPD πρότεινε σε όλες τις εργατικές οργανώσεις, τα κόμματα και τα συνδικάτα να αναλάβουν κοινή δράση πάνω στα σημεία στα οποία ήταν δυνατή η συμφωνία. Το πρόγραμμα της κοινής δράσης περιελάμβανε την εξάλειψη της ανεργίας, τη βελτίωση των οικονομικών της χώρας σε βάρος των μονοπωλίων, την καθιέρωση ελέγχου από τις εργοστασιακές επιτροπές όλων των αποθεμάτων τροφίμων, πρώτων υλών και καυσίμων, την επανεκκίνηση όλων των κλειστών επιχειρήσεων, τον έλεγχο της σποράς, της συγκομιδής και της διακίνησης όλων των αγροτικών προϊόντων από τα Συμβούλια των Αγροτών μαζί με τις οργανώσεις των εργατών γης, τον άμεσο αφοπλισμό και τη διάλυση όλων των αστικών στρατιωτικοποιημένων οργανώσεων, την καθιέρωση της εργατικής αυτοάμυνας, την αμνηστία για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, την άμεση επανάληψη των εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με τη Σοβιετική Ρωσία.

Αν και η «Ανοιχτή Επιστολή» απορρίφθηκε από τη δεξιά ηγεσία των οργανώσεων στις οποίες απευθυνόταν, ο Λένιν την αποκάλεσε «εντελώς σωστή τακτική», προσθέτοντας: «εγώ κατέκρινα την αντίθετη γνώμη των “αριστερών” μας που ήταν εναντίον αυτού του γράμματος».52 Σε άλλο σημείο ο Λένιν εκφράστηκε ακόμα πιο έντονα για το θέμα αυτό. Σε επιστολή του προς τον Ζινόβιεφ με ημερομηνία 10 Ιουνίου 1921, έγραφε:

«Η τακτική του “ανοιχτού γράμματος” είναι παντού υποχρεωτική. Αυτό πρέπει να το πούμε ανοιχτά, με ακρίβεια, καθαρά, γιατί οι ταλαντεύσεις σχετικά με το “ανοιχτό γράμμα” είναι πάρα πολύ επιβλαβείς, πάρα πολύ επαίσχυντες και έχουν διαδοθεί πάρα πολύ. Γιατί να το κρύψουμε; Όλοι όσοι δεν κατανόησαν αυτό το υποχρεωτικό της ταχτικής του “ανοιχτού γράμματος” να διαγραφούν από την Κομμουνιστική Διεθνή όχι αργότερα από ένα μήνα ύστερα από το ΙΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εγώ διακρίνω καθαρά το λάθος μου, που ψήφισα για την παραδοχή του KAPD, πρέπει να διορθωθεί όσο το δηνατόν γρηγορότερα και πληρέστερα.»53

Δεδομένης της ιστορικής σημασίας της Ανοικτής Επιστολής, τη μεταφράσαμε ολόκληρη για το παράρτημα κειμένων του παρόντος άρθρου.

 

Η διάσπαση του Λιβόρνο (15-21 Ιανουαρίου 1921) και η δημιουργία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος

Στις 21 Ιανουαρίου 1921 πραγματοποιήθηκε η διάσπαση του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στο συνέδριό του στο Λιβόρνο. Τη διάσπαση υποδαύλισαν δύο απεσταλμένοι της Κομιντέρν: ο Ούγγρος Ματίας Ράκοζι και ο Βούλγαρος Χρίστο Καμπακτσίεφ. Το συνέδριο του PSI στο Λιβόρνο οδήγησε στη δημιουργία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος από την πρώην αριστερή πτέρυγα του PSI, με επικεφαλής τον σεχταριστή Αμαντέο Μπορντίγκα – ένα μέτρο στο οποίο ο Λέβι, που συμμετείχε στο συνέδριο ως εκπρόσωπος του VKPD, διαφώνησε τόσο πολύ που οδήγησε στην παραίτησή του από την Zentrale του VKPD. Η θέση του Λέβι χρειάζεται προσεκτική εξέταση, επειδή είχε διαρκές ενδιαφέρον για την ιταλική αριστερά54 και επειδή δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήταν ένας άτολμος άνθρωπος που φοβόταν την προοπτική οποιασδήποτε διάσπασης. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τεσσάρων ετών είχε λάβει μέρος ή είχε συμβάλει σε όχι λιγότερες από τέσσερις διασπάσεις: αυτή του USPD από το SPD το 1917, του KPD από το USPD το 1918, την αποπομπή των υπεραριστερών από το KPD στο συνέδριο της Χαϊδελβέργης το 1919 και, τέλος, τη διάσπαση μεταξύ της αριστερής και της δεξιάς πτέρυγας του USPD στο συνέδριό του στη Χάλλε τον Οκτώβριο του 1920.

Ο Λέβι ήταν παρών στο συνέδριο του Λιβόρνο και μάλιστα εμφανίστηκε στο βήμα, ως εκπρόσωπος του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, για να ανοίξει τη συζήτηση, ζητώντας να αποβληθούν οι ρεφορμιστές. Ο Λέβι υποστήριξε ότι «στην ιστορία του προλεταριάτου, φτάνει η στιγμή που πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτός που ήταν αδελφός χθες δεν είναι σήμερα, ούτε θα είναι αύριο».55 Ο Παλμίρο Τολιάτι, ο οποίος εξέδιδε το L’Ordine Nuovo εν απουσία του Γκράμσι, έβαλε να τυπώσουν τη δήλωση του Λέβι με έντονα γράμματα στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας στις 16 Ιανουαρίου 1921.56 Ωστόσο, ο Λέβι αντιτάχθηκε στον αδέξιο και σεχταριστικό τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η διάσπαση υπό την επιρροή των απεσταλμένων της ΕΕΚΔ {Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς} Ματίας Ράκοζι και Χρίστο Καμπακτσίεφ – δηλαδή μέσω της αποπομπής, όχι μόνο της δεξιάς πτέρυγας με επικεφαλής τον Φιλίππο Τουράτι, αλλά και της κεντριστικής πτέρυγας με επικεφαλής τον Τζιατσίντο Σερράτι, ο οποίος είχε μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του οργανωμένου ιταλικού προλεταριάτου.

Στις 20 Ιανουαρίου 1921, μια μέρα πριν από τη διάσπαση, ο Λέβι έστειλε στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς μια έκθεση για το Συνέδριο του Λιβόρνο. Εκείνη τη στιγμή ο Λέβι δεν απευθυνόταν στην Εκτελεστική Επιτροπή ως αντιπολιτευόμενος, πολύ περισσότερο ως αντιφρονών, αλλά ως ηγέτης του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ως μέλος αυτής της ίδιας Εκτελεστικής Επιτροπής στην οποία είχε εκλεγεί από το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν. Σύμφωνα με τους συντάκτες της αγγλικής έκδοσης της έκθεσης:

«Ο Πάουλ Λέβι αντιλήφθηκε από την αρχή ότι η υπόθεση του Λέγκορν (Λιβόρνο) δεν ήταν καθαρά ιταλική υπόθεση, αλλά είχε συνέπειες για την Κομιντέρν στο σύνολό της. Οι παρεμβάσεις του στο Λέγκορν, οι έντονες αντιδράσεις του κατά την επιστροφή του στο Βερολίνο και η ομιλία του για το ίδιο θέμα τον επόμενο μήνα (Φεβρουάριος 1921) ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, μπορούν να κατανοηθούν μόνο υπό αυτό το πρίσμα.»57

Ο Λέβι προσυπέγραψε τον στόχο της Κομιντέρν τόσο στο συνέδριο του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος στην Τουρ είκοσι ημέρες νωρίτερα όσο και στο συνέδριο των Γερμανών Ανεξάρτητων Σοσιαλιστών στη Χάλλε τον Οκτώβριο του 1920 – δηλαδή να προκαλέσει τη διάσπαση δύο κομμάτων που δεν ήταν μέλη της Κομιντέρν και να προσελκύσει τις πλειοψηφίες τους στην Κομιντέρν (στόχος που επιτεύχθηκε και στις δύο περιπτώσεις). Αλλά ο στόχος στο Λιβόρνο ήταν «να προκληθεί διάσπαση σε ένα κόμμα που ανήκε στην Κομιντέρν από το 1919 και, εκτός αυτού, να προσελκύσει μόνο μια μειοψηφία στην Κομιντέρν και να χάσει τη μεγάλη μάζα των οπαδών, που ήταν προηγουμένως στην Κομιντέρν. Αυτό το σφάλμα τακτικής φαινόταν ασυγχώρητο στον Λέβι», επειδή «αναγνώριζε ότι η πλειοψηφία του σοσιαλιστικού προλεταριάτου δεν θα ακολουθούσε τους κομμουνιστές διαφωνούντες».58 Αναρωτιόταν επίσης «τι επιπτώσεις θα έχει αυτή η διάσπαση σε άλλες χώρες, όπου ήδη πρέπει να σηκώσουμε το βάρος της διάσπασης του προλεταριάτου».59

Ο Λέβι πίστευε ότι «ο πυρήνας της αριστεράς του USPD στη Γερμανία είναι ισάξιος με την ομάδα του Σερράτι» και ότι επομένως ήταν «σοβαρό λάθος εκ μέρους της Κομμουνιστικής Διεθνούς να σπρώξει αυτόν τον πυρήνα προς τα δεξιά πεισματικά και με τη βία».60 Ο Λέβι πίστευε ότι «οι σύντροφοι θα περιέπλεκαν το έργο τους αφάνταστα αν, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ιταλία, απέκλειαν όχι μόνο τους ρεφορμιστές αλλά και το στρατόπεδο του Σερράτι».61 Κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «χωρίς την αριστερή πτέρυγα της ομάδας του Σερράτι το κόμμα δεν θα έχει πυρήνα» και ότι «αν αυτή η αριστερή πτέρυγα μπορεί να κερδηθεί μόνο με το τίμημα της αποδοχής του Σερράτι, ο Σερράτι πρέπει να ενταχθεί στις διαπραγματεύσεις, ακόμη και αν κάποιος βλέπει το πρόσωπό του με μεγαλύτερη αποστροφή από ό,τι εγώ».62

 

Ο Ματίας Ράκοζι, ο Καρλ Ράντεκ, ο Μπέλα Κουν και η παραίτηση του Πάουλ Λέβι από την Κεντρική Επιτροπή του VKPD (22 Φεβρουαρίου 1921)

Ο Λέβι ανέπτυξε αυτές τις ιδέες σε μια ομιλία που εκφώνησε στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του VKPD63 στις 24 Φεβρουαρίου 192164 που συγκλήθηκε μετά από αίτημα του αντιπροσώπου της ΕΕΚΔ Ματίας Ράκοζι, ο οποίος είχε σταματήσει στο Βερολίνο καθ’ οδόν από την Ιταλία προς τη Ρωσία. Ο Ράκοζι βοηθήθηκε στις προσπάθειές του από τον Καρλ Ράντεκ, ο οποίος, αφού αρχικά είχε αντιταχθεί στη διάσπαση του Λιβόρνο, είχε αλλάξει στρατόπεδο. Ο Ράντεκ επιτέθηκε στον Λέβι για τη στάση του στο Λιβόρνο και οργάνωσε μια φράξια κατά του Λέβι μέσα στο VKPD.65

Η συζήτηση του Λέβι για τη διάσπαση του Λιβόρνο στην εφημερίδα Die Rote Fahne, στις 22 Ιανουαρίου 1921, οδήγησε σε μια δημόσια διαμάχη με τον Ράντεκ, ο οποίος υπερασπίστηκε τη θέση της ΕΕΚΔ στην εφημερίδα τέσσερις ημέρες αργότερα και συγκρούστηκε προσωπικά μαζί του σε μια θυελλώδη συνεδρίαση της Zentrale. Ο Ράντεκ κατηγόρησε τον Λέβι ότι υποστήριζε τον κεντριστή Σερράτι (ο οποίος με τη σειρά του «αρνήθηκε να έρθει σε ρήξη με τη ρεφορμιστική συνδικαλιστική γραφειοκρατία») και ότι τον βοήθησε «να σαμποτάρει τις ίδιες ακριβώς αποφάσεις του Δεύτερου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη σύνταξη των οποίων συνεργάστηκε ο ίδιος».66 Ωστόσο, εξέχοντα μέλη της Zentrale, όπως η Κλάρα Τσέτκιν και ο συμπρόεδρος Ερνστ Ντάουμιγκ, υποστήριξαν τον Λέβι.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1921 ο Ματίας Ράκοζι (αργότερα γνωστός ως «ο καλύτερος μαθητής του Στάλιν») μίλησε στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, υπερασπιζόμενος την απόφαση του Λιβόρνο και επιμένοντας στην ανάγκη εφαρμογής της τακτικής της διάσπασης κατά των κεντριστών ηγετών.

Στην ομιλία του ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής, ο Λέβι επέκρινε τον «μηχανιστικό» τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η διάσπαση του Λιβόρνο, που σήμαινε ότι η Κομμουνιστική Διεθνής είχε απορρίψει όχι μόνο τον Σερράτι, αλλά και τις μάζες που τον υποστήριζαν. Αυτό έθεσε «το θεμελιώδες ερώτημα: πώς θα προχωρήσουμε στην οικοδόμηση ενός κομμουνιστικού κόμματος στη Δυτική Ευρώπη;»67 Σύμφωνα με τον Λέβι:

«ένα πράγμα θα πρέπει να είναι κρυστάλλινα ξεκάθαρο: υπάρχουν δύο δρόμοι για να επιτευχθεί ένας υψηλότερος βαθμός κομμουνιστικής εμπειρίας σε αυτές τις μάζες που συνδέονται οργανωτικά με την Τρίτη Διεθνή. Ο ένας δρόμος για να πραγματοποιηθεί αυτή η εκπαίδευση περιλαμβάνει νέες διασπάσεις· ο άλλος δρόμος προϋποθέτει ότι εκπαιδεύουμε πολιτικά τις μάζες που έχουν βρει το δρόμο τους προς εμάς, βιώνουμε μαζί τους την παρούσα εποχή, την επανάσταση, και με αυτόν τον τρόπο φτάνουμε σε ένα υψηλότερο στάδιο μαζί με τις μάζες και μέσα στις μάζες.»68

Η Κομμουνιστική Διεθνής είχε αναγάγει σε αρχή την ιδέα της δημιουργίας κομμάτων «όχι μέσω οργανικής ανάπτυξης με τις μάζες, αλλά μέσω σκόπιμων διασπάσεων».69 Αντίθετα, ο Λέβι υποστήριξε ότι «οι διασπάσεις σε ένα μαζικό κόμμα ... δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με βάση ψηφίσματα, αλλά μόνο με βάση την πολιτική εμπειρία».70 Οι συζητήσεις έπρεπε να επικεντρώνονται σε πολιτικά ζητήματα και όχι σε οργανωτικά, προκειμένου να καταλήξουν σε μια διαδικασία πολιτικής εκπαίδευσης. Ο Λέβι προέβλεψε ότι «αν η Κομμουνιστική Διεθνής λειτουργήσει στη Δυτική Ευρώπη με όρους προσχώρησης και αποπομπής όπως ένα κανόνι που ανακρούεται» θα βιώσει «τη χειρότερη δυνατή οπισθοδρόμηση».71

Ο Ράκοζι απέσπασε την υποστήριξη της Κεντρικής Επιτροπής με μικρή πλειοψηφία. Ο Λέβι και ο Ντάουμιγκ παραιτήθηκαν από την Κεντρική μαζί με την Κλάρα Τσέτκιν, τον Ότο Μπρας, τον Άντολφ Χόφμαν και τον Κερτ Γκέγερ (ο οποίος βρισκόταν τότε στη Μόσχα), ενώ ο Χάινριχ Μπράντλερ –ένας από τους ηγέτες της παράταξης κατά του Λέβι που είχε οργανώσει ο Ράντεκ στο VKPD– αναδείχθηκε σε βασικό ηγέτη του κόμματος.

Ο Λένιν, ο οποίος εκτιμούσε πολύ την κρίση του Λέβι, επέκρινε τη στάση του με τα ακόλουθα λόγια:

«Θεωρώ την τακτική σας όσον αφορά τον Σερράτι λαθεμένη. Κάθε υπεράσπιση ή ακόμη μισοϋπεράσπιση του Σερράτι θα ήταν λάθος. Και η αποχώρησή σας από την Κεντρική Επιτροπή!!;; Αυτό, οπωσδήποτε, είναι το πιο μεγάλο λάθος! Αν εμείς δείξουμε επιείκια σε τέτοιες μεθόδους: υπεύθυνα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής να βγαίνουν απ’ αυτήν, όταν μείνουν μειοψηφία, τότε η ανάπτυξη και η εξυγίανση των Κομμουνιστικών κομμάτων ποτέ δεν θα προχωρήσει κανονικά. Στη θέση της αποχώρησης, θα ήταν καλύτερο να συζητηθεί αρκετές φορές το επίμαχο αυτό ζήτημα μαζί με την Εκτελεστική επιτροπή.»72

Τώρα που οι «Λεβικοί», σύμφωνα με τον Ράντεκ, είχαν αποκλειστεί από την ηγεσία του κόμματος, ήταν εφικτό να αναπτυχθεί μια στρατηγική βασισμένη στη «θεωρία της επίθεσης» που τότε προωθούσε στην Κομιντέρν ο Ζινόβιεφ. Σύμφωνα με τον Gruber:

«Οι Χάινριχ Μπράντλερ, Άουγκουστ Ταλχάιμερ και Πάουλ Φρέλιχ είχαν αναλάβει την ηγεσία μετά την παραίτηση του Λέβι τον Φεβρουάριο και είχαν σκοπό να καταρτίσουν ένα πρόγραμμα δράσης. Χαρακτήρισαν την πολιτική του Λέβι για το ενιαίο μέτωπο ως οπορτουνιστική και προσπάθησαν να την αντιμετωπίσουν με μια “θεωρία της επίθεσης”. [...] Αυτή την άποψη των γεγονότων φαίνεται ότι συμμερίζονταν ο Ζινόβιεφ και το Εκτελεστικό Γραφείο της Κομιντέρν. Τις πρώτες μέρες του Μαρτίου [1921], ο Μπέλα Κουν, ο Πογκάνι και ο Γκουράλσκι στάλθηκαν από τη Μόσχα για να κινητοποιήσουν τη γερμανική αριστερά σε δράση.73 Με τη βοήθεια και τις συμβουλές του Κουν, οι ηγέτες του VKPD έκαναν σχέδια για μια επίθεση που θα ξεκινούσε κάποια στιγμή μετά το Πάσχα.»74

 

Η επιστολή του Λέβι προς τον Λένιν για την προέλευση της «Δράσης του Μάρτη»

Σύμφωνα με μια επιστολή που έστειλε ο Λέβι στον Λένιν στις 27 Μαρτίου 1921, δηλαδή μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, η «Δράση του Μάρτη» σχεδιάστηκε από τον εκπρόσωπο της ΕΕΚΔ Μπέλα Κουν για να «απαλλάξει» τη Ρωσία από την κρίση του πολεμικού κομμουνισμού:

«Γνωρίζετε ότι πριν από τέσσερις εβδομάδες ένας σύντροφος της Κομμουνιστικής Διεθνούς [Μπέλα Κουν] στάλθηκε στη Γερμανία. Εγώ ο ίδιος είχα μια συνομιλία μαζί του μόλις πριν από περίπου 10 ημέρες – μέχρι στιγμής τη μοναδική. Πριν από τη συνάντηση μαζί μου είχε συναντήσεις με τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, το περιεχόμενο των οποίων δεν γνωρίζω, αλλά μπορώ να συμπεράνω μόνο από τη συζήτηση που είχε με τη συντρόφισσα Κλάρα [Τσέτκιν], η οποία προηγήθηκε της συνομιλίας μαζί μου κατά 9 ημέρες. Το περιεχόμενο των συνομιλιών μαζί μου και με τη συντρόφισσα Κλάρα, η οποία μου το ανέφερε αμέσως, ήταν το εξής: Η Ρωσία βρίσκεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Είναι απολύτως απαραίτητο η Ρωσία να ανακουφιστεί από κινήσεις στη Δύση και για το λόγο αυτό το γερμανικό κόμμα πρέπει να αναλάβει αμέσως δράση. Το VKPD μετρά τώρα 500.000 μέλη, με τα οποία θα μπορούσε κανείς να συγκεντρώσει περίπου 1.500.000 εργάτες, που είναι αρκετό για να ανατρέψει την κυβέρνηση. Ήταν λοιπόν υπέρ της άμεσης έναρξης του αγώνα με το σύνθημα: Ανατροπή της κυβέρνησης! Τόσο η συντρόφισσα Κλάρα όσο και εγώ τονίσαμε στο σύντροφο ότι και εμείς γνωρίζαμε τη δυσκολία της κατάστασης στη Ρωσία, έστω και αν δεν γνωρίζαμε τις λεπτομέρειες, και ότι πέρα από τη στιγμιαία δύσκολη κατάσταση της Ρωσίας, θέλαμε επίσης να συντομεύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο την περίοδο στην οποία η Ρωσία βρίσκεται, σε κάποιο βαθμό, μόνη της. Αλλά ήμασταν και οι δύο της γνώμης ότι όχι μόνο δεν θα βοηθούσε, αλλά θα αποτελούσε το πιο σοβαρό πλήγμα για τη Σοβιετική Ρωσία αν ξεκινούσαμε στη Γερμανία ενέργειες που δεν συνιστούν νίκη, αλλά κατάρρευση του κινήματος στη Γερμανία. Ο σύντροφος, αντίθετα, επέμενε σταθερά στην ιδέα ότι πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως δράσεις, έστω και αν πρόκειται, όπως είπε, για “μερικές δράσεις”, και με τη συμβουλή του και την επιμονή του η Zentrale συγκάλεσε τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου του τρέχοντος έτους, στην οποία ζητήθηκε από την “εργατική τάξη” να ξεκινήσει αμέσως δράσεις για μια σειρά αιτημάτων, στην κορυφή των οποίων βρισκόταν: ανατροπή της κυβέρνησης.

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Στις 17 Μαρτίου, πραγματοποιήθηκε η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, στην οποία οι προτάσεις και οι οδηγίες των συντρόφων που στάλθηκαν από εκεί, μετατράπηκαν σε πολιτική. Στις 18 Μαρτίου, η Die Rote Fahne προσαρμόστηκε σε αυτή τη νέα απόφαση και κάλεσε σε ένοπλο αγώνα χωρίς να πει πρώτα για ποιους στόχους, εμμένοντας σε αυτή τη γραμμή για λίγες μέρες. Αυτό και οι οδηγίες του εκπροσώπου της Εκτελεστικής [Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Μπέλα Κουν] ήταν η μόνη πολιτική προετοιμασία για ό,τι επακολούθησε αργότερα. [...] Με αυτή την δράση δεν καταστράφηκαν μόνο οι επιμέρους δράσεις, με την καλύτερη έννοια του όρου, που ήταν εφικτές στην κεντρική Γερμανία, αλλά καταστράφηκαν, κατά τη γνώμη μου, οι καρποί ενός διετούς αγώνα και μιας διετούς δουλειάς του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Γερμανία.»75

Σύμφωνα με τα πολιτικά κουτσομπολιά της εποχής, ο Κουν ακολουθούσε τις οδηγίες του Ζινόβιεφ, ο οποίος φοβόταν τις εσωτερικές δυσκολίες της Ρωσίας (ήταν πρόεδρος του σοβιέτ της Πετρούπολης κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Κρονστάνδης) και ήθελε να «εκβιάσει» μια επαναστατική κρίση στη Γερμανία, προκειμένου να μην αναγκαστούν οι Ρώσοι κομμουνιστές να αποδεχθούν την υποχώρηση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, η οποία υιοθετήθηκε τελικά από το Δέκατο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος που πραγματοποιήθηκε την περίοδο της εξέγερσης της Κρονστάνδης (7-17 Μαρτίου 1921):

«Άνθρωποι από το περιβάλλον του Ζινόβιεφ έλεγαν ελεύθερα ότι, ακόμη και αν δεν ήταν νικηφόροι, οι μεγάλοι αγώνες του διεθνούς προλεταριάτου θα επέτρεπαν στη Ρωσία να αποφύγει να στραφεί στη Νέα Οικονομική Πολιτική. [...] Μπορούμε να θεωρήσουμε εύλογο ότι όσοι υποστήριζαν τη στρατηγική της «επίθεσης» στη Διεθνή επιθυμούσαν ειλικρινά να σπάσουν πάση θυσία την απομόνωση που καταδίκαζε τους Μπολσεβίκους στην δαπανηρή στρατηγική υποχώρηση της ΝΕΠ, εξαναγκάζοντας, αν χρειαστεί, την εξέλιξη και επιταχύνοντας τεχνητά την ταχύτητα της επανάστασης.»76

 

Η «Δράση του Μάρτη» στη Γερμανία (17-29 Μαρτίου 1921)

Στις 16 Μαρτίου 1921, ο Όττο Χέρσινγκ, ο σοσιαλδημοκράτης κυβερνήτης [Oberpräsident] της Σαξονίας, ανακοίνωσε ότι σκόπευε να θέσει υπό αστυνομική κατοχή αρκετές βιομηχανικές ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής των ορυχείων Μάνσφελντ-Άισλεμπεν, σαφώς για να αφοπλίσει τους εργάτες (οι οποίοι είχαν κρατήσει τα όπλα τους μετά το Πραξικόπημα του Καπ) και να διαλύσει ένα κομμουνιστικό προπύργιο. Οι ηγέτες του κόμματος στη Χάλλε, που περιλάμβανε την περιοχή του Μάνσφελντ, έλαβαν την εντολή να καλέσουν γενική απεργία μόλις η αστυνομία καταλάμβανε ένα εργοστάσιο και να προετοιμαστούν αμέσως για ένοπλη αντίσταση. Το κάλεσμα για γενική απεργία εκδόθηκε στις 20 Μαρτίου 1921 ως τελεσίγραφο προς τους μη κομμουνιστές εργάτες. Ωστόσο, το πρωί της 22ας Μαρτίου, η απεργία ήταν μόνο μερική. Είναι σαφές ότι η μάζα των εργατών δεν ακολουθούσε την κομμουνιστική πρωτοπορία και επομένως οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για την οργάνωση μιας εξέγερσης. Ωστόσο, αυτό ακριβώς έκαναν οι ηγέτες του VKPD με την υποστήριξη του KAPD (ο Κουν είχε κανονίσει στο Βερολίνο μια συμφωνία για κοινή δράση μεταξύ των δύο κομμουνιστικών κομμάτων), με καταστροφικά αποτελέσματα.

Στις 24 Μαρτίου 1921, οι κομμουνιστές χρησιμοποίησαν κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της βίας, για να προσπαθήσουν να προκαλέσουν γενική απεργία. Ομάδες ακτιβιστών προσπάθησαν να καταλάβουν αιφνιδιαστικά εργοστάσια για να εμποδίσουν την είσοδο της μεγάλης μάζας των μη κομμουνιστών εργατών, τους οποίους αποκαλούσαν «απεργοσπάστες». Αλλού, ομάδες ανέργων συγκρούονταν με εργάτες που πήγαιναν στη δουλειά τους ή στα εργοστάσια. Το γενικό αποτέλεσμα ήταν ασήμαντο. Οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις έκαναν λόγο για 200.000 απεργούς, ενώ οι αισιόδοξες για μισό εκατομμύριο. Στο Βερολίνο, η απεργία ήταν πρακτικά ανύπαρκτη και η κοινή διαδήλωση του VKPD και του KAPD δεν προσέλκυσε ούτε 4.000 άτομα, ενώ λίγες εβδομάδες πριν, στις εκλογές για το πρωσικό Landtagon στις 20 Φεβρουαρίου 1921, το VKPD είχε λάβει 200.000 ψήφους. Ενάντια στις εντολές της Zentrale, οι κομμουνιστές ηγέτες στο Ρουρ έδωσαν το σύνθημα να επιστρέψουν στις εργασίες τους, αλλά μόλις την 1η Απριλίου 1921 ένα τηλεφώνημα από την Zentrale έδωσε την εντολή να τερματιστεί η απεργία.

Οι ημέρες που ακολούθησαν την ήττα της Δράσης του Μαρτίου αποκάλυψαν το μέγεθος της καταστροφής που οι ηγέτες του VKPD είχαν προκαλέσει στο κόμμα τους. Το κόμμα τέθηκε προσωρινά εκτός νόμου, οι εφημερίδες του απαγορεύτηκαν και οι ηγέτες του συνελήφθησαν, συμπεριλαμβανομένου του Μπράντλερ. Το σημαντικότερο, ο αριθμός των μελών του κόμματος μειώθηκε από περίπου 375.000 πριν από τη «Δράση του Μαρτίου» σε 160.000 τον Αύγουστο του 1921 και σε 140.000 τον Νοέμβριο του 1921.77 Η μαζική απώλεια μελών του VKPD μετά τη «Δράση του Μάρτη» σηματοδότησε το τέλος της δεύτερης φάσης της γερμανικής επανάστασης – η τρίτη και τελευταία φάση της γερμανικής επανάστασης θα ξεκινούσε με τη γαλλική και βελγική κατοχή του Ρουρ τον Ιανουάριο του 1923 και θα έκλεινε με τον αποτυχημένο «Γερμανικό Οκτώβρη» του 1923.

 

Το φυλλάδιο του Λέβι Ο δικός μας δρόμος (3-4 Απριλίου 1921)

Ο Πάουλ Λέβι διατύπωσε μια κριτική της «Δράσης του Μάρτη» στο φυλλάδιό του Ο δικός μας δρόμος: Ενάντια στον πραξικοπηματισμό78, που γράφτηκε μεταξύ 3 και 4 Απριλίου 1921, καθώς και στην ομιλία του «Ποιο είναι το έγκλημα: Η Δράση του Μάρτη ή η κριτική της;», που εκφωνήθηκε σε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας στις 4 Μαΐου 1921.79 Η εισαγωγή του βιβλίου, Ο δικός μας δρόμος: Ενάντια στον πραξικοπηματισμό, δείχνει τον οξύ τόνο με τον οποίο διαμορφώθηκε η κριτική του Λέβι στη δράση του VKPD και στο ρόλο της Κομιντέρν σε αυτήν: «Το ανεύθυνο παιχνίδι που παίζεται με την ύπαρξη ενός κόμματος, με τις ζωές και τις τύχες των μελών του, πρέπει να τελειώσει. Πρέπει να τελειώσει με τη θέληση των μελών, δεδομένου ότι οι υπεύθυνοι γι’ αυτό εξακολουθούν να αρνούνται να δουν τι έκαναν».80

Σύμφωνα με τον Λέβι, το VKPD είχε περίπου το ένα πέμπτο των ψήφων των εργατικών κομμάτων και τα μέλη του αποτελούσαν περίπου 1 στους 16 του συνδικαλιστικά οργανωμένου προλεταριάτου. Εκτός από την κεντρική Γερμανία, όπου το VKPD είχε αριθμητική πλειοψηφία, δεν υπήρχε καμία περιφέρεια στη Γερμανία όπου να είχε τέτοια πλειοψηφία, και δεν ήλεγχε καμία βασική περιφέρεια, όπως το Βερολίνο ή τη Ρηνανία-Βεστφαλία, όπου μια δράση θα μπορούσε αμέσως να συντρίψει το αστικό κράτος. Εξάλλου, το VKPD δεν είχε σημαντική υποστήριξη στο στρατό (είχε μετατραπεί σε «επαγγελματικό» στρατό με τη συνθήκη των Βερσαλλιών) ή στους σιδηροδρομικούς, και, γενικά, η επιρροή του ήταν πολύ μεγαλύτερη στους ανέργους παρά στους συνδικαλιστικά οργανωμένους εργάτες. Ήταν έτσι υποχρεωμένο να συνεργαστεί και να δουλέψει μαζί με το προλεταριάτο στο σύνολό του και μπορούσε να δράσει ως πρωτοπορία μόνο αν η ίδια η εργατική τάξη έμπαινε σε δράση. Τέλος, το VKPD δεν είχε σημαντική υποστήριξη από τα μεσαία στρώματα, τα οποία έτειναν να συρρέουν πίσω από τα εθνικιστικά δεξιά κόμματα και τις ένοπλες ομάδες. Υπό αυτές τις συνθήκες, υποστήριξε ο Λέβι, ήταν σκέτη τρέλα να ξεκινήσει μια εξέγερση όπως έκανε το VKPD τον Μάρτιο του 1921.

«Ποια πρέπει να είναι η σχέση των κομμουνιστών με τις μάζες σε μια δράση;», ρώτησε ο Λέβι.

«Μια δράση που ανταποκρίνεται απλώς στις πολιτικές ανάγκες του Κομμουνιστικού Κόμματος και όχι στις υποκειμενικές ανάγκες των προλεταριακών μαζών, καταστρέφεται εκ των προτέρων. Οι κομμουνιστές δεν έχουν την ικανότητα να αναλάβουν δράση στη θέση του προλεταριάτου, χωρίς το προλεταριάτο, και πολλές φορές ακόμη και ενάντια στο προλεταριάτο, ειδικά όταν εξακολουθούν να αποτελούν μια τέτοια μειοψηφία μέσα στο προλεταριάτο. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να δημιουργήσουν καταστάσεις, χρησιμοποιώντας τα πολιτικά μέσα που περιγράφηκαν παραπάνω, στις οποίες το προλεταριάτο βλέπει την ανάγκη του αγώνα, αγωνίζεται, και, σε αυτούς τους αγώνες, οι κομμουνιστές μπορούν στη συνέχεια να καθοδηγήσουν το προλεταριάτο με τα συνθήματά τους.»81

Τελεσίγραφα όπως αυτό που δόθηκε στους μη κομμουνιστές εργάτες κατά τη διάρκεια της «Δράσης του Μάρτη» («Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου!») ήταν εντελώς εκτός συζήτησης. Ένας αρθρογράφος της Rote Fahne, υπό την εποπτεία της Zentrale, είχε

«κηρύξει τον πόλεμο στους εργάτες στην έναρξη της δράσης, ως ένα τρόπο για να τους ωθήσει στη δράση. Και ο πόλεμος άρχισε. Οι άνεργοι αποσπάστηκαν εκ των προτέρων ως φάλαγγες εφόδου. Κατέλαβαν τις πύλες των εργοστασίων. Εισέβαλαν με τη βία στα εργοστάσια, έβαλαν φωτιές σε ορισμένα μέρη και προσπάθησαν να διώξουν τους εργάτες από τις εγκαταστάσεις. Ξέσπασε ανοιχτός πόλεμος μεταξύ των κομμουνιστών και των εργατών.»82

Τα «αναρχικά χαρακτηριστικά αυτής της εξέγερσης του Μάρτη», υποστήριξε ο Λέβι, «ο αγώνας των ανέργων ενάντια στους εργαζόμενους, ο αγώνας των κομμουνιστών ενάντια στους προλετάριους, η ανάδυση του λούμπεν-προλεταριάτου, οι επιθέσεις με δυναμίτη», ήταν όλα λογικές συνέπειες αυτής της βασικής στάσης. ’Όλα αυτά χαρακτηρίζουν το κίνημα του Μάρτη ως το μεγαλύτερο μπακουνινιστικό πραξικόπημα στην ιστορία μέχρι σήμερα. [...] Το να το αποκαλέσουμε μπλανκισμό θα ήταν προσβολή για τον Μπλανκί».83 Ο Λέβι έβγαλε το εξής πολιτικό συμπέρασμα από αυτή την πανωλεθρία: «Ποτέ ξανά στην ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν πρέπει να συμβεί να κηρύξουν οι κομμουνιστές πόλεμο στους εργάτες. [...] Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι μόνο η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου, και ποτέ ένα ρόπαλο εναντίον του προλεταριάτου· δεν μπορεί να προελάσει αν έχει χάσει τη σύνδεσή του με την κύρια δύναμη.»84

Ο Λέβι κατηγόρησε τους απεσταλμένους της ΕΕΚΔ στη Γερμανία για την εξέγερση. Σε μια σαφή αναφορά στον Ζινόβιεφ, υποστήριξε ότι «ορισμένοι κύκλοι της ΕΕΚΔ έδειξαν μια ορισμένη παρανόηση σχετικά με την «αδράνεια» του γερμανικού κόμματος. Εκτός από τα σοβαρά λάθη στο κίνημα ενάντια στο Πραξικόπημα του Καπ, ωστόσο, το Γερμανικό Κόμμα δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για πραγματικές αποτυχίες. Υπήρχε έτσι μια συγκεκριμένη ισχυρή επιρροή στην Zentrale να ξεκινήσει δράση τώρα, αμέσως και με κάθε τίμημα85

Ο Λέβι απέρριψε τη «θεωρία της επίθεσης» των Μπουχάριν και Ζινόβιεφ, η οποία στηριζόταν στο επιχείρημα ότι η Σοβιετική Ρωσία βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή και ότι είχε επείγουσα ανάγκη από εξωτερική ανακούφιση. Σύμφωνα με τον Λέβι, ήταν απαραίτητο να μπει ένα τέλος στο «σύστημα των μυστικών πρακτόρων» που είχε προκαλέσει τέτοια ζημιά στην Ιταλία και τη Γερμανία. Η Δυτική Ευρώπη και η Γερμανία είχαν μετατραπεί σε «δοκιμαστικό πεδίο για κάθε είδους πολιτικές προσωπικότητες μικρού μεγέθους [duodecimo]» όπως ο Ματίας Ράκοζι, ο πληρεξούσιος της ΕΕΚΔ στο Λιβόρνο. «Δεν έχω τίποτα εναντίον αυτών των Τουρκεστανών», υποστήριξε ο Λέβι, ειρωνευόμενος τον Μπέλα Κουν –ο οποίος είχε εκτελέσει λευκούς αιχμαλώτους στον Εμφύλιο Πόλεμο εξοργίζοντας τον Λένιν, που τον έστειλε σε αποστολή στο Τουρκεστάν– αλλά «θα έκαναν λιγότερο κακό με τα κόλπα τους στη χώρα τους.»86

Ο Λέβι αποκάλεσε «τη μέθοδο της αποστολής ανεύθυνων ανθρώπων, οι οποίοι μπορούν αργότερα να εγκριθούν ή να αποκηρυχθούν ανάλογα με τις ανάγκες», ένα «επιπόλαιο παιχνίδι» που θα ήταν «μοιραίο για την Τρίτη Διεθνή». Μια ακόμη πιο επιζήμια συνέπεια του «συστήματος των αντιπροσώπων» ήταν «η άμεση και μυστική επαφή μεταξύ αυτών των αντιπροσώπων και της ηγεσίας της Μόσχας». Αυτοί οι αντιπρόσωποι της ΕΕΚΔ

«δεν συνεργάζονται ποτέ με την Κεντρική Επιτροπή της εκάστοτε χώρας, πάντα πίσω από την πλάτη της και συχνά ακόμη και εναντίον της. Βρίσκουν ανθρώπους στη Μόσχα που τους πιστεύουν, άλλοι δεν τους πιστεύουν. Πρόκειται για ένα σύστημα που αναπόφευκτα υπονομεύει κάθε εμπιστοσύνη για αμοιβαία συνεργασία και από τις δύο πλευρές, τόσο της ΕΕΚΔ όσο και των συνεργαζόμενων κομμάτων. Αυτοί οι σύντροφοι είναι γενικά ακατάλληλοι για πολιτική ηγεσία, επιπλέον τους εμπιστεύονται πολύ λίγο. Η απελπιστική κατάσταση που προκύπτει είναι η έλλειψη ενός κέντρου πολιτικής ηγεσίας.»87

Η ασυγκράτητη γλώσσα του Λέβι προμηνύει την επερχόμενη ρήξη του με την Κομιντέρν: «Η ΕΕΚΔ λειτουργεί λίγο πολύ σαν μια Τσεκά που εκτείνεται πέρα από τα ρωσικά σύνορα – μια απαράδεκτη κατάσταση πραγμάτων. Η σαφής απαίτηση ότι αυτό πρέπει να αλλάξει και ότι η ηγεσία σε ορισμένες χώρες δεν πρέπει να αναλαμβάνεται από ανίκανους αντιπροσώπους με ανίκανα χέρια, το αίτημα για μια πολιτική ηγεσία και ενάντια σε μια κομματική αστυνομία, δεν είναι αίτημα για αυτονομία.»88

 

Η Ομιλία του Λέβι ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος για τη «Δράση του Μάρτη» (4 Μαΐου 1921) και η ρήξη του με την Κομμουνιστική Διεθνή

Στην ομιλία του στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του VKPD στις 4 Μαΐου 1921 (με τίτλο «Ποιο είναι το έγκλημα: η δράση του Μάρτη ή η κριτική της;») ο Λέβι ανέπτυξε τις ιδέες που περιέχονταν στο φυλλάδιό του, Ο δικός μας δρόμος: Ενάντια στον πραξικοπηματισμό. Αντιπαραβάλλει την ανάπτυξη του κομμουνισμού στη Ρωσία και τη Δυτική Ευρώπη, υποστηρίζοντας ότι, λόγω των πολύ διαφορετικών ιστορικών διαδρομών που ακολούθησαν οι δύο κοινωνίες, απαιτούνταν διαφορετικές οργανωτικές μορφές. Ενώ ο μπολσεβικισμός είχε αναπτυχθεί σε μια κυρίως φεουδαρχική κοινωνία, με μια πολύ αδύναμη αστική τάξη, στη Δυτική Ευρώπη «το προλεταριάτο αντιμετωπίζει μια πλήρως ανεπτυγμένη αστική τάξη και έρχεται αντιμέτωπο με τις πολιτικές συνέπειες της ανάπτυξης της αστικής τάξης, δηλ. τη δημοκρατία, και, κάτω από τη δημοκρατία, ή αυτό που νοείται ως δημοκρατία υπό την κυριαρχία της αστικής τάξης, η οργανωτική μορφή των εργατών παίρνει διαφορετικές μορφές από ό,τι κάτω από την κρατική μορφή της αγροτικής φεουδαρχίας, που είναι η απολυταρχία.»89 Στη Δυτική Ευρώπη, επομένως, η οργανωτική μορφή θα μπορούσε να είναι μόνο «αυτή ενός μαζικού κόμματος που δεν είναι κλεισμένο στον εαυτό του. Τα μαζικά κόμματα αυτού του είδους δεν μπορούν ποτέ να κινηθούν με την εντολή μιας Κεντρικής Επιτροπής, την εντολή μιας Zentrale, ο μόνος τρόπος που μπορούν να κινηθούν είναι μέσα στο ακαθόριστο ρευστό μέσα στο οποίο βρίσκονται, στην ψυχολογική αλληλεπίδραση με ολόκληρη την προλεταριακή μάζα απέξω.»90

Υπήρχε, επιπλέον, μια άλλη θεμελιώδης διαφορά: ενώ ο μαρξισμός στη Ρωσία είχε αναπτυχθεί μέσα σε μια πολιτικά παρθένα εργατική τάξη, στη Γερμανία και τη Δυτική Ευρώπη ένα μεγάλο τμήμα του προλεταριάτου ήταν ήδη οργανωμένο. Αυτό δημιούργησε την επικίνδυνη πιθανότητα διαχωρισμού μεταξύ των οργανωμένων εργατών, που παρέμεναν προσκολλημένοι στα παλιά ρεφορμιστικά κόμματα και συνδικάτα, και των μη οργανωμένων ή ανέργων, που ασπάστηκαν τον κομμουνισμό. Σε ένα τέτοιο σενάριο, «το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι, η οργάνωση ενός μέρους του προλεταριάτου –του πιο προχωρημένου μέρους, αλλά ενός μέρους που διατρέχει ολόκληρο το προλεταριάτο– και, αντίθετα, γίνεται ένα μέρος κάθετα διαχωρισμένο σύμφωνα με κοινωνικά διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά.»91

Η Γερμανία ήταν έτσι ένα είδος ιστορικού εργαστηρίου στο οποίο έπρεπε πρώτα να αναπτυχθούν και να δοκιμαστούν οι τακτικές που ήταν απαραίτητες για να κερδίσουν τους προλετάριους που ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από τις ρεφορμιστικές μαζικές οργανώσεις. Για να γίνει αυτό, οι κομμουνιστές έπρεπε να επιτύχουν «με πολιτικούς όρους κάποιου είδους σύνδεση με αυτές τις οργανώσεις», να «κερδίσουν πολιτική επιρροή πάνω τους». Το KPD είχε ξεκινήσει αυτό το δρόμο με την «Ανοιχτή Επιστολή», η οποία είχε θέσει το σύνθημα της ενότητας, επειδή «είναι δυνατό να προσεγγίσει κανείς οργανωμένες εργατικές μάζες όχι μόνο όταν δεν τις πολεμάει, αλλά όταν σχετίζεται με τις δικές τους ιδέες, ακόμη και αν αυτές είναι λανθασμένες, και τις βοηθάει να ξεπεράσουν το λάθος με τη δική τους εμπειρία.»92

Ο Λέβι έκλεισε την ομιλία του καταγγέλλοντας τα βρώμικα κόλπα που χρησιμοποιήθηκαν στην πολεμική εναντίον του, ιδιαίτερα από τον Ράντεκ: «αν κάποιος έχει κάνει ένα λάθος, τότε επιτίθεστε τρεις φορές σκληρότερα σε αυτόν που επικρίνει το λάθος, ενώ τον ικανοποιείτε στην ουσία. Αυτή είναι η τακτική που χρησιμοποιείτε για να διατηρήσετε το δικό σας αλάθητο.»93 Κατήγγειλε όλες τις προσπάθειες να επιτευχθεί μια ιδιωτική συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι «τα λάθη και τα σφάλματα των κομμουνιστών αποτελούν εξίσου συστατικό στοιχείο της πολιτικής εμπειρίας της προλεταριακής τάξης, όπως και τα επιτεύγματά τους. Ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν μπορεί ούτε πρέπει να αποκρύπτεται από τις μάζες».94

Σε επιστολή του προς τον Πάουλ Λέβι και την Κλάρα Τσέτκιν με ημερομηνία 16 Απριλίου 1921, ο Λένιν επανέλαβε την υποστήριξή του στην πολιτική του ενιαίου μετώπου που ξεκίνησε από τον Λέβι, δηλώνοντας ότι η Ανοιχτή Επιστολή είναι μια «εντελώς σωστή τακτική (εγώ κατέκρινα την αντίθετη γνώμη των “αριστερών” μας, που ήταν εναντίον αυτού του γράμματος)», και αναγνώρισε την ορθότητα της κριτικής του Λέβι για τη Δράση του Μάρτη, δηλώνοντας: «Εγώ πρόθυμα πιστεύω ότι ο αντιπρόσωπος της Εκτελεστικής επιτροπής [Μπέλα Κουν] υπεράσπισε μια ανόητη τακτική, πολύ αριστερή – να δράσουμε αμέσως “για να βοηθήσουμε τους Ρώσους”: ο αντιπρόσωπος αυτός συχνά είναι υπερβολικά αριστερός».95 Ωστόσο, η προσπάθεια του Λένιν για συμβιβασμό μεταξύ των παρατάξεων του VKPD απέτυχε.

 

Η αποπομπή του Λέβι από το VKPD και την Κομμουνιστική Διεθνή

Στις 15 Απριλίου 1921, η Zentrale ψήφισε τη διαγραφή του Λέβι από το VKPD λόγω απειθαρχίας και απαίτησε να παραιτηθεί από τη θέση του ως βουλευτής στο Ράιχσταγκ. Ο Λέβι προσέφυγε αμέσως στην Κεντρική Επιτροπή κατά της απόφασης της Zentrale. Στις 16 Απριλίου 1921, οκτώ γνωστοί ηγέτες και μέλη του κόμματος που κατείχαν υπέυθυνες θέσεις δήλωσαν την αλληλεγγύη τους προς αυτόν και προσφέρθηκαν ως εγγυητές ότι έλεγε την αλήθεια: ο Ερνστ Ντάουμιγκ, η Κλάρα Τσέτκιν, ο Ότο Μπρας και ο Άντολφ Χόφμαν, οι οποίοι είχαν παραιτηθεί μαζί του από την Zentrale τον Φεβρουάριο του 1921, ο Κερτ Γκάγερ, ο αντιπρόσωπος του κόμματος στη Μόσχα, και τρεις ηγετικές φυσιογνωμίες της συνδικαλιστικής επιτροπής, πρώην ηγέτες των επαναστατικών αντιπροσώπων [Revolutionäre Obleute], ο Πάουλ Νόιμαν, ο Χάινριχ Μάλζαν και ο Πάουλ Έκερτ. Ένας ολόκληρος τομέας της γερμανικής κομμουνιστικής ηγεσίας αρνήθηκε έτσι είτε να αποδεχτεί την αποπομπή του Λέβι είτε τους λόγους που προβλήθηκαν γι’ αυτήν.

Στη συνεδρίασή της στις 29 Απριλίου 1921, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς υιοθέτησε μια πρόταση που ενέκρινε την αποπομπή του Πάουλ Λέβι από το VKPD και συνεπώς από την Κομμουνιστική Διεθνή. Σε μια έκκληση που απευθυνόταν στο προεδρείο του Τρίτου Παγκόσμιου Συνεδρίου και είχε ημερομηνία 31 Μαΐου 1921, ο Λέβι υποστήριξε: «η κριτική μου για τη Δράση του Μάρτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας είναι κομμουνιστική», υποστηρίζοντας ότι είχε ασκήσει κριτική στη Δράση του Μάρτη του Κομμουνιστικού Κόμματος μόνο και μόνο επειδή αποτελούσε «ρήξη με όλο το παρελθόν του κόμματος».96 Ο Λέβι πίστευε ότι «αυτές οι «νέες αρχές» αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα μια εγκατάλειψη των κομμουνιστικών αντιλήψεων».97 Υπερασπίστηκε το περιεχόμενο τόσο της μπροσούρας του, Ο δρόμος μας: Ενάντια στον πραξικοπηματισμό, και της ομιλίας του στις 4 Μαΐου, επισημαίνοντας ότι «τα γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί σοβαρά από κανέναν και πουθενά».98 Προσέφερε επίσης μια διαφοροποιημένη εκτίμηση του ρόλου της Εκτελεστικής Επιτροπής σε όλη την άθλια υπόθεση:

«Επιμένω επίσης σε όσα είπα σχετικά με την επιρροή της Εκτελεστικής, αν και υπάρχουν αρκετά πράγματα που πρέπει να ειπωθούν για την υπεράσπιση της Εκτελεστικής, τα οποία δεν τόνισα επαρκώς σε αυτά που έγραψα. Στην πραγματικότητα, η Εκτελεστική απλώς παρείχε ένα έναυσμα. (Αυτό δεν ισχύει για τους εκπροσώπους της στη Γερμανία, οι οποίοι προχώρησαν πολύ περισσότερο). Η Εκτελεστική υπέθεσε ότι αυτό το έναυσμα θα επανεξεταζόταν στη Γερμανία, και ενδεχομένως θα τροποποιούνταν ή θα απορρίπτονταν, από ανεξάρτητους και ικανούς ανθρώπους που θα μπορούσαν να λάβουν τη δική τους απόφαση. Παραδέχομαι ότι η Εκτελεστική ίσως δεν υπολόγισε την πιθανότητα ότι η Zentrale του VKPD θα κατάπινε αδιακρίτως ό,τι της προσφερόταν στο όνομα της Εκτελεστικής. Όσον αφορά όμως το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι της Εκτελεστικής άσκησαν επιρροή του τύπου που περιέγραψα, ότι παρενέβησαν ανεξάρτητα δίπλα στην Zentrale ή ακόμη και πίσω από την πλάτη της – δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό.»99

Όσον αφορά την κατηγορία ότι το φυλλάδιο εμφανίστηκε σε μια στιγμή που η Γερμανία είχε καταληφθεί από τη λευκή τρομοκρατία και παρείχε στοιχεία για τις διώξεις, ο Λέβι υποστήριξε ότι αισθάνθηκε υποχρεωμένος να το δημοσιεύσει επειδή το VKPD «απείχε πολύ από το σημείο να ξαναβρεί την αυτοκριτική για τον παραλογισμό μιας τέτοιας ενέργειας» και επομένως «υπήρχε κίνδυνος να επαναληφθεί η παραφροσύνη». Υπενθύμισε επίσης ότι «δεν έχει αναφερθεί ούτε μία περίπτωση στην οποία η εισαγγελική αρχή να έλαβε μέτρα εξαιτίας του φυλλαδίου», και προχώρησε περαιτέρω θέτοντας ένα ζήτημα αρχής:

«Όλοι αναγνωρίσαμε από την αρχή ότι η ανάπτυξη του κόμματος δεν μπορεί να θυσιαστεί για να μην χάσουν οι σύντροφοι την ελευθερία τους ή και κάτι περισσότερο. Αυτή η αντίληψη καθοδήγησε και την Zentrale, όταν έθεσε σε κίνηση τη δράση του Μάρτη, η οποία κόστισε σε πολλούς συντρόφους την ελευθερία τους και τη ζωή τους. Αν αληθεύει ότι η Δράση του Μάρτη ήταν ένα καταστροφικό λάθος και ότι ήταν πολιτικά απαραίτητο για το κόμμα να διορθώσει αυτό το λάθος, τότε αυτό έπρεπε να γίνει ακόμα και με τον κίνδυνο να αναγκαστούν οι υπεύθυνοι να βγουν στην παρανομία. Δεν μπορώ να δεχτώ κανέναν κανόνα για το Κομμουνιστικό Κόμμα σύμφωνα με τον οποίο οι συνέπειες των καταστροφικών λαθών βαρύνουν μόνο τα μέλη και όχι τους ηγέτες που έκαναν εξ αρχής τα λάθη.»100

Ο Λέβι πίστευε ότι, ως αποτέλεσμα της δράσης του Μάρτη, «η Zentrale του γερμανικού κόμματος και, μαζί με αυτήν, το κόμμα στο σύνολό του εκτέθηκαν ενώπιον του γερμανικού και του διεθνούς προλεταριάτου», καταλήγοντας:

«Αν το κόμμα είχε βρει το θάρρος να παραδεχτεί δημοσίως τα λάθη του, να αποδεχτεί όλες τις συνέπειες και να αποκαταστήσει τη ζημιά που προκλήθηκε, αυτό θα είχε εξαλείψει μεγάλο μέρος της ζημιάς που προκάλεσε η δράση του Μάρτη. Αυτή η ζημιά μπορεί να εκφραστεί με στατιστικά στοιχεία, αλλά φτάνει πολύ πέρα από αυτά. Η ζημιά εκφράζεται με την απώλεια γοήτρου και ηθικού κύρους ανάμεσα στις προλεταριακές μάζες, μια ζημιά που υπέστησαν οι κομμουνιστές, το Κομμουνιστικό Κόμμα και η Κομμουνιστική Διεθνής, μια ζημιά πέρα από κάθε μέτρο ή υπολογισμό. Πόσο μέρος της απώλειας μπορεί να αναπληρωθεί εξαρτάται τώρα από το συνέδριο. Μπορεί να πετύχει πολλά, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσδιορίσει ελεύθερα και ανοιχτά τα λάθη και τους υπεύθυνους, παίρνοντας παράλληλα πολιτικές αποστάσεις από αυτούς. Γι’ αυτό θεωρώ καθήκον μου να παρουσιάσω και τη δική μου «υπόθεση» στο συνέδριο.»101

Δυστυχώς οι ελπίδες του διαψεύστηκαν.

 

Ο συμβιβασμός στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (22 Ιουνίου-12 Ιουλίου 1921)

Οι «Θέσεις για την Τακτική και τη Στρατηγική» που υιοθετήθηκαν από το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς έγραφαν το εξής απίστευτο: «Το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς θεωρεί ότι η Δράση του Μάρτη ήταν ένα βήμα προς τα εμπρός.»102 Αυτό γράφτηκε, ας θυμηθούμε, μετά από μια απόπειρα πραξικοπήματος, που πραγματοποιήθηκε ενάντια στη θέληση του μεγαλύτερου μέρους της γερμανικής εργατικής τάξης, με αποτέλεσμα η Κομμουνιστική Διεθνής να χάσει 200.000 αγωνιστές της εργατικής τάξης στη βιομηχανική καρδιά της Ευρώπης μέσα σε λίγες εβδομάδες. Το ψήφισμα με θέμα «Τα γεγονότα του Μαρτίου και το Ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας», που υιοθετήθηκε από το ίδιο συνέδριο, αναφέρει με τη σειρά του:

«Το Τρίτο Παγκόσμιο Συνέδριο σημειώνει με ικανοποίηση ότι όλα τα σημαντικά ψηφίσματα, και ιδιαίτερα το τμήμα του ψηφίσματος για την τακτική και τη στρατηγική που αφορά την πολυσυζητημένη δράση του Μάρτη, υιοθετήθηκαν ομόφωνα. Οι εκπρόσωποι της γερμανικής αντιπολίτευσης, στο ψήφισμά τους για τη δράση του Μάρτη, συμμερίζονται ως επί το πλείστον την άποψη του συνεδρίου. [...] Το συνέδριο αναμένει από την Zentrale και την πλειοψηφία του VKPD ότι θα αντιμετωπίσει την πρώην αντιπολίτευση με επιείκεια, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμόσει πιστά τις αποφάσεις του τρίτου συνεδρίου. Το συνέδριο είναι πεπεισμένο ότι η Zentrale θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις του κόμματος. Το συνέδριο δίνει εντολή στην πρώην αντιπολίτευση να διαλύσει αμέσως κάθε φραξιονιστική δομή μέσα στο κόμμα, να υποτάξει πλήρως και ολοκληρωτικά την κοινοβουλευτική ομάδα στην Zentrale, να υποτάξει πλήρως τον Τύπο στην αρμόδια κομματική επιτροπή και να σταματήσει αμέσως κάθε πολιτική συνεργασία (στις εκδόσεις τους κ.λπ.) με τους διαγραμμένους από το κόμμα και την Κομμουνιστική Διεθνή.»103

Γιατί το Τρίτο Συνέδριο υιοθέτησε αυτή τη στάση; Ας θυμηθούμε ότι μετά το Πραξικόπημα του Κάπ, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς δημοσίευσε στο επίσημο όργανό της, Die Kommunistische Internationale, την οργισμένη επιστολή που απηύθυνε ο Πολ Λέβι προς την Zentrale του KPD από τη φυλακή του Μοαμπίτ (η οποία ήταν μια παραβίαση της πειθαρχίας όχι λιγότερο σοβαρή από τη δημοσίευση του, Ο δικός μας δρόμος: Ενάντια στον πραξικοπηματισμό), η οποία συνοδευόταν από ένα σημείωμα που έγραφε:

«Οι εχθροί μας θα προσπαθήσουν φυσικά να θριαμβολογήσουν για τις διαφωνίες στο εσωτερικό του KPD. Ας τους αφήσουμε λοιπόν! Εμείς οι κομμουνιστές δεν φοβηθήκαμε ποτέ την αυτοκριτική. Οι συντάκτες της Kommunistische Internationale συμφωνούν με τον κύριο άξονα της κριτικής στις τρεις επιστολές [το τεύχος περιλάμβανε επίσης επιστολές της Κλάρα Τσέτκιν και του Ερνστ Μάγιερ] και στο άρθρο του συντρόφου Ράντεκ που τυπώθηκε αμέσως μετά από αυτές.»104

Το ζήτημα της πειθαρχίας, λοιπόν, ήταν δευτερεύον. Ο λόγος για την άρνηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς να συντάξει έναν κρίσιμο απολογισμό για τη «Δράση του Μάρτη» ήταν η υιοθέτηση των ψηφισμάτων «ομόφωνα» στο πλαίσιο ενός συμβιβασμού μεταξύ των υπαρχουσών παρατάξεων εντός της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ενώ για τη σεχταριστική στάση του KPD κατά τη διάρκεια του Πραξικοπήματος του Καπ ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη η Zentrale, ολόκληρη η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς είχε εκτεθεί στη «Δράση του Μάρτη» και η σύνταξη ενός σοβαρού απολογισμού γι’ αυτήν θα απαιτούσε τον καθαρισμό των στάβλων του Αυγεία της Διεθνούς. Αυτό θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τη φήμη και το κύρος ανθρώπων όπως οι Ζινόβιεφ, Μπουχάριν, Καρλ Ράντεκ, Μπέλα Κουν, Ματίας Ράκοζι και Άουγκουστ Ταλχάιμερ, οι οποίοι με τη σειρά τους υποστηρίζονταν από σημαντικά εθνικά τμήματα. Δεδομένης της διασπαστικής επίδρασης που θα είχε αυτό στη Διεθνή, ο Λένιν και ο Τρότσκι θεώρησαν ότι το μικρότερο κακό ήταν να διασώσουν την τακτική του ενιαίου μετώπου (το σύνθημα που υιοθετήθηκε από το Τρίτο Συνέδριο ήταν «Προς τις μάζες», υποδηλώνοντας την ανάγκη να κατακτηθεί το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης πριν εξεταστεί το ενδεχόμενο κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας), ακόμη και με το τίμημα της θυσίας του προσώπου που την ανέπτυξε αρχικά.

Ακόμα και μετά τη διαγραφή του Λέβι από την Κομιντέρν, ο Λένιν υποστήριξε ότι «ο Λέβι σε πολλά σημεία έχει ουσιαστικά δίκιο στην κριτική του για την Δράση του Μάρτη 1921 στη Γερμανία», αν και «έντυσε την κριτική του με μια απαράδεκτη και επιζήμια μορφή... Υπερασπίστηκα και έπρεπε να υπερασπίσω τον Λέβι, στο βαθμό που έβλεπα μπροστά μου αντιπάλους του που απλώς φώναζαν για “μενσεβικισμό” και “κεντρισμό”, μη θέλοντας να δουν τα λάθη της Δράσης του Μάρτη και την ανάγκη να εξηγηθούν και να διορθωθούν τα λάθη αυτά.»105

 

Η Κομμουνιστική Εργατική Ένωση του Λέβι (Καλοκαίρι 1921-2)

Το συνέδριο του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος που πραγματοποιήθηκε στην Ιένα στις 22-26 Αυγούστου 1921 διέγραψε τον Κουρτ και την Άννα Γκάγερ, επισπεύδοντας την αποχώρηση τριών βουλευτών που ήταν μέχρι τότε αναποφάσιστοι, του Ερνστ Ντάουμιγκ, της Μαρί Μάκβιτς και του Άντολφ Χόφμαν, οι οποίοι μαζί με τον Λέβι σχημάτισαν μια βραχύβια Κομμουνιστική Συλλογικότητα Εργασίας στο Ράιχσταγκ [Kommunistische Arbeitsgemeinschaft, KAG]. Η διάσπαση ήταν μια σοβαρή αιμορραγία για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του κόμματος, επειδή ο Λέβι πήρε μαζί του την πλειοψηφία της αντιπροσωπείας του κόμματος στο Ράιχσταγκ.

Τα αιτήματα της KAG, που αναπαράγονται στην συλλογή του Fernbach, περιλάμβαναν πέντε σημεία, τα οποία, εκτός από την απόρριψη του πραξικοπηματισμού και της ανεύθυνης εξωτερικής παρέμβασης στην ηγεσία των κομμουνιστικών κομμάτων, υπογράμμιζαν την εχθρότητα του Λέβι προς την Κόκκινη Διεθνή των Εργατικών Συνδικάτων (Profintern), που ιδρύθηκε επίσημα τον Ιούλιο του 1921. Αξίζει να τα παραθέσουμε αυτούσια:

«1) Πλήρης υλική ανεξαρτησία από την Κομμουνιστική Διεθνή,

2) Όλα τα έντυπα που εμφανίζονται από ξένες κομμουνιστικές οργανώσεις (συμπεριλαμβανομένων των οργάνων της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς) να τεθούν υπό τον κοινό έλεγχο της γερμανικής κομματικής ηγεσίας,

3) Ασφάλεια από όλες τις ανοιχτές ή κρυφές οργανωτικές παρεμβάσεις του ΕΕΚΔ δίπλα, έξω ή ενάντια στα όργανα του γερμανικού τμήματος,

4) Καθιέρωση στο πρόγραμμά του μιας πολιτικής που καθιστά δυνατή τη συνεργασία όλων των επαναστατών εργατών στη Γερμανία, με ρητή αποκήρυξη όλων των πραξικοπηματικών προσπαθειών κατά το πρότυπο της δράσης του Μάρτη,

5) Καθιέρωση μιας συνδικαλιστικής πολιτικής που, ανεξάρτητα από όλους τους επαναστατικούς στόχους, διατηρεί την οργανωτική ενότητα και συνοχή των γερμανικών συνδικάτων.»106

Αυτή η έκκληση για «εθνική αυτονομία» θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια μετατόπιση από την υπεράσπιση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου ενάντια στις πραξικοπηματικές τακτικές του Ζινόβιεφ και του Κουν σε μια πρώιμη εκδοχή του «ευρωκομμουνισμού», ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή του Λέβι στο σοσιαλδημοκρατικό μαντρί.

 

Επίλογος

Ο Πάουλ Λέβι ήταν ένας ταλαντούχος πολιτικός στην τακτική, που αναγκάστηκε παρά τη θέλησή του να αναλάβει ένα ιστορικό έργο για το οποίο δεν ήταν κατάλληλος ούτε θεωρητικά ούτε λόγω ιδιοσυγκρασίας, ο οποίος έπαιξε έναν διακεκριμένο ρόλο ως κομμουνιστής ηγέτης για μερικά χρόνια μέχρι που αποφάσισε να έρθει σε ρήξη με την Κομιντέρν. Σύμφωνα με την έκθεση του Τρότσκι: «Στις ιδιωτικές συζητήσεις πάνω στα γεγονότα του Μάρτη στη Γερμανία (1921), ο Λένιν είπε για τον Λέβι: “Ο άνθρωπος σίγουρα έχασε τα μυαλά του”. Είναι αλήθεια ότι ο Λένιν πρόσθεσε τότε πειραχτικά πονηρά: “Αυτός είχε τουλάχιστον κάτι να χάσει. Δεν μπορεί κανείς να πει το ίδιο και για τους άλλους”.»107

Η τελική πολιτική διολίσθηση του Λέβι προς τη σοσιαλδημοκρατία, ωστόσο, δεν απαλλάσσει την Κομμουνιστική Διεθνή από την ευθύνη της για την καταστροφή που έπληξε το γερμανικό προλεταριάτο κατά τη διάρκεια της «Δράσης του Μάρτη» του 1921. Πρώτον, επειδή επέτρεψε στους Ζινόβιεφ και Μπουχάριν να αναπτύξουν στο εσωτερικό της την υπεραριστερή «θεωρία της επίθεσης»,108 της οποίας η λογική κορύφωση ήταν το πραξικόπημα του Μάρτη στη Γερμανία. Δεύτερον, επειδή έστειλε τον Ματίας Ράκοζι (κατά τον Pierre Broué, «ένα από τα πιο στενόμυαλα και βάναυσα πρόσωπα που ανέδειξε ποτέ το κομμουνιστικό κίνημα»)109 να σπείρει τον όλεθρο στο Λιβόρνο και στη συνέχεια στο Βερολίνο, εξαναγκάζοντας σε παραίτηση τους Πάουλ Λέβι, Ερνστ Ντάουμιγκ, Κλάρα Τσέτκιν, Ότο Μπρας, Αδόλφο Χόφμαν και Κουρτ Γκάγερ από την Zentrale του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Τρίτον, επειδή επέτρεψε στον Καρλ Ράντεκ να σχηματίσει μια αντι-Λέβι φράξια μέσα στο KPD, η οποία περιελάμβανε τους Πάουλ Φρέλιχ, Άουγκουστ Ταλχάιμερ, Βάλτερ Στόκερ και Χάινριχ Μπράντλερ, το πρόσωπο που αντικατέστησε τον Λέβι στην ηγεσία του κόμματος μετά την παρέμβαση του Ράκοζι.110 Τέταρτον, επειδή έστειλε ένα άλλο στενόμυαλο και βάναυσο πρόσωπο, τον Μπέλα Κουν, και έναν πολιτικό τυχοδιώκτη όπως ο Γιόζεφ Πόγκανι, για να οργανώσουν το πραξικόπημα στη Γερμανία. Και, τέλος, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο η Κομμουνιστική Διεθνής απέφυγε να συντάξει ένα σοβαρό απολογισμό της καταστροφικής γερμανικής εμπειρίας.

Αναφέραμε ότι στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ο Λένιν και ο Τρότσκι κατέληξαν σε έναν συμβιβασμό με τους υπεραριστερούς με τον οποίο διασώθηκε η τακτική του ενιαίου μετώπου με τίμημα τη θυσία του προσώπου που την ανέπτυξε αρχικά. Είναι λογικό να αναρωτηθούμε αν αυτή ήταν μια λογική απόφαση, δεδομένου του μηνύματος που έστελνε στους κομμουνιστές αγωνιστές: οι άνθρωποι που ήταν υπάκουοι στις οδηγίες της Μόσχας, ακόμη και αν αυτές ήταν επιζήμιες για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ανταμείβονταν, ενώ οι επικριτές διασύρονταν και εκδιώκονταν (ο Ζινόβιεφ θα συστηματοποιούσε αργότερα αυτή την πρακτική με την λεγόμενη πολιτική της «μπολσεβικοποίησης», η οποία οδήγησε στην αποπομπή των υποστηρικτών του Τρότσκι από την Κομμουνιστική Διεθνή και τα εθνικά της τμήματα). Επιπλέον, η νέα ηγεσία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που δημιουργήθηκε με κόστος μία τέτοια θυσία, δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων όταν η ιστορία της έδωσε μία δεύτερη ευκαιρία, τον Οκτώβριο του 1923.111 Ωστόσο, τα θετικά στοιχεία της γερμανικής εμπειρίας ενσωματώθηκαν σε δύο ψηφίσματα που υιοθετήθηκαν από το Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς: τις «Θέσεις για το Ενιαίο Μέτωπο των Εργατών» του Δεκεμβρίου 1921,112 που ισχύουν για τις ιμπεριαλιστικές χώρες, και τις «Θέσεις για το Ανατολικό Ζήτημα», το Τμήμα 6 του οποίου περιγράφει την τακτική που πρέπει να ακολουθηθεί στις ημιαποικιακές χώρες, «Το Αντιιμπεριαλιστικό Ενιαίο Μέτωπο».113

 

 

Παράρτημα

Δύο κείμενα του Πάουλ Λέβι (16 Μαρτίου 1920 - 8 Ιανουαρίου 1921)

 

Επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας

 

Δημοσιεύτηκε στο γερμανόφωνο όργανο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Die Kommunistische Internationale.

Η «Επιστολή του Πάουλ Λέβι προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας» δημοσιεύτηκε στο επίσημο όργανο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Die Kommunistische Internationale, μαζί με ένα άρθρο του Ερνστ Μάγιερ, «Για τη “Δήλωση νομιμοφροσύνης” του Κομμουνιστικού Κόμματος», ένα άλλο της Κλάρα Τσέτκιν με θέμα «Η κατάσταση στη Γερμανία», και ένα τελευταίο του Καρλ Ράντεκ με θέμα «Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας κατά τη διάρκεια του Πραξικοπήματος του Καπ»: Κριτική εξέταση». Το «σημείωμα του συντάκτη» έχει ως εξής:

Για τον πλήρη και ολόπλευρο φωτισμό της τακτικής των κομμουνιστών κατά τη διάρκεια του Πραξικοπήματος του Καπ φέρνουμε σε αυτό το τεύχος τρεις πολύ σημαντικές επιστολές από σημαίνοντα μέλη της Zentrale του Κομμουνιστικού Κόμματος – του συντρόφου Λέβι (ο οποίος βρισκόταν εκείνη την εποχή στη φυλακή), της συντρόφισσας Κλάρα Τσέτκιν και του συντρόφου Ερνστ Μάγιερ.

Ο γεμάτος πάθος τόνος των επιστολών –ιδιαίτερα της επιστολής του συντρόφου Λέβι, ο οποίος έγραφε από το κελί της φυλακής– είναι πάρα πολύ κατανοητός.

Οι εχθροί μας θα προσπαθήσουν φυσικά να θριαμβολογήσουν για τις διαφωνίες στο εσωτερικό του KPD. Ας τους αφήσουμε λοιπόν! Εμείς οι κομμουνιστές δεν φοβηθήκαμε ποτέ την αυτοκριτική.

Οι συντάκτες της Kommunistische Internationale συμφωνούν με την κύρια κατεύθυνση της κριτικής στις τρεις επιστολές και στο άρθρο του συντρόφου Ράντεκ που τυπώθηκε αμέσως μετά από αυτές.

Η ανοιχτή κριτική των λαθών της Zentrale του KPD θα συμβάλει μόνο στο να επιτραπεί η συγχώνευση των επαναστατών εργατών που ανήκουν στο KAPD με τους συντρόφους μας στις γραμμές ενός ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος.

Die Kommunistische Internationale, 2ος τόμος 1920, αριθ. 12, σ. 147.

 

Επιστολή προς την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας

Μόλις διάβασα τις ανακοινώσεις. Η ετυμηγορία μου: το KPD απειλείται από ηθική και πολιτική χρεοκοπία. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορούν άνθρωποι να γράφουν σε αυτή την κατάσταση προτάσεις όπως η ακόλουθη: «Η εργατική τάξη είναι ανίκανη να δράσει αυτή τη στιγμή. Είναι απαραίτητο να το πούμε ξεκάθαρα». «Το γεγονός και μόνο ότι ο Λούττβιτς και ο Καπ πήραν τη θέση του Μπάουερ και του Νόσκε ... δεν άλλαξε άμεσα τίποτα ... στην κατάσταση της μεγάλης ταξικής πάλης». Έχουμε γίνει διανομείς των πιο θλιβερών ειδήσεων στο εργατικό κίνημα, φωνάζοντας πάντα: «Αυτό δεν έχει πραγματικά κανένα νόημα!». Τώρα τα έχουμε και γραπτώς από το KPD. Αφού την πρώτη μέρα αρνήθηκε την ικανότητα [της εργατικής τάξης] να δράσει, την επόμενη μέρα το κόμμα βγάζει ένα φυλλάδιο [που γράφει]: «Τώρα το γερμανικό προλεταριάτο πρέπει επιτέλους να αναλάβει τον αγώνα για την προλεταριακή δικτατορία και την κομμουνιστική Σοβιετική Δημοκρατία». Το φυλλάδιο στη συνέχεια μιλάει για ... τη γενική απεργία (η εργατική τάξη είχε κριθεί ανίκανη να δράσει). Ταυτόχρονα (όταν η γενική απεργία είχε βγάλει τις μάζες από τα εργοστάσια) [το φυλλάδιο καλεί] σε εκλογές για σοβιέτ (Räte), [και στη σύγκληση ενός] κεντρικού συνεδρίου των σοβιέτ. Εν ολίγοις, τα «μεγάλα κεφάλια» μας σπάνε και τσακίζουν πολιτικά το σβέρκο της γενικής απεργίας. Το κάνουν επίσης ηθικά. Το θεωρώ έγκλημα, να διαλύουν τώρα την [απεργιακή] δράση δηλώνοντας: «Το προλεταριάτο δεν θα κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι του για την κοινοβουλευτική δημοκρατία». Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Αυτό είναι μια μαχαιριά στην πλάτη της μεγαλύτερης δράσης του γερμανικού προλεταριάτου! Πάντα πίστευα ότι ήμασταν ξεκάθαροι και σύμφωνοι στα εξής: Αν ξεσπάσει μια δράση –ακόμα και για τον πιο ηλίθιο στόχο! (η Επανάσταση του Νοέμβρη δεν είχε κανένα λογικό στόχο, ή μάλλον δεν είχε κανέναν στόχο)– πρέπει να υποστηρίξουμε αυτή τη δράση και να την ανυψώσουμε πάνω από τον ηλίθιο στόχο της μέσω των συνθημάτων μας, [έτσι ώστε] να φέρουμε τις μάζες πιο κοντά στον πραγματικό στόχο μέσω της κλιμάκωσης της δράσης! Και όχι να φωνάζουμε εξαρχής «δεν θα κουνήσουμε ούτε το δαχτυλάκι μας» αν δεν μας αρέσει ο στόχος. Ενδιάμεσα, θα πρέπει να βρεθούν συγκεκριμένα συνθήματα. Να πούμε στις μάζες τι πρέπει να γίνει στην κατάλληλη στιγμή! Τα συνθήματα πρέπει, φυσικά, να κλιμακωθούν, [αλλά] να κλιμακωθούν σταδιακά. Η σοβιετική δημοκρατία έρχεται τελευταία, όχι πρώτη. Νομίζω ότι κανείς δεν σκέφτεται τώρα την εκλογή των σοβιέτ. Το σύνθημα αυτή τη στιγμή μπορεί να είναι μόνο: εξοπλισμός του προλεταριάτου.

Συγκρίνετε αυτό με το άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Die Rote Fahne την Κυριακή [με τίτλο]: «Τι πρέπει να κάνουμε;». Δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αν, μετά την κατάρρευση του στρατιωτικού πραξικοπήματος, προκύψει ξανά μια κυβέρνηση Μπάουερ-Έμπερτ-Νόσκε, δεν θα είναι πλέον η παλιά, διότι θα έχει χάσει την υποστήριξή της από τη δεξιά, όπως ακριβώς δεν ήταν πλέον η παλιά τον Ιανουάριο του 1919, αφού έχασε την υποστήριξή της από την αριστερά. Επομένως, είναι επιτακτική ανάγκη τώρα να κάνουμε τα πάντα για να κλιμακώσουμε τη δράση, προκειμένου να συντρίψουμε το πραξικόπημα χωρίς συμβιβασμούς! Αν πετύχουμε, κάθε μελλοντική «κοινοβουλευτική δημοκρατία» θα διολισθήσει προς τα αριστερά, γιατί θα χάσει το δεξί της έρεισμα. Μόνο τότε θα έρθει η ώρα που θα μπορέσουμε να αναπτυχθούμε! Τώρα χρειάζεται [να αναλάβουμε] δράση από κοινού –και με το SPD– [κρατώντας] τα συνθήματα ξεχωριστά και από το USPD (μακάρι να είχαμε συνθήματα [που να προέρχονται] από τους δρόμους και να μην τα αναζητούμε σε βιβλία!!!). Το πραξικόπημα σε κάθε περίπτωση [πρέπει να] συντριβεί, γιατί όλα τα υπόλοιπα θα προκύψουν σχεδόν αναγκαστικά [από την ήττα του]. Άμεσο σύνθημα: Ενάντια σε κάθε συμβιβασμό! Λυπάμαι βαθύτατα [όταν ακούω ότι υπήρξαν] διαπραγματεύσεις με τη συμμορία [του Καπ-Λούττβιτς].

Τώρα είχαμε την ευκαιρία για το ενοποιημένο κόμμα να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως έκανε το 1918, μέσω μερικών φυλλαδίων. Αντ’ αυτού [είχαμε] αυτό το παιδαριώδες γελοίο πράγμα! Δεν μπορώ να απαριθμήσω όλες τις λεπτομέρειες, για τις οποίες ο καθένας μας θα έπρεπε να κλαίει. Δεν βλέπω πώς το κόμμα μπορεί να ανακάμψει από αυτό το πλήγμα. Πόσες φορές το έχουμε συζητήσει αυτό νωρίτερα: αν έρθει το αντεπαναστατικό πραξικόπημα, τότε, δράση και με το SPD, γιατί το SPD θα διασπαστεί στη δράση. Και τώρα; «Δεν θα κουνήσουμε ούτε το δαχτυλάκι μας». Ένα κομμουνιστικό σύνθημα!

Δεν κοιμήθηκα χθες –για πρώτη φορά από τότε που είμαι εδώ– εξαιτίας αυτής της ιστορίας, και τώρα θέλω να προσθέσω κάτι σε αυτό που έγραψα. Αυτό που χθες το βράδυ ήταν βαθιά απογοήτευση, σήμερα είναι σκέτος θυμός! Αλλά θα απέχω από οτιδήποτε προσωπικό. Έτσι, τώρα στο θέμα.

A. Υποθέτω ότι και η Zentrale του Κομμουνιστικού Κόμματος έχει διαπιστώσει ότι το γερμανικό και ιδιαίτερα το βερολινέζικο προλεταριάτο απεργεί. Παρόλο που το κέντρο του KPD είχε διαγνώσει την «αδυναμία δράσης» [του προλεταριάτου], δεν μπορεί παρά να διακρίνει τώρα ότι πράγματι υπάρχει [απεργιακή] δράση. Οι απεργίες απαιτούν αιτήματα! Πρέπει να γνωρίζουμε τι πρέπει να επιτευχθεί άμεσα με την απεργία (και εκτός από το τι θέλουν οι αντίπαλοί μας). Τα αιτήματα πρέπει να τεθούν από το KPD, επειδή η Vorwärts (συνετά) παρέλειψε να το κάνει αυτό. (1.) Εξοπλισμός του προλεταριάτου για τη διασφάλιση της δημοκρατίας, δηλαδή η διανομή όπλων στους πολιτικά οργανωμένους [εργάτες], επειδή η Vorwärts (συνετά) παρέλειψε να το κάνει αυτό. Αυτό το αίτημα είναι υψίστης σημασίας. Προφανώς έχει ήδη καταστρατηγηθεί! (3.) Άμεση σύλληψη των ηγετών του πραξικοπήματος και καταδίκη τους από προλεταριακό δικαστήριο, διότι ένα στρατιωτικό δικαστήριο [θα ήταν] αστείο. Και τίποτε άλλο!

Αυτά που γράφει η Zentrale του Κομμουνιστικού Κόμματος στην ανακοίνωση της 16ης Μαρτίου [1920] είναι άχρηστα. Η «Σοβιετική Δημοκρατία» και το «Συνέδριο των Σοβιέτ» δεν είναι αιτήματα, όσο ο λαός δεν εργάζεται για την εκπλήρωσή τους – πολύ περισσότερο που αυτά δεν είναι αιτήματα [που στρέφονται] εναντίον των αντιπάλων μας. «Κάτω η στρατιωτική δικτατορία!», «Κάτω η αστική δημοκρατία!», επίσης δεν είναι απεργιακά αιτήματα, αλλά φράσεις. Όσα συμπεριλήφθηκαν ως θετικά αιτήματα στην ανακοίνωση, και στη συνέχεια (γιατί;) διαγράφηκαν ξανά, ήταν επίσης άχρηστα. Όχι , «παραίτηση» της κυβέρνησης Καπ, αλλά «σύλληψή» της! Οι προδότες δεν «παραιτούνται»! Ο «αφοπλισμός του στρατού»! Αυτή τη στιγμή αυτό είναι ανοησία, γιατί αυτό το αίτημα οδηγεί τα τμήματα του στρατού που είναι εναντίον του πραξικοπήματος στο άλλο στρατόπεδο. Αυτή η απαίτηση στρέφεται εναντίον ενός μέρους των δυνάμεων στις οποίες το προλεταριάτο πρέπει να βασίζεται επί του παρόντος. Η άμεση κατάσχεση των όπλων της αστικής τάξης, ο σχηματισμός ενός εργατικού στρατού, είναι και τα δύο αιτήματα που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από τη μια μέρα στην άλλη, η υλοποίησή τους χρειάζεται εβδομάδες – επομένως [δεν είναι] απεργιακά αιτήματα. Δεν γνωρίζω κανένα αίτημα που να μπορεί κανείς να αντιτάξει λογικά στα τρία προαναφερθέντα114. Ίσως όμως από τη δράση να προκύπτουν ακόμη και άλλα αιτήματα που δεν μπορώ να τα προβλέψω από εδώ.

B. Με αυτά τα συνθήματα το KPD πρέπει να δώσει στην απεργία ένα χαρακτήρα που μέχρι τώρα δεν είχε. Με αυτά τα συνθήματα, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, θα επιτευχθεί το αποτέλεσμα που η Zentrale έχει θέσει στη βάση της πολιτικής της σκέψης: ότι το SPD δεν θα συνεργαστεί, ή μάλλον ότι δεν θα αντισταθεί! Τότε –αλλά μόνο τότε– θα έρθει η στιγμή να πει στις μάζες: αυτοί σας έφεραν σε αυτό το πρόβλημα, και τώρα σας προδίδουν ξανά.

Τότε, και μόνο τότε, όταν οι μάζες θα υιοθετήσουν τα αιτήματά μας και οι «ηγέτες» θα αρνηθούν να τα πραγματοποιήσουν ή ακόμα και να τις προδώσουν, θα τεθεί το ζήτημα για πρόσθετα αιτήματα –δηλαδή για σοβιέτ!– θα προκύψει από τη δράση. Σοβιέτ, συνέδριο των σοβιέτ, σοβιετική δημοκρατία, «Κάτω η κοινοβουλευτική δημοκρατία!» κ.λπ. – όλα αυτά τα αιτήματα προκύπτουν από μόνα τους όταν ικανοποιηθούν τα απεργιακά αιτήματα. Αλλά τώρα, όλα πρέπει να συγκεντρώνονται σε αυτά τα απεργιακά αιτήματα. Αν ικανοποιηθούν, η δημοκρατία πρέπει να διολισθήσει προς τα αριστερά. Και ακόμα και αν παραμείνει ο Νόσκε, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Διότι αν ικανοποιηθούν τα απεργιακά αιτήματα, οι δυνάμεις που θα στηρίξουν τη δημοκρατία θα βρίσκονται στο προλεταριάτο και η κυβέρνηση, όπως κι αν ονομάζεται, θα πρέπει να στηριχτεί σε αυτή την εντελώς διαφορετική [διάταξη] κοινωνικών δυνάμεων. Από τότε μέχρι τη σοβιετική δημοκρατία, ένα διάστημα έξι μηνών θα είναι μια φυσιολογική εξέλιξη!

Οργανωτικά, πρέπει να κάνουμε [τα εξής]: (1.) Μια φορά την ημέρα, ή δύο φορές, ανάλογα με την κατάσταση, ένα γενικό φυλλάδιο – όχι ένα «κομμουνιστικό εγχειρίδιο», αλλά τέσσερις προτάσεις για την κατάσταση, μια πρόταση που περιέχει το συμπέρασμα, και τα απεργιακά αιτήματα. Ειδικότερα, [το φυλλάδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει] κριτική στην απεργιακή ηγεσία, η οποία θα θέλει να έρθει σε συμφωνία [με τους ηγέτες του πραξικοπήματος]. [Θα πρέπει επίσης να εκδώσουμε] ένα φυλλάδιο προς τους στρατιώτες. Ένα φυλλάδιο προς το SPD. Ένα φυλλάδιο προς τους δημόσιους υπαλλήλους, γραμμένο με επεξηγηματικό τρόπο. Ένα φυλλάδιο προς τους εργαζόμενους στους σιδηροδρόμους, το ταχυδρομείο και τον τηλέγραφο. (2.) Εντατικοποίηση της δράσης. Συγκεντρώσεις διαδηλώσεις στο πάρκο Τρέπτοβερ [στο Βερολίνο]. Όχι συγκρούσεις. (3.) [Στρατιωτική] εξάσκηση στελεχών, ακόμα και χωρίς όπλα. Όταν τα στρατεύματα που έρχονται από έξω συγκρούονται με τα τοπικά στρατεύματα, η πόλη δεν πρέπει να παραμείνει ήσυχη. Τουλάχιστον πρέπει να υπάρχουν στελέχη παρόντα, ώστε το πλήθος να μην κυριαρχεί στο πεδίο της μάχης στην πλάτη των στρατευμάτων και να μην χρειάζεται να ματώσουμε γι’ αυτό.

Πάουλ Λέβι,

Κελί φυλακής, Λέρτερστρασε,

Βερολίνο, 16 Μαρτίου 1920

 

Paul Levi, “Der Kapp-Lüttwitz-Putsch und die Kommunistische Partei Deutschlands. Brief an das Zentralkomitee der Kommunistischen Partei Deutschlands”, Die Kommunistische Internationale. Organ des Executivkomitees der Kommunistischen Internationale, 2ος τόμος 1920, αριθ. 12, σ. 147.

 

 

Η «Ανοιχτή Επιστολή» της Zentrale του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (8 Ιανουαρίου 1921)

Η «Ανοιχτή Επιστολή» [“Offener Brief”], που δημοσιεύτηκε στις 8 Ιανουαρίου 1921 στο κομματικό όργανο του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (VKPD), Die Rote Fahne, ήταν η πρώτη δημόσια δήλωση αυτού που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως «Πολιτική του Ενιαίου Μετώπου». Καλεί όλες τις εργατικές οργανώσεις, τα κόμματα και τα συνδικάτα να αναλάβουν κοινές δράσεις πάνω στα σημεία στα οποία είναι δυνατή η συμφωνία. Όπως επισημαίνει ο Broué, «η πρώτη σημαντική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της πολιτικής που περιέγραψε ο Λέβι προήλθε από τη βάση του VKPD», πιο συγκεκριμένα από το συνδικάτο των εργατών μετάλλου στη Στουτγάρδη.115 Αν και η «Ανοιχτή Επιστολή» απορρίφθηκε από τη δεξιά ηγεσία των οργανώσεων στις οποίες απευθυνόταν, ο Λένιν την χαρακτήρισε «απόλυτα σωστή τακτική».116 Η «Ανοιχτή Επιστολή» της 8ης Ιανουαρίου 1921 εξελίχθηκε αργότερα στις «Θέσεις για το Ενιαίο Μέτωπο των Εργατών» που υιοθετήθηκαν από την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΕΕΚΔ) το Δεκέμβριο του 1922117 και αργότερα από το Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.118

 

Η «Ανοιχτή Επιστολή» της Zentrale του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (8 Ιανουαρίου 1921)

 

Ανοιχτή Επιστολή προς τη Γερμανική Γενική Συνδικαλιστική Ομοσπονδία [Allgemeinen Deutschen Gewerkschaftsbund], την Ένωση Ελεύθερων Ομοσπονδιών Εργαζομένων [Arbeitsgemeinschaft freier Angestelltenverbände], τη Γενική Ένωση Εργαζομένων [Allgemeine Arbeiterunion], την Ελεύθερη Ένωση Εργαζομένων (Συνδικαλιστές) [Freie Arbeiterunion (Syndikalisten)], το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας [Sozialdemokratische Partei Deutschlands], το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας [Unabhängige Sozialdemokratische Partei Deutschlands] και το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας [Kommunistische Arbeiterpartei Deutschland].

Το Ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (VKPD) θεωρεί καθήκον του, σε αυτή τη σημαντική και δύσκολη στιγμή για ολόκληρο το γερμανικό προλεταριάτο, να απευθύνει έκκληση σε όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα και τα συνδικάτα.

Η βαθμιαία παρακμή του καπιταλισμού, οι επιπτώσεις της επερχόμενης παγκόσμιας κρίσης στις συνέπειες της γερμανικής κρίσης ειδικότερα, η προοδευτική υποτίμηση του χρήματος και η αύξηση της τιμής των τροφίμων και όλων των καταναλωτικών αγαθών, η αυξανόμενη ανεργία και η εξαθλίωση των μαζών, όλα αυτά που συνεχίζουν να εξελίσσονται ακάθεκτα στη Γερμανία, καθιστούν αναγκαία την υπεράσπιση της προλεταριακής τάξης στο σύνολό της, όχι μόνο του βιομηχανικού προλεταριάτου, αλλά και όλων των στρωμάτων τα οποία, μόλις τώρα αφυπνίζονται [στην πολιτική ζωή], αποκτώντας συνείδηση του προλεταριακού τους χαρακτήρα. Το προλεταριάτο παραμένει σε αυτή την αφόρητη κατάσταση από την επελαύνουσα αντίδραση, η οποία με την Orgesch119, με τις προδοτικές δολοφονίες, με τη δικαιοσύνη που καλύπτει κάθε δολοφονία, εφευρίσκει πάντα νέα δεσμά για το προλεταριάτο και κερδοσκοπεί πάνω στη διχόνοια του προλεταριάτου.

Το VKPD προτείνει λοιπόν να ενωθούν όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα και τα συνδικάτα, ξεκινώντας άμεσα, στην ακόλουθη βάση, οι επιμέρους δράσεις της οποίας θα συζητηθούν λεπτομερέστερα στο άμεσο μέλλον:

Ι.

α) Έναρξη ενιαίων αγώνων για τους μισθούς προκειμένου να διασφαλιστεί η ύπαρξη των εργατών, των υπαλλήλων και των δημοσίων υπαλλήλων. Συνδυασμός των επιμέρους αγώνων για τους μισθούς των σιδηροδρομικών, των δημοσίων υπαλλήλων και των ανθρακωρύχων, καθώς και άλλων βιομηχανικών και αγροτικών εργατών, σε μια ενιαία κοινή δράση.

β) Αύξηση όλων των παροχών και των συντάξεων για τα θύματα πολέμου, τους συνταξιούχους και τους δικαιούχους επιδομάτων σε αναλογία με τα απαιτούμενα μισθολογικά ποσοστά.

γ) Ενιαία ρύθμιση των επιδομάτων ανεργίας για όλη τη χώρα, με βάση τις αποδοχές των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης. Όλο το κόστος αυτής της επιχείρησης πρέπει να βαρύνει το ομοσπονδιακό κράτος (Ράιχ), το οποίο πρέπει να στραφεί αποκλειστικά στο κεφάλαιο [φορολογία] για τους σκοπούς αυτούς. Πρέπει να ελέγχεται από τους ανέργους μέσω ειδικών συμβουλίων ανέργων, σε συνεργασία με τα συνδικάτα.

II. Μέτρα για τη μείωση του κόστους ζωής, συγκεκριμένα:

α) Παροχή επιδοτούμενων τροφίμων σε όλους τους μισθωτούς εργαζόμενους και στις κατώτερες τάξεις των δικαιούχων επιδομάτων (συνταξιούχοι, χήρες, ορφανά κ.λπ.) υπό την καθοδήγηση των καταναλωτικών συνεταιρισμών και υπό τον έλεγχο των συνδικάτων και των εργατικών συμβουλίων. Τα [οικονομικά] μέσα για το σκοπό αυτό πρέπει να παρέχονται από το ομοσπονδιακό κράτος.

β) Άμεση κατάσχεση όλων των διαθέσιμων κατοικήσιμων χώρων, με το δικαίωμα όχι μόνο της υποχρεωτικής κατάληψης, αλλά και της βίαιης έξωσης των μικρών οικογενειών από μεγάλα διαμερίσματα ή ακόμη και σπίτια.

III. Μέτρα για την παροχή τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών:

α) Έλεγχος όλων των διαθέσιμων πρώτων υλών, του άνθρακα και των λιπασμάτων από τα εργατικά συμβούλια. Επανέναρξη της δραστηριότητας σε όλες τις αδρανείς παραγωγικές εγκαταστάσεις που παράγουν καταναλωτικά αγαθά, διανομή των αγαθών που παράγονται με αυτόν τον τρόπο σύμφωνα με τις αρχές που περιγράφονται λεπτομερώς στο ΙΙ. α).

β) Έλεγχος της καλλιέργειας, της συγκομιδής και της πώλησης όλων των γεωργικών προϊόντων από τα συμβούλια των μικρομεσαίων αγροτών και τα συμβούλια της υπαίθρου (Gutsräte), σε συνεργασία με τις οργανώσεις των αγροτικών εργατών.

IV.

α) Άμεσος αφοπλισμός και διάλυση όλων των αστικών οργανώσεων επαγρύπνησης και δημιουργία προλεταριακών οργανώσεων αυτοάμυνας σε όλα τα γερμανικά κρατίδια (Länder) και τις κοινότητες.

β) Αμνηστία για όλα τα αδικήματα που διαπράττονται για πολιτικά κίνητρα ή για λόγους υπαρκτής γενικής φτώχειας. Αποφυλάκιση όλων των πολιτικών κρατουμένων.

γ) Κατάργηση των υφιστάμενων απαγορεύσεων απεργίας.

δ) Άμεση έναρξη εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με τη Σοβιετική Ρωσία.

Προτείνοντας αυτή τη βάση για δράση, δεν κρύβουμε ούτε στιγμή, ούτε στους εαυτούς μας ούτε στις εργαζόμενες μάζες, ότι αυτά τα αιτήματα που προβάλλουμε δεν μπορούν να εξαλείψουν τη φτώχεια τους. Χωρίς να εγκαταλείπουμε ούτε στιγμή την προσπάθειά μας να εμφυσήσουμε στις εργαζόμενες μάζες την ιδέα του αγώνα για τη δικτατορία, τη μόνη οδό για τη σωτηρία, χωρίς να αποφεύγουμε να ζητάμε από τις μάζες σε κάθε κατάλληλη στιγμή να αγωνιστούν για τη δικτατορία και να ηγηθούν [αυτού του αγώνα], το Ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα είναι έτοιμο να συνεργαστεί με άλλα κόμματα που βασίζονται στο προλεταριάτο για την πραγματοποίηση κοινών δράσεων προκειμένου να επιτευχθούν τα προαναφερθέντα αιτήματα.

Δεν κρύβουμε τους αντιθέσεις που μας χωρίζουν από τα άλλα κόμματα.

Αντίθετα, εξηγούμε: Θέλουμε οι οργανώσεις στις οποίες απευθυνόμαστε, όχι να χειροκροτήσουν αυτή βάση για δράση που προτείνουμε, αλλά να αναλάβουν τις δράσεις που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των αιτημάτων.

Ρωτάμε τα κόμματα στα οποία απευθυνόμαστε: Θεωρείτε αυτά τα αιτήματα σωστά; Υποθέτουμε ότι τα θεωρείτε.

Ρωτάμε: Είστε έτοιμοι να δώσετε μαζί μας τον πιο αμείλικτο αγώνα για την επίτευξη αυτών των αιτημάτων;

Αναμένουμε μια σαφή και ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό το εξίσου σαφές και ξεκάθαρο ερώτημα. Η κατάσταση απαιτεί μια γρήγορη απάντηση. Περιμένουμε λοιπόν μια απάντηση μέχρι τις 13 Ιανουαρίου 1921.

Αν τα κόμματα και τα συνδικάτα στα οποία απευθυνόμαστε δεν είναι πρόθυμα να αναλάβουν τον αγώνα, το VKPD θα θεωρήσει ότι είναι υποχρεωμένο να δώσει αυτό τον αγώνα μόνο του και είναι πεπεισμένο ότι οι εργαζόμενες μάζες θα το ακολουθήσουν. Σήμερα το VKPD απευθύνεται σε όλες τις προλεταριακές οργανώσεις της χώρας και στις εργαζόμενες μάζες που συσπειρώνονται γύρω τους, καλώντας τες να εκφράσουν σε συνελεύσεις τη θέλησή τους για κοινή άμυνα ενάντια στον καπιταλισμό και την αντίδραση, για την κοινή υπεράσπιση των συμφερόντων τους.

Zentrale [Πολιτικό Γραφείο] του Ενιαίου Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας.

 

“Offener Brief”, Die Rote Fahne, 8 Ιανουαρίου 1921 (Βερολίνο).

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Daniel Gaido, «Paul Levi and the Origins of the United-Front Policy in the Communist International», Historical Materialism, τεύχος 25, νο 1, 2017, σσ.131-174. Ηλεκτρονική ανατύπωση: PhilPapers, https://philpapers.org/rec/GAIPLA και https://philpapers.org/archive/GAIPLA.pdf

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Adler, Alan (επιμ.) 1980, Theses, Resolutions and Manifestos of the First Four Congresses of the Third International, Λονδίνο: Ink Links

Bayerlein, Bernhard H. and Gleb J. Albert (επιμ.) 2014, Deutschland, Russland, Komintern. II. Dokumente (1918–1943). Nach der Archivrevolution: Neuerschlossene Quellen zu der Geschichte der KPD und den deutsch-russischen Beziehungen, Βερολίνο: Walter de Gruyter.

Bock, Hans Manfred 1969, Syndikalismus und Linkskommunismus von 1918–1923: zur Geschichte und Soziologie der Freien Arbeiter-Union Deutschlands (Syndikalisten), der Allgemeinen Arbeiter-Union Deutschlands und der Kommunistischen Arbeiter-Partei Deutschlands, Μαιζενχάιμ: Anton Hain

Boukharine, Nikolai Ivanovich 1921, ‘De la tactique offensive’, Bulletin communiste, 7 Απριλίου: 219–20.

Broué, Pierre 1997, Histoire de l’Internationale Communiste, 1919–1943, Παρίσι: Fayard

Broué, Pierre 2005, The German Revolution 1917–1923, μετάφραση John Archer και επιμ. Ian Birchall and Brian Pearce, Historical Materialism Book Series, Λέιντεν: Brill.

Bukharin, Nikolai Ivanovich 1920, ‘O natupitel’noj taktike’, Kommunistitcheskii Internasional, 15: 3073–5.

Cammett, John McKay 1967, Antonio Gramsci and the Origins of Italian Communism, Στάνφορντ: Stanford University Press.

Cannon, James P. 1962, The First Ten Years of American Communism: Report of a Participant, Νέα Υόρκη: Lyle Stuart.

Comintern 1921, Der Zweite Kongress der Kommunistischen Internationale. Protokoll der Verhandlungen vom 19. Juli in Petrograd und vom 23. Juli bis 7. August 1920 in Moskau, Αμβούργο: Verlag der Kommunistischen Internationale.

Comintern 1977, Second Congress of the Communist International: Minutes of the Proceedings, μετάφραση R.A. Archer, Λονδίνο: New Park Publications.

Cyr, Frédérique 2011, Rebelle devant les extrêmes: Paul Levi, une biographie politique, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Université de Montréal.

Drachkovitch, Milorad M. and Branko M Lazić (επιμ.) 1966, The Comintern: Historical Highlights, Essays, Recollections, Documents, Νέα Υόρκη: Frederick A. Praeger.

Gruber, Helmut (επιμ.) 1967, International Communism in the Era of Lenin: A Documentary History, Γκρίνουιτς, CN.: Fawcett Publications.

Koch-Baumgarten, Sigrid 1986, Aufstand der Avantgarde. Die Märzaktion der KPD 1921, Φρανκφούρτη: Campus Verlag.

KPD [Kommunistische Partei Deutschlands] 1919, Bericht über den 2. Parteitag der Kommunistischen Partei Deutschlands (Spartakusbund) vom 20. bis 24. Oktober 1919, herausgegeben von der Kommunistischen Partei Deutschlands (Spartakusbund), Βερολίνο.

Lenin, Vladimir Ilyich 1965 [1921], ‘A Letter to the German Communists’ (14 Αυγούστου 1921), in Collected Works, τόμος 32, Μόσχα: Progress Publishers.

Lenin, Vladimir Ilyich 1976a [1920], Left-Wing Communism: an Infantile Disorder (Απρίλιος–Μάιος 1920), in Collected Works, τόμος 1, Μόσχα: Progress Publishers.

Lenin, Vladimir Ilyich 1976b [1921], ‘Letter to Clara Zetkin and Paul Levi’ (16 Απριλίου 1921), in Collected Works, τόμος 45, Μόσχα: Progress Publishers.

Lenin, Vladimir Ilyich 1977 [1921], ‘Remarks on the Draft Theses on Tactics for the Third Congress of the Communist International: Letter to G.Y. Zinoviev’ (10 Ιουνίου 1921), in Collected Works, τόμος 42, Μόσχα: Progress Publishers.

Levi, Paul 1920a, ‘Brief an das Zentralkomitee der Kommunistischen Partei Deut-schlands’ (16 March 1920), Die Kommunistische Internationale. Organ des Executivkomitees der Kommunistischen Internationale, 2, 12: 147–50.

Levi, Paul 1920b, ‘Die politische Lage in Deutschland’ (Σεπτέμβριος 1920), Die Kommunistische Internationale. Organ des Executivkomitees der Kommunistischen Internationale, 2, 14: 114–25.

Levi, Paul 1966 [1921], ‘Report of Comrade Levi to the Executive Committee of the Third International on the Italian Party Congress, Berlin, 20 January 1921’, σε Drachkovitch and Lazić (επιμ.) 1966.

Levi, Paul 2011, In the Steps of Rosa Luxemburg: Selected Writings of Paul Levi, edited and introduced by David Fernbach, Historical Materialism Book Series, Λέιντεν: Brill

Lewis, Ben and Lars T. Lih 2011, Martov and Zinoviev: Head to Head in Halle, Λονδίνο: November Publications.

Nettl, John Peter 1969, Rosa Luxemburg, τόμος II, Λονδίνο: Oxford University Press.

Radek, Karl 1919, Zur Taktik des Kommunismus: Ein Schreiben an den Oktober-Parteitag der K.P.D., Βερολίνο: Kommunistische Partei Deutschlands (Spartakusbund).

Radek, Karl 1920, ‘Die KPD während der Kapptage: Eine kritische Untersuchung’, Die Kommunistische Internationale. Organ des Executivkomitees der Kommunistischen Internationale, 2, 12: 162–7.

Radek, Karl 1921, In den Reihen der deutschen Revolution, 1909–1919: Gesammelte Aufsätze und Abhandlungen, Μόναχο: Kurt Wolff Verlag.

Radek, Karl 1967 [1921], ‘The Italian Question’ (μετάφραση του ‘Soll die Vereinigte Kommunistische Partei Deutschlands eine Massenpartei der revolutionären Aktion oder eine zentristische Partei des Wartens sein?’), σε Gruber (επιμ.) 1967.

Riddell, John (επιμ.) 2011, Toward the United Front: Proceedings of the Fourth Congress of the Communist International, 1922, Historical Materialism Book Series, Leiden: Brill.

Riddell, John (επιμ.) 2015, To the Masses: Proceedings of the Third Congress of the Communist International, 1921, Historical Materialism Book Series, Leiden: Brill.

Rosmer, Alfred 1972, Moscow under Lenin, μετάφραση Ian Birchall, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press.

Spartakus 1920, ‘Der Kapp-Lüttwitz-Putsch (Brief aus Deutschland) (Berlin, April 1920)’, Die Kommunistische Internationale. Organ des Executivkomitees der Kommunistischen Internationale, 2, 10: 147–71.

Trotsky, Leon 1932, What Next? Vital Questions for the German Proletariat, Νέα Υόρκη: Pioneer Publishers.

Weber, Hermann (επιμ.) 1967, Völker hört die Signale: Der deutsche Kommunismus 1916–1966, Μόναχο: Deutscher Taschenbuch Verlag.

Weber, Hermann (επιμ.) 1969, Der Gründungsparteitag der KPD: Protokoll und Materialien, Φρανκφούρτη: Europäische Verlagsanstalt.

Weber, Hermann (επιμ.) 1973, Der deutsche Kommunismus: Dokumente 1915–1945, Κολωνία: Kiepenheuer & Witsch.

Zetkin, Klara 1920, ‘Die Lage in Deutschland’, Die Kommunistische Internationale. Organ des Executivkomitees der Kommunistischen Internationale, 2, 12: 155–61.

Συμπλήρωμα στην ελληνική μετάφραση:

3η Διεθνής. Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια. Θέσεις Αποφάσεις, Έγγραφα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007

Harman Chris, Η χαμένη επανάσταση. Γερμανία 1918-1923, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2008, μετάφραση Λέανδρος Μπόλαρης.

Λένιν Β. Ι., «Γράμμα προς τους Γερμανούς Κομμουνιστές», στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 44, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ.

Λένιν Β. Ι., «Ο “Αριστερισμός”, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τ. 41, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ.

Λένιν Β. Ι., «Παρατηρήσεις στο σχέδιο θέσεων για την τακτική στο ΙΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Γράμμα προς τον Γκ. Ε. Ζηνόβιεφ», στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ.

Λένιν Β. Ι., «Προς την Κλάρα Τσέτκιν και τον Πάουλ Λέβι», στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ.

Λέβι Πάουλ, «Ο δικός μας δρόμος: Κατά του πραξικοπηματισμού», e la libertà, 10 Οκτωβρίου 2021, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/7706-%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

Ροσμέρ Αλφρέντ, Η Μόσχα του Λένιν, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2017, μετάφραση Δήμητρα Κυρίλλου, Κώστας Πίττας.

Τρότσκι Λέον, Και τώρα;, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, μετάφραση Κ. Σταράτος.

Τρότσκι Λέον, Η πάλη ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000.

 

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] «Θέσεις για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου», 3η Διεθνής. Τα Τέσσερα Πρώτα Συνέδρια. Θέσεις Αποφάσεις, Έγγραφα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007, σελ. 53 κ.ε.

2 [Σ.τ.Μ.:] «Οι όροι για την είσοδο των κομμάτων στην Κομμουνιστική Διεθνή», 3η Διεθνής..., ό.π., σελ. 128 κ.ε.

3 [Σ.τ.Μ.:] «Θέσεις πάνω στην τακτική», 3η Διεθνής..., ό.π., σελ. 258 κ.ε.

4 [Σ.τ.Μ.:] «Θέσεις για ο ενιαίο μέτωπο», 3η Διεθνής..., ό.π., σελ. 400 κ.ε.

5 Levi 2011, σσ. 67–9.

6 Ειδικότερα, Broué 2005.

7 Rosmer 1972, σελ. 80. [Αλφρέντ Ροσμέρ, Η Μόσχα του Λένιν, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2017, σελ. 129.]

8 [Σ.τ.Μ.:] Για τη Γερμανική Επανάσταση, 1918-1923 και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο άρθρο, βλ.: Chris Harman, Η χαμένη επανάσταση. Γερμανία 1918-1923, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2008, μετάφραση Λέανδρος Μπόλαρης.

9 Βλ. την αγγλική έκδοση της ομιλίας στο Levi 2011, σσ. 35-42. Ο αείμνηστος ιστορικός Hermann Weber θεωρούσε την ανακάλυψη των πρακτικών του ιδρυτικού συνεδρίου του KPD ως την κύρια συνεισφορά του στην ιστορική επιστήμη. Βλ. την έκδοσή των εγγράφων στο Weber (επιμ.) 1969.

10 “The Munich Experience: An Opposing View”, στο Levi 2011, σσ. 47–53.

11 Levi 2011, σσ. 70-8.

12 Αγγλική έκδοση στο Levi 2011, σσ. 67-9.

13 Τα πρακτικά του Δεύτερου Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (Ένωση Σπάρτακος), που πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 24 Οκτωβρίου 1919 στη Χαϊδελβέργη, μπορείτε να τα βρείτε στο KPD 1919.

14 Levi 2011, σελ. 59.

15 Levi 2011, σελ. 60.

16 Levi 2011, σσ. 67-9.

17 Broué 2005, σελ. 854-5, η έμφαση δική μου.

18 Παρατίθεται στο Bock 1969, σελ. 255.

19 Gruber (επιμ.) 1967, σελ. 395.

20 Radek 1919, σελ. 9.

21 Lenin 1977, σελ. 319. [Β. Ι. Λένιν, «Παρατηρήσεις στο σχέδιο θέσεων για την τακτική στο ΙΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Γράμμα προς τον Γκ. Ε. Ζηνόβιεφ», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ 267.]

22 Η Γενική Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων [Allgemeiner Deutscher Gewerk-schaftsbund, ADGB] ιδρύθηκε στις 5 Ιουλίου 1919 στη Νυρεμβέργη, μετά το πρώτο μεταπολεμικό συνέδριο των ελεύθερων (σοσιαλδημοκρατικών) συνδικάτων, ως η νέα οργάνωση-ομπρέλα που θα διαδεχόταν τη Γενική Επιτροπή των Ελεύθερων Γερμανικών Συνδικάτων [Generalkommission der freien Gewerkschaften Deutschlands]. Ο Λέγκιεν εξελέγη πρώτος πρόεδρος. Ήταν μια ομοσπονδία 52 συνδικάτων και συνδεόταν με την Allgemeiner freier Angestelltenbund [Γενική Συνομοσπονδία Ανεξάρτητων Υπαλλήλων] και την Allgemeiner Deutscher Beamtenbund [Γενική Ομοσπονδία Γερμανών Δημοσίων Υπαλλήλων].

23 Broué 2005, σελ. 365.

24 Spartacus 1920, σελ. 157.

25 Levi 1920a, σσ. 147-8.

26 Levi 1920a, σελ. 148.

27 Ό.π.

28 Levi 1920a, σελ. 149.

29 Levi 1920a, σελ. 150.

30 Riddell (επιμ.) 2011.

31 Αναδημοσίευση στο Spartakus 1920, σελ. 161.

32 Αναφορά στην κυβέρνηση υπό την προεδρία του Γκούσταβ Μπάουερ του SPD, ενός συνασπισμού του SPD, του Καθολικού Κέντρου και του φιλελεύθερου Deutsche Demokratische Partei (DDP), γνωστού ως Kabinett Bauer, που διήρκεσε από τις 21 Ιουνίου 1919 έως τις 27 Μαρτίου 1920. Έπεσε δέκα ημέρες μετά την κατάρρευση του πραξικοπήματος του Καπ και αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση υπό την προεδρία του Χέρμαν Μύλλερ. Το Kabinett Müller I ήταν επίσης ένας συνασπισμός του SPD, του Κόμματος του Κέντρου και του DDP.

33 Broué 2005, σελ. 371.

34 Βλέπε το ακροαριστερό άρθρο του Ράντεκ που καταδικάζει τη «Διακήρυξη της “Νομιμόφρονης Αντιπολίτευσης”», όπου δηλώνει προειδοποιητικά ότι «η ενεργοποίηση της πολιτικής του γερμανικού κομμουνισμού είναι ένα ζωτικό ζήτημα για τη Διεθνή», κλείνοντας με μια προειδοποίηση «ενάντια στον κίνδυνο του κομμουνιστικού ποσιμπιλισμού» (Radek 1920, σσ. 165, 173).

35 Το βιογραφικό σημείωμα στη Γερμανική Επανάσταση [German Revolution] του Broué έχει ως εξής: «Braun, M.J. (Miechislaw Bronski, 1882-1937). Πολωνός, σοσιαλδημοκράτης το 1902, συμμετείχε στην επανάσταση του 1905, εξέτισε ένα χρόνο στη φυλακή. Μετανάστευσε στην Ελβετία το 1907, δραστηριοποιήθηκε στο Ελβετικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και, σε αντίθεση με τη Λούξεμπουργκ και τον Γιόγκισες, υποστήριξε την Επιτροπή της Βαρσοβίας, την οποία υποστήριξε και ο Ράντεκ. Κοντά στον Λένιν, συμμετείχε στις διασκέψεις του Τσίμερβαλντ και του Κίενταλ, ηγέτης της Αριστεράς του Τσίμερβαλντ. Συνόδευσε τον Λένιν στο “σφραγισμένο τρένο” τον Απρίλιο του 1917, έλαβε μέρος στη Ρωσική Επανάσταση. Διορίστηκε προξενικός αντιπρόσωπος στο Βερολίνο το 1918, ήρθε σε επαφή με Γερμανούς επαναστάτες. Απελάθηκε τον Νοέμβριο. Επέστρεψε στη Γερμανία το 1919, ήταν μέλος της Δυτικοευρωπαϊκής Γραμματείας και της ηγεσίας του KPD(S) με ψευδώνυμο. Επικρίθηκε έντονα για τη θέση της Zentrale στην αρχή του Πραξικοπήματος του Καπ και ανακλήθηκε στη Μόσχα λίγο αργότερα. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, δραστηριοποιήθηκε στο Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, εντασσόμενος στο Πολιτικό Γραφείο του. Συνελήφθη και εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια εκκαθαρίσεων» (Broué 2005, σελ. 961).

36 Spartacus 1920, σελ. 164.

37 Spartacus 1920, σελ. 165.

38 Ό.π.

39 Spartacus 1920, σσ. 166-7, η έμφαση στο πρωτότυπο.

40 Spartacus 1920, σελ. 167.

41 «Die einmal geschaffene Einheitsfront, die Machtentfaltung der Arbeiterschaft in nie dagewesener Tiefe ermöglichte, kann durch gegenrevolutionäre Maßnahmen der bür-gerlich-sozialistischen Regierung nicht ausgetilgt werden» (Spartacus 1920, σελ. 169). «Die sozialpatriotischen Drahtzieher suchten die Bedeutung der revolutionären Einheitsfront des Proletariats geflissentlich zu verwischen und zu verhüllen» (Zetkin 1920, σελ. 157).

42 Lenin 1976a, σελ. 110. [Λένιν, «Ο “Αριστερισμός”, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», στο Λένιν, Άπαντα, τ. 41, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σσ. 95, 96.]

43 Gruber (επιμ.) 1967, σελ. 397.

44 Comintern 1977, σελ. 65.

45 Comintern 1977, σελ. 66.

46 Comintern 1977, σελ. 278.

47 Comintern 1977, σσ. 283-4.

48 Comintern 1977, σελ. 277.

49 Levi 1920b.

50 Βλ. τα κείμενα στο Lewis and Lih 2011.

51 Broué 2005, σσ. 468-9.

52 Lenin 1976b. Η έμφαση στο πρωτότυπο. [Β. Ι. Λένιν, «Προς την Κλάρα Τσέτκιν και τον Πάουλ Λέβι», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ. 149.]

53 Lenin 1965, σελ. 319. Η έμφαση στο πρωτότυπο. [Β. Ι. Λένιν, «Παρατηρήσεις στο σχέδιο θέσεων για την τακτική στο ΙΙΙ συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Γράμμα προς τον Γκ. Ε. Ζηνόβιεφ», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ 267.]

54 Βλ. τη θέση του Λέβι για την κατάληψη των εργοστασίων (Σεπτέμβριος 1920) στη συνέντευξη που έδωσε στο Avanti! στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου 1920, την εναρκτήρια δήλωσή του στο συνέδριο του Λιβόρνο που αναπαράγεται στο L’Ordine Nuovo στις 16 Ιανουαρίου 1921, την έκθεσή του προς την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το συνέδριο του Λιβόρνο, που γράφτηκε αμέσως μετά την επιστροφή του στο Βερολίνο και αναπαράγεται στο Drachkovitch και Lazitch (επιμ.) 1966, σσ. 271-82, και το άρθρο του για το συνέδριο του Λιβόρνο στη Die Rote Fahne, 23 Ιανουαρίου 1921.

55 Cammett 1967, σελ. 144.

56 Cammett 1967, σελ. 258, σημ. 8.

57 Levi 1966, σελ. 272.

58 Levi 1966, σελ. 273.

59 Levi 1966, σσ. 281-2.

60 Παρατίθεται στο Cyr 2012, σελ. 148.

61 Levi 1966, σελ. 278.

62 Levi 1966, σελ. 281.

63 «Η Κεντρική Επιτροπή ή Zentralausschuss, αποτελούμενη από αντιπροσώπους από καθεμία από τις είκοσι οκτώ περιφέρειες του κόμματος, ήταν ένα νέο όργανο ηγεσίας που δημιούργησε το KPD στα τέλη του 1920. Στη συνέχεια, οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονταν σε κοινές συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής και της Zentrale, η οποία εξελίχθηκε σε εκτελεστικό όργανο. Η Κεντρική Επιτροπή όχι μόνο λειτουργούσε ως επιτηρητής της Zentrale, αλλά, δεδομένης της ευρύτερης εκπροσώπησής της, έγινε επίσης το φυτώριο για τις διαφωνούσες παρατάξεις» (Gruber [επιμ.] 1967, σ. 313).

64 Δημοσιεύθηκε αργότερα υπό τον τίτλο «Η αρχή της κρίσης στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Διεθνή» και αναπαράγεται στο Levi 2011, σσ. 92-112.

65 Βλ. τα κείμενα στο Gruber (επιμ.) 1967, σελ. 346-50.

66 Radek 1967, σσ. 310, 312, έμφαση στο πρωτότυπο.

67 Levi 2011, σ. 103.

68 Levi 2011, σ. 106.

69 Levi 2011, σ. 108.

70 Levi 2011, σ. 109.

71 Levi 2011, σ. 108.

72 Lenin 1976b. [Β. Ι. Λένιν, «Προς την Κλάρα Τσέτκιν και τον Πάουλ Λέβι», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ. 149.]

73 Ο August Guralsky ήταν ψευδώνυμο του Abraham Heifetz και αυτός ο József Pogány που αργότερα θα έπαιζε έναν επαίσχυντο ρόλο στο αμερικανικό κομμουνιστικό κόμμα ως John Pepper (βλέπε Cannon 1962).

74 Gruber (επιμ.) 1967, σ. 403.

75 Bayerlein and Albert (επιμ.) 2014, σ. 141-2: Dok. 35: “Die Frucht eines zweijährigen Kampfes wird zerstört”: Paul Levis Brief an Lenin zur Kritik der ‘Märzaktion’, [Βερολίνο], 27.3.1921. Ο Μπέλα Κουν επιβεβαίωσε ότι έγιναν οι συνομιλίες αυτές σε επιστολή που έστειλε στον Λένιν από τη Βιέννη στις 6 Μαΐου 1921, προσθέτοντας ότι η «ηλικιωμένη κυρία» Κάρα Τσέτκιν «έπασχε από “γεροντική άνοια” και είναι η ζωντανή απόδειξη ότι ο Lofargne [Lafargue] μαζί με τη σύζυγό του ενήργησαν με έναν απολύτως σωστό τρόπο» αυτοκτονώντας σε μεγάλη ηλικία (Bayerlein and Albert (επιμ.) 2014, σ. 155: Dok. 43: “Persönlicher Brief des ‘Spaniers’ (d.i. Béla Kun) an Lenin über die ges-cheiterte Märzaktion in Deutschland”, [Βιέννη], 6.5.1921).

76 Broué 2005, σσ. 494, 532.

77 Bayerlein and Albert (επιμ.) 2014, σελ. 156, σημείωση, με παραπομπή σε Koch-Baumgarten 1986, σσ. 315-444.

78 Levi 2011, σσ. 119-65. [Πάουλ Λέβι, «Ο δικός μας δρόμος: Κατά του πραξικοπηματισμού», e la libertà, 10 Οκτωβρίου 2021, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/7706-%CE%BF-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D]

79 Levi 2011, σσ. 166-205. [Λέβι, «Ο δικός μας δρόμος...», ό.π.]

80 Levi 2011, σσ. 119-20. [Λέβι, ό.π.]

81 Levi 2011, σελ. 146. [Λέβι, ό.π.]

82 Levi 2011, σελ. 148. [Λέβι, ό.π.]

83 Ό.π. [Λέβι, ό.π.]

84 Levi 2011, σελ. 157, έμφαση του Levi. [Λέβι, ό.π.]

85 Levi 2011, σελ. 138, έμφαση του Levi. [Λέβι, ό.π.]

86 Levi 2011, σελ. 18. [Λέβι, ό.π.]

87 Levi 2011, σελ. 163, έμφαση του Λέβι. [Λέβι, ό.π.]

88 Levi 2011, σελ. 164. [Λέβι, ό.π.]

89 Levi 2011, σσ. 182-3.

90 Levi 2011, σελ. 183.

91 Ό.π.

92 Levi 2011, σελ. 184.

93 Levi 2011, σελ. 203.

94 Levi 2011, σελ. 204.

95 Lenin 1976b [Β. Ι. Λένιν, «Προς την Κλάρα Τσέτκιν και τον Πάουλ Λέβι», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 52, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σελ. 149.]

96 Riddell (επιμ.) 2015, σσ. 1094, 1090.

97 Riddell (επιμ.) 2015, σελ. 1092.

98 Riddell (επιμ.) 2015, σελ. 1094.

99 Riddell (επιμ.) 2015, σσ. 1094-5.

100 Riddell (επιμ.) 2015, σελ. 1095.

101 Riddell (επιμ.) 2015, σελ. 1096.

102 Riddell (επιμ.) 2015, σελ. 941.

103 Riddell (επιμ.) 2015, σελ. 951. [(Σ.τ.Μ.:) Στα ελληνικά: «Απόφαση για τα γεγονότα του Μάρτη και το Ενοποιημένο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας», 3 Διεθνής, ό.π., σελ. 317. Δεν ακολουθούμε την ελληνική μετάφραση.]

104 Levi 1920a, σελ. 147.

105 Lenin 1965. Η έμφαση στο πρωτότυπο. [Β. Ι. Λένιν, «Γράμμα προς τους Γερμανούς Κομμουνιστές», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 44, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σσ. 92, 93.]

106 Levi 2011, σελ. 213.

107 Trotsky 1932, σελ. 103. [Λέον Τρότσκι, Και τώρα;, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σσ. 90, 91, μετάφραση Κ. Σταράτος και Λέον Τρότκσι, «Και τώρα; Ζωτικά ερωτήματα για το προλεταριάτο της Γερμανίας», σε Λέον Τρότσκι, Η πάλη ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000, σελ. 144.]

108 “La surestimation des états d’esprit ‘nationaux’ de la classe ouvrière correspond au cri des opportunistes sur les insurrections dites prématurées” (Boukharine 1921, σελ. 220 – αρχικά δημοσιεύτηκε ως Bukharin 1920).

109 “Râkosi était l’un des plus bornés et des plus brutaux individus qu’ait jamais produit le mouvement communiste” (Broué 1997, σελ. 207).

110 Η γνώμη της Ρόζα Λούξεμπουργκ για τον Ράντεκ: «Ο Ράντεκ ανήκει στην κατηγορία των πόρνων. Τα πάντα μπορούν να συμβούν με αυτόν κοντά μας, και γι' αυτό είναι πολύ καλύτερο να τον κρατάμε σε απόσταση ασφαλείας» (Nettl 1969, σελ. 317).

111 Broué 1997, σσ. 293-349.

112 Riddell (επιμ.) 2011, σσ. 1164-73.

113 Riddell (επιμ.) 2011, σσ. 1187-8.

114 Φαίνεται να υπάρχει ένα λάθος στην απαρίθμηση των αιτημάτων, αφού ο Λέβι αναφέρει μόνο δύο.

115 Broué 2005, σελ. 468.

116 Lenin 1976, σσ. 124-5.

117 Gruber (επιμ.) 1967, σσ. 362-71.

118 Riddell (επιμ.) 2011, σσ. 1164-73.

119  Η «Orgesch» (από το «Organisation Escherich», από το όνομα του ακροδεξιού πολιτικού Georg Escherich, ηγέτη της Bayerische Volkspartei) ήταν μια αντικομμουνιστική και αντισημιτική παραστρατιωτική ομάδα που έδρασε στη Βαυαρία το 1920-1

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2021 21:56

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.